Saturday, January 22, 2022

Με βιάζουν σαν χώρα

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 22-23/1/2022

Ο βιασμός της Ηλέκτρας ("Ο Θίασος", 1975)

Η ιστορία της Γεωργίας Μ., ανεξάρτητα από την έκβαση της εισαγγελικής έρευνας και την τελική, δικαστική και τελεσίδικη εκδοχή αλήθειας, μπορεί να διαβαστεί κι αλλιώς: ως μια συνεκδοχή της κατάστασής μας ως κοινωνίας. Ως μια ανακεφαλαίωση της μεταπολεμικής ιστορίας μας. Ισως και όλης της ιστορίας μας ως «έθνους» 200 ετών. Ως μια αλληγορία του επαναλαμβανόμενου, οδυνηρού και σταθερά ατιμώρητου συλλογικού βιασμού μας. Του βιασμού μας ως κράτους προτεκτοράτου, ως υποτελών μιας αρπακτικής, άπληστης και ανίκανης ολιγαρχίας, ως υπηκόων ενός οικογενειοκρατικού, διεφθαρμένου και ανήθικου συστήματος εξουσίας, ως θυμάτων συστηματικής πλάνης, χειραγώγησης και εξαπάτησης από ένα πολιτικό σύστημα που τάζει παράδεισο και προσφέρει μόνο κόλαση. 

Διαβάζοντας τις αφηγήσεις για το τι συνέβη στη Θεσσαλονίκη την Πρωτοχρονιά, άγνωστο γιατί, ανακάλεσα μια εμβληματική σκηνή από τον επικό «Θίασο» του Αγγελόπουλου. Στην ταινία, ως γνωστόν, δεν υπάρχει κάποια γραμμική αποτύπωση του ιστορικού χρόνου, αλλά καταλαβαίνουμε πως βρισκόμαστε στην αρχή του Εμφυλίου. Είναι Απόκριες, από μακριά ακούγονται μουσικές και τραγούδια από αποκριάτικα πάρτι. Η ασάλευτη κάμερα του Αγγελόπουλου μας δείχνει τον διάδρομο του επαρχιακού φτηνού πανδοχείου που μένει το μπουλούκι των ηθοποιών του θιάσου- καμιά σχέση με σουίτες πεντάστερου-, ακούμε τους θορύβους της βίαιης αρπαγής μιας γυναίκας και ύστερα βλέπουμε τέσσερις ασφαλίτες με σχεδόν πανομοιότυπες γκαμπαρντίνες, καπέλα και πρόσωπα καλυμμένα με αποκριάτικες μουτσούνες να σέρνουν την Ηλέκτρα (Εύα Κοταμανίδου) στη σκοτεινή σάλα ενός καφενείου. Την ακινητοποιούν στο πάτωμα, οπότε ένας πέμπτος ασφαλίτης, με ίδια αμφίεση και μουτσούνα, τη βιάζει -ακούμε την οδύνη της- ρωτώντας την: «Πού είναι; Πού είναι;» «Στο βουνό… στο βουνό» είναι οι φράσεις που καταφέρνει να ψελλίσει η Ηλέκτρα ανάμεσα στις σιγανές κραυγές πόνου για τον αδελφό της Ορέστη, γιατί αυτόν ψάχνουν οι ασφαλίτες. Cut. Επόμενη σκηνή, ο μονόλογος της Ηλέκτρας. Για τον Δεκέμβρη, τις πλάνες, τις αυταπάτες, τις απάτες, την προδοσία κι όλα όσα κατέληξαν στον Εμφύλιο. Η μεταπολεμική ιστορία της χώρας ξεκινά με έναν βιασμό. Ακολούθησαν πολλοί αλλεπάλληλοι βιασμοί. Αλλοι σε σουίτες πεντάστερων ξενοδοχείων. Αλλά οι περισσότεροι σε βρόμικες αποθήκες, δρόμους και πεζοδρόμια. 

Οι πολιτικοί, οικονομικοί, κοινωνικοί και στρατιωτικοί νικητές της τελευταίας αναμέτρησης ανέπτυξαν μια νοσηρή νοοτροπία ληστρικής ιδιοκτησίας πάνω στο σώμα της χώρας. Μια αρρωστημένη κουλτούρα βιασμού του ανθρώπινου και φυσικού κεφαλαίου της. Παλιά και νέα τζάκια, απόγονοι μαυραγοριτών, καταληψίες του εθνικού πλούτου, βιαστές των φυσικών πόρων της χώρας, μικροί και μεγάλοι άρπαγες της γης, του υπεδάφους, των κάμπων, των βουνών, των δασών, των ακτών, των θαλασσών, με τη βοήθεια ενός πρόθυμου συστήματος εξουσίας -που κινήθηκε με άνεση από το αυταρχικό κράτος, την αστυνομοκρατία και τη στρατοκρατία στη φασιστική δικτατορία και ύστερα ξεπλύθηκε στην κοινοβουλευτική δημοκρατία- αυτοανακηρύχθηκαν σε ιδιοκτήτες του κοινωνικού σώματος. Το λεηλάτησαν με κάθε δυνατό τρόπο. Με διωγμό και με εκμαυλισμό. Με βία και με γοητεία. Με χαστούκια και με χάδια. Με εξορία και με εγκλωβισμό. Με μετανάστευση και με αστικοποίηση. Με φτωχοποίηση και με νεοπλουτισμό. Με στέρηση και με απληστία. Με προλεταριοποίηση και με μικροαστισμό. Με λιτότητα και με υπερχρέωση. Με εκσυγχρονισμό και με προγονοπληξία. Με ευρωπαϊσμό και με πατριδοκαπηλία. 

Μπορούμε να ανακεφαλαιώσουμε τις μεταπολεμικές δεκαετίες αυτής της χώρας ως μια διαδοχή αποτρόπαιων βιασμών της από τα «κακομαθημένα πλουσιόπαιδα» που αναδείχτηκαν ιδιοκτήτες της υπό την αιγίδα των διεθνών μαστροπών της. Το γεγονός ότι συχνά η έλλειψη αντίδρασης της κοινωνικής πλειοψηφίας απέπνεε «την εικαζόμενη συναίνεση του θύματος» δεν αναιρεί το έγκλημα. Οι αποικιοκρατικές συμβάσεις εκχώρησης του εθνικού πλούτου στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ήταν ένας βάναυσος βιασμός. Η αναπτυξιακή απάτη της χούντας ήταν ένας βιασμός. Ο καραμανλικός «εξευρωπαϊσμός» ήταν ένας βιασμός. Η αποβιομηχάνιση και η μαζική εγκατάλειψη των προβληματικών επιχειρήσεων από τους ιδιοκτήτες τους ήταν ένας βιασμός. Η εκρηκτική επέκταση του πιστωτικού συστήματος και το ανελέητο φόρτωμα των ανυποψίαστων ιθαγενών με δάνεια και κάρτες ήταν βιασμός. Ο μαζικός εκμαυλισμός του πλήθους στη μετοχική κερδοσκοπία και η απάτη του Χρηματιστηρίου ήταν ένας βιασμός. Η βίαιη και χωρίς πραγματικές προϋποθέσεις ένταξη στο ευρώ ήταν ένας βιασμός. Η επίπλαστη ανάπτυξη της δεκαετίας του 2000 ήταν ένας βιασμός. Η υπερχρέωση και η στοχοποίηση της χώρας από αγορές και δανειστές ήταν ένας βιασμός. Η χρεοκοπία, τα μνημόνια, η εσωτερική υποτίμηση, η μαζική φτωχοποίηση του πληθυσμού, η τεράστια ανεργία που προκάλεσαν, η ιδιωτικοποίηση όλης της δημόσιας περιουσίας, η κατάλυση της κυριαρχίας της χώρας από μια εξωθεσμική τρόικα, η αποσύνθεση του πολιτικού συστήματος, οι δοτοί πρωθυπουργοί, οι βάναυσες παρεμβάσεις, οι εκβιασμοί της κοινωνίας στο σκίρτημα χειραφέτησής της στο δημοψήφισμα του 2015… Πέρα από τον στόμφο των λέξεων και των επιθέτων, όλη η προηγούμενη δεκαετία ήταν μια συρροή οδυνηρών βιασμών, με φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς το ίδιο συνονθύλευμα πολιτικών και οικονομικών τζακιών που χειρίζεται τη χώρα σαν άβουλο σκεύος ηδονής. 

Με βιάζουν σαν χώρα. Ακόμη και τώρα που μιλάμε είναι σε εξέλιξη ο συλλογικός βιασμός μας, ο βιασμός της αντοχής, της ανοχής, της κοινής λογικής. Κι είναι άξιο απορίας πώς δεν έχουμε ακόμη βρει το σθένος ως κοινωνία να πούμε «όχι», να αντισταθούμε σωματικά και ψυχικά και τελικά να ευνουχίσουμε επιτέλους πολιτικά τους βιαστές μας. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

«Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Οσο το σκέφτομαι, μου ʼρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να ʼμαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απʼ αυτά. Εγώ δε θέλω να ʼμαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμʼ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ʼθελα να ζήσω, θα ʼθελα να μπορούσα να ζήσω, θα ʼμουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μʼ αφήνει να το θέλω, δε μʼ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή».

Δημήτρης Δημητριάδης, «Πεθαίνω σαν χώρα»  


Saturday, January 15, 2022

Η μεγάααααλη αύξηση του Κυριάκου

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 15-16/1/2021

Προσεχώς δίπλα σας...


Μισθός, τιμή και κέρδος,
το θέμα μας σήμερα. Οχι, φίλοι μου, δεν προτίθεμαι να επαναλάβω τον άθλο του θείου Κάρολου, που σε τρεις-τέσσερις ώρες, πίσω στο μακρινό 1865, εξήγησε τον μηχανισμό του βιομηχανικού καπιταλισμού και το κοινωνικό ισοζύγιο μεταξύ διεκδικήσεων για μισθολογικές αυξήσεις, υπεραξίας και τιμάριθμου. Απλώς διαπιστώνω με άγρια χαρά πως τόσοι πολλοί και τόσο ετερόκλητοι στα κίνητρα και στις αντιλήψεις τους άνθρωποι έχουν βαλθεί να επιβεβαιώσουν τον Μαρξ. Από βλακεία, από θεία επιφοίτηση, από κυνισμό; Θα σας γελάσω, αλλά δεν έχει και τόση σημασία.

Αίφνης, ο γενναιόδωρος Μωυσής, αν και εκ γενετής βουτηγμένος στη μαρμίτα του νεοφιλελεύθερου φίλτρου, προανήγγειλε μεγάαααααλη αύξηση του κατώτατου μισθού. Πόσο μεγάααααλη, φιλαράκο (και μην πάει ο νους σας στα σεξιστικά υπονοούμενα), 6%, 7%, 10%; Πριν καταπιαστούμε με το μέτρημα, αξίζει να αναγνωρίσουμε ότι ο Μητσοτάκης, που δεν κάνει αυτό που του καταλογίζουν έμμετρα οι δεκάδες χιλιάδες στιχοπλόκοι που ανταποκρίνονται στο χάσταγκ #δικό_σας_συνάδελφοι, αναγγέλλοντας αύξηση μισθών, αναγνώρισε ότι δεν φταίνε αυτοί για τον πληθωρισμό. Κάτι είναι κι αυτό, ένα μικρό βήμα για τον Κυριάκο, ένα μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα, έστω κι αν το κίνητρο είναι η προεκλογική κωλοσφιξούρα. Αλλά μια πραγματικά μεγάαααλη αύξηση του κατώτατου μισθού θα σήμαινε τουλάχιστον ένα 20%, δηλαδή μια αποκατάσταση στα επίπεδα του 2010, όταν ο (προσαρμοσμένος στον τρέχοντα πληθωρισμό) βασικός μισθός είχε πιάσει το πικ του, τα 892 ευρώ, 150 ευρώ πάνω από τον ισχύοντα σήμερα. Αλλά ο #δικό_σας_συνάδελφοι νομίζει ότι θα μας ξεπετάξει με τρία κουλούρια τη μέρα, αντί του ενός. Αν τα έκανε καφέδες τουλάχιστον (2,50 ευρώ έκαστος, πλέον) κάτι θα γινόταν.


Ο Μωυσής, βεβαίως, έρχεται ως μετά Χριστόν προφήτης. Γιατί αυτό που μίζερα πάει να πουλήσει ως γενναιοδωρία είναι μια αναπόφευκτη παγκόσμια τάση, ένας μονόδρομος ακόμη και γι’ αυτούς που οραματίζονται τον ιδανικό άμισθο, αδάπανο και άσιτο εργάτη και υπάλληλο. Ακόμη και στη Μέκκα του σύγχρονου καπιταλισμού, στις ΗΠΑ, οι Μπάφετ, οι Μπέζος, οι Γκέιτς και οι Μασκ των πολυεθνικών αυτοκρατοριών βλέπουν να απειλείται το κολοσσιαίο επίτευγμά τους: ο συμβιβασμός και η εξοικείωση των έμμισθων υπηκόων τους με τις ελάχιστες απαιτήσεις επιβίωσης. Στη δυσκολία να βρουν εργαζόμενους σε εξειδικευμένες ή μη θέσεις εργασίας, αναγκάζονται να απαντήσουν με αύξηση ωρομισθίου και ημερομισθίου. Δεν ξέρουμε αν πράγματι αυτό που αποκαλείται «Μεγάλη Παραίτηση» και περιγράφεται ως εγκατάλειψη των κακοπληρωμένων και χαμηλής ειδίκευσης θέσεων εργασίας από νέους εργαζόμενους με υψηλά προσόντα και δεξιότητες είναι κάποιου είδους υπόρρητη, άτυπη ταξική εξέγερση ή απλώς επιλογή επιβίωσης και αυτοσυντήρησης. Εχει σημασία όμως ότι αναγκάζει επιχειρήσεις και πολιτικές αρχές σε αύξηση των βασικών μισθών. Οι Αμερικανοί διπλασιάζουν τα ωρομίσθια, Κυριάκο μου, και οι Γερμανοί πάνε για αυξήσεις 18%. Ερχεσαι τελευταίος και καταϊδρωμένος.

Ο,τι λάβουμε καλόν είναι, θα πείτε. Αλλά αν πρόκειται να μετρήσουμε πραγματικά πόσο μεγάααααλη αύξηση χρειάζονται οι μισθοί, θα βάλουμε στον λογαριασμό όλα τα νούμερα της συνάρτησης. Πρώτον, το πετσόκομμα του βασικού μισθού κατά 20% εν μιά νυκτί, τις τρομερές μέρες των μνημονίων. Δεύτερον, το «μέρισμα ανάπτυξης» που αντιστοιχεί στους μισθωτούς σκλάβους από τη θηριώδη (λέμε τώρα) αύξηση του ΑΕΠ που υπόσχεται φέτος η γαλαντόμα κυβέρνηση. Τρίτον, την αύξηση του «εισαγόμενου» πληθωρισμού (το λένε και το υπογραμμίζουν με κάθε ευκαιρία, λες και στην Ελλάδα δεν υπάρχει αγορά και έχει αίφνης παγώσει ο ελεύθερος ανταγωνισμός ή νόμος προσφοράς - ζήτησης). Αλλά, επειδή από το φοβερό μέγεθος που καλείται πληθωρισμός ουδόλως μας ενδιαφέρει η αύξηση των Rolex και των Vacheron Constantin που βρίσκονται σε τρομακτική έλλειψη ρίχνοντας σε βαθιά μελαγχολία και στέρηση τους CEO της εγχωρίας κλεπτοκρατίας, θα κρατήσουμε τον πληθωρισμό της επιβίωσης: το ρεύμα, το αέριο, το ψωμί, το γάλα, το κρέας, τα φρούτα, τα λαχανικά, τα κωλόχαρτα. Τα ελάχιστα που επιτρέπουν να ζούμε σαν άνθρωποι του 21ου αιώνα, και καταγράφουν ανατιμήσεις 10% έως 100% (και μετά τις επιδοτήσεις του Μωυσή). Τέταρτον, θα βάλουμε στον λογαριασμό και την αύξηση της κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων. Σόρι, αλλά αν ισχύουν όσα λένε για την απογείωση των τζίρων τους, των κερδών και των EBIDTA τους, όπως μας πρήζουν με τα τρίμηνα, εννιάμηνα και ετήσια αποτελέσματα, κι αν τους περισσεύουν και τόσα για φιλανθρωπία, εταιρική κοινωνική ευθύνη και τα συναφή, αν η αισιοδοξία που αποπνέουν για το κυριάκειο αναπτυξιακό άλμα έχει βάση, ας σκάσουν και καμιά σοβαρή αύξηση στους μισθούς.

Ομως, επειδή ο #δικός_σας_συνάδελφοι
μπορεί να έχει πρόβλημα με το μέτρημα, ας αφήσει τους ενδιαφερόμενους να αποφασίσουν για το πόσο μεγάααααλη αύξηση μισθών χρειάζεται. Ας αφήσει εργαζόμενους και εργοδότες, τους κοινωνικούς εταίρους, άμα τε και ταξικούς αντιπάλους, να παζαρέψουν, να συγκρουστούν, να αναμετρηθούν, να συμβιβαστούν για το πού πρέπει και μπορούν να πάνε οι μισθοί. Συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις λέγεται το σπορ, αν σας θυμίζει κάτι.
\


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

(Την εργατική τάξη...) δεν πρέπει, λοιπόν, να την απορροφάει αποκλειστικά ο αναπόφευκτος αυτός κλεφτοπόλεμος, που ξεπηδάει ολοένα από τους ακατάπαυστους σφετερισμούς του κεφαλαίου, ή τις μεταβολές στην αγορά. Πρέπει να καταλάβει πως, παρ’ όλες τις αθλιότητες που της επιβάλλει, το τωρινό σύστημα γεννάει ταυτόχρονα και τους υλικούς όρους και τις κοινωνικές μορφές που είναι απαραίτητες για μια οικονομική ανοικοδόμηση της κοινωνίας. Αντί για το συντηρητικό ρητό: «Ενα δίκαιο μεροκάματο για μια δίκαια εργάσιμη μέρα» θα πρέπει να γράψει στη σημαία της το επαναστατικό σύνθημα: «Κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας».

Καρλ Μαρξ, «Μισθός, τιμή και κέρδος» (1865)

Saturday, January 8, 2022

Ο Λεβιάθαν στην εντατική

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 8-9/1/2022


Στην αρχή της πανδημίας, ακόμη και οι ακραιφνείς αντικρατιστές, από τους νεοφιλελεύθερους μέχρι τους αντεξουσιαστές, αποδέχθηκαν με φανερή ή κρυφή ανακούφιση την αφύπνιση του Λεβιάθαν, του τεχνητού θεού του κράτους, που ποτέ στην σύγχρονη ιστορία δεν ήταν τόσο κοντά στη γλαφυρή, προ τρεισήμισι αιώνων, περιγραφή του Χομπς για τη γέννηση του απεχθούς στην όψη αλλά τόσο αναγκαίου στην κόψη τέρατος. Καλοδεχούμενοι οι μεγάλοι περιορισμοί στην ελευθερία κίνησης (λοκντάουν), καλοδεχούμενο το πάγωμα της οικονομικής δραστηριότητας, ευπρόσδεκτες και οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις στις ελεύθερες αγορές και ακόμη πιο ευπρόσδεκτοι οι κρουνοί χρήματος, άφθονου χρήματος, χρήματος από το ελικόπτερο, από το διάστημα, από τα έγκατα της Γης ή από τα βάθη των ωκεανών. Καλές και οι κρατικές ενισχύσεις και πάγκαλο το άνοιγμα του Πρυτανείου σε όλους όσοι έχαναν μισθούς, αμοιβές και τζίρους. Και άριστη – δεν το συζητάμε αυτό– η τοποθέτηση της οικονομικής ορθοδοξίας των μηδενικών ελλειμμάτων και της δημοσιονομικής λιτότητας στη βαθιά κατάψυξη, μέχρι νεωτέρας. 

Αυτή η αναβάπτιση του παρηκμασμένου Λεβιάθαν στα νάματα του κράτους έκτακτης ανάγκης και στον συναγερμό του οικουμενικού, πλανητικού κινδύνου (κάτι σαν εισβολή αιμοβόρων εξωγήινων), που έφερε σε αναγκαστικό συντονισμό πολιτικές ηγεσίες κάθε απόχρωσης και κάθε βαθμού αυταρχικότητας ή δημοκρατικότητας, θα μπορούσε να είναι η ευκαιρία μιας ανανέωσης του αραχνιασμένου κοινωνικού συμβολαίου. Ενα φρεσκάρισμα της συμφωνίας κυρίαρχου και υπηκόων, με την απαλλαγή της από τους καταχρηστικούς όρους και τις ρήτρες αναπροσαρμογής που της φόρτωσαν δεκαετίες νεοφιλελεύθερων και μονεταριστικών πειραμάτων. Μια ανανέωση της εμπιστοσύνης που έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα από τη μετατροπή του Λεβιάθαν σε λάφυρο των οικονομικών ελίτ, σε λεία των σαρκοβόρων αγορών, σε παραμάγαζο των κλεπτοκρατών που υποδύονται τις κυβερνήσεις και τα συστήματα διακυβέρνησης.

Η ευκαιρία χάθηκε. Αν ανακεφαλαιώσουμε τη διετή διαχείριση της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης –τη διαχείριση του πρώτου πραγματικά παγκόσμιου γεγονότος στην ιστορία της ανθρωπότητας–, θα καταλήξουμε στο θλιβερό συμπέρασμα ότι μια εκ πρώτης όψεως μονοδιάστατη και μονοσήμαντη κρίση, στην οποία τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο θα είχε η επιστήμη, το μικροσκόπιο και η βιολογία, στα χέρια του Λεβιάθαν εξελίχθηκε σε μια καθολική κρίση. Δεν υπάρχει σφαίρα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής που να μην έχει περιέλθει σε κατάσταση κρίσης. Από τα συστήματα υγείας μέχρι την εφοδιαστική αλυσίδα. Από τις τιμές των αγαθών μέχρι την αγορά εργασίας. Και από την ενεργειακή αγορά μέχρι τις γεωπολιτικές ισορροπίες της Γηραιάς Ηπείρου και όλου του πλανήτη. 

Δεν ήταν αναπόφευκτο να συμβεί αυτό. Ο Λεβιάθαν οδήγησε τον πλανήτη και τον εαυτό του στην εντατική γιατί στη θέση του ορθολογισμού της επιστήμης, με όλες τις βεβαιότητες και όλες τις αμφιβολίες της, έβαλε την κοινωνική μηχανική ως απόλυτο, σχεδόν μοναδικό εργαλείο αντιμετώπισης της κρίσης. Με αλλοπρόσαλλες επινοήσεις περιορισμών και απελευθερώσεων της κοινωνικής δραστηριότητας. Με σκοτσέζικα λουτρά λοκντάουν και πλήρους ασυδοσίας. Με απότομα κλεισίματα και αιφνιδιαστικά ανοίγματα της οικονομίας, Με εκρήξεις αισιοδοξίας περί τέλους της πανδημίας και βυθίσεις απαισιοδοξίας και κινδυνολογίας για ατέλειωτες μεταλλάξεις του κορονοϊού. 

Αλλά οι ιοί δεν καταλαβαίνουν από τη μεταφυσική του Λεβιάθαν. Τους είναι αδιάφορος ο βολονταρισμός και ο τυχοδιωκτισμός των πολιτικών ελίτ, οι αγωνίες τους για τους εκλογικούς κύκλους και τις ισορροπίες της εξουσίας. Στην εντατική η ζωή καθενός κρέμεται από ένα κουμπί. Ακόμη και η ζωή του Λεβιάθαν. Γιατί ακόμη και ο Χομπς τον αποκαλεί θεό, αλλά δεν παραλείπει να μας θυμίσει ότι είναι θνητός. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

[...] Αφού γίνει αυτό, το πλήθος που ενοποιείται έτσι σε ένα πρόσωπο ονομάζεται Πολιτική Κοινότητα και στα λατινικά civitas. Ιδού, λοιπόν, η γένεση εκείνου του μεγάλου Λεβιάθαν, ή μάλλον (για να μιλήσουμε με μεγαλύτερο σεβασμό) εκείνου του θνητού θεού, στον οποίο οφείλουμε, ύστερα από τον αθάνατο Θεό, την ειρήνη και την διαφέντεψή μας.

Τόμας Χομπς, «Λεβιάθαν, ή Υλη, Μορφή και Εξουσία μιας Εκκλησιαστικής και Λαϊκής Πολιτικής Κοινότητας»

Thursday, December 30, 2021

Στοιχήματα του μέλλοντος

 Εφημερίδα των Συντακτών, 30/12/2021-2/1/2022


Τις καλές, ανθηρές εποχές, τότε που δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα, τότε που τα εταιρικά πρωτοχρονιάτικα δώρα πλημμυρίζανε τα δημοσιογραφικά γραφεία ανεξαρτήτως βαθμού συναλλαγής μεταξύ δωροδόκων και δωροληπτών, τότε που τα γούρια του νέου χρόνου ήταν από χρυσό, ασήμι, άντε κρύσταλλο, αλλά επ’ ουδενί τσίγκινα ή από ανακυκλωμένα χαρτιά, τότε που οι λέβητες ήταν ξέχειλοι από πετρέλαιο και τα καλοριφέρ βράζανε αυγό, τότε που τα φλουριά της πρωτοχρονιάτικης πίτας ήταν βικτοριανές χρυσές λίρες, ελισαβετιανές στη χειρίστη, και οι γενναιόδωροι εργοδότες κλήρωναν έναν έξτρα μισθό ή ένα ταξίδι στην Ντίσνεϊλαντ στους τυχερούς υπαλλήλους που τους έπεφτε το φλουρί, τότε που οι έγνοιες των μεσο-μικροαστών για το ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς ήταν αν θα έφτανε ένα κιλό καπνιστός σολομός κι αν το χαβιάρι θα ήταν Beluga ή Caluga και τα διλήμματα των αξιοπρεπώς αμειβόμενων προλετάριων εξαντλούνταν στο αν θα προκαλούσε καλύτερη εντύπωση στους καλεσμένους τους ένα καλοψημένο ολόκληρο γουρουνάκι ή ένα ρολό μαριναρισμένου αγριογούρουνου, σ’ αυτές τις εποχές, λοιπόν, που κάτι σας θυμίζουν αχνά, στο κατώφλι του νέου χρόνου έδιναν κι έπαιρναν τα στοιχήματα. 

Δεν εννοώ τον τζόγο, που ακμάζει και στις εποχές του ζόφου και της «Ομικρον», αλλά τα στοιχήματα του εγγύς μέλλοντος: πού θα πάει η οικονομία, πόσο θα ανέβει το χρηματιστήριο, ποια ντιλ θα κλείσουν οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, πού θα πάει η κερδοφορία τους, ποιες εξαγορές θα πετύχουν εκτός Ελλάδας, ποιες βαλκανικές ή ευρωπαϊκές αγορές θα κατακτήσουν, ώς πού θα φτάσει ο νεόκοπος ελληνικός μικρο-ιμπεριαλισμός, ποια μεγάλα έργα θα αναλάβουν οι κατασκευαστικοί όμιλοι εντός και εκτός Ελλάδας, ποια νέα άλματα πιστωτικής επέκτασης θα κάνουν οι τράπεζες, πόσα νέα καταστήματα θα ανοίξουν, ποια μεγάλα επενδυτικά πρότζεκτ θα χρηματοδοτήσουν. Οι παχυλές, ξέχειλες από πρωτοχρονιάτικα δώρα εφημερίδες, με τους πηχυαίους τίτλους τους για «τα στοιχήματα του 199… κάτι» ή «του 200… κάτι» κρυμμένους πίσω από γούρια, αξεσουάρ ή cd και dvd με μουσική για το ρεβεγιόν της παραμονής, από Φρανκ Σινάτρα μέχρι Εφη Θώδη, ντανιάζονταν κατά εκατοντάδες μπροστά στα 15.000 περίπτερα και ψιλικατζίδικα που κάποτε πουλούσαν ενημέρωση, ή αυτό το υβρίδιο πληροφόρησης, ψυχαγωγίας και κανονικότατου εκμαυλισμού το οποίο συνιστούσε την ενημέρωση. Πίσω από αυτά τα μελλοντολογικά στοιχήματα υπήρχε η διάχυτη προσδοκία, αν όχι βεβαιότητα, ότι το μέλλον επιφύλασσε πάντα, κάθε χρόνο, κάτι καλό. Αν όχι για όλους, για τη μεγάλη πλειονότητα. Ενα μεγάλωμα της πίτας, με ένα κομμάτι για τον καθένα, έστω και μικρό. Μια αύξηση του ΑΕΠ, των τζίρων, των εισοδημάτων, της κατανάλωσης, του πλούτου, έστω και κραυγαλέα άνισα μοιρασμένη, κάπως θα έφτανε στον καθένα, εκτός από τους λίγους απόλυτα αποκλεισμένους. Κανείς δεν έχανε σ’ αυτά τα στοιχήματα. Το μέλλον του ευήμερου παρελθόντος μας ήταν πάντα γκαστρωμένο. 

Το μέλλον του παρόντος μας μοιάζει στείρο. Για τους περισσότερους επιφυλάσσει κυρίως απώλειες ή δυσάρεστες αλλαγές. Τα «μεγάλα στοιχήματα του 2022», που πάλι πλημμυρίζουν πρωτοσέλιδα και τηλεοπτικά πάνελ, παίζουν, αλλά αφορούν τους λίγους τρόφιμους του Πρυτανείου που ονομάζεται «Ταμείο Ανάκαμψης» και τα αρπακτικά της νέας «δημιουργικής καταστροφής» που εξελίσσεται με φόντο την πανδημία. 

Τι στοιχήματα απομένουν για μας, τους περιττούς του μέλλοντος; Πόσα ταξίδια θα κάνει φέτος ο Κυριάκος. Πού θα είναι το επόμενο Σαββατοκύριακο. Σε ποια βουνοκορφή θα βγάλει την επόμενη σέλφι. Πόσα θα είναι τα κρούσματα της επόμενης Τρίτης 4 Ιανουαρίου 2022. Στους πόσους θανάτους θα κλείσει τον κύκλο της η πανδημία. Με ποιο γράμμα θα βαφτιστεί η επόμενη μετάλλαξη του κορονοϊού. Πού θα πάει η χονδρική ρεύματος τον επόμενο μήνα. Πόσες τηλεοπτικές εμφανίσεις θα κάνει ο Αδωνις τον Φεβρουάριο. Με πόση ύφεση θα κλείσει το πρώτο τρίμηνο. Πού θα φτάσει ο πληθωρισμός τον Μάρτιο. Πότε θα γίνουν εκλογές, μπας και απαλλαγούμε αναιμάκτως και ησύχως από τον ανεκδιήγητο θίασο που υποδύεται πως κυβερνά. Αυτό το τελευταίο στοίχημα, αν το χάσουμε, χαθήκαμε. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος

χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.


Πίσω από το χάρτινο κήπο σας

πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας 

εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη

ο άνεμος δικός μου 

μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες

μάταιοι λόγοι. 


Μην αμελήσετε. 

Πάρτε μαζί σας νερό. 

Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.


Μιχάλη Κατσαρού, «Θα σας περιμένω» 


Thursday, December 23, 2021

Με το χιούμορ των άλλων

ΕφΣυν, 23-26/12/2021

Κάποτε είχα χιούμορ. Τουλάχιστον στο πλαίσιο αυτής της στήλης. Ή νόμιζα πως είχα χιούμορ. Αλλά ακόμη κι αυτό είναι αρκετό, γιατί όταν σου βγαίνει αυθόρμητα μια ατάκα, μια πλάκα, ένα αστείο αφήγημα, μια παρωδία της πραγματικότητας, η στιγμή της επινόησης προσφέρει ένα κύμα ευφορίας. Ακόμη κι αν οι άλλοι τελικά τη βρουν κοτσάνα, κρυάδα ή μαλακία. Και ελλείψει χιούμορ, κυριαρχούν πίκρα, κατάθλιψη, νεύρα, θυμός. Ενίοτε, σκέφτομαι να υποβάλω μήνυση ή αγωγή για την καταστροφή του χιούμορ. Αλλά δεν υπάρχει σχετικό έγκλημα ή αδικοπραξία, κι έπειτα ποιον να πρωτομηνύσω; Τα μνημόνια; Την κρίση; Τον καπιταλισμό; Την ηλικία; Τις ορμόνες; Την ιδεολογική ήττα; Τον κορονοϊό; Τον Κυριάκο;


Οταν σου λείπει κάτι, τι κάνεις; Το δανείζεσαι, σωστά; Ή το απαλλοτριώνεις. Κι ευτυχώς, τα κοιτάσματα χιούμορ δεν έχουν στερέψει. Κι ο ζωντανός οργανισμός αυτής της εφημερίδας, που ευτυχώς δεν την έχουν απερημώσει η τηλεργασία και η ψηφιακή νέκρωση, ακόμη και στις αμήχανες στιγμές της, μεταξύ σιωπών, φωνών, θυμών, σοβαρότητας, σοβαροφάνειας, ευθυμίας -και ολίγου τσίπουρου-, αποδίδει ακατέργαστα πετράδια που είναι κρίμα να πάνε χαμένα. Κλέβω θρασύτατα (από τους Σ., τη Ν., τον Γ., τον Τ., την Ε., τη Λ.,... αλλά δεν χρειάζεται να εξαντλήσω την αλφάβητο, ξέρουν αυτοί) κι αποδίδω στην κρίση σας μερικά φρέσκα προϊόντα της συλλογικής εξόρυξης για το τι θα μπορούσε να συμβεί στους πρωταγωνιστές της εορταστικής μυθολογίας των ημερών, αν βρίσκονταν εδώ και τώρα.

Η θεία γέννηση: 1) Τελικά η Αγία Οικογένεια δεν χρειάστηκε να μετακομίσει στη Βηθλεέμ για την απογραφή που διέταξε ο Ηρώδης. Το θείο βρέφος ήταν τζίνιους. Εβγαλε την αυτοαπογραφή στο πιτς φιτίλι απ’ την κοιλιά της μάνας του. 2) Ρωτάει ο απογραφέας τον Ιωσήφ: «Η φάτνη έχει τουαλέτα μέσα ή έξω; Κι αν έχει μέσα, διαθέτει υδραυλική εγκατάσταση, δηλαδή καζανάκι;» 3) Κατά μία εκδοχή ο Ηρώδης διέταξε τη σφαγή των 5.000 νηπίων για να συγκαλύψει το φιάσκο της απογραφής. Δεν του βγαίναν τα νούμερα. 4) Ξέρετε γιατί η Μαρία αναγκάστηκε να γεννήσει σε στάβλο; Γιατί το πανδοχείο ήταν covid free κι αυτή δεν είχε πιστοποιητικό εμβολιασμού.

Οι Μάγοι: 1) Φέτος οι Μάγοι αποκλείεται να φτάσουν στη Βηθλεέμ. Ο θεός κάνει οικονομία στο ρεύμα. Το άστρο λαμπρό θα μείνει σβηστό μέχρι να πέσει η τιμή του φυσικού αερίου (Μόνο ο Μπακογιάννης δεν μασάει. Λαμπιόνια μέχρι και στους κάδους απορριμμάτων.) 2) «Καλώς τον Βαλτάσαρ, καλώς τον Μελχιόρ. Ο Γκασπάρ;» «Ξέμεινε στα σύνορα. Δεν είχε κάνει PCR test» 3) «Σμύρνα, λιβάνι… Χρυσό δεν έχει φέτος;» «Εχει πέσει 6%, είπαμε να σας φέρουμε κάτι καλύτερο. Λίθιο. 400% έχει πάρει από πέρσι». 4) «Καλά, το άστρο είναι σβηστό λόγω ρήτρας αναπροσαρμογής. “Ωσαννά” γιατί δεν ακούγονται;» «Γιατί όλα τα αγγελάκια έχουν πέσει τάβλα. Θερίζει η Ομικρον στον παράδεισο. Πες κι εσύ, Σωτήρη…»

Ο Αϊ-Βασίλης: 1) Μην περιμένετε δώρα φέτος. Με την κρίση της εφοδιαστικής αλυσίδας τα πρωτοχρονιάτικα θα τα πάρετε κατά το Πάσχα. 2) Ο Αϊ-Βασίλης δεν το κουνάει από το Ροβανιέμι φέτος. Ποιος να αντέξει δύο δισεκατομμύρια ράπιντ τεστ σε μια νύχτα; 3) Ο Σάντα τα έσπασε με την Coca Cola. Εκανε ντιλ με τον Μπέζος. Ολα τα δώρα θα φτάσουν μέσω Amazon. Οι τάρανδοι ανησυχούν μην καταντήσουν αλλαντικά. 4) Ερημιά στο χωριό του Αϊ-Βασίλη. Ολα τα ξωτικά την έκαναν. Μπήκαν σε ψηφιακές πλατφόρμες. Ουμπεροποίηση και στα Χριστούγεννα, γαμώτο;

Οι καλικάντζαροι: 1) «Δεν ανεβαίνουμε στον Πάνω Κόσμο φέτος. Τι νόημα έχει; Εδώ δεν φοβούνται τον Κυριάκο, θα φοβηθούν εμάς;» 2) Κωλοβελόνης: «Και δεν μου λέτε, κυρ δικηγόρε, θα μπορούσαμε εμείς οι παγανοί να κάνουμε μήνυση στο Μαξίμου για αντιποίηση αρχής ή αγωγή για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας;» 3) Βαθρακούκοι, καρκάντσαλοι, βορδόλακες, κάηδες και καλλισπούδες ξεκίνησαν απεργία διαρκείας. Τι νόημα έχει να πριονίζουν όλο τον χρόνο το δέντρο της ζωής στον Κάτω Κόσμο, όταν οι ζωές μια χαρά θερίζονται στον Πάνω; 4) «Και δεν μου λες, βρε Μαντρακούκο… Ξέρεις εσύ καμιά μελέτη που λέει ότι αν σε διασωληνώσω με το μπουρί της σόμπας θα πάθεις κάτι;»
Για τη μεταγραφή…
ΚΙΜΠΙ
Kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
28 Μαΐου 19χχ
Κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης Τύπου, η κόρη του Αϊ-Βασίλη εξηγεί στους μετόχους πως η Κλάους στο εξής θα αφιερωθεί σε δραστηριότητες διανομής και ανεφοδιασμού τρίτων, ενώ η παραγωγή παιχνιδιών θα επικεντρωθεί μόνο στις πολύ μικρές ηλικίες. Ανακοινώνονται χιλιάδες απολύσεις ξωτικών.

Τζεροκαλκάρε, «Στον μακαρίτη Αϊ-Βασίλη» (ευγενής προσφορά της Λουίζας)

Saturday, December 18, 2021

Υπεραξίες θανάτου

ΕφΣυν 18-19/12/2021


 Excess mortality. Υπερβάλλουσα θνησιμότητα. Αυτό είναι το πιο χοτ στατιστικό τρεντ (πολλά γκρίκλις μαζί, ε;) που επέβαλε η πανδημία στην καθημερινότητά μας. Αν και κανείς δεν μπορεί να πει με σαφήνεια ποιο ακριβώς μέτρο θνησιμότητας είναι «κανονικό» ή «φυσιολογικό», η Eurostat, η ΕΛΣΤΑΤ και όλες οι στατιστικές υπηρεσίες στις «πολιτισμένες» κοινωνίες και αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου μετρούν με ζήλο και με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τις υπεραξίες θανάτου που αποδίδει η ίδια η ασθένεια. Ή η αδυναμία των συστημάτων υγείας και η εγκληματική αδιαφορία των κυβερνήσεων να αποτρέψουν την ακραία συνέπεια της Covid-19. Η στατιστική δεν διαχωρίζει το αιτιακό βάρος κάθε συνιστώσας στην παραγωγικότητα του θανάτου. Δεν θέλει ή δεν μπορεί. Απλώς καταγράφει.

Για να είμαστε ειλικρινείς, αυτό δεν είναι κάτι εντελώς καινούργιο. Από τα προϊστορικά χρόνια και τα πρώτα έθιμα περί τη γέννηση και τον θάνατο, την τεκνοθεσία και την ταφή, οι μικρές ανθρώπινες κοινότητες αντιμετώπιζαν τη ζωή σαν ένα τέρμιναλ ακατάπαυστων αφίξεων και αναχωρήσεων, που το ισοζύγιό του παραμένει για χιλιετίες πλεονασματικό υπέρ των πρώτων, παρά τα αιματηρά διαλείμματα επιδημιών, γενοκτονιών, πολέμων που απάλλασσαν τις κοινωνίες και τους κυριάρχους τους από πλεονάζον ανθρώπινο φορτίο. 

Ο παρεξηγημένος και παρερμηνευμένος Μάλθους προσπάθησε να εξηγήσει το παράδοξο της «υπερβάλλουσας ανθρωπότητας» στις συνθήκες του πρωτόγονου βιομηχανικού καπιταλισμού. Η ακατέργαστη ουτοπία του άνοιξε ένα παράθυρο ρεαλισμού στη δυστοπία του μέλλοντός -ή του παρόντος μας;- στην οποία ο ανθρώπινος πληθυσμός φτάνει σε ένα όριο που οι γήινοι πόροι δεν φτάνουν για να τον συντηρήσουν πια. Δύσκολα θα μπορούσε να φέρει κανείς αντίρρηση σήμερα σ’ αυτό. Ακόμη και οι υπεράνω μαλθουσιανικού στίγματος οπαδοί της αποανάπτυξης, οι τεχνοπολιτικοί της πράσινης μετάβασης ή οι πολιτικές του ενός τέκνου που για δεκαετίες επιβάλλονταν στην Κίνα ελάχιστα απέχουν από τον πυρήνα της ανάλυσης του καημένου Ρόμπερτ Τόμας Μάλθους. 

Από τη στιγμή, λοιπόν, που οι ταξικά ιεραρχημένες κοινωνίες αντιλήφθηκαν ότι ο πλούτος κάθε έθνους είναι ο πληθυσμός του- δηλαδή το παραγωγικό δυναμικό του-, η ανάγκη να μετριέται κι αυτός με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, δίπλα στους όγκους των σιτηρών, των ορυκτών, των μεταλλευμάτων, των πρώτων υλών, των βιομηχανικών αγαθών, των εισαγωγών, των εξαγωγών ή του χρήματος, κατέστησε τα ληξιαρχεία το ίδιο απαραίτητα με τα δημόσια θησαυροφυλάκια, τα γενικά λογιστήρια του κράτους και τα λογιστήρια των επιχειρήσεων. Το μεγάλο βιβλίο του κόσμου, όπου ο ληξίαρχος σημειώνει αφίξεις και αναχωρήσεις, γεννήσεις και θανάτους, είναι το βιβλίο εσόδων- εξόδων της αστικής βιοπολιτικής. 

Η υπερβάλλουσα θνησιμότητα της πανδημίας που μετρούν οι ευρωπαϊκές στατιστικές εκπέμπει κάτι καθησυχαστικό και κάτι ανησυχητικό ταυτόχρονα. Γιατί υπάρχει μια ανατριχιαστική αναλογία ανάμεσα στο επίπεδο ανάπτυξης και πλούτου κάθε χώρας με τις «υπεραξίες θανάτων» που αποδίδει. Τον Οκτώβριο, για παράδειγμα, η υπερβάλλουσα θνησιμότητα ήταν από 2% έως 10% για τις σκανδιναβικές χώρες, τη Γαλλία ή τη Γερμανία, 25% για την Ελλάδα, 50% για τις βαλτικές χώρες, 75% για τη Βουλγαρία και 110% για τη φτωχότερη χώρα της Ευρώπης, τη Ρουμανία. Ναι, ναι, βέβαια, παίζουν ρόλο και τα εμβόλια και η κατάσταση των συστημάτων υγείας, αλλά το βασικό μήνυμα που εκπέμπει το πλεόνασμα θανάτων είναι ότι τελικά μάλλον φταίνε οι ίδιοι οι λαοί για τη φτώχεια τους, την καθυστέρησή τους και την υπερβολική έκθεσή τους στους εκτός «κανονικότητας» θανάτους. Εμμέσως, η ψυχρή στατιστική αφήνει το άθλιο υπονοούμενο ότι κάποιοι πληθυσμοί μάλλον το αξίζουν αυτό το θανατικό. Κι αν η στατιστική απλώς το υπονοεί, ο ασεβής Μωυσής το λέει σχεδόν κυριολεκτικά: οι ανεμβολίαστοι είναι άξιοι της τύχης τους. Και η ελληνική υπερβάλλουσα θνησιμότητα είναι το δίκαιο αντίτιμο της ελευθερίας των υπολοίπων να λουστούμε ανέμελα στο φως των εκατομμυρίων χριστουγεννιάτικων λαμπιονιών. Να ψωνίσουμε, να φάμε, να πιούμε να αυξήσουμε τους τζίρους, να συντηρήσουμε το τέμπο της ανάπτυξης, να κάνουμε την Ελλάδα παγκόσμιο επενδυτικό χαμπ, να αξιοποιήσουμε τα 70 δισ. του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης, να πρασινίσουμε και να ψηφιοποιηθούμε μέχρι εξαϋλώσεως και εντέλει να χεστούμε στο τάλιρο. Στο κάτω κάτω δεν είμαστε και Ρουμανία... 

Η καθημερινή τελετουργία της ανακοίνωσης των αριθμών της πανδημίας, η καταγραφή του «πλεονάσματος θανάτων» που παράγει η Covid-19, έχει κι αυτή την αναπόφευκτη λειτουργία. Αν ο πρώτος θάνατος από κορονοϊό πριν περίπου 20 μήνες αναγγέλθηκε με πανικό και δέος, δίνοντας στον πρώτο νεκρό και τους λίγους που ακολούθησαν τον ελάχιστο σεβασμό που δικαιούνταν, ένα δίκαιο ξόδι για τις «αχρείαστες απώλειες» που θα ’λεγε κι ο κυνικός Μωυσής, οι σχεδόν 20.000 που ακολούθησαν μετατράπηκαν σε στατιστική. 

Η τρομακτική εξοικείωσή μας με την «υπερβάλλουσα θνησιμότητα», που συνοδεύεται από υπογραμμίσεις για τη μεγάλη ηλικία ή την ιδιοτροπία των αδικοχαμένων να μένουν ανεμβολίαστοι, «καταλαμβάνοντας για εβδομάδες τα κρεβάτια των ΜΕΘ», καταλήγει σ’ έναν απάνθρωπο συμβιβασμό μας με μια υπόρρητη πολιτική «υπερβάλλουσας βιωσιμότητας»: κάποιοι περισσεύουν λόγω επιλογών, ηλικίας, πετριάς, πνευματικής υστέρησης, έλλειψης παραγωγικότητας, χαμηλών δεξιοτήτων, αδυναμίας να προσαρμοστούν στον γενναίο νέο κόσμο. Και κάποιοι αποφασίζουν ποιων οι ζωές τιμολογούνται τόσο χαμηλά, ώστε η χρησιμότητά τους εξαντλείται στην παραγωγή υπεραξιών θανάτου. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Λανθασμένα πίστευε πως το όνομα θα έπρεπε να βρίσκεται στον χθεσινό κατάλογο, και τώρα βρισκόταν μπροστά στο απίστευτο σκάνδαλο του ανθρώπου που έπρεπε να πεθάνει πριν από δυο μέρες και αυτός εξακολουθούσε να είναι ζωντανός. Και δεν ήταν αυτό το βασικό. Ο διαβολεμένος ο τσελίστας, που από τότε που γεννήθηκε είχε σημαδευτεί για να πεθάνει νέος, σαράντα εννέα μόλις ανοίξεων, τώρα έκλεινε ξεδιάντροπα τα πενήντα, διαψεύδοντας έτσι το πεπρωμένο, τη μοίρα, το κισμέτ και όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις που έχουν αφιερωθεί στο να αντιτίθενται με όλα τα ηθικά και ανήθικα μέσα στην τόσο μα τόσο ανθρώπινη θέλησή μας να ζήσουμε. Ηταν μια ολοκληρωτική ατίμωση. Και τώρα πώς θα επανορθώσει μια παρέκκλιση που δεν μπορεί να έχει συμβεί, σε μια περίπτωση που δεν έχει προηγούμενο και τίποτα δεν προβλέπει κάτι παρόμοιο στους κανονισμούς, αναρωτιόταν η θάνατος, κυρίως γιατί έπρεπε να είχε πεθάνει στα σαράντα εννιά του χρόνια και όχι στα πενήντα που είναι σήμερα. Ηταν φανερό πως η καημένη η θάνατος ήταν μπερδεμένη, συγχυσμένη και λίγο έλειψε να χτυπήσει το κεφάλι της στον τοίχο από τη στενοχώρια. Σε τόσες χιλιάδες αιώνες διαρκούς δραστηριότητας ουδέποτε της είχε συμβεί λειτουργικό σφάλμα, και τώρα, πάνω ακριβώς που εισήγαγε κάτι νέο στην κλασική σχέση των θνητών με την αυθεντική causa mortis, εκείνη δεχόταν το πιο σκληρό χτύπημα. 

Ζοζέ Σαραμάγκου, «Περί θανάτου»


Saturday, December 11, 2021

Τσιπς

Εφημερίδα των Συντακτών, 11-12/12/2021

Μου αρέσουν τα τσιπς. Ναι, αυτά τα κλασικά τσιπς, οι τηγανισμένες σε απροσδιορίστου προέλευσης έλαια λεπτές ροδέλες πατάτας, αλατισμένα ή καρυκευμένα με ρίγανη -ώς εκεί, τα υπόλοιπα δεν με τρελαίνουν-, που κλείνονται αεροστεγώς σε μια πλαστική συσκευασία και τρώγονται απολαυστικά με τουλάχιστον τρεις από τις πέντε αισθήσεις: τη γεύση (αυτονόητο), την αφή (της σκληρής, αλλά ταυτόχρονα τόσο λεπτής και εύθρυπτης φέτας), την ακοή (για το απολαυστικό «κρατς! στο στόμα, που ταράζει την ηρεμία της ευσταχιανής σάλπιγγας στέλνοντας ευχάριστες δονήσεις στο τύμπανο). Την όσφρηση την εξαιρώ, γιατί συχνά την προσβάλλει μια δυσοσμία ταγγισμένου λαδιού ή φοινικέλαιου, η όραση είναι δευτερεύουσα: τα τσιπς, όπως και τα ποπ κορν, τα απολαμβάνει κανείς και στις σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες, προς εκνευρισμό όσων είναι προσηλωμένοι στις οθόνες. 

Οταν ήμουν παιδί, είχα το εξής χούι: έπαιρνα τη σακούλα με τα πατατάκια και πριν την ανοίξω τη συνέθλιβα ανάμεσα στις παλάμες μου, ακούγοντας και νιώθοντας τις ξεροτηγανισμένες λεπτές φέτες πατάτας να θρυμματίζονται, να σπάνε σε μικρά κομματάκια. Ο στόχος ήταν απλώς να παρατείνω την απόλαυση της κατανάλωσής τους, ας πούμε στη διάρκεια μιας ταινίας, μιας εκδρομής με λεωφορείο, ή στο λιάσιμο μετά το πολύωρο μούλιασμα στην καλοκαιρινή θάλασσα. Οσο περισσότερα τα κομματάκια τσιπς τόσο μεγαλύτερη η απόλαυση, με μόνο τίμημα ένα λαδωμένο χέρι. 

Τώρα, μπορεί και να με βαρέσετε, αλλά νιώθω πως κάπως συνδέεται αυτή η παιδική, μικρονοϊκή ανδραγαθία με τον «νόμο του Μουρ», του συνιδρυτή της Intel, που, τα χρόνια που εγώ θρυμμάτιζα τα τσιπς μου, αυτός προέβλεπε τον αδιάκοπο θρυμματισμό των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων σε όλο και μικρότερες και πυκνότερες «ψυχές» κάθε ηλεκτρονικής συσκευής, με τον διπλασιασμό των τρανζίστορ που χωράνε κάθε δυο χρόνια. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η λαμπρά πεντηκονταετία των όλο και πυκνότερων τρανζίστορ, των όλο και μικρότερων, πιο ευρύχωρων και ταχύτερων επεξεργαστών και μικροεπεξεργαστών που βρίσκονται σε κάθε συσκευή που κυβερνά την ύπαρξή μας, πέφτοντας από την κλίμακα των εκατοστών και των χιλιοστών στην κλίμακα των νανομέτρων. Από τα 22 νανόμετρα στα 14, μετά στα 10 και κανείς δεν ξέρει σε ποιες ακόμη αόρατες υποδιαιρέσεις μπορεί να χωρέσει ο τεχνητός νους της ανθρωπότητας. Η βιομηχανία των μικροτσίπ έγινε κατά κάποιον τρόπο η σακούλα με τα πατατάκια μου και οι ημιαγωγοί -πυριτίου, καδμίου, γερμανίου και δεν ξέρω ποιου άλλου υλικού- είναι το «τηγανόλαδο» νανοτεχνολογίας στο οποίο κυκλοφορούν τα θραύσματα της γιγάντιας παγκόσμιας νοημοσύνης (τώρα, θα με βαρέσετε κανονικά). 

Ο οξυδερκής τηλε-φίλος Ηλίας Καραβόλιας, τον οποίο ενίοτε τσιτάρω (κοινώς: κλέβω, βλέπε παρακάτω), αποκαλεί «αμοιβάδα του παγκόσμιου εμπορίου» το μικροτσίπ και προτρέπει ορθά τους διαχειριστές του τεχνοκαπιταλισμού να επανεισαγάγουν στα πανεπιστήμια το παλιό μάθημα της εμπορευματολογίας, που περιγράφει καταλεπτώς την αλυσίδα κατασκευής και εμπορίας ενός προϊόντος, από την εξόρυξη ή συλλογή των πρώτων υλών του μέχρι την παράδοσή του στον καταναλωτή. Ολα τα στάδια, τις εκατοντάδες κινήσεις και τους εκατοντάδες ανθρώπους που διαμεσολαβούν μέχρι ένα κινητό τηλέφωνο, για παράδειγμα, να μπει σε μια χριστουγεννιάτικη συσκευασία δώρου, με αγιοβασίληδες, ταράνδους και χρυσόσκονες. 

Ετσι, ίσως γίνει αντιληπτό και στους υπερειδικευμένους μάγους της πληροφορικής, στους υπερεκτιμημένους εφευρέτες των χιλιάδων χρήσιμων και άχρηστων εφαρμογών που φορτώνονται σε κάθε συσκευή, στους πιονέρους της μεγάλης στροφής στις επιστήμες, τις τέχνες και τα επαγγέλματα της ψηφιακής οικονομίας, ότι για να φτιαχτούν τα θαυμάσια προϊόντα της κατακερματισμένης «συλλογικής διάνοιας», κάποιος πρέπει να φτιάχνει τα μικροτσίπ. Κάποιοι πρέπει να κάθονται ώρες στις αλυσίδες παραγωγής της Foxconn στην Κίνα ή της Intel στην Ινδία, την Ευρώπη και όπου γης, για να μοντάρουν με λεπτά και επιδέξια δάχτυλα τα τσιπάκια που θα δώσουν ζωή και ψυχή στο iPhone 13 το οποίο έχει υποσχεθεί για πρωτοχρονιάτικο δώρο στην έφηβη κόρη του ο καλοπληρωμένος trader της Νέας Υόρκης. Κάποιοι πρέπει να κάνουν τη βρομοδουλειά, κάθε βρομοδουλειά, χαμαλοδουλειά που δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να φορτώσουμε στα ρομπότ. 

Ετσι, αυτό που πομπωδώς αποκαλούμε κρίση της εφοδιαστικής αλυσίδας την οποία πυροδότησε η πανδημία μπορεί να περιγραφεί ως μια διαδοχή απλών παρενεργειών του κορονοϊού: η Λιχουάν αρρώστησε και δεν δούλεψε για αρκετές μέρες στο εργοστάσιο της Samsung στην Ξιάν της Κίνας και το ίδιο συνέβη με εκατοντάδες εργαζόμενους σε όλα τα εργοστάσια μικροτσίπ της ιαπωνικής πολυεθνικής. Δισεκατομμύρια μικροτσίπ έλειψαν από εκατοντάδες άλλες πολυεθνικές παραγωγής αυτοκινήτων, τηλεφώνων, τηλεοράσεων ή βιομηχανικών αυτοματισμών. Ο Στιβ, που έχει παραγγείλει το iPhone 13 για την κόρη του, από το Μανχάταν, αναρωτιέται αν θα πέσει θύμα της αναγκαστικής μείωσης των πωλήσεων της Apple κατά 10 εκατ. κομμάτια. Η αλυσίδα λιανικής πώλησης που περιμένει τις παραγγελίες των πελατών πληρώνει όσο όσο για να φτάσουν μια ώρα αρχύτερα τα κοντέινερ με το πολύτιμο φορτίο και να μη δυσαρεστήσει πελάτες σαν τον Στιβ. Αλλά το ίδιο κάνουν όλες οι αλυσίδες, όλες οι βιομηχανίες, όλες οι επιχειρήσεις. Κι έτσι στα λιμάνια της Ασίας τα φορτηγά πλοία φρακάρουν κι ακόμη κι αν οι ναύλοι εκτοξευτούν κι άλλο και τα σιδερένια εμπορευματοκιβώτια πληρωθούν χρυσά για να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη με καράβια, τρένα, φορτηγά ή εμπορικά αεροσκάφη, δεν είναι δεδομένο ότι θα φτάσουν στην ώρα τους. 

Και σιγά το κακό που πάθαμε, θα πείτε, αν το γκατζετάκι που παραγγείλαμε δεν το βρούμε την Πρωτοχρονιά, αλλά τα Φώτα ή το Πάσχα. Οχι, εμείς δεν θα πάθουμε κανένα κακό από μια καθυστέρηση -άλλα είναι τα κακά που μας απειλούν-, αλλά η παγκοσμιοποίηση, αυτή η αυτοθαυμαζόμενη καπιταλιστική εποποιία της τελευταίας τριακονταετίας, μοιάζει πια τόσο εύθραυστη. Σαν τα πατατάκια της παιδικής μου ηλικίας που κατακερματίζονταν ανάμεσα στις παλάμες μου. 

 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Ο κορωνοϊός -άυλο σύμβολο της παγκοσμιοποίησης- ανέστειλε την παραγωγή του κατ’ εξοχήν υλικού συμβόλου της παγκοσμιοποίησης (τσιπάκι). Χωρίς αυτό δεν μπορεί να παραχθεί καμία έξυπνη μηχανή, κανένα σύγχρονο μηχανικό ή ψηφιακό μέσο παραγωγής εμπορευμάτων. Να λοιπόν που η παραγωγική και εμπορική αλυσίδα σπάει όταν το μικρό αυτό κατασκευαστικό εξάρτημα, ο μικρός νους του καπιταλισμού, δεν παράγεται πλέον ταχύτατα και επαρκώς. Δεκαετίες τεχνολογικής εξέλιξης καταλήγουν στην ψηφιακή και διαδικτυακή παραγωγή, αλλά αυτή δεν μπορεί να υποστηριχθεί χωρίς το βασικότερο πλέον «υλικό» των εμπορευμάτων, το τσιπάκι. Αραγε ο καπιταλισμός είναι ικανός να «εξαϋλώσει» οσονούπω και αυτό το εξάρτημα μέσα στο κάθε τεχνολογικό εμπόρευμα; 

Ηλία Καραβόλια, Ο «μικρός νους» του συστήματος (https://www.rodiaki.gr/, 9/12/2021)