Η Εφημερίδα των Συντακτών, 28-29/3/2026
![]() |
| Ο κατηγορούμενος Γιόζεφ Κ. (Αντονι Πέρκινς) μεταξύ άλλων υποδίκων-μελλοθανάτων στην πιο εικονοκλαστική κινηματογραφική μεταφορά βιβλίου του Κάφκα, στη «Δίκη» του Ορσον Ουέλς |
Αν ο Κάφκα, πριν πεθάνει, μόλις 41 ετών, υποψιαζόταν την τεράστια φήμη και απήχηση του σχετικά μικρού έργου του και κυρίως τη μετατροπή του σε παγκόσμιας εμβέλειας τουριστική ατραξιόν και την παροχέτευσή του σε αμφίβολης καλλιτεχνικής αξίας μεταγραφές και διασκευές, ίσως δεν είχε εμπιστευτεί τα χειρόγραφά του, όσα τουλάχιστον δεν είχαν εκδοθεί, στον φίλο του Μαξ Μπροντ με τη ρητή εντολή να τα κάψει. Θα τα είχε κάψει ο ίδιος. Ετσι πεισματάρης, τζώρας και αυτοκαταστροφικός που καθώς φαίνεται ήταν, θα είχε σηκωθεί από το κρεβάτι του σανατορίου στη Βιέννη, όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του, και θα είχε γυρίσει καρφί στο σπίτι του στην Πράγα για να τα κάψει αυτοπροσώπως. Ετσι, θα αγνοούσαμε σίγουρα μερικά από τα διασημότερα και ανελλιπώς επανεκδιδόμενα σε κάθε γλώσσα και κάθε χώρα του πλανήτη έργα, όπως «Ο πύργος» ή «Η δίκη».
Φρεσκάρισα λίγο τη σχεδόν εφηβική σχέση μου με τον Κάφκα βλέποντας πριν από λίγες μέρες την περίπου βιογραφική, καθόλου «στρωτή», αλλά σίγουρα «καφκική» ταινία της Ανιέσκα Χόλαντ «Franz» («Κάφκα» στην ελληνική εκδοχή). Εκεί, η αφήγηση της ζωής του Κάφκα είναι ένα παλίμψηστο, ένα παζλ από ρεαλιστικά στιγμιότυπα της ζωής του, διηγήσεις ανθρώπων του περιβάλλοντός του –ο πατέρας, η μητέρα, μία από τις αδελφές του, οι πλησιέστεροι φίλοι του, οι δυο γυναίκες της ζωής του–, εμβόλιμες σκηνές από τα βιβλία του με τους βασικούς ήρωές τους, τον Γιόζεφ Κ. της «Δίκης» και τον Κ. του «Πύργου», που ο καθένας τους προφανώς είναι alter ego του Κάφκα, ακόμα και σύγχρονες ξεναγήσεις στα εντελώς εμπορευματοποιημένα τοπόσημα της Πράγας ή της Βιέννης που σχετίζονται με τη ζωή του Κάφκα, με Ιάπωνες, Κινέζους ή Σκανδιναβούς τουρίστες να βγάζουν σέλφι στη σοφίτα όπου ο Φραντς έγραφε τα έργα του ή να ξαπλώνουν στην όχθη του ποταμού που κολυμπούσε σε μια πετσέτα, σαν αυτή που χρησιμοποιούσε ο ίδιος, έναντι μόλις δύο ευρώ!
Γι’ αυτό ακριβώς λέω με σιγουριά πως αν ο Κάφκα προέβλεπε με κάποιο τρόπο το μέλλον του έργου του, θα κατέστρεφε όχι μόνο να ανέκδοτα χειρόγραφά του, αλλά και όσα αντίτυπα από τα εκδοθέντα είχαν απομείνει πριν από έναν αιώνα στα ράφια βιβλιοπωλείων της Βιέννης ή της Πράγας. Οχι από ελιτισμό, μισανθρωπισμό ή ναρκισσισμό. Αλλά από την αίσθηση της ματαιότητας και ματαίωσης που βιώνει ένας συγγραφέας όταν αντιλαμβάνεται –από κριτικούς, αναγνώστες ή απλούς γνώστες της ύπαρξής του– πόσο μακριά από τις προθέσεις του είναι αυτό που προσλαμβάνουν οι άλλοι από το γραπτό του.
Αδικη αντίδραση, οφείλω να πω. Γιατί αυτός είναι ο ρόλος και η μοίρα κάθε κειμένου από τη στιγμή που δημοσιεύεται. Εχει τόσες εκδοχές και τόσες διαφορετικές αναγνώσεις όσες και οι αναγνώστες του. Στην ταινία της Χόλαντ μια ξεναγός σε ένα από τα πολλά «μουσεία Κάφκα» αναφέρει ένα χαρακτηριστικό στοιχείο: σε κάθε λέξη που έχει γράψει ο Κάφκα, αντιστοιχούν 10.000.000 λέξεις που έχουν γραφτεί γι’ αυτόν και τα έργα του. Υπάρχουν χιλιάδες, εκατομμύρια «Κάφκες» εκεί έξω, αλλά το ζητούμενο είναι να προκύπτει ανάμεσά τους τουλάχιστον μια ταύτιση ψυχική και εν τέλει ψυχαγωγική. Και στον Κάφκα το κεντρικό στοιχείο της «ψυχαγωγικής» προσφοράς των μυθιστορημάτων και διηγημάτων –αλλά και των επιστολών ή των σημειώσεών του– είναι αυτό που λέμε «καφκική» κατάσταση ή ατμόσφαιρα.
Κατά σύμπτωση διαβολική, σχεδόν καφκική, μιλώντας προ ημερών με τον Απόστολο Λυκεσά, ανταποκριτή της «Εφ.Συν.» στη Θεσσαλονίκη, περί της καφκικής ατμόσφαιρας που μας περιβάλλει σε πολλούς ομόκεντρους κύκλους, από τον ατομικό, συγγενικό, επαγγελματικό, μέχρι τον εθνικό, τον ευρωπαϊκό, τον πλανητικό, μου επισήμανε την γκροτέσκα διάθεση των έργων του Κάφκα, θυμούμενος ότι κάπου είχε διαβάσει πως, όταν ο συγγραφέας διάβαζε αποσπάσματα από την εν εξελίξει «Δίκη» του σε φιλικούς κύκλους, γέλαγε ο ίδιος και όλη η ομήγυρις με τον παραλογισμό της περιπέτειας του Γιόζεφ Κ. που συλλαμβάνεται, δικάζεται και καταδικάζεται για ένα έγκλημα που αγνοεί ο ίδιος και όλη η πυραμίδα των διωκτών και εκτελεστών του. Και αντέτεινα στον Απόστολο πως αυτή ακριβώς τη σκηνή η Ανιέσκα Χόλαντ την έχει περιλάβει στην ταινία της που είχα δει πριν δυο 24ωρα, με τον Κάφκα να διαβάζει αποσπάσματα ξεκαρδισμένος στα γέλια, περιτριγυρισμένος από συγγραφείς-φίλους του που αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο, αντιλαμβανόμενοι τη γελοιότητα μιας κυρίαρχης εξουσίας και μιας άβουλης γραφειοκρατίας και στρατοκρατίας που διώκουν και εξοντώνουν ανυποψίαστους υπηκόους για ένα και μόνο έγκλημά τους: ότι απλώς υπάρχουν.
Σε κάθε εξουσία που ασκεί τη βία της στους υποτελείς της –άτομα, ομάδες, τάξεις, εθνότητες, μειονότητες, κράτη– στο όνομα της οικονομικής ισχύος, της ταξικής υπεροχής, της εθνικής ή θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, της στρατιωτικής δύναμης, της γεωπολιτικής κυριαρχίας, της αυτοκρατορικής αδηφαγίας ή απλώς της παράλογης, μανιώδους απληστίας για πλούτο, κυριαρχία και επιρροή, ένας Κάφκα θα μπορούσε να αποδώσει την τραγελαφική διάστασή της. Το Ιράν υποτίθεται ότι βομβαρδίζεται για ένα «έγκλημα» που δεν έχει κάνει ακόμη, το να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, παρότι διακηρύσσει ότι δεν έχει καμιά πρόθεση να το κάνει. Η προληπτική καταδίκη του σε πόλεμο, μάλιστα, ακολουθεί την ποινή κυρώσεων που υφίσταται εδώ και 20 χρόνια για το ίδιο «έγκλημα» που δεν έχει τελέσει. Κι αυτή η ποινή ακολούθησε μιαν άλλη, τριακονταετή ποινή, επίσης έναντι ενός μη κατονομαζόμενου εγκλήματος, που πιθανότατα ήταν η ίδια η ύπαρξη του Ιράν ως «ισλαμικής δημοκρατίας», ως καθεστώτος –μας αρέσει ή όχι– πάντως, παράταιρου προς τις μοναρχίες, τις δικτατορίες και τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες δυτικού τύπου. Το τραγελαφικό είναι ότι ανακριτές, δικαστές και εκτελεστές της ποινής εις βάρος της ιρανικής κοινωνίας για το μη τελεσθέν έγκλημα είναι οι ΗΠΑ, η μόνη χώρα που έχει τελέσει εδώ και 80 χρόνια αυτό το έγκλημα της κατοχής και χρήσης πυρηνικών όπλων, δολοφονώντας ακαριαία 200.000 αμάχους στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, και το Ισραήλ που το τελεί εδώ και δεκαετίες, στη ζούλα και στο απυρόβλητο, αρκούμενο στις «συμβατικές» δολοφονίες που προκαλεί την ίδια περίοδο στην Παλαιστίνη.
Ισως ο Εβραίος Κάφκα πρόθυμα θα αφηγούνταν αυτή την πολεμική τρέλα. Αλλά αμφιβάλλω αν θα έβρισκε ερεθίσματα για χιούμορ έστω και στις ανοησίες του αλλοπρόσαλλου πλανητάρχη.
ΚΙΜΠΙ
kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Σκέφτηκε να τρέξει πίσω τους ώς την εξώπορτα καθώς θα ’φευγαν. Σκέφτηκε να τους προκαλέσει να τον πιάσουν. Ετσι ξανάπε: «Πώς να πάω στην Τράπεζα αφού έχω συλληφθεί;» «Α! καταλαβαίνω», είπε ο Επιθεωρητής, που είχε φτάσει κιόλας στην πόρτα. «Με παρανοήσατε. Φυσικά έχετε συλληφθεί, αλλ’ αυτό δεν σας εμποδίζει να πηγαίνετε στη δουλειά σας. Δεν θα εμποδιστείτε να συνεχίσετε την κανονική σας ζωή».«Μα τότε δεν είναι άσχημο να σε συλλαμβάνουν», είπε ο Κ. πλησιάζοντας τον Eπιθεωρητή. «Δεν είπα ποτέ πως είναι», είπε ο επιθεωρητής. «Τότε δεν βλέπω ποια η ιδιαίτερη ανάγκη να με πληροφορήσετε για τη σύλληψη», είπε ο Κ. σιμώνοντας περισσότερο. Και οι άλλοι είχανε πλησιάσει. Ηταν τώρα όλοι μαζεμένοι κοντά κοντά, μπρος την πόρτα. «Ηταν καθήκον μου», είπε ο Επιθεωρητής. «Βλακώδες καθήκον», είπε ο Κ. αλύγιστος.«Ισως», αποκρίθηκε ο Επιθεωρητής, «αλλά δεν είναι ανάγκη να χάνουμε τον καιρό μας με παρόμοιους διαξιφισμούς. Υπέθεσα πως θέλατε να πάτε στην Τράπεζα. Επειδή τόσο διαστρέφετε τα λόγια, επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι δεν σας αναγκάζω να πάτε στην Τράπεζα, απλώς υπέθεσα ότι θέλατε να πάτε. Για να σας διευκολύνω λοιπόν, και για να περάσει κατά το δυνατόν απαρατήρητη η άφιξή σας στην Τράπεζα, κράτησα στη διάθεσή σας τους τρεις κυρίους από δω, που είναι συνάδελφοί σας».
Φραντς Κάφκα, «Η δίκη» (μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά)



.jpg)



.jpg)

