Saturday, July 30, 2022

Ο πρίγκιψ και οι φτωχοί

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 30-31/7/2022


Μεγάλη η χάρη του πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σάλμαν μπιν Αμπντουλαζίζ Αλ Σαούντ, που κανείς δεν πρόκειται να καταφέρει να μάθει απέξω τ’ όνομά του, αν και θα χρειαστεί, αφού ανακηρύσσεται στρατηγικός εταίρος της Ελλάδας, της Γαλλίας και εν τέλει όλης της Ε.Ε. στην πράσινη μετάβαση, στην απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο, στην αμυντική σκιαμαχία της Ευρώπης με τη ρωσική αρκούδα, στην ανθρωπιστική γενοκτονία στην Υεμένη, στους καθαρούς υδρογονάνθρακες, στα μεγάλα κατασκευαστικά έργα, στο real estate, στον τουρισμό… Και όπου αλλού μπορεί να φανταστεί κανείς. 

Οταν είσαι μια χώρα κανονική Α.Ε. -γιατί η Σαουδική Αραβία δεν είναι παρά η Aramco, η πλουσιότερη εταιρεία στον κόσμο με κεφαλαιοποίηση σχεδόν 2,5 τρισ. δολάρια-, όταν κάθε κρίση σε κάνει ακόμη πλουσιότερο και η τωρινή κρίση κατακλύζει με ποταμούς ρευστότητας και πετροδολαρίων όλη τη βασιλική οικογένεια Σαούντ με τους εκατοντάδες διαδόχους του θρόνου, τα παιδιά, τα εγγόνια και δισέγγονά τους, όλα σού συγχωρούνται. Ακόμη και το να κάνεις κιμά μερικούς ενοχλητικούς ανταγωνιστές ή αδιάκριτους επικριτές σου. 

Αλλά εκείνο που κυρίως σού συγχωρείται είναι το γεγονός ότι είσαι μια χώρα-υβρίδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού: ένα κράτος, μια εταιρεία, μια οικογένεια-Δ.Σ. στην ηγεσία της, ένα ταμείο, μια απολυταρχική, αστυνομική διακυβέρνηση, ένα μεσαιωνικό ποινικό σύστημα με τη θανατική ποινή στην ημερήσια διάταξη, με μιλιταρισμό, μικροϊμπεριαλισμό, σκοταδισμό, ισλαμικό φονταμενταλισμό, χρηματοδότηση ακόμη και της τρομοκρατίας, ασύλληπτη χλιδή και κοσμοπολίτικη γκλαμουριά. Χρήμα και εξουσία στην απόλυτη ώσμωσή τους, χωρίς περιττές διαμεσολαβήσεις και διαφυγόντα κέρδη. 

Φυσικά και ο εγχώριος χατζηαβατικός καπιταλισμός θα έσπευδε στο λαϊκό προσκύνημα του πρίγκιπος. Είναι άγνωστο τι πραγματικά «στρατηγικό» έχουν οι «στρατηγικές συμφωνίες» που υπέγραψαν οι πτωχοί Ελληνες επιχειρηματίες με τον πρίγκιπα και την πριγκιπική ακολουθία του. Το πριγκιπάτο είναι γενικώς προσεκτικό και επιλεκτικό στο πού βάζει τις υπογραφές και τα χρήματά του. Εχει προ πολλού ξεπεράσει τις παιδικές αρρώστιες της πετρελαϊκής κρίσης της δεκαετίας του ’70. Μπορεί με ευκολία να σου χαρίσει το βάρος σου σε χρυσάφι ή το βάρος σου σε τσιμέντο, αρκετό να σε εξαφανίσει στον πάτο του Αραβικού Κόλπου. Αλλά το βασίλειο δεν θα κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο με όρους Ρένας Βλαχοπούλου στο «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι», δηλαδή με χαζοχαρούμενη γενναιοδωρία ή επίδειξη πλούτου. Ο,τι κάνει το κάνει πια με στρατηγικό βάθος. 

Επομένως, η προστιθέμενη αξία του περάσματος του πρίγκιπα Σαλμάν από την Αθήνα υπερβαίνει τα φωτογραφικά ενσταντανέ με τον Κυριάκο ή τον Αδωνη. Το «στρατηγικό» στις συνομιλίες και στις όποιες συμφωνίες δεν αφορά τις κυβερνητικές επικύψεις και υποκλίσεις στον Σαουδάραβα διάδοχο, αλλά την υπόσχεση που έδωσε δημοσίως ότι στο εξής κάθε φορά που περνάει από τα μέρη μας «δεν θα έρχεται με άδεια χέρια». 

Και για ποιους θα προορίζεται το περιεχόμενο των «γεμάτων χεριών» του πρίγκιπα ή των ακολούθων του; Η ανθρωπογεωγραφία των πολυδιαφημισμένων 16 επιχειρηματικών συμφωνιών αποκαλύπτει ότι το βασίλειο των Σαούντ κάνει μπίζνες με αυτούς που ξέρει καλά. Δηλαδή, με δοκιμασμένους ήδη πελάτες και προμηθευτές. Είναι η δική του στρατηγική που φιλτράρει τις κοινοπραξίες και τις συμφωνίες, όχι το αντίστροφο. Ετσι, στις συμφωνίες ποζάρουν εφοπλιστές όπως ο Προκοπίου, που ήδη εξυπηρετεί με τα τάνκερ του την πραμάτεια της Aramco, και ένας-δυο ακόμη εφοπλιστές, ο Μελισσανίδης, με τις υπηρεσίες διαχείρισης αποβλήτων, ο Μυτιληναίος, με κατασκευαστικά και άλλα πρότζεκτ, οι Στασινόπουλοι, με τους σωλήνες και την υπόλοιπη χαλυβουργική πραμάτεια τους, ο Χατζημηνάς, με τα ευαίσθητα αμυντικά συστήματα, αλλά πάντα παρών και σε πιο σύνθετα εγχειρήματα ενεργειακής ασφάλειας, όπως η Αλεξανδρούπολη, η Aegean του Βασιλάκη, κ.ά. 

Καμιά έκπληξη, σωστά; Το πολύφερνο εγχώριο -αλλά κυρίως εξωχώριο- κεφάλαιο δεν έχει καμιά απολύτως «εθνική» ή «ευρωπαϊκή» στρατηγική. Κι αν καμιά φορά βγαίνει μπροστά με δημόσιες ιερεμιάδες για την αλλοπρόσαλλη ευρωπαϊκή πολιτική, για την έλλειψη «εθνικού οράματος και στρατηγικής», είναι μόνο γιατί βλέπει διαταραχές στην κερδοφορία και στις αποδόσεις των μετοχών του. Οταν τα κέρδη ανεβαίνουν, το βουλώνει, τα βρίσκει όλα καλώς καμωμένα. Το σαουδαραβικό βασίλειο δεν είναι μια καινούργια πιάτσα για το «φτωχό» ελληνικό επιχειρηματικό δουκάτο. Αλλά είναι ένα εξαιρετικό υποκατάστατο για τις μπίζνες που μπορεί να χαθούν από τις ρωσικές κυρώσεις και αντικυρώσεις. Οπως και ένα ενδιαφέρον μπάι πας των κυρώσεων, μια και η Σαουδική Αραβία ουδόλως και ουδέποτε έκοψε τους δεσμούς της με τη Ρωσία του Πούτιν και πάντα είναι ο θεμέλιος λίθος, η ιερή πέτρα Κάαμπα, η Μέκκα του παγκόσμιου πετρελαϊκού καρτέλ. Και, κυρίως, έχει χρήμα, άφθονο επενδυτικό χρήμα, που δεν μασάει από πληθωρισμό, χρήμα από τα έγκατα της γης και της θάλασσας, που διψάει να γίνει από μαύρο πράσινο, γαλάζιο, κόκκινο σαν το αίμα, φαιοπράσινο σαν τα κανόνια, γκρι σαν τις ατσάλινες γέφυρες ή κατάλευκο σαν τις βίλες και τα ξενοδοχεία της Μυκόνου. 

Κι εδώ σπεύδει, ψοφοδεής και πρόθυμος αρωγός, το ελληνικό επιχειρηματικό δουκάτο, μαθημένο να επιβιώνει σε κοινοπραξίες και προσκολλήσεις από το Κρεμλίνο ώς την Τζέντα, από το Πεκίνο ώς το Τέξας, από τον Παναμά μέχρι την Αρκτική. Ο ελληνικός καπιταλισμός έχει βολευτεί πια να είναι «κοινοπρακτικός», ο καπιταλισμός του φτωχού συγγενή που μπαίνει για λίγο στο παλάτι και στα ρούχα του βασιλιά, κι όλες του οι διεθνείς φιλοδοξίες, η περίφημη εξωστρέφειά του, εξαντλούνται στις αρπαχτές, στις διαμεσολαβήσεις, στις γερές προμήθειες και στις κερδοφόρες μεσιτείες. Για τις εγχώριες φιλοδοξίες του ελληνικού επιχειρηματικού δουκάτου ισχύουν τα γνωστά: είναι σε μόνιμη κοινοπραξία με το κράτος και τις τράπεζες. 



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Ο λόρδος Ντ’ Αρσι, ο αρχιθαλαμηπόλος της αίθουσας, ήταν εκεί, κανείς δεν ξέρει τι στο καλό έκανε, αλλά ήταν εκεί κι αυτό αρκούσε. Ο λόρδος επικεφαλής μπάτλερ ήταν εκεί και στάθηκε πίσω από την καρέκλα του Τομ, επιβλέποντας το τελετουργικό, υπό τις διαταγές του λόρδου Μεγάλου Οικονόμου και του λόρδου Αρχιμάγειρα, που στεκόταν κοντά. Ο Τομ είχε τριακόσιους ογδόντα τέσσερις υπηρέτες εκτός από αυτούς, αλλά δεν ήταν όλοι σε εκείνη την αίθουσα, ούτε το ένα τέταρτο απ’ αυτούς δεν ήταν παρόντες, και ο Τομ αγνοούσε ακόμη και την ύπαρξή τους. 

Μαρκ Τουέιν, «Ο πρίγκιπας και ο φτωχός»


Saturday, July 23, 2022

Βιώσιμη γεν(ε)οκτονία χρέους

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 23-24/7/2022


 Ενώ εγώ βρίσκομαι στην αποδρομή του εργασιακού βίου μου και, συνειδητά ή ασυνείδητα, μετρώ ένσημα, ασφαλιστική ιστορία και πλασματικά χρόνια, μπας και βρω πόρτα εξόδου στο συνταξιοδοτικό καθαρτήριο, η κόρη μου μόλις αρχίζει τη μεγάλη περιπλάνησή της στο αχαρτογράφητο, άγνωστης διάρκειας και αδιάφορο για ημερομηνία συνταξιοδοτικής λήξης εργασιακό τοπίο. Τα βασικά της εφόδια δεν είναι ένα πτυχίο, μια-δυο γλώσσες, ένα μεταπτυχιακό, ένα δεύτερο ίσως αργότερα, μερικές ψηφιακές δεξιότητες και η ευχέρεια περιπλάνησης στον εικονικό, γενναίο νέο κόσμο. Τα θεμελιώδη προσόντα της είναι πως αυτή, όπως όλα τα παιδιά της γενιάς της, ξεκινούν με τη -συμβολικά νομοθετημένη σε έναν άθλιο κατώτατο μισθό- βεβαιότητα ότι πρέπει να πορεύονται με τις ελάχιστες απαιτήσεις από την εργασιακή ζωή τους. Αλλά κι ότι ξεκινούν με προσδόκιμο ζωής αρκετά υψηλότερο από της δικής μας γενιάς. Κάθε νέα και νέος που μόλις μπαίνει στην αγορά εργασίας και στο ασφαλιστικό σύστημα έχει μπροστά του τουλάχιστον 40 χρόνια δουλειάς κι ένα προσδόκιμο ζωής που τείνει σταθερά προς τα 90 χρόνια. Αν δεν μεσολαβήσει ένας κανονικός παγκόσμιος πόλεμος ή μια πιο φονική πανδημία, η αμέσως επόμενη γενιά μπορεί με ασφάλεια να χτυπήσει ένα προσδόκιμο κοντά στα 100. 

Η μακρά βιωσιμότητα της κόρης μου, του γιου σας, των εγγονιών ή και των δισέγγονών σας, των ανιψιών ή των βαφτιστηριών σας, αν δεν έχετε δικούς σας βιολογικούς απογόνους (μια και υποθέτω ότι όσοι διατηρείτε το κουσούρι της ανάγνωσης εφημερίδων θα είστε μέσης και πάνω ηλικίας), είναι χρήσιμη για τους γόνους και απογόνους μας. Αλλά είναι ακόμη πιο χρήσιμη για το ασφαλιστικό σύστημα, το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος. Ενδεχομένως αυτός είναι και ο βασικός προορισμός της. Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με την αγωνία να τους εξασφαλίσουμε τη μέγιστη ποιότητα και διάρκεια ζωής. Αλλά τα μέσα που υποτίθεται ότι το εξασφαλίζουν αυτό -σωματικά και διανοητικά προσόντα, γνώσεις, επαγγελματικές δεξιότητες- δεν αφορούν την ίδια την απόλαυση της ζωής στην κάθε στιγμή της, αλλά την επιβίωσή τους σε ένα ακραία ανταγωνιστικό περιβάλλον και, τελικά, την παραγωγικότητά τους. 

Ενας περίπλοκος μηχανισμός που ξεκινά από το σπίτι, τη γονεϊκή στοργή, τα ακριβά αξεσουάρ εξυπηρέτησής της και φτάνει στα πανεπιστήμια, στα κέντρα κατάρτισης, στα βιοτεχνολογικά εργαστήρια και στα εικονικά εργοστάσια ανάπτυξης ψηφιακών εφαρμογών δουλεύει για να μεγιστοποιήσει την παραγωγικότητα, την αντοχή και τη διάρκεια ζωής των γόνων μας. Τα παιδιά και τα εγγόνια μας πρέπει να ζουν όλο και περισσότερα χρόνια γιατί πρέπει να ξεπληρώσουν τα δάνεια και τα χρέη μας. Δημόσια και ιδιωτικά. 

Η βιωσιμότητα ή αειφορία προβάλλεται ως ο μόνος όρος παραγωγικής επιβίωσης του είδους μας στην ανθρωπόκαινο εποχή. Οι πάντες διεκδικούν πιστοποιητικά βιωσιμότητας. Από τις πολυεθνικές του πετρελαίου μέχρι τα εργοστάσια παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Και από τις εταιρείες παραγωγής όπλων μέχρι τις βιομηχανίες μεταλλαγμένων τροφίμων. Ακόμη κι ένα F-35 ή μια βόμβα διασποράς, προορισμένα να σκοτώσουν εκατοντάδες, έχουν δικαίωμα σε μια πιστοποίηση SDG (Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης). Κι αν η αειφορία φαίνεται μονόδρομος στη σχέση του παραγωγικού μοντέλου με το περιβάλλον, τους φυσικούς πόρους και το κλίμα, στην περίπτωση του χρήματος και του χρέους γίνεται ένα ανθρωποκτόνο οξύμωρο. 

Μέχρι πριν από μια δεκαετία, μονεταριστές και νεοφιλελεύθεροι αντιμετώπιζαν το χρέος ως έγκλημα καθοσιώσεως, που τα κράτη, οι κοινωνίες, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις όφειλαν να μειώνουν. Οι κρατικές, εταιρικές και ατομικές χρεοκοπίες ήταν καταδίκη σε οικονομικό θάνατο ή σε πολύχρονη εξορία από τον θαυμαστό κόσμο των πιστωτών. Η νέα οικονομική συνθήκη του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού εγκαταλείπει την προτεσταντική εγκράτεια και υιοθετεί το λαϊκό «οι ωραίοι έχουν χρέη», ας είναι κι άσχημοι. Ωραίοι και άσχημοι, πλούσια και φτωχά έθνη μπορούν να μπαζώνουν όσο χρέος θέλουν, που έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να εξοφληθεί ποτέ, αρκεί να εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητά του. Για την ακρίβεια, αρκεί να υπάρχουν αρκετοί «ανθρώπινοι πόροι» που υπηρετούν αγόγγυστα και αενάως τη βιωσιμότητά του. Δηλαδή, παιδιά και εγγόνια με προσδόκιμο ζωής 90 και 100 ετών που θα εξοφλούν δόσεις δανεισμού μέχρι το 2070, αν μιλήσουμε για το ελληνικό χρέος των 357 δισ. ευρώ, για το ιταλικό χρέος των 2,7 τρισ. ευρώ ή για τα 12 τρισ. ευρώ χρέους της ευρωζώνης. 

Η Ελλάδα χρεοκόπησε ουσιαστικά το 2010 με 300 δισ. ευρώ αβίωτο χρέος, αλλά 12 χρόνια μετά, το πολύ υψηλότερο χρέος της βαφτίζεται μια χαρά βιώσιμο. Γιατί; Γιατί όλες οι χώρες, και οι καθαροί πιστωτές σαν την καθωσπρέπει Γερμανία, και οι καθαροί οφειλέτες σαν την κακόφημη Ελλάδα, από τη μια κρίση στην άλλη συσσώρευσαν νέους όγκους χρέους από το λεφτόδεντρο του μέλλοντος. Χρέους που κανείς δεν πιστεύει -ούτε αυτοί που το δανείζουν- πως θα εξοφληθεί ποτέ. Τα παλιά προσχήματα των καλών λογαριασμών έδωσαν τη θέση τους στην επινόηση της βιωσιμότητας. Η αειφορία του χρέους βασίζεται στη βεβαιότητα ότι τουλάχιστον δύο γενιές υγιών, ανθεκτικών και ευέλικτων ανθρώπων με υψηλά προσδόκιμα ζωής είναι στα σκαριά ή ήδη μοχθούν για να το τρέφουν. Από μια άποψη το δόγμα της βιωσιμότητας είναι μια καθαρή γεν(ε)οκτονία. Δυστυχώς, με τη δική μας συνενοχή ως γενιάς υπό απόσυρση, μπορεί να θεωρηθεί και παιδοκτονία. 

Καθώς γράφω αυτό το κείμενο είμαι στο σπίτι μου. Παράθυρα και μπαλκόνια ανοιχτά. Από τον πάνω όροφο ακούω τα μικρά παράφωνα ή μουσικά επιφωνήματα ενός μωρού που δεν έχει ακόμη χρονίσει και τελεί υπό τη φροντίδα του συνταξιούχου παππού του. Δεν το βλέπω, αλλά η εικόνα του μου είναι καθαρή. Το μωρό γαρδελίζει που λέμε - με χαρά, θυμό, θαυμασμό ή απορία. Και η ακατάληπτη λαλιά του μοιάζει να συνομιλεί με τα τζιτζίκια που απ’ τα απέναντι πεύκα τερετίζουν ακατάπαυστα, υμνώντας την λίγων εβδομάδων ζωή τους στο φως του καλοκαιριού, έπειτα από πολύχρονη αναμονή στο σκοτάδι της γης. Το προσδόκιμο του μωρού είναι 100 χρόνια, του τζίτζικα μόλις 2-3 μήνες. Αναρωτιέται κανείς αν από την καθημερινή συνομιλία τους μεταξύ μπαλκονιού και πεύκου θα προλάβει να μάθει κάτι το μωρό για το δικαίωμα στην τεμπελιά, πριν μπει στα υπερεντατικά μαθήματα παραγωγικότητας για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους για το οποίο δεν φέρει την παραμικρή ευθύνη. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Γεννήθηκα στην Κιβωτό

μαζί με τ’ άλλα ζώα

και τώρα εδώ σας τραγουδώ

δαιμόνια κι αθώα.


Γεννήθηκα και μου 'δωσαν

για προίκα μια μαγκούρα

να τη βαράω με δύναμη

στου νου μου την καμπούρα.


Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας

κι ο γιος μου τ’ ανταλλακτικό

θα 'ναι εντάξει μια ζωή στη δούλεψή σας

είναι από άριστο υλικό.


Γεννήθηκα με ένα γιατί

μες στην καρδιά κρυμμένο

ποιους μάγκες εξυπηρετώ

ποιοι μ’ έχουν κουρδισμένο.


Με φέρανε και μου 'πανε

ποτέ μιλιά μη βγάλω

πως είναι που γεννήθηκα

προνόμιο μεγάλο.


Γεννήθηκα στην Κιβωτό

εννιά και δεκατρία

την ώρα που οι πλανήτες μου

βαράγαν μα…


Μαρία με τα κίτρινα

με βάση τα δεδόμενα

εδώ ο πλανήτης χάνεται

κι εσύ το παίζεις γκόμενα

Ελένης Βιτάλη, «Κιβωτός» (άλμπουμ «Το απέναντι μπαλκόνι», 1989)


Saturday, July 9, 2022

Χάος. Και δεν φταίει καμιά πεταλούδα γι’ αυτό

Η Εφημερίδα των Συντακτών 9-10/7/2022


Κάθεται αποκαμωμένη πάνω στη βαλίτσα της, ρίχνοντας συχνά το βλέμμα στα παιδιά που κάθε τόσο απομακρύνονται από την ουρά της αναμονής. Το μόνιτορ δείχνει προς το παρόν καθυστέρηση μιας ώρας. Δεν είναι και προς θάνατο για ένα ταξίδι στην Κρήτη, σχεδιασμένο με τόση προσμονή και γενναιόδωρα χρηματοδοτημένο από την οικογενειακή αποταμίευση, έπειτα από δύο χρόνια χωρίς διακοπές, λόγω πανδημίας και λοκντάουν. «Πρόσεχε τη μικρή, κράτα τη από το χέρι», λέει η Ούρσουλα στον 11χρονο γιο της Πέτερ, καθώς για πολλοστή φορά φεύγει από την ουρά με την 8χρονη Σόφι προς τα καταστήματα του αεροδρομίου. Στο μόνιτορ, εν τω μεταξύ, το κοντέρ της καθυστέρησης ανεβαίνει στη 1.30 ώρα, ακόμη και η γερμανική υπομονή της Ούρσουλα θεωρεί απαράδεκτη συνολική αναμονή 5 ωρών για μια πτήση Μόναχο-Ηράκλειο το πολύ τριών ωρών. 

Ισως τελικά δεν ήταν κακή η ιδέα της αδελφής της για ένα πιο χαλαρό οδικό ταξίδι με αυτοκίνητο στη δυτική Ελλάδα, «έχει καταπληκτικές θάλασσες κι εκεί, κι αν θέλουμε περνάμε Κέρκυρα ή Ζάκυνθο», της είχε προτείνει η Μάγκντα, που κι αυτή είναι κολλημένη με το παιδί έξω από το Αμστερνταμ, «υπάρχει αγροτικό μπλόκο πάλι, πάμε σημειωτόν, δεν ξέρω καν αν θα προλάβουμε την πτήση», της είπε πριν από μισή ώρα στο τηλέφωνο. Ναι, δεν ήταν κακή ιδέα το ταξίδι με το αυτοκίνητο, αλλά μιλάμε για 2.500 χιλιόμετρα, σκέφτεται η Ούρσουλα, κι αν στα νιάτα τους το κάνανε για πλάκα, τώρα με τρία ανήλικα στο αυτοκίνητο δύο μέρες μάλλον δεν θα την παλεύανε. Κι έπειτα, με τη βενζίνη στα ύψη και τουλάχιστον μία διανυκτέρευση ενδιάμεσα, το κόστος μπορεί να έβγαινε παραπάνω. Στο τέλος, για δύο βδομάδες διακοπές θα τρώγανε τις πέντε μέρες στον δρόμο… Οχι, καλύτερα λίγες ώρες αναμονή. 

Οταν φτάνει η ώρα του τσεκ ιν, με τα νεύρα της τεντωμένα ύστερα από τρεις ώρες αναμονής, η Ούρσουλα θα ήθελε πολύ να ξεσπάσει στην υπάλληλο. Αλλά η έντασή της εξαφανίζεται στη θέα ενός προσώπου ταλαιπωρημένου από τη δουλειά, με το κάποια στιγμή επιμελημένο μακιγιάζ χαραγμένο από γραμμές ιδρώτα και συσπάσεις κόπωσης. Ενα κύμα αμοιβαίας κατανόησης γεννιέται στα λίγα δευτερόλεπτα που διασταυρώνονται τα βλέμματα ταξιδιώτη και υπαλλήλου, αλλά τα υπερκινητικά παιδιά και η νεύρωση του ταξιδιού δεν επιτρέπουν στην Ούρσουλα να το επεξεργαστεί περισσότερο. 

Ούτε σ’ αυτήν, ούτε στα εκατομμύρια Ευρωπαίους που ταλαιπωρούνται στα αεροδρόμια μένουν χρόνος και χώρος να βάλουν σε μια τάξη την ακολουθία γεγονότων, πράξεων και αποφάσεων που καταλήγουν στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο χάος: Γιατί οι αεροπορικές εταιρείες που διασώθηκαν με χρήματα των φορολογουμένων απέλυσαν προσωπικό; Γιατί οι πιλότοι, οι αεροσυνοδοί, οι υπάλληλοι επίγειας εξυπηρέτησης έχουν φτάσει σε όρια εξάντλησης; Γιατί μένουν τόσες χιλιάδες θέσεις εργασίας κενές; Γιατί οι εργαζόμενοι απεργούν; Γιατί τα τέλεια αυτοματοποιημένα και ψηφιακά προγραμματισμένα συστήματα εναέριας κυκλοφορίας καταρρέουν; Γιατί μια βαλίτσα με προορισμό τη Ρόδο βρίσκεται στο Λονδίνο κι ένας ταξιδιώτης από Βρυξέλλες για Κύπρο περνάει 10 ώρες τράνζιτ στη Βαρσοβία; Γιατί μια τεράστια τρύπα στον εναέριο χώρο στην καρδιά της Ευρώπης, στην Ουκρανία, έχει μετατρέψει τους αεροδιαδρόμους σε τρενάκια του τρόμου; Ποια μύγα τσίμπησε τους Ολλανδούς αγρότες και κτηνοτρόφους, με τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων 100 δισ. ευρώ τον χρόνο, και φράζουν τα σύνορα με λόφους από σκατά αγελάδων; Γιατί οι Ιταλοί ταξιτζήδες τα πήραν στο κρανίο με την απελευθέρωση των αδειών που επέβαλε η Ε.Ε.; Γιατί οι κυβερνήσεις αφήνουν ανεξέλεγκτα τα χρηματιστήρια εμπορευμάτων να ανεβάζουν στη στρατόσφαιρα τις τιμές του αερίου, του πετρελαίου, του σταριού, του καφέ; Γιατί η Ε.Ε. παρακολουθεί σαν χάνος την κερδοσκοπία στο φυσικό αέριο; Γιατί οι καταναλωτές πρέπει να πληρώσουν με ακριβότερο ρεύμα και με δελτίο στην κατανάλωση τις κυρώσεις στη Ρωσία και τις προμήθειες αμερικανικού υγροποιημένου αερίου; Γιατί οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να ακριβύνουν το χρήμα για να πέσει ο πληθωρισμός; Γιατί κάθε εβδομάδα τα πάντα είναι ακριβότερα στα σούπερ μάρκετ; Γιατί τα επιχειρηματικά κέρδη αυξάνονται, ενώ η παραγωγή φρακάρει από ελλείψεις και υψηλά κόστη πρώτων υλών και μεταφοράς; Γιατί ενώ οι εφοπλιστές παραγγέλνουν κατά εκατοντάδες νέα πλοία, τα φορτία από την Ασία όλο και ακριβαίνουν και όλο και περισσότερο καθυστερούν; Γιατί ενώ η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων μένει ίδια, ολόκληρες περιοχές του πλανήτη απειλούνται με πείνα; Γιατί η μετάβασή μας στον πράσινο, καθαρό κόσμο του μέλλοντος περνάει μέσα από δισεκατομμύρια τόνους μαζούτ; Γιατί ενώ έρχονται τα καθαρά ηλεκτρικά αυτοκίνητα, η βενζίνη και το ντίζελ γίνονται πανάκριβα; Γιατί ο γενναίος, νέος ψηφιακός και άυλος κόσμος εξαρτάται τόσο πολύ από υλικά, ταπεινά και βρόμικα πράγματα όπως η κοπριά ή το μεθάνιο; 

Χάος. Αυτή είναι η μόνη περιεκτική λέξη που μπορεί να περιγράψει αυτό που συνδέει την ολιγόωρη ταλαιπωρία της Ούρσουλα πριν από την ανέμελη απόδρασή της στην Κρήτη με τη λιμοκτονία των παιδιών της Λάιλα, κάπου στην ανατολική ή στην υποσαχάρια Αφρική. 

Στον Ησίοδο το Χάος, μαζί με τη Γαία και τον Ερωτα, ήταν η πρωταρχική τριάδα της οντολογίας, πράγμα που υπονοεί ότι έχει και κάτι δημιουργικό. Το χάος, πάλι, στα μαθηματικά κι από εκεί στη φυσική ή στην οικονομία εξηγεί τις κρίσεις και τις διαταραχές κάθε συστήματος ως μια διαδοχή μη γραμμικών γεγονότων. Οπως, κατά το γνωστό ακαδημαϊκό κλισέ, το πέταγμα μιας πεταλούδας στον Αμαζόνιο που μπορεί να προκαλέσει έναν σεισμό στην Κίνα. Αλλά στην περίπτωσή μας το χάος είναι το ίδιο το σύστημα. Δεν υπάρχει ίχνος τυχαίου και σύμπτωσης στο γεγονός ότι μια δράκα ολιγοκρατών, που με τις άκρες των δακτύλων τους χαϊδεύουν κουμπιά εκτόξευσης πυρηνικών όπλων, αποφάσισαν να ξαναχτίσουν τείχη και σφαίρες επιρροής. Και κανένα πέταγμα πεταλούδας ή ιπτάμενου ελέφαντα δεν επηρεάζει την εξοπλιστική υστερία της ευρωπαϊκής ηγεσίας, που οι Αμερικανοί υποβολείς της την κρατούν μακριά από κάθε προσπάθεια διπλωματικής συνεννόησης με την απασφαλισμένη ρωσική ηγεσία. Το χάος είναι αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων και επιλογών που παραδίδουν τις κοινωνίες και τις οικονομίες στην αδηφαγία των αγορών και των κερδοσκόπων. Για να παραφράσουμε τη Θάτσερ και το νεοφιλελεύθερο αξίωμά της («δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα»): δεν υπάρχει «σύστημα», υπάρχουν κυβερνήσεις, πολιτικές ηγεσίες, κεντρικές τράπεζες, επιχειρηματικά καρτέλ, κερδοσκοπικά κεφάλαια, πολυεθνικοί όμιλοι, ολιγαρχίες, ιθύνουσες τάξεις, δεξαμενές σκέψης και απερισκεψίας που με τις πράξεις, τις παραλείψεις και τις ολέθριες στρατηγικές τους μας ρίχνουν σε ακόμη μια χαοτική κρίση. Το χάος είναι αυτοί. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Στ᾽ αλήθεια πρώτα‒πρώτα το Χάος έγινε. Κι ύστερα

η πλατύστερνη η Γη, η σταθερή πάντοτε έδρα όλων των αθανάτων

που την κορφή κατέχουνε του χιονισμένου Ολύμπου,

και τα ζοφώδη Τάρταρα στο μυχό της γης με τους πλατιούς τους δρόμους.

Αλλά κι ο Ερωτας που ο πιο ωραίος είναι ανάμεσα στους αθάνατους θεούς,

αυτός που παραλύει τα μέλη και όλων των θεών κι ανθρώπων την καρδιά

δαμάζει μες στα στήθη και τη συνετή τους θέληση.

Κι από το Χάος έγινε το Ερεβος κι η μαύρη Νύχτα.

Ησίοδου, «Θεογονία» (μετάφραση Σταύρου Γκιργκένη)


Saturday, July 2, 2022

Στη σωστή πλευρά του φράχτη

 Εφημερίδα των Συντακτών, 2-3/7/2022


Οσοι έχουμε παιδιά που κάποτε ήταν παιδιά, νήπια, βρέφη προφανώς και δεν αποφύγαμε να τα υποβάλουμε στην παιδαγωγική της αιχμαλωσίας, της φυλακής, της σκλαβιάς, με μια επίσκεψη στο Αττικό Πάρκο, τον μοναδικό μεγάλο ζωολογικό κήπο με άγρια ζώα που διαθέτουμε πλέον ως χώρα. Κάθε πολιτισμένη χώρα και μητρόπολη που σέβεται τον εαυτό της έχει μια τέτοια φυλακή πολυτελείας για τα άγρια ή ημιάγρια ζώα. Και όσο πιο βαρύ αποικιοκρατικό και ιμπεριαλιστικό παρελθόν έχει τόσο πιο μεγάλα ζωολογικά πάρκα διαθέτει. Και η πολυτέλεια των τεχνητών ενδιαιτημάτων που παρέχει κάθε πολιτισμένη χώρα στα ζώα είναι ευθέως ανάλογη της σκληρότητας και της βαρβαρότητας με την οποία έχει εκμεταλλευτεί ή εξοντώσει κοινωνίες στην Αφρική, την Ασία, την Αμερική ή την Ωκεανία, από τις οποίες έχουν αρπαγεί τα εξωτικά αντικείμενα της φυσιοδιφικής μας περιέργειας. 

Ο Μπαζού- αν πράγματι λεγόταν έτσι-, ο 27χρονος χιμπατζής του Αττικού Πάρκου που πυροβολήθηκε για λόγους ασφαλείας όταν πήδηξε το συρματόπλεγμα της πολυτελούς φυλακής του είναι μια συνεκδοχή της ληστρικής σχέσης που ανέπτυξε στο πέρασμα χιλιετιών το είδος μας με όλα τα υπόλοιπα. Το ότι ο γνωστός δικηγόρος, που πηδάει με ζωώδη ορμή τα κάγκελα των γηπέδων, του ανθρωπισμού και της νοημοσύνης μας, ανέλαβε αυτοβούλως την εκπροσώπηση της φιλοζωίας ή ζωοφιλίας μας και τη μετά θάνατον δικαίωση του χιμπατζή είναι μια αδιάφορη υποσημείωση για την κρούστα υποκρισίας που καλύπτει αυτή τη ληστρική σχέση μας με τη φύση, άγρια ή μη.

 Ποιο είναι άραγε το μεγαλύτερο έγκλημα; Το ότι ο Μπαζού πυροβολήθηκε για να αποτραπεί μια φυσιολογική επίθεσή του στον άνθρωπο- δεσμοφύλακά του; Ή το ότι βρέθηκε αιχμάλωτος πίσω από τον ηλεκτροφόρο φράχτη για να γίνει αντικείμενο ψυχαγωγίας μας (η ψυχαγωγία της φυλακής!); Αν το καλοσκεφτείτε, είναι ένα δίλημμα σε απόλυτη αναλογία με αυτό που βάζει ο Μπρεχτ στο στόμα του Μακίθ, στην «Οπερα της πεντάρας»: «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας; Και τι είναι η δολοφονία ενός ανθρώπου μπροστά στην πρόσληψή του;». Κάντε τώρα τη διασκευή – αναγωγή: «Τι είναι το λαθρεμπόριο άγριων ζώων μπροστά στην ίδρυση ενός ζωολογικού πάρκου; Και τι είναι ο πυροβολισμός ενός χιμπατζή μπροστά στη μετατροπή του σε θέαμα έναντι εισιτηρίου;»

Το θέμα είναι, βεβαίως, να βρίσκεσαι πάντα στη σωστή πλευρά του φράχτη. Που κατά κάποιον τρόπο είναι και η σωστή πλευρά της ιστορίας. Και η σωστή πλευρά του φράχτη ή της ιστορίας -ας μην κοροϊδευόμαστε- είναι η πλευρά των νικητών. Ή των δεσμοφυλάκων, στην περίπτωση των ζωολογικών πάρκων. Οταν παίρνουμε από το χέρι το ανυποψίαστο παιδί μας για μια επίσκεψη στο πάρκο άγριων ζώων ή ακόμη κι όταν του δωρίζουμε ένα απόλυτα φιλικό κι ακίνδυνο κατοικίδιο πρόθυμο για χάδια, για μαλώματα αλλά και για απαγορεύσεις, ηθελημένα ή αθέλητα το μυούμε στην κουλτούρα της αιχμαλωσίας και της ανελευθερίας. Αυτή η αθώα ξενάγηση γνωριμίας με τη φύση είναι ταυτόχρονα μια εξοικείωση με το α-φύσικο. 

Οσοι δεν είναι αρκετά πλούσιοι να χρηματοδοτήσουν ένα τουριστικό σαφάρι ασφαλούς παρατήρησης λιονταριών στα καλά προστατευμένα, αχανή πάρκα άγριας φύσης στην αφρικανική σαβάνα έχουν αυτή μόνο την εναλλακτική: λιοντάρι στο κλουβί. Τα κάγκελα, τα συρματοπλέγματα, οι φράχτες και οι βαθιές τάφροι που μας χωρίζουν από τους αιχμαλώτους- κρατουμένους μας -λιοντάρια, γαζέλες, ελέφαντες, πύθωνες, χιμπατζήδες, γορίλες- είναι η πρωταρχική γνώση και αξία που ενσταλάζουμε στα παιδιά εξ απαλών ονύχων. Το υπόρρητο μήνυμα είναι ότι η δική τους ελευθερία και ασφάλεια προϋποθέτει την σκλαβιά και τα δεσμά κάποιων άλλων. Αρκεί να βρίσκονται στη σωστή πλευρά του φράχτη. 

Φυσικά και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, δεν είμαι τόσο αφελής. Αν ως είδος και ως κοινωνικά συστήματα είχαμε επιλέξει τη συμφιλίωση με την άγρια φύση, με επίγνωση και σεβασμό των ορίων, των κινδύνων και των αποστάσεων -κατά το «μακριά κι αγαπημένοι»-, θα είχαμε μείνει στο επίπεδο των νεολιθικών κοινοτήτων του Αμαζονίου. Των λιγοστών πια που έχουν επιλέξει να μείνουν στη σωστή πλευρά της προϊστορίας και όχι της ιστορίας. Η οποία δεν έχει μεν φράχτες, σύνορα και φυλακές, έχει μόνο μιαν ελεύθερη αλλά και επικίνδυνη σχέση με τη φύση. Αλλά δεν έχει και Μουσείο Πράδο να εντυπωσιάζει ακόμη και έναν Κυριάκο, δεν έχει κινητά τηλέφωνα, ψηφιακές πλατφόρμες, πιστωτικό χρήμα, πλυντήρια πιάτων. Δεν έχει εμβόλια, εκπαιδευτικά συστήματα, οικονομικούς κύκλους και ενεργειακές κρίσεις. Δεν έχει κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμούς, ΟΗΕ, Ε.Ε., ΝΑΤΟ. Ενδεχομένως δεν έχει και πανδημίες-επιδημίες, τουλάχιστον όχι αυτές που προκαλούνται, όταν ο αδηφάγος ανθρώπινος πολιτισμός παραβιάζει και τους τελευταίους φράχτες που τον χωρίζουν από την άγρια φύση, αυτούς που ορθώνονται τις τελευταίες δεκαετίες από την καθυστερημένη ανακάλυψη της κλιματικής αλλαγής, της αειφορίας και της αυτό-καταστροφικής ανθρωποκαίνου εποχής. 

Στην ευφυή, αν και εγκεφαλική κινηματογραφική σάτιρα του Σουηδού Ρούμπεν Εστλουντ, «Το Τετράγωνο», ένα παιχνίδι για τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και την πραγματικότητα, η φιλότεχνη, πολιτικά ορθή και ανθεκτική στις προκλητικές καινοτομίες των καλλιτεχνών αριστοκρατία, μεταξύ σαμπάνιας και αστακών, καλείται να παρακολουθήσει την περφόρμανς ενός καλλιτέχνη που μιμείται ένα χιμπατζή ή γορίλα. Ο ηθοποιός, με μια ημιόρθια στάση σώματος που θυμίζει την άγρια προϊστορία του είδους μας, τριγυρίζει ανάμεσα στα τραπέζια των φιλότεχνων συνδαιτυμόνων. Βγάζει άναρθρες κραυγές, πειράζει τα πιάτα, τα πιρούνια, το φαγητό τους, τα κεφάλια τους. Και όσο βλέπει τη δεκτικότητα των φιλότεχνων, γίνεται πιο τολμηρός, πιο επιθετικός. Μέχρι που στο τέλος σέρνει από τα μαλλιά και σχεδόν βιάζει μια έντρομη γυναίκα και τότε η κρούστα της φιλότεχνης υποκρισίας σπάει, «η περφόρμανς» ξεπέρασε τα όρια -αλλά ποιος ορίζει τα όρια;- και τη λύση τη δίνουν οι σεκιουριτάδες και η αστυνομία, που διακόπτουν βίαια τον τόσο μπασμένο στο πετσί του ρόλου του γορίλα ηθοποιό. Δεν το δείχνει η ταινία, αλλά υποθέτουμε ότι για τον υπερβάλλοντα ζήλο του στην απόδοση των ζωωδών ενστίκτων -δηλαδή της ίδιας της φύσης- του γορίλα, ο παθιασμένος περφόρμερ θα κατέληξε στη σωστή πλευρά του φράχτη. Στη φυλακή. 

Ετσι την πάτησε και ο Μπαζού. Αποσπασμένος βίαια από το φυσικό του ενδιαίτημα, όφειλε να υποδύεται τον ρόλο του χορτασμένου εγκλείστου, του αδιάφορου για τα ανθρώπινα βλέμματα περφόρμερ του ζωολογικού πάρκου. Επρεπε να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι βρίσκεται στη σωστή πλευρά του φράχτη. Πώς να καταπνίξεις όμως την περιέργεια -κι ας σκοτώνει ενίοτε- για το τι βρίσκεται στην άλλη πλευρά του φράχτη; Η ίδια περιέργεια, άλλωστε, δεν ήταν που απέσπασε εμάς, το είδος μας, από την κατάσταση του μακρινού μας συγγενή; 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Αυτοί είναι πιο όμορφοι από μένα. Οι ρινόκεροι είναι πιο όμορφοι! Είχα άδικο λοιπόν! Ω, πόσο ήθελα να ήμουν σαν αυτούς! Κοίτα χάλια! Κέρατα, ούτε για δείγμα! Τι άσχημο που είναι ένα γυμνό αστόλιστο μέτωπο. Χωρίς κέρατα. Ενα-δυο κερατάκια θα μου πήγαιναν πάρα πολύ! Θα τόνιζαν τα χαρακτηριστικά μου που έχουν μια τάση να κρεμάνε προς τα κάτω. Αλλά ποιος ξέρει, δεν αποκλείεται μια μέρα να μου φυτρώσουνε κέρατα. Τότε θα σταματήσω να ντρέπομαι. Θα μπορούσα να πάω κοντά τους με στολισμένο μέτωπο. 

Ευγένιου Ιονέσκο, «Ο ρινόκερος»