Saturday, September 8, 2012

Ζωή εντός παρενθέσεως


(από τη στήλη Ελεύθερος Σκοπευτής, Επενδυτής 8/9/2012)


Διαβάζοντάς το, πίστεψα στην αρχή ότι ήταν «μαϊμουδιά». Ή ότι οι χαρτογιακάδες της τρόικας, οι δευτεροκλασάτοι πλην αδρά πληρωμένοι υπάλληλοι της Κομισιόν, του ΔΝΤ και της ΕΚΤ που αμιλλώνται στην αποστήθιση του Φρίντμαν, θέλουν να κάνουν πλάκα στους υφισταμένους τους υπουργούς κι υφυπουργούς, να δοκιμάσουν τα ανακλαστικά τους, τις «κόκκινες γραμμές» τους, τους απονεκρωμένους νευρώνες τους. Συνηθισμένοι να ακούνε μόνο «ναι» σε κάθε παράδοξη απαίτησή τους είπαν «ας πετάξουμε και μια πατάτα, να δούμε αν θα είναι το ίδιο πρόθυμοι». Μιλώ για το μέιλ της τρόικας, με τις εξωφρενικές απαιτήσεις για περισσότερη «ευελιξία» στην αγορά εργασίας και για «ορισμό του ελάχιστου ορίου ανάπαυσης στις 11 ώρες». Απόρησα στην αρχή, θεώρησα παράδοξο ακόμη και για Ταλιμπάν του νεοφιλελευθερισμού να ασχολούνται με το «όριο ανάπαυσης» τη στιγμή που μια χαρά κανιβαλίζουν το ωράριο και τις μέρες εργασίας. Νόμισα πως η εργατική νομοθεσία ασχολείται μόνο με τον εργάσιμο, όχι και με τον ελεύθερο χρόνο.

Έπειτα, οι καλύτεροι γνώστες του θέματος μού εξήγησαν πως η αναφορά των τροϊκανών στο 11ωρο ανάπαυσης αφορά την ελάχιστη απόσταση ανάμεσα σε δύο βάρδιες εργασίας. Αυτά παθαίνει κανείς όταν προχωρεί με το θράσος της αγνοίας ή της ημιμαθείας του.

Μια πιο ψύχραιμη σκέψη, μετά την αυτοκριτική, με οδήγησε στο επόμενο συμπέρασμα: μια χαρά τα λέει η τρόικα εξωτερικού. Η εισήγησή τους είναι απολύτως συνεπής με την περί ζωής αντίληψή της. Εφόσον η κοινωνία υπάρχει υπέρ της οικονομίας, η παραγωγή υπέρ της αγοράς, οι παραγωγοί υπέρ της ευρωστίας των επιχειρήσεων και τα κράτη υπέρ των δανειστών τους, δεν υπάρχει κανένας λόγος η «εσωτερική υποτίμηση» που υφίσταται το ανθρώπινο δυναμικό σε επίπεδο μισθών και εισοδημάτων, δηλαδή στο σκέλος του χρήματος, να μη συμπληρωθεί από μιαν αντίστοιχη «εσωτερική υποτίμηση» στο σκέλος του χρόνου. Ο χρόνος είναι χρήμα, αυτή η θεμελιώδης συνάρτηση ουδόλως έχει αμφισβητηθεί ακόμη και στην Ελλάδα της μνημονιακής καταστροφής, είτε αφορά τα δάνεια και τον χρόνο εξόφλησής τους είτε αφορά τον μισθό και τον χρόνο απασχόλησης.

Αυτή η αντίληψη καταλήγει σε κάτι ακόμη πιο βαθύ που γυρίζει τον ευρωπαϊκό «καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» στις ρίζες από τις οποίες προφανώς δεν αποκόπηκε ποτέ, στον βικτωριανό «χρυσό αιώνα» που μετέτρεψε τα ανθρώπινα σώματα σε άθλια αναλώσιμα μιας εκρηκτικής μεγέθυνσης. Και τότε, δύο αιώνες πριν, το κριτήριο της εκμετάλλευσης δεν ήταν μόνο το άθλιο ημερομίσθιο και το εξουθενωτικό ωράριο, αλλά και ο ελάχιστος χρόνος ανάπαυσης, τόσος που να επιτρέπει στα ανθρώπινα υποζύγια να επιστρέψουν όρθια στο επόμενο 12ωρο ή 14ωρο εργασίας. Σ’ αυτό το σχήμα ανθρώπινου χρόνου δεν είχε θέση ούτε το συμβατικό 24ωρο, ούτε καν ο φυσικός χρόνος, ο καθορισμένος από την ανατολή και τη δύση, τη μέρα και τη νύχτα, την περιστροφή της Γης περί τον Ήλιο και τον εαυτό της. Εξ ου και η «αστοχία υλικού» που έκανε κυριολεξία το παροιμιώδες «με τον ήλιο τα βγάζω, με τον ήλιο τα βάζω, τι έχουν τα έρμα και ψοφούν;». 

 Εν ολίγοις, σ’ αυτή τη μικρή φράση των τροϊκανών «ορισμός του ελάχιστου ημερήσιου ορίου ανάπαυσης στις 11 ώρες» (αγγλιστί: «set the minimum daily rest to 11 hours») συμπυκνώνεται συμβολικά η ουσία ενός οικονομικού μοντέλου που στην πραγματικότητα ουδέποτε συμφιλιώθηκε με ό,τι συμβατικά αποκαλείται ανθρωπισμός. Δεν είναι απλώς η ανάπαυση που αντιμετωπίζεται ως ένα επαχθές και απεχθές κόστος χρόνου, ένα αναγκαστικό διάλειμμα συντήρησης μιας ζωντανής μηχανής, διαθέσιμης σε 24ωρη βάση. Είναι ολόκληρη η ζωή που τίθεται εντός παρενθέσεως. Ό,τι ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβάνεται ως ζωή -να τρως, να πίνεις, να κοιμάσαι, να κάνεις έρωτα, να παίζεις, να διαβάζεις, να ακούς μουσική, να βλέπεις σινεμά, θέατρο, τηλεόραση, να συναντάς φίλους, να κάνεις τα χόμπι σου, να διευρύνεις τις γνώσεις σου, να ταξιδεύεις, να κάνεις περίπατο, να βοηθάς τα παιδιά σου, τους γνωστούς, τους συγγενείς σου, τους γείτονες που έχουν ανάγκη, να περιποιείσαι το σπίτι σου, τον κήπο σου ή τις γλάστρες στο μπαλκόνι σου, να αθλείσαι, να φαντάζεσαι, να ονειρεύεσαι ή απλώς να χαζεύεις-, όλα αυτά τα απλά, αυτονόητα, ακόμη και χαζά πράγματα που γεμίζουν το πέραν της εργασίας 24ωρό μας μπαίνουν σε μια μικρή, καταθλιπτική παρένθεση 11 ωρών. Και φυσικά, ανατρέπουν διαστροφικά την ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη και στον καταναγκασμό, τους σκοπούς και τα μέσα.

 Ένας θυμόσοφος παππούς, που πίστευε ότι ξεφυλλίζοντας μερικά βιβλία των εγγονιών του, είχε κατακτήσει τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα κι όλη τη φιλοσοφία, ρωτούσε όποιον ήθελε να «ζυγίσει»: «Ζεις για να τρως ή τρως για να ζεις;». Κανείς από τους εξεταζόμενους, όποια κι από τις δύο απαντήσεις κι αν διάλεγε, δεν περνούσε το τεστ και δεν γλίτωνε την κατάταξη στην κατηγορία των ζώων. Για τον απλούστατο λόγο ότι τα ζώα, τουλάχιστον τα προορισμένα για ανθρώπινη τροφή που ήταν κι η ενασχόλησή του ως κτηνοτρόφου, ανταποκρίνονται και στις δύο απαντήσεις: ζουν για να τρώνε, στον βαθμό που ο κάτοχός τους τούς διαθέτει τόση τροφή όση είναι απαραίτητη για να του αποδώσουν τα μέγιστα σε γάλα ή κρέας. Και τρώνε για να ζουν, για τους αυτονόητους λόγους που αφορούν κάθε έμβιο ον. Σε κάθε περίπτωση, η ζωή τους είναι μια παρένθεση, μικρή ή μεγάλη, μέχρι τον τελικό τους προορισμό: το μαχαίρι του χασάπη.

 Αυτή η βουκολική παρένθεση για τη ζωή εντός παρενθέσεως δεν είναι διόλου μακριά από τη φιλοσοφία που αναδύει όλο το σχέδιο μνημονιακού σωφρονισμού της κοινωνίας («δουλεύεις για να ζεις ή ζεις για να δουλεύεις;», θα μπορούσε να είναι η παραλλαγή του διλήμματος). Έστω κι αν το «11ωρο ανάπαυσης» ανάμεσα σε δύο βάρδιες εργασίας-υπερεργασίας στην πραγματικότητα ή είναι ανεφάρμοστο ή αφορά λίγους κλάδους παραγωγής που σε συνθήκες ύφεσης θα ήθελαν τρελά δραστηριότητα «συνεχούς πυράς» με ελάχιστο κόστος, η εκτός εργασίας και εντός παρενθέσεως ζωή δεν είναι το μόνο πράγμα που μπαίνει σε παρένθεση υπέρ ανταγωνιστικότητας, υπέρ ελλειμμάτων, υπέρ πιστωτών, υπέρ ευρώ. Ολόκληρα στρώματα του πληθυσμού μπαίνουν σε ποικίλες παρενθέσεις -1,5 εκατομμύριο άνεργοι, 4 εκατομμύρια συνταξιούχοι, 3 εκατομμύρια μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, 1 εκατομμύριο δημόσιοι υπάλληλοι, 1 εκατομμύριο μικρομεσαίοι, 2 εκατομμύρια μαθητές και φοιτητές, 7 εκατομμύρια φορολογούμενοι-, ολόκληρη η ελληνική κοινωνία μπαίνει σε μια παρένθεση άγνωστης διάρκειας, μια ολόκληρη χώρα, η μισή Γηραιά Ήπειρος τελούν εντός παρενθέσεως εν ονόματι ενός ατελούς σχεδίου πολιτικής και οικονομικής ένωσης που δεν υπόσχεται πια ούτε καν αυτό για το οποίο φτιάχτηκε: μια ζωή εκτός εφιαλτικών παρενθέσεων -πολέμων, εθνικιστικών ανταγωνισμών, κρίσεων, οικονομικών και κοινωνικών κραχ, βίας και στέρησης-, με πιο αισιόδοξα σημεία στίξης πριν από την αναπόφευκτη για όλους μας «τελεία»: ερωτηματικά, κόμματα, άντε και μερικές άνω τελείες, αλλά κυρίως θαυμαστικά.

Φυσικά, υπάρχει η εναλλακτική να τεθούν εντός παρένθεσης όλοι αυτοί οι ασύντακτοι σχεδιαστές της ζωής -οι βουκόλοι των μνημονίων-, έστω κι αν είναι αβέβαιο, άγνωστο το σημείο στίξης με το οποίο θα κλείσει αυτή η περίοδος. Η ζωή είναι πολύ σύντομη για να τη βάζεις σε παρένθεση, έτσι δεν είναι;

 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Το όνομά μου είναι Ζουάο Άνες, ήρθα από το Πόρτο κι είμαι βαρελάς, για να χτιστεί ένα μοναστήρι χρειάζονται κι οι βαρελάδες, αλλιώς ποιος θα έφτιαχνε και θα διόρθωνε τις στέρνες, τα βαρέλια και τους κουβάδες, όταν ο οικοδόμος είναι στη σκαλωσιά και του φέρνουν το δίσκο με το κονίαμα, θα πρέπει να μουσκέψει τις πέτρες με τη σκούπα για να κολλήσουν καλά στην πέτρα που βρίσκεται εκεί και την άλλη που θα καθίσει, και γι’ αυτό έχουν έναν κουβά, και τα ζώα πού θα πιουν, θα πιουν στις καρδάρες… όχι για να το παινευτώ, αλλά δεν υπάρχει άλλη συντεχνία σαν τη δική μου, ακόμη κι ο Θεός ήταν βαρελοποιός (…) για τη ζωή μου δεν έχω πολλά να πω, άφησα την οικογένειά μου στο Πόρτο, τα βγάζουν πέρα μόνοι τους, έχω να δω τη γυναίκα μου δύο χρόνια, μερικές φορές ονειρεύομαι πως ξαπλώνω μαζί της, το πρόσωπο όμως δεν είναι το δικό μου, και την επόμενη μέρα μού πάει πάντα στραβά η δουλειά, θα ’θελα να μ’ έβλεπα ολόκληρο στο όνειρο, αντί για κείνο το πρόσωπο χωρίς στόμα κι έκφραση, χωρίς μάτια και μύτη, ποιο πρόσωπο θα βλέπει η γυναίκα μου σ’ αυτή την περίπτωση, δεν ξέρω, μακάρι να είναι το δικό μου…

 Ζοζέ Σαραμάγκου, «Το χρονικό του μοναστηριού»

 

 

 

 

 

 

No comments:

Post a Comment