Saturday, June 24, 2023

We all live in a yellow submarine

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 24-25/6/2023



Κανένας άνθρωπος δεν αξίζει έναν φρικτό και οδυνηρό θάνατο. Κανείς δεν αξίζει να ζήσει την αγωνία του απροσδόκητου και σκληρού τέλους. Είτε στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, είτε σε έναν θάλαμο βασανιστηρίων, είτε στη στοά ενός ορυχείου που καταρρέει, είτε σε ένα βαγόνι τρένου που φλέγεται, είτε στο αμπάρι ενός αλιευτικού που χάνεται στο φρέαρ των Οινουσσών, είτε μέσα σε ένα μικρό υποβρύχιο, 4.000 μέτρα στα βάθη του Ατλαντικού. Ο θάνατος είναι από μόνος του φρικτός, αλλά όταν τουλάχιστον έρχεται φυσικά, στα βαθιά γεράματα, όταν αισθήσεις, ένστικτα, ανακλαστικά και αντίληψη δουλεύουν στο ελάχιστο, δεν προλαβαίνεις να πανικοβληθείς. Σαν να κλείνει απλώς ο διακόπτης. Ή καλύτερα σαν να τελειώνει η μπαταρία και δεν υπάρχει αντικατάσταση.

Δεν μπορώ να φανταστώ την αγωνία θανάτου που έζησαν οι πέντε επιβάτες του βαθυσκάφους «Titan». Εύχομαι τουλάχιστον να κράτησε μόνο ελάχιστα δευτερόλεπτα. Είναι βέβαιο ότι κάποια έρευνα στο εγγύς μέλλον θα φέρει στο φως τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτές οι λίγες ώρες ακριβοπληρωμένης αδρεναλίνης, που αναζητούσαν οι επιβάτες του για να ικανοποιήσουν την πολυτελή περιέργεια ή ανία τους, μετατράπηκαν σε ασφυκτικά μικρή κόλαση. Προφανώς είναι πια εντελώς κλισέ να κάνει κανείς τη σύγκριση και την αντίστιξη -την έκανε μέχρι και ο Ομπάμα- ανάμεσα στη μικρή τραγωδία του Ατλαντικού και τη μεγάλη τραγωδία της Πύλου, τη διαρκή τραγωδία της Μεσογείου: πάνω από 26.000 μετανάστες νεκροί από το 2014 στο πέρασμα του θανάτου.

Αλλά είναι αναπόφευκτη. Το ταξίδι του χαμού στα ανοιχτά της Πύλου κόστισε, αν ισχύουν όσα μαρτυρούνται για την «ταρίφα» των διακινητών, περίπου 25 εκατ. ευρώ. Το ταξίδι της περιέργειας για τους πέντε κόστισε μόλις 1 εκατ. ευρώ. Στις αναζητήσεις του Google δίνει πάνω από 150 εκατομμύρια αναφορές στον χαμό του βαθυσκάφους, για το ναυάγιο της Πύλου οι αναφορές είναι μόλις 200.000. Το «Titan» είναι βέβαιο ότι θα κερδίσει τη θέση του έστω ως υποσημείωση στην ιστορία του «Τιτανικού», το σάπιο ψαροκάικο θα μείνει ανώνυμο, όπως και οι χαμένοι επιβάτες του, σε αντίθεση με τους επώνυμους του βαθυσκάφους, που τουλάχιστον θα έχουν τον θρήνο που τους αξίζει από τους δικούς τους.
Παρότι λοιπόν είναι εύκολο σε αυτόν τον παραλληλισμό να αναδείξει κανείς την άβυσσο μεταξύ πολυτελούς ανίας και προσφυγικής αγωνίας, το ταξικό χάος που χωρίζει τους κολασμένους της Γης από τους υπερπλούσιους περιηγητές ναυαγίων, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν και μερικά πράγματα που ενώνουν τους επιβάτες των δύο επικίνδυνων ταξιδιών, πέρα από τον ίδιο τον θάνατο.

Αυτό που κινεί εκατομμύρια ανθρώπους, διωγμένους από τον πόλεμο, την πείνα ή την καταστολή, από τις χώρες τους προς την Ευρώπη ή αλλού είναι η επιβίωση. Κι η δική τους αδρεναλίνη πιάνει κόκκινο μέσα στα σαπιοκάραβα, αλλά ελπίζουν ότι θα τα καταφέρουν. Κι αρκετοί, η πλειονότητα, τα καταφέρνουν σε πείσμα των φραχτών, των επαναπροωθήσεων, των ναυαγίων και της γραφειοκρατικής βασάνου στην οποία τους υποβάλλει το υποκριτικό πρωτόκολλο του ασύλου. Η επιμονή των εκατομμυρίων που για δεκαετίες και αιώνες μετακινούνται από ανατολικά και νότια προς βορρά και δύση έκανε την Ευρώπη αυτό που είναι σήμερα. Και θα συνεχίσει να τη μεταμορφώνει και ενδεχομένως να τη σώζει από τη συντελούμενη οικονομική και κοινωνική παρακμή της, απέναντι στους άλλους ισχυρούς πόλους του κόσμου.

Αλλά και το αντίστροφο που γίνεται από μερικά φιλοπερίεργα και ακόρεστα όντα της παγκόσμιας κοινωνικής ελίτ έχει μιαν ανάλογη διαμορφωτική επίδραση στον κόσμο μας, έστω και ερήμην των προθέσεών τους. Τα τυχοδιωκτικά ταξίδια της απληστίας που ξεκίνησαν τον 15ο αιώνα οι κονκισταδόρες της Ιβηρικής ή οι Ιταλοί εξερευνητές, παρά τα απεχθή κίνητρά τους και τις ληστρικές πρακτικές τους, έφτιαξαν τη γεωγραφία του κόσμου μας. Στους ίδιους πλόες, στις ίδιες ρότες, στις ίδιες γραμμές διακινούνται μέχρι σήμερα οι άνθρωποι και τα δημιουργήματά τους από και προς κάθε σημείο του ορίζοντα. Η αγωνία του πρώτου διάπλου του Ατλαντικού, το ρίσκο της πρώτης πτήσης στο Διάστημα, το στρες του ταξιδιού από το Τομπρούκ στη Λαμπεντούζα είναι οχήματα της ανθρώπινης εξέλιξης. Η περιέργεια και η επιβίωση κινητοποιούν το βαθυσκάφος της ανθρωπότητας με καύσιμο την αδρεναλίνη.

Είμαστε όλοι σε ένα κίτρινο υποβρύχιο, τραγουδούσαν πριν από 60 και πλέον χρόνια οι Beatles, στο ασαφούς πρόθεσης και σημειολογίας παιδικό τραγούδι, που ο θρύλος το συνδέει με την ψυχεδέλεια, το LSD ή τις κίτρινες κάψουλες του βαρβιτουρικού Nembutal, αν και ο συνδημιουργός του, Πολ ΜακΚάρτνεϊ, έχει εκμυστηρευτεί ότι πηγή έμπνευσης μπορεί να ήταν το ελληνικό «υποβρύχιο», οι χρωματιστές κουταλιές μαστιχωτής ζάχαρης βυθισμένες σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, που είχε απολαύσει σε ένα ταξίδι του στην Ελλάδα το 1963. Αν ισχύει αυτό, θα ήταν ανατριχιαστικά ενδιαφέρον να αποκλείσουμε ότι το ταξίδι είχε γίνει στην Πύλο ή κάπου εκεί.

Αλλά αυτό που τραγούδησαν τότε ισχύει απόλυτα. Είμαστε και πάντα ήμασταν στο ίδιο υποβρύχιο, κίτρινο, πράσινο, μπλε, δεν έχει σημασία. Ο βαθμός αλληλεξάρτησης των ανθρώπινων όντων έχει αυξηθεί τρομακτικά. Οσο κι αν κάποιοι πιστεύουν ότι μια θέση στο πιλοτήριο του βαθυσκάφους τούς καθιστά προνομιούχους σε σχέση με την πλέμπα που στοιβάζεται στην ουρά του, αν κι όταν τελειώσει το οξυγόνο του, όλους ο ίδιος οδυνηρός θάνατος μας περιμένει.

Είναι θέμα επιλογής.
Το κίτρινο υποβρύχιό μας μπορεί να μας ταξιδέψει στα βάθη των ωκεανών, να μας πετάξει πάνω από τα σύννεφα, να μας μεταφέρει σε κάθε γωνιά της Γης, να μας μεταφέρει στα βάθη του Διαστήματος και να μας διακτινίσει στο μέλλον. Αλλά πριν από όλα πρέπει να επιτελέσει την πιο απλή, εύκολη και αδάπανη αποστολή του: να μεταφέρει με ασφάλεια τους απελπισμένους που θέλουν να διασχίσουν τα λίγες εκατοντάδες μίλια από τη μια ακτή της Μεσογείου στην άλλη.
\


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
As we live a life of ease
Every one of us
Has all we need
Sky of blue
And sea of green
in our yellow Submarine
We all live in a yellow submarine
Yellow submarine, yellow submarine

The Beatles, 1966

Saturday, June 17, 2023

Η τιμή της απανθρωπιάς

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 17-18/6/2023


Αποφάσισα να κλέψω τον εαυτό μου. Εντάξει, δεν θα είναι η πρώτη φορά. Ολοι λίγο πολύ κλέβουμε τους εαυτούς μας, με την έννοια ότι κατά κανόνα αναπαράγουμε σκέψεις, αντιλήψεις, συμπεριφορές και επιλογές μας που έχουν εδραιωθεί προ πολλού. Eπομένως και στη δημοσιογραφία και στην αρθρογραφία σε γενικές γραμμές στα μάτια και τ’ αυτιά των συστηματικών αναγνωστών-ακροατών-θεατών είναι προβλέψιμο τι θέση θα πάρει ένα μέσο, ένας ρεπόρτερ, ένας σχολιαστής και απλώς το ζητούμενο είναι να κάνει μια ελάχιστη προσπάθεια πρωτοτυπίας στο σερβίρισμα. Για παράδειγμα, ο εθνικός σχολιαστής Γιάννης Πρετεντέρης εδώ και δεκαετίες κλέβει τον εαυτό του και τον ξανασερβίρει καθημερινά περισσότερο ή λιγότερο πρωτότυπα. Πάντως κανείς δεν εκπλήσσεται γι’ αυτό που διαβάζει ή ακούει απ’ αυτόν. Αν όμως μια μέρα αποφάσιζε να εκπλήξει το σύμπαν, αν π.χ. έβγαινε στο Mega χθες ή προχθές λάβρος κατά της Ε.Ε., της Frontex, του Λιμενικού, της κυβέρνησης, της Ν.Δ., του φράχτη στον Εβρο, των επαναπροωθήσεων, αν δηλαδή αποφάσιζε για μια μέρα να μην κλέψει τον εαυτό του, θα έκανε μεγάλη διαφορά, έτσι δεν είναι; Και αν η ταπεινότης μου, αντίστοιχα, έγραφε για το έγκλημα στο Φρέαρ των Οινουσσών, «ας πρόσεχαν κι αυτοί, τι φταίμε εμείς αν θέλουν να διακινδυνεύουν τις ζωές τους;», θα προκαλούσα κάποια έκπληξη, σωστά; Αλλά ας κλείσω εδώ αυτή την περιττή και αλαζονική εκ μέρους μου παρένθεση. Διότι όπως θα έγραφε ο Καρυωτάκης, «Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,/ ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει,/ μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο,/ ίδια τον ένα και τον άλλο;» (Μικρή Ασυμφωνία εις Α Μείζον, 1927). 

Αποφάσισα λοιπόν να κλέψω τον εαυτό μου στεγνά. Kαι το προκαταβάλλω γιατί εμμέσως κλέβω και τους πιθανούς αναγνώστες. Το κείμενο που ακολουθεί είναι δημιουργική αναπαραγωγή του podcast με τίτλο «10.000.000 ευρώ στον πάτο της θάλασσας», που μπορείτε να το ακούσετε στα podcast της «Εφ.Συν.» στην ιστοσελίδα της εφημερίδας. 

Τι είναι τα 10 εκατ. ευρώ; Είναι η τιμή των τουλάχιστον 500 ανθρώπινων ζωών που χάθηκαν στη θάλασσα έξω από την Πύλο, στην επιχείρηση επιτήρησης που δεν έγινε ποτέ επιχείρηση διάσωσης, ίσως μάλιστα έγινε επιχείρηση ρυμούλκησης, απώθησης, εξώθησης, εξόντωσης και τελικά μαζικού πνιγμού. Είναι η τιμή τους βάσει τιμοκαταλόγου της Ε.Ε., που κατάφερε να ρίξει δραστικά την αξία της ανθρώπινης ζωής συμβάλλοντας αποφασιστικά στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού σε πνεύμα Φρανκφούρτης. Ως γνωστόν 20.000 ευρώ είναι το κατά κεφαλήν τίμημα που πρέπει να πληρώνει όποια χώρα της Ε.Ε. αρνείται να φιλοξενήσει έναν πρόσφυγα στο πλαίσιο του μηχανισμού μετεγκατάστασης όσων παίρνουν άσυλο. Για να είμαστε ακριβείς, τα 20.000 ευρώ δεν είναι ακριβώς η τιμή κάθε ανθρώπου, αλλά η τιμή της απανθρωπιάς την οποία δικαιούται να επιδεικνύει κάθε χώρα της Ε.Ε. Η τιμή τού κατά κεφαλήν ρατσισμού, μισανθρωπίας και μισαλλοδοξίας. 

Αν πιστεύετε ότι αυτό είναι ένα φτηνό σχήμα λόγου, σας πληροφορώ ότι η στατιστική και η οικονομία έχει εδώ και πολλές δεκαετίες επιχειρήσει να τιμολογήσει την ανθρώπινη ζωή. Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις δείκτες και όροι που προσπαθούν να μετρήσουν την αξία της. Υπάρχει η αξία των δαπανών πρόληψης ενός θανατηφόρου γεγονότος (VPF), το σιωπηρό κόστος αποτροπής ενός θανάτου (ICAF) ή η αξία μιας στατιστικής ζωής (VSL). Υπάρχει και μαθηματικός τύπος που τιμολογεί την αξία μιας ανθρώπινης ζωής, δηλαδή το πόσα χρήματα πρέπει να δαπανηθούν ώστε ένα παιδί που γεννιέται σήμερα να φτάσει μέχρι τα 80-85 χρόνια του, που είναι περίπου το προσδόκιμο ζωής στην αναπτυγμένη Δύση, ή έστω στα 55, που είναι το προσδόκιμο στην Αφρική. Η μαθηματική συνάρτηση περιλαμβάνει και μεταβλητές αποπληθωριστή και πραγματικού εισοδήματος. 

Βάσει αυτού του τύπου, που πιθανότατα σας προκαλεί απέχθεια έως και εμετό, η αξία μιας ανθρώπινης ζωής έχει υπολογιστεί σε περίπου 9 εκατ. δολάρια στις ΗΠΑ, σε 8 εκατομμύρια δολάρια στην Αυστραλία, σε 2,5 έως 4 εκατομμύρια ευρώ στη Σουηδία, σε μόλις 640.000 στην Ινδία, ενώ στην υποσαχάρια Αφρική η αξία μιας «στατιστικής ζωής» είναι εξαιρετικά συμφέρουσα. Μόλις 10.000 δολάρια. 

Η τιμολόγηση διαφέρει από ήπειρο σε ήπειρο, από χώρα σε χώρα και από τάξη σε τάξη. Στις ΗΠΑ, την πλουσιότερη χώρα του πλανήτη, υπάρχουν άνθρωποι ζουν μέχρι τα 85 τους αποκλεισμένοι από τη δημόσια περίθαλψη και την πρόνοια, σιτιζόμενοι στα φιλανθρωπικά συσσίτια και κοιμώμενοι σε κάμπινγκ ή κοινόχρηστους κοιτώνες της εκκλησίας, έχοντας καταφέρει να ρίξουν την τιμή τους σε ένα απειροελάχιστο ποσοστό των 9 εκατ. δολαρίων μιας κανονικής αμερικανικής ζωής. Αλλά την ίδια στιγμή τα 9 εκατ. μιας κανονικής αμερικανικής ζωής δεν φτάνουν για να καλύψουν μόλις έναν μήνα της ακριβότερης αμερικανικής ζωής, αυτής του Ελον Μασκ. 

Εννοείται πως υπάρχουν και άλλοι συντελεστές που επηρεάζουν την τιμή μιας ανθρώπινης ζωής. Αλλο να είσαι λευκός Καυκάσιος και άλλο μαύρος Αφρικανός ή μελαψός Ασιάτης. Αλλο να είσαι χριστιανός και άλλο να είσαι μουσουλμάνος, ινδουιστής ή βουδιστής. Αλλο να είσαι άντρας και άλλο γυναίκα. Αλλο να είσαι νόμιμος κάτοικος μιας χώρας της Ε.Ε. και άλλο να είσαι παράτυπος μετανάστης, «λαθραίος», εισβολέας στην καθαρή, σκατόψυχη Ενωση που υψώνει φράχτες στα χερσαία σύνορά της και έχει μετατρέψει σε υδάτινα νεκροταφεία τα θαλάσσια σύνορά της, υποδυόμενη πως ασκεί το διεθνές καθήκον της διάσωσης ανθρώπινων ζωών. 

Η ηγεσία της Ε.Ε., με τη συναυτουργία 27 κυβερνήσεων που κρύβονται η μία πίσω απ’ την άλλη, πέτυχε το απόλυτο: κανονικοποίησε την τιμολόγηση της ανθρώπινης ζωής στα 20.000 ευρώ κατά κεφαλήν. Αν και στην πραγματικότητα αυτή είναι η τιμή της απανθρωπιάς κάθε κυβέρνησης -φυσικά και της ελληνικής- που αρνείται να παρέχει στον πρόσφυγα ένα πιάτο φαΐ, ένα κρεβάτι, μια ευκαιρία να επανεκκινήσει τη ζωή του. Και ίσως τα 20.000 ευρώ είναι και πολλά, μια και η κατά κεφαλή τιμολόγηση των προσφύγων, που από το 2015 έχει αναλάβει η Τουρκία του Ερντογάν -σαν καλό μαντρόσκυλο- να τους κρατά μακριά από τη λευκή χριστιανική Ευρώπη, είναι μόλις 2.000 ευρώ. Αυτή είναι η ταρίφα που προκύπτει αν διαιρέσουμε τα 6,5 δισ. της ευρωπαϊκής χρηματικής «διευκόλυνσης» (έτσι ακριβώς!) στην Τουρκία με τα 3,5 εκατ. προσφύγων που κρατά μαντρωμένους. 

Εντάξει, μπορεί να έχουμε ακόμη αμφιβολίες για την τιμή της ανθρώπινης ζωής, αλλά τουλάχιστον έχουμε μια αρκετά ακριβή προσέγγιση για την τιμή της απανθρωπιάς στην Ευρώπη. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε, βέβαια, και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίες εικόνες με δόντια καρχαριών, σε υπέροχα χρώματα, με τα στόματά τους και τους λαιμούς τους σαν γνήσια γήπεδα, όπου κανείς μπορεί να κυλιστεί και να παίξει. Τα θέατρα στον βυθό της θάλασσας θα έδειχναν έργα με ηρωικά μικρά ψαράκια να κολυμπούν ενθουσιασμένα μέσα στο λαιμό των καρχαριών, και η μουσική θα ήταν τόσο όμορφη, που θα οδηγούσε τα ψαράκια σαν σε όνειρο, και αυτά κάνοντας τις πιο όμορφες σκέψεις θα κυλούσαν μέσα στο λαιμό των καρχαριών. Και θα υπήρχε, βέβαια, και θρησκεία, που θα δίδασκε ότι η αληθινή ζωή αρχίζει ουσιαστικά μέσα στα στομάχια των καρχαριών.

Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Ιστορίες του κ. Κόινερ»  

Saturday, June 10, 2023

Για την αθανασία του ραντιέρη, ρε γαμώτο!

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 10-11/6/2023




Τα πράγματα είναι απλά –ή έτσι τουλάχιστον μου φαίνονται εμένα. Πριν από καμιά δεκαετία, όταν ήμασταν στην κορύφωση της ελληνικής και ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, ακόμη και τα «ιερατεία» των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης ένιωσαν τους μικρούς Κέινς που έκρυβαν στη νεοφιλελεύθερη καρδιά τους να φτερουγίζουν και σκέφτηκαν πως δεν γίνεται εσαεί να διασώζουν και να προφυλάσσουν τα golden boys and girls της χρηματοπιστωτικής ελίτ, τις τράπεζες, τους άπληστους διαχειριστές του έξυπνου χρήματος, τους αργόσχολους που πλούτιζαν από τις ποικίλες φούσκες μετοχών, ομολόγων, παραγώγων, ακινήτων, προθεσμιακών καταθέσεων, οπότε αποφάσισαν να θυσιάσουν καμπόσους από αυτούς. Οχι από κάποια συμπόνια για τους πληβείους που τσακίζονταν από την κρίση με απώλεια εισοδημάτων, περιουσιακών στοιχείων, θέσεων εργασίας και ραγδαία φτωχοποίηση. Αλλά για λόγους αυτοπροστασίας του συστήματος.

Η αρχή και το μεγάλο πείραμα έγινε στην Ελλάδα, το πειραματόζωο της κρίσης, με το περίφημο PSI, το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων το 2012. Φυσικά, τις μεγάλες απώλειες τις υπέστησαν τα ασφαλιστικά ταμεία και οι ελληνικές τράπεζες –για να σωθούν οι γαλλικές, γερμανικές και άλλες ευρωπαϊκές που έκαναν παιχνίδι με το ελληνικό χρέος–, αλλά αρκετές χιλιάδες ομολογιούχοι υπέστησαν κι αυτοί τη μεγάλη κουρά των προβάτων. Είχε προηγηθεί η Ισλανδία, που άφησε τις τράπεζες να καταρρεύσουν με μεγάλη χασούρα για τους καταθέτες, αλλά με ηθική ανταμοιβή τη φυλάκιση μερικών τραπεζιτών· αλλά ήταν στην Κύπρο που επισήμως το ευρωπαϊκό «ιερατείο» παραβίασε τα ιερά και τα όσια του τραπεζικού ευαγγελίου κουρεύοντας δραστικά τις καταθέσεις. Στη συνέχεια, αυτό έγινε και πανευρωπαϊκός νόμος, η περίφημη Οδηγία bail in, που σημαίνει ότι καμιά τραπεζική διάσωση δεν γίνεται χωρίς πρώτα να πληρώσουν οι μέτοχοί της, οι ομολογιούχοι της και, στο τέλος, και οι καταθέτες της, τουλάχιστον οι πιο μεγάλοι απ’ αυτούς. Αν και αυτή η ευρωπαϊκή Οδηγία δεν έχει μέχρι στιγμής εφαρμοστεί –αντίθετα, οι ελληνικές τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν (δηλαδή διασώθηκαν) με 50 δισ. ζεστό χρήμα των φορολογουμένων, υπό εξόφληση μέχρι το 2070–, αποτελεί ίσως την πιο απρόσμενη προσχώρηση της ευρωπαϊκής νομενκλατούρας στην πρόταση του Τζον Μέιναρντ Κέινς, από την περίοδο του Μεσοπολέμου, υπέρ της «ευθανασίας του ραντιέρη». 

Ραντιέρης ίσον εισοδηματίας. Από τη γαλλική λέξη rentier ή την αγγλική renter. Ο Κέινς, ταράζοντας τα νερά της αστικής πολιτικής οικονομίας τη δεκαετία του 1920, είχε στον νου τους αργόσχολους εισοδηματίες του τόκου και γι’ αυτό τασσόταν υπέρ μιας πολιτικής χαμηλών επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες και υψηλού πληθωρισμού που θα καθιστούσαν όσο το δυνατό πιο περιττούς τους εισοδηματίες του τόκου. «Είναι χειρότερο –έγραφε το 1923– να προκαλέσουμε ανεργία μέσω του αποπληθωρισμού σε έναν κόσμο που ήδη υποφέρει από τη φτώχεια, από το να δυσαρεστήσουμε τον ραντιέρη που ζει από τους τόκους».

Ο Κέινς, ζώντας στην πατρίδα της τραπεζικής πίστης, τη Βρετανία, διέβλεπε τον διαβρωτικό ρόλο της και επεδίωκε την απελευθέρωση του «παραγωγικού» από την ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Δεν είχε την παραμικρή αντικαπιταλιστική πρόθεση. Ηθελε απλώς να λειτουργήσει το χρήμα-κεφάλαιο υπέρ των «λειτουργικών καπιταλιστών». 

Αν και οι απόψεις του Κέινς υπήρξαν δημοφιλείς στις πολιτικές ελίτ της Δύσης για δεκαετίες, υιοθετήθηκαν μόνο α λα καρτ. Και χωρίς επιτυχία. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο όχι μόνο δεν υποβλήθηκε σε «ευθανασία», αλλά γιγαντώθηκε ανεξέλεγκτα και οι ραντιέρηδες δεν είναι μόνο μερικές χιλιάδες αργόσχολοι εισοδηματίες που παίζουν με τις αγορές μετοχών, ομολόγων, νομισμάτων, προθεσμιακών καταθέσεων και συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης σε κάθε υλικό ή άυλο αγαθό –από το σιτάρι μέχρι τα κρυπτονομίσματα–, αλλά κολοσσιαία κεφάλαια, διεθνείς τραπεζικοί όμιλοι, hedge funds, επενδυτικές εταιρείες, διαχειριστές συνταξιοδοτικών ταμείων. 

Η παρένθεση που άνοιξε στην κορύφωση της κρίσης χρέους υπέρ της «ευθανασίας του ραντιέρη», με την παράδοξη συναίνεση νεοφιλελεύθερων, κεϊνσιανών ή νεο-κεϊνσιανών τεχνοκρατών της οικονομίας, εξαντλήθηκε στο «ξύλο» που έφαγαν μερικοί στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Υστερα, όχι μόνο έκλεισε βίαια, αλλά σήμερα ζούμε την απόλυτη αντιστροφή της κατάστασης. Οι μεν κεντρικοί τραπεζίτες φτύνουν στον τάφο του Κέινς και εφαρμόζουν τα ακριβώς αντίθετα της «συνταγής» του, ανεβάζοντας τα επιτόκια στον θεό εν ονόματι του πληθωρισμού, οδηγώντας έτσι σε ευθανασία όχι τους ραντιέρηδες του τόκου, αλλά τους δανειολήπτες. Οι δε κυβερνήσεις ετοιμάζονται να μοιράσουν πόνο στα φτωχότερα στρώματα, που θα κληθούν να πληρώσουν τα σπασμένα της πανδημίας και της αύξησης χρέους που αυτή απαίτησε. 

Αλλά απ’ όλες τις κυβερνήσεις της Ευρώπης που αποκαθήλωσαν κακήν κακώς τον Κέινς από το εικονοστάσι τους, είναι ο Μητσοτάκης και το γαλάζιο οικονομικό επιτελείο που διεκδικεί επάξια τον τίτλο του κορυφαίου προστάτη κι ευεργέτη των ραντιέρηδων. Μέτοχοι, ομολογιούχοι, αεριτζήδες του real estate, επενδυτικοί «τουρίστες» καλούνται να κάνουν την αρπαχτή τους με το μικρότερο δυνατό φορολογικό κόστος, στο όριο της απαλλαγής στην περίπτωση των μερισμάτων, και με τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση. Η Ελλάδα του γαλάζιου Μωυσή είναι ο νέος παράδεισος των ραντιέρηδων, η όαση που εγγυάται την αθανασία των ίδιων και του πλούτου τους. 

ΥΓ.: Ας πρόσεχαν κεϊνσιανοί και νεο-κεϊνσιανοί που έδειξαν υπερβολική ευπιστία στην προθυμία με την οποία η δεξιά του κεφαλαίου (το βιομηχανικό - παραγωγικό) θα δεχόταν τάχα τον ακρωτηριασμό της αριστεράς του (το χρηματοπιστωτικό). Αν είχαν ρίξει έστω μια φευγαλέα ματιά σε όσα έγραφε ο Μαρξ ενάμιση αιώνα πριν για τη σύμφυσή τους, ίσως το ’χαν πάρει απόφαση πια πως ευθανασία του ραντιέρη είναι μάλλον αδύνατη χωρίς την ευθανασία του κεφαλαίου γενικώς. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Η ευθανασία του ραντιέρη θα σημάνει την ευθανασία της σωρευτικής καταπιεστικής ισχύος του καπιταλιστή να εκμεταλλεύεται τη σπάνια αξία του κεφαλαίου. Σήμερα ο τόκος δεν επιβραβεύει κάποια γνήσια θυσία περισσότερο απ’ ό,τι η ενοικίαση γης. Ο ιδιοκτήτης κεφαλαίου μπορεί να εισπράττει τόκους επειδή το κεφάλαιο είναι σπάνιο, όπως ακριβώς ο ιδιοκτήτης γης μπορεί να εισπράξει ενοίκια επειδή η γη είναι σπάνια. Ενώ όμως μπορεί να υπάρχουν εγγενείς λόγοι για τη σπανιότητα της γης, δεν υπάρχουν εγγενείς λόγοι για τη σπανιότητα του κεφαλαίου.


Τζον Μέιναρντ Κέινς, «Γενική Θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος» (1936)


Saturday, June 3, 2023

Η χώρα ως εργοτάξιο των ιδιοκτητών της

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 2-5/6/2023


Η καθημερινή όψη των πόλεων και των γειτονιών, ειδικά στην Αθήνα, μου θυμίζει λίγο κινηματογραφικά επίκαιρα της χούντας. Και γενικώς εικόνες δεκαετίας του 1960. Ως γενιά της αντιπαροχής, που μετέτρεψε την Αθήνα και τις άλλες μεγαλουπόλεις σε ατέλειωτες κοιλάδες σκυροδέματος, ανακαλώ τα στερεότυπα και σύμβολα της εργολαβικής εποποιίας: την μπετονιέρα με τον εκκωφαντικό θόρυβό της, το κομπρεσέρ, το καρότσια, τα πτυοσκάπανα, να αναβατόρια, τα φορτηγά, τους εκσκαφείς, τις ξύλινες σκαλωσιές, τους ανθρώπους που σκαρφάλωναν πάνω τους με ακροβατική δεξιότητα. Και, φυσικά, το μυστρί. Α, ναι, το μυστρί, που στα χέρια των υπουργών της χούντας γινόταν πανίσχυρο όπλο προπαγάνδας. «Η Ελλάδα απ’ άκρου εις άκρον αποσκάπτεται», έλεγε ο αφηγητής των κινηματογραφικών επικαίρων, που τα βλέπαμε λίγο πριν από το αμερικανικό γουέστερν, τον Ξανθόπουλο ή το τουρκικό μελό, που τότε έκανε σουξέ στα συνοικιακά σινεμά. «Αποσκάπτεται», «ανασκάπτεται» ή «εκσκάπτεται», έλεγε ο εκφωνητής; Δεν είμαι σίγουρος, αλλά η λέξη απέπνεε την εικόνα μας Ελλάδας απέραντου εργοταξίου ιδιωτικών και δημόσιων έργων. Και στην κατακλείδα, ένας Παττακός ή ένας Μακαρέζος με το μυστρί στο χέρι να ρίχνει δυο-τρεις δόσεις τσιμέντο και να τοποθετεί τη μαρμάρινη πλάκα με τα απαραίτητα credits: «Ενεκαινιάσθη επί εθνικής κυβερνήσεως…».

Η προπαγανδιστική βιτρίνα των χουντικών επικαίρων δεν ήταν εντελώς ψευδής. Η χώρα ήδη από τα τέλη του εμφυλίου, αλλά κυρίως από τις αρχές της δεκαετία του ’60, βρίσκεται σε οικοδομικό οργασμό, με παράλληλη ανάπτυξη δημόσιων και ιδιωτικών έργων που υπηρετούσαν άναρχα και χωρίς σχέδιο την ατελή εκβιομηχάνιση και μαζική αστικοποίηση-προλεταριοποίηση του πληθυσμού της υπαίθρου. Ολοι έπρεπε να κάνουν κάτι: οι εργολάβοι να βρουν οικόπεδα και να σηκώσουν πολυκατοικίες, οι επιχειρηματικοί όμιλοι να στήσουν μεγάλες μονάδες διύλισης πετρελαίου ή παραγωγής εσωρούχων, το εμπορικό κεφάλαιο να χτίσει μικρά ή μεγάλα καταστήματα λιανικής, η ΔΕΗ να επεκτείνει το δίκτυο και τις συνδέσεις της, η ΕΥΔΑΠ να διευρύνει την αποχέτευση και την ύδρευση όπου πήγαινε το κεφάλαιο και ο πληθυσμός, ο ΟΤΕ να κάνει τις τηλεφωνικές συνδέσεις, το κράτος να φτιάξει δρόμους, σχολεία, στοιχειώδεις υποδομές, οι δήμοι να δώσουν μορφή στις άμορφες οικιστικές μάζες που αναπτύσσονταν εκτός σχεδίου, με τη διάσωση κάποιων ελάχιστων δημόσιων χώρων. 

Ως παιδί, θυμάμαι ότι όλη αυτή η οικοδομική ένταση είχε πολύ θόρυβο και πολλή σκόνη. Δεν την ανακαλώ για λόγους νοσταλγίας –παίζει κι αυτή, γιατί κατά κανόνα τα καλύτερά μας χρόνια είναι τα παιδικά–, αλλά για να επισημάνω μια ειδοποιό διαφορά: σε όλα τα μικρά και μεγάλα έργα, δημόσια και ιδιωτικά, στα φρεάτια που άνοιγε η ΕΥΔΑΠ, στα σκάμματα που άνοιγε η ΔΕΗ για να υψώσει τις ξύλινες ή τσιμεντένιες κολόνες της, στα οδικά έργα που διέκοπταν τον δρόμο μας και μας έστελναν στο παρακάτω στενό, υπήρχε τουλάχιστον μια διακριτική πινακίδα που προειδοποιούσε: «Προσοχή, έργα ΕΥΔΑΠ», «Προσοχή, έργα ΔΕΗ», «Προσοχή, έργα Δήμου Αθηναίων». Λογική προειδοποίηση, αν ένα παιδί έπεφτε στο αφύλακτο όρυγμα και χτυπούσε, ήξερες τουλάχιστον εναντίον ποιου μπορεί να στραφεί η οικογένεια για μια στοιχειώδη αποζημίωση. Ακόμη και οι ιδιώτες που για τις ανάγκες μιας οικοδομής έπρεπε να καταλάβουν μέρος του δημόσιου δρόμου, φρόντιζαν να αναρτήσουν κάπου ένα πρόχειρο χαρτί που έλεγε από ποιον έχουν πάρει άδεια για την κατάληψη, έστω κι αν την είχαν αποσπάσει με την αλάνθαστη μέθοδο της εξαγοράς. Λογικά, αν είστε από 40 ετών και πάνω, έχετε ανάλογες εικόνες. 

Ρίξτε τώρα μια ματιά σε ό,τι δημόσιο ή ιδιωτικό έργο είναι σε εξέλιξη από το κέντρο της Αθήνας μέχρι τις γειτονιές όλων των μεγάλων δήμων. Πάρτε τον Μεγάλο Περίπατο του Μπακογιάννη, αυτής της ανόητης και δαπανηρής επινόησης που έχει μετατρέψει τον κεντρικότερο δρόμο της Αθήνας σε ένα ατέλειωτο γιαπί. Τρία ολόκληρα χρόνια, σχεδόν όλη η θητεία του μεγάλου ανασκαφέα της Πολιτείας του Πλάτωνα, έχουν περάσει με ένα διαρκές ράβε ξήλωνε. Κανείς δεν ξέρει ποιος ακριβώς κάνει έργα κάθε φορά σ’ αυτόν τον διάδρομο του ενός χιλιομέτρου. Ο ΔΕΔΔΗΕ; Η ΔΕΗ; Η ΕΥΔΑΠ; Οι εργολάβοι του δήμου; Δεν υπάρχει η παραμικρή σήμανση, προειδοποίηση. Υπάρχει μόνο η θρασεία κατάληψη του δημόσιου χώρου από ιδιώτες χωρίς την ελάχιστη, τυπική δήλωση ταυτότητας του καταληψία, για το ενδεχόμενο λογοδοσίας. 

Πηγαίνετε τώρα σε οποιαδήποτε γειτονιά της Αθήνας, όπου, καθώς οι θητείες των δημοτικών αρχών τελειώνουν, βιάζονται να ρίξουν όλα τα ταμειακά διαθέσιμα ή τα «μπόνους» του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης που έχουν αποσπάσει για να παραδώσουν επιτυχώς τα υπεσχημένα ή και τα έξτρα. Η χαρά των εργολάβων, το μεγαλύτερο μέρος της σημαντικής αύξησης της οικοδομικής δραστηριότητας είναι δημόσια έργα. Πεζόδρομοι, επεκτάσεις πεζοδρομίων, οδοστρώματα, αναπλάσεις πλατειών. Ιχνος σήμανσης, ποιος κάνει, για ποιον το κάνει, τι κάνει. Στον ίδιο δρόμο που πριν από έναν μήνα στρώθηκε φρέσκια άσφαλτος, τώρα ένα συνεργείο σκάβει στην άκρη του, μια ασπροκόκκινη πλαστική κορδέλα και μια φωτοτυπία «μην παρκάρετε» είναι η μόνη προειδοποίηση. Ποιος σκάβει; Η ΕΥΔΑΠ, η ΔΕΗ, ο ΔΕΔΔΗΕ, η Cosmote, η Vodafone, η Wind που στρώνουν οπτικές ίνες και υπόσχονται να τη φέρουν στην πόρτα σας; Από ποιον πήρε άδεια να σκάψει, να ξηλώσει οδόστρωμα και πεζοδρόμιο, να αφήσει παρατημένα μπάζα, να προκαλέσει αναστάτωση στην κυκλοφορία; Πού δηλώνει το έργο, τον σκοπό, τον προϋπολογισμό, την πηγή χρηματοδότησής του; Πουθενά. Κι αναρωτιέται κανείς αν ακόμη και αυτή η στοιχειώδης υποχρέωση αναφοράς στα συγχρηματοδοτούμενα από την Ε.Ε. έργα έχει με κάποιο ντρόπο καταργηθεί με ένα από τα αριστοτεχνικά νομοθετικά τρικ της κυβέρνησης-μπουλντόζα. 

Ποιος καταλαμβάνει μια πλατεία για να ανοίξει φρεάτιο του μετρό χωρίς να ρωτήσει κανέναν, χωρίς να αναρτήσει έστω μια πινακίδα; Ποιος μαντρώνει έναν χώρο αναψυχής με λαμαρίνες στο όνομα κάποιας ασαφούς ανάπλασης χωρίς άδεια; Ποιος έχει καταστήσει την αστυνομία και τα ΜΑΤ «σεκιουριτάδες» για να απωθούν τους απορημένους και θυμωμένους κατοίκους από τους λιγοστούς δημόσιους χώρους; Ποιος καταργεί «με το έτσι θέλω» τους λιγοστούς χώρους ελεγχόμενης στάθμευσης της Αθήνας και τους μετατρέπει σε προέκταση του ιδιωτικού εργοταξίου του, την ώρα που οι δημοτικοί υπάλληλοι, λίγα μέτρα πιο κάτω, κόβουν αβέρτα κλήσεις ακόμη και για καθυστέρηση; Από πού αντλούν την εξουσία οι καταληψίες του δημόσιου χώρου να φέρονται ως ιδιοκτήτες της χώρας, των πλατειών, των δρόμων, των πεζοδρομίων, των βουνών, των κάμπων, των ακτών της; 

Η απάντηση στα ρητορικά αυτά ερωτήματα είναι μία: Μητσοτάκης Α.Ε. Η χώρα, εδώ και πολλές δεκαετίες, ήταν «πεδίο βολής» των επιχειρηματικών ελίτ, αλλά ήταν η διακυβέρνηση της Ν.Δ. που έκανε το ποιοτικό και θεσμικό άλμα να τους την εκχωρήσει κατά νομή, κατοχή και κυριότητα. 



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Ηρθαν κύριοι με τσάντες και μεζούρες, 

μέτρησαν το οικόπεδο, άνοιξαν χαρτιά,

οι εργάτες έδιωξαν τα περιστέρια,

ξήλωσαν το χαγιάτι, έριξαν το σπίτι,

σβήσαν ασβέστη μες στον κήπο,

φέραν τσιμέντο, στήσαν σκαλωσιές –

θα χτίσουν κι άλλη πολυκατοικία. 


Ρίχνουν τα ωραία σπίτια ένα ένα,

τα σπίτια που μας ανάστησαν από μικρά,

με τα φαρδιά παράθυρα, τις ξύλινες σκάλες, 

με τα ψηλά νταβάνια, τις λάμπες στους τοίχους,

τρόπαια λαϊκής αρχιτεκτονικής. 


Κατατρέχουν τη γραφικότητα,

τη διώχνουν διαρκώς στην πάνω πόλη,

εκπνέει σαν προδομένη επανάσταση,

σε λίγο δε θα υπάρχει ούτε στις καρτ-ποστάλ,

ούτε στη μνήμη και την ψυχή των παιδιών μας


Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ανυπεράσπιστος καημός», 1958