Sunday, October 20, 2019

Αυτόματο μέλλον

ΕΦΣΥΝ, 19-20/10/2019
 
Ο Hal; Δεν είναι τόσο κακός όσο θέλει να δείχνει...

Το μέλλον είναι μέγεθος αντιστρόφως ανάλογο του παρελθόντος σου. Οσο περισσότερο έχεις συσσωρεύσει από το δεύτερο, τόσο λιγότερο σε απασχολεί το πρώτο. Οταν έχεις καταναλώσει άνω των 2/3 του προσδόκιμου επιβιώσεως, σε ενδιαφέρει πολύ το αν θα υπάρχει συνταξιοδοτικό σύστημα το 2037, αλλά ελάχιστα το πόσο θα έχει ρομποτοποιηθεί η εργασία. Παρ’ όλα αυτά, μόνο οι άνθρωποι που έχουν πίσω τους αρκετό παρελθόν μπορούν να αντιληφθούν την τεράστια απόσταση που έχει διανυθεί μεταξύ 20ού και 21ου αιώνα.

Οι γιαγιάδες κι οι παππούδες μας γεννήθηκαν σαν άνθρωποι της γης προορισμένοι να ζήσουν κυρίως από την καλλιέργειά της. Οι όροι ζωής τους δεν διέφεραν δραματικά από τους ανθρώπους της προϊστορικής γεωργικής επανάστασης. Οι γονείς μας συσσωρεύτηκαν στις πόλεις για να γίνουν εργάτες ή υπάλληλοι, δουλεύοντας στις συνθήκες μιας -ανολοκλήρωτης στα ελληνικά δεδομένα- βιομηχανικής επανάστασης. Εμείς -του ’60 οι εκδρομείς- ζήσαμε την παράξενη μετάβαση από την αναλογική στην ψηφιακή τεχνολογία, κυρίως ως καταναλωτές, λιγότερο ως παραγωγοί. Τα παιδιά και τα εγγόνια μας θα ζήσουν σ’ ένα περιβάλλον στο οποίο όλες οι τεχνολογίες συντίθενται σε ένα αυτοματοποιημένο όλον που θολώνει τα όρια ανάμεσα στο φυσικό και το τεχνητό, το βιολογικό και το ψηφιακό, το ανθρώπινο και το ρομποτικό.

Μέχρι εδώ μόνο καλά νέα υπάρχουν. Οχι, δεν πρόκειται να ξυπνήσουν τα σατανικά ένστικτα του HAL 9000 που θα αποφασίσει να μας εξοντώσει μαζικά. Δεν χρειάζεται να γίνουμε λουδίτες του 21ου αιώνα και να εξοντώσουμε τους HAL που εξοντώνουν τις θέσεις εργασίας, η τεχνητή νοημοσύνη είναι συμπυκνωμένη και πολλαπλασιασμένη ανθρώπινη νοημοσύνη και τα ρομπότ απελευθερώνουν εκατομμύρια ανθρώπους από τις βαριές, μονότονες, αλλοτριωτικές κινήσεις της παραγωγικής αλυσίδας που κατέστρεφαν τη δημιουργικότητά τους. Στην πραγματικότητα η ανθρωπότητα για πρώτη φορά έχει την τεχνολογική δυνατότητα να εξαλείψει την πείνα, τη φτώχεια, τις επιδημίες, τους πολέμους, την εκμετάλλευση, τις ανισότητες, τους εθνικούς και ταξικούς ανταγωνισμούς, να αντιστρέψει την περιβαλλοντική κατάρρευση και να επικεντρώσει τη δημιουργική ικμάδα της στην απόλαυση της ζωής και στην αναμέτρηση με τα πραγματικά όριά της: τον θάνατο και το τέλος του Ηλιακού μας Συστήματος. Το γεγονός ότι ένας υπολογιστής θα μπορεί στο μέλλον να γράφει κάτι πολύ ευφυέστερο από την μπούρδα που σας αραδιάζω εδώ δεν με χαλάει καθόλου.

Τα κακά νέ
α είναι ότι αυτό το απελευθερωτικό μέλλον είναι πιθανότερο να εξελιχθεί σε εφιάλτη. Και δεν θα φταίνε τα ρομπότ, όπως δεν έφταιγε η «Τζένη» που αχρήστευε τις δουλειές των επιδέξιων υφαντριών του 19ου αιώνα. Τα ρομπότ θα μας δώσουν τον χρόνο να σκεφτούμε ότι ο νέος τεχνολογικός πλούτος των εθνών, κάτω από τον έλεγχο της ελαχιστότατης, άπληστης και παράφρονος ολιγαρχίας, θα γίνει παράγοντας ασύλληπτων κοινωνικών και οικονομικών κρίσεων. Ο καπιταλισμός είναι πράγματι το σύστημα που επέτρεψε την τρομακτική επιτάχυνση της τεχνολογικής καινοτομίας και τη μετάβαση στην αυτοματοποίηση. Αλλά είναι ταυτόχρονα το σύστημα που θα μετατρέψει το ιστορικό πλεονέκτημα της ανθρωπότητας σε στοιχείο οικουμενικής κρίσης.

Απ’ αυτή την άποψη αυτό που (καταχρηστικώς) αποκαλείται 4η Βιομηχανική Επανάσταση, μαζί με τις αλλαγές που επιφέρει στην εργασία, εγκυμονεί τις συγκρούσεις του μέλλοντος.
Κι εδώ υποχωρεί η μοιρολατρία της μέσης ηλικίας. Το μέλλον αποκτά ενδιαφέρον. Αρκεί να μην το προλάβει η Αλτσχάιμερ.

ΚΙΜΠΙ


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 
 
… Εχουμε καταλήξει, μετά από αρκετές χιλιάδες χρόνια προσπαθειών τουλάχιστον στον βιομηχανοποιημένο κόσμο, τα μόνα ζώα που έχουμε αγωνιστεί να γλιτώσουμε απ’ την αγχώδη αναζήτηση για την πηγή του επόμενου γεύματός μας και άρα έχουμε αποκτήσει περισσότερο ελεύθερο χρόνο - όπου μπορούμε να μάθουμε σουηδικά, να τελειοποιήσουμε τις γνώσεις μας στον λογισμό και να ανησυχούμε για την αυθεντικότητα των σχέσεών μας, αποφεύγοντας τις ψυχαναγκαστικές και χρονοβόρες διατροφικές προτεραιότητες που εξακολουθούν να βασανίζουν τον αυτοκρατορικό πιγκουίνο ή την αραβική αντιλόπη.

Αλέν ντε Μποτόν, «Οι χαρές και τα δεινά της εργασίας»

Sunday, October 13, 2019

Το ελατήριο και οι κλόουν

ΕΦΣΥΝ, 12-13/10-2019
 
 

Η σχέση μου με τη Φυσική παιδιόθεν ήταν αθλία. Δεν νόγαγα. Το μόνο κομμάτι της που κάπως μου έγινε προσιτό ήταν η Μηχανική. Το οφείλω μάλλον σε έναν εξαίρετο φυσικό στο Γυμνάσιο που επέμενε να κάνει το μάθημα στο εργαστήριο και να προσπαθεί απεγνωσμένα να κεντρίσει το ενδιαφέρον των αεικίνητων εφήβων, με οπτική και απτική επαφή με τα αντικείμενα των πειραμάτων.

Κάπως έτσι, μας έδωσε μια φορά να περιεργαστούμε ένα μεταλλικό ελατήριο, για να μας μιλήσει για την αποθηκευμένη μηχανική ενέργεια, τη γραμμική ή γωνιακή του παραμόρφωση και τη δύναμη ή ροπή επαναφοράς με την οποία επανέρχεται στην αρχική του κατάσταση. Δεν είμαι σίγουρος αν μας είχε μιλήσει και για τον νόμο του Χουκ και τη θεωρία της ελαστικότητας –και να μας είχε μιλήσει, δεν θα το θυμόμουν– αλλά θυμάμαι πως, αφότου περιεργαστήκαμε το ατσάλινο ελατήριο με τα άτσαλα χέρια μας, τις επόμενες μέρες κυκλοφόρησαν αρκετές μεταλλικές σούστες που παρέτειναν το πείραμα του εργαστηρίου και γέμιζαν τα χέρια και τα ρούχα μας γράσα. Αν και επρόκειτο για άχρηστα αμορτισέρ, στα χέρια μας επιβεβαίωναν σε γενικές γραμμές τη θεωρία του ελατηρίου: όταν σταματούσαμε να τους ασκούμε πίεση, επανέρχονταν στην αρχική τους κατάσταση. Αλλά όχι όλα. Κάποια έμεναν συμπιεσμένα. Είτε γιατί είχαν σπάσει, είτε γιατί είχαν οριστικά χάσει την ελαστικότητα λόγω «μηχανικής κόπωσης». Γι’ αυτό προφανώς τα είχαν πετάξει τα συνεργεία αυτοκινήτων, όσο πολύτιμα κι αν μας φαίνονταν εμάς. Η ανακύκλωση τότε ήταν άγνωστη λέξη, ζούσαμε στον πλανήτη της αστείρευτης αφθονίας, κι ας μην είχαμε ακόμη διαβάσει Γκάλμπρεϊθ.

Τη θεωρία του ελατηρίου την ακούμε εδώ και κάμποσα μνημονιακά χρόνια ως επιχείρημα εξορθολογισμού της τεράστιας παραγωγικής καταστροφής που επιβλήθηκε στην Ελλάδα ή ως υπόσχεση γενναιόδωρης ανταμοιβής για όσα υποστήκαμε. Διατυπώθηκε και ως θεωρία του πάτου, αλλά όπως αποδείχτηκε από το 2011 και μετά, το βαρέλι με τα σκατά ήταν απύθμενο, κάθε πάτος που υποτίθεται πως πιάναμε έσπαγε κι ο βυθοκόρος αποκάλυπτε πως είχαμε πολλά μέτρα ακόμη να καταδυθούμε μέχρι τον επόμενο πάτο.

Ας υποθέσουμε ότι η απώλεια 27% του ΑΕΠ είναι ένα τελικό μέγεθος, ο ειδεχθής πολτός μας τέλειωσε, το βαρέλι έχει τελικά έναν αδιαπέραστο πυθμένα, η θεωρία του πάτου δεν μας κάνει πια, πάμε στη θεωρία του ελατηρίου χάρη στην οποία δεν θα αναδυθούμε απλώς, θα εκτιναχθούμε πολύ πάνω από τη στάθμη του δυσώδους πολτού, στον καθαρό αέρα της ανάπτυξης.
Δεν έγινε, και είναι απίθανο να συμβεί ακόμη κι αν ο Αδωνις φτιάξει ένα «σουρ μεζούρ» πολυνομοσχέδιο για κάθε επενδυτή που θέλει να ανοίξει έστω και σουβλατζίδικο. Ακόμη κι αν κυβέρνηση πουλήσει οτιδήποτε υπάρχει σε στεριά, θάλασσα κι αέρα. Εκτός του ότι ο δημόσιος πλούτος έχει δεσμευτεί στην εξυπηρέτηση του χρέους και μεγάλο μέρος του ετησίως παραγόμενου ΑΕΠ είναι προορισμένο να εξοφλεί τις οφειλές στους δανειστές –το εταίροι παραμένει ένας παρηγορητικός ευφημισμός–, το ελατήριο της ελληνικής οικονομίας έχει υποστεί μη αναστρέψιμη μηχανική κόπωση.

Με εξαίρεση τον τουρισμό και ενδεχομένως στο εγγύς μέλλον και πάλι τον κατασκευαστικό τομέα, η δεκαετία της ύφεσης έχει καταστρέψει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής βάσης που απέδιδε στο παρελθόν ασιατικού επιπέδου επιδόσεις. Ο κύκλος των μεγάλων δημοσίων έργων που έτρεφε τους εθνικούς εργολάβους και προμηθευτές έχει κλείσει. Οχι φυσικά γιατί έχουμε καλύψει ως χώρα τις ανάγκες σε υποδομές, αλλά γιατί τα σημαντικότερα και πιο στρατηγικά μέρη τους –συγκοινωνιακά, επικοινωνιακά, ενεργειακά δίκτυα– ελέγχονται από ιδιώτες, κυρίως ξένους, που η αναπτυξιακή στρατηγική τους εντάσσεται σε έναν υπερεθνικό ή σε έναν άλλο εθνικό σχεδιασμό, που δεν είναι σίγουρο ότι περιλαμβάνει έστω και ολίγη Ελλάδα.

Η βιομηχανική μας παρακμή
είναι τελεσίδικη, και ό,τι απομένει ημιθανές από αυτήν περνάει σε άλλα χέρια, όχι απαραίτητα για παραγωγική αναβίωση, αλλά ως real estate. Οποιο κομμάτι της εγχώριας επιχειρηματικής ολιγαρχίας μένει ζωντανό –εντός Ελλάδας και εκτός φυλακής– δεν διακρίνεται καν από την επεκτατική απληστία των προηγούμενων δεκαετιών, δεν τολμά να ξαναδιατυπώσει τις φιλοδοξίες της περί ελληνικού μικροϊμπεριαλισμού στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Οι λίγοι εύρωστοι ολιγάρχες το ’χουν ρίξει στο outsourcing, κυνηγώντας δουλίτσες και υπεργολαβίες στη Ρωσία, στην Αραβία, στην Αφρική. Η πολλαπλώς ανακεφαλαιοποιημένη εθνική μας τοκογλυφία θα φάει μάλλον άλλη μια δεκαετία γλείφοντας τις πληγές της, απέχοντας από τη μόνη δραστηριότητα που κάνει ανεκτή την ύπαρξή της, τον δανεισμό. Το χειρότερο από όλα: το ανθρώπινο κεφάλαιο, οι δημιουργοί του πλούτου, είναι αποθαρρημένοι, σχεδόν πεισμένοι ότι η εργασία είναι ένα μέγεθος εκτός της εξίσωσης του ελατηρίου, χωρίς επίδραση στη ροπή επαναφοράς. Η μηχανική κόπωση είναι κυρίως μια κοινωνική κόπωση, που διαπερνά καθέτως την ταξική μας πυραμίδα.

Η μόνη που μοιάζει ανεπηρέαστη από την κόπωση αυτή είναι η πολιτική τάξη, κυρίως αυτή η χαζοχαρούμενη κυβέρνηση, κολλημένη στην παιδική ηλικία του εγχωρίου κατεστημένου. Θα χαρίσουμε νομοσχέδια στον ένα, γη στον άλλο, λεφτά στον τρίτο, ΔΕΚΟ στον τέταρτο και τελικά το μαγικό κουτί θ’ ανοίξει και θα πεταχτεί ο γελαστός κλόουν, ταλαντευόμενος πάνω στο ελατήριό του. Μόνο που το γέλιο του απλώς θα μας χλευάζει.




ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Οταν το παιδί ήταν παιδί
περπατούσε κουνώντας τα χέρια του,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι,
το ποτάμι να είναι χείμαρρος,
και αυτή η λακκούβα με νερό να είναι η θάλασσα.

Οταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι ήταν παιδί
[…]
Οταν το παιδί ήταν παιδί,
έριξε ένα ραβδί σαν βέλος πάνω σ’ ένα δέντρο,
και πάλλεται εκεί ακόμη μέχρι σήμερα.


Πέτερ Χάντκε, «Το τραγούδι της παιδικής ηλικίας»
(από την ταινία του Βιμ Βέντερς «Τα φτερά του έρωτα»)

Sunday, October 6, 2019

Η υστεροφημία των Λωτοφάγων

ΕΦΣΥΝ, 5/10/2019

Είναι στα όρια του παραλόγου, και πέρα από αυτά, ό,τι συμβαίνει με τους Ευρωπαίους αξιωματούχους που έχτισαν καριέρες στη δεκαετία της κρίσης πάνω στον ερειπιώνα της ελληνικής οικονομίας. Καθώς οι περισσότεροι κλείνουν τον κύκλο και τις θητείες τους στην ευρωζώνη, πριν αποσυρθούν από τα πολιτικά εγκόσμια ή πριν περάσουν από τις περιστρεφόμενες πόρτες που θα τους οδηγήσουν στο επόμενο ακριβοπληρωμένο -ίσως πιο διακριτικό, πιο σκιώδες- κέντρο ισχύος και επιρροής, θέλουν να ξαναγράψουν όλη την ιστορία από την αρχή.
 
"Εμείς σχέδιο Β; Ποτέ! Ρωτήστε και τον Στουρνάρα".
 
«Δεν ήταν αυτό που νομίζατε», μας λένε με λίγα λόγια ο Ντράγκι, ο Γιούνκερ, ο Μοσκοβισί, η Λαγκάρντ, ο Τόμσεν και κάτι ανάλογο μας είχαν πει νωρίτερα ο Ρεν, ο Ντάισελμπλουμ, ο Σόιμπλε -ναι, και αυτός!-, η Μέρκελ. Καθένας τους είναι έτοιμος να γράψει τα ελληνικά απομνημονεύματά του, να ανταγωνιστεί το μπεστ σέλερ του Βαρουφάκη, να κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του για να ανακατασκευάσει τη μνήμη μας, να μας ταΐσει όσους ομηρικούς λωτούς χρειάζεται για να ξεχάσουμε όσα ζήσαμε, όσα με κυνισμό επέβαλαν, όσα με βαθύτατο ρατσισμό είπαν εις βάρος μας.

Τι ζόρι τραβάνε; Το κίνητρο είναι μάλλον μεταφυσικό, δεν έχω άλλη εξήγηση. Υποθέτω ότι οι ομηρικοί Λωτοφάγοι δεν είχαν καμιά αγωνία για την υστεροφημία τους, ευτυχισμένοι στη νιρβάνα του διαρκούς παρόντος τους. Η απουσία της μνήμης τούς εξασφάλιζε την προστατευτική απάθεια για το μεταθανάτιο μέλλον τους. Εδώ όμως συμβαίνει κάτι διαστροφικά αντίθετο. Οι πρωταγωνιστές της ευρωπαϊκής κρίσης -η χούντα του ευρώ, όπως προτιμώ να τους αποκαλώ- θέλουν να εξασφαλίσουν την υστεροφημία τους διά της καταστροφής της μνήμης. Της δικής τους και της δικής μας. Να τους έχει καταλάβει, άραγε, φόβος μεταφυσικός - «τι ψυχή θα παραδώσεις, μωρή;» Να ξύπνησαν εντός τους οι βαθιές αγωνίες της «χριστιανικής Ευρώπης» τους; Να θέλουν να ξεπλύνουν τύψεις και αμαρτίες πριν περάσουν στο Καθαρτήριο; Να θυμήθηκαν τα νεανικά διαβάσματα στον Ομηρο, να θέλουν να χτίσουν μεταναθάτια κλέη, ως Αχιλλείς και Οδυσσείς του οικονομικού έπους του 21ου αιώνα; Ο,τι κι αν ισχύει, οι Ηρακλείς του ευρώ φαίνεται να βρίσκονται στο «μουντ» της κατά Καρυωτάκη «Υστεροφημίας»: «Φεύγουμε δίχως από δω να 'χουμε πάρει κάτι/ ούτε και την ενθύμηση του μάταιου ερχομού/ Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι/ δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς/ τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,/ κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός».

Οι «στίχοι» με τους οποίους προσπαθούν να χτίσουν την υστεροφημία τους οι Λωτοφάγοι της ευρωζώνης βασίζονται στο ψέμα. Στο κραυγαλέο ψέμα, στην πολιτική απάτη και στην πεποίθηση ότι, επειδή μέσα σε δέκα χρόνια κατάφεραν να υποτάξουν όλο το εγχώριο πολιτικό σύστημα και να συντρίψουν αντιστάσεις που στις κορυφώσεις τους έγιναν επικίνδυνες για όλο το ευρωπαϊκό κατεστημένο, έχουν καταφέρει να σβήσουν τα δεδομένα του εγκλήματος από τον σκληρό δίσκο των ανθρώπων.

«Η ΕΚΤ δεν είχε ποτέ σχέδιο Β για την Ελλάδα», είπε ο Ντράγκι. Ούτε ο Γιούνκερ είχε, ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ούτε ο Μοσκοβισί, ούτε το ΔΝΤ, ούτε η Μέρκελ, ούτε ο Σαρκοζί. Κανείς τους δεν θέλησε ποτέ τη βίαιη αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη ή τη συντεταγμένη χρεοκοπία της εντός αυτής ή τη μετατροπή της νομισματικής ένωσης σε φυλακή χρέους. Κανείς τους δεν εκβίασε τη μια μετά την άλλη τις κυβερνήσεις των μνημονίων. Κανείς τους δεν απαίτησε δημοψήφισμα το 2011 και κανείς τους δεν σκύλιασε για το «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα του 2015. Κανείς τους δεν εξαπέλυσε την τρομοκρατία του ELA, κανείς δεν επέβαλε πιστωτική ασφυξία και capital control. Κανείς τους δεν χρησιμοποίησε την ελληνική χρεοκοπία ως εργαλείο διάσωσης των γερμανικών και των γαλλικών τραπεζών. Κανείς τους δεν εξαίρεσε τα ελληνικά ομόλογα από μια ποσοτική χαλάρωση 2,5 τρισ. ευρώ. Κανείς δεν ενορχήστρωσε εκστρατεία ρατσιστικού διασυρμού της ελληνικής κοινωνίας, κανείς δεν είπε τους Ελληνες τεμπέληδες, μπαταχτσήδες, ψεύτες και κλέφτες. Κανείς τους δεν είχε ποτέ κανένα σχέδιο εις βάρος της Ελλάδας, ούτε σχέδιο Β, ούτε σχέδιο Ζ. Κανείς τους δεν ξέρει τίποτα για τον φόνο.
 
Ο Σόιμπλε, παραδόξως, είναι ο μόνος που σώζει τη χαμένη τιμή της ευρωπαϊκής νομενκλατούρας, ο μόνος που αποδέχεται με προτεσταντική ειλικρίνεια τα αυτονόητα. Γιατί όχι μόνο σχέδιο Β διέθεταν, αλλά τόσα σχέδια όσα τα γράμματα του αλφαβήτου, και δη του λατινικού, είχαν και εφάρμοσαν για να διαχειριστούν το πειραματόζωο, τη χώρα που χρησιμοποιήθηκε ως βασικό δομικό υλικό ανακατασκευής της ευρωζώνης.

Ακόμη και σ’ αυτό, εκτός από ψεύτες, αποδείχθηκαν αποτυχημένοι. Κατέστρεψαν μια χώρα, έστειλαν την οικονομία της τρεις δεκαετίες πίσω, για να «μερεμετίσουν» τη νομισματική ένωση, να τη μετατρέψουν σε δημοσιονομική φυλακή από την οποία πασχίζουν τώρα πάση θυσία να αποδράσουν, πριν την καταπιεί η επόμενη μεγάλη ύφεση. Πάλι θα μας μείνουν αξέχαστοι…




ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Ζητάτε «πρόσβαση στο σενάριο (...) Grexit που έχει ετοιμάσει η Επιτροπή».
Εχοντας εξετάσει το αίτημά σας βάσει των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, λυπάμαι να σας πληροφορήσω ότι το αίτημά σας δεν μπορεί να ικανοποιηθεί… Η γνωστοποίηση του αιτούμενου εγγράφου θα αποτελούσε όχι μόνο σοβαρή απειλή για τη χρηματοπιστωτική, νομισματική και οικονομική σταθερότητα της Ελλάδας, αλλά θα απειλούσε ουσιαστικά την οικονομική, νομισματική και οικονομική κατάσταση των άλλων κρατών-μελών της ευρωζώνης μεμονωμένα και της ευρωζώνης στο σύνολό της.


Πιερ Μοσκοβισί, επιστολή-απάντηση στο αίτημα της Αννας Διαμαντοπούλου για δημοσιοποίηση του εγγράφου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με το σενάριο Grexit (2/3/2017)
 

Sunday, September 29, 2019

Τόμας Κουκ και Κάπτεν Χουκ

ΕΦΣΥΝ, 28/9/2019
 
Κι αν η Γκρέτα πέσει στα χέρια του Κάπτεν Χουκ ή της Τόμας Κουκ, υποθέτουμε ότι ο Πίτερ Παν θα εμφανιστεί την κατάλληλη στιγμή για να τη σώσει...

 
Και να πώς τα ’φερε η τύχη κι ο Πίτερ Παν διασταυρώθηκε με την Γκρέτα Τούνμπεργκ, κι ο Thomas Cook έπεσε πάνω στον Captain Hook, καρφώθηκε στον αιχμηρό γάντζο του αριστερού –ή του δεξιού;– χεριού του και τραυματίστηκε θανάσιμα και ακαριαία, το αίμα του πλημμύρισε όλη την Ευρώπη, ηπειρωτική και νησιωτική, από Αγγλία μέχρι Κρήτη. Και η Χώρα του Ποτέ, ο παράδεισος του ακινητοποιημένου χρόνου, έστω και μόνο για τις 10-15 μέρες των προπληρωμένων διακοπών του ταξιδιώτη του all inclusive, κατέρρευσε.

Και ρουθούνι δεν άνοιξε, κανείς δεν φταίει, κανείς δεν λογοδοτεί, «είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε!» – τι βολικό άλλοθι κατάντησε ακόμη κι η καταγγελία του! Μπα; Κι εγώ που νόμιζα πως είμαστε στην ονειροχώρα και πως ο Πίτερ Φανκχάουζερ δεν είναι παρά το alter ego του Πίτερ Παν, Πίτερ ο ένας, Πίτερ ο άλλος, τι τους χωρίζει; Μόλις ένας αιώνας και 8,5 εκατομμύρια λίρες, παντελονιασμένες για να ρίξει στα βράχια μια πολυεθνική 3 δισεκατομμυρίων.

Τι σχέση έχουν όλοι οι παραπάνω μεταξύ τους; Καμιά απολύτως –σας καθησυχάζω– πέραν του νοσηρού συνειρμού που μου προκάλεσε η συνήχηση Thomas Cook και Captain Hook. Η συνήχηση έγινε σύγχυση, στο μπέρδεμα πέσαμε όλοι μας (καλό σημάδι αυτό, ίσως έχει διασωθεί κάτι από την παιδικότητά μας). «Ρε συ, έκλεισε ο Κάπτεν Χουκ», άκουσα ταξιτζή να λέει στους συναδέλφους του σε πιάτσα έξω από σταθμό του μετρό. Και ο τόνος της αναγγελίας είχε κάτι δραματικό, γιατί δεν χρειάζεται να είσαι ακριβοπληρωμένος αναλυτής της Moody’s για να καταλάβεις ότι κι εσύ, ο ταπεινός «ταρίφας», κάτι χάνεις αν χαθούν 2 εκατομμύρια τουρίστες τον χρόνο που ξεφόρτωνε εδώ ο «Κάπτεν Χουκ», αυτός χωρίς τον γάντζο, βέβαια – α έχεις δίκιο, Thomas Cook τον λέγανε, δεν έχει σημασία, συνεννοηθήκαμε.



Αυτή η χαριτωμένη σύγχυση, λοιπόν, γέννησε τον παράξενο συνειρμό από τον Κουκ στον Χουκ, από τον Χουκ στον Πίτερ Πάν κι από τον Παν στην Γκρέτα Τούνμπεργκ, που με όλη την έξαψη της εφηβείας στο πρόσωπό της είπε κατάφατσα στην παγκόσμια ελίτ «Πώς τολμάτε;». Πώς τολμάτε να κλέβετε την παιδική της ηλικία, πώς τολμάτε να την απάγετε από τη Χώρα του Ποτέ και της παιδικής αμεριμνησίας, πώς τολμάτε να την υποχρεώνετε να μεγαλώσει πριν την ώρα της, πώς τολμάτε να τη λοιδορείτε για την «υπερβολική δημοσιότητα» στην οποία οι ίδιοι την εκθέσατε, πώς τολμάτε να τη χειροκροτάτε ενώ σας φτύνει, πώς τολμάτε να θέλετε να την εκμαυλίσετε, πώς τολμάτε να θέλετε να της δώσετε το Νόμπελ που δώσατε στον Κίσινγκερ, πώς τολμάτε να αναρωτιέστε ειρωνικά «τι θα γίνει η Γκρέτα όταν μεγαλώσει» – αυτά πρέπει να τα σκοτώνεις από μικρά, ε; Λοιπόν, δίκιο έχετε τελικά, δύο τινά μπορεί να γίνει η Γκρέτα όταν μεγαλώσει: ή CEO του Thomas Cook του μέλλοντός μας, που θα οργανώνει διακοπές στη Σελήνη για τους υπερπλουσίους του πλανήτη, ή ηγέτιδα της οργάνωσης «Πίτερ Πάν», η οποία θα οργανώνει επιθέσεις σε ακριβά τουριστικά θέρετρα που κάθε ώρα λειτουργίας τους καταστρέφει ένα στρέμμα δάσους στον Αμαζόνιο.

Δεν είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθούμε τις αναλογίες. Οι διακοπές είναι κάτι σαν μακρινός απόηχος της παιδικής ηλικίας της ανθρωπότητας, της εποχής του ευγενούς αγρίου του Ρουσό, όταν η διάκριση εργασίας και σχόλης δεν είχε νόημα και τα ενδιαιτήματα του ευγενούς αγρίου ήταν μικρές ή μεγάλες Neverlands, Χώρες του Ποτέ, με όλους τους κινδύνους και τις θανάσιμες αναμετρήσεις που έκρυβε ακόμη και η ονειροχώρα του Πίτερ Παν, όπου πάντα καιροφυλακτούσε ένας άρπαγας Κάπτεν Χουκ.

Οι μαζικές και οργανωμένες διακοπές είναι προϊόν του βιομηχανικού καπιταλισμού, ένα γλίσχρο κι ακριβοπληρωμένο αντίτιμο για τη στέρηση χρόνου και χώρου στην οποία υποβαλλόταν το προλεταριάτο, το στοιβαγμένο στα αποπνικτικά αστικά κέντρα της Δύσης. (Συμβαίνει και με το πρεκαριάτο του 21ου: οι νεαροί Βρετανοί που ξεφορτώνει η Thomas Cook στον Λαγανά της Ζακύνθου, στο Φαληράκι της Ρόδου ή στη Χερσόνησο της Κρήτης γίνονται λιώμα για λίγες μέρες με το επίδομα ανεργίας κι επιστρέφουν με μόνη γεύση Ελλάδας πενήντα μέτρα ακτής, 7 τετραγωνικά δωμάτιο και πολλά λίτρα «μπόμπας» στο στομάχι και τον εγκέφαλο.) Τα θέρετρα των μαζικών διακοπών εξελίσσονται σε προσομοιώσεις των παραδείσων της παιδικής ηλικίας, οάσεις επιτηδευμένης ανεμελιάς που η κατασκευή, η λειτουργία και η κερδοφορία τους προϋποθέτει, αλλά και συμβάλλει στην αειφόρο περιβαλλοντική και κλιματική κατάρρευση – προς το παρόν αυτή είναι η μόνη υπαρκτή αειφορία. Η ολιγοήμερη απόδραση του Πίτερ Παν στην ονειροχώρα της αιώνιας παιδικότητας –άθελά του– έρχεται σε αντίφαση με τον θυμό της Γκρέτας για τα κλεμμένα όνειρα και τη ματαιωμένη παιδικότητά της. Το μόνο που μας σώζει είναι Γκρέτα και Παν να συνασπιστούν κατά Thomas Cook και Captain Hook.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

ΒΙΚΤΟΡ: Μα άκου λοιπόν! Ο Ηρακλής, από την κούνια του έπνιγε φίδια. Εμένα το μπόι μου δε μου επιτρέπει τέτοια παιδιαρίσματα. Ο Πασκάλ, με κύκλους και μπαστούνια ανακάλυψε τις βασικές αναλογίες της ευκλείδειας γεωμετρίας. Ο μικρός Μότσαρτ με το βιολάκι και το δοξάρι του θα θαμπώνει πάντα τους επισκέπτες στο μουσείο του Λουξεμβούργου. Ο μικρός Φρειδερίκος έπαιζε σκάκι, είκοσι παρτίδες μαζί, και τις κέρδιζε όλες. Και τέλος, ο μικρός Ιησούς Χριστός τούς ξεπέρασε όλους με την πρώτη: μόλις γεννήθηκε, εδήλωσε υιός Θεού. Τέτοια κατορθώματα κάνουν σκόνη τον γιο του Καρόλου και της Αιμιλίας Πωμέλ, γι’ αυτό και πρέπει να πεθάνει εννέα χρόνων!

Ροζέ Βιτράκ, «Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία» (μετάφραση Π. Μάτεσι).

Saturday, September 21, 2019

Πράγματα που συμβαίνουν ξαφνικά

ΕΦΣΥΝ, 21/9/2019
 
 
 
Σχεδόν κάθε μεσημέρι, ερχόμενος στην εφημερίδα, πέφτω πάνω στην ίδια εικόνα. Στην πιο πολυσύχναστη διάβαση πεζών της Αθήνας, μπροστά στο φανάρι της Φιλελλήνων έναντι Ερμού, οκλαδόν κάθεται ένας άνδρας το πολύ σαράντα ετών, έχοντας μπροστά του ένα πλαστικό κυπελλάκι και μια αυτοσχέδια πινακίδα από μπεζ χοντρό χαρτόνι κούτας που γράφει: «Ξαφνικά βρέθηκα στον δρόμο. Παρακαλώ τη βοήθειά σας».
Συνήθως έχει το κεφάλι σκυφτό και καλυμμένο με ένα άσπρο φανελάκι. Μάλλον όχι από ντροπή, αλλά για να προστατευτεί από τον δυνατό ήλιο. Μερικές φορές τον έχω δει να επιστρέφει από απέναντι στο πόστο του, έχοντας μουσκέψει το φανελάκι στο νερό, προφανώς για να αντέξει την έκθεση στη ζέστη του καλοκαιριού - και του αποκαλόκαιρου ή του σχεδόν φθινοπώρου. Ελάχιστοι ανταποκρίνονται στην έκκλησή του. Το κυπελλάκι σπάνια έχει λίγα δεκάλεπτα και εικοσάλεπτα, οι περισσότεροι τον προσπερνούν προσηλωμένοι στις οθόνες των κινητών τους ή καρφώνουν τα βλέμματα στο φανάρι που μετρά αντίστροφα από το 60 έως το 0, μέχρι να ανάψει πράσινο. Προφανώς είτε είναι καχύποπτοι για την ειλικρίνεια της διακήρυξης στο μπεζ χαρτόνι -«ξαφνικά βρέθηκα στον δρόμο»- είτε υπερβολικά εξοικειωμένοι με τις εικόνες άκρας ταπείνωσης των αστέγων στο κέντρο της Αθήνας είτε απορροφημένοι σε πράγματα που συνέβησαν στους ίδιους «ξαφνικά» ή «σταδιακά» στα χρόνια της μνημονιακής τιμωρίας.
Αν ήμουν καλός δημοσιογράφος, θα σταματούσα μια από τις δεκάδες φορές που έχω διασταυρωθεί μαζί του και θα του ζητούσα να μου εξηγήσει αυτό το «ξαφνικά». Κάποια ιστορία υπάρχει πίσω απ’ αυτό, έστω και επινοημένη. Αν ήμασταν καλοί δημοσιογράφοι, θα είχαμε μαζέψει μερικές από αυτές τις πραγματικές ή επινοημένες ιστορίες που υπάρχουν πίσω από τις «ξαφνικές» παρουσίες στα αυτοσχέδια ελάχιστα καταλύματα των δύο τετραγωνικών -δυο-τρία κομμάτια χαρτόνι, μια κουβέρτα, ένα μαξιλάρι, ένα μπουκάλι νερό, μερικές πλαστικές σακούλες- που έχουν στηθεί στα υπόστεγα της Εδουάρδου Λω, της Σταδίου, της Κοραή, της Πανεπιστημίου, τόσο κοντά στα κέντρα λήψης αποφάσεων, τόσο μακριά από τα κέντρα της ενσυναίσθησής μας. Δεν ρωτάω, δεν ρωτάμε. Υποθέτουμε ότι αυτές οι ιστορίες έχουν χιλιοειπωθεί, βολευόμαστε πίσω από ορθολογικές εξηγήσεις για την επαιτεία, την αστεγία και την ψυχοπαθολογία τους, εμπιστευόμαστε υπερβολικά τις ΜΚΟ που έχουν αναλάβει να καταγράψουν το φαινόμενο με ερωτηματολόγια που απαντιούνται με «ΝΑΙ-ΟΧΙ- ΔΞ/ΔΑ», ενδεχομένως να έχουμε πειστεί από αστικούς μύθους για επαίτες που ζούσαν στην απόλυτη ένδεια και ο θάνατός τους αποκάλυψε εκατομμύρια αποθησαυρισμένα κάτω από τα στρώματά τους.
Υποψιάζομαι ότι αυτές οι άστεγες κι αδέσποτες ιστορίες μπορούν να μας πουν περισσότερα για τα «πράγματα που συμβαίνουν ξαφνικά». Σίγουρα θα μας πουν περισσότερα από τις εκθέσεις του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή ακόμη και των προοδευτικών think tanks για τον μηχανισμό της κρίσης που προκάλεσε την εξαέρωση του 30% του εθνικού πλούτου, οδηγώντας «ξαφνικά» σχεδόν το μισό του πληθυσμού στη φτώχεια.
Τα περισσότερα πράγματα στη ζωή έρχονται «ξαφνικά»: ο σεισμός, το τσουνάμι, ο τυφώνας, το έμφραγμα, ο καρκίνος, η σύλληψη κι ο θάνατός μας, η κρίση, η εξέγερση, το κραχ. Ετσι τουλάχιστον τα αντιλαμβανόμαστε. «Ξαφνικά» ο Τζεφ Μπέζος της Amazon έχασε 36 δισ. δολάρια σε μια μέρα, όταν βγήκε το τελευταίο διαζύγιό του. «Ξαφνικά» ξανάχασε 19 δισ. δολάρια μέσα σε δύο χρηματιστηριακές μέρες κάποια στιγμή τον περασμένο Απρίλιο, αλλά παραμένει ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Αν όμως «ξαφνικά» κάποιος κλοτσήσει -κατά λάθος ή επίτηδες;- το κυπελλάκι με τα 2-3 ευρώ σε δεκάλεπτα-εικοσάλεπτα του στυλίτη της Φιλελλήνων, αν αυτά κυλήσουν και χαθούν στη σχάρα της αποχέτευσης, πάει η σοδειά ωρών επαιτείας, χάθηκε το σουβλάκι της μέρας, ο ελάχιστος δεσμός με την επιβίωση. Η κρατική χρεοκοπία έγινε κι αυτή «ξαφνικά», «ξαφνικά» οι τράπεζες κατέρρευσαν, οι επιχειρήσεις απέλυσαν 1 στους 3 εργαζομένους, 50 δισ. ετήσιου ΑΕΠ εξαφανίστηκαν, «ξαφνικά» περιουσιακά στοιχεία δισεκατομμυρίων απαξιώθηκαν κι άλλαξαν χέρια, «ξαφνικά» έπεσαν τα μνημόνια στα κεφάλια μας, με λίγα λόγια ξαφνικά «όλοι» γίναμε φτωχότεροι, αλλά, όπως ο πλούτος, έτσι κι φτώχεια μοιράστηκε τόσο άνισα, ώστε άλλους απλώς τους εξοβέλισε από τα ταμπλό του χρηματιστηρίου και τις λίστες των σελέμπριτι, κι άλλους τους μετέτρεψε σε στυλίτες της επαιτείας.
Αν και τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη ξαφνικά, κουραστήκαμε να ρωτάμε «γιατί» και «ξαφνικά» συμφιλιωθήκαμε με τη μυστικιστική καρικατούρα της «κρίσης για όλους», που σήμερα επιτρέπει στον Μητσοτάκη να υπόσχεται εξίσου μυστικιστικά «ανάπτυξη για όλους». Κι ας ξέρουμε κατά βάθος ότι όπως δεν υπήρξε ποτέ η πρώτη, είναι αδύνατο να υπάρξει και η δεύτερη.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
... και, κάτω από τις ζητωκραυγές των πελατών του Χάροντς, ο παλιάτσος φώναζε το Κράτος Πρόνοιας είναι μια απάτη! η αλληλεγγύη και η συμπόνια είναι αναχρονιστικές και βλαβερές αρχές! η κοινωνική κατάπτωση αυτών των ανθρώπων είναι δική τους ευθύνη! δεν έχουμε λόγο να ανταμείβουμε την οκνηρία και την ανικανότητά τους ούτε με μια δεκάρα από τα πορτοφόλια μας!

Χουάν Γκοϊτοσόλο, «Οικογένεια Καρλ Μαρξ»

Saturday, September 7, 2019

Ενήλικοι στο δωμάτιο, κότες στο υπόγειο

Προσοχή! Συνεδριάζει το Eurogroup. Η σκηνή είναι ακατάλληλη για ανηλίκους (η φωτογραφία, από την ταινία του Γαβρά «Adults in the room») 


ΕΦΣΥΝ, 7/9/2019

Θεωρητικά η συγκυρία είναι ιδεώδης. Ο Σόιμπλε ξύπνησε -πιθανότατα από εφιάλτη- κι αποφάσισε να ξιφουλκήσει κατά της νεοφιλελεύθερης ηλιθιότητας της απορρύθμισης των αγορών - δικά του λόγια, όχι δικά μου. Η Λαγκάρντ, επιστρέφοντας και τυπικά στον τόπο του εγκλήματος, έγινε λίγο πιο αθυρόστομη, επαναλαμβάνοντας τα κλισέ του ΔΝΤ κατά των θηριωδών ελληνικών πλεονασμάτων. Το κούρεμα του χρέους προς τον ESM, που επίσης ζητούσε το ΔΝΤ, το έκανε γαργάρα προς το παρόν. Ας κωλοκαθίσει στην καρέκλα της προέδρου της ΕΚΤ και βλέπουμε. Στην ίδια την ΕΚΤ - γνωστή και με τα προσωνύμια «χούντα του ευρώ» ή «βασίλειο της τραπεζοκρατίας»- αρκετοί ανακάλυψαν με καθυστέρηση αιώνων την Αμερική κι αναρωτιούνται μήπως είναι καιρός να ξανασκεφτούν τον αντιπληθωριστικό Μωσαϊκό Νόμο που ορίζει ως μέγιστο πληθωρισμό το 2%. Λογικό, όταν η ευρωζώνη έρπει εδώ και τέσσερα χρόνια στον αποπληθωρισμό, τον οποίο ουσιαστικά οι ίδιοι προκαλούν.

Τι άλλο κάνει τη συγκυρία ιδεώδη; Οτι η κυβέρνηση της Ν.Δ. και η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ συμφωνούν πως, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πρέπει να απαιτηθεί από τους δανειστές η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων που δεσμεύουν τη χώρα. Αυτή η συναίνεση θυμίζει λίγο το «να σε κάψω Γιάννη μ’, -με δύο «ν»- να σ’ αλείψω λάδι», αλλά έπειτα από ένα δεκαετές παραγωγικό ολοκαύτωμα, ό,τι πάρομεν καλόν είναι. Ο καβγάς για το ποιος είναι συνεπέστερος στον στόχο της μείωσης ή για το ποιος δέσμευσε πρώτος την ελληνική κοινωνία σε πιο υψηλά ανθρωποφάγα πλεονάσματα είναι άνευ σημασίας - θυμίζει λίγο αγοράκια στην αρχή της εφηβείας τους που τσακώνονται για το ποιο έχει πιο μεγάλο ξέρετε τι…

Ολες οι κυβερνήσεις που εφάρμοσαν μνημόνια συναίνεσαν στον ίδιο κανιβαλικό παραλογισμό: ότι μια οικονομία που βυθίστηκε σε παραγωγικό έλλειμμα 30% μέσα σε λίγα χρόνια είναι σε θέση να αποδίδει στους κατ’ ευφημισμόν διασώστες της ετήσιο πλεόνασμα 4,5%, 3,5%, 2,5% ή 1,5% του ΑΕΠ αδιαλείπτως για δεκαετίες. Τεχνικώς δεν είναι αδύνατο, όπως αποδεικνύει το ελληνικό πείραμα. Μας το θυμίζουν οι μηνιαίες θριαμβικού ύφους ανακοινώσεις από το 2013 και εντεύθεν ότι «επετεύχθη υπερπλεόνασμα 0,5%, 1,5%, 2,5%», αν και πρόκειται για αποτέλεσμα που έπρεπε να γνωστοποιείται με αιδώ και με πολλές συγγνώμες προς την κοινωνία, γιατί κάθε χιλιοστό πλεονάσματος ισοδυναμεί με πολλαπλάσια στέρηση. Ωστόσο, όπως ακόμη και το ΔΝΤ έχει αναγνωρίσει, με τα πλεονάσματα ισχύει το αντίστοιχο με αυτό που λέγεται για το ψέμα: μπορείς να στραγγίζεις λίγους για πολύ, πολλούς για λίγο, αλλά όχι όλους για πάντα. Στο ελληνικό πείραμα επελέγη το δεύτερο σενάριο, αφού τα πλεονάσματα αποτελούν τον βασικό μηχανισμό εγγυοδοσίας της χρεοκρατίας, ήτοι μηχανισμό αναδιανομής του εγχώριου πλούτου από τους κάτω προς τους πάνω και έξω, τους δανειστές.

Και τι άλλο κάνει τη συγκυρία ευνοϊκή; Οι «Ενήλικοι στην αίθουσα». Ναι, ναι, η ταινία του σπουδαίου Γαβρά που βασίζεται στη μαρτυρία του Γιάνη με ένα «ν». Ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική της αξία ή τον ναρκισσισμό της οπτικής της, ίσως αποδειχθεί ένα χρήσιμο τεκμήριο για το ποιος και πώς κυβερνά την ευρωζώνη. Για τη φούσκα μιας υπερεκτιμημένης παρα-εξουσίας που κάτω από τη μάσκα των θεσμών συμπεριφέρεται ως αποικιοκράτης-χρεοκράτης που απαιτεί με κάθε μέσο τη λίβρα κρέας που δικαιούται.

Λοιπόν, κάθε μήνα, κάθε εβδομάδα οι «ενήλικοι» της ευρωζώνης διασταυρώνονται στις αίθουσες των Βρυξελλών ή της Φρανκφούρτης αντιμέτωποι με το τέρας που δημιούργησαν. Τα πλεονάσματα που επέβαλαν στην Ελλάδα είναι μόνο το ρετιρέ της παράλογης κατασκευής που στα υπόγειά της έχει ως θεμέλια τους σχιζοειδείς κανόνες από τους οποίους σήμερα προσπαθούν να απαλλαγούν: τους κανόνες του χαμηλού πληθωρισμού, των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, των μηδενικών ελλειμμάτων και των πλεονασμάτων, της μείωσης του χρέους κάτω από το 60% του ΑΕΠ με κάθε τίμημα, της απαγόρευσης αύξησης των κρατικών δαπανών που κάθε κυβέρνηση προσπαθεί στη ζούλα να παραβιάσει, κοντολογίς το πανηλίθιο Σύμφωνο Σταθερότητας και τα παρελκόμενά του.

Το πρόβλημα με τους ενηλίκους της ευρωζώνης είναι ακριβώς αυτό: στα δωμάτια των ψηλών ορόφων της φέρθηκαν ως macho πρωταγωνιστές πορνό, όταν επρόκειτο να επιβάλουν τα αιματηρά ελληνικά πλεονάσματα. Τώρα, παρά το ευνοϊκό της συγκυρίας, εγκλωβισμένοι στο υπόγειο της νομισματικής ένωσης και αντιμέτωποι με τις ιδρυτικές αναπηρίες της, αποδεικνύονται κότες. Κανείς δεν τολμάει να ζητήσει φωναχτά το αυτονόητο: καιρός να απαλλαγούμε από τον ζουρλομανδύα του Συμφώνου. Κότες τρίλειρες και μακροπουπουλάτες, που θα 'λεγε κι η Ντόρα.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

- Πώς νιώσατε όταν ακούσατε τις ηχογραφήσεις;
- Μιλάνε για ώρες και επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα. Παράξενο. Το ότι οι άνθρωποι αυτοί μιλάνε μόνο για οικονομία και χρήματα και τράπεζες και δεν υπάρχει καμία παρουσία ανθρώπων στα λεγόμενα. Μόνο γραφικά, αλλά όχι άνθρωποι. Νούμερα, όχι άνθρωποι. Πίσω από τα πάντα κρύβονται και επηρεάζονται άνθρωποι, αλλά ήταν συναρπαστικό να διαπιστώνεις την απουσία του ανθρώπου από όλο αυτό. Εχω πάει στην Ελλάδα αυτά τα χρόνια, διαβάζω, βλέπω, ξέρω πόσο υποφέρουν οι άνθρωποι. Οπότε αυτό ήταν το πρώτο πολύ αρνητικό συναίσθημα για την όλη ιστορία και το Eurogroup.


Κώστας Γαβράς, συνέντευξη στο oneman.gr, με αφορμή την προβολή της ταινίας «Adults in the room» στη Mostra της Βενετίας

Saturday, August 31, 2019

Τελικά, όντως μας ψεκάζουν…

ΕΦΣΥΝ, 31/8/2019

Αξεπέραστη περίπτωση εθελοντικής διάσωσης τράπεζας, στην ταινία του Φρανκ Κάπρα "Μια υπέροχη ζωή" (1946). Εκεί να δείτε ψεκασμένους...


Το πρόβλημα με τις κρίσεις και τους -φαύλους, ομαλούς ή ανώμαλους- κύκλους τους είναι ότι τα θύματά τους, όσα τουλάχιστον παραμένουν ζωντανά, πλήττονται από το σύνδρομο της Ωραίας Κοιμωμένης. Ξυπνούν και δεν θυμούνται τίποτα. Δεν θυμούνται πώς ξεκίνησαν όλα. Ποιος τους σβούριξε τη ροπαλιά που τους έριξε ξερούς; Ποιος τους χτύπησε την παραμύθα στη φλέβα και τους βύθισε στον μεγάλο ύπνο;

Φέρ’ ειπείν: από αύριο υποτίθεται πως τελειώνουμε οριστικά με τα κάπιταλ κοντρόλ (οι κοινοί θνητοί έχουμε καθαρίσει προ έτους, αλλά ας πούμε πως έπεσε και το τελευταίο οχυρό). Η κυβέρνηση μας καλεί να ανοίξουμε σαμπάνιες. Ασφαλείς πληροφορίες αναφέρουν ότι σκέπτεται να καθιερώσει την ημερομηνία 1η Σεπτεμβρίου ως τρίτη εθνικοαπελευθερωτική επέτειο, μετά την 25η Μαρτίου και την 28η Οκτωβρίου, καθότι υπεράνω όλων πατρίς οι τράπεζες και έσχατα σύνορά της τα γκισέ, τα ATM και το e-banking.

Κάπιταλ κοντρόλ τέλος, λοιπόν, αλλά στο μεταξύ έχουμε ξεχάσει τα βασικά: ποιος τα επέβαλε, υπέρ ποιου και σε βάρος ποιου. Κι οφείλω να αναγνωρίσω στον Βαρουφάκη -που κατά τα λοιπά μπορούμε να του καταλογίζουμε πολλά, πέραν της επιχείρησης εξαφάνισης των «ν» από το αλφάβητο- ότι μας θύμισε το στοιχειώδες: ήταν η ΕΚΤ, το ευρωσύστημα, η δικτατορία Φρανκφούρτης-Βρυξελλών που επέβαλαν την τιμωρητική ασφυξία, τη νομισματική τρομοκρατία του ELA – και όχι του ΕΛΑ. Και δη όχι στις 29 Ιουνίου του 2015, αλλά πολύ νωρίτερα, από τον Γενάρη του ίδιου χρόνου. Στην πραγματικότητα ακόμη νωρίτερα, τουλάχιστον από το 2010, όταν έγιναν εμψυχωτές της τεράστιας φυγής κεφαλαίων από τις ελληνικές προς τις γερμανικές, τις γαλλικές και άλλες τράπεζες. Κι όταν επέβαλαν σε μας να γίνουμε ακούσιοι χορηγοί της εγχώριας τραπεζοκρατίας, φορολογικά υποζύγια της διάσωσής της με τις αλλεπάλληλες ανακεφαλαιοποιήσεις.
Αυτά τα στοιχειώδη φάνηκε να έχει κατανοήσει η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας το 2015, όταν με απροσδόκητη ψυχραιμία, χωρίς υστερίες και πανικούς, στήθηκε υπομονετικά στις ουρές για το κατά κεφαλήν 60άρι της μέρας, 24ωρα πριν πάει στην κάλπη και ρίξει με πείσμα «όχι» (η τύχη του οποίου είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία, ας μην την πιάσουμε τώρα). Κι η ψυχραιμία των πολλών προ του ολέθρου των κάπιταλ κοντρόλ, σημάδι πως μάλλον δεν μας ψέκασαν ή πως τα ψεκάσματα ήταν ληγμένα, ήρθε σε χτυπητή αντίθεση με το αθόρυβο, ακήρυχτο, ακατάγγελτο bank run, με το οποίο η κραταιά ελληνική ολιγαρχία, η περιούσια μεσαία τάξη και η παρασιτική γραφειοκρατία επί πέντε χρόνια στράγγιξαν, εξαφάνισαν και ξαπόστειλαν στο εξωτερικό καταθέσεις 150 δισ. ευρώ, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Αλλά αυτή η βασική ιστορία έχει ξεχαστεί, έχει εξαφανιστεί. Οπότε τελικά μάλλον μας ψεκάζουν.

Μας ψεκάζουν, δεν εξηγείται αλλιώς, γιατί από τη συλλογική μας μνήμη κοντεύει να εξαφανιστεί και η άλλη βασική αλήθεια: ότι δεν ήταν οι τράπεζες τα θύματα της κρίσης, αλλά η αιτία τους - μία από τις αιτίες τους, για να είμαστε ακριβείς. Οτι το 2007, όταν έσκασε η αμερικανική φούσκα των τοξικών ενυπόθηκων δανείων που με κανιβαλική χαρά είχαν αγοράσει όλες οι καθωσπρέπει τράπεζες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των ευρωζωνικών, όλες οι καθωσπρέπει κυβερνήσεις του κόσμου, νεοφιλελεύθερες ή σοσιαλφιλελεύθερες, έσπευσαν να σώσουν τις τράπεζες φιλοδωρώντας τες τουλάχιστον με 10 τρισ. δολάρια σε Ασία, Ευρώπη κι Αμερική. Μετέτρεψαν έτσι πρόθυμα, σε 2-3 χρόνια, το τραπεζικό χρέος σε δημόσιο, το οποίο πληρώσαμε και θα πληρώνουμε εμείς, τα παιδιά μας, τα εγγόνια, τα δισέγγονα, τα τρισέγγονά μας. Δεν είναι σχήμα λόγου, τουλάχιστον για τη μεταμνημονιακή Ελλάδα, αλλά η κυριολεξία που προκύπτει από τη λήξη του ελληνικού χρέους το 2060 ή τη λήξη του Υπερταμείου κάπου στα 2114 μ.Χ., όταν ο Αρης θα έχει εποικιστεί, η Σελήνη θα έχει γίνει Μύκονος του επόμενου αιώνα και η Ε.Ε. θα έχει συρρικνωθεί σε ασήμαντη υποσημείωση στα βιβλία της Ιστορίας.

Μας ψεκάζουν, και προφανώς εισπνέουμε το ψέκασμα αδιαμαρτύρητα. Γιατί πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι έχουμε ξεχάσει εντελώς ότι το τραπεζικό σύστημα, που ανυποψίαστοι διασώζουμε, στην ουσία δεν υπάρχει εδώ και χρόνια. Χελόου! Πίστη σημαίνει πίστωση, αλλά εδώ και οκτώ χρόνια είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο που δεν χορηγεί δάνεια. Σώζουμε κάτι που δεν υπάρχει. Ή υπάρχει μόνο για τον εαυτό του και τους ελάχιστους ακολούθους του. Το τραπεζικό σύστημα υπάρχει γιατί εμείς εξακολουθούμε να παίζουμε τον ρόλο των πιστωτών του. Ανεχόμαστε μια τεράστια πολιτική απάτη που κατάπιε ακόμη και τον πιο άγριο θυμό μας.

ΟΚ, καταλαβαίνω πως χάσαμε. Χάσαμε ποικιλοτρόπως. Αλλά δεν υπάρχει λόγος ούτε να ξεχάσουμε ούτε να το χάσουμε.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Ο,τι δεν έκανε εκείνος, να ανατινάξει την τράπεζα, να αδειάσει ένα σαρανταπεντάρι στο στήθος ενός ξετσίπωτου υπουργού, θα το έκανε η ίδια, μα το Θεό, η Ευδοκία Χαιρετάκη το γένος Λιόδη θα γινόταν Κουφοντίνας. Ρώσικο κοκοράτο Μπαϊκάλ κάπου 490 ευρώ ή καραμπίνα χράπα-χράπα, μόνο 250, τα άκουγε αναγκαστικά κι αυτή και άλλες πελάτισσες στο κομμωτήριο, ο άντρας της Λούσυ στο ταμείο μιλούσε στο τηλέφωνο συνεχώς για ράτσες λαγόσκυλων, κολάρα γαβγίσματος, καρτεροντούφεκα, τιμές όπλων και ανταλλακτικών.
Ιωάννα Καρυστιάνη, «Το φαράγγι»