Monday, May 19, 2008

Ρόφημα 95 οκτανίων (17/5/2008)

Δεν μου συνέβη τίποτα διαφορετικό απ’ ό,τι συνέβη σε χιλιάδες ανθρώπους το περασμένο Σάββατο. Από τ’ απόγευμα και μετά κινητοποιήθηκα για να γεμίσω το ντεπόζιτο του αυτοκινήτου με τα πολύτιμα λίτρα βενζίνης. Δρόμοι μποτιλιαρισμένοι από υποψιασμένους και ανυποψίαστους οδηγούς. Οι πρώτοι ακινητοποιημένοι στις δεξιές λωρίδες, οι δεύτεροι παροπλισμένοι και απελπισμένοι στις αριστερές, ν’ αναρωτιούνται αν έχει συμβεί κάτι έκτακτο. Στο τέλος όλοι είχαν μάθει ή είχαν καταλάβει.

Στις λεωφόρους έχει διαμορφωθεί μια άτυπη διάκριση ανάμεσα στους έχοντες και τους μη έχοντες. Βενζίνη φυσικά. Οι πρώτοι βιάζονται να ξεφύγουν από το μποτιλιάρισμα, οι δεύτεροι υπερασπίζονται με πάθος τη σειρά τους στην ουρά του βενζινάδικου, αφήνοντας εκατοστά, ίσως και χιλιοστά μόνον από τον προπορευόμενο. Είναι ένα θαύμα το γεγονός ότι όση ώρα περιμένω κι εγώ στην ουρά δεν έχει συμβεί καραμπόλα. Εκτός από τις δύο κατηγορίες μποτιλιαρισμένων οδηγών, τους έχοντες και τους μη έχοντες, υπάρχει και μια τρίτη. Αυτοί που έχουν έναν πραγματικά σοβαρό, επείγοντα λόγο να μετακινηθούν. Αλλά μένουν αθόρυβοι. Ούτε κόρνα, ούτε τίποτα. Σιωπηλή απελπισία.

Ενώ όλοι μαζί εισπνέουμε γερές δόσεις εκπομπών από τα ακινητοποιημένα μας αυτοκίνητα, από μακριά ακούγεται σειρήνα ασθενοφόρου. Ουρλιαχτό επίμονο και απελπισμένο. Σαν κραυγή αγωνίας. Οι «δεξιοί» δεν ρισκάρουν την απώλεια της σειράς τους, οι «αριστεροί», ελαφρώς πιο πρόθυμοι, μετακινούν τα αμάξια τους όσο πιο αριστερά γίνεται, πάνω στη νησίδα. Ένας μικρός, οριακός διάδρομος δημιουργείται στην κατά συνθήκη λεωφόρο με τις δύο μόνο λωρίδες, αλλά με τα πολλά βενζινάδικα. Σε πέντε-δέκα λεπτά το ασθενοφόρο διανύει ασθμαίνον -και πάντα ουρλιάζοντας- τα κρίσιμα μέτρα που θα το βγάλουν από τις Συμπληγάδες των πρατηρίων. Στο κενό που αφήνει πίσω του τρέχει κορνάροντας ένα αυτοκίνητο, σχεδόν κολλημένο στον προφυλακτήρα του ασθενοφόρου. «Συγγενής τους ασθενούς», υποθέτω. Αλλά ύστερα κι άλλο κι άλλο κι άλλο. Και ένα σωρό μηχανές διασχίζουν βιαστικά πίσω από τον μικρό διάδρομο «ελευθερίας» που ανοίγει το όχημα της σωτηρίας. Εδώ γίνεται κυριολεξία το «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Ή, το έμφραγμά σου, η βενζίνη μου, το εγκεφαλικό σου, η σαββατιάτικη βόλτα μου. Να χτυπήσω ξύλο, βέβαια, εύχομαι ο άνθρωπος του ασθενοφόρου να είχε κάτι εντελώς ασήμαντο και να είναι κατάγερος στο σπίτι του. Ή στο αυτοκίνητό του.

Αυτή είναι μια μάλλον αναμενόμενη, προβλέψιμη αγελαία αντίδραση του πλήθους (στο οποίο συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου, έστω κι αν δεν «έκλεψα» τον ζωτικό χώρο του ασθενοφόρου), στην απειλούμενη στέρηση ενός υλικού ή άυλου αγαθού. «Ο θάνατός σου, η ζωή μου». Παραλλαγές αυτής της συμπεριφοράς είναι το ξύλο που έπεσε μπροστά σε πρατήρια για τη διεκδίκηση της σειράς στην ουρά ή τα πτώματα που αφήνει πίσω του ένα πλήθος πεινασμένων του Τρίτου Κόσμου που επιτίθεται σε μια «ανθρωπιστική αποστολή» τροφίμων.

Υπάρχει, όμως, και η άλλη, πολύ πιο αποκρουστική εκδοχή του κανιβαλισμού για λίγα λίτρα βενζίνης, που κρύβεται κάτω από την πολιτισμένη πατίνα των «αγανακτισμένων καταναλωτών». Πέρασε μάλλον στα ψιλά το γεγονός ότι, την εβδομάδα που πέρασε, στα επείγοντα περιστατικά των νοσοκομείων έφτασαν και μερικοί πολίτες με συμπτώματα δηλητηρίασης ή με προσβολή των πνευμόνων από κατάποση ή εισπνοή βενζίνης. Οι φιλότιμοι αυτοί καταναλωτές εφήρμοσαν -ατζαμίδικα, όπως φαίνεται εκ του αποτελέσματος- την παλαιά μέθοδο της μετάγγισης καυσίμου διά αναρροφήσεως με σωληνάκι από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο. Το ρίσκο είναι υψηλό, αν πιστέψουμε τους γιατρούς που προειδοποιούν ότι το «σπορ» μπορεί να προκαλέσει ακόμα και τον θάνατο σε ευπαθείς οργανισμούς, και πάντως πολύ μεγαλύτερη ζημιά από λίγο περπάτημα ή λίγη περισσότερη ταλαιπωρία στη μετακίνηση με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Στη συγκεκριμένη εκδοχή του ροφήματος των πολλών οκτανίων στο οποίο κατέληξαν αρκετοί συμπολίτες μας, λοιπόν, το αξίωμα «ο θάνατός σου, η ζωή μου» παίρνει την πιο ακραία του έκφραση: «ο θάνατός μου, η ζωή μου», αν υποθέσουμε ότι η ζωή εξαρτάται από λίγα λίτρα βενζίνης, λίγα χιλιόμετρα διαδρομής με το αυτοκίνητο. Ισχύει και στην περίπτωση του σελφ σέρβις: μεταφορά βενζίνης στα πλαστικά μπιτόνια και μετάγγιση στο αυτοκίνητο. Ει δυνατόν και με το τσιγάρο στο στόμα.

Αυτή η αυτοκαταστροφική εξίσωση του θανάτου -ή μιας άλλης, έστω λιγότερο ανεπανόρθωτης, βλάβης- με τη ζωή δεν είναι αδιανόητη, βεβαίως, σε μια κατάσταση οριακής επιβίωσης. Αν, για παράδειγμα, βρισκόμασταν στη Βιρμανία, θύματα του κυκλώνα «Ναργκίς», περικυκλωμένοι από τον θάνατο, εκτεθειμένοι σε επιδημίες, αρρώστιες, πείνα, στερημένοι από τους στοιχειώδεις όρους επιβίωσης, και το ρίσκο θα είχε νόημα και ο κανιβαλισμός θα ήταν δικαιολογημένος ηθικά και ψυχολογικά. Αλλά, όταν απομακρυνόμαστε από την οριακή κατάσταση επιβίωσης και μεταφερόμαστε στις κοινωνίες της αφθονίας (έστω κι αν η αφθονία αυτή δεν αφορά όλους το ίδιο), το πράγμα αλλάζει. Άλλο ο αγώνας για να εξασφαλίσεις τα προς το ζην κι άλλο ο διαγκωνισμός για τα προς το τζην, το τζιν ή τη βενζίν’, εν προκειμένω.

Μ’ έναν παράδοξο τρόπο, ο αγώνας των οκτανίων μάς έδωσε αυτή την εβδομάδα μια εξαιρετική συμπύκνωση της φιλοσοφίας περί τη ζωή που επικρατεί στη νεοελληνική δημοκρατία της αγοράς (και όχι μόνο). Στο καταναλωτικό «πλήθος» που ακολούθησε πιστά τις «οδηγίες πανικού» και έσβησε την καταναλωτική του φλόγα με βενζίνη (αυτοθυσία, ανάλογη με του ήρωα του Bowie στο εκρηκτικό τραγούδι «Cat People») βρίσκει κανείς ελαφρυντικά. Αλλά, στην αντίδραση της πολιτικής εξουσίας συναντά τα πιο ποταπά κίνητρα, τις πιο κυνικές επιλογές. Ξεχάστηκε ο «κοινωνικός αυτοματισμός» και στη θέση του βρέθηκε ο κοινωνικός αμοραλισμός. Το αξίωμα «ο θάνατός σου (ή ο θάνατός μου), η ζωή μου» εξελίχθηκε σ’ ένα κυνικό «ο θάνατός σας, η ζωή μου». Για χρόνια η τεχνο-γραφειοκρατία της πολιτικής μάς πείθει ότι για το μακελειό στις εθνικές οδούς στα καυτά Σαββατοκύριακα του θέρους και στις εορταστικές εξόδους φταίει η κυκλοφορία των φορτηγών. Πειστήκαμε – και εν μέρει αλήθεια είναι. Τώρα, το μέτρο θυσιάζεται υπέρ καταναλωτικής ειρήνης και μιας συναλλαγής με τη συμπαθή τάξη των νταλικιέρηδων. Άρα, η κυβέρνηση μπορεί να κατηγορηθεί στο μέλλον ως ηθικός και φυσικός αυτουργός όλων των φόνων που θα συντελεστούν στις εθνικές οδούς. Στο ισοζύγιο ζωής και κατανάλωσης, ασφάλειας και αγοράς, το βάρος έπεσε αβλεπί στις δεύτερες. Απ’ όλα τα αιτήματα των φορτηγατζήδων και βυτιοφορέων επελέγη να ικανοποιηθεί εκείνο που έχει κόστος σε ζωές – παρ’ ότι το κυριότερο αίτημά τους, η αύξηση των κομίστρων σε μια πιο δίκαιη αναλογία προς την αύξηση των καυσίμων, είναι μάλλον λογικό, έστω κι αν έχει κόστος σε χρήμα ή σε πληθωρισμό. Αλλά, ποιος χ…. ε για τον πληθωρισμό, αν πρόκειται να γλιτώσουν μερικές οικογένειες από απρόσμενο ραντεβού με τον θάνατο;
Τώρα ξέρουμε μερικές αλήθειες για τη ζωή που διατρέχουν κάθετα τον κοινωνικό ιστό. Αλήθειες όχι παράδοξες για τον οικονομικό μας πολιτισμό και για το ιδεολογικό ιδίωμα των νεοφιλελεύθερων κυβερνώντων. Ζω σημαίνει αγοράζω, σημαίνει καταναλώνω. Καταναλώνω αγαθά και υπηρεσίες – είτε σε συνθήκες πλησμονής τους είτε σε συνθήκες (απειλούμενης) ανεπάρκειάς τους. Η πρόσβαση στα αγαθά και τις υπηρεσίες είναι αξία υπέρτατη για την (κακώς εννοούμενη) κοινωνική ευημερία, ελευθερία απόλυτη εν ονόματι της ομαλής λειτουργίας της αγοράς. Και απαιτεί θυσίες (εμφραγματίες σε μποτιλιαρισμένα ασθενοφόρα), αυτοθυσίες (καταναλωτές δηλητηριασμένους από ρόφημα 95 οκτανίων) και ανθρωποθυσίες (οικογένειες σφηνωμένες κάτω από το σασί μιας νταλίκας).

2 comments:

  1. Η βενζίνη/πετρέλαιο αποτελεί το μέγιστο αναγνωρίσιμο υγρό της κοινωνικής θερμοδυναμικής: μας κινεί και μας περιστρέφει στην δίνη του καπιταλισμού,μας ενσωματώνει στις χαμένες ανθρωποώρες του συστήματος,στις μάυρες τρύπες μας.
    Ο δείκτης της βενζίνης μου, δείκτης της κίνησης της ψυχής μου απέναντι στους υπόλοιπους δρομείς της ζωής.Με γεμάτο ρεζερβουάρ, νιώθω οτι κυκλοφορώ,υπάρχω στο ιερό των δρόμων..Τελειώνει η βενζίνη, νιώθω την μελαγχολία της έλλειψης. Αυτοκίνητο και κάυσιμό, ηλεκτρισμός και τηλεόραση, ακτινοβολία και κινητό:τα ζεύγη εμπλοκής της απόλαυσης με τους νευρωτικούς περίπατους μας στην ζωή...

    ReplyDelete