Sunday, January 18, 2026

Μικρές, καθημερινές συναντήσεις με το κράτος

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 17-18/1/2026

Ποτέ δεν ξέρεις πότε και πού θα συναντηθείς με το κράτος... 


Ευτυχώς ο σφοδρός χιονιάς που η μετεωρολογική τρομοκρατία μάς έφερε ως θανατηφόρα χιονοστιβάδα στα μπαλκόνια μας δεν έκανε κάτι παραπάνω από να κινήσει την αγορά καυσόξυλων και πετρελαίου θέρμανσης. Οι δροσερές λιακάδες, σχεδόν Αλκυονίδες, δεν επέτρεψαν σε ανυποψίαστους πολίτες να αναφωνήσουν το κλασικό θυμωμένο κλισέ: «Πού είναι το κράτος;» Στο οποίο το τραγούδι «Madam, madam...» των Μουζουράκη - Αμπαζή απαντά ρητά «Δεν υπάρχει κράτος, μαντάμ!». 

Διαφωνώ πλήρως με την αφοριστική προσέγγιση, αντιθέτως πιστεύω ότι το κράτος υπάρχει παντού, καθημερινά, στον ύπνο και στον ξύπνιο μας, στη δουλειά και στη σκόλη μας. Υπάρχει διά της φυσικής παρουσίας του, αλλά και διά της αφύσικης απουσίας του απ' όλα τα πεδία που παραχώρησε σε ιδιώτες, απ' όλα τα δημόσια αγαθά που μετέτρεψε σε εμπόρευμα, απ' όλες τις υπηρεσίες που κάποτε ήταν δουλειά του κράτους και τώρα είναι μπίζνα του ιδιωτικού παρα-κράτους. Γιατί κράτος δεν είναι κι αυτοί που κατέχουν τους αυτοκινητόδρομους, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, ακόμη και τις βουνοκορφές μας; 

Το κράτος είναι παντού, ενίοτε σε υπερβολικές έως θανατηφόρες δόσεις, φυτρώνει σε κάποιες με άπειρες μορφές του εκεί που δεν το σπέρνεις, άλλοτε είναι χρήσιμο κι αποτελεσματικό, συνήθως όχι εκεί που εμείς, αλλά εκεί που αυτό, ως υπερφυσικός Λεβιάθαν, θέλει και πάμπολλες φορές αποτυγχάνει, ιδιαίτερα όταν οι πολιτικοί διαχειριστές του το δηλητηριάζουν με μεγάλες ποσότητες «επιτελικότητας», δίνουν στους φίλους τους τα «φιλέτα», τις εύκολες και κερδοφόρες δουλίτσες και κρατάνε για τον ταλαίπωρο στρατό των δημοσίων υπαλλήλων τον κατιμά, τη βρομοδουλειά της χάρτινης ή ψηφιακής γραφειοκρατίας. 

Το κράτος υπάρχει και προς επίρρωση της βεβαιότητάς μου θα σας αφηγηθώ πέντε-έξι μικρές, καθημερινές, προγραμματισμένες ή απρόσμενες συναντήσεις με το κράτος που συνέβησαν σε μία και μόνη μέρα. Εντάξει, δεν θα είναι και η "Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» (Σολτζενίτσιν), ούτε η 16/6/1904 του Λεοπόλδου Μπλουμ («Οδυσσέας» του Τζόις). Θα είναι κάτι απείρως ταπεινότερο. Μπορεί να θυμίσει μια δική σας μέρα με μερικές αναπάντεχες συναντήσεις με το κράτος. 

Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο, μπορεί να φανεί και από τα πρώτα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. Αν για παράδειγμα φεύγεις από τη δουλειά νύχτα με το αυτοκίνητό σου έχοντας κατεβάσει δυο τσιπουράκια για να πάνε τα φαρμάκια -ή τα πατατάκια- κάτω κι ακολουθώντας ένα δρομολόγιο που θεωρείς ασφαλές από αστυνομικά μπλόκα, καθώς το κράτος προτιμά τους κεντρικούς και φωτισμένους δρόμους, πέφτεις σε μια αποκλεισμένη μακρά οδό που διαπερνά τρεις δήμους (Αθήνα, Καισαριανή, Βύρωνα). Μεγάλα κατασκευαστικά οχήματα με νυχτερινά φώτα βρυχώνται πάνω από μια τρύπα. Και ιδού η πρώτη μεταμεσονύχτια συνάντησή μου με το κράτος με τη μορφή κρατήρα που άνοιξε στο οδόστρωμα, αποκαλύπτοντας ένα υπέδαφος σαθρό από τα περάσματα του μετροπόντικα κι όλης της  εργολαβικής αποικίας αρουραίων που διασχίζουν την αθηναϊκή γη κάτω από τα πόδια μας. 

Δεν βαριέσαι, συμβαίνουν αυτά, «η ταλαιπωρία είναι προσωρινή, τα έργα μόνιμα», αλλαγή δρομολογίου, αναγκαστικά μέσω Παγκρατίου όπου μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά έχω τη δεύτερη αποκαλυπτική συνάντησή μου με το κράτος. Αυτή τη φορά με τη μορφή αυτού που ήθελα πάση θυσία να αποφύγω, του μπλόκου για αλκοτέστ. Θηριώδης η ανάπτυξή του, προηγείται επιτροπή υποδοχής με μηχανήματα που κάνουν την πρώτη διαλογή, οι μισοί διώχνονται, οι άλλοι μισοί με ένδειξη προχωρούν στο δεύτερο κλιμάκιο ελέγχου, πιο σοβαρά τα πράγματα εδώ, «φυσήξτε δυνατά και παρατεταμένα στο σωληνάκι μιας χρήσης», το μηχάνημα λέει ότι είμαι πάνω από το όριο, ευγενής αλλά αποφασιστική η επικεφαλής αστυνομικός, «θα περιμένετε 15 λεπτά για τη δεύτερη μέτρηση», αγενείς και κάπως ειρωνικοί οι νεότεροι, παίρνουν το κλειδί του αυτοκινήτου και το δίπλωμα, περιμένω το 15λεπτο, δεν με σώζει ένα μπουκαλάκι νερό, και το δεύτερο φύσημα πάνω από το όριο. Δεν έχω να πω κάτι, δίκιο έχουν, διαμαρτύρομαι μόνο για τα περιφερειακά, το αυτοκίνητο θα το πάρει ο γερανός, «τι θα κάνω με τόσα πράγματα;», «πάρε ταξί, να το σκεφτόσουνα πριν πιεις» λέει το όργανο, «λίγος σεβασμός, το ότι είμαι παραβάτης δεν σου δίνει το δικαίωμα να μιλάς έτσι» λέω, τι βρήκα τώρα να πω κι εγώ. 

Ηρθε το... οικογενειακό ιππικό, η κόρη, να μαζέψει τον άσωτο πατέρα. Βλέπουμε το αυτοκίνητο να το μαζεύει ο γερανός, ο οδηγός μάς ενημερώνει για τα πρακτικά, «91 ευρώ το σήκωμα και 13 ευρώ κάθε μέρα φύλαξης», «έχετε καιρό σύμβαση με την αστυνομία;» ρωτάω, «ουουου, πολλά χρόνια» απαντά, κι αυτή είναι η τρίτη κατά σειρά συνάντησή μου με το κράτος στην εκδοχή ανάθεσης όχι μόνο σε μεγάλα, αλλά και σε μικρά ψάρια. Το κράτος, ακόμη και στις δίκαιες εκδοχές του όπως το κυνήγι της επικίνδυνης οδήγησης, παραμένει ένα οικοσύστημα συμβιωτισμού ή παρασιτισμού για μια μεγάλη ποικιλία πλασμάτων της αγοράς 

 Δεν θυμάμαι αν μεσολάβησαν ονειρικές συναντήσεις με το κράτος στη διάρκεια του σύντομου κι ανήσυχου ύπνου μου, το πρωί όμως, όταν ξεκίνησα τη γραφειοκρατία ανασύνταξης εν όψει της 30ήμερης στέρησης διπλώματος, παραλαβής του αυτοκινήτου από τη μάντρα με συνοδεία άλλου οδηγού και καταβολής μιας πρώτης δόσης της δίκαιης λυπητερής, έπεσα πάνω σε μια ειδοποίηση των ΕΛΤΑ για συστημένο. 

Η συνάντηση με το κράτος στην εκδοχή των δημόσιων συγκοινωνιών δεν ήταν κακή, αρκεί να έχεις χρόνο και υπομονή, αλλά η εκδοχή του δημόσιου ταχυδρομείου, σε ένα κατάστημα που γλίτωσε το λουκέτο, είχε κάτι θλιβερό: λίγοι πελάτες, μικρή αναμονή, σημάδι πως η μεθοδευμένη συρρίκνωση επιδρά, μια κυρία της καθαριότητας περνά νωχελικά τις γυάλινες επιφάνειες από δαχτυλιές με ένα μπλε υγρό κι ένα χαρτομάντιλο.

Παίρνω την επιστολή. Είναι από τον ΕΦΚΑ. Διότι ένας παραβάτης του ΚΟΚ στην έβδομη δεκαετία της ζωής του προφανώς έχει εκκρεμότητες με το ασφαλιστικό σύστημα - αλλά και με την αμεριμνησία της εργασιακής νιότης του, όταν το θρυλικό παράπονο του Ξανθόπουλου «Μάνα, δεν μου κολλάν τα ένσημα» ακουγόταν ως ανέκδοτο. Να όμως που μπορεί να εξελιχθεί σε βάσανο. Στη δι' αλληλογραφίας συνάντησή μου με το κράτος-ΕΦΚΑ διάβαζα, έστω και με καθυστέρηση ενάμιση χρόνου από σχετικό αίτημά μου, ότι τα ένσημα που μπορεί να μου κολλάγανε, αλλά εγώ έχασα, δεν υπάρχουν, όπως «δεν υπάρχετε ούτε σεις ούτε ο εργοδότης στο ταμείο ασφάλισης εκδοροσφαγέων -παράδειγμα, δεν ξέρω αν καν υπήρξε τέτοιο-, ήσασταν στα μητρώα του πριν καταργηθεί. "Μα εγώ δεν ζήτησα αυτό, δεν ανήκω στη συμπαθή τάξη των εκδοροσφαγέων..."». Η έσχατη εκκρεμότητά μου με το κράτος μένει επ' αόριστον ανοιχτή μέχρι την επόμενη συνάντηση. Ελπίζει κανείς με τη μορφή της σύνταξης. 

Στις διαδρομές μου μεταξύ σπιτιού, ΕΛΤΑ, Τροχαίας, καταστήματος ΕΦΚΑ, είχα και δύο αναπάντεχες συναντήσεις με το κράτος στην πιο συχνή εκδοχή του, αυτή της αστυνομίας, τουλάχιστον στην Αθήνα. Δύο φορές σε διάστημα μιάμισης ώρας στις εξόδους σταθμών του μετρό με σταμάτησαν ένστολοι για εξακρίβωση στοιχείων - και μένα κι άλλο κόσμο. «Ταυτότητα». Τη δίνω. Μιλάει τηλεφωνικά σε συνάδελφό του που προφανώς έχει μπροστά του κάποια βάση δεδομένων. «Ημεδαπός, όνομα, επώνυμο, αριθμός Χ... ΟΚ, ευχαριστώ συνάδελφε». Μου δίνει την ταυτότητα, «μπορείτε να πηγαίνετε, ευχαριστώ». «Τι είναι αυτό;» ρωτάω από περιέργεια. «Ελεγχοι για φυγόδικους ή φυγόποινους» απαντάει το όργανο. «Πιάνει κι αυτό;» λέω περιπαικτικά δείχνοντας τη ροζ κλήση για το αλκοτέστ. Ευτυχώς έχει χιούμορ. Απλώς χαμογελάει. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

«Το κράτος είστε εσείς». 

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ομιλία σε άντρες των ΜΑΤ το 1992



Sunday, January 11, 2026

Η Μ. Καρυστιανού και η αγορά παρρησίας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 10-11/1/2026

Πνύκα. Ποιος θέλει να ανέβει στο βήμα της; 


Η λέξη παρρησία, παρ’ ότι ο Φουκό έκανε φιλότιμη προσπάθεια να αποκαταστήσει τη βαρύτητα και τις μεταλλάξεις της στο πέρασμα των αιώνων, υπήρξε συστατικό στοιχείο της αθηναϊκής δημοκρατίας, θεωρητικά του αρτιότερου συστήματος αμεσοδημοκρατικής διακυβέρνησης, έστω κι αν αυτή αφορούσε τη δουλοκτητική ελίτ. Παν + ρήσις. Τα λέω όλα, μιλάω για τα πάντα, έχω γνώμη για όλα, λέω τη γνώμη μου ανοιχτά και με θάρρος. Η παρρησία ήταν απαιτητό στοιχείο ήθους για τους πολίτες της Αθήνας, οι περισσότεροι από τους οποίους όλο και από κάποιο θεσμικό όργανο της δημοκρατίας θα πέρναγαν υποχρεωτικά -η πολιτική λούφα απαγορευόταν ή αποδοκιμαζόταν-, είτε ήταν βοσκοί, αλλαντοπώλες, μανάβηδες, είτε φιλόσοφοι, έμποροι, πλοιοκτήτες. 

Εντάξει, ο Θουκυδίδης το έχει λίγο αποδομήσει όλο αυτό -«λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε ενός ανδρός αρχή»-, αλλά τυπικά στην αγορά του κλεινού άστεως, από Μαραθώνα ώς Ελευσίνα, κι από Αλιμο ώς Πάρνηθα, ο καθένας μπορούσε να γίνει πολιτικός. 

Είκοσι πέντε αιώνες μετά φαίνεται ότι η αγορά παρρησίας δεν χωράει στον κορσέ της αγοράς κομμάτων. Εχει δικαίωμα η Μ. Καρυστιανού να λέει τη γνώμη της για όλα; Δικαιούται να ξεφύγει από τον ρόλο της θυμωμένης μάνας; Μπορεί να σκέφτεται πολιτικά; Μπορεί να είναι πολιτικός; Δικαιούται να ιδρύσει κόμμα, ή έπρεπε να περιοριστεί στον ρόλο της τιμητικής υποψηφιότητας που ευχαρίστως θα της πρόσφεραν όλα τα κόμματα δεξιότερα και αριστερότερα της Ν.Δ.; Και σε τι διαφέρει η φιλοδοξία της Καρυστιανού από αυτήν του Βελόπουλου, του Νατσιού, της Ζωής, του Καρατζαφέρη, του Θεοδωράκη, του Σαμαρά, του Φάμελλου, του Χαρίτση, του Τσίπρα, του Μητσοτάκη, του Κουτσούμπα, αλλά και των ηγετίσκων του εξωκοινοβούλιου που έκαστος υπερασπίζεται το μικρομάγαζό του, λες και η κομματική αγορά απαιτεί ειδικές επαγγελματικές δεξιότητες ή κληρονομικό χάρισμα; 

Δεν λέω, και μένα μου ’πεσε βαρύ, ασαφές και υπερ-δεξιό το μανιφέστο Καρυστιανού, αλλά μήπως οι αφ’ υψηλού επικριτές της πρέπει να στοχαστούν πόσο δεξιότερα έχουν φέρει οι ίδιοι όλο το πολικό φάσμα, συμπολιτευόμενοι ή αντιπολιτευόμενοι; 


Saturday, January 3, 2026

Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 3-4/1/2026


Η Jean Seberg πωλήτρια της Herald Tribune στους δρόμους του Παρισιού, φορώντας το αντίστοιχο διαφημιστικό T-shirt. 1960, "Με κομμένη την ανάσα" του Γκοντάρ, με τον Μπελμοντό στα καλύτερά του. Τη δεκαετία του 1960 το να πουλάς εφημερίδα στους δρόμους ήταν τρέντι ακόμη και για μια καθωσπρέπει αμερικανική εφημερίδα...


Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός. Ή, για την ακρίβεια, οι άνθρωποι είναι ζωντανά πλάσματα, διαρκώς εξελισσόμενα μαζί με τα κατεξοχήν δημιουργήματά τους, τις λέξεις, τις φράσεις, τις γλώσσες, τις διαλέκτους, δηλαδή την υλική υπόσταση της σκέψης τους. Οι γηραιότεροι λοιδωρούμε και υποτιμούμε με ευκολία τις νεότερες γενιές, τη γενιά των σόσιαλ μίντια, του ίνστα και του τικτόκ, των σλανγκ της ψηφιακής επικοινωνίας, των μηνυμάτων που γράφονται στο πληκτρολόγιο των κινητών με ταχύτητα ήχου, αδιάφορα για την ορθογραφία και τη διδασκόμενη σύνταξη, γεμάτα αυθαίρετα περικεκομμένες λέξεις κι άλλες συντεθειμένες από άλλες, ασαφούς ετυμολογίας, αλλά ικανές να αποδώσουν ένα αντικείμενο, μια τάση, μια κοινωνική συμπεριφορά που μέχρι πρότινος δεν υπήρχε. 

Κανένας γλωσσαμυντορισμός, καμιά «αστυνομία έκφρασης» δεν μπορεί να αποτρέψει την αντιφατική επίδραση εκατομμυρίων χρηστών κάθε γλώσσας, την αέναη «δημιουργική καταστροφή» με την οποία οι άνθρωποι κάθε επιπέδου εκπαίδευσης, από τους πλήρως αναλφάβητους μέχρι τους κατόχους πανεπιστημιακής έδρας, σπάνε τους κανόνες, αχρηστεύουν παλιές λέξεις και φράσεις και δημιουργούν νέες, ακατάληπτες μέχρι να επικρατήσουν. Το λάθος –αυτό που σήμερα θεωρούμε λάθος– είναι ο πρόγονος του σωστού. 

Η διεργασία της γλωσσικής «δημιουργικής καταστροφής» δεν έχει μια φορά στην κλίμακα του χρόνου, από το παρελθόν προς το μέλλον, για να δημιουργήσει μια νέα εικόνα, να δώσει ένα νέο νόημα. Μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα. Η εποχή της ψηφιοποίησης παντός επιστητού επιτρέπει στους νέους ανθρώπους να βουτούν στις αποθήκες της αναλογικής εποχής, να δώσουν νέα ζωή σε φράσεις, ατάκες, κλισέ που σήμερα είναι ρετρό. Κάτι τέτοιο συνέβη με την ατάκα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» που έλεγε ο Γιάννης Μπέζος σε ένα επεισόδιο της προ 25ετίας σειράς «Ακρως οικογενειακόν». Γεμάτος απορία για την ευρεία χρήση τα τελευταία τρία χρόνια, ως σαρκαστικό σχόλιο σε εκτιμήσεις, «ειδήσεις», απόψεις ανυπόστατες, υπερβολικές, ψευδείς ή εντελώς παρωχημένες, αναζήτησα την προέλευση και τη σημασία της. 

Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είχε να μου προτείνει τίποτα, αλλά βρήκα αρκετές αναρτήσεις με την άχρηστη πληροφορία της μέρας, της βδομάδας, του μήνα, που εξηγούσαν ότι την προ εικοσιπενταετίας ατάκα ο πάτερ φαμίλιας Μπέζος την είπε σε ένα επεισόδιο της σειράς για να σχολιάσει τον τίτλο εφημερίδας που ξεφύλλιζε: «Ο Παναθηναϊκός πάει φέτος για πρωτάθλημα»! Ο «γαύρος» ξύπνησε μέσα του και τρόλαρε την ενοχλητική πρόβλεψη με το ερώτημα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» Επειτα, η ατάκα έγινε meme για κάθε χρήση, έγινε σχόλιο αρχηγού κόμματος – του γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα που τρολάριζε τους ισχυρισμούς περί πρωτιάς της ΔΑΠ στις τελευταίες φοιτητικές εκλογές, έγινε κλιπάκι του Luben, μπήκε σε τίτλους ειδήσεων σε ενημερωτικές ιστοσελίδες («Γερμανία: Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» ήταν ο τίτλος ανάρτησης στο rosa.gr που σχολίαζε πόσο πολύ θυμίζουν Μεσοπόλεμο και περίοδο ανόδου των ναζί οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στην πρώην «ατμομηχανή» της Ε.Ε.). 

Το μόνο που δεν έχω εντοπίσει ακόμη είναι αν υπήρξε εφημερίδα που τόλμησε να χρησιμοποιήσει σε τίτλο τη σχεδόν retro ατάκα. Αλλά για ποια εφημερίδα θα μπορούσε να αναρωτηθεί μια εφημερίδα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;». Ολες οι εφημερίδες, οι έντυπες, οι χάρτινες, οι ασπρόμαυρες, οι έγχρωμες, οι μεγάλου σχήματος, οι ταμπλόιντ, οι πολιτικές, οι οικονομικές, οι αθλητικές, οι λάιφ στάιλ, οι καθημερινές, οι εβδομαδιαίες, οι παραταξιακές, οι κομματικές, έχουν το ίδιο υπαρξιακό πρόβλημα: οι νέοι άνθρωποι που τρολάρουν την πολιτική και λοιπή επικαιρότητα και αμφισβητούν την «αλήθεια» πομπωδών κυβερνητικών διακηρύξεων, ξύλινων κομματικών δεσμεύσεων, εξωραϊσμένων οικονομικών επιδόσεων με την ατάκα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» στην πλειονότητά τους δεν έχουν πιάσει εδώ και χρόνια, ίσως και ποτέ μέχρι σήμερα στη ζωή τους, μια κανονική, χάρτινη εφημερίδα. Κάποιοι μπορεί να μη γνωρίζουν καν ότι εξακοκολουθούν να κυκλοφορούν εφημερίδες, να μην έχουν προσέξει κάποιο από τα όλο και λιγότερα σημεία πώλησης εφημερίδων που έχουν μείνει στην Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις και τα ελάχιστα που υπάρχουν στην υπόλοιπη επικράτεια. Ακόμα και οι καλύτερα εκπαιδευμένοι γόνοι σχετικά μορφωμένων και πολιτικά μυημένων οικογενειών θα βλέπουν ως εξωγήινα πλάσματα τους ώριμους ή μεσήλικες γονείς τους τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα να διανύουν αρκετά χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο ή να περπατούν τουλάχιστον είκοσι λεπτά για να αγοράσουν την «εφημερίδα τους», όταν η ενημέρωση, μια τεράστια αγορά πληροφόρησης, παραπληροφόρησης, αντιπληροφόρησης, αποπληροφόρησης, είναι διαθέσιμη με μερικά κλικ στο κινητό, στο τάμπλετ, στο λάπτοπ, στο PC τους, στην «έξυπνη» τηλεόρασή τους. 

Κατά κάποιο τρόπο, η διατυπωμένη σε ανυποψίαστο χρόνο ατάκα του Γ. Μπέζου εξελίσσεται σε μια θλιβερή κυριολεξία για τον έγχαρτο Τύπο γενικώς, που για την τεράστια πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας –και όχι μόνο της ψηφιακής «πρωτοπορίας» της– έχει γίνει παρελθόν, retro συνήθεια, vintage αντικείμενο χωρίς την παραμικρή αντίσταση από τους βασικούς συντελεστές του: ιδιοκτήτες, επενδυτές, χρηματοδότες, δημοσιογράφους, τεχνικούς, διοικητικούς, διαφημιστές, διαφημιζόμενους. Ισως διόλου τυχαία η πιο πρόσφατη πρωτοβουλία-φιλοδοξία της αρμόδιας Ενωσης Ιδιοκτητών είναι η δημιουργία ενός «μουσείου ελληνικού Τύπου». Φαίνεται πως είναι μοιρολατρικά συμφιλιωμένη με την ιδέα ότι πολύ σύντομα το Μουσείο θα είναι ο μόνος χώρος όπου θα βρίσκει θέση η χάρτινη εφημερίδα, έπειτα από ιστορία τεσσάρων αιώνων στη μετά Γουτεμβέργιο εποχή. «Από πότε είναι αυτή, αλλά και κάθε εφημερίδα;» Από τις αρχές του 17ου αιώνα και μετά, όταν η εφημερίδα αποτελούσε ακόμη την κατά Μαρξ «πρωινή προσευχή του αστού» στις εμπορευματικές αυτοκρατορίες και στις βιομηχανικές δυνάμεις της Ευρώπης. Στις τυπωμένες σελίδες κάθε εφημερίδας συμπυκνωνόταν η οργανωμένη πρόταση του εκδότη –και της κοινωνικής ή πολιτικής ομάδας του– για το τι συμβαίνει στον κόσμο κάθε μέρα, στον μικρόκοσμο των εμπόρων ή στον μεγά-κοσμο των αποικιών σε όλες τις ηπείρους. 

Η υποχώρηση της έντυπης συγκροτημένης και επιλεγμένης πληροφόρησης –γιατί δεν είναι «είδηση» κάθε τι που συμβαίνει στον κόσμο– έναντι της ψηφιακής ενημερωτικής πλημμυρίδας από εκατομμύρια πηγές, χωρίς ιεράρχηση, χωρίς προτεραιότητες, χωρίς πλαισίωση, χωρίς ανάλυση και σύνθεση, είναι βεβαίως παγκόσμιο φαινόμενο και αργόσυρτα εξελισσόμενο εδώ και δυο δεκαετίες. Ωστόσο, πουθενά στον αναπτυγμένο ή αναπτυσσόμενο καπιταλιστικό κόσμο δεν έχει πάρει τις διαστάσεις που έχει πάρει στην Ελλάδα. Λες και είναι η ψηφιακή πρωτοπορία του πλανήτη, με μηδενικό ψηφιακό αναλφαβητισμό, μια Νεφελοκοκκυγία του παγκόσμιου icloud, η χώρα όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα βιάζεται να στείλει το χαρτί στο μουσείο, να εξαφανίσει το δίκτυο διανομής και πώλησης, να κάνει την εφημερίδα προϊστορία της ενημέρωσης, να αφήσει τη γενιά των memes ναυαγό σε έναν ωκεανό αποπληροφόρησης και σύγχυσης. 

Ζητούνται εθελοντές να διαψεύσουν τη «μοίρα» του τέλους της εφημερίδας. Οχι από προσκόλληση στην αναλογική προϊστορία, αλλά από διορατικότητα για τον ρόλο του Τύπου στη διαμόρφωση τάσεων και καταστάσεων. Από πότε σταμάτησε αυτός ο ρόλος;


Ο Κέιν και η ενημερωτική αυτοκρατορία του χαρτιού... 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Κέιν: Κύριε Κάρτερ, ορίστε ένας τρίστηλος τίτλος στην εφημερίδα Chronicle. Γιατί δεν έχει τρίστηλο τίτλο η εφημερίδα Inquirer;

Χέρμπερτ Κάρτερ: Η είδηση ​​δεν ήταν αρκετά μεγάλη.

Κέιν: Κύριε Κάρτερ, αν ο τίτλος είναι αρκετά μεγάλος, τότε κάνει και την είδηση ​​αρκετά μεγάλη.

Κύριος Μπερνστάιν: Σωστά, κύριε Κέιν.

Ορσον Γουέλς, «Πολίτης Κέιν» (1941)