Saturday, November 29, 2025

Καθείς και η Ιθάκη του

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 29-30/11/2025


Η δική μου Ιθάκη πάλι είναι δυο βήματα από Αθήνα, 20 χιλιόμετρα από το κέντρο. Βάρκιζα, για μια βουτιά μια δυο φορές τη βδομάδα. 



Μας τα ’λεγε ο Αλεξανδρινός, ο μακαρίτης Κωνσταντίνος Καβάφης, αλλά ποιος του ’δινε σημασία τότε που τον διδασκόμασταν στα σχολεία, μια κι η δική του Ιθάκη ήταν από τα λίγα του ποιήματα που περνούσαν από τα φίλτρα της ελληνοχριστιανικής αγωγής και της εκπαιδευτικής λογοκρισίας. «Ηδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν...». 

Βλέπετε, η Ιθάκη δεν είναι μόνο μία, υπάρχουν χιλιάδες Ιθάκες, εκατομμύρια Ιθάκες, ίσως δισεκατομμύρια, όσες και τα ανθρώπινα όντα του πλανήτη, τα ζώντα και τα τεθνεώτα και τα αγέννητα, καθείς και η Ιθάκη του, που μπορεί να είναι μεγάλη σαν την Αυστραλία ή μικρή σαν τους Αρκιούς, απόμακρη σαν τον Αη Στράτη ή κοντινή σαν τη Σαλαμίνα, κοσμοπολίτικη σαν τη Μύκονο ή εναλλακτική σαν τη Γαύδο. Και σε αυτή τη χώρα έχουμε κι αυτή τη γενναιοδωρία της γεωγραφίας, της μυθολογίας, της ιστορίας, έχουμε τόσα νησιά, ξερονήσια, βραχονήσια, καταπράσινα, κατάξερα, με ψηλά βουνά ή επίπεδα σαν ατόλες, γεμάτα νερά ή άλλα κατάξερα, άλλα προορισμένα να γίνουν ο μόνιμος ή προσωρινός παράδεισός μας κι άλλα δοκιμασμένα για δεκαετίες σε ό,τι πλησιέστερο στην κόλαση για εξόριστους ενοίκους τους. Γιατί χιλιάδες άνθρωποι που παλεύαν για την Ιθάκη όλων μας βρήκαν τελικά τις Ιθάκες τους στη Γυάρο, στον Αη Στράτη, στη Μακρόνησο που άλλωστε χαρακτηρίστηκε Παρθενώνας της σύγχρονης Ελλάδας, τι πιο ταιριαστό για μιαν Ιθάκη. 


Κι αυτή η ιδέα, αν και παρελθόν ξεχασμένο ή αποκηρυγμένο πλέον, δεν πήγε χαμένη στις μέρες μας, για τους χιλιάδες πρόσφυγες που διασχίζουν ερήμους και θάλασσες μέχρι να φτάσουν σε ένα ελληνικό νησί, που δεν είναι η Ιθάκη τους- αυτή συνήθως βρίσκεται στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στο Αμστερνταμ, αλλά είναι η πύλη, ο δίαυλος, το κανάλι για τις Ιθάκες τους, με την προϋπόθεση να μην πνιγούν, να μην επαναπροωθηθούν, να μην απελαθούν. Και σκέφτηκαν λοιπόν οι Πλεύρηδες, οι Αδώνιδες, οι Βορίδηδες «γιατί να μην κηρύξουμε Ιθάκες τους τα ξερονήσια που τους ξεβράζουν τα σαπιοκάραβα που τους φέρνουν στις θάλασσές μας, να βρουν εκεί τις Πηνελόπες και τους Τηλεμάχους τους, να σκάψουν, να φυτέψουν, να καλλιεργήσουν, να χτίσουν, να φτιάξουν τις μικρές αποικίες τους και να αφήσουν ήσυχους εμάς τους υπόλοιπους, τους γηγενείς, να παστρέψουν τις δικές τους Ιθάκες, καθαρές από ξενομερίτες και σκουρόχρωμους». 

Βέβαια, η ιδέα του Ομήρου και του ήρωά του είναι να τη βρεις μόνος σου την Ιθάκη σου, όχι να στην ορίσουν άλλοι ή να σε φυλακίσουν σ’ αυτήν. Και επίσης μέρος της ίδιας ιδέας είναι η αναζήτηση της Ιθάκης να κρατήσει καιρό, να σου χαρίσει το ωραίο ταξίδι, που μας λέει κι ο Καβάφης, «να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος», άρα δεν είναι υπόθεση για βιαστικούς κι ανυπόμονους, ούτε για ουτοπιστές, αλλά μάλλον για πραγματιστές, γιατί ο προορισμός τελικά μάλλον θα σ’ απογοητεύσει, είτε θα τη βρεις την Ιθάκη φτωχική, είτε κατειλημμένη από ένα σωρό έγκαυλους μνηστήρες που πολιορκούν την Πηνελόπη -την Πηνελόπη ή το βασίλειο του Οδυσσέα που πήγαιναν πακέτο;- και τότε είναι που τα παίρνεις στο κρανίο και μετατρέπεις τον νυμφώνα σε σφαγείο, πάνε οι έρμοι οι μνηστήρες. 

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι αυτό το περίπλοκο ταξίδι του νόστου κράτησε καμιά δεκαετία, που αποκαλύπτει πως ο Οδυσσέας κι οι δικοί του δεν ήταν κι οι καλύτεροι ναυτικοί του κόσμου, μιας δυο ημερών δρομολόγιο το έκαναν γύρο του κόσμου. Αλλά, επειδή καθείς και η Ιθάκη του, που μπορεί να είναι η διαδρομή από την είσοδο της πολυκατοικίας σου μέχρι τη λεκάνη της τουαλέτας σου υπό την πίεση μιας ακαταμάχητης σωματικής ανάγκης που δεν παίρνει αναβολή, ο Τζέιμς Τζόις, ως γνωστόν, στις 800 και πλέον σελίδες του «Οδυσσέα» του περιγράφει τις συναντήσεις του Λέοπολντ Μπλουμ μια μοναδική κι εντελώς συνηθισμένη μέρα στο Δουβλίνο, την 16η Ιουνίου 1904. Ο Μπλουμ δεν έχει τίποτα το ηρωικό και επικό, η Ιθάκη του είναι απλώς το συζυγικό κρεβάτι στο σπίτι του και η Πηνελόπη του είναι η σύζυγός του Μόλι, και το χάπι εντ της Ιστορίας δεν είναι μια ευτυχής οικογενειακή επανένωση μετά από χρόνια απουσίας και απόστασης, αλλά η διαπίστωση της τεράστιας απόστασης ανάμεσά τους μετά από μια μέρα απουσίας. 

Υπάρχουν, βέβαια και οι ενδιάμεσες επιλογές. Ακόμη και στην Οδύσσεια των 12.000 στίχων και βάλε, αν κι ο Ομηρος (ή οι Ομηροι) μας προδίδει από την αρχή την αίσια έκβαση της πολύχρονης περιπέτειας του Οδυσσέα, τίποτε δεν απέκλειε η περιπλάνηση να σταματούσε κάπου στη μέση του ταξιδιού, γιατί να μην επέλεγε να κατσικωθεί στο νησί της Κίρκης, μια χαρά θα πέρναγε εκεί, ας όψεται ο νόστος. Αυτό λοιπόν επέλεξε ο Ρασούλης σε κείνο το όμορφο ερωτικό τραγουδάκι του Ανδρέα Μικρούτσικου με τη Σοφία Βόσσου, «Αχ βρε Κυκλωπάκι μου/ Λες κι είσαι η Ιθάκη μου/ Ξώκειλα στην αγκαλιά σου/ Σώος κι ένας/ Κι έγινα μέσ’ στα φιλιά σου/ Ο κανένας». 

Δεν διάβασα το βιβλίο του Τσίπρα και δεν ξέρω πού ακριβώς τοποθετεί τη δική του Ιθάκη, αν θεωρεί πως την πλησίασε έστω και για μια στιγμή, ποιοι απ’ όσους νομίζει πως του ’βαλαν εμπόδια, ήταν η Μέρκελ η Κίρκη του, το Eurogroup οι Λαιστρυγόνες του, ποια ήταν η Σκύλλα και ποιος η Χάρυβδη, υπήρχε έστω κι ένας Τηλέμαχος, μια Πηνελόπη στον κόσμο που τον περιέβαλλε άλλοτε με στοργή, άλλοτε με θαυμασμό, άλλοτε με θυμό και απέχθεια όλα αυτά τα περίπου 17 χρόνια που βρέθηκε στο κέντρο του πολιτικού προσκηνίου ή όλοι γύρω του τελικά ήταν μνηστήρες που φθονούσαν τον θρόνο του, Σειρήνες που προσπαθούσαν να τον αποπροσανατολίσουν, Λωτοφάγοι που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ξεχάσει από πού ήρθε και πού πήγαινε. Το σίγουρο είναι ότι κατάφερε να βάλει συνεπιβάτες στη σχεδία του εκατομμύρια ανθρώπους που πίστεψαν ότι ξέρει το δρομολόγιο για την Ιθάκη του, που την έκαναν και δική τους Ιθάκη. Αλλά η σχεδία εξόκειλε. Κι εκατομμύρια συνεπιβάτες όχι μόνο εγκατέλειψαν τη σχεδία, αλλά έχασαν τον πόθο της επιστροφής, την επιθυμία να βρουν μιαν οποιαδήποτε Ιθάκη. 

Μεγάλη ζημιά, όπως και να το κάνεις, μια κοινωνία χωρίς Νόστο, χωρίς Ιθάκη, χωρίς Ουτοπία. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Το ναυάγιο


Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα

Υστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό

Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά

(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)


Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα

Ενα νησί ερημικό όπως στα βιβλία

Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας

Γύρω γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία

Και στη μέση μια εκκλησιά


Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία

Του καπετάνιου μας που χάθηκε —ψηλά ψηλά—

Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου

Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά

Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι

Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα.


Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.


Μανώλη Αναγνωστάκη, «Το ναυάγιο» (Συλλογή: Η Συνέχεια 3)


No comments:

Post a Comment