07/06/2026

Μετακομίζοντας στη Waste Side

Η Εφημερίδα των Συντακτών 6-7/6/2026



Δύσκολο πράγμα οι μετακομίσεις έπειτα από κάποια ηλικία. Αν είσαι μέχρι 40, ίσως η αλλαγή χώρας, πόλης, γειτονιάς ή απλώς τετραγώνου να σου δίνει και χαρά. Κι αν όχι χαρά, τουλάχιστον εκείνη την παράξενη προσμονή αλλαγής. Οταν ήμουν παιδί, τη δεκαετία του 1960, οι μετακομίσεις δεν ήταν μόνο μια αναγκαστική αλλαγή από το «γειτονικό» σπίτι με κοινόχρηστο μπάνιο, στο ισόγειο μιας οικογενειακής διπλοκατοικίας με βόθρο κι από εκεί στο διαμέρισμα και τελικά στο «δικό μας σπίτι». Ηταν και μια διεργασία κοινωνικής ανέλιξης που καταγραφόταν συμβολικά στον δημόσιο χώρο, όταν η πομπή συγγενών και φίλων διέσχιζε τη γειτονιά κουβαλώντας τα ελαφρότερα αντικείμενα από το παλιό στο νέο σπίτι, και μέσα απ’ το φορτηγό με τα βαρύτερα αποκαλυπτόταν μια καινούργια ηλεκτρική κουζίνα που αντικαθιστούσε την γκαζιέρα, ή ένα πορτ μαντό για το χολάκι της εισόδου, φρεσκολουστραρισμένο από μαραγκό της γειτονιάς. 

Τώρα, οι μετακομίσεις, ιδιαίτερα στις στεγαστικά φρακαρισμένες μεγαλουπόλεις, είναι μια αντίστροφη τελετουργία. Μια διεργασία κοινωνικής υποβάθμισης. Για την πλειονότητα των νέων μέχρι 35 ετών –που είναι «εξαρτημένοι απ’ τον μισθό τους», όπως θα ’λεγε ο Μητσοτάκης– οι οικιστικές επιλογές είναι όλο και στενότερες. Μικρά, ψευτοανακαινισμένα χρέπια, ξεσκαρτάρισμα επίπλων και πραγμάτων που δεν χωράνε, μετακομίσεις με επιστράτευση φίλων, διαχείριση της στενότητας με παραγγελίες φτηνών συναρμολογούμενων επίπλων από ηλεκτρονικά καταστήματα ή από τους σκανδιναβικούς ναούς της «λιτής αφθονίας»: ΙΚΕΑ, JYSK και τα συναφή. 

 Προσφέρθηκα να συμβάλω με τη μεσόκοπη δυσκινησία μου σε σε μια νεανική, ευκίνητη μετακόμιση που είχε όλο το «πακέτο». Παλιά πράγματα που τους δινόταν δεύτερη ευκαιρία, νέα πράγματα, που έρχονταν αμπαλαρισμένα σε χαρτονένιες συσκευασίες – αδύνατο να φανταστείς πως τέσσερα κιβώτια διαφορετικών μεγεθών εξελίσσονται σε κρεβάτι, γραφείο, μικρή βιβλιοθήκη ή πώς ένα βαρύ κυλινδρικό πακέτο διαμέτρου 50 cm αποκαλύπτει ένα στρώμα «με ανεξάρτητες αναρτήσεις και αφρό μνήμης». «Επινοητικοί, πρακτικοί, οικολόγοι οι Σκανδιναβοί», λέει ο μέσος νους μου, μαθημένος αλλιώς από τις δεκαετίες που η επίπλωση ενός σπιτιού σήμαινε παραγγελίες σε έναν επιπλοποιό, που σου πρότεινε σχέδια, επιλογές ξύλου και υφασμάτων, επίσκεψη σε έκθεση «ηνωμένων εργοστασίων» ή επώνυμου, ακριβού ντιζάιν. 

Ωστόσο, η φτηνή, εκ πρώτης όψεως καθαρή, με σεβασμό στους περιορισμούς της φύσης επιλογή επίπλωσης δεν είναι τόσο αυτό που φαίνεται. Το ανακαλύπτεις σιγά σιγά. Κατ’ αρχάς, το κιβώτιο ύψους 2 μέτρων, πλάτους 40 cm, βάθους 20 cm που κρύβει τραβέρσες από μοριοσανίδα ενός κρεβατιού, έχει διασχίσει 3.500 χιλιόμετρα από το ρομποτικό εργοστάσιο παραγωγής στη Στοκχόλμη ή στο Ελσίνκι μέχρι την Αθήνα, με φορτηγά-κοντέινερ που έχουν εκπέμψει έναν διόλου ευκαταφρόνητο όγκο ρύπων διασχίζοντας τουλάχιστον έξι χώρες. Παρ’ όλα αυτά, τα πακέτα φτάνουν εδώ με πιστοποίηση χαμηλού περιβαλλοντικού αποτυπώματος, με διαβεβαιώσεις της δανέζικης, σουηδικής, φινλανδικής εταιρείας ότι είναι θρησκευτικά προσηλωμένη στους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ. Κάπου στο πακέτο θα μοστράρει και μια ετικέτα αξιολόγησης της εταιρείας στο τρίπτυχο ESG. 

Ερχεται η ώρα της συναρμολόγησης. Σε γλιτώνει από 50-100 ευρώ, αλλά σου αφαιρεί κάμποσες ώρες με κατσαβίδια, σφυριά, πυράκια, βίδες, καρφάκια πάνω από ένα manual με ακατάληπτες οδηγίες και ασαφή σκαριφήματα. Ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στ’ αλεύρι οι Σκανδιναβοί. Δεν μπορούσαν να τα έχουν τουλάχιστον φωτογραφημένα, για να καταλάβεις ποια βίδα πάει σε ποια τρύπα; Αλλά πρώτα πρέπει να ανοίξεις το πακέτο. Κι είναι σαν να ανοίγει μια πύλη περιβαλλοντικής κόλασης. Μια τάβλα από MDF περιβάλλεται από τεράστια ποσότητα χαρτονιού σε διάφορα μεγέθη και σχήματα, από μεγάλο όγκο χοντρού και σκληρού πλαστικού, που διασφαλίζει ότι η τάβλα θα φτάσει άθραυστη στον πελάτη. Οι τάβλες είναι βαριές, αλλά έχω την άισθηση ότι τα χαρτόνια συσκευασίας απαίτησαν περισσότερη ξυλεία από το περιεχόμενο. Οσο για το πλαστικό, δεν ξέρω πού θα καταλήξει, παρά το σηματάκι της ανακύκλωσης. Φανταστείτε τέσσερα πακέτα με ανάλογους όγκους χαρτονιού και πλαστικού –είμαι βέβαιος πως το έχετε ήδη ζήσει, εγώ είμαι νεοφώτιστος– για κάθε τάβλα, κεφαλάρι, τραβέρσα, σανίδα, κι έπειτα φανταστείτε αυτά επί τρία ή τέσσερα: με το φασκιωμένο σε αλλεπάλληλες στρώσεις χαρτονιού και πλαστικού στρώμα, το γραφειάκι, τη συρταριέρα, τη βιβλιοθήκη, το τραπέζι της κουζίνας, τις καρέκλες. Μια μικρή χωματερή ανακυκλώσιμου χαρτιού και πλαστικού κατακλύζει τα 40 με 60 τετραγωνικά που αναλογούν σε ένα νεαρό ζευγάρι μισθωτών ή δυο συγκατοίκους νομάδες της εργασίας. 

Μετά, φανταστείτε αυτά τα κυβικά χαρτιού και πλαστικού που δεν τα χωρούν ούτε δυο μπλε κάδοι ανακύκλωσης, επί 100 ή 200 μετακομίσεις τη μέρα που θα γίνονται στην Αθήνα, επί εκατοντάδες μεγαλουπόλεις του περιβαλλοντικά ψυλλιασμένου βόρειου ημισφαιρίου. Φανταστείτε τα 15.000 αντικείμενα που μπορεί να έχει ένα σύγχρονο σπίτι, όλα φτιαγμένα από «βιώσιμα υλικά», όλα βγαλμένα από δισεκατομμύρια χαρτοπλαστικές συσκευασίες, πολλαπλασιάστε τα επί τα εκατοντάδες εκατομμύρια μικρομεσαία σπίτια της Δύσης, κι ίσως τότε έχετε την εικόνα ενός συστήματος που παράγει αδιάκοπα απόβλητα και απόβλητους. Κι αν η φαντασία σας δεν είναι και πολύ παραγωγική, περιπλανηθείτε στον πλανήτη των αποβλήτων μέσα από τις δεκάδες γλαφυρές, βιωμένες και τεκμηριωμένες Waste Side Stories, στο ομότιτλο βιβλίο του Αντώνη Μαυρόπουλου. 

Το ενδιαίτημα της ανθρωπότητας γίνεται τόσο αβίωτο, ώστε δεν είναι πια θέμα επιστημονικής φαντασίας η μετακόμιση σε άλλο πλανήτη. Υπάρχει εναλλακτική χωρίς μετακόμιση; Η συνέχεια επί του βιβλίου. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Το μεταβολικό ρήγμα λειτουργεί ως υπόβαθρο για το παράδοξο του πλούτου. Οσο βαθαίνει η σύμφυση του καπιταλισμού με τα οικοσυστήματα και τη βιόσφαιρα, τόσο περισσότερο διευρύνεται το μεταβολικό ρήγμα. Ταυτόχρονα, όσο διευρύνεται το μεταβολικό ρήγμα, ο καπιταλισμός ανταποκρίνεται επιταχύνοντας την εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση των κοινών αγαθών, του κοινού πλούτου. Από την εμπορευματοποίηση και την ιδιωτικοποίησή τους μεγαλώνει ο παραγόμενος ιδιωτικός πλούτος, αλλά, ταυτόχρονα, ξεπατώνονται τα οικολογικά και κοινωνικά θεμέλια του κοινού πλούτου και δημιουργείται, κοινωνικά, τεχνητή σπάνη. Ετσι, το μεταβολικό ρήγμα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά θεμέλιο για τη βαθύτατη ανισότητα και αποξένωση που συντηρεί το παράδοξο του πλούτου. 

Αντώνης Μαυρόπουλος, «Waste Side Stories» (εκδόσεις «Τόπος») 









31/05/2026

Η Διεθνής των αποτυχημένων

 Η Εφημερίδα των Συντακτών 30-31/5/2026


Αλεξέι Κόριν, «Αποτυχία ξανά» (1891)

Τελικά, παίζει να ’χω εμμονή με την αποτυχία. Σαν να αποτελεί τη μόνη δεξιότητά μου που έχει επιβιώσει στις εξίμισι δεκαετίες ζωής μου. «Εχεις πρόβλημα χαμηλής αυτοεκτίμησης», θα ’λεγε ο ψυχοθεραπευτής μου, αν είχα. Ευτυχώς, ο ψυχίατρός μου -που έχω- δεν λέει τέτοια πράγματα. Κι ένας άλλος φίλος ψυχίατρος, γνωσιακός αυτός, λέει πως επεξεργάζομαι υπερβολικά το παρελθόν, επανεξετάζω οτιδήποτε έχει συμβεί ακόμη κι ένα λεπτό πριν την ώρα που μιλάω ή γράφω αυτές τις λέξεις, πράγμα που, εκτός από περιττό, γιατί το παρελθόν δεν αλλάζει, είναι και καταδικασμένο κι αυτό σε αποτυχία: οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν την περασμένη τους ζωή σαν μια ατέλειωτη σειρά από αποτυχίες. Πράξεις, επιλογές κι αποφάσεις που θα ήθελαν να τις αλλάξουν, πιστεύοντας ότι θα ήταν σήμερα σε καλύτερη κατάσταση. Ας πούμε, πλουσιότεροι, ευφυέστεροι, δημοφιλέστεροι, ομορφότεροι, ευτυχέστεροι, επιτυχέστεροι. Αλλά επειδή κάθε φορά που φοράμε τους παραμορφωτικούς φακούς της «πετυχεσιάς» ανακαλύπτουμε ότι υπάρχουν άλλοι πολύ πλουσιότεροι, ευφυέστεροι, ομορφότεροι από μας, συνήθως συγκαταλέγουμε εαυτούς στην πολυπληθέστερη συνομοταξία των αποτυχημένων.


Κι αυτό το κείμενο είναι μια ισχυρή ένδειξη της εμμονής μου με την αποτυχία ή, αντίστροφα, της νεύρωσης της επιτυχίας. Πρέπει να είναι το τέταρτο ή πέμπτο που φλυαρεί επί του θέματος στα 26 χρόνια αυτής της στήλης. Σχεδόν πάντα η αφορμή ήταν οι εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, το συστηματικότερο θύμα του μεταρρυθμιστικού οίστρου των κυβερνήσεων εδώ και μισό αιώνα. 


«Μικρό εγκώμιο στην αποτυχία», βλέπω στον τίτλο κειμένου της στήλης είκοσι χρόνια πριν, στην «Καθημερινή». Τότε ήταν η βάση του 10 που είχε οριστεί ως διαχωριστική γραμμή μεταξύ επιτυχημένων και αποτυχημένων, με αποτέλεσμα καμιά σαρανταριά χιλιάδες έφηβοι να παροχετεύονται στο μίξερ της αγοράς εργασίας ή της ιδιωτικής εκπαίδευσης ως «σκράπες». Μπορώ να αυτοπαινευτώ πως αυτή η βολή της Αυτού Εξοχότητάς μου «Ελεύθερου Σκοπευτή» το μακρινό 2006 ήταν μια «επιτυχία» μου, αφού το δικό μου «Εγκώμιο στην αποτυχία» προηγήθηκε σχεδόν δύο δεκαετίες του ομότιτλου βιβλίου του Ρουμάνου φιλοσόφου Κοστίκα Μπραντατάν, που το 2024 κέρδισε το βραβείο PROSE, παρακαλώ, στις ΗΠΑ (όχι, δεν σκέφτομαι να του ζητήσω δικαιώματα). 


Προς τεκμηρίωση της διαπίστωσης περί εμμονής μου παραθέτω τα επόμενα επιτυχημένα πονήματα περί αποτυχίας: «Η τυραννία της επίδοσης», Ιούνιος 2007. «Γιατί απέτυχε ο Καντονά», Δεκέμβριος 2010. «Το δικαίωμα στην αποτυχία», Ιούνιος 2011. «Ψυχοπαθείς επιτυχείς», Μάιος 2012. «Η αποτυχία της επιτυχίας», Φλεβάρης 2022... Δεν βλέπω άλλα, τουλάχιστον από τα σωσμένα στο μπλογκ κείμενα, δημοσιευμένα διαδοχικά σε «Καθημερινή», «Επενδυτή» και «Εφ.Συν.», όπου η στήλη μακροημερεύει για μεγαλύτερο διάστημα από τις δύο προηγούμενες έντυπες θητείες της. 


Προφανώς το μεγάλο κενό μεταξύ 2012 και 2022, η δεκαετία στη διάρκεια της οποίας δεν έγραψα ακόμη ένα παμφλέτο υπέρ αποτυχίας, αντιστοιχεί στην υποχώρηση του ατομικού βιώματος μπροστά στη συλλογική μας τραγωδία: Ως γνωστόν, από το 2010 κηρυχθήκαμε διεθνώς, από εταίρους και συμμάχους: ως χώρα «αποτυχημένο κράτος», ως κοινωνία «λαός λαμογιών», ως οικονομία «χρεοκοπημένο προτεκτοράτο», ως πολιτικό σύστημα «καρτέλ διαφθοράς», ως επιχειρηματική τάξη «συμμορία πλιάτσικου», ως υποτελείς τάξεις «τεμπέληδες και απροσάρμοστοι», ως πολίτες «αλλοπρόσαλλο εκλογικό σώμα». Στην υποτιθέμενη συλλογική μας αποτυχία, στη ρετσινιά τού «μαζί τα φάγαμε» του διόλου αειμνήστου Πάγκαλου, προφανώς δεν χώρεσε ακόμη μια ιερεμιάδα για την ατομική αποτυχία. Αλλωστε, μια συλλογική -εθνική, κοινωνική, ταξική- αποτυχία πρέπει να είναι άθροισμα πολλών προσωπικών αποτυχιών, σωστά; Ή μήπως όχι; 

Οχι, θα πω εγώ. Καθόλου δεν πιστεύω τα φληναφήματα περί συλλογικής ευθύνης και αποτυχίας της κοινωνίας, και πολλώ μάλλον τα περί συλλογικής συνενοχής μας, για παράδειγμα, στην αυτοκτονία των δύο 17χρονων μαθητριών στην Ηλιούπολη. Οι κοινωνίες δεν είναι ομοιογενείς μάζες, εξ ορισμού με ενιαία βούληση. Εχουν τους πάνω και τους κάτω. Τους κυρίαρχους και τους κυριαρχούμενους. Τους πλούσιους, τους μεσαίους, τους φτωχούς. Εχουν αυτούς που παίρνουν αποφάσεις κι αυτούς που απλώς υποχρεούνται να τις υποστούν. Εχουν αυτούς που ελέγχουν την πληροφόρηση και την παραγωγή «ενιαίας σκέψης» κι αυτούς που τις καταναλώνουν. Εχουν στην κορυφή της πυραμίδας μια απειροελάχιστη ελίτ «επιτυχημένων» που καταδικάζουν την πλειονότητα των από κάτω στην «αποτυχία». Η επιτυχία των πάνω είναι η πρώτη ύλη της αποτυχίας των κάτω. 


Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, για παράδειγμα, είναι πέραν αμφιβολίας ο πιο επιτυχημένος πρωθυπουργός στον μισό αιώνα από τη Μεταπολίτευση. Εχει επιτύχει να μετατρέψει την αποτυχία των πολλών σε θρίαμβο των λίγων. Εχει απέναντί του ένα συνονθύλευμα πολιτικών αντιπάλων που αντιτάσσουν στο επιτυχημένο γνήσιο μοντέλο «κρατικού νεοφιλελευθερισμού» πολλές αποτυχημένες παραλλαγές και καρικατούρες του. Καμιά δύναμη, παλιά ή νέα, δεν έχει την πολιτική και ταξική τόλμη να εκφράσει κυνικά, γνήσια, άγρια, ριζικά τα απωθημένα των αποτυχημένων. 


Και -για να μιλήσουμε πλανητικά- ο Ντόναλντ Τραμπ είναι επίσης ο πιο επιτυχημένος ηγέτης του πλανήτη εδώ και δεκαετίες. Γιατί έχει καταφέρει να μετατρέψει τη «διεθνή κοινότητα» σε έναν ερειπιώνα αποτυχημένων κρατών και ηγεσιών άβουλων και ανίκανων να πουν ένα «όχι» σε κάθε πολεμικό τυχοδιωκτισμό του που φέρνει την ανθρωπότητα κάθε φορά στο χείλος της καταστροφής. 


Αλλά κι αυτή η «ανθρωπότητα», η φανταστική σύνθεση δισεκατομμυρίων αγνώστων μεταξύ τους, έχει μια δύναμη που σχεδόν αγνοεί. Αποτελείται στη μεγάλη της πλειονότητα από αποτυχημένους. Η Διεθνής των Αποτυχημένων είναι η κοιμώμενη υπερδύναμη του κόσμου. «Αποτυχημένοι όλου του κόσμου ενωθείτε! Δεν έχετε να χάσετε παρά μόνο τις αποτυχίες σας. Είσαστε καταδικασμένοι να επιτύχετε!» 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Δεδομένου ότι η αποτυχία έχει αναρίθμητες εκφάνσεις, το να προσπαθείς να τη χαρτογραφήσεις είναι σαν να προσπαθείς, όπως το αγόρι από το διάσημο ανέκδοτο του Ιερού Αυγουστίνου, να αδειάσεις τη θάλασσα με ένα όστρακο και να μεταφέρεις όλο το νερό της σε έναν λάκκο που έχεις σκάψει στην παραλία. Η προσπάθεια φαίνεται καταδικασμένη να αποτύχει, αλλά αυτό δεν έχει σημασία· σημασία έχει η τρελή ομορφιά της απόπειρας.

Κόστικα Μπραντατάν, «Εγκώμιο της αποτυχίας: Τέσσερα μαθήματα ταπεινότητας» 


16/05/2026

Το Ταμείο Ανάκαμψης της Περσεφόνης

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 16-17/5/2026



Αθήνα, Νουμηνία Βοηδρομιώνος μηνός, 4ου έτους της 96ης Ολυμπιάδος. Κακός χαμός στην Ποικίλη Στοά. Κόσμος πάει κι έρχεται φορώντας τα καλά του. Εχουν έρθει από κάθε πόλη της Ελλάδας να δουν τα ιερά αντικείμενα, ν’ αγοράσουν κανένα φθηνό πήλινο ή χάλκινο ομοίωμα, να ξεγελάσουν την πείνα τους με ψωμί και ψάρι παστό, σύκα ή σταφύλια από τα θερμοπώλεια, να χαζέψουν τους ιεροφάντες και τους μύστες, να μάθουν κανένα κουτσομπολιό για το τι ακριβώς λένε και κάνουν οι μυημένοι στη διάρκεια της πομπής από Κεραμεικό μέχρι Ελευσίνα, να σκαρφιστούν καμιά φρέσκια πλάκα για τους γεφυρισμούς κατά μήκος της Ιεράς Οδού, μέχρι να φτάσουν στον χώρο που ο πάνω κόσμος συναντιέται με τον κάτω κι ο θάνατος μοιράζεται ισότιμα τον χρόνο με τη ζωή στο πρόσωπο της διχασμένης Περσεφόνης και της συμβιβασμένης με τον Πλούτωνα μάνας της, της Δήμητρας. 

Οσο μυστήριο καλύπτουν τα Ελευσίνια Μυστήρια στην τελετουργία τους, τόση διαφάνεια και προφάνεια υπάρχουν στα 120 στάδια -22 χιλιόμετρα- της αρχαίας Ιεράς Οδού, εξαφανισμένης κάτω από άσφαλτο, μπετόν και σίδερο αιώνων. Πέτρες λαξευμένες και σωστά τοποθετημένες για να σχηματίζουν ένα ομαλό, φιλικό σε πεζούς, εφίππους, ιππήλατα κάρα ή βοϊδάμαξες οδόστρωμα, το οποίο διέσχιζαν πάνω από 30.000 άνθρωποι το 9ήμερο των Μυστηρίων κι εκατοντάδες χιλιάδες όλη τη χρονιά, μια και η Ιερά Οδός ήταν ο δρόμος που συνέδεε την Αθήνα με την Πελοπόννησο και την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα. Η πέτρα και το χώμα άφθονα, το εργατικό δυναμικό επίσης, πολυπληθές και πάμφθηνο -κυρίως δούλοι-, το χρήμα, δημόσιο και ιδιωτικό, επίσης σε αφθονία, τουλάχιστον στους αιώνες της ακμής της μεσογειακής υπερδύναμης Αθήνας. Πλάκα πλάκα, η οδός των 2.500 χρόνων άντεξε ως φήμη, αλλά και ως υποδομή, μέχρι που κονιορτοποιήθηκε βάναυσα τα μεταπολεμικά χρόνια υπέρ ιδιωτικών ναυπηγείων και διυλιστηρίων, από Σκαραμαγκά μέχρι Ελευσίνα. 

Αθήνα, 14 Μαΐου 2026, ή εν τω μηνί Θαργηλιώνι του 2ου έτους της 700ής Ολυμπιάδος, περί την 7η ώρα του αττικού ωρολογίου, ή μεταξύ 2 και 3 μ.μ. Βρίσκομαι επί της Ιεράς Οδού, έξω από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, στην κατεύθυνση προς Πειραιώς. Περιμένω στη στάση, σκεπασμένη ευτυχώς, έχει συννεφόκαμα με θερμοκρασία πάνω από 26 βαθμούς. Τηλεματική δεν έχει εδώ, πολύ μακριά από το κέντρο για πουλήσει μούρη η «ψηφιακή Ελλάδα», μια κλασική πινακίδα του ΟΑΣΑ με πληροφορεί ότι περνούν από εδώ επτά γραμμές, η μία νυχτερινή, άρα έξι που μπορούν να με πάνε κοντά σε έναν σταθμό μετρό. Από τις 2.40 έως τις 3.15 μετά μεσημβρίαν δεν εμφανίζεται ίχνος λεωφορείου. Τριάντα πέντε λεπτά απελπισμένης αναμονής. Αν ζούσα στο 392 π.Χ., έστω και εκτός Ελευσινίων, σίγουρα θα είχε περάσει κάποια βοϊδάμαξα να με πάει πιο κάτω, το πολύ πέντε χιλιόμετρα. Και, φυσικά, καθώς ο καταναγκασμός της ταχύτητας μας έχει κάνει πλάσματα ανυπόμονα, ανίκανα να απολαύσουμε τη νωχέλεια της βραδύτητας, θυμώνω και σιχτιρίζω, σε αντίθεση με τους άλλους αναμένοντες στη στάση, εξοικειωμένους με την εκτός διαφημιστικής προπαγάνδας πραγματικότητα. 

Ποιας προπαγάνδας; Μα φυσικά αυτής του «Ελλάδα 2.0», που πέφτει βροχηδόν στα τηλεοπτικά και άλλα μέσα, όλο και πιο πυκνά καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης τελειώνει, ό,τι χαλάσαμε χαλάσαμε, ό,τι φάγαμε φάγαμε. «Το πρόγραμμα Ελλάδα 2.0 του Ταμείου Ανάκαμψης μεταμορφώνει την Ελλάδα. Τόσο στα μικρά όσο και στα μεγάλα. Ελα μαζί μου...» λέει το μοντέλο του διαφημιστικού σποτ που μπαινοβγαίνει σε λαμπερά σκηνικά νοσοκομείων, σχολείων, δρόμων, γραφείων. «Το Ταμείο Ανάκαμψης αλλάζει την καθημερινότητά μας... Και γι’ αυτό ο στόλος των λεωφορείων ανανεώνεται με καινούργια. Ηλεκτροκίνητα, αθόρυβα λεωφορεία...». Οχι, δεν λέει ψέματα η διαφήμιση, πράγματι το υπουργείο Μεταφορών πήρε 100 εκατ. ευρώ από το ΤΑΑ για να αγοράσει 220 ηλεκτροκίνητα λεωφορεία -κι έβαλε συνολικά πάνω από 500 εκατ. γενικώς για την ηλεκτροκίνηση μαζί και για τα ταξί και για να αλλάξουν αυτοκίνητα οι μεγάλοι της ενοικίασης - από τα 2,4 δισ. που πήρε συνολικά, ως ο μεγαλύτερος τελικός αποδέκτης του «θησαυρού» των 37 δισ. ευρώ. Αλλά, προσέξτε, πάνω από τα μισά λεφτά, 1,3 δισ. ευρώ, δεν πάνε για πιο «πράσινες» ιερές και ανίερες οδούς, με περισσότερες και καθαρότερες δημόσιες συγκοινωνίες, αλλά στους μεγάλους οδικούς άξονες του καρτέλ των μεγαλοεργολάβων, που θα προσελκύουν για δεκαετίες ιδιωτικής λειτουργίας όλο και περισσότερα, ιδιωτικά, κυρίως ρυπογόνα οχήματα. 

Πώς ακριβώς άλλαξε τη συγκοινωνιακή καθημερινότητά μας το Ταμείο Ανάκαμψης στην «Ιερά Οδό» ή στην ταπεινή «Ελλήνων Πατριωτών» της γειτονιάς μου, του Καρέα, απ’ όπου περνά στη χάση και στη φέξη η μοναδική συγκοινωνία; Τι σχέση έχει η λουστραρισμένη πραγματικότητα των ακριβοπληρωμένων διαφημίσεων και των στατιστικών «υψηλής απορρόφησης» των ευρωπαϊκών πόρων, υπό την μπαγκέτα του νέου Ιεροφάντη του Eurogroup, Κυρ-Πιερ; Πέρασε καθόλου Ταμείο Ανάκαμψης από την Ιερά Οδό: Ή ακριβώς επειδή πέρασε από εκεί -και από κάθε άλλη οδό, κάθε κάμπο, βουνό, ποτάμι, λίμνη, πόλη- εγώ περίμενα 35 λεπτά ένα από τα 220 ηλεκτροκίνητα λεωφορεία που προφανώς χρειάζονται και οδηγούς -τι ελάττωμα κι αυτό!; 

Μακάρι να ήταν «μηδέν» η απορρόφηση των πόρων, μακάρι να γλίτωναν όσο γίνεται περισσότερα από τα 37 δισ. ευρώ. Τι πιο σκανδαλώδες από το να πανηγυρίζει η Μητσοτάκης Α.Ε. γιατί τόσα λεφτά τα πήρε μαζί της η Περσεφόνη και τα γλεντάει ο Πλούτωνας... Τι πιο ανόητο από το να εξανίσταται η αντιπολίτευση γιατί λίγα από τα λεφτά αυτά δεν χάθηκαν στον κάτω κόσμο. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα

κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο

τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα

και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.


Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες

ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο

τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες

και το καινούργιο πάν’ να δουν διυλιστήριο.


Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία

κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα

τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία

άδεια κορμιά, σιδερικά, παιδιά κι ελάσματα.


Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς.


Νίκου Γκάτσου, «Ο Εφιάλτης της Περσεφόνης» (Μάνος Χατζιδάκις - Νίκος Γκάτσος, «Τα παράλογα», 1976)



09/05/2026

Τα ψηλά λεμόνια

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 9-10/5/2026



Εχω γίνει κλέφτης. Σχεδόν κλέφτης δηλαδή. Οχι πια κλέφτης της υπαίθρου, με επιδρομές σε ξεμοναχιασμένες συκιές (από Ιούλη και μετά) ή ρεσάλτα σε βαρυφορτωμένες μουσμουλιές (που είναι στην ώρα τους). Εχω γίνει κλέφτης του άστεως, κανονικός κλέφτης των πόλεων. Εχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι τελικά είχε δίκαιο ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, όταν πρότεινε στη γαλλική εθνοσυνέλευση, κάπου στα 1790, την αποποινικοποίηση της κλοπής –και, αντίθετα, την ποινικοποίηση της ανεπαρκώς φυλασσόμενης ιδιοκτησίας– γιατί έβλεπε σ’ αυτήν μάλλον τον μόνο άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο αναδιανομής του πλούτου υπέρ των πραγματικά «αβράκωτων» της Γαλλικής Επανάστασης, των φτωχότερων των φτωχών. 

Εχω γίνει κλέφτης ενός πλούτου που δεν υποψιαζόμουν ότι υπάρχει σε τόση αφθονία μέσα στην πόλη, στα στενά πεζοδρόμια των γειτονιών, στους κήπους των λιγοστών παλιών μονοκατοικιών, ακόμη και στους κοινόχρηστους ακάλυπτους πολυκατοικιών. Από τον περασμένο Γενάρη, όταν έσκασε μύτη στις λαϊκές το πρώτο φρέσκο λεμόνι, πράσινο, σκληρό, με ελάχιστο χυμό και 3-3,5 ευρώ το κιλό, 2,5 στο σούπερ μάρκετ, ακριβότερο και από τα εισαγόμενα λάιμ που απαιτούν τα μοχίτο και τα γουακαμόλε μας, άρχισα να παρατηρώ τις λεμονιές της γειτονιάς. Λεμονιές ελευθέρας βοσκής που λένε, ή χαλαρά μαντρωμένες πίσω από κάγκελα αυλών, με τα μισά τους κλαδιά να παραβιάζουν το μαντεμένιο σύνορο της ιδιοκτησίας και του νόμου και τα πρώτα μικρά, πράσινα λεμόνια τους να σε προκαλούν: «Κόψε με, μύρισέ με, στίψε με, γεύσου με». 

Απίστευτο πώς δεν το είχα παρατηρήσει τόσα χρόνια. Αλλά από την άλλη πλευρά διόλου απίστευτο, όταν ήδη μεγαλώνει μια γενιά που μαθαίνει τα οπωροφόρα αποκλειστικά από τις εικόνες βιβλίων και τις εφαρμογές αναγνώρισης φυτών του ίντερνετ και ένα τμήμα της μπορεί να πιστεύει ότι τα λεμόνια –και τα πορτοκάλια, τα μούσμουλα, οι πατάτες ή τα κρεμμύδια– είναι πράγματα που φυτρώνουν απευθείας στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Και ότι εν τέλει η μόνη υλική πραγματικότητα της φύσης, του φυτικού και ζωικού κόσμου, είναι το συσκευασμένο ή ζυγισμένο σε σακούλα προϊόν που θα ακολουθήσει τη διαδρομή: ράφι-καρότσι-ταμείο-ψυγείο-στόμα-στομάχι-έντερο (κι ας μη συνεχίσω με τους τελευταίους κρίκους της εφοδιαστικής-αφοδευτικής αλυσίδας της κατανάλωσης). 

Απ’ την άλλη, δεν υπάρχει και τίποτα παράδοξο σ’ αυτό. Οι γειτονιές της Αθήνας και των άλλων μεγαλουπόλεων, που σήμερα είναι ενταγμένες στον πυκνοπλεγμένο οικιστικό ιστό, κατάφορτες με μπετόν, πολυκατοικίες και άσφαλτο, ήταν κάποτε χωράφια ή αραιοκατοικημένες συνοικίες, προσφυγικοί συνοικισμοί, ακόμη και παραθεριστικά προάστια. Είχαν περιβόλια, μποστανάκια, κοτέτσια, ακόμη και στάνες στα ημιορεινά. Κι ήταν αδιανόητο για τους εποίκους τους να μην περιβάλλουν τα ισόγεια ή διώροφα σπίτια τους με μερικά μέτρα αυλή φυτεμένη με μια-δυο λεμονιές, πορτοκαλιές, μουσμουλιές, βυσσινιές ή συκιές. Ισως και κανένα πλατανάκι, αν είχε κοντά νερά. Οχι πάντως νεραντζιές, αυτές ήρθαν αργότερα, όταν μπροστά από τα εκτός σχεδίου οικόπεδα που έγιναν εντός έπρεπε να περάσουν δρόμοι, να γίνουν πεζοδρόμια και οι ιδιοκτήτες των σχεδόν εξοχικών κατοικιών να παραχωρήσουν ένα-δυο μέτρα απ’ τα οικόπεδά τους, κι έτσι κάμποσες λεμονιές που ήταν Ι.Χ. βγήκαν εκτός οικοπέδου κι έγιναν κοινόχρηστες. Ετσι εξηγείται το πόσες πολλές λεμονιές, προκλητικά φορτωμένες με τους καρπούς τους, ανακάλυψα καθυστερημένα σε Βύρωνα, Καισαριανή, Ηλιούπολη, Αργυρούπολη, Υμηττό, δυο βήματα από το κέντρο της Αθήνας. Αν όλες οι λεμονιές του ελεεινού –πρώην κλεινού– άστεως ήταν συγκεντρωμένες, ίσως η πόλη είχε ένα λεμονοδάσος μεγαλύτερο κι από του Πόρου. 

Κι έτσι, έγινα κλέφτης. Κλέφτης λεμονιών. Χωρίς τύψεις. Αλλά πολύ λιγότερο κλέφτης απ’ όσους πετυχαίνουν να πάει η τελική τιμή ενός προϊόντος –τόσο δεδομένου όσο και το χώμα, το νερό, ο ήλιος– στα 2,5 ευρώ το κιλό. Που δεν είναι οι καλλιεργητές, αλλά όσοι έχουν διαμεσολαβήσει σ’ αυτό: από τους πολεμοκάπηλους ΗΠΑ-Ισραήλ, που βάζοντας φωτιά στη Μέση Ανατολή, στο πετρέλαιο και στο αέριο, εκτινάσσουν και τις τιμές των λιπασμάτων, μέχρι τους σφετεριστές των δημόσιων αγαθών, της γης, του νερού, ακόμη και του ήλιου, που η αγορά τα μεταλλάσσει σε ακριβά χωράφια, ακριβότερο πότισμα κι ακόμη πιο ακριβό ρεύμα. (Και κοιτάξτε σύμπτωση: οι λέξεις λεμονέα, λεμονιά, λεμόνι προέρχονται από την περσική λέξη limu. Δεν είναι αυτό μια καταπληκτική «εκδίκηση» της Ιστορίας;) 

Παρατηρώ, βέβαια, ότι δεν είμαι ο μόνος κλέφτης λεμονιών. Από τον Φλεβάρη, πάνω που άρχισαν να κιτρινίζουν οι καρποί κι εγώ άρχισα να δρέπω –διακριτικά, βράδυ ή πολύ πρωί– όσους έφτανα απλώνοντας το χέρι, ξεκίνησε και η αραίωση. Μέχρι τον Μάρτιο, στα δύο μέτρα δεν έμεινε ούτε ένας καρπός στα δέντρα του ευρύτερου ενδιαιτήματός μου. Τον Απρίλιο η μαζική απαλλοτρίωση είχε φτάσει στα δυόμισι μέτρα, τώρα ξεπέρασε τα τρία, κι έτσι οι λεμονιές, των πεζοδρομίων ή των αυλών, αποψιλωμένες μέχρι το μέσο της φυλλωσιάς τους, μένουν στεφανωμένες με κατακίτρινα, ώριμα λεμόνια σε ύψος που δεν τα φτάνεις παρά μόνο με σκάλα ή φρουτοσυλλέκτη. «Και τι μ’ αυτό;» θα μου πείτε. «Οσα δεν φτάνει η αλεπού πηδάει και τα φτάνει», λέγαμε παλιότερα, παραλλάσσοντας την παροιμία υπέρ μιας πιο ριζοσπαστικής συμπεριφοράς. Αλλά, πείτε μου, ποιος κοτάει να βγει στη γειτονιά, μπροστά από ξένες αυλές, με μια σκάλα ή ένα δίμετρο κοντάρι για να ρίξει τους ξεχασμένους, παρατημένους στην υπερωρίμανση, στη σήψη και στην πτώση καρπούς; Τα ψηλά λεμόνια είναι της ντροπής. Ακόμη και για μας, τους σχεδόν κλέφτες των πόλεων. 

Κι ένα χιλιοστό της δικής μας ντροπής να είχαν οι πραγματικοί κλέφτες της ζωής, της ελευθερίας, των δημόσιων αγαθών, του περιβάλλοντος, του κοινού μας πλούτου, ο κόσμος θα ήταν κάπως καλύτερος. 

ΥΓ. Επόμενος στόχος, τα μούσμουλα. Λιγοστές και ακριβοθώρητες βέβαια οι αστές μουσμουλιές. Καμιά σχέση με τις λεμονιές. 

ΚΙΜΠΙ 

Kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Μωρή κοντούλα λεμονιά

Με τα πολλά λεμόνια, Βησσανιώτισσα,

σε φίλησα κι αρρώστησα

και το γιατρό δε φώναξα.


Πότε μικρή μεγάλωσες,

κι έγινες για στεφάνι, Βησσανιώτισσα;

Σε φίλησα κι αρρώστησα

και το γιατρό δε φώναξα.


Χαμήλωσε τους κλώνους σου,

να κόψω ένα λεμόνι, Βησσανιώτισσα,

Για να το στύψω να το πιω,

να μου διαβούν οι πόνοι, Βησσανιώτισσα. 


Παραδοσιακό ηπειρώτικο (Βήσσανη, Πωγώνι Ιωαννίνων)


02/05/2026

Λυσσασμένοι όλου του κόσμου...


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ 2/5/2026

Ενας "λυσσασμένος" από το 2019 που κόλλησε χιλιάδες.
 Ο Γιοακίμ Φίνιξ στο Joker  του Τοντ Φίλιπς. 

Εντάξει, μπορεί να ισχύουν όσα καταιγιστικά και επίμονα βγαίνουν για τον υπερήλικα -τον όρο τον χρησιμοποιώ με τη δέουσα συμπάθεια που επιβάλλει η διόλου μεγάλη απόσταση από τα χρόνια του- που μπούκαρε με την καραμπίνα στον ΕΦΚΑ και στα δικαστήρια, ότι δηλαδή μπορεί ο 89ετής Π.Κ. να έχει «ξεφύγει» που λένε, να είναι κατά φαντασίαν αδικούμενος από το εγχώριο ασφαλιστικό σύστημα, να παίρνει μια αξιοζήλευτη σύνταξη από ΗΠΑ και Γερμανία, να είναι μανιοκαταδιωκτικός, να πάσχει από γεροντική άνοια, να υπήρξε φιλοβασιλικός, να ήταν ενδεχομένως και κακός πατέρας, να χρήζει ψυχιατρικής βοήθειας, να έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή αθώων συμπολιτών. Αλλά από την άλλη πλευρά δεν παύει να είναι ένας «λυσσασμένος». Οπως ακριβώς υπέγραφε στην επιστολή του προς «κυρίους των εφημερίδων» (προφανώς ο άνθρωπος έχει μείνει στην εποχή της έντυπης ηγεμονίας). 

Από τι, γιατί και εναντίον ποιου ένας μέσος, φιλήσυχος και ανυποψίαστα θυμωμένος πολίτης καταλήγει να εξοργίζεται μέχρι λύσσας; Δηλαδή, πότε περνά εκείνη τη λεπτή κόκκινη γραμμή που το αίσθημα αδικίας που τον πνίγει -για μια ατελέσφορη υπόθεσή του, κολλημένη στη δημόσια διοίκηση, για μια άδικη εις βάρος του απόφαση, για τη νόμιμη ή παράνομη κλοπή του μισθωτού κόπου του, για την τοκογλυφική διόγκωση των οφειλών του, τη ληστρική υπεξαίρεση της μικρής περιουσίας του, την κατάσχεση της κατοικίας του- γίνεται ανεξέλεγκτη έκρηξη; Πότε φτάνει στο σημείο βρασμού ή ξεπερνά το flash point; 

Οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι μπορούν ενδεχομένως να καθορίσουν μια σχεδόν μοναδική διαδρομή για κάθε άτομο που εξελίσσεται από θυμωμένο σε «λυσσασμένο», ανάλογα με το ιστορικό του, το κοινωνικό υπόστρωμα, ενδεχόμενη κληρονομικότητα, τα κρυφά και φανερά τραύματα στον ψυχισμό του. Αυτό, βεβαίως, καταλήγει σε μια ψυχοπαθολογική, «ιατρική» και εξατομικευμένη ερμηνεία της «λύσσας» του. 

Ομως, σκεφτείτε πόσοι από σας και πόσες φορές έχετε βρεθεί σε μιαν ανάλογη εκρηκτική κατάσταση, έχοντας εξαντλήσει κάθε νόμιμο, θεσμικό, ατομικό ή συλλογικό τρόπο «να βρείτε το δίκιο σας»; Πόσες φορές έχετε λυγίσει από απόγνωση μπροστά σε ένα θηριώδες, κοινωνικά μεροληπτικό, απαθές στις εκκλήσεις σας, σκληρό στις αποφάσεις του γραφειοκρατικό και λαβυρινθώδες κράτος; Πόσες φορές έχετε φανταστεί τον εαυτό σας να μπουκάρει στα γραφεία του πρώην εργοδότη σας που σας άφησε απλήρωτους και ανασφάλιστους για μήνες, αλλά κατάφερε να «δικαιωθεί» στα δικαστήρια, γιατί η δικαιοσύνη είναι ταξικά μονόφθαλμη, όχι τυφλή; Και, ομολογήστε, τι έχει περάσει από τη νοσηρή φαντασία όσων έχετε πέσει θύματα τραπεζικής τοκογλυφίας που απειλεί το σπίτι σας, την πενιχρή αποταμίευσή σας ή τον μισθό σας; Πόσοι έχετε ονειρευτεί να γίνετε κάτι σαν Ρομπέν των Δασών ή σαν τον Σόνι (Αλ Πατσίνο) της «Σκυλίσιας Μέρας» (Σίντνεϊ Λουμέτ, 1975) που ληστεύει τράπεζα σε ζωντανή μετάδοση, χειροκροτούμενος από το πλήθος; Κι έχετε σκεφτεί το ενδεχόμενο η απόγνωση να σας οδηγήσει στη θέση του απολυμένου σεκιουριτά Σαμ Μπέιλι (Τζον Τραβόλτα), με ένα όπλο στο χέρι, ανυποψίαστος πρωταγωνιστής τηλεοπτικού σόου σε παναμερικανική μετάδοση (Mad City του Κώστα Γαβρά, 1997); Φυσικά, η καταπιεσμένη φαντασία σας μπορεί να σας οδηγήσει και σε άλλες εκδοχές «λύσσας», διαφορετικούς και περιπλοκότερους τύπους «λυσσασμένων», όπως ο Joker του Τοντ Φίλιπς (2019), ο «Ταξιτζής» του Σκορσέζε (1976), για να μείνουμε στο πλημμυρισμένο από οργισμένους αντι-ήρωες Χόλιγουντ. 

Ανέφερα αυτά τα σχετικά δημοφιλή, τουλάχιστον για τους παλαιότερους, κινηματογραφικά παραδείγματα, κάποια αντλημένα από πραγματικά γεγονότα, για να θυμίσω ότι τελικά ο κόσμος μας είναι τόσο γεμάτος από «λυσσασμένους», που είναι να απορεί κανείς πώς δεν έχει εξελιχθεί η «λύσσα» στην ασυγκράτητη πανδημία του καιρού μας. Αλλωστε, όλες οι κοινωνίες, όλα τα έθνη, τα βασίλεια, τα κράτη, οι αυτοκρατορίες που βασίστηκαν στη βία, την άγρια εκμετάλλευση, την κατάφωρη αδικία στο πέρασμα των αιώνων είχαν τους «λυσσασμένους» τους. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Οι «Λυσσασμένοι» της Γαλλικής Επανάστασης (Les Enragés‎‎), εκρηκτικοί, ανυποχώρητοι υποστηρικτές των «Αβράκωτων», μπορεί να ήσαν μειοψηφικοί, «ακραίοι», αδιάλλακτοι και καθόλου βολικοί σε πολιτικές συμμαχίες, αλλά η «λύσσα» τους ήταν καθοριστική στην επικράτηση των πιο ριζοσπαστών. 

Αλλωστε, η «λύσσα» για την οποία μιλάμε δεν μεταδίδεται οριζόντια, από «λυσσασμένο» σε «λυσσασμένο» με ένα δάγκωμα, αλλά κάθετα, από πάνω προς τα κάτω, από την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, που συσσωρεύει πλούτο, εξουσία και βία επιβολής, προς τη βάση της, όπου συσσωρεύεται καταπίεση, στέρηση, εκμετάλλευση, περιθωριοποίηση, αδικία, παραπλάνηση, εξαπάτηση. Δυνητικά, ένας στους δυο μας μπορεί ανά πάσα στιγμή να «λυσσάξει». 

ΚΙΜΠΙ 

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


- Παρουσιάστρια: Σας παρουσιάζουμε μια αποκλειστικότητα. Ο Μαξ Μπράκετ είναι μέσα στον πολιορκημένο χώρο του μουσείου. 

- Μαξ Μπράκετ:... Είσαι ένας στοργικός σύζυγος... και αφοσιωμένος πατέρας δύο παιδιών. Εχεις στεγαστικό δάνειο, λογαριασμούς αυτοκινήτου και ιατρικής περίθαλψης, λογαριασμούς φαγητού, ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ρούχων και, παρεμπιπτόντως, απολύθηκες...

- Σαμ Μπέιλι: Θέλω απλώς να πω ότι είμαι... Δεν ήθελα να πυροβολήσω αυτόν τον τύπο, τον Κλιφ. Ηταν ατύχημα... Παραπονιόμουν για τον μισθό μου. Και μετά, όταν... όταν δεν τον έπαιρνα πια, συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα... Αυτό το μικρό κομμάτι χαρτί ήταν το μόνο πράγμα που κρατούσε τη ζωή μου ενωμένη. 

Κώστα Γαβρά, Τομ Μάθιους, «Mad City» 


Μετακομίζοντας στη Waste Side

Η Εφημερίδα των Συντακτών 6-7/6/2026 Δύσκολο πράγμα οι μετακομίσεις έπειτα από κάποια ηλικία. Αν είσαι μέχρι 40, ίσως η αλλαγή χώρας, πόλης...