Saturday, February 21, 2026

Ποιον ενοχλεί η λέξη «κομμουνιστής»;

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 21-23/2/2026


"Οι Κυνηγοί" μπροστά στην άφθαρτη σορό του αντάρτη.

Την περασμένη Τρίτη, αφού έχει γίνει η αποκάλυψη των φωτογραφικών ντοκουμέντων από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών πατριωτών από τους ναζί στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, που η ύπαρξή τους κανέναν δεν έπρεπε να εκπλήξει με δεδομένη τη σαδομαζοχιστική αφοσίωση της ναζιστικής βιομηχανίας θανάτου στη γραφειοκρατία και στη διεξοδική καταγραφή κάθε εγκλήματος που διεκπεραίωναν ως νόμιμο καθήκον, ανέβασα κι εγώ μιαν άλλη φωτογραφία στο φου μπου. Μια φωτογραφία από την ταινία «Κυνηγοί» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, του 1977. Είναι η φωτογραφία έξι κυνηγών που βρίσκουν ένα πτώμα μέσα στα χιόνια. Τη συνόδευσα με την εξής ανάρτηση: «Σε όσους έχουν απορίες ή κενά για την ερμηνεία της αμήχανης αντίδρασης της Ακροδεξιάς, της Δεξιάς, του ακραίου Κέντρου και σχεδόν όλης της εγχώριας ελίτ απέναντι στα τεκμήρια της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών (σ.σ. ποιος ενοχλείται από τη λέξη;) της Καισαριανής, συστήνω ανεπιφύλακτα τη θαυμάσια κινηματογραφική αλληγορία του Αγγελόπουλου "Οι Κυνηγοί" (1977). Την έχει το Cinobo, μαζί με όλες τις ταινίες του Theo. Για λεπτομέρειες επιφυλάσσομαι, στον "Ελεύθερο Σκοπευτή", στην "Εφ.Συν." του προσεχούς ΣΚ».

Το φου μπου, με την ανελέητη αλγοριθμική νοημοσύνη του, αφοσιωμένη στη δήθεν πολιτική ορθότητα που ανταγωνίζεται επάξια τη ναζιστική λογιστική του θανάτου, απέκρυψε τη φωτογραφία με το μήνυμα: «Ευαίσθητο περιεχόμενο. Η φωτογραφία καλύπτεται για να μπορούν να αποφασίζουν οι χρήστες αν θέλουν να τη δουν». Πόσο δημοκρατικό και πολιτισμένο, πόσο τρυφερό και φροντιστικό διαβάζεται-ακούγεται... Βεβαίως, σ' αυτή τη λογοκριτική παρέμβαση, που αδυνατεί να ξεχωρίσει τη φωτογραφία μιας ταινίας από μια πραγματική σκηνή θανάτου, υπάρχει η παρηγορητική διάσταση πως τελικά η τεχνητή νοημοσύνη είναι ακόμη αρκετά ανόητη. 

Κι επειδή τον λόγο μου τον τηρώ, πάμε στην ουσία της ταινίας του Theo, παραγνωρισμένης κατ' εμέ, αν και εξαιρετικά ευφυούς πολιτικά, σε ιδέα και σενάριο -μαζί με τον Αγγελόπουλο- του Στρατή Καρρά. Χοντρικά συμβαίνουν τα εξής: Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1977, σε ένα ορεινό, χιονισμένο τοπίο, κάπου στη Β. Ελλάδα, ίσως κοντά στα σύνορα με Βουλγαρία, πρώην Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, έξι κυνηγοί -ένας βιομήχανος, ένας πολιτικός, ένας στρατιωτικός, ένας εργολάβος, ένας πρώην νομάρχης, ένας ξενοδόχος- βρίσκουν θαμμένο στο χιόνι το πτώμα ενός αντάρτη του εμφυλίου πολέμου, απίστευτα διατηρημένο κι άταφο σχεδόν τριάντα χρόνια. Τον μεταφέρουν στο ξενοδοχείο, όπου τους περιμένουν γυναίκες ή ερωμένες τους που προετοιμάζονται για το πρωτοχρονιάτικο πάρτι, τον αποθέτουν σε ένα τροχήλατο τραπέζι που μοιάζει με καρότσι νεκροτομείου, κι εκεί, ενώπιον του άταφου και άφθαρτου νεκρού, ένας ένας, μία μία, αυτοί οι προφανείς κι επιφανείς εκπρόσωποι της ελληνικής άρχουσας τάξης που είχαν φροντίσει να εξαφανίσουν ή να διαστρεβλώσουν τις μεγάλες αναμετρήσεις της σκληρής δεκαπενταετίας που άρχισε με τη δικτατορία του Μεταξά και τέλειωσε με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας το 1949, έρχονται αντιμέτωποι με την αιφνιδιαστικά ανασυρμένη, άφθαρτη σαν τη σορό του νεκρού αντάρτη ιστορική μνήμη. 

"Οι Κυνηγοί" μπροστά στο πτώμα της μνήμης. 

Εδώ θα έλεγα «η συνέχεια επί της οθόνης», αλλά με τις κινηματογραφικές αλληγορίες του Αγγελόπουλου αυτό δεν έχει νόημα, η απαιτητική παρακολούθησή τους, πέρα από εικαστική απόλαυση, είναι παιχνίδι αποκωδικοποίησης και μια εμπειρία στοχασμού - άσχετο αν σε κάποιους δεν αρέσει. Η ταινία εξελίσσεται σε ένα είδος δίκης, ή ανάκρισης, όπου καθένας από τους πυλώνες ισχύος και εξουσίας καταθέτει μια μαρτυρία, ψέμα ή αλήθεια, έναν υπαινιγμό για τον ρόλο του στην ιστορία που κατέληξε στον νεκρό αντάρτη. Οχι απαραίτητα τον συγκεκριμένο. Αλλά όλους τους νεκρούς, τους κυνηγημένους, τους φυλακισμένους, τους δολοφονημένους, τους εξόριστους της προπολεμικής, πολεμικής και μεταπολεμικής Ελλάδας. Από τους 200 εκτελεσμένους από τους ναζί κομμουνιστές της Καισαριανής μέχρι τους εκτελεσμένους από το μετεμφυλιακό καθεστώς κομμουνιστές Μπελογιάννη, Μπάτση, Πλουμπίδη, Καλούμενο, Αργυριάδη και τους πάνω από 3.500 εκτελεσμένους των έκτακτων στρατοδικείων. Στους «Κυνηγούς» του Αγγελόπουλου, το πρωτοχρονιάτικο πάρτι της ελληνικής ελίτ διακόπτεται από κάτι απρόσμενο: ανακαλύπτουν ότι το πτώμα λείπει, κι έπειτα αντικρίζουν ολοζώντανο τον νεκρό αντάρτη, επικεφαλής μιας ομάδας ανταρτών με προτεταμένα όπλα που αντιστρέφουν την ιστορία: Οι «Κυνηγοί» της εξουσίας έρχονται αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο να δικαστούν και να καταδικαστούν. Αλλά, ευτυχώς γι' αυτούς, δεν ήταν παρά ένας εφιάλτης. Το επόμενο πρωινό παίρνουν το πτώμα και το ξαναθάβουν κάτω από το χιόνι. 

Ο εφιάλτης των νικητών της ιστορίας, αναστημένος, ολοζώντανος. 

Αυτό ακριβώς εξηγεί την αμήχανη αντίδραση της εγχώριας ελίτ στην αποκάλυψη των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 της Καισαριανής, αυτό ερμηνεύει την ενόχλησή της στην αναφορά της ιδεολογικής και πολιτικής τους ταυτότητας, στη λέξη κομμουνιστής, αλλά δεν υπάρχει άλλη λέξη, γιατί αυτό ήταν οι 200, ήταν κομμουνιστές, ως μέλη είτε του ΚΚΕ είτε άλλων οργανώσεων, γι' αυτό ήταν φυλακισμένοι από τη δικτατορία του Μεταξά, γι' αυτό ο δικτάτορας αρνήθηκε την προσφορά των φυλακισμένων κομμουνιστών να πάνε στο αλβανικό μέτωπο, γι' αυτό η κατοχική «κυβέρνηση» τους παρέδωσε στους Γερμανούς, γι' αυτό η ναζιστική διοίκηση προανήγγειλε ηχηρά, ως προπαγανδιστική τρομοκρατία, την εκτέλεση «200 κομμουνιστών» σε αντίποινα για την ΕΛΑΣίτικη ενέδρα στους Μολάους, γι' αυτό ο «Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος» κλείνει την τρομοκρατική προειδοποίησή του με την υπόμνηση ότι «υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος αυτού Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς». 

Αυτοί οι «Ελληνες εθελονταί», ή εν πάση περιπτώσει οι χορηγοί τους, οι πολιτικοί φίλοι τους, οι χρηματοδότες τους, οι μέντορές τους, οι ηγέτες τους, οι ξένοι προστάτες τους, οι απόγονοί τους, οι εργοδότες τους, αποτέλεσαν το συνονθύλευμα των νικητών μιας μακράς πολιτικής, κοινωνικής αλλά και διεθνούς αναμέτρησης. Εγκαταστάθηκαν ως οικονομικό και πολιτικό καθεστώς, με όλες τις ακραίες παραλλαγές του, στη μεταπολεμική Ελλάδα κι ευθύνονται για ό,τι είναι αυτή η χώρα σήμερα. 

Οι άλλοι, οι ηττημένοι, οι κομμουνιστές, οι συνοδοιπόροι τους, στην πραγματικότητα δεν δοκιμάστηκαν ποτέ - λίγα, αλλά πρωτοπόρα για τις συνθήκες πολέμου και κατοχής πρόλαβαν να εφαρμόσουν στις περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας. Ηττήθηκαν, τιμωρήθηκαν, διαψεύστηκαν διπλά: μία από τους δηλωμένους εχθρούς τους, μία από τους εικαζόμενους φίλους τους. Ηταν χιλιάδες, ήταν ο ανθός αυτής της χώρας, οι περισσότεροι δεν είχαν διαβάσει το Μανιφέστο, το Κράτος κι Επανάσταση, φυσικά ούτε το Κεφάλαιο, δεν ήξεραν να τραγουδούν τη Διεθνή, κάποιοι δεν ήξεραν καν να βάζουν την υπογραφή τους. Αλλά ένιωθαν κομμουνιστές. Κατάλαβαν και πίστεψαν κάτι απλούστατο, σχεδόν αυτονόητο: πως ο άνθρωπος μπορεί να ευτυχήσει όταν δεν θα χρειάζεται να χωρίσει τίποτα με τον διπλανό του, τον γείτονα, τον χωριανό του, τον συνάδελφο, τον συμπατριώτη, τον συνάνθρωπό του, όταν δεν θα αφήνει κανένα χώρο για αδικία και καταπίεση. Και είναι «κομμουνισμός» αυτό; Ισως είναι ακριβώς αυτό. Κι ίσως γι' αυτό η λέξη ακόμη ενοχλεί. Κι ας έχει βολικά ταυτιστεί ο υπαρκτός κι ανύπαρκτος «κομμουνισμός» με τις θλιβερές καρικατούρες του, τις απεχθείς δικτατορίες που φοράνε τη σκευή του. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Eίμαι κομμουνιστής

Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ώς τα νύχια,

αγάπη θα πει βλέπω, σκέφτομαι, κατανοώ,

αγάπη θα πει το παιδί που γεννιέται,

το φως που πλημμυρίζει

αγάπη θα πει να δέσεις μια κούνια στ’ άστρα

αγάπη θα πει να χύνεις τ’ ατσάλι μ’ απέραντο μόχθο

Είμαι κομμουνιστής.

Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ώς τα νύχια…


Ναζίμ Χικμέτ, «Οι ρομαντικοί» 


Saturday, February 14, 2026

Το τελευταίο κολοκοτρωνέικο

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 14-15/2/2026 



Την αρχή της ιστορίας μπορείς να την πάρεις από όπου θες. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ας πούμε, όταν η «Ελευθεροτυπία» των 100 (;) συντακτών, που την πήρε ο Κίτσος και την έκανε μια κανονική Ι.Χ. εφημερίδα, έφυγε από την Πανεπιστημίου κι ήρθε για καμιά δεκαριά χρόνια στην Κολοκοτρώνη 8, Σύνταγμα, με πίσω αυλή την πλατεία Καρύτση, πριν μετακομίσει στα μινωικά παλάτια της Μίνωος, στον Νέο Κόσμο, Θεός σχωρέστα κι αυτά, μαζί με τα τυπογραφεία, τα αρχεία, τους τίτλους κι όλα τα διαμοιρασθέντα ιμάτια του εσταυρωμένου ιστορικού εντύπου.

 

Οδός Κολοκοτρώνη 8, λοιπόν, με το άγαλμα του έφιππου Θεοδώρου, του στρατηγού της Τριπολιτσάς, πλάτη σε μας, γιατί το μπροστινό του κοιτάζει ανατολικά και το ξίφος γυμνό δείχνει κατά τον Λυκαβηττό, που δεν τον λες κι απάτητη κορφή για να το πάρεις ως υπόδειξη ηρωικής εφόρμησης. Πιο σωστά έπρεπε το άγαλμα να κοιτάζει προς το Σύνταγμα και το ξίφος να δείχνει προς τα τότε Ανάκτορα, νυν Βουλή, γιατί ο Γέρος του Μωριά δεν τα είχε και πολύ σε υπόληψη τα φλογερά και ριζοσπαστικά Συντάγματα της Επανάστασης, ούτε το πρώτο Σύνταγμα της βασιλευομένης Ελλάδας, αυτό του 1844 – «σύντριμμα» τα αποκαλούσε όλα με κάθε ευκαιρία. Ο στρατάρχης το είχε το αυταρχικό μέσα του, εδώ που τα λέμε, και σε κείνη την ιστορική άλωση έκανε κανονικό κι ανελέητο μακελειό εναντίον δικαίων και αδίκων. 

Υπάρχει ένας γοητευτικός συνδυασμός ετερόκλητων ιστορικών στοιχείων στην ευρύτερη περιοχή: το Σύνταγμα με τις πάμπολλες μεταμορφώσεις του, η Παλιά Βουλή, η νέα Βουλή, ο Αη Γιώργης του Καρύκη ή Καρύτση, γνήσιο ελληνοβυζαντινό αρχιτεκτόνημα της βαυαρικής Ελλάδας, με τα κομμάτια που αποκολλήθηκαν πριν πέντε χρόνια από το καμπαναριό του, χωρίς ευτυχώς να σκοτώσουν κανέναν, ακόμη άφτιαχτα, το διατηρητέο κτίριο του ΤΣΜΕΔΕ που το δίνουν για ξενοδοχείο, αλλά απεγνωσμένα εδώ κι έναν χρόνο προσπαθούν να το σώσουν οι συνταξιούχοι μηχανικοί, μια φορά τη βδομάδα κάνουν μια εκδήλωση στο πεζοδρόμιο μπροστά στο κτίριο, με μουσική, ποίηση, κείμενα, ενώ η μονίμως μποτιλιαρισμένη Κολοκοτρώνη τούς προσφέρει έξτρα ακροατήριο, στα λίγα λεπτά ακινητοποίησης των αυτοκινήτων. Κι έπειτα, είναι το αρχηγείο του πρώην ΔΟΛ στη Χρήστου Λαδά, που τώρα έγινε βιοκλιματικό –και καλά– κτίριο της ΔΕΗ, τα μαγαζιά της πλατείας Καρύτση, η τελευταία φουρνιά τους έπειτα από το καταστροφικό πέρασμα του covid 19 που έκλεισε τους προκατόχους, το θέατρο Μουσούρη, η «Δραχμή» με τραπεζάκια μέσα-έξω, τα μαγαζιά της στοάς, κι αυτά της οδού Καρύτση με τις αδιάκοπες οβιδιακές μεταμορφώσεις τους –μόνο το βιβλιοπωλείο της Ιεράς Διακονίας μένει ακλόνητο–, η εξαιρετική μπιραρία στη γωνία το κτιρίου μας που συχνά μας φιλοδωρούσε με την τσίκνα από τα τηγανίσματα και ψησίματα μεζέδων που χτύπαγαν μέσω των φωταγωγών τα ρουθούνια μας, κι έπειτα όλα αυτά τα μαγαζιά της Κολοκοτρώνη, από Σταδίου μέχρι Αιόλου, από τη Rolex μέχρι τα σουβλατζίδικα, τα άπειρα καφέ, τα μπαράκια, το νεοφερμένο μπεργκεράδικο που έκλεισε το ακριβώς απέναντί του και πλημμυρίζει τη γειτονιά με μια φρικτή μυρωδιά καμένου λίπους, αλλά και το παμπάλαιο καφεκοπτείο Αρμενάκου, που όταν καβουρντίζει κόκκους καφέ από Κένυα ή Κολομβία, όλη η περιοχή ευωδιάζει κι ευτυχώς υπερκαλύπτει τη δυσοσμία του απροσδιόριστης προέλευσης τηγανόλαδου στο οποίο εμβαπτίζονται δεκάδες κιλά πατάτας κάθε μέρα στο μπεργκεράδικο. 

Σε αυτό το συνονθύλευμα αγοράς, εστίασης και αναψυχής, που συγκεντρώνει πλέον το ενδιαφέρον και των τουριστών που μένουν στα πάμπολλα Airbnb της περιοχής, δυο βήματα από τα επίκεντρα της καθημερινής ιστορίας του δρόμου –τα Προπύλαια, η Σταδίου, η Πανεπιστημίου, η Βασιλίσσης Σοφίας, ο απαγορευμένος πλέον Αγνωστος Στρατιώτης, οι πλατείες Συντάγματος και Κλαυθμώνος που τις έχουν οργώσει εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές και δεκάδες χιλιάδες άνδρες των ΜΑΤ για δεκαετίες, με σημάδια συγκρούσεων, με οδοστρώματα εμποτισμένα από τα τοξικά των δακρυγόνων, τις βενζίνες των μολότοφ ή το καθαρό νεράκι του «Αίαντα», με πεζοδρόμια που έχουν βαφτεί με αίμα διαδηλωτών, από τα χρόνια του Οθωνα μέχρι τις μέρες μας– βρισκόταν εδώ και 13 χρόνια η «Εφημερίδα των Συντακτών». 


Κολοκοτρώνη 8, 2ος και 7ος όροφος τα πρώτα 12 χρόνια, 3ος και 4ος τον τελευταίο χρόνο. Η θέση της στρατηγικά επιτελική. Αν εξαιρέσει κανείς τον καθημερινό αγώνα για θέση στάθμευσης, που προσωπικά μου έχει κοστίσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό σε κλήσεις, το κτίριο είναι «στο κέντρο των γεγονότων». Αυτών τουλάχιστον που έρχονται στον αφρό, γιατί τα πολλά και σημαντικά γεγονότα υπάρχουν παντού και τα βαθύτερα και καθοριστικά φωλιάζουν στ’ ανύποπτα. 


Μετακομίζουμε, όχι γιατί χωρίζουμε, που θα έλεγε το λαϊκό άσμα, αλλά γιατί ο νέος βασικός μέτοχος της εταιρείας έχει ένα μεγάλο σύγχρονο κτίριο στην Ακτή Κονδύλη, όπου συστεγάζονται κι άλλες εταιρείες του, προφανώς με καλύτερες υποδομές από τα ετοιμόρροπα γραφειάκια μας και τις τρεκλίζουσες καρέκλες μας. 


Αλλά παρ’ όλα αυτά, εμένα τουλάχιστον, θα μου λείψει το «χρέπι» μας, που στέγασε καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής δημοσιογραφίας: της «Ελευθεροτυπίας» στη Μεταπολίτευση και της «Εφημερίδας των Συντακτών» στα χρόνια των μνημονίων. Λίγοι από τους μεγαλύτερους ίσως έχουν βιώματα κι από τις δύο φάσεις χρήσης του κολοκοτρωνέικου κτιρίου, και δη του 2ου ορόφου, και του 7ου, με το τεράστιο μπαλκόνι και την αξιολάτρευτη θέα στην Ακρόπολη (και ολίγον στον Λυκαβηττό). Εγώ έζησα μόνο τα τελευταία σχεδόν εφτά χρόνια, σχέση με την «Ελευθεροτυπία» δεν είχα. Αλλά κι αυτά τα εφτά χρόνια μού ήταν αρκετά για να αγαπήσω με έναν παράδοξο, σχεδόν μαζοχιστικό τρόπο, τα γραφεία με τις φθαρμένες, σαρακοφαγωμένες επιφάνειες, τα πληκτρολόγια που μετατρέπονταν σε βιότοπους από τα φαγητά και τα ποτά που έπεφταν πάνω, τους τοίχους που καθένας διακοσμούσε κατά βούληση με τους «ήρωές» του, άλλος τον Τσε, άλλος τον Κάστρο, άλλος τον Τρότσκι, τον Λένιν, τον Μάο, τον Καζαντζίδη, τις ζωγραφιές ή τις φωτογραφίες των παιδιών τους, ή μερικά θαυμάσια εξώφυλλα της «Εφ.Συν.». Θα μου λείψει η ατημελισιά και η αταξία, με τις στίβες εφημερίδων και βιβλίων σε διαδρόμους, το γραφείο-κλουβί των συναδέλφων της διόρθωσης με φόντο μια ταπετσαρία που απεικόνιζε μια Σπανιόλα –ο αστικός μύθος λέει ότι μάλλον σ' αυτόν τον χώρο γυρίστηκαν τσόντες τη χρυσή εποχή του ελληνικού πορνό–, αλλά και το σούπερ ντούπερ στούντιο που στήσαμε με τη βοήθεια των αναγνωστών, θα μου λείψουν ακόμα και τα ίχνη των ηχηρών καβγάδων επί της ύλης και του πνεύματος της «Εφ.Συν.» που φτάναν μέχρι και στους ανυποψίαστους θαμώνες της Καρύτση, γιατί η αυτοδιαχείριση και η συνεταιριστική δημοκρατία τα είχε κι αυτά: τον λεκέ στον τοίχο από κάποιο υγρό που εκτοξεύθηκε από θυμό, το σημάδι στο πλακάκι από κάποιο ποτήρι που δεν έπεσε κατά λάθος στο πάτωμα, το βούλιαγμα στην επιφάνεια ενός γραφείου που έφαγε γροθιά. 

Αυτό, λοιπόν, είναι το τελευταίο κολοκοτρωνέικο κείμενο της στήλης. Από την ερχόμενη εβδομάδα γινόμαστε του λιμανιού. Και του σαλονιού; Θα δείξει. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργον μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε τον δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέρα των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ημέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε... 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, «Λόγος στην Πνύκα», 1838 


Saturday, February 7, 2026

Η μεγάλη πλατεία της ανθρωπότητας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 7-8/2/2026


Εχω ξαναπάει στο Μιλάνο, πάνω από τριάντα χρόνια πριν, αλλά έτυχε πριν από λίγες μέρες να ξαναβρεθώ εκεί, στην οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας, στον βιομηχανικό Βορρά που κάποτε ήταν το τεράστιο πεδίο του ιταλικού βιομηχανικού θαύματος, ίσως πολύ πιο προχωρημένου και εκλεπτυσμένου από το υπερεκτιμημένο γερμανικό θαύμα. Το Μιλάνο, που ως Μεδιόλανον ήταν και το εφαλτήριο νομιμοποίησης και ραγδαίας επικράτησης του χριστιανισμού πριν από 14 αιώνες προς τη Δύση και την καθ' ημάς Ανατολή, στη διάρκεια του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον Μεγάλο Πόλεμο ήταν το «ενδιαίτημα» ενός νεανικού και δραστήριου προλεταριάτου, που σε μεγάλο βαθμό γοητεύτηκε από την Αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα, άλλοτε κυρίαρχο πολιτικά στον ιταλικό Βορρά, σήμερα κυριαρχούμενο από νεοφασιστικά και κρυπτοφασιστικά μορφώματα. 


Νεφοσκεπές, μουντό, κρύο, το Μιλάνο διατηρεί πολλά από τα στοιχεία της βιομηχανικής ακμής της Ιταλίας, ένα τεράστιο κέντρο διερχομένων από και προς τις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις, τις Fiat cities, τις Guzzi cities, τις Pirelli cities, τα μεγάλα μεγέθη ευρωπαϊκής και σοφιστικέ εφαρμογής του φορντισμού, που τόσο έγκαιρα, τόσο διορατικά, τόσο πρώιμα μελέτησε ο Γκράμσι στα ανύποπτα χρόνια της φυλακής και της φασιστικής επέλασης και τόσο όμορφα και αινιγματικά απεικόνισε ο Αντονιόνι στις ταινίες του τη δεκαετία του 1960, κυρίως στην τριλογία της αποξένωσης με την αείμνηστη θεά, Μόνικα Βίτι. 


Το Μιλάνο παραμένει οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας και έδρα της άλλοτε κραταιάς Confindustria, του πανίσχυρου συνδέσμου των Ιταλών βιομηχάνων που διαμόρφωσε και το μεταπολεμικό κομματικό σύστημα στη χώρα, με βασική επιδίωξη να μην μπει ποτέ στη διακυβέρνηση το πανίσχυρο PCI, τουλάχιστον πριν αυτό περάσει στο θολό πεδίο του «ιστορικού συμβιβασμού». Σήμερα, όμως, το Μιλάνο έχει κι αυτό τουριστικοποιηθεί με ποικίλους τρόπους, όλη η μητροπολιτική περιφέρεια εδώ και μήνες είναι πλημμυρισμένη από τις διαφημίσεις των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων που υποτίθεται ότι φιλοξενούνται από το Μιλάνο, αν και οι πίστες των αγώνων είναι στην Cortina, τέσσερις ώρες μακριά. 

Το κέντρο του τουριστικού Μιλάνου, λοιπόν, είναι φυσικά ο καθεδρικός ναός Duomo, μια επιβλητική γοτθική εκκλησία που συναγωνίζεται επάξια την Παναγία των Παρισίων και κατασκευάστηκε όπως κι αυτή στη διάρκεια έξι αιώνων, αρχικά ως επίδειξη της θεόσταλτης ισχύος της δυναστείας των Σφόρτσα, στη συνέχεια ως αναπόδραστο καθήκον όλων των ηγεμόνων και καθεστώτων μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα. Κατά κάποιο τρόπο, ο καθεδρικός Duomo του Μιλάνου και η επιβλητική μεγάλη πλατεία που τον περιβάλλει, με τα μουσεία που φιλοξενούν μεταξύ άλλων Ντα Βίντσι και Μπραμάντε, με στοά των πολυτελών αγορών Gucci, Dior, Prada στις τιμές των οποίων ενσαρκώνεται η εύστοχη επισήμανση του Ανταμ Σμιθ ότι η κυριότερη λειτουργία του πλούτου για τους πλούσιους έγκειται στην επίδειξή του (παπούτσια 1.000 ευρώ, τσάντα από 3.000 και πάνω, τζάκετ 5.000 ευρώ κοκ.), είναι μια πλατεία διασταύρωσης όλης της βιοποικιλότητας των ανθρωπίνων πλασμάτων, με τα διαφορετικά εισοδήματα, τις διαφορετικές αντιλήψεις, τους διαφορετικούς στόχους, αλλά με την ίδια συναίσθηση: η Duomo του Μιλάνου είναι το κέντρο ενός μικρού σύμπαντος στο οποίο μπορεί κανείς να προβάλει το «θέλω» και να καταβάλει το «έχω» του. Μπορεί να δει μέρος του εσωτερικού ναού για 10 ευρώ, μπορεί να δει και το περιστύλιό του με σημαντικά έργα για 20 ευρώ, μπορεί να ανέβει στις ταράτσες του και να απολαύσει το πανόραμα του Μιλάνο για 50-100 ευρώ, μπορεί να σταθεί έξω και να βγάλει σέλφι μπροστά στην επιβλητική πρόσοψη για 0 ευρώ. 



Αλλά μπορεί και να σταθεί, για μία ώρα, όρθιος, σιωπηλός, με μια σημαία της Παλαιστίνης στα χέρια ή ένα πλακάτ που καταγγέλλει τη γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστινίων. Οπως ο Αντόνιο, της φωτογραφίας, περίπου 60 ετών, και ακόμη καμιά 30αριά μεσήλικες, γυναίκες και άνδρες, που από τον περασμένο Ιούνιο, κάθε μέρα από τις 6 μέχρι τις 7 το απόγευμα, την ώρα που κλείνει η Duomo για το κοινό, στέκονται με τις παλαιστινιακές σημαίες και τα πλακάτ μπροστά στον καθεδρικό, σε δύο σειρές, σιωπηλοί μεν, αλλά κραυγαλέα εύγλωττοι. «Γιατί είστε εδώ;», ρώτησα τον πρώτο της μιας σειράς και λίγο πιο κάτω και τον τελευταίο, συμπτωματικά και οι δύο με το όνομα Αντόνιο ή Τονίνο. «Per la umanita», ήταν η απάντηση και των δύο, για την ανθρωπότητα ή για την ανθρωπιά, παίζουν και τα δύο στη μετάφραση, αν και δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο. Για οκτώ μήνες, 240 μέρες, 240 ώρες αυτές οι παλαιστινιακές σημαίες τής -αραιής, είναι αλήθεια- ανθρώπινης αλυσίδας, που ίσως και να ενοχλούν τους τουρίστες και τις βραδινές φωτογραφίσεις τους μπροστά στο μεγαλειώδες, γεμάτο γοτθικό στόμφο κτίριο, θυμίζουν ότι υπάρχουμε, λίγο πριν πνίξουμε τις τύψεις μας σε μια προσιτή και χορταστική πίτσα, ένα καλομαγειρεμένο ζυμαρικό, μια caprese με φρέσκια μοτσαρέλα κι ένα ποτήρι κρασί. 


Βεβαίως, αν απομακρυνθεί κάποιος από την αλυσίδα της ανθρωπιάς και κατευθυνθεί προς την αριστερή πλευρά της Duomo, θα ανακαλύψει ότι το μεγαλείο των θεών, των αγίων, των δουκών, των ηγεμόνων, των αρχιεπισκόπων, των παπών που θέλησαν να αφήσουν ένα αδρό αποτύπωμά τους στο επιβλητικό κτίριο έχει υποκύψει στον ήχο του χρήματος. Οχι των κερμάτων που πέφτουν στα δεκάδες κουτιά εντός του ναού «υπέρ απόρων», «υπέρ συντήρησης γλυπτών», «υπέρ αρχιεπισκοπής», αλλά των δεκάδων χιλιάδων που μπορεί να κοστίζει η διαφήμιση των McDonalds ή της ταινίας για τη «Μελάνια» του Τραμπ, που προβάλλονται εναλλάξ, με πολλές άλλες, πάνω στα τεράστια πανό που κρέμονται από τις ταράτσες του ναού. Κανείς δεν προσβάλλεται, κανενός η πίστη δεν θίγεται, μάλλον αρκεί η εξήγηση που πέφτει στο τέλος της λούπας των φωτεινών διαφημίσεων: «Τα διαφημιστικά μηνύματα στον ναό έχουν σκοπό τη συγκέντρωση πόρων για τη συντήρησή του». Υποθέτουμε ότι αν για λίγα δευτερόλεπτα προβαλλόταν στο ίδιο σημείο η παλαιστινιακή σημαία, η Μελόνι θα διέταζε τη σύλληψη όλων των εμπλεκομένων και ο Σαλβίνι ίσως και τον βομβαρδισμό της Duomo. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Εδώ η σιωπή του θανάτου είναι πίστη

μιας αστικής σιωπής ανθρώπων που παρέμειναν


άνθρωποι, μιας πλήξης που μέσα στην πλήξη

του Πάρκου, διακριτική αλλάζει: και η πόλη

που, αδιάφορη, την περιορίζει ανάμεσα


σε τρώγλες και σε Εκκλησίες, ασεβής μέσα στον οίκτο,

χάνει εκεί τη λάμψη της. 


Πιερ Πάολο Παζολίνι, «Οι στάχτες του Γκράμσι» (1954). 

Μετάφραση Κοσμά Κοψάρη (vakxikon.gr)