Sunday, December 31, 2023

Σας αδικήσαμε, κύριε Σόιμπλε

Η Εφημερίδα των Συντακτών  30-31/12/2023


Το πιστεύω αυτό που λέω στον τίτλο για τον μακαρίτη, καταχρηστικώς αποκαλούμενο «κύριο», αν και μόλις αποδημήσαντα. Τον αδικήσαμε με όλους τους δυνατούς τρόπους. Και εξακολουθούμε να τον αδικούμε, αποκαλύπτοντας ένα τρομακτικό έλλειμμα κατανόησης για το πέρασμά του από την ιστορία της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, για το πολιτικό, ταξικό και ιδεολογικό φορτίο αυτού του περάσματος. Τον αδίκησε, βέβαια, και το γεγονός ότι η οκταετία της θητείας του ως υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας και άτυπου «τσάρου» της ευρωζώνης ταυτίζεται με τον κλονισμό που προκάλεσε στην Ε.Ε. η χρηματοπιστωτική κρίση και με την τιμωρία των μνημονίων, πρωτίστως στην Ελλάδα, δευτερευόντως στην Ιρλανδία και τον λοιπό ευρωπαϊκό Νότο.

Διαβάζοντας τις διακηρύξεις απέχθειας και χαιρεκακίας για τον θάνατο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στα σόσιαλ μίντια, παρακολουθώντας την αμετροέπεια των χαρακτηρισμών με τους οποίους τον λούζουν χιλιάδες άνθρωποι (αν και οφείλω να ομολογήσω ότι ουκ ολίγες φορές κατέφυγα κι εγώ σε εύκολους χαρακτηρισμούς - έδινε, βλέπετε, πολλές αφορμές ο μακαρίτης), διαπιστώνω με ανησυχία ότι μάλλον δεν καταλάβαμε και πολλά πράγματα για το τι μας συνέβη από το 2010 και μετά. Φυσικά ο Σόιμπλε, όπως και η άσπονδη φίλη του Ανγκελα Μέρκελ, ήταν βασικός συντελεστής όσων μας συνέβησαν, αλλά όχι με τον τρόπο κι όχι για τους λόγους που ίσως νομίζουμε. Εχουμε και λέμε, λοιπόν:

• Ο Σόιμπλε δεν ήταν ένας κυνικός διώκτης των αδύναμων χωρών και των φτωχών τάξεων, αλλά ένας αδιάλλακτος εκπρόσωπος της γερμανικής επιχειρηματικής ελίτ και της επιβολής της ισχύος της εντός και εκτός Ευρώπης. Αν το δεύτερο προϋπέθετε το πρώτο, είναι υπόθεση συγκυρίας. Αν ο μακαρίτης τύχαινε να είναι υπουργός Οικονομικών τη δεκαετία του 1990 ή του 2000 είναι εξαιρετικά πιθανό να υποστήριζε με θέρμη τον φθηνό δανεισμό προς την Ελλάδα και τον χαρτοπόλεμο εορτοδανείων και διακοποδανείων προς το πόπολο, εφόσον αυτό διευκόλυνε τη διείσδυση των γερμανικών τραπεζών σ’ αυτή τη βαλκανική κόγχη της Ε.Ε. και τις πωλήσεις αυτοκινήτων made in Germany.

• Ο μακαρίτης δεν ήταν ούτε εκ γενετής λάτρης της λιτότητας ούτε οπαδός της ελευθερίας των αγορών. Ηταν ένα γνήσιο ιδεολογικό και πολιτικό προϊόν της «σχολής του Φράιμπουργκ» (όπου γεννήθηκε και σπούδασε) και του ορντολιμπεραλισμού, του «φιλελευθερισμού με κανόνες», που είναι το θεμέλιο διακυβέρνησης της Γερμανίας μετά τον πόλεμο. Ο Σόιμπλε δεν ήταν ποτέ νεοφιλελεύθερος ούτε σκληρός μονεταριστής και επέδρασε μαζί με όλη τη γερμανική Χριστιανοδημοκρατία και το μεγαλύτερο μέρος της Σοσιαλδημοκρατίας ώστε ο γερμανικός «κανόνας» οικονομικής διακυβέρνησης να γίνει και ευρωπαϊκός κανόνας. Και το πέτυχε. Πεμπτουσία του, το πανηλίθιο (κατά Ρομάνο Πρόντι) Σύμφωνο Σταθερότητας για τα όρια ελλείμματος και χρέους, που μένει γερμανικό (και εν τέλει «σοϊμπλικό), παρά την πολλοστή μεταρρύθμισή του.

• Ο Σόιμπλε ήταν ακραιφνής πολέμιος και ταυτόχρονα μεγάλος προωθητής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οσο αντιφατικό κι αν φαίνεται αυτό, αποδεικνύεται από την ακολουθία των γεγονότων στη διάρκεια της κρίσης χρέους, που συνέπεσε με τη θητεία του. Με απόλυτο κριτήριο την υπεράσπιση της τάξης του και της γερμανικής ηγεμονίας στην Ε.Ε., φρέναρε με πάθος κάθε προσπάθεια επίσπευσης της οικονομικής ενοποίησης (μεταξύ άλλων, της περίφημης τραπεζικής ένωσης), πριν σιγουρευτεί ότι οι γερμανικές τράπεζες είναι ώριμες να την αφομοιώσουν. Κι έγινε ακραίος φεντεραλιστής όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο αυτοδιάλυσης της Ε.Ε. και της ευρωζώνης μέσα στον θεσμικό χυλό στον οποίο κινούνταν, επινοώντας την πολιτική απάτη του μονομερούς GRexit. Η απειλή αποπομπής της Ελλάδας από την Ε.Ε. και την ευρωζώνη το 2015 καταγράφεται ως η κορυφαία στιγμή ενότητας 27 χωρών της Ε.Ε. (και της Βρετανίας, που αποχώρησε μετά τρία χρόνια) ενάντια στην 28η, και όλων των θεσμικών τους οργάνων (Συμβουλίου, Ευρωκοινοβουλίου, Επιτροπής, ΕΚΤ) γύρω από ένα κραυγαλέο ψεύδος. Για το οποίο ουδείς, ούτε ο Γιούνκερ που υποστήριξε δημόσια την ύπαρξη μιας μυστηριώδους (και άφαντης μέχρι σήμερα) μελέτης 1.000 σελίδων περί αποπομπής από το ευρώ, έχει λογοδοτήσει. Κι αυτή η κορυφαία στιγμή ευρωπαϊκής ενότητας έχει τη σφραγίδα του μακαρίτη.

• Ο Σόιμπλε δεν ήταν εχθρός της Ελλάδας. Απλώς είδε έγκαιρα σ’ αυτήν το ιδεώδες πειραματόζωο, το κατάλληλο δομικό υλικό για τη μετάλλαξη της ευρωζώνης από ένα ακυβέρνητο συνονθύλευμα, με μόνα συνεκτικά υλικά το ευρώ και την «ανεξάρτητη» Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε μια κανονική ένωση που θα διαθέτει όχι μόνο νομισματική, αλλά και πολιτική κυριαρχία σε κάθε κράτος-μέλος. Το γεγονός ότι αυτό κόστισε στην Ελλάδα κοινωνική δυστυχία, οικονομική εξαθλίωση, κατάρρευση του κοινωνικού κράτους και πλήρη αναδόμηση του πολιτικού συστήματος ήταν απλώς παράπλευρη απώλεια. Πόλεμος χωρίς θυσίες δεν νοείται. Στον μακαρίτη (ή και σε αυτόν), πάντως, οφείλεται το ότι σήμερα η ευρωζώνη διαθέτει αυστηρούς κανόνες οικονομικής διακυβέρνησης που ξεκινούν από την έγκριση κάθε εθνικού προϋπολογισμού από τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. και φτάνουν στη μακρόχρονη οικονομική επιτήρηση κάθε χώρας που έχει δανειστεί από το ευρωπαϊκό «ΔΝΤ», τον ESM. Με λίγα λόγια, στον Σόιμπλε οφείλουμε ότι τα έκτακτα και εξωθεσμικά «μνημόνια» που επιβλήθηκαν βίαια στην Ελλάδα έχουν γίνει θεσμική κανονικότητα για κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε.

• Τέλος, είναι καθαρή παρεξήγηση η εντύπωση πως ο Σόιμπλε ήταν πολέμιος κάθε προσπάθειας αμοιβαιοποίησης των κρατικών χρεών στην Ε.Ε. Ηταν πράγματι αλλεργικός σε κάθε απόπειρα μεταφοράς του χρέους των άλλων στη Γερμανία, ενδεχομένως και σε μερικές ακόμη χώρες-οικονομικούς δορυφόρους της. Αλλά ως αφοσιωμένος εκπρόσωπος της επιχειρηματικής ολιγαρχίας και του ιδιότυπου κρατικού καπιταλισμού της χώρας του, είχε εγκαίρως μεριμνήσει από το 2011 (ως άτυπος «τσάρος» του Ecofin και του άτυπου Eurogroup) να θεσπιστεί η Γενική Ρήτρα Διαφυγής από το κατά τα λοιπά απαραβίαστο Σύμφωνο Σταθερότητας, που για τέσσερα συναπτά έτη από την πανδημία και μετά έδωσε αφενός στη Γερμανία τη δυνατότητα να φουσκώσει κατά το δοκούν το χρέος της και αφετέρου στην Ε.Ε. να προβεί στο απονενοημένο διάβημα του κοινού δανεισμού του Ταμείου Ανάκαμψης για 800 δισεκατομμυριάκια. Φυσικά, η γερμανική προνοητικότητα, με τη σφραγίδα Μέρκελ και Σόιμπλε, είχε εξοπλίσει ήδη από το 2007 με τα κατάλληλα ερμηνευτικά παραθυράκια το «σύνταγμα» της Ε.Ε., τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Κι αυτά τα παράθυρα επέτρεψαν αυτό που διακηρύχτηκε ως αδιανόητο υπέρ της Ελλάδας το 2010 και τα κατοπινά πέτρινα χρόνια, να γίνει αυτονόητο υπέρ της Γερμανίας και της Ε.Ε. το 2020.

Τον αδικήσαμε τον μακαρίτη τον Βόλφγκανγκ. Και ιδιαίτερα όσοι θεωρούν αδιανόητη τη ζωή χωρίς ευρώ και εκτός ευρωζώνης θα πρέπει να σκέφτονται διπλά τα εις βάρος του αναθέματα. Αυτό που θεωρούν παράδεισό τους ή, εν πάση περιπτώσει, βιώσιμο ενδιαίτημα, είναι (και) δικό του δημιούργημα. Κι αυτός θα στέκεται για πολύ ακόμη ως αρχάγγελος στην πύλη του. Ή ως ο Αϊ-Βασίλης του.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Η Ιστορία μάς δείχνει πολλά πράγματα. Δείχνει γιατί το «Πάτερ Ημών» περιλαμβάνει την παράκληση: «Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν». Στην εποχή μου, οι διατριβές γράφονταν με το χέρι ή δακτυλογραφούνταν στη γραφομηχανή. Στο παρελθόν έπρεπε να βουτηχτείς στη λογοτεχνία, να βρεις τα βιβλία και να εντοπίσεις τα αποσπάσματα. Σήμερα κάνεις «κλικ» στη Wikipedia ή στο Google και έχεις όλα όσα χρειάζεσαι. Αυτό μάλλον καθιστά πιο δύσκολο το να αντισταθείς στον πειρασμό.

Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, συνέντευξη στο Spiegel, 19/11/2011

Monday, December 25, 2023

Η κ. Ευφορία στο χάος του σούπερ μάρκετ

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 23-26/12/2023



Η κ. Ευφορία πάντοτε ένιωθε μεγάλη δυσφορία σχεδόν για τα πάντα, αλλά πολύ περισσότερο για το όνομά της. Υπήρχαν ένα σωρό ονόματα με πρώτο συνθετικό το «ευ», Ευφροσύνη, Ευσταθία, Ευθυμία, Ευτυχία, ορισμένα από αυτά ήταν και καθωσπρέπει χριστιανικά ονόματα, αλλά Ευφορία; Ποιου είδους συνωμοσία εις βάρος της είχαν στο κεφάλι τους ο διανοούμενος νονός της, που ποτέ δεν τον χώνεψε, και οι αφελείς γονείς της που συμφώνησαν; Κι ο τρελός παπάς που τη βάφτισε γιατί το δέχτηκε; Ηξερε καμιά αγία, οσία ή μάρτυρα που κάηκε στην πυρά για την πίστη της με τέτοιο όνομα; Ετσι, για σχεδόν εφτά δεκαετίες σήκωνε το όνομά της σαν σταυρό μαρτυρίου. Οι φιλότιμες προσπάθειες να το περιορίσει ως τυπική αναγραφή στην ταυτότητα και να επιβάλει σε όλους να την αποκαλούν απλώς «Εφη» δεν έπιασαν, όλοι επέμειναν να τη φωνάζουν Ευφορία, ακόμη και οι εγγονές της, αν και σε καμιά δεν δόθηκε το όνομά της, που υποτίθεται πως άρεσε και στα παιδιά της. Αν τους άρεσε, γιατί δεν το έδωσαν; 

Φυσικά και την ενοχλούσε επιπλέον και η συνήχηση με την «εφορία», ανεξαρτήτως φορολογικού συστήματος, μειώσεων ή αυξήσεων στους φόρους. Ολοι έκαναν ένα χοντρό ή διακριτικό αστείο με το όνομά της, «εσείς υποθέτουμε πως ποτέ δεν χρωστάτε στην εφορία, αυτή σας χρωστάει, έτσι;». Κρυάδες! Αλλά το κυριότερο ήταν ότι στο πέρασμα των χρόνων σχεδόν ποτέ δεν ένιωσε, με κάποια διάρκεια, λίγο από αυτό που υποτίθεται ότι εκφράζει το όνομά της. Το αντίθετο. Η δυσφορία ήταν αυτό που κυριαρχούσε. Οχι με την οικογένειά της, τον άντρα της, τα παιδιά και τα εγγόνια της που της έδωσαν αρκετές χαρές, αλλά με αυτό που λέμε «βίο». Ο «βίος» της, εξαρτημένος τόσο πολύ από το πενιχρό βιος της, κινήθηκε πάντα σε κλίμακες στέρησης και συνετής εγκράτειας. 

Ως εκ τούτου, η εβδομαδιαία επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ, από τότε που ήταν εργαζόμενη, μητέρα και νοικοκυρά, μέχρι τώρα, που είναι συνταξιούχος, χήρα και γιαγιά, ήταν πάντα μια καλά προετοιμασμένη και υπολογισμένη επιχείρηση. Ιδιαίτερα όταν επρόκειτο για τις αγορές των γιορτών και του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού, που πάντα είχε έναν βαθμό συγκρατημένης υπερβολής και λιτής πολυτέλειας. Συν τοις άλλοις, η συγκέντρωση της μεγάλης οικογένειας (τα παιδιά της, ο γαμπρός, η νύφη, τα εγγόνια της και η αδελφή της, που είναι μόνη και πάντα την καλεί), συνήθως τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, επέβαλλε και την επιπλέον μέριμνα να καλυφθούν οι γαστριμαργικές ιδιοτροπίες περίπου δέκα ανθρώπων. Ο ένας δεν τρώει χοιρινό, της άλλης της μυρίζει το αρνί, η μεγάλη εγγονή σιχαίνεται το τυρί κ.ο.κ. Αλλά κανείς δεν έπρεπε να μείνει νηστικός και παραπονεμένος στο τραπέζι. Επομένως, το χρονικό της εορταστικής καταναλώσεως απαιτούσε μια καλά καταρτισμένη λίστα αγορών. 

 Με τη λίστα στα χέρια και το μεγάλο καρότσι ως τεθωρακισμένο ιδιωτικής χρήσεως, η κ. Ευφορία, γεμάτη δυσφορία, αρχίζει την εκστρατεία της στους μεγάλους διαδρόμους του σούπερ μάρκετ. Ξεκινά από τα κρέατα, όπου τα πράγματα είναι σαφή. Είδος και τιμή. Ούτε κόκκινα, ούτε κίτρινα, ούτε πολύχρωμα ταμπελάκια. Απλώς, όλα είναι ακριβότερα τουλάχιστον 15% από πέρσι. Δεν θα πάρει γαλοπούλα, οι μισοί δεν την τρώνε, ίσως ένα κοκοράκι «αλανιάρικο» (11 ευρώ το κιλό!). Μήπως καλύτερα ένα ρολό κοτόπουλο, που το τρώνε και τα μικρά (10 το κιλό); Ενα χεράκι αρνί (11,5 το κιλό), για χοιρινό καλύτερα να πάρει μερικές μπριζόλες λαιμού, εννοείται Ολλανδίας, είναι 30% φτηνότερες από τα ντόπια. Πάει το πρώτο ογδοντάρι, αλλά χαλάλι, Χριστούγεννα είναι. 

Στα τυριά, με τον αριθμό προτεραιότητας στο χέρι, αρχίζει το μπέρδεμα. Αυτά τα κόκκινα ταμπελάκια με τη «μόνιμη μείωση τιμής 5%» σαν να χορεύουν από τη μια μέρα στην άλλη πάνω στα μπαστούνια και τα κεφάλια με τις γραβιέρες και τα κίτρινα τυριά. Κι έπειτα, είναι και οι προσφορές «μείον 20%», κι αυτές σε κιτρινοκόκκινα ταμπελάκια, και παραδίπλα άλλα ταμπελάκια για τυριά που μπαίνουν στο «καλάθι» του νοικοκυριού. «Αυτό το γκούντα που το δίνετε μειωμένο 5%, την περασμένη εβδομάδα το πήρα 5,90 και τώρα το έχετε 6,20, πού είναι η μείωση;» διαμαρτύρεται η κυρία που προηγείται της κ. Ευφορίας. «Μήπως πήρατε άλλη μάρκα;» απαντά ο υπάλληλος στα τυριά, και αμέσως μετά ρωτά τη συνάδελφό του «ρε συ, αυτό το κόκκινο ταμπελάκι πού πάει; Στο έμενταλ ή στο ένταμ;» κι αυτή συμβουλεύεται αμέσως τη λίστα. «Ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, στη μοτσαρέλα, δίπλα», του λέει. Η κ. Ευφορία είναι αποφασισμένη να αποφύγει αυτή τη δοκιμασία. Ο,τι γράφει η λίστα της, ό,τι παίρνει πάντα. Κι όσο πάει. 

Στα αλλαντικά δεν θα σταθεί πολύ, μισό κιλό λουκάνικο με πράσο για μεζέ (μείον 1,5 ευρώ, διαφημίζει το ταμπελάκι, αλλά ποιος θυμάται την αρχική τιμή της περασμένης βδομάδας;) και δέκα φέτες ζαμπόν για το σουφλέ ζυμαρικών - αρέσει στα μικρά. Μπαίνει στον πειρασμό να πάρει μια συσκευασία με την ένδειξη «προϊόν κοντά στην ημερομηνία λήξης», μισή τιμή, αλλά κάνει πίσω και ζητά να της κόψουν από εκείνο με την προσφορά «μείον 20%». 

Επειτα αρχίζει η οδύσσεια της περιήγησης στις λεωφόρους του σούπερ μάρκετ. Η κ. Ευφορία πρέπει να βάζει και να βγάζει διαρκώς τα γυαλιά της μεταξύ της λίστας της και των πολύχρωμων ετικετών στα ράφια με τα προϊόντα. Κόκκινο ταμπελάκι «μόνιμης μείωσης τιμής» στο ένα πακέτο με φαρφάλες, «καλάθι νοικοκυριού» στο παραδίπλα, «στα 2 το 1 δώρο» στο από κάτω ράφι, «μείον 50%, προϊόν κοντά στην ημερομηνία λήξης» στο παρακάτω. «Δυο πακέτα ζυμαρικά θέλω να πάρω και οι τιμές τους έχουν γίνει σαν τη ρήτρα αναπροσαρμογής», μονολογεί η κ. Ευφορία. Και ο διπλανός της περιπλανώμενος καταναλωτής γελάει, γελάει κι η ίδια ικανοποιημένη με το αστειάκι της, κι αυτή είναι η πρώτη ελάχιστη στιγμή ευφορίας στη μισή και κάτι ώρα αγοραστικής δυσφορίας που έχει περάσει.

 Στα κρασιά και τα αναψυκτικά τα πράγματα είναι λιγότερο περίπλοκα, αλλά στα απορρυπαντικά και τα καθαριστικά γίνεται της κολάσεως. Αυτή η κόλαση είναι ο παράδεισος της ετικέτας. Ετικέτες Αδωνη, ετικέτες Σκρέκα, ετικέτες των εταιρειών, ετικέτες του σούπερ μάρκετ. «Δύο στην τιμή του ενός», βλέπει η κ. Ευφορία στο υγρό πιάτων που σταθερά παίρνει, αλλά όταν βλέπει την τελική τιμή καταλαβαίνει το τρικ. «Την περασμένη βδομάδα το είχατε 2,98 το ένα, τώρα λέτε στα 2 το 1 δώρο, αλλά με 4 ευρώ», λέει στην πλησιέστερη υπάλληλο που γονατισμένη τροφοδοτεί τα ράφια. Αυτή σηκώνει τους ώμους δηλώνοντας άγνοια. Η κ. Ευφορία δεν είναι τύπος που θα τα βάλει με υπάλληλο - κι η ίδια άλλωστε έχει για δεκαετίες δουλέψει ως πωλήτρια με εργοδότες που έκαναν παιχνίδι με τις τιμές, αλλά είναι η πρώτη φορά που καταλαβαίνει, παρά τα λιγοστά αγγλικά της, τι εστί shrinkflation και πόσο δαιμόνιες έχουν γίνει οι πρακτικές των εταιρειών για να βγάλουν από τη μύγα ξίγκι. Αλλά δεν θα το λύσει τώρα το ζήτημα, χρονιάρες μέρες.

 Στο ταμείο, ωστόσο, όταν διαπίστωσε ότι το οικογενειακό τραπέζι ρούφηξε σχεδόν το 25% της σύνταξής της, η κ. Ευφορία έπεσε σε πιο κυνικές σκέψεις. «Του χρόνου θα τους τραπεζώσω με ντελίβερι, θα έρθει πιο φτηνά. Και σ’ όποιον αρέσει».


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

 «Πώς να μην εξάπτομαι», είπε ο θείος, «αφού ζω σ’ έναν κόσμο γεμάτο ηλιθίους; Ακούς εκεί… Καλά Χριστούγεννα! Να τα βράσω τα Καλά Χριστούγεννα! Και τι είναι για σένα τα Χριστούγεννα; Να σου πω εγώ; Μια εποχή που πληρώνεις λογαριασμούς χωρίς να ’χεις λεφτά! Μια εποχή που σου φορτώνει ένα χρόνο στην πλάτη, αλλά δεν σε κάνει ούτε μια ώρα πλουσιότερο! Μια εποχή που ανοίγεις τα λογιστικά σου βιβλία, κι από τους δώδεκα μήνες του χρόνου που πέρασε, βγάζεις παθητικό και στους δώδεκα! Αν ήταν στο χέρι μου», συνέχισε οργισμένος ο Σκρουτζ, «θα έβραζα μαζί με την πουτίγκα τον κάθε ανόητο που παίρνει τους δρόμους και εύχεται Καλά Χριστούγεννα δεξιά κι αριστερά, κι έπειτα θα τον έθαβα με μια σφήνα από γκι στην καρδιά!»

Τσαρλς Ντίκενς, «Ο ύμνος των Χριστουγέννων»


Saturday, December 16, 2023

Μικρή ανασκόπηση ενός αιώνα

 Η Εφημερίδα των Συντακτών 16-17/12/2023


«Μονό ή διπλό τάφο πήρατε;». «Διπλό». «Ωραία, είναι 180 ευρώ». 

Αυτές οι λίγες λέξεις μιας σύντομης συναλλαγής στο δημοτικό κατάστημα δήμου της Αιτωλοακαρνανίας (είχαν προηγηθεί τα συλλυπητήρια, στους μικρούς τόπους τα νέα διαδίδονται αστραπιαία) είναι ο τυπικός επίλογος μιας ζωής σχεδόν ενός αιώνα. Είχαν προηγηθεί το σύντομο πέρασμα από το κρεβάτι του νοσοκομείου, η ληξιαρχική πράξη θανάτου, η κηδεία, η ταφή, ο καφές στο καφενείο του χωριού, το τραπέζι της παρηγοριάς σε συγγενείς και φίλους, ό,τι εν πάση περιπτώσει απαιτεί το κλείσιμο των λογαριασμών ενός ανθρώπου στο μεγάλο βιβλίο του κόσμου.

 Ολοι είχαν έναν καλό λόγο να πουν για τον εκλιπόντα, που έφυγε «πλήρης ημερών», αν και δεν ξέρω πώς μετριέται η «πληρότητα». Θεωρητικά ο Γ. που πέθανε στα 96 του χρόνια ξεγέλασε στατιστικές, προσδόκιμα επιβίωσης, συνταξιοδοτικά συστήματα. Το ισοζύγιο ζωής - θανάτου του πρέπει να θεωρηθεί πλεονασματικό. Εξ ου και το κλισέ: «Τα χρόνια του να πάρετε. Και την υγεία του». Ακριβές το δεύτερο. Ο Γ. δεν επιβάρυνε παρά ελάχιστα το σύστημα υγείας. Ενα ολιγοήμερο πέρασμα από το νοσοκομείο, το πρώτο και τελευταίο της ζωής του, μερικά χάπια πίεσης, μια εγχείρηση καταρράκτη και κάποιες επισκέψεις στον γιατρό για τα βασικά. 

«Τα χρόνια του να πάρουμε». Ως ποσότητα ήταν πράγματι χορταστικά. Αλλά ως ποιότητα; Εχει αναλογιστεί κανείς τι ακριβώς έχει ζήσει ένας άνθρωπος που γεννήθηκε το 1928 και πέθανε στα τέλη του 2023; Τι σοκ, τι δοκιμασίες ατομικές και συλλογικές, τι κρίσεις, τι απώλειες, τι ανατροπές επιφύλασσε κάθε χρονιά στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, του Μεγάλου Πολέμου, της Κατοχής, του Εμφυλίου, της μετεμφυλιακής ανωμαλίας, της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης, της χούντας, της μεταπολίτευσης, του ευρωπαϊσμού, του εκσυγχρονισμού, της αναπτυξιακής φενάκης, της κρατικής χρεοκοπίας, των μνημονίων, της πανδημίας και των νέων κρίσεων; Πώς εξατομικεύτηκε και συμπυκνώθηκε η ταραγμένη εκατονταετία στη ζωή του ίδιου και των δικών του; 

Καθώς είχα την τύχη να γίνω κομμάτι της ζωής του σχεδόν αιωνόβιου Γ. (ως σώγαμπρος, κατά το κλισέ), μπορώ να πω ότι από τα σπαράγματα των γλαφυρών αφηγήσεων που, με τη βαριά και χωρίς πολλά φωνήεντα ντοπιολαλιά, μου διέθεσε κάπως μπορώ να ανασυνθέσω στιγμιότυπα από τη σύντομη ιστορία του αιώνα που έζησε. Οι ιστορίες των εκατομμυρίων αφανών είναι η αφανής ιστορία της χώρας. 

Ο Γ. γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα χωριό της ορεινής Ευρυτανίας. Κτηνοτρόφοι κι αγρότες η οικογένεια κι όλο του το σόι. Γίδια, πρόβατα, άλογα, χωράφια για κριθάρια, στάρια, όσπρια η περιουσία τους. Σκληροί και παγεροί οι χειμώνες τους, με πολλή δουλειά τα καλοκαίρια τους, τα σπίτια τους πέτρινα, στενόχωρα αλλά πάντα φιλόξενα για κάθε περαστικό, συγγενή ή φίλο. Λίγα γράμματα κατάφερε να μάθει στις λίγες τάξεις του Δημοτικού που πήγε. Υστερα τον άρπαξε η ανάγκη της ζωής και των ζώων. Είχε ταλέντο στη βοσκή και στη φροντίδα τους, οι τέσσερις πρώτες δεκαετίες της ζωής του ήταν αφιερωμένες στα κοπάδια του που τάιζαν τον ίδιο κι όλη την οικογένεια, την παλιά της παιδικής και εφηβικής ηλικίας και την καινούργια, της ενήλικης. Παρά τις στερήσεις και τις ελλείψεις που επιφύλασσε η ξεχασμένη από το κράτος ορεινή Ευρυτανία, θα ήταν μάλλον ευτυχισμένος αν έκλεινε τον κύκλο της ζωής του εκεί ως κτηνοτρόφος, έστω κι αν χρειαζόταν δέκα ώρες δρόμος με τα μουλάρια ή τα πόδια για να βρεθεί στο πλησιέστερο νοσοκομείο, στο Αγρίνιο, αν παρίστατο ανάγκη. Στον Εμφύλιο επιστρατεύτηκε, τρία χρόνια πέρασε είτε μαγειρεύοντας για τους συστρατιώτες του, είτε ακολουθώντας αποσπάσματα που έψαχναν να ξετρυπώσουν από τις κρύπτες τους τούς τελευταίους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού. Ακολούθησε μια δεκαετία σχετικά ήρεμης, αν και στερημένης βουκολικής ζωής, πάντρεψε αδερφές και αδερφούς, παντρεύτηκε κι ο ίδιος, τα δυο πρώτα του παιδιά η γυναίκα του τα γέννησε στο σπίτι ή στο χωράφι, αδιανόητη η μεταφορά σε μαιευτήριο. 

Υστερα, ήρθε το σοκ της ανάπτυξης. Τα υδροηλεκτρικά έργα, το φράξιμο των νερών του Αχελώου, κάτω από τα οποία χρειάστηκε να πνιγούν ολόκληρα χωριά, περιουσίες, σπίτια, χωράφια και ζωές. Ο Γ. μάς αφηγούνταν συχνά απίστευτες ιστορίες βίας που συνόδευσαν τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις όχι μόνο των ιδιοκτησιών, αλλά ολόκληρων των ζωών των κτηνοτροφικών οικογενειών που ξαφνικά έπρεπε να τα παρατήσουν όλα, να ξεριζωθούν από τον τόπο τους, να γίνουν μετανάστες στην ίδια την πατρίδα τους, να αλλάξουν επαγγέλματα και τρόπους επιβίωσης. Ο εξηλεκτρισμός και ο παραγωγικός εκσυγχρονισμός, για τον οποίο επαίρονται οι ηγεσίες της μεταπολεμικής Ελλάδας, είναι μια ιστορία ασύλληπτης οικονομικής και κοινωνικής βίας, την οποία προφανώς αγνοεί ο χρυσοπληρωμένος πρόεδρος της ιδιωτικής σήμερα ΔΕΗ. 

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο Γ., η οικογένειά του και εκατοντάδες φιλικές και συγγενικές οικογένειες μετανάστευσαν κοντά στο Αγρίνιο. Οι αποζημιώσεις για τα απαλλοτριωμένα κτήματα και για τα ξεπαστρεμένα κοπάδια ασήμαντες. Τους παραχώρησαν κάτι απομακρυσμένα ρυζοχώραφα και οικόπεδα, υποτίθεται για να χτίσουν τα νέα σπίτια τους. Αλλά κι αυτό ακόμη απαγορευόταν. Νύχτα προσπαθούσαν να στήσουν με τσιμεντόλιθους και τσίγκινες στέγες πρόχειρα παραπήγματα, γιατί τη μέρα έρχονταν Πολεοδομία και Αστυνομία και τα γκρέμιζαν. Πού θα ζούσαν, πώς θα ζούσαν, ζευγάρι με τρία μικρά παιδιά; Λεπτομέρεια άνευ σημασίας για το αναπτυξιακό έπος.

 Κι έτσι, ο βοσκός Γ. αναγκάστηκε στα 40 και κάτι να γίνει εργάτης στα οδικά έργα και καπνοκαλλιεργητής. Να μάθει τι σημαίνουν τα κλεμμένα ένσημα, τα πετσοκομμένα από τους εργολάβους μεροκάματα, να ανακαλύψει τι σημαίνει εργατικό ατύχημα μέσα στην αποπνικτική γαλαρία, τι σημαίνει απεργία και συνδικάτο. Να μάθει ακόμη τι σημαίνει παζάρι με τον καπνέμπορα που ψάχνει ευκαιρία να κλέψει στο ζύγι ή στην τιμή, να δει τα ανήλικα παιδιά του να δουλεύουν στα καπνά, να ανταγωνίζονται ποιο θα αρμαθιάσει πιο γρήγορα τα καπνόφυλλα, να ζει με την αγωνία της καλής σοδειάς ή μιας καταστροφής από τις αναποδιές του καιρού. Να μάθει τι σημαίνει στεγαστικό δάνειο, δόσεις, αποταμίευση, χρέη, φευγιό των παιδιών στην Αθήνα, περικοπές στη σύνταξη έπειτα από 45 χρόνια δουλειάς, επιβίωση με φτωχοεπιδόματα, αιματηρή οικονομία για χαρτζιλικώματα των εγγονιών. Να συνηθίσει τις πρόωρες απώλειες, τους θανάτους συγγενών και φίλων που μεταμόρφωσαν τη ρούγα των «ξενομεριτών» από τα πλημμυρισμένα χωριά της Ευρυτανίας σε έναν σχεδόν έρημο πια από ανθρώπους δρόμο...

Τα χρόνια του να πάρουμε. Αλλά χωρίς τα βάσανά του, γίνεται; Μάλλον δεν γίνεται. 

ΚΙΜΠΙ 

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Αλλες βολές στέκεται αμ’ πάν’ στο καραούλι και παραφυλάει. Και σα με βλέπει να χαζοψάχνομαι, έρχεται και μου δείχνει το καρτελάκι με το νούμερο. Τάχατες άμα θες τίποτα, σήκωσε αυτό. Δεν τα μπορώ ’γώ αυτά τα πράγματα. Και τι είμαστε δηλαδής για να ’χουμε νούμερα; Εδώ ακόμη και τα ζωντανά έχνε ονόματα και μ’ αυτά τα φωνάζουμε, όχι με το δύο και με το τρία. Μωρέ, δεν πάει στο διάολο λέω ’γώ, το παλιοκέρατο το βερνικωμένο. Ούλο έτσι κάμει και πληρώνεται κι αμ’ πάν’ γι’ αυτή τη δλεια. Για να κάθεται με σκωμένο τ’ αφρύδι ψηλά στο σκαμνί και να το παίζει καμπόσος. Αλλο πράγμα απ’ αυτό δεν κάμει και σταγόνα ιδρώτα δεν έχει η μασκάλη του. Τι να πω; Αμα τ’ αρέσει αυτή η δλεια, να την έχει να τη χαίρεται. Αλλά ξέρω ’γώ από ποιους είναι αυτός. Απ’ αυνούς που τους αρέσει να παιδεύνε τον κοσμάκη. Τον κάθε καψερό π’ άφησε το κονάκι του κι ήρθε απ’ την άλλη άκρη της γης να βγάλει το ψωμάκι του. Εμένα πάντως σ’ εργοστάσιο μου ’παν ότι θα πιάσω δλεια, όχι σε κάτεργο. 

Κώστα Μπαρμπάτση, «Λυκοχαβιά και άλλες ιστορίες»


Sunday, December 3, 2023

Το πράσινο μίλι

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 2-3/12/2023


Είμαι ένας βαρύς ρυπαντής του περιβάλλοντος. Το αυτοκίνητο που κυκλοφορώ, εικοσαετίας και βάλε, παλιάς τεχνολογίας, καίει τ’ άντερά του και προφανώς εκπέμπει τα ανάλογα. Το περιβαλλοντικό μου αποτύπωμα είναι βαθύ και ελάχιστα με εξιλεώνει η φιλότιμη προσπάθεια ανακύκλωσης συσκευασιών στους υπό εξαφάνιση μπλε κάδους, που ούτως ή άλλως καταλήγουν κυρίως στις παραδοσιακές χωματερές. Εκτός κι αν μεσολαβήσει κάποιο οικονομικό θαύμα ή κάποιος ελεήμων ευεργέτης, πιθανότατα με το ίδιο αυτοκίνητο θα τη βγάλω μέχρι να απαγορευτεί η κυκλοφορία του ή να μου αφαιρεθεί το δίπλωμα, λόγω ηλικίας. Μέχρι τότε θα είμαι ένας βαρύς ρυπαντής του περιβάλλοντος, και κάθε φορά που οδηγώ θα απολαμβάνω το γουργούρισμα μιας γηραιάς μηχανής εσωτερικής καύσης και τον κραδασμό που προκαλεί σε ένα αμάξωμα που οι αρμοί του χαλαρώνουν όλο και περισσότερο. 

Στις Β. Αμαλίας, Β. Σοφίας, Πανεπιστημίου, Σταδίου, που μας κληροδοτεί μόνιμα μποτιλιαρισμένες ο απερχόμενος δήμαρχος (και λόγω του περιπατητικού του τραγέλαφου) έχω την ευκαιρία στα φανάρια να δω μπρος, πίσω, δεξιά κι αριστερά μου αρκετούς συνενόχους στο μικρό, κοινό περιβαλλοντικό μας έγκλημα. Μικρές και μεγάλες γηραιές γκρανκάσες γουργουρίζουν στο ρελαντί εκλύοντας τα δέοντα. Δεν νομίζω, βεβαίως, ότι είναι λιγότερο ένοχες από τα 200.000 καινούργια αυτοκίνητα που μπαίνουν σε κυκλοφορία κάθε χρόνο, από τότε που «ήρθε η ανάπτυξη» του Κυριάκου. Μιλάμε για έναν τζίρο πάνω από 4 δισ. ευρώ. Πού βρίσκεται όλο αυτό το χρήμα; 

Παρατηρώ τους κώλους των αυτοκινήτων. Οι εξατμίσεις στα νέα μοντέλα εξαφανίζονται όλο και περισσότερο πίσω από μάσκες και προφυλακτήρες, μαζί με τις εκπομπές που είναι πια αόρατες. Σπάνια βλέπεις πια τολύπες γκρι ή μαύρου ατμού που κάποτε έκαναν τη ρύπανση ορατή, σε κάθε επιδεικτική γκαζιά ή ακόμη και στο ρελαντί ενός κακοσυντηρημένου αυτοκινήτου που «έκαιγε λάδια». Πάντως, αν τις παρατηρήσεις καλά, οι εξατμίσεις είναι εκεί, τεκμήρια της περιβαλλοντικής συνενοχής, μαζί με το παρηγορητικό γουργούρισμα των μηχανών. 

Σε κάποια αυτοκίνητα δεν βλέπω εξάτμιση. Πού διάολο είναι κρυμμένη; Κι ο θόρυβος της μηχανής τους δεν είναι γουργούρισμα, ένα ανεπαίσθητο ζουζούνισμα ακούγεται, σαν να πετάει κουνούπι, σφήκα το πολύ. Είναι συνήθως ογκώδη και ψηλά. Απαστράπτοντα. Είναι ηλεκτρικά. Φυσικά και δεν έχουν εξάτμιση, ηλίθιε! Αν εξαιρέσεις το συμπαθητικό κουβαδάκι της Σιτροέν, δεν υπάρχει κανένα μοντέλο κάτω από 30.000 ευρώ και τα πιο ευπώλητα κινούνται στα 50.000 ευρώ και πάνω. Πέντε χρόνια δουλειάς αμειβόμενου με τον κατώτατο μισθό. Η κρατική επιδότηση δεν βελτιώνει ιδιαίτερα την κατάσταση, αν και απλώς επιβεβαιώνει την υποψία ότι η «πράσινη συμφωνία» που με τόση περιβαλλοντική περηφάνια προωθεί η Ε.Ε., ενθαρρύνοντας και τις επιδοτήσεις ηλεκτρικών αυτοκινήτων, είναι υπόθεση των πλουσίων και των υπερπλουσίων. Δεν ξεπερνούν τα 10.000 τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που αγοράζονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, 5% βαριά το μερίδιο αγοράς στο σύνολο των πωλήσεων Ι.Χ. Η περιβαλλοντική υπευθυνότητα είναι υπόθεση του πλουσιότερου 5% με 10% του πληθυσμού, που μπορεί να φτιάξει και τη μονάδα φόρτισης στην άνετη μονοκατοικία του, αντί να περιμένει το κράτος και τις εταιρείες να αναπτύξουν επαρκές δίκτυο φορτιστών, αντίστοιχο των (ή εντός των) βενζινάδικων. Οπως έλεγε και μια από τις ηρωίδες των «Παράσιτων» του Μπο Τζουν Χο, «αν είχα όλα αυτά τα χρήματα, θα ήμουν κι εγώ καλή. Κι ακόμη καλύτερη. Το χρήμα είναι σαν το ηλεκτρικό σίδερο. Ισιώνει όλες τις τσαλακωματιές». Σωστά. Τι σημασία έχει αν είσαι εταιρεία εξόρυξης πετρελαίου και αερίου, άρα τροφοδότης όλων των ρύπων που εκπέμπουν καθημερινά δισεκατομμύρια αυτοκίνητα με κινητήρες βενζίνης ή πετρελαίου; Σημασία έχει πως διαθέτεις αρκετό πλούτο για να ενορχηστρώσεις εσύ την πράσινη μετάβαση, τον ρυθμό, τη χωροταξία και το ταξικό πρωτόκολλο της απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Και ναι, ως εκ τούτου, ο επικεφαλής της κρατικής εταιρείας πετρελαίου των Εμιράτων είναι ο καταλληλότερος για πρόεδρος της φετινής Διάσκεψης για το Κλίμα, της COP28. 

Το χρήμα όχι μόνο ισιώνει τις τσαλακωματιές, αλλά μετατρέπει τους κατεξοχήν ενόχους της κλιματικής κρίσης σε «στρατηγούς» της υποτιθέμενης αποτροπής της. Τα θύματά της, οι φτωχοδιάβολοι του Τρίτου Κόσμου που δεν έχουν ιδέα για πράσινες μεταβάσεις και συμφωνίες και επιβιώνουν ως ανυποψίαστοι ρυπαντές του περιβάλλοντος, είναι υποχρεωμένοι να διανύσουν το «πράσινο μίλι» προς την καταστροφή των ενδιαιτημάτων και των χωρών τους με το στίγμα των ενόχων και καταδικασμένων. Ακριβώς όπως ο αθώος Τζον Κόφι διέσχισε το τελευταίο πράσινο μίλι του μέχρι την ηλεκτρική καρέκλα, στην ταινία του Φρανκ Τάραμποτ και στο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ. 

Σύμπτωση καθαρή το γεγονός ότι εκεί η πράσινη διαδρομή προς τον θάνατο καταλήγει σε μια περιβαλλοντικά καθαρή διαδικασία εκτέλεσης. Ηλεκτρική, χωρίς εκλύσεις, εκπομπές και εκκρίματα. Αν εξαιρέσει κανείς τις ανεπαίσθητες ποσότητες διοξειδίου από καμένη ανθρώπινη σάρκα, όταν ο δήμιος θέλει να «παίξει» με την επιθανάτια αγωνία του καταδικασμένου (στην ταινία υπάρχει μια τέτοια σαδιστική απόκλιση), η ηλεκτρική καρέκλα μπορεί να συγκαταλεγεί στις τεχνολογίες πράσινης μετάβασης. Ιδιαίτερα αν διασφαλίζει ότι το ρεύμα που διοχετεύεται στο σώμα του μελλοθάνατου προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Δεν ξέρω αν θα το δούμε κι αυτό. Φυλακές μελλοθάνατων και θαλάμους εκτέλεσης πιστοποιημένα για το χαμηλό περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα. 

Καθώς η ανθρωπότητα διασχίζει το πράσινο μίλι της προς την κλιματική κατάρρευση και οι ηγεσίες των κυβερνήσεων και των πολυεθνικών υποδύονται πως κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για την αποτρέψουν, όπως τώρα καλή ώρα στο Ντουμπάι, σε ακόμη μια ρυπαρή παγκόσμια σύνοδο αντι-ρύπανσης (COP28), έχει σημασία να πάμε μερικά βήματα πίσω. Στη στιγμή που οι πλούσιοι, οι πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ του πλανήτη μετατοπίστηκαν από την πεισματική άρνηση της κλιματικής κρίσης και το ανελέητο λόμπινγκ εις βάρος της επιστημονικής τεκμηρίωσής της στην ανακάλυψη επενδυτικών και κερδοσκοπικών ευκαιριών στην υποτιθέμενη προσπάθεια της αποτροπής της. Τα αιτήματα και οι προειδοποιήσεις των κινημάτων, των υπανάπτυκτων χωρών που έβλεπαν τη γη τους να αποψιλώνεται, των φτωχότερων στρωμάτων που υπέστησαν τις πρώτες σαρωτικές εκδηλώσεις της κλιματικής κρίσης «απαλλοτριώθηκαν» από τους πάνω και εκτράπηκαν στο αντίθετό τους ή σε κάτι που υποδύεται το πράσινο. Η υπόθεση της κλιματικής κρίσης, αντί να ανατίθεται στους θύτες της, πρέπει να ανακτηθεί από τα θύματά της. Ειδάλλως, διασχίζουμε απλώς το πράσινο μίλι - και με γοργά βήματα. 

ΚΙΜΠΙ 

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Θα 'θελα να 'μουν πράσινος, πράσινα να μιλούσα

πράσινα να κοιμόμουνα, πράσινα να ξυπνούσα


Στα πράσινά μου όνειρα πράσινα μουρμουρίζω

πρασίνισες, αγάπη μου, και δε σ' αναγνωρίζω


Ελα να πρασινίσουμε και πράσινα να σμίξουμε

κι από την πρασινάδα μας θα φάει κι η γελάδα μας


θα 'θελα να 'σουν πράσινη, πράσινα να φιλούσες

πράσινα να με αγάπαγες, πράσινα να ρωτούσες


Γιατί δεν είσαι πράσινος, γαλάζιε έρωτά μου,

και πρασινίζεις κόκκινα στη μαύρη αγκαλιά μου;


Γιάννη Κακουλίδη, Χάρρυ Κλυνν, «Το πράσινο τραγούδι» (δίσκος «Πατάτες», 1981)