Tuesday, May 29, 2007

Κρατήστε και μερικά ασημικά στη σερβάντα

Αφού δηλώνουν ανίκανοι να διαχειριστούν αποτελεσματικά μια περιουσία 11 δισεκατομμυρίων ευρώ, γιατί πρέπει να τους εμπιστευτούμε τον εθνικό πλούτο των 160 δισεκατομμυρίων ευρώ;

Καμιά φορά οι λέξεις κυνηγούν τους ανθρώπους σαν τη σκιά τους. Ετσι συνέβη και με το Γιώργο Αλογοσκούφη. Βαριές, αλλά εύστοχες κουβέντες ξεστόμιζε πριν τρία χρόνια όταν το κυβερνοΠΑΣΟΚ ξεπουλούσε με discount ένα ποσοστό από τον ΟΤΕ, ένα άλλο από την Εθνική, ένα τρίτο από τη ΔΕΗ. Ότι επρόκειτο για τα ασημικά, ούτε λόγος. Της οικογένειας, όμως, δεν ήταν. Αν υποθέσουμε ότι εμείς, ως πολίτες, ψηφοφόροι, καταναλωτές και ενδεχομένως μέτοχοι των δημοσίων επιχειρήσεων, είμαστε η οικογένεια, αυτοί είναι απλώς οι διαχειριστές της πολυκατοικίας. Οι δημόσιες επιχειρήσεις περικλείουν πολύ εθνικό και κοινωνικό πλούτο- και πολλών γενεών υπεραξίες- για να τον σπαταλά κανείς χωρίς (έστω) μιαν απόφαση της συνέλευσης των ιδιοκτητών. Γι’ αυτό και πολλοί έδωσαν τότε δίκιο στον Αλογοσκούφη. Σ’ αυτόν, κι όχι στο πρόγραμμα της ΝΔ που πολλοί το είδαν, λίγοι το διάβασαν, ελάχιστοι το κατάλαβαν. Αλλωστε, τι να καταλάβει κανείς από αναλύσεις για το φύλο των αγγέλων. Μπορεί στο London School of Economics να ξέρουν καταλεπτώς τις διαφορές μεταξύ στρατηγικού συμμάχου, στρατηγικού εταίρου και στρατηγικού επενδυτή, αλλά όσοι δεν είχαν την ευτυχία να σπουδάσουν εκεί, τα ακούνε σαν σανσκριτικά. This is greek to me, που λένε κι οι αγγλοσάξονες.

Ας μιλήσουμε για τα ασημικά λοιπόν. Οι νοικοκυραίοι, τα καθωσπρέπει αστικά νοικοκυριά, τα ασημικά τους, τις ακριβές πορσελάνες και τα περσικά χαλιά και ακριβά κοσμήματα, δεν τα είχαν για καθημερινή χρήση, για να πίνουν το τσάι σ’ ασημένιο σερβίτσιο ή για να πηγαίνουν στο μπακάλη φορώντας διπλές σειρές μαργαριτάρια. Αυτά τα αδιάκριτα κοσμήματα της αστικής πολυτέλειας ήταν ένα είδος επένδυσης, μια κληρονομιά προορισμένη να περάσει από γενιά σε γενιά, δημιουργώντας ένα είδος οικογενειακού περιουσιακού χρονικού, πλασμένου από πολύτιμα αντικείμενα. Όπως έλεγε η γιαγιά μου, τα ασημικά και τα πολύτιμα κοσμήματα και τα ακριβά λευκαδίτικα κεντήματα και οι σμυρνέϊκες δαντέλες- κρυμμένα όλα προσεκτικά σε εφτασφράγιστα σεντούκια και κρυψώνες των σπιτιών- έσωσαν πολλές οικογένειες στην κατοχή από την πείνα και το θάνατο.

Δεν αντιμετωπίζουμε, βεβαίως, την πείνα και το θάνατο. Αλλά τα ασημικά μπορεί να φανούν χρήσιμα σε κάθε περίπτωση. Φανταστείτε το ακραίο σενάριο ενός πολέμου. Ενός πανευρωπαϊκού ή παγκόσμιου πολέμου. Κανείς δεν μπορεί να υποψιαστεί ποιοι θα είναι οι σύμμαχοι και ποιοι οι εχθροί μας. Στους δύο προηγούμενους πολέμους, οι προβλέψεις έπεσαν έξω. Ηταν πιο πιθανό ο Μεταξάς να βρεθεί στο πλευρό του φασιστικού Αξονα, λόγω ιδεολογικής όσμωσης, παρά στην πλευρά των συμμάχων. Σ’ έναν επόμενο πόλεμο, όμως; Είμαστε σίγουροι σε ποια πλευρά οι αυστριακοί ή ισπανοί ή γερμανοί «εθνικοί πρωταθλητές» που θα έλθουν να επενδύσουν στον ΟΤΕ; Πώς θα συναποφασίσουν ο στρατηγικός επενδυτής του κ. Αλογοσκούφη ή ο στρατηγικός σύμμαχος του κ. Σουφλιά μαζί με τον φτωχό συγγενή, το κράτος, τι θα γίνει με τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές της χώρας; Θα τις ρίξουν στον κλήρο; Θα επιτάξουν τις μετοχές του στρατηγικού εταίρου για να του αφαιρέσουν τη δυνατότητα μιας κακόβουλης επέμβασης;

Θα αντιτείνει κανείς, ότι στον πόλεμο το κεφάλαιο, όπως και οι προλετάριοι, δεν έχει πατρίδα. Σωστό, αλλά όχι πλήρες και ακριβές. Πατρίδα του κεφαλαίου είναι η αγορά, ο ζωτικός χώρος υλοποίησης των υπεραξιών (αυτό άλλωστε δεν είναι το ζητούμενο του υπουργού Οικονομίας;) Τι θα κάνει ο εταίρος-κράτος αν ο ιδιώτης συνεταίρος έχει συμφέροντα στις γραμμές του «εχθρού»; Μυστήριο…

Ας υποθέσουμε όμως ότι όλα αυτά εντάσσονται στη σφαίρα των ακραίων υποθέσεων και της μελλοντολογικής φαντασίας, που δεν ευσταθούν στην παρατεταμένη περίοδο ειρήνης που διανύουμε. Αφήνω στην άκρη και τα κλισέ για τους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας που θα έπρεπε να αποτελούν «φυσικά» μονοπώλια του κράτους ή το εξόφθαλμο επιχείρημα ότι σε καμιά μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία το κράτος δεν έχει αποχωρήσει πλήρως από τις επιχειρήσεις- εθνικούς πρωταθλητές των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας ή των μεταφορών. Απομένει ο πυρήνας των αποριών μας, για να πεισθούμε ότι η όλη αλογοσκούφεια επιχείρηση δεν είναι κάτι παραπάνω από μια φιλελεύθερη ιδεολογική εμμονή (ή, ενδεχομένως και από μια εμμονή πιο ιδιοτελή απ’ όσο φαίνεται- μακάρι να διεψευστούμε). Τι μας πείθει, λοιπόν, ότι η παρουσία του στρατηγικού επενδυτή εξ εσπερίας μπορεί να καταστήσει πιο κερδοφόρο τον ΟΤΕ; Πόσο υψηλότερη είναι η κερδοφορία των πιθανών εταίρων του ΟΤΕ που στις χώρες τους δρουν ως ημι-κρατικά μονοπώλια αλλά εδώ θα φορέσουν τη μάσκα του ιππότη ελεύθερου ανταγωνισμού; Τι παραπάνω θα καταφέρει ο στρατηγικός επενδυτής από τον κατασυκοφαντημένο, λεηλατημένο από σχέσεις διαπλοκής και γραφειοκρατίας κρατικό ΟΤΕ που παρ’ όλα αυτά, υπερασπίζεται την κυριαρχία του στην ελληνική αγορά σε συνθήκες πλήρους απελευθέρωσης; (Ιδού που μας κατάντησαν: να υπερασπιζόμαστε τον κρατικό καπιταλισμό της διαφθοράς, της τεχνολογικής καθυστέρησης και της δημόσιας ταλαιπωρίας. Ξύπνησαν τον κρατιστή μέσα μας…)

Βεβαίως, έχουν επιλέξει έναν εύκολο, εξασθενημένο αντίπαλο. Είναι αλήθεια ότι το κράτος- επιχειρηματίας έχει παταγωδώς αποτύχει. Εχει λεηλατηθεί από δεκαετίες πολιτικής και κομματικής χρήσης. Η σχέση ανάμεσα στο κόστος του και την αποδοτικότητά του είναι απογοητευτική. Αλλά ποιος φταίει γι’ αυτό; Το υψηλό εργασιακό κόστος; Ψέμα κραχτό, αφού ο μέσος μισθός στις ΔΕΚΟ υπολείπεται κατά πολύ του αντίστοιχου στις ομοειδείς ευρωπαϊκές επιχειρήσεις για τις οποίες υπάρχει φιλελεύθερος θαυμασμός και προσδοκία να μας αγοράσουν. Και ταυτόχρονα αλήθεια, αφού ο φορολογούμενος πληρώνει τις πελατειακές σχέσεις περιττών προσλήψεων της πολιτικής τάξης εδώ και δεκαετίες, αλλά και τις ακριβές επιλογές των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων με τα παχυλά εφάπαξ ως αντίτιμα της σιωπής. Φταίει μήπως το ερασιτεχνικό (ή διαπλεκόμενο) μάνατζμεντ; Καμιά αντίρρηση να συμφωνήσω, αλλά αυτό αφορά πάλι αποκλειστικά την πολιτική τάξη της εξουσίας, δικά τους παιδιά από τις κομματικές επετηρίδες των αποτυχημένων πολιτευτών ή των γαλαλοζοπράσινων γιάπις επιλέγουν για να διαχειριστούν, με παχυλές αμοιβές και δελεαστικά «τυχερά», δημόσιο πλούτο δισεκατομμυρίων ευρώ. Αλλά σ’ αυτό το επιχείρημα υπάρχει μια ομολογία πολιτικής αποτυχίας. Η φιλελεύθερη εξουσία ομολογεί την αδυναμία της να διαχειριστεί μια ημικρατική επιχείρηση και προσφεύγει σ’ όποιον περάσει πρώτος από το κρατικό δημοπρατήριο. Αφού δηλώνουν ανίκανοι, λοιπόν, να διαχειριστούν μια περιουσία 11 δισεκατομμυρίων ευρώ, γιατί πρέπει να τους εμπιστευτούμε τον εθνικό πλούτο των 160 δισεκατομμυρίων ευρώ; Και γιατί, πολύ περισσότερο, να τους εμπιστευτούμε τη διαχείριση δικαιωμάτων, κατακτήσεων, ανθρώπινων και κοινωνικών αναγκών;

Αν, λοιπόν, δεν πρόκειται απλά για μια ιδεολογική εμμονή, αν δεν έχουμε να κάνουμε με τίποτε περισσότερο από τον τυφλό δογματισμό της αγοράς με τον οποίο εμβολιάζεται συστηματικά η κοινωνία, απαξιώνοντας κάθε τι δημόσιο, συλλογικό, κρατικό, έχουμε να αντιμετωπίσουμε δύο άλλα ενδεχόμενα: Πρώτον, αντιμετωπίζουμε ένα ψυχαναγκαστικό σύνδρομο που έχει τις ρίζες του σε τραύματα της παιδικής ηλικίας. Προφανώς, στην σερβάντα του σπιτιού, η μαμά έκρυβε εκτός από τα ασημικά της οικογένειας και το βάζο με το γλυκό, με ρητές απαγορεύσεις πρόσβασης. Το παιδικό σύνδρομο της στέρησης, λοιπόν, εκτονώνεται στην εκποίηση όχι μόνο των ασημικών αλλά και της σερβάντας σούμπιτης. Αλλά αυτό είναι θέμα γιατρού, δωρεάν συνεδρίες δεν προσφέρουμε. Η δεύτερη εκδοχή είναι πιο γκρίζα: Μήπως κάποιος έχει υποσχεθεί τα ασημικά σε συγκεκριμένο συλλέκτη; Κι αν ναι, με τι αντάλλαγμα;

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

No comments:

Post a Comment