Saturday, December 3, 2022

Θα τον σκεπάσουν, μην τους κρυώσει

 H Εφημερίδα των Συντακτών, 3-4/12/2022

Henri Cartier-Bresson, In a train, Ρουμανία 1975

Υπάρχει ένα παλιό ανέκδοτο, δημοφιλές στα χρόνια των μνημονίων -έκανε σουξέ όταν το είπε κι ο Λαζόπουλος στο Al tsantiri του-, όταν έπεσε μαχαίρι σε μισθούς και συντάξεις, με αποτέλεσμα δόσεις δανείων και λογαριασμοί να στοιβάζονται απλήρωτοι και οι προτεραιότητες των ανθρώπων, ακόμη και οι ηθικές, να αλλάξουν δραματικά: Απατημένος σύζυγος παίρνει τον κολλητό του ως μάρτυρα και πάει στο σπίτι του να πιάσει στα πράσα τη γυναίκα του με τον εραστή της στο κρεβάτι. «Ποιος είσαι συ, ρε;» ρωτάει οργισμένος ο σύζυγος τον εραστή που αποκαλύπτεται κάτω από τα πεταμένα σκεπάσματα. Κι αυτός, με αναιδή ψυχραιμία, απαντά: «Εγώ ποιος είμαι; Είμαι αυτός που πριν από λίγες μέρες έδωσα στη γυναίκα σου 5.000 ευρώ για να εξοφλήσεις την Εφορία σου, αυτός που κάθε μήνα δίνει στη γυναίκα σου 500 ευρώ για το δάνειο του αυτοκινήτου σου, αυτός που κάθε βδομάδα δίνει για τα ψώνια σας και για τα φροντιστήρια των παιδιών σου». «Τι πρέπει να κάνω τώρα;» ρωτάει κατακόκκινος από θυμό ο σύζυγος τον κολλητό του, προδιαθέτοντας για κάτι μεταξύ άγριου ξύλου και φόνου. «Να τον σκεπάσεις να μη σου κρυώσει», απαντά ο κολλητός. 

Μια σεξιστική χροιά την έχει το ανέκδοτο, δεν λέω. Αλλά από την άλλη πλευρά θυμίζει πως μπροστά στα ένστικτα της επιβίωσης ή της απληστίας ηθικές αναστολές και κάστρα αξιών πέφτουν, κατεδαφίζονται. Η ανέχεια είναι πύλη εκπόρνευσης, αλλά και η απληστία δεν πάει πίσω. Αυτή η δεύτερη είναι που με απασχολεί με έναν τρόπο που παραπέμπει στον μεγάλο ένοικο του μεγάρου Μαξίμου. Η μεγάλη απορία μου είναι η εξής: Γιατί ακόμη τον στηρίζουν ή τον ανέχονται οι φυσικοί σύμμαχοί του, παρότι περιδινείται σε μια πρωτοφανή συναστρία φθοράς, σκανδάλων, ανεπάρκειας, ανοησίας, μπούρδας και crap, όπως θα έλεγε ο ίδιος;

Τα ρήγματα στο κοινωνικό μπλοκ που στήριξε με φανατισμό από το 2019 και μετά την κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν είναι αμελητέα. Κι αν το πιο κραυγαλέο, επώνυμο και εντυπωσιακό είναι το ρήγμα που άνοιξε το συγκρότημα Μαρινάκη με τη συμβολή του στην καταιγίδα αποκαλύψεων για τις υποκλοπές και τις παρακολουθήσεις, δεν είναι ασήμαντα τα πυρά της «παραδοσιακής» βιομηχανίας για το ενεργειακό κόστος, για παράδειγμα, ή οι τριβές με τους τραπεζίτες για το ποιος θα επωμιστεί την αύξηση του κόστους των δανείων - ή η τεράστια αποσυσπείρωση των μικρομεσαίων που δεν βλέπουν ίχνος σχεδίου για να μη συνθλιβούν μεταξύ πληθωρισμού και αύξησης του κόστους δανεισμού. 

Με λίγα λόγια, η επιχειρηματική ελίτ και οι δορυφόροι της που κινούνται σε ομόκεντρους κύκλους περί αυτήν έχουν προ πολλού χάσει τον ενθουσιασμό, τις μεγάλες προσδοκίες και την εμπιστοσύνη τους στη «Μητσοτάκης Α.Ε.». Αλλά την ίδια στιγμή δεν είναι διατεθειμένοι να προχωρήσουν στο παρασύνθημα: στην αναζήτηση ή ενθάρρυνση μιας εναλλακτικής λύσης διακυβέρνησης. Ξέρετε, με την τεχνογνωσία που απέκτησαν στα χρυσά χρόνια της κραταιάς διαπλοκής ή με τα μεταγενέστερα πειράματα της μνημονιακής εποχής, με τις συγκυβερνήσεις, τους δοτούς πρωθυπουργούς έκτακτης ανάγκης, τους τεχνοκράτες που προσφέρθηκαν να κάνουν πολιτικά και εκλογικά αναίμακτα τη βρομοδουλειά της τρόικας. 

Παρά τον ανταρτοπόλεμο, τις τριβές, τις γκρίνιες ή την ολοφάνερη δυσφορία, η ιθύνουσα τάξη της χώρας, όπως εκφράζεται (καρφώνεται, για την ακρίβεια) από τα μονοφωνικά ΜΜΕ, τους παραμορφωτικούς φακούς των δημοσκοπήσεων ή τα θορυβώδη μανιφέστα των επικεφαλής μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, που αναδίδουν κι έναν αέρα «μπερλουσκονισμού», δεν έχει προς το παρόν αλλάξει επιλογή. Στους λίγους μήνες μέχρι τις εκλογές, με βαριά ή με ελαφριά καρδιά, θα στηρίξει τη «Μητσοτάκης Α.Ε.». 

Γιατί; Γιατί, όπως και ο γενναιόδωρος εραστής του ανεκδότου μας, υπόσχεται ότι θα τους πληρώσει τους ανεξόφλητους λογαριασμούς και τα εκκρεμή χρέη, θα τους χρηματοδοτήσει τα ψώνια και τα φροντιστήρια των επιχειρηματικών τέκνων τους (των εταιρειών τους) στην πράσινη, την ψηφιακή, τη μετα-ρωσική και όλες τις μεταβάσεις της καπιταλιστικής Διεθνούς και της εγχώριας καρικατούρας της. Είναι πολλά τα λεφτά που περιμένουν τη μεγάλη διανομή. Τα 32 δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης, τα 26 δισ. του νέου ΕΣΠΑ, τα 9 δισ. της νέας ΚΑΠ στο μεγαλύτερο μέρος τους έχουν τελικό προορισμό τα ταμεία της μεγάλης επιχειρηματικής πελατείας. Ο κυβερνητικός θίασος, που κινείται αδέξια και αποκλειστικά στην ασφάλεια της επικοινωνιακής βιτρίνας και των στημένων παρουσιάσεων, πρέπει να τελειώσει τη δουλειά. Να διασφαλίσει ότι η πίτα της νέας μεγάλης αρπαχτής θα διανεμηθεί εκεί που πρέπει, σ’ αυτούς που πρέπει, μακριά από κακοτοπιές και συστάσεις για επανεξέταση και ανασχεδιασμό του πισσαρίδειου «Ελλάδα 2.0», που με τόση επιμέλεια έχουν σχεδιάσει οι «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει» συμβουλευτικές εταιρείες/ανάδοχοι. 

Γι’ αυτό και τα εκλεκτά μέλη της επιχειρηματικής ελίτ, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενα, θα συγχωρήσουν κάθε γκάφα της, κάθε ατζαμοσύνη, κάθε αθλιότητα, κάθε παράπλευρη απώλεια -της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, των παρακολουθήσεων, της παραβίασης δικαιωμάτων- που καθιστά την Ελλάδα δυσώδη εξαίρεση. Θα κρατήσουν την ανάσα τους μέχρι να ολοκληρώσει η «Μητσοτάκης Α.Ε.» και ο CEO της την αδέξια ερωτική πράξη τους. Θα τον σκεπάσουν κιόλας, μην τους κρυώσει. Εχουμε μπροστά μήνες χειμώνα και προεκλογικού οργασμού.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Πάντα ο ίδιος άντρας, κύριε Πρόεδρε - ο ίδιος άντρας κάθε μέρα, με το ίδιο κορμί και την ίδια συμπεριφορά! Κάθε νύχτα, κύριε Πρόεδρε, και στο ίδιο κρεβάτι - να άλλαζε τουλάχιστον το κρεβάτι. Κι αυτό τελικά δεν ήταν πια ζωή, ούτε κάτι που έμοιαζε με ζωή - ήταν κάτι ανάμεσα στο τρώω γιατί πεινάω και κάνω τις δουλειές του σπιτιού… Αν οι άντρες ήξεραν πόσο δύσκολα αντέχεται όλο αυτό! Αν ήξεραν την αηδία που νιώθουμε γι’ αυτούς μέσα μας ακόμη κι όταν κοιμόμαστε στο πλευρό τους! 

Κι εγώ, κύριε Πρόεδρε, δεν είχα άλλη λύση από το να τον σκοτώσω για να είμαι καλά με τη συνείδησή μου και με την Εκκλησία. 

Για τον λόγο αυτό, κύριε Πρόεδρε και κύριοι ένορκοι, σκότωσα τον σύζυγό μου.

Fernando Pessoa, «Σύζυγοι» («Περί Θανάτου και άλλων Μυστηρίων», ανθολόγηση και μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα, Gutenberg)













Saturday, November 26, 2022

Black Monday

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 26-27/11/2022


 Μετά την Παρασκευή, έρχεται το Σάββατο. Ακολουθεί η Κυριακή. Ευλογημένο Σαββατοκύριακο της αγίας καθίστρας, για όσους τουλάχιστον διατηρούν αυτή την πολυτέλεια, που θεωρητικά είναι η πλειονότητα. Αν και δεν υπάρχει εγγύηση ότι θα διατηρηθεί εσαεί το ιουδαιοχριστιανικής έμπνευσης πενθήμερο, καθότι το μεν Σάββατο είναι μια σκληρά εργάσιμη μέρα για το λιανεμπόριο της βασικής οικογενειακής τροφοδοσίας, η δε Κυριακή ροκανίζεται από τις επεκτατικές διαθέσεις του μεγάλου, οικουμενικού εμπορίου, που βλέπει την κατανάλωση ως εργοστάσιο συνεχούς πυράς και απεχθάνεται τα κενά. Ποτέ μη λες «ποτέ την Κυριακή», αν μπορείς να πετύχεις, ώστε τις μισές από τις 52 εβδομάδες του χρόνου μερικοί χαλαροί καταναλωτές που αφήνονται στη νωχέλεια της σχόλης να σπαταλήσουν κάτι παραπάνω στο περιττό ή το απέριττο, ξεχνώντας πως, μετά την Κυριακή, έρχεται η Δευτέρα. 

Κι αυτό είναι το πρόβλημα. Μετά την Black Friday και το αναπόφευκτο θύμα της, το καταναλωτικό Σαββατοκύριακο, έρχεται η Black Monday. Για τον μέσο καταναλωτή - μισθωτό - φορολογούμενο είναι κυριολεκτικά black, μαύρη, γιατί έχει μειώσει το εισόδημά του και έχει αυξήσει το χρέος του στη διάρκεια του Χρονικού της (καταν)Αλώσεως. Βλέπετε, ο χρωματικός κώδικας της κατανάλωσης είναι αντίστροφος για τις δυο πλευρές της συναλλαγής. Στην αργκό του αμερικανικού καπιταλισμού, που πήρε την προτεσταντική ηθική και αντέστρεψε το πνεύμα της εγκράτειας σε καταναλωτική επιταγή, η Black Friday σηματοδοτεί την εκκίνηση των χριστουγεννιάτικων αγορών, του καλύτερου μήνα του χρόνου για το ταμείο και το πέρασμα από το «κόκκινο» της αναδουλειάς και των ελλειμμάτων στο «μαύρο» του τρελού τζίρου και του κέρδους. 

Για τον μεσαίο και κάτω καταναλωτή, ωστόσο, ο χρωματικός κώδικας λειτουργεί αντίστροφα: το πορτοφόλι, το ταμείο, ο τραπεζικός λογαριασμός αδειάζουν, γιατί δεν είναι μόνο το εμπόριο που προσβλέπει στο περιεχόμενό τους. Είναι και το κράτος, η εφορία, τα τέλη κυκλοφορίας, οι τραπεζικές δόσεις. Για όλους η Black Friday είναι η εκκίνηση μιας χριστουγεννιάτικης εφόδου στο εισόδημα, στον 13ο μισθό (για όσους διασώζεται) και στα φτωχοεπιδόματα της τσιγκούνικης κρατικής πρόνοιας, που προορισμός τους δεν είναι άλλος από το ταμείο του εμπορίου, του ΓΛΚ και της τράπεζας. Επομένως, για τους ανυποψίαστους μικρομεσαίους Ελληνες καταναλωτές, που εθίζονται πια σε ένα καθαρά αμερικανικής επινόησης έθιμο του εμπορικού κύκλου, όχι πολύ παλιό, περίπου της δεκαετίας του 1960, η Black Friday είναι η εκκίνηση μιας «κόκκινης» περιόδου εισοδηματικής αφαίμαξης, ένας ολόκληρος «Red Month», που, μετά την εξάχνωση της ευφορίας των γιορτών, αποδεικνύεται μήνας της απωλείας. Αν και στον δικό μας χρωματικό κώδικα, που φορτίζουμε αντίθετα από τους Αμερικανούς εμπόρους το κόκκινο και το μαύρο, μπορούμε να μιλήσουμε για έναν εισοδηματικά Μαύρο Μήνα, που ξεκινά από την επερχόμενη Μαύρη Δευτέρα και δεν τον διασώζουν όσα εκατομμύρια κινέζικα λαμπιόνια κι αν φωτίσουν τους δρόμους και τα σπίτια μας. 

Καθώς συμπληρώνονται τέσσερις εβδομάδες διαφημιστικής καταιγίδας Black Friday, στη διάρκεια των οποίων στον αστερισμό των προσφορών και των τρελών αγοραστικών ευκαιριών μπήκαν από τα σμάρτφον και τις ηλεκτρικές κουζίνες μέχρι τα μη συνταγογραφούμενα φάρμακα και τα αυτοκίνητα -«στη Media Markt τα πάντα γίνονται φθηνά. Ακόμα κι οι διαφημίσεις!» διακηρύσσει αποκαλυπτικά η γνωστή αλυσίδα-, θα πρέπει να αναρωτηθεί κανείς το εξής: αφού τόσες μεγάλες πολυεθνικές του λιανεμπορίου και του χονδρεμπορίου, τόσες αλυσίδες λιανικής και τόσα πολυκαταστήματα, μικροκαταστήματα και ηλεκτρονικά καταστήματα είναι διατεθειμένα να ρίξουν τις τιμές τους μέχρι και 80%, όπως υπόσχονται, για λίγες μέρες, γιατί δεν κάνουν μια μικρότερη μείωση τιμών, αλλά μονιμότερη; Αν η «μπλακφραϊντεΐτιδα», όπως διακηρύσσεται, είναι κι ένα μέσο ανάσχεσης του πληθωρισμού και διάσωσης των τζίρων και της ζήτησης, γιατί να εξαντληθεί σε μια ολιγοήμερη αρπαχτή και να μην αποκτήσει πιο μόνιμα χαρακτηριστικά, με στόχο μια καλύτερη ισορροπία τιμών και ζήτησης; 

Τι λες τώρα, θα μου πείτε. Από πού προκύπτει ότι οι πολυεθνικές της εφοδιαστικής αλυσίδας και τα εγχώρια παρελκόμενά τους θέλουν πράγματι να πέσει ο πληθωρισμός και να υποχωρήσει η ακρίβεια; Γιατί να πέσει ένας πληθωρισμός που έχει απογειώσει την κερδοφορία τους σε επίπεδα που έχουν να δουν εδώ και δεκαετίες; Γιατί να διακοπεί το πάρτι των τρελών υπερκερδών, που δεν μπορούν να αποκτήσουν υλική, χρηματική, ταμειακή υπόσταση, παρά μόνο όταν και ο φτωχότερος καταναλωτής αφήσει στο ταμείο το τελευταίο του σεντ; Απληστοι είναι, αλλά βλάκες δεν είναι. Το «έξυπνο» χρήμα και ειδικά αυτό που ανακυκλώνεται στο λιανεμπόριο και μπαίνει στο καλάθι ή το σπίτι κάθε νοικοκυριού ξέρει πως τα δύσκολα είναι μπροστά. Και, το 2023, η υπερκαταναλωτική Δύση «θα φτύσει το γάλα της μάνας της», όποια κι αν ήταν αυτή. Ακόμη κι αν αποφύγει την ύφεση, ο καταναλωτικός καπιταλισμός των ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών θα δει τη ζήτηση να συρρικνώνεται. Εκατομμύρια μεσαία και φτωχά νοικοκυριά θα κουμπώνονται για να επιβιώσουν και να βγάλουν έναν δύσκολο χειμώνα και ίσως μια ακόμη δυσκολότερη άνοιξη. Τα εισοδήματα θα έχουν υποστεί μια πραγματική μείωση 15%-20%. Η κατανάλωση θα πέσει και η παγκόσμια εφοδιαστική θα στοκάρει αγαθά για την επόμενη Black Friday, επενδύοντας ξανά στη θεωρία του ελατηρίου, που σχεδόν επιβεβαιώθηκε μετά την πανδημία, αν και η εκτίναξή του ανακόπηκε από την ενεργειακή κρίση. 

Αρα; Αρα είναι η ώρα της μεγάλης αρπαχτής. Το «έξυπνο» χρήμα του λιανεμπορίου ενστερνίζεται τη λαϊκή ρήση «η φθήνια τρώει τον παρά». Θέλει να αντλήσει ό,τι μπορεί εδώ και τώρα, με την ψευδαίσθηση της έκπτωσης, της προσφοράς και της μεγάλης ευκαιρίας, γιατί μετά θα ακολουθήσει μια μεγάλη περίοδος αναγκαστικής εγκράτειας. Ακόμη κι ο Μπέζος τού οικουμενικού ηλεκτρονικού σούπερ μάρκετ Amazon, που προληπτικά απολύει κατά χιλιάδες προσωπικό, γιατί ψυχανεμίζεται ότι θα πέσουν αναδουλειές, κάλεσε τα εκατομμύρια πελατών του σε όλο τον κόσμο «να είναι εγκρατείς». Να κρατήσουν κάμποσα από τα μετρητά τους στην άκρη και να διατηρήσουν ζωντανή την επιθυμία της κατανάλωσης για τις επόμενες καλύτερες μέρες. Γιατί ο «αμαζονοποιημένος» κόσμος μας βγάζει πολλά από τις Black Fridays, αλλά οι μέρες που τον διαιωνίζουν είναι οι επόμενες. Οι Black Mondays, Tuesdays, Wednesdays, Thursdays… 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Να θυμάσαι πως τα λεφτά έχουν γόνιμες, αναγεννητικές ιδιότητες. Τα λεφτά γεννούν λεφτά κι αυτά πάλι καινούργια λεφτά και πάει λέγοντας. Τα πέντε σελίνια γίνονται έξι, τα έξι γίνονται επτά και τρεις πένες και ούτω καθεξής, ώσπου γίνονται εκατό λίρες. Οσο πιο πολλά είναι τόσο πιο πολλά παράγει κάθε ανακύκληση κι έτσι τα κέρδη αυξάνουν όλο και πιο γρήγορα. Οποιος σκοτώνει μια γουρούνα, καταστρέφει όλους τους γόνους της ώς τη χιλιοστή γενιά. Οποιος σκοτώνει ένα νόμισμα των πέντε σελινιών, καταστρέφει όλα όσα μπορεί να παραγάγει, ολόκληρους τόνους από λίρες. 

Βενιαμίν Φραγκλίνος, «Συμβουλές προς έναν νέο έμπορο» 

Saturday, November 19, 2022

Το κλίμα στις ταράτσες του Τσαταλχογιούκ

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 19-20/11/2022

Χάζευα προ ημερών, μεταμεσονύχτια, ένα ντοκιμαντέρ στην κρατική τηλεόραση για μια από τις αρχαιότερες νεολιθικές πόλεις που ανακαλύφθηκε τη δεκαετία του 1960 στο Τσαταλχογιούκ της Μικράς Ασίας, κοντά στο Ικόνιο. Είναι ένας περίπλοκος αγροτικός οικισμός διαδοχικής συγκατοίκησης από το 7100 π.Χ. έως το 5600 π.Χ. Οι αρχαιολόγοι υπολογίζουν ότι μπορεί να κατοικούνταν από περίπου 5.000-7.000 άτομα. Αρα, μιλάμε κυριολεκτικά για μια μικρή πόλη που ανέπτυξε έναν προηγμένο και υψηλής αισθητικής πολιτισμό, αν κρίνει κανείς από τις διασωζόμενες τοιχογραφίες, τα γλυπτά τεχνουργήματα, τις ταφικές συνήθειες (έθαβαν τους νεκρούς τους κάτω από τα σπίτια τους) και τα υπολείμματα της κατανάλωσής τους. 

Το παράδοξο σε αυτό το περίπλοκο οικιστικό συγκρότημα είναι ότι δεν είχε δρόμους, σοκάκια, διαχωριστικούς διαδρόμους ανάμεσα στα μικρά σπίτια. Είναι όλα κτισμένα το ένα κολλητά στο άλλο, σαν τις κυψελίδες μιας κυψέλης μελισσών. Και στο ερώτημα πώς μπαινόβγαιναν οι άνθρωποι στα σπίτια τους, πώς ασκούσαν τις παραγωγικές δραστηριότητές τους έξω από αυτά και πώς απέφευγαν να μετατρέψουν το τεχνητό ενδιαίτημά τους σε έναν βρομερό και δυσώδη σκουπιδότοπο, κατέληξαν στο παράδοξο συμπέρασμα πως όλη η κινητικότητα της μικρής νεολιθικής κοινωνίας γινόταν από τις στέγες. Οι στέγες των μικρών, κολλημένων το ένα στο άλλο σπιτιών σχημάτιζαν μια μεγάλη πλατεία, μια αγορά, μια κοινότητα συνάντησης, παραγωγής, συναλλαγής, αλληλεγγύης και αλληλεξάρτησης. Οι μικρές οπές στις στέγες από όπου οι κάτοικοι έμπαιναν στα σπίτια τους ήταν οι μόνες διαφυγές ιδιωτικότητας σε μια κοινωνία που ζούσε κυρίως «μαζί», στον καθαρό αέρα των ταρατσών, και όπου η αρχή «τα σκουπίδια στην πόρτα του γείτονα», εξ ορισμού και εκ κατασκευής, δεν είχε καμιά τύχη. 

Τόσες χιλιάδες χρόνια πίσω, αλλά τόσες εκατοντάδες χρόνια μπροστά! Οι άνθρωποι του Τσαταλχογιούκ, που δεν ξέρουμε αν, πώς και γιατί η κοινωνία τους καταστράφηκε ή απλώς αφομοιώθηκε από τους επόμενους, ανταγωνιστικούς και ιεραρχικούς πολιτισμούς, μας στέλνουν το μήνυμα ότι δεν υπάρχει τίποτα το μοιραίο και αναπόδραστο, γεννημένο από την ανθρώπινη «φύση» στο δόγμα της «αμοιβαίας καταστροφής» που κυριαρχεί στην ανθρωπότητα των 8 δισεκατομμυρίων. Ούτε ο Χομπς είχε δίκιο (homo homini lupus est), ούτε η εκατέρωθεν πυρηνική απειλή είναι παράγοντας ειρήνης, έστω και μέσω της εξοπλιστικής ισορροπίας τρόμου, ούτε ο πόλεμος είναι πατήρ πάντων (εκτός κι αν εννοούμε απλώς ότι είναι πατήρ πάντων γιατί «τους γ@@@σε τη μάνα»), ούτε η «δημιουργική καταστροφή» είναι προωθητική δύναμη της οικονομικής ανάπτυξης και της προόδου, ούτε η κλιματική κατάρρευση είναι η εκδίκηση της άβουλης φύσης στην τάχα έμφυτη ανθρώπινη αλαζονεία και απληστία. 

Το Τσαταλχογιούκ των 9.000 χρόνων είναι μια χρονοκάψουλα αλήθειας που θα μπορεί να πέσει σαν βόμβα αφύπνισης στα στρογγυλά τραπέζια του COP27 στο Σαρμ Ελ Σέιχ της Αιγύπτου. Οσο κι αν ο πλούσιος Βορράς προσπαθεί να πείσει τον φτωχό Νότο ότι δεν είναι η ώρα κι η στιγμή να αποκατασταθεί η ιστορική δικαιοσύνη, να τιμωρηθούν τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας και να πληρωθεί το τίμημα της ληστρικής ανισότητας μεταξύ Δύσης και Ανατολής, ο μοναδικός τρόπος για να γίνει ο πλανήτης μια «πλατεία» παραγωγικής κοινοκτημοσύνης και κλιματικής αλληλεγγύης, σαν αυτή που σχημάτιζαν οι ταράτσες της οικιστικής κυψέλης του Τσαταλχογιούκ, είναι μια τεράστια αναδιανομή πλούτου από πάνω προς τα κάτω, από Βορρά προς Νότο, από Δύση προς Ανατολή. Τα λεφτά πράγματι υπάρχουν, και μάλιστα σε ασύλληπτα μεγέθη. Στα 463 τρισ. δολάρια μετριέται ο παγκόσμιος πλούτος και το 46% το κατέχει το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού. Λιγότερο από το ένα χιλιοστό αυτού του πλούτου χρειάζεται για να καταφέρουν οι φτωχότερες χώρες να ακολουθήσουν τις πλουσιότερες στην απομάκρυνση από τον άνθρακα ή τις εκπομπές μεθανίου. Αλλά δεν υπάρχει ούτε μία χώρα, μία κυβέρνηση στον πλανήτη που να τολμά να προτείνει το αυτονόητο: να πάρει με τσαμπουκά αυτό το ασήμαντο χιλιοστό πλούτου για να χρηματοδοτήσει τη συλλογική επιβίωση του φτωχότερου 50% της Γης. 

Ετσι, η υποτιθέμενη κοινή αγωνία για την κλιματική επιβίωση καταλήγει σε έναν κυνικό ηθικό και πολιτικό εκβιασμό των πλουσίων προς τους φτωχότερους: «Τι νόημα έχει να ζητάτε τώρα ιστορική και κοινωνική δικαιοσύνη; Οσο επιμένετε, απλώς επιταχύνετε την πορεία προς τη συλλογική μας καταστροφή». Ετσι, οι πορδές της ισχνής αγελάδας του φτωχού Αφρικανού κτηνοτρόφου ή η κομμένη και θορυβώδης εξάτμιση του Ινδού μοτοσικλετιστή εξομοιώνονται με τους δύο αιώνες βιομηχανικών εκπομπών άνθρακα. Και ο παστρικός Βορράς μπορεί να υποκρίνεται πως έκανε το πράσινο καθήκον του ρίχνοντας και τα σκουπίδια του και το ηθικό ανάθεμα στον καθυστερημένο Νότο. 

Είναι ανατριχιαστική η αναλογία αυτής της ανήθικης επιχειρηματολογίας με το πυρηνικό δόγμα της αμοιβαίας καταστροφής ή με την αξίωση των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών προς τους μισθωτούς να μην απαιτούν αυξήσεις γιατί έτσι τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και την ενεργειακή κρίση. Κι είναι εκθαμβωτική η ηθική υπεροχή του μηνύματος που εκπέμπουν οι ενωμένες ταράτσες του Τσαταλχογιούκ των εννιά χιλιετιών. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (7/6/2008)

(Αρκετοί) θεωρούν ότι υπήρχε μια εποχή όπου η αλλοτρίωση και η ανισότητα δεν υπήρχαν, τότε που ο καθένας ήταν ένας κυνηγός-τροφοσυλλέκτης αναρχικός, και ως εκ τούτου πραγματική απελευθέρωση μπορεί αν επέλθει μόνο αν εγκαταλείψουμε τον πολιτισμό και επιστρέψουμε στην Υστερη Παλαιολιθική Εποχή, ή τουλάχιστον στις απαρχές του Σιδήρου. Στην πραγματικότητα τίποτε δεν γνωρίζουμε για τη ζωή στην Παλαιολιθική Εποχή… Αυτό που διακρίνουμε, ωστόσο, είναι μια ατέλειωτη ποικιλία. Υπήρξαν κυνηγετικές-τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες με ευγενείς και δούλους, υπάρχουν αγροτικές κοινωνίες που είναι σε μεγάλο βαθμό εξισωτικές… Οι κοινωνίες συνεχώς μεταρρυθμίζονται, κάνουν άλματα μπροστά και πίσω ανάμεσα σ’ αυτά που εμείς θεωρούμε ως διαφορετικά εξελικτικά στάδια.

Δεν νομίζω ότι χάνουμε πολλά αν παραδεχθούμε ότι οι άνθρωποι ποτέ δεν έζησαν πραγματικά στον κήπο της Εδέμ…

David Graeber, «Αποσπάσματα μιας Αναρχικής Ανθρωπολογίας» 


Saturday, November 12, 2022

Τυροπιτούλα απ’ το Ιντεάλ

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 12-13/11/2022

Α, ναι, υπήρχε και η εποχή του
"Αυστηρώς Ακατάλληλον" στην Αθήνα.

Εδώ που τα λέμε, χωριό είναι ακόμη η Αθήνα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Τουλάχιστον στο κέντρο της δύσκολα χάνεται ο μέσος άνθρωπος. Ακόμη και ο μέσος τουρίστας σχετικά εύκολα προσανατολίζεται με τη βοήθεια των οδηγών. Δυο-τρεις οδικοί άξονες είναι αρκετοί για να βρεθείς σε οποιοδήποτε σημείο του ιστορικού αλλά και του ανιστόρητου -ελέω ανελέητου ρίαλ εστέιτ- κέντρου: Συγγρού (ή Ηλιουπόλεως)-Αμαλίας-Πανεπιστημίου-Πατησίων και αντιστρόφως Πατησίων-Σταδίου-Φιλελλήνων-Αμαλίας-Συγγρού (ή Βουλιαγμένης). Βάλε κι αυτόν που έρχεται από τα βόρεια, Κηφισίας-Β. Κωνσταντίνου-Β. Σοφίας, και καθάρισες. Αυτούς τους εύκολα προσβάσιμους οδικούς άξονες, που μέχρι πριν από τρία χρόνια κάπως τσουλάγανε για τα οχήματα και περπατιόντουσαν για τους πεζούς, η τρίτη γενιά Μητσοτάκηδων που έχει καταλάβει την πόλη αποφάσισε να μετατρέψει σε κόλαση μποτιλιαρισμάτων από Στύλους μέχρι Χαυτεία και αντίστροφα. Στο μεταξύ ο Μεγάλος Περίπατος του Κώστα, που την έχει δει Οσμάν και νόμιζε πως θα κάνει την Πανεπιστημίου βουλεβάρτο των Ηλυσίων και την Αθήνα Παρίσι του Νότου, έχει εξελιχθεί σε κάτι μεταξύ μικρού απόπατου και διαδρόμου σύγχυσης. Ωραίο να καθαρίζεις μια ολόκληρη θητεία στον μεγαλύτερο δήμο της χώρας με ένα ατελές μνημείο α-σχημίας. 

Αλλά η αλήθεια είναι πως ο μικρομέγαλος περιπατο(από)πατος είναι αυτό που αναλογεί στην άλωση της Αθήνας από το επιθετικό, τουριστικό-εμπορικό ρίαλ εστέιτ. Το οποίο επιτίθεται με πραγματικό μίσος στην πόλη, τη μορφή της, τις ομορφιές και τις ασχήμιες της, τα τοπόσημά της και τους κατοίκους της. Κάθε πόλη δεν είναι απλώς δρόμοι, έστω και κακά ρυμοτομημένοι, κτίρια, μνημεία, όγκοι από μπετόν, γυαλί κι ατσάλι εναλλασσόμενοι με πομπώδη μνημεία νεοκλασικισμού, που ήρθε και επιβλήθηκε στους Νεοέλληνες μέσω Βαυαρίας, αλλά οι ανυποψίαστοι τουρίστες σπεύδουν και φωτογραφίζονται σε αυτά νομίζοντας ότι είναι δημιουργήματα απογόνων του Φειδία, του Μνησικλή και του Καλλικράτη. Η πόλη είναι οι άνθρωποι, η διαδοχή των γενιών που κατέλαβαν τον δημόσιο και ιδιωτικό χώρο, είναι οι κάτοικοί της, αυτόχθονες ή έποικοι ή μετανάστες, είναι οι άνθρωποι και οι μνήμες τους από ιστορικά γεγονότα ή μικρές ιδιωτικές στιγμές που έζησαν σε έναν δρόμο, σε ένα εστιατόριο, ένα παγκάκι, μια κινηματογραφική αίθουσα. 

Ο ολετήρας του ρίαλ εστέιτ και της τουριστικής-ξενοδοχειακής άλωσης της Αθήνας οδηγεί σε μια νέα όχι απλώς στεγαστική, αλλά βιοτική για τους κατοίκους της κρίση που θα κάνει την περίοδο της καραμανλικής αντιπαροχής να μοιάζει ρομαντική παρένθεση. Η κυβέρνηση, ενδεχομένως και το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού συστήματος κι ένας μεγάλος κύκλος επιχειρηματικών συμφερόντων βλέπουν μια τεράστια ευκαιρία κερδοσκοπίας -ή «ανάπτυξης»- στη μετατροπή της Αθήνας από πέρασμα σε τουριστικό προορισμό. Και δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να μετατρέψουν το μεγάλο απόθεμα κτιρίων σε μαγιά μιας αρχιτεκτονικής Βαβέλ κυρίως τουριστικής χρήσης.

Το σαρκαστικό σύνθημα της δεκαετίας του '80 στους τοίχους της πόλης, το «Εξω οι βλάχοι από την Αθήνα» -πολύ πριν μας ξεβλαχέψει ο Κωστόπουλος, που δεν είχε τότε κανένα νόημα αφού αν έφευγαν οι μη γηγενείς, η πόλη θα ξαναγινόταν χωριό 20.000 Γκάγκαρων-, τώρα αποκτά μια απειλητική υπόσταση. Ο τουριστικός ολετήρας μάς απειλεί με εκτοπισμό. 

Τα πήρα στο κρανίο ακούγοντας την είδηση ότι ο ΕΦΚΑ σκοπεύει να δώσει για ξενοδοχείο ή εμπορικό κέντρο το Αστορ και το Ιντεάλ. Κι επειδή τα κτίρια, τα τοπόσημα και οι επωνυμίες είναι κυρίως οι ανθρώπινες μνήμες, θυμήθηκα όταν ήμουν νήπιο ακόμη, δεκαετία ’60, με πόση λαχτάρα περίμενα την «τυροπιτούλα απ’ το Ιντεάλ», από το εστιατόριο που «συγκατοικούσε» με το σινεμά, που έφερνε καμιά φορά ο πατέρας μου γυρίζοντας από το κέντρο της Αθήνας. Αυτή η «τυροπιτούλα» έγινε η αρχή ενός δεσμού με το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, που αργότερα έγινε σινεμά, θέατρο, σχολή, διαδήλωση, οδήγηση, δουλειά, παρέες, σχέσεις. Ο ολετήρας δεν περνά μόνο πάνω από κτίρια, αλλά και από μια εποχή τους και τους ανθρώπους της. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΊΑ 

Εχω ζήσει σε πολλές πόλεις, Μερικές από αυτές -το Σύντνεϋ, τη Νέα Υόρκη- τις αγάπησα πολύ, κι ευχαρίστως θα τις ξανάβλεπα για λίγο, έστω και μια φορά στα πέντε χρόνια. Αλλ’ όση ζωή μού μένει ακόμα, εδώ προπάντων, στην Αθήνα θα 'θελα να ζήσω, κι εδώ, όταν έρθει κάποτε κι εκείνη η ώρα, εδώ να τελειώσω τις μέρες μου. Κι εκτός αν συμβεί τίποτα απρόοπτο, μάλλον έτσι θα γίνει - κάποια στιγμή που ο πληθυσμός της θα πλησιάζει τα πέντε εκατομμύρια, πεντέμισι στην αιχμή της τουριστικής περιόδου. Ως τότε, σκέφτομαι καμιά φορά, δε θα 'χει απομείνει τίποτα από την Αθήνα που αγάπησα. Μα κάτι μέσα μου λέει πως ίσως και να 'χω κι άδικο. Γιατί -εκτός κι αν γίνει κάποια μεγάλη, κοσμογονική αλλαγή- θα μένουν πάντως για πολύ καιρό ακόμα, για πάντα ελπίζω, ο Λόφος του Λυκαβηττού και ο Λόφος του Φιλοπάππου. Ως τότε βέβαια, θα 'χουν «αξιοποιηθεί από κάποια κακόγουστη δημοτική ή κρατική υπηρεσία ή θα 'χουν μαντρωθεί με συρματοπλέγματα. 

Κώστα Ταχτσή, «Η γιαγιά μου η Αθήνα» (1979) 

 


Saturday, November 5, 2022

Το αυγό, η κότα και οι κεντρικοί τραπεζίτες

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 5-6/11/2022





Από τότε που ετέθη το δίλημμα για το αυγό και την κότα, ποιος/ποια/ποιο έκανε ποιον/ποια/ποιο, τρισεκατομμύρια αυγά έχουν γίνει ομελέτα, μάτια, στραπατσάδα, μαγιονέζα, μαρέγκα, κέικ, παγωτό ζαμπαλιόνε ή απλώς κλωσόπουλα. Kαι δισεκατομμύρια κότες και κοτόπουλα έχουν γίνει σούπα, ψητές, κοκκινιστές, κατσιατόρε, τσερκέζικες, πανέ, κοτομπουκιές. Οι ίδιες οι κότες και τα αυγά δεν μπήκαν στο βαθύ οντολογικό δίλημμα για την προέλευσή τους γιατί, όπως θα έλεγε ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν με τον αφοπλιστικό κυνισμό του, ολόκληρη η φιλοσοφία από εποχής Ιώνων μέχρι Βιτγκενστάιν μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα ανθρώπινο ρέψιμο -ή, για να μιλήσουμε με όρους κότας, σε ένα κακάρισμα.
Οι κότες και τα αυγά συνέχισαν να κάνουν την παραγωγική δουλειά τους κι εμείς τη δική μας, εξίσου παραγωγική αν και κανιβαλική. Κι ο κόσμος συνέχισε να πορεύεται και να περιστρέφεται στο στερέωμα του ουρανού όχι σε κύκλους, αλλά σε ελλείψεις που θυμίζουν κάπως το σχήμα του αυγού, χωρίς αυτό να προκαταλαμβάνει την οριστική απάντηση στο δίλημμα για αρχέγονο ον. Ξέρετε, το κοσμικό αυγό από το οποίο προέκυψε τάχα η στραπατσάδα του σύμπαντος.

Το δίλημμα για την κότα και τ’ αυγό ταλαιπωρήθηκε στο πέρασμα των αιώνων και θα μπορούσε να πει κανείς ότι ως είδος και πολιτισμός έχουμε στο μεταξύ χάσει και τ’ αυγά και τα καλάθια. Οπως αποδεικνύει άλλωστε και η έκβαση του κατά Αδωνι έσχατου εγχειρήματος για την οντολογία του πληθωρισμού, το διαβόητο kalathi tou noikokyriou, με το οποίο η μέση και κάτω ελληνική οικογένεια εισέρχεται σε ένα εικονικό πτωχοκομείο στο οποίο όλοι οι στρεσογόνοι δείκτες της οικονομίας αίφνης σταματούν να ανεβοκατεβαίνουν και οι άνθρωποι μπαίνουν σε ένα limbo ελάχιστης ύπαρξης, κλείνονται σε ένα αυγό που τους τρέφει με τα άκρως απαραίτητα, όπως το κλωσόπουλο στ’ αυγό της κότας ή το έμβρυο στη μήτρα της μάνας του. Εξ ου και το γνωστό «αγοράκι/κοριτσάκι ρούφα τ’ αυγό σου», μια εξόχως θρεπτική συμβουλή εφόσον τ’ αυγό δεν έχει σαλμονέλα που μπορεί να σε στείλει στο νοσοκομείο, σπανίως και στον άλλο κόσμο, οπότε πιάσ’ τ’ αυγό και κούρευ’ το.

Σε κάθε περίπτωση, στο πτωχοκομικό αυγό του Αδώνιδος μπορεί να μην έχει καπαμά, ούτε καν με αρνίσια αμελέτητα, αλλά έχει τη στοιχειώδη πρωτεΐνη της επιβίωσης, κωλόχαρτο και σταθερό πληθωρισμό.
Επειδή όλες οι τρολιές και οι πλάκες για τα αυγά στο καλάθι του Αδώνιδος έχουν λεχθεί/γραφτεί κι υποθέτουμε ότι το να σαρκάζεις την ακατάσχετη φλυαρία του υπουργού Ανάπτυξης είναι λίγο-πολύ σαν να κλέβεις εκκλησία, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το σύνδρομο της σαλμονελικής μπούρδας για το αυγό και την κότα, ή για τον πληθωρισμό και την ύφεση, που είναι η τελευταία εκδοχή του κοσμικού διλήμματος, έχει πιάσει και τα ανώτατα κλιμάκια της παγκόσμιας ηγεσίας. Δηλαδή, τους κεντρικούς τραπεζίτες που κυβερνούν τον κόσμο με το κόστος του χρήματος, τα επιτόκια.

Εδώ και τρεις δεκαετίες
οι κεντρικοί τραπεζίτες κλωσάνε το κοσμικό αυγό του μονεταρισμού. Το ιερό 2% του πληθωρισμού που έχουν ορίσει, άγνωστο γιατί, ως παγκόσμια φυσική σταθερά. Την προηγούμενη δεκαετία ανησυχούσαν ότι το κλωσόπουλο μέσα στ’ αυγό κινδύνευε να πεθάνει, καθώς ο πληθωρισμός είχε γίνει αρνητικός, οι τιμές έπεφταν, αν και ταυτόχρονα η πλειονότητα των ανθρώπων γινόταν φτωχότερη. Επνιξαν σαν ασυγκράτητα κοκόρια το οικονομικό σύμπαν με το κοσμικό τους σπέρμα, ποταμούς φθηνού χρήματος που φυσικά πήγε στις κατάλληλες τσέπες, και φούσκωναν με περηφάνια πως κατάφεραν να επαναφέρουν το κλωσόπουλο στη ζωή, αλλά πάντα μες στ’ αυγό του.

Ξαφνικά, το κλωσόπουλο ξεπέρασε το ιδεώδες μέγεθος ύπαρξης/ανυπαρξίας, το ιερό 2%, τρύπησε το τσόφλι, άρχισε να τους τσιμπά τη σούφρα. Και, να σου πετιέται ένα θηριώδες, πληθωρι(στι)κό κλωσόπουλο 10%, τα χάνουν τα κοκόρια, κότες έγιναν απ’ τον φόβο τους γιατί τους ξέφυγε το θεριό, κι αναγκάστηκαν να επιστρατεύσουν τα μεγάλα μέσα: αυξήσεις επιτοκίων. Οι κότες έγιναν γεράκια.

Αλλά στο μεταξύ, επειδή η επιθετική αύξηση επιτοκίων και η νομισματική σύσφιγξη, δηλαδή το μάζεμα της χρηματικής ρευστότητας που έσπερναν για δέκα χρόνια, είναι κάτι σαν βασεκτομή για τα κοκόρια και στείρωση για τις κότες και κατ’ επέκταση για όλη την οικονομία (δει δη χρημάτων, που ’λεγε κι ο Δημοσθένης), το κοσμικό δίλημμα για το αυγό και την κότα μετατοπίστηκε σε κάτι πιο βιοτικό: ποιος φταίει για την ύφεση που έρχεται κατά πάνω μας με ταχύτητα φωτός; Ο πληθωρισμός που ξέφυγε από τα κοκόρια του χρήματος ή οι αυξήσεις των επιτοκίων με τις οποίες προσπαθούν να τον μειώσουν; Κι αφού τα κοκόρια κι οι κότες των κεντρικών τραπεζών αυξάνουν τα επιτόκια, γιατί δεν μαζεύεται το θεριό που κλωσούσαν τόσα χρόνια, αλλά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να δαγκώνουν με ακριβότερο χρήμα όσο από το εισόδημα των φτωχομεσαίων έχει αφήσει ο πληθωρισμός; Μήπως γιατί αυτό είναι ο πραγματικός στόχος τους; Δηλαδή να μειώσουν τις τιμές μέσω μιας δραστικής αμφίπλευρης μείωσης των εισοδημάτων και τελικά της ζήτησης, κι ας πέσει στην ύφεση το παγκόσμιο κοτέτσι;

«Ναι, αλλά εγώ δεν είμαι Πάουελ και η ΕΚΤ δεν είναι Fed», είπε η Λαγκάρντ που έχει δηλώσει «σοφή κουκουβάγια». Αλλο πτηνό αυτό, αλλά όχι πολύ ευφυέστερο από τα κουτορνίθια, με όλο τον σεβασμό για τις κότες που μας ταΐζουν εδώ και χιλιετίες, ενώ οι κουκουβάγιες δεν νομίζω πως μας έχουν προσφέρει τίποτα, εκτός από το να κοσμήσουν νομίσματα. Σε τι, λοιπόν, ακριβώς υποτίθεται πως διαφέρει ο κόκορας της Ουάσινγκτον από την κότα της Φρανκφούρτης, παρακαλώ; Οποιος έχει καταλάβει κερδίζει μια δεκάδα αυγά κι ένα κοτόπουλο ελευθέρας βοσκής. Να την κάνει ταράτσα την Κυριακή.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Στην αρχή υπήρχε Νύχτα και Χάος μοναχά, πλατύς Τάρταρος κι Ερεβος μαύρο. Ούτε αέρας υπήρχε ούτε γη ή ουρανός. Τότε μέσα στου Ερέβους τον κόρφο τον απέραντο, έν’ άσπορο αυγό στην αρχή η μαυροφτέρουγη Νύχτα γεννάει. Κι όταν ήρθε ο καιρός, απ’ τ’ αυγό ο ποθητός πρόβαλε Ερωτας. Είχε στις πλάτες δυο φτερούγες που αστράφταν χρυσές, και γοργά στο στροβίλισμα επέτα του ανέμου. Με το Χάος, που κι αυτό φτερωτό ήταν, κρυφά μες στον Τάρταρο ο Ερωτας σμίγει, και το γένος μας έτσι ξεκλώσησε, αυτό μες στο φως πρωτανέβασε κιόλας.
Αριστοφάνη, «Ορνιθες»

Saturday, October 29, 2022

Η κορυφή του σκατόβουνου

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 29-30/10/2022

Υπάρχει το γνωστό ερώτημα που θέτει ο αρχιαπατεών κύριος Πίτσαμ στην «Οπερα της πεντάρας» του Μπρεχτ: «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας;». Εχει γίνει κλισέ, αλλά και εδραιωμένο αξίωμα, σχεδόν διακομματικά αποδεκτό, με μόνη διαφοροποίηση ότι όσο δεξιότερα στο πολιτικό φάσμα χρησιμοποιείται τόσο περισσότερο μεταλλάσσεται σε κάτι τύπου: «οι τράπεζες είναι αναγκαίο κακό». Γνωστό το πόσο μας κόστισε και μας κοστίζει ακόμη αυτό το «αναγκαίο κακό».

Ας επεκτείνουμε το ρητορικό ερώτημα του Πίτσαμ στη συγκυρία. Γιατί, «τι είναι σκάνδαλο Πάτση μπροστά στο σκάνδαλο των “κόκκινων” δανείων και της τιτλοποίησής τους;». Τι είναι το σκάνδαλο της αδήλωτης μπίζνας των βουλευτών και των κυβερνητικών αξιωματούχων με τα χρέη των πολιτών μπροστά στην ύπαρξη των εισπρακτικών εταιρειών; Τι είναι το σκάνδαλο των απευθείας αναθέσεων στα εκλεκτά μέλη του γαλάζιου κομματικού μητρώου μπροστά στις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών με χρήματα των φορολογουμένων; Τι είναι το μοίρασμα των δημόσιων επενδύσεων στη λέσχη του εγχώριου παρεΐστικου καπιταλισμού μπροστά στη μετατροπή του ιδιωτικού χρέους των τραπεζών σε δημόσιο χρέος των πολιτών, ζώντων και απογόνων μέχρι τρίτης γενεάς; Τι είναι η διαφθορά μερικών κρατικών αξιωματούχων μπροστά στο σκάνδαλο των τιτλοποιήσεων των «κόκκινων» δανείων; Τι είναι το σκάνδαλο Πάτση μπροστά στο σκάνδαλο του «Ηρακλή»; Τι είναι ένας απατεωνίσκος πολιτευτής μπροστά στην απαλλαγή των τραπεζών από «κόκκινα» δάνεια δεκάδων δισ. με την εγγύηση του Δημοσίου, δηλαδή των φορολογουμένων; Και, τελικά, τι είναι η διασπάθιση 1 εκατ. ευρώ δημόσιου χρήματος μπροστά στην κατάπτωση κρατικών εγγυήσεων 35 δισ. ευρώ, δηλαδή μπροστά στη μετατροπή ακόμη μιας τραπεζικής τρύπας σε κρατικό χρέος;

Καθένα από τα παραπάνω ρητορικά ερωτήματα, που παραλλάσσουν ατέχνως τον Μπρεχτ, θα μπορούσε να είναι μόνον ο τίτλος μιας ξεχωριστής δημοσιογραφικής-ερευνητικής σάγκα για την ιστορία της οικονομικής παρακμής μας ή του μεγάλου πλιάτσικου που συντελείται όχι μόνο στην τριετία (και κάτι) Μητσοτάκη, αλλά εδώ και τουλάχιστον μια τριακονταετία. Ξεκινώντας, δηλαδή, από το μπινγκ μπανγκ του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, που μετέτρεψε τους τραπεζίτες σε ένα υβρίδιο εθνικών ηρώων και σταρ της δημόσιας ζωής, και φτάνοντας στη διάσωσή τους από την κατάρρευση με χρήματα των φορολογουμένων. Και με μια τεράστια μεταφορά πλούτου από κάτω και εντός προς τα πάνω και εκτός χώρας. Οπου το «εκτός χώρας» περιλαμβάνει και τις ευρωπαϊκές τράπεζες που τις γλιτώσαμε από τις ζημιές των ελληνικών ομολόγων και τις εξωχώριες (οφσόρ) εταιρείες στις οποίες η «εθνική» ολιγαρχία πάρκαρε τον λεηλατημένο, αφορολόγητο και ξεπλυμένο πλούτο της.

Εν τη αφελεία του ή μέσα στον απόλυτο κυνισμό του ο Πάτσης, όταν επιχείρησε να αιτιολογήσει τις πραγματικά νόμιμες, αν και απόλυτα ανήθικες, δραστηριότητές του, περιέγραψε με ακρίβεια τα μεγάλα κόλπα του χρηματοπιστωτικού Λεβιάθαν. Που αφού φόρτωσε το σύμπαν με κάθε μορφής καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια, διακοποδάνεια, μετοχοδάνεια, εορτοδάνεια, ακόμη και δανειοδάνεια με πλήρη γνώση και συναίσθηση ότι η πλήρης εξόφλησή τους για ένα σημαντικό μέρος δανειοληπτών μακροπρόθεσμα θα ήταν αδύνατη, στη συνέχεια άρχισε να τα «σπάει». Οπως οι επαγγελματίες μπαταχτσήδες σπάνε τις επιταγές. Ο Πάτσης αφηγήθηκε το πώς οι τράπεζες άρχισαν να πουλάνε τα προβληματικά δάνεια σε δικά τους παιδιά, δικούς τους ανθρώπους, δικές τους εισπρακτικές εταιρείες, αποδεχόμενες να γράψουν ζημιές που μετά απλώς τις μεταβίβασαν στους πολίτες. Αλλά αυτά τα νομίμως ανήθικα πράγματα τα έκαναν με την άδεια της αστυνομίας. Δηλαδή, της εποπτεύουσας πολιτείας και της επιτηρήτριας τράπεζας των τραπεζών, της ΕΚΤ, και της εγχώριας κεντρικής τράπεζας. Το αν σ’ αυτή την αλυσίδα παρεισέφρεε καμιά φορά και κανένας κανονικός μαφιόζος, που εκτός από ενοχλητικά τηλεφωνήματα στους ανυποψίαστους (ή και υποψιασμένους) δανειολήπτες έσπαζε και κανένα δάχτυλο ή πόδι, είναι απλή αστοχία νομιμότητας...

Αλλωστε, αυτό που έγινε σε μικρή κλίμακα τις ωραίες εκείνες μέρες της ευρωευφορίας, τις δεκαετίες 1990 και 2000, όταν οι Πάτσηδες γίνονταν κόρακες-δανειοεισπράκτορες εκατοντάδων εκατομμυρίων, στη μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση εποχή έγινε η εξυγιαντική κανονικότητα του τραπεζικού συστήματος. Με τις τεράστιες τιτλοποιήσεις δανείων των 100 δισ. ευρώ, τις καθωσπρέπει εταιρείες ειδικού σκοπού που ίδρυσαν μόνες ή σε κοινοπραξίες οι τράπεζες για να απαλλαγούν από τα σαπάκια, με τις δεκάδες εταιρείες διαχείρισης, τους σέρβισερ που κάνουν σέρβις στον οικονομικό θάνατο επιχειρήσεων και νοικοκυριών κι ετοιμάζονται για το μεγάλο πλιάτσικο μέσω χιλιάδων πλειστηριασμών. Ομως, αυτό το μεγάλο «σύστημα Πάτση» είναι καθαγιασμένο από τους δανειστές, την ΕΚΤ, την Κομισιόν, το ΔΝΤ, τον ESM και το πολιτικό σύστημα όχι απλώς ως «αναγκαίο κακό», αλλά ως πράξη σωτηρίας των τραπεζών και των αποταμιευτών: «Σας σώζουμε από τους εαυτούς σας», είναι περίπου το μήνυμα του τραπεζοπολιτικού συμπλέγματος, που κινείται μεταξύ Αθηνών, Βρυξελλών και Φρανκφούρτης, προς τους φορολογούμενους - δανειολήπτες - καταθέτες - πολίτες.

Το σκάνδαλο Πάτση είναι λοιπόν η κορυφή ενός παγόβουνου, το οποίο περιέχει την καθωσπρέπει ευρωπαϊκή νομενκλατούρα, τη χρηματοπιστωτική τεχνοκρατία και το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού μας συστήματος. Μόνο που το παγόβουνο δεν περιέχει κυρίως παγωμένο νερό, αλλά σάπιο χρέος. Μπορούμε να το φανταστούμε σαν ένα βουνό από την κόπρο που κανείς Ηρακλής δεν θα το σώσει. Ισα ίσα που αυτός ο «Ηρακλής» είναι συστατικό του σκατόβουνου.

ΚΙΜΠΙ
kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Χρειάστηκε να φτάσει η δεκαετία του 1980 για να αρχίσουν οι εμπορικές τράπεζες να χάνουν την αριστοκρατική και αντιδραστική εικόνα τους και να αποκτούν ένα είδος αίγλης που απειλούσε να ενθαρρύνει μια ανεπαίσθητη (αλλά παρ’ όλα αυτά, κατά τη γνώμη τού Τόμας, άκρως ανθυγιεινή) χροιά κοινής ωφέλειας. Υπεύθυνος γι’ αυτό ήταν, σε κάποιο βαθμό, ο ίδιος. Αναγνωρίζοντας τα τεράστια κέρδη που μπορούσε να αντλήσει ως σύμβουλος της κυβέρνησης στο πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης, έκανε τολμηρά βήματα προκειμένου να εξασφαλίσει η Στιούαρτς* ουσιαστική συμμετοχή σε αυτή την πολυδιαφημισμένη επιχείρηση. Το γλεντούσε με την ψυχή του ν’ αρπάζει αυτές τις μεγάλες κρατικές εταιρείες από τα χέρια των φορολογουμένων και να τις διαμελίζει σε μια μειοψηφία μετόχων που διψούσαν για κέρδη: η ιδέα ότι συνέβαλλε στην αφαίρεση ιδιοκτησίας από τους πολλούς και τη συγκέντρωσή της στα χέρια λίγων τον πλημμύριζε μ’ ένα βαθύ και καθησυχαστικό αίσθημα δικαιοσύνης. Ικανοποιούσε κάτι πρωτόγονο μέσα του.

Τζόναθαν Κόου, «Τι ωραίο πλιάτσικο»

*Επωνυμία τράπεζας

Saturday, October 22, 2022

Οι πρώην, νυν και αεί

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 22-23/10/2022

Παρίσι 1968. Εδώ κι αν βρίσκει κανείς πρώην...

Μεγάλη αναταραχή, αλλά καθόλου θαυμάσια κατάσταση προκλήθηκε από το καίριο σχόλιο της Χριστίνας Κοψίνη «Ο κομματάρχης» («Εφ.Συν.», 14/10/2022), που έθιγε μέσα από μιαν αδιάψευστη πληροφορία την πιο σκοτεινή -και αναπάντητη μέχρι στιγμής από αυτούς που θίγει και αφορά- διάσταση της ανατριχιαστικής υπόθεσης του Κολωνού: πώς ένας άνθρωπος που ενορχήστρωνε και εκτελούσε τόσο φρικτά εγκλήματα εις βάρος ενός παιδιού, στο φως της μέρας, των φωτογραφικών φακών και της επίσημης πολιτικής είχε γίνει πολύτιμος παραγοντίσκος του κυβερνώντος κόμματος, επαρκής να παρέχει τις υπηρεσίες του σε γαλάζιους υποψήφιους πολιτευτές και ήδη εκλεγμένους παράγοντες της κυβέρνησης ή της Αυτοδιοίκησης. 

Ωστόσο, στο παράλληλο σύμπαν των σόσιαλ μίντια -που όσο περνά ο καιρός πείθομαι ότι καλώς αποφεύγω να γίνω μόνιμος κάτοικός του, κι ας κινδυνεύω με εξορία στην ανυπαρξία- γύρω από το σχόλιο της Χρις εξελίχθηκε ένας άλλος «πόλεμος». «Πόλεμος» με βαρείς χαρακτηρισμούς και αμετροεπείς ατάκες για το δικαίωμα ενός εκάστου να φέρει, να απεμπολεί ή απλώς να αποκρύπτει τον τίτλο του «πρώην κνίτη», που αφορούσε το νεανικό πέρασμα από τη μαζικότερη πολιτική οργάνωση νεολαίας της Μεταπολίτευσης, την ΚΝΕ, υποψηφίου της Ν.Δ. (που στο μεταξύ πέρασε και από άλλα κόμματα), ο οποίος είχε μια ατυχή συσχέτιση με τον «γαλάζιο κομματάρχη» του Κολωνού και του δυσώδους blindchat. 

Επειδή οι αντιδράσεις ενός σμήνους ενοίκων του σοσιαλμιντιακού κόσμου, με κρυφές ή φανερές ταυτότητες, θυμίζουν λίγο τη μωσαϊκή εντολή «ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω», που αμφιβάλλω αν ακόμη και οι φανατικοί ορθόδοξοι Εβραίοι την πιστεύουν πια, επιτρέψτε μια δυο παρατηρήσεις ως πρώην κνίτη εμού του ιδίου. 

Ολοι είμαστε πρώην κάτι. Ακόμη κι αυτές οι γραμμές, αυτές οι λέξεις, από την ώρα που τις διαβάσετε, έχουν ήδη γίνει «πρώην». Είμαστε πρώην κνίτες, πρώην ρηγάδες, πρώην μαοϊκοί, πρώην τροτσκιστές, πρώην αναρχικοί, πρώην πανελλαδικάριοι, πρώην πασόκοι, πρώην εαρίτες, πρώην συνασπισμίτες, πρώην συριζαίοι. Οι υπερήλικες της Μεταπολίτευσης, οι μεσήλικες της «αλλαγής», οι ώριμοι της αριστεροδέξιας «κάθαρσης» του ’89, οι νεότεροι της κατάρρευσης του «υπαρκτού», της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, της φενάκης του εκσυγχρονισμού, της αντίδρασης στην παγκοσμιοποίηση, της κρίσης του 2008 και της μνημονιακής κόλασης, όλοι είμαστε ως μέλη, φίλοι ή απλοί οπαδοί και ψηφοφόροι «πρώην κάτι». Οχι μόνο γιατί αλλάξαμε εμείς, αλλά γιατί μπορεί στο μεταξύ να άλλαξε αυτό το «κάτι» που ήμασταν, ή απλώς να αποσυντέθηκε. Πριν από μερικά χρόνια κάποιοι ήταν «ποταμάκια», αλλά το «Ποτάμι» δεν υπάρχει πια, αν και αυτοί μπορούν να επικαλούνται την ιδιότητα του πρώην, όπου κι αν είναι σήμερα, σωστά; Γιατί το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, που λέει και το κλισέ, κι όπως μας δίδαξε ο Ηράκλειτος όλα τα όντα κινούνται κι αλλάζουν συνεχώς ακριβώς σαν το ποτάμι. Ολα τα πλάσματα, νυν και αεί, είναι κάθε στιγμή «πρώην». 

Αλλά αυτή η διαλεκτική της ακατάπαυστης αλλαγής, που έχει κονιορτοποιήσει και ανασυνθέσει το πολιτικό σύστημα, τα κόμματα, τις νεολαίες τους και τις ανθρωπογεωγραφίες τους άπειρες φορές τα τελευταία πενήντα χρόνια, δεν μπορεί να καταργήσει τη διαλεκτική της μνήμης. Η μόνη περιουσία μας είναι η μνήμη. Η ανάμνηση είναι η βάση της γνώσης – και της αυτογνωσίας. Αλλά στην αντίστοιχη αγγλική λέξη re-member (ανα+μέλος) έχει μια ακόμη πιο ισχυρή σημειολογία, γιατί η ανάμνηση γίνεται μια επανασυναρμολόγηση όλων των επιμέρους «πρώην» ιδιοτήτων ενός ατόμου, μιας ομάδας, μιας τάξης, ενός λαού, φυσικά και ενός έθνους. Θυμάμαι όλες τις πολιτικές φάσεις, ιδεολογικά στάδια, κοινωνικά στάτους που πέρασα, σημαίνει τελικά: επανασυναρμολογώ τον εαυτό μου. 

Δικαιούμαι να φέρω υπερηφάνως τον τίτλο του πρώην κνίτη; Φυσικά. Δικαιούμαι να το αποκρύπτω; Φυσικά, πάλι, όλοι έχουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού και της επινόησης του εαυτού τους με αποσιωπήσεις, λίφτινγκ και προσθετικές επεμβάσεις. Στην αγορά της κατασκευής εαυτών, άλλωστε – Instagram, Facebook, LinkedIn, Twitter- ο καθένας μπορεί να φιλοτεχνήσει ένα βιογραφικό εξωραϊσμένο και ευπώλητο, ακόμη και φωτοσόπ στη φάτσα του μπορεί να κάνει, ή να φουσκώσει τα επαγγελματικά και ακαδημαϊκά προσόντα του με τίτλους σπουδών και δεξιοτήτων αποκτημένους με γκρίζες διαδικασίες. Ο καθένας, δηλαδή, μπορεί να φιλοτεχνήσει τη μυθολογία του εαυτού του, όπως άλλωστε τα σύγχρονα έθνη βασίζουν τις συλλογικές συνειδήσεις σε μυθολογίες που δεν πολυαντέχουν στο φως της ιστορικής έρευνας. Αυτό ισχύει προφανώς για κόμματα και πολιτικές συλλογικότητες.

Αλλά η λογοκρισία και αυτολογοκρισία της μνήμης κατά την επανασυναρμολόγηση του εαυτού μας (ή της συλλογικότητας που υπερασπιζόμαστε την καθαρότητά της) προσκρούει στη μνήμη των άλλων. «Ημουν κι εγώ εκεί». «Αλήθεια; Κι εγώ αλλά δεν σε θυμάμαι». Ή: «Εγώ στα ΚΝΑΤ; Ποτέ!». «Εγώ στην κατάληψη του Πολυτεχνείου το ’95; Λάθος κάνεις, με κάποιον με μπερδεύεις». Πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα θυμάται αυτό που θέλουμε να ξεχαστεί για τους εαυτούς μας. Η αναγνώριση της στοιχειώδους κοινής αλήθειας είναι η βάση για να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Εμείς, οι κοινοί θνητοί, δεν έχουμε την ευχέρεια και τα χρήματα να εξαγοράσουμε τη συλλογική μνήμη με ιδρύματα, πολιτιστικά ινστιτούτα, μέγαρα τέχνης, φιλανθρωπικούς οργανισμούς που αγιογραφούν τους Νιάρχους, τους Ωνάσηδες, τους Λάτσηδες, τους Μποδοσάκηδες και το ληστρικό πέρασμά τους από τον δημόσιο πλούτο και τη νεότερη πολιτική Ιστορία της χώρας. Το δικό μας πέρασμα, ιδιαίτερα όσων αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, ανεξάρτητα από το πόσες «πρώην» κομματικές εντάξεις συνθέτουν αυτή την ιδιότητα, ανεξάρτητα από το πόσες ήττες και οικτρές διαψεύσεις αθροίζει, έχει σημασία να αφήνει ένα ίχνος αλήθειας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Κι αυτό δεν εξαρτάται πάντα από την ετικέτα και την πολιτική ομπρέλα που επιλέγεις. Κάτω από τις ομπρέλες ενίοτε κρύβονται άθλιοι και αθλιότητες. Οπως έλεγε -πάλι- ο σκοτεινός Ηράκλειτος, "Ηθος ανθρώπω δαίμων" (Ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι η μοίρα του). 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Λέει ο Ηράκλειτος ότι τα πάντα κινούνται και τίποτα δεν μένει ακίνητο και παρομοιάζοντας τα όντα με τη ροή του ποταμού λέει ότι δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στον ίδιο ποταμό. 

Πλάτων, Κρατύλος (402α)