14/06/2026

Στοιχεία για την αγορά πολιτικού χυλού

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 12-13/6/2026 




Θεωρητικά θα έπρεπε να πανηγυρίζουμε για το γεγονός ότι μετά μιαν εξαετία κυριαρχίας Μητσοτάκη και μια τριετία ταραχώδους αποσύνθεσης στα αριστερά ή ατάραχης στασιμότητας στα δεξιά, επιτέλους καταγράφεται κάποια κινητικότητα. Καταλύτες, η επίσημη συγκρότηση δύο νέων κομμάτων, ένθεν κακείθεν της Ν.Δ., έπειτα από κυοφορία άνω του έτους -ώστε πολλοί αναρωτήθηκαν μπας κι ήταν ανεμογκάστρι- και η αναμονή συγκρότησης και ενός τρίτου κόμματος, δεξιότερα της κυβερνώσας Δεξιάς. 


Για τους δημοσιογράφους και τα ΜΜΕ σημαίνει περισσότερη δουλειά και δουλίτσες, για τους δημοσκόπους το ίδιο, πολλή δουλίτσα για το επόμενο εξάμηνο, κατά το οποίο θα μετρούν πλέον υποστατά κόμματα, όχι υποθετικά όπως μετρούσαν εδώ κι έναν χρόνο. Εννοείται, πολλή δουλίτσα και πολύ χρήμα περιμένει τις διαφημιστικές εταιρείες και τα media shop που ζουν τον νέο χρυσούν αιώνα τους, αντιστρόφως ανάλογο της επιρροής και της διεισδυτικότητας των μέσων τα οποία τιγκάρουν με καταχωρίσεις. Χρυσές δουλειές και για τους επικοινωνιολόγους, για τους σχεδιαστές προεκλογικών εκστρατειών, αρκετός φόρτος εργασίας για τις εταιρείες συμβούλων, τις Big4 ή τις εγχώριες καρικατούρες τους, για τους νομοτέχνες και τους οικονομοτέχνες που θα συντάξουν προτάσεις και θα τις κοστολογήσουν με βάση τους περιορισμούς του ΓΛΚ ή τις ελευθερίες που δίνει η νέα «ρήτρα διαφυγής» της Ε.Ε. για την ενεργειακή κρίση που έρχεται. 


Για το επόμενο οκτάμηνο, με ορίζοντα τον Μάρτιο του 2027, απώτατο χρόνο διεξαγωγής των εκλογών αν ο πολυχρονεμένος -κυριολεκτικά πια- Κυριάκος Μητσοτάκης δεν πέσει σε καμιά λακκούβα, δημιουργείται μια μεγάλη πολιτική αγορά. Μεγάλη με την έννοια των πολλών παικτών, παλιών και νέων, που θα διεκδικήσουν μια θέση στο κοινοβουλευτικό προσκήνιο. Χωρίς να είναι απόλυτα καθαρό πώς θα διαταχθούν στην παραδοσιακή κλίμακα Δεξιάς-Αριστεράς οι σχηματισμοί που θα φτάσουν στο εκλογικό φίνις, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα μπορούμε να απαριθμήσουμε τους εξής, εκ δεξιών προς αριστερά: Φωνή Λογικής (Λατινοπούλου), Νίκη, Ελληνική Λύση, (πιθανό) κόμμα Σαμαρά, Ελπίδα για τη Δημοκρατία (Καρυστιανού), Ν.Δ., Πλεύση Ελευθερίας, Δημοκράτες (Κασσελάκης), ΠΑΣΟΚ, ΕΛΑΣ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, ΜέΡΑ25, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ (σ.σ. Η κατάταξη έγινε κατά την εκτίμηση του γράφοντος. Αλλά επειδή τα κόμματα έχουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, οι δημοσκόποι το βέτο του ετεροπροσδιορισμού και οι πολίτες είναι χαμένοι στον πολιτικό πληθωρισμό, μπορείτε να μεταθέσετε κάθε σχηματισμό όσο αριστερότερα ή δεξιότερα θέλετε. Σε κάθε περίπτωση, επειδή το έσχατο τρεντ είναι «ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά, με τον λαό και την πατρίδα», ενδέχεται να δημιουργηθεί μεγάλος συνωστισμός στο Κέντρο, κι αντί για «κλίμακα» να έχουμε κάτι σαν «πυραμίδα»). 


Δεκαπέντε σχηματισμοί που διεκδικούν ένα υπολογίσιμο ποσοστό, πέρα από τα «λοιπά κόμματα» Ι.Χ. ή των αφοσιωμένων ιδεολόγων, είναι ένα πρωτοφανές για τα μεταπολιτευτικά χρονικά ρεκόρ. Αυτό για τη μεγάλη πολιτική αγορά σημαίνει ότι κατά μέσο όρο τα 15 κόμματα πρέπει να εξασφαλίσουν περίπου 9.000 υποψηφίους στις 60 εκλογικές περιφέρειες. Πρέπει επίσης να επιστρατεύσουν τουλάχιστον δεκαπλάσιο αριθμό κομματικών μελών (αν έχουν), εθελοντών ή ημι- επαγγελματιών για να κάνουν τα στοιχειώδη μιας καμπάνιας. Αυτό ανεβάζει στους 100.000 τους συντελεστές στην πλευρά της προσφοράς στην πολιτική αγορά. Αλλοι 10.000 τουλάχιστον είναι οι καθαρά επαγγελματίες που θα συμβάλουν στην καμπάνια καθενός από τα 15 παλαιά και νέα κόμματα, από τους σχεδιαστές των προγραμμάτων και τους διαφημιστές που θα επινοήσουν τα κεντρικά μηνύματα, μέχρι τους πολιτικούς επιστήμονες που θα υποδείξουν target group ψηφοφόρων στα οποία πρέπει να επικεντρώσει κάθε επιτελείο την τακτική του. Και από τους γραφίστες και αρχιτέκτονες που θα σχεδιάσουν αφίσες και εκλογικά περίπτερα, μέχρι αφισοκολλητές ή εργάτες που θα τα στήσουν. 


Ο αριθμός των ανθρώπων που θα εμπλακούν άμεσα ή έμμεσα στους ομόκεντρους κύκλους γύρω από τους σκληρούς πυρήνες των κομμάτων, μαζί με συγγενείς και φίλους που εκόντες-άκοντες πρέπει να ανταποκριθούν στο οικογενειακό-φιλικό-συναδελφικό-κομματικό-πατριωτικό καθήκον, θα φτάσει στους 500.000. Αυτοί συναποτελούν την «εφοδιαστική αλυσίδα» της πολιτικής αγοράς, την πλευρά της προσφοράς, σε μιαν αναλογία μάλλον πολύ υπερβολική για την πλευρά της ζήτησης: 500.000 παραγωγοί- πωλητές πολιτικών προϊόντων για 9.000.000 πιθανούς αγοραστές, ή μόλις 6.000.000 με βάση την αποχή που εδραιώνεται και πιο πάνω: ένας πωλητής ανά δώδεκα δυνητικούς πελάτες. 


Μόνο που σ’ αυτήν την αγορά, στους πάγκους των πωλητών που διαλαλούν την πραμάτεια τους, στις θυρίδες τους στο υπολογιστικό νέφος από τις οποίες πλημμυρίζουν με μηνύματα τις οθόνες των υποψήφιων πελατών τους, τα προϊόντα μοιάζουν τρομακτικά ίδια. Ελάχιστες, ανούσιες, αδιόρατες οι διαφορές τους. Ακόμα κι οι τιμές τους προκλητικά εναρμονισμένες, λες και δεν υπάρχει ανταγωνισμός, δεν υπάρχουν διακυβεύματα, δεν υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις, δεν υπάρχουν «πλευρές της Ιστορίας», δεν υπάρχουν γεωπολιτικές συγκρούσεις, πλούσιοι και φτωχοί, εκμεταλλευτές και θύματα εκμετάλλευσης, πάνω και κάτω, δεν υπάρχουν πεδία σύγκρουσης, παρά μόνο θολές κι αφηρημένες έννοιες που επιπλέουν σ’ έναν σχεδόν στάσιμο πολιτικό χυλό -ελπίδα, δικαιοσύνη, διαφάνεια, ανάπτυξη, πρόοδος, δημοκρατία, αξιοπρέπεια...- και φέρνουν σε σύγχυση ή σε διανοητική παράλυση τους πολίτες-πελάτες.


Ολοι δικοί μας είμαστε στην αγορά πολιτικού χυλού. Δεν βλέπω να πηγαίνει και πολύ καλά η ριζική αναδιάταξη του κομματικού σκηνικού. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Περισσότερο φως, ηλεκτρολόγε, στη σκηνή! Πώς θες,

δραματουργοί κι ηθοποιοί, να δείξουμε τ’ αντικαθρέφτισμα 

του κόσμου, μέσα στο μισοσκόταδο; Τούτο το σύθαμπο

καλεί σε ύπνο. Ενώ εμείς θέλουμε ξύπνιους

θεατές - κι ακόμη πιο πολύ: ξυπνούς! Κάν’ τους

να ονειρευτούν στο πλέριο φως!...


Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Ο φωτισμός» («Διάλογοι για την αγορά χαλκού». Αντλήθηκε από τα «Ποιήματα» του Μπρεχτ σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη). 



07/06/2026

Μετακομίζοντας στη Waste Side

Η Εφημερίδα των Συντακτών 6-7/6/2026



Δύσκολο πράγμα οι μετακομίσεις έπειτα από κάποια ηλικία. Αν είσαι μέχρι 40, ίσως η αλλαγή χώρας, πόλης, γειτονιάς ή απλώς τετραγώνου να σου δίνει και χαρά. Κι αν όχι χαρά, τουλάχιστον εκείνη την παράξενη προσμονή αλλαγής. Οταν ήμουν παιδί, τη δεκαετία του 1960, οι μετακομίσεις δεν ήταν μόνο μια αναγκαστική αλλαγή από το «γειτονικό» σπίτι με κοινόχρηστο μπάνιο, στο ισόγειο μιας οικογενειακής διπλοκατοικίας με βόθρο κι από εκεί στο διαμέρισμα και τελικά στο «δικό μας σπίτι». Ηταν και μια διεργασία κοινωνικής ανέλιξης που καταγραφόταν συμβολικά στον δημόσιο χώρο, όταν η πομπή συγγενών και φίλων διέσχιζε τη γειτονιά κουβαλώντας τα ελαφρότερα αντικείμενα από το παλιό στο νέο σπίτι, και μέσα απ’ το φορτηγό με τα βαρύτερα αποκαλυπτόταν μια καινούργια ηλεκτρική κουζίνα που αντικαθιστούσε την γκαζιέρα, ή ένα πορτ μαντό για το χολάκι της εισόδου, φρεσκολουστραρισμένο από μαραγκό της γειτονιάς. 

Τώρα, οι μετακομίσεις, ιδιαίτερα στις στεγαστικά φρακαρισμένες μεγαλουπόλεις, είναι μια αντίστροφη τελετουργία. Μια διεργασία κοινωνικής υποβάθμισης. Για την πλειονότητα των νέων μέχρι 35 ετών –που είναι «εξαρτημένοι απ’ τον μισθό τους», όπως θα ’λεγε ο Μητσοτάκης– οι οικιστικές επιλογές είναι όλο και στενότερες. Μικρά, ψευτοανακαινισμένα χρέπια, ξεσκαρτάρισμα επίπλων και πραγμάτων που δεν χωράνε, μετακομίσεις με επιστράτευση φίλων, διαχείριση της στενότητας με παραγγελίες φτηνών συναρμολογούμενων επίπλων από ηλεκτρονικά καταστήματα ή από τους σκανδιναβικούς ναούς της «λιτής αφθονίας»: ΙΚΕΑ, JYSK και τα συναφή. 

 Προσφέρθηκα να συμβάλω με τη μεσόκοπη δυσκινησία μου σε σε μια νεανική, ευκίνητη μετακόμιση που είχε όλο το «πακέτο». Παλιά πράγματα που τους δινόταν δεύτερη ευκαιρία, νέα πράγματα, που έρχονταν αμπαλαρισμένα σε χαρτονένιες συσκευασίες – αδύνατο να φανταστείς πως τέσσερα κιβώτια διαφορετικών μεγεθών εξελίσσονται σε κρεβάτι, γραφείο, μικρή βιβλιοθήκη ή πώς ένα βαρύ κυλινδρικό πακέτο διαμέτρου 50 cm αποκαλύπτει ένα στρώμα «με ανεξάρτητες αναρτήσεις και αφρό μνήμης». «Επινοητικοί, πρακτικοί, οικολόγοι οι Σκανδιναβοί», λέει ο μέσος νους μου, μαθημένος αλλιώς από τις δεκαετίες που η επίπλωση ενός σπιτιού σήμαινε παραγγελίες σε έναν επιπλοποιό, που σου πρότεινε σχέδια, επιλογές ξύλου και υφασμάτων, επίσκεψη σε έκθεση «ηνωμένων εργοστασίων» ή επώνυμου, ακριβού ντιζάιν. 

Ωστόσο, η φτηνή, εκ πρώτης όψεως καθαρή, με σεβασμό στους περιορισμούς της φύσης επιλογή επίπλωσης δεν είναι τόσο αυτό που φαίνεται. Το ανακαλύπτεις σιγά σιγά. Κατ’ αρχάς, το κιβώτιο ύψους 2 μέτρων, πλάτους 40 cm, βάθους 20 cm που κρύβει τραβέρσες από μοριοσανίδα ενός κρεβατιού, έχει διασχίσει 3.500 χιλιόμετρα από το ρομποτικό εργοστάσιο παραγωγής στη Στοκχόλμη ή στο Ελσίνκι μέχρι την Αθήνα, με φορτηγά-κοντέινερ που έχουν εκπέμψει έναν διόλου ευκαταφρόνητο όγκο ρύπων διασχίζοντας τουλάχιστον έξι χώρες. Παρ’ όλα αυτά, τα πακέτα φτάνουν εδώ με πιστοποίηση χαμηλού περιβαλλοντικού αποτυπώματος, με διαβεβαιώσεις της δανέζικης, σουηδικής, φινλανδικής εταιρείας ότι είναι θρησκευτικά προσηλωμένη στους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ. Κάπου στο πακέτο θα μοστράρει και μια ετικέτα αξιολόγησης της εταιρείας στο τρίπτυχο ESG. 

Ερχεται η ώρα της συναρμολόγησης. Σε γλιτώνει από 50-100 ευρώ, αλλά σου αφαιρεί κάμποσες ώρες με κατσαβίδια, σφυριά, πυράκια, βίδες, καρφάκια πάνω από ένα manual με ακατάληπτες οδηγίες και ασαφή σκαριφήματα. Ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στ’ αλεύρι οι Σκανδιναβοί. Δεν μπορούσαν να τα έχουν τουλάχιστον φωτογραφημένα, για να καταλάβεις ποια βίδα πάει σε ποια τρύπα; Αλλά πρώτα πρέπει να ανοίξεις το πακέτο. Κι είναι σαν να ανοίγει μια πύλη περιβαλλοντικής κόλασης. Μια τάβλα από MDF περιβάλλεται από τεράστια ποσότητα χαρτονιού σε διάφορα μεγέθη και σχήματα, από μεγάλο όγκο χοντρού και σκληρού πλαστικού, που διασφαλίζει ότι η τάβλα θα φτάσει άθραυστη στον πελάτη. Οι τάβλες είναι βαριές, αλλά έχω την άισθηση ότι τα χαρτόνια συσκευασίας απαίτησαν περισσότερη ξυλεία από το περιεχόμενο. Οσο για το πλαστικό, δεν ξέρω πού θα καταλήξει, παρά το σηματάκι της ανακύκλωσης. Φανταστείτε τέσσερα πακέτα με ανάλογους όγκους χαρτονιού και πλαστικού –είμαι βέβαιος πως το έχετε ήδη ζήσει, εγώ είμαι νεοφώτιστος– για κάθε τάβλα, κεφαλάρι, τραβέρσα, σανίδα, κι έπειτα φανταστείτε αυτά επί τρία ή τέσσερα: με το φασκιωμένο σε αλλεπάλληλες στρώσεις χαρτονιού και πλαστικού στρώμα, το γραφειάκι, τη συρταριέρα, τη βιβλιοθήκη, το τραπέζι της κουζίνας, τις καρέκλες. Μια μικρή χωματερή ανακυκλώσιμου χαρτιού και πλαστικού κατακλύζει τα 40 με 60 τετραγωνικά που αναλογούν σε ένα νεαρό ζευγάρι μισθωτών ή δυο συγκατοίκους νομάδες της εργασίας. 

Μετά, φανταστείτε αυτά τα κυβικά χαρτιού και πλαστικού που δεν τα χωρούν ούτε δυο μπλε κάδοι ανακύκλωσης, επί 100 ή 200 μετακομίσεις τη μέρα που θα γίνονται στην Αθήνα, επί εκατοντάδες μεγαλουπόλεις του περιβαλλοντικά ψυλλιασμένου βόρειου ημισφαιρίου. Φανταστείτε τα 15.000 αντικείμενα που μπορεί να έχει ένα σύγχρονο σπίτι, όλα φτιαγμένα από «βιώσιμα υλικά», όλα βγαλμένα από δισεκατομμύρια χαρτοπλαστικές συσκευασίες, πολλαπλασιάστε τα επί τα εκατοντάδες εκατομμύρια μικρομεσαία σπίτια της Δύσης, κι ίσως τότε έχετε την εικόνα ενός συστήματος που παράγει αδιάκοπα απόβλητα και απόβλητους. Κι αν η φαντασία σας δεν είναι και πολύ παραγωγική, περιπλανηθείτε στον πλανήτη των αποβλήτων μέσα από τις δεκάδες γλαφυρές, βιωμένες και τεκμηριωμένες Waste Side Stories, στο ομότιτλο βιβλίο του Αντώνη Μαυρόπουλου. 

Το ενδιαίτημα της ανθρωπότητας γίνεται τόσο αβίωτο, ώστε δεν είναι πια θέμα επιστημονικής φαντασίας η μετακόμιση σε άλλο πλανήτη. Υπάρχει εναλλακτική χωρίς μετακόμιση; Η συνέχεια επί του βιβλίου. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Το μεταβολικό ρήγμα λειτουργεί ως υπόβαθρο για το παράδοξο του πλούτου. Οσο βαθαίνει η σύμφυση του καπιταλισμού με τα οικοσυστήματα και τη βιόσφαιρα, τόσο περισσότερο διευρύνεται το μεταβολικό ρήγμα. Ταυτόχρονα, όσο διευρύνεται το μεταβολικό ρήγμα, ο καπιταλισμός ανταποκρίνεται επιταχύνοντας την εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση των κοινών αγαθών, του κοινού πλούτου. Από την εμπορευματοποίηση και την ιδιωτικοποίησή τους μεγαλώνει ο παραγόμενος ιδιωτικός πλούτος, αλλά, ταυτόχρονα, ξεπατώνονται τα οικολογικά και κοινωνικά θεμέλια του κοινού πλούτου και δημιουργείται, κοινωνικά, τεχνητή σπάνη. Ετσι, το μεταβολικό ρήγμα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά θεμέλιο για τη βαθύτατη ανισότητα και αποξένωση που συντηρεί το παράδοξο του πλούτου. 

Αντώνης Μαυρόπουλος, «Waste Side Stories» (εκδόσεις «Τόπος») 









31/05/2026

Η Διεθνής των αποτυχημένων

 Η Εφημερίδα των Συντακτών 30-31/5/2026


Αλεξέι Κόριν, «Αποτυχία ξανά» (1891)

Τελικά, παίζει να ’χω εμμονή με την αποτυχία. Σαν να αποτελεί τη μόνη δεξιότητά μου που έχει επιβιώσει στις εξίμισι δεκαετίες ζωής μου. «Εχεις πρόβλημα χαμηλής αυτοεκτίμησης», θα ’λεγε ο ψυχοθεραπευτής μου, αν είχα. Ευτυχώς, ο ψυχίατρός μου -που έχω- δεν λέει τέτοια πράγματα. Κι ένας άλλος φίλος ψυχίατρος, γνωσιακός αυτός, λέει πως επεξεργάζομαι υπερβολικά το παρελθόν, επανεξετάζω οτιδήποτε έχει συμβεί ακόμη κι ένα λεπτό πριν την ώρα που μιλάω ή γράφω αυτές τις λέξεις, πράγμα που, εκτός από περιττό, γιατί το παρελθόν δεν αλλάζει, είναι και καταδικασμένο κι αυτό σε αποτυχία: οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν την περασμένη τους ζωή σαν μια ατέλειωτη σειρά από αποτυχίες. Πράξεις, επιλογές κι αποφάσεις που θα ήθελαν να τις αλλάξουν, πιστεύοντας ότι θα ήταν σήμερα σε καλύτερη κατάσταση. Ας πούμε, πλουσιότεροι, ευφυέστεροι, δημοφιλέστεροι, ομορφότεροι, ευτυχέστεροι, επιτυχέστεροι. Αλλά επειδή κάθε φορά που φοράμε τους παραμορφωτικούς φακούς της «πετυχεσιάς» ανακαλύπτουμε ότι υπάρχουν άλλοι πολύ πλουσιότεροι, ευφυέστεροι, ομορφότεροι από μας, συνήθως συγκαταλέγουμε εαυτούς στην πολυπληθέστερη συνομοταξία των αποτυχημένων.


Κι αυτό το κείμενο είναι μια ισχυρή ένδειξη της εμμονής μου με την αποτυχία ή, αντίστροφα, της νεύρωσης της επιτυχίας. Πρέπει να είναι το τέταρτο ή πέμπτο που φλυαρεί επί του θέματος στα 26 χρόνια αυτής της στήλης. Σχεδόν πάντα η αφορμή ήταν οι εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, το συστηματικότερο θύμα του μεταρρυθμιστικού οίστρου των κυβερνήσεων εδώ και μισό αιώνα. 


«Μικρό εγκώμιο στην αποτυχία», βλέπω στον τίτλο κειμένου της στήλης είκοσι χρόνια πριν, στην «Καθημερινή». Τότε ήταν η βάση του 10 που είχε οριστεί ως διαχωριστική γραμμή μεταξύ επιτυχημένων και αποτυχημένων, με αποτέλεσμα καμιά σαρανταριά χιλιάδες έφηβοι να παροχετεύονται στο μίξερ της αγοράς εργασίας ή της ιδιωτικής εκπαίδευσης ως «σκράπες». Μπορώ να αυτοπαινευτώ πως αυτή η βολή της Αυτού Εξοχότητάς μου «Ελεύθερου Σκοπευτή» το μακρινό 2006 ήταν μια «επιτυχία» μου, αφού το δικό μου «Εγκώμιο στην αποτυχία» προηγήθηκε σχεδόν δύο δεκαετίες του ομότιτλου βιβλίου του Ρουμάνου φιλοσόφου Κοστίκα Μπραντατάν, που το 2024 κέρδισε το βραβείο PROSE, παρακαλώ, στις ΗΠΑ (όχι, δεν σκέφτομαι να του ζητήσω δικαιώματα). 


Προς τεκμηρίωση της διαπίστωσης περί εμμονής μου παραθέτω τα επόμενα επιτυχημένα πονήματα περί αποτυχίας: «Η τυραννία της επίδοσης», Ιούνιος 2007. «Γιατί απέτυχε ο Καντονά», Δεκέμβριος 2010. «Το δικαίωμα στην αποτυχία», Ιούνιος 2011. «Ψυχοπαθείς επιτυχείς», Μάιος 2012. «Η αποτυχία της επιτυχίας», Φλεβάρης 2022... Δεν βλέπω άλλα, τουλάχιστον από τα σωσμένα στο μπλογκ κείμενα, δημοσιευμένα διαδοχικά σε «Καθημερινή», «Επενδυτή» και «Εφ.Συν.», όπου η στήλη μακροημερεύει για μεγαλύτερο διάστημα από τις δύο προηγούμενες έντυπες θητείες της. 


Προφανώς το μεγάλο κενό μεταξύ 2012 και 2022, η δεκαετία στη διάρκεια της οποίας δεν έγραψα ακόμη ένα παμφλέτο υπέρ αποτυχίας, αντιστοιχεί στην υποχώρηση του ατομικού βιώματος μπροστά στη συλλογική μας τραγωδία: Ως γνωστόν, από το 2010 κηρυχθήκαμε διεθνώς, από εταίρους και συμμάχους: ως χώρα «αποτυχημένο κράτος», ως κοινωνία «λαός λαμογιών», ως οικονομία «χρεοκοπημένο προτεκτοράτο», ως πολιτικό σύστημα «καρτέλ διαφθοράς», ως επιχειρηματική τάξη «συμμορία πλιάτσικου», ως υποτελείς τάξεις «τεμπέληδες και απροσάρμοστοι», ως πολίτες «αλλοπρόσαλλο εκλογικό σώμα». Στην υποτιθέμενη συλλογική μας αποτυχία, στη ρετσινιά τού «μαζί τα φάγαμε» του διόλου αειμνήστου Πάγκαλου, προφανώς δεν χώρεσε ακόμη μια ιερεμιάδα για την ατομική αποτυχία. Αλλωστε, μια συλλογική -εθνική, κοινωνική, ταξική- αποτυχία πρέπει να είναι άθροισμα πολλών προσωπικών αποτυχιών, σωστά; Ή μήπως όχι; 

Οχι, θα πω εγώ. Καθόλου δεν πιστεύω τα φληναφήματα περί συλλογικής ευθύνης και αποτυχίας της κοινωνίας, και πολλώ μάλλον τα περί συλλογικής συνενοχής μας, για παράδειγμα, στην αυτοκτονία των δύο 17χρονων μαθητριών στην Ηλιούπολη. Οι κοινωνίες δεν είναι ομοιογενείς μάζες, εξ ορισμού με ενιαία βούληση. Εχουν τους πάνω και τους κάτω. Τους κυρίαρχους και τους κυριαρχούμενους. Τους πλούσιους, τους μεσαίους, τους φτωχούς. Εχουν αυτούς που παίρνουν αποφάσεις κι αυτούς που απλώς υποχρεούνται να τις υποστούν. Εχουν αυτούς που ελέγχουν την πληροφόρηση και την παραγωγή «ενιαίας σκέψης» κι αυτούς που τις καταναλώνουν. Εχουν στην κορυφή της πυραμίδας μια απειροελάχιστη ελίτ «επιτυχημένων» που καταδικάζουν την πλειονότητα των από κάτω στην «αποτυχία». Η επιτυχία των πάνω είναι η πρώτη ύλη της αποτυχίας των κάτω. 


Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, για παράδειγμα, είναι πέραν αμφιβολίας ο πιο επιτυχημένος πρωθυπουργός στον μισό αιώνα από τη Μεταπολίτευση. Εχει επιτύχει να μετατρέψει την αποτυχία των πολλών σε θρίαμβο των λίγων. Εχει απέναντί του ένα συνονθύλευμα πολιτικών αντιπάλων που αντιτάσσουν στο επιτυχημένο γνήσιο μοντέλο «κρατικού νεοφιλελευθερισμού» πολλές αποτυχημένες παραλλαγές και καρικατούρες του. Καμιά δύναμη, παλιά ή νέα, δεν έχει την πολιτική και ταξική τόλμη να εκφράσει κυνικά, γνήσια, άγρια, ριζικά τα απωθημένα των αποτυχημένων. 


Και -για να μιλήσουμε πλανητικά- ο Ντόναλντ Τραμπ είναι επίσης ο πιο επιτυχημένος ηγέτης του πλανήτη εδώ και δεκαετίες. Γιατί έχει καταφέρει να μετατρέψει τη «διεθνή κοινότητα» σε έναν ερειπιώνα αποτυχημένων κρατών και ηγεσιών άβουλων και ανίκανων να πουν ένα «όχι» σε κάθε πολεμικό τυχοδιωκτισμό του που φέρνει την ανθρωπότητα κάθε φορά στο χείλος της καταστροφής. 


Αλλά κι αυτή η «ανθρωπότητα», η φανταστική σύνθεση δισεκατομμυρίων αγνώστων μεταξύ τους, έχει μια δύναμη που σχεδόν αγνοεί. Αποτελείται στη μεγάλη της πλειονότητα από αποτυχημένους. Η Διεθνής των Αποτυχημένων είναι η κοιμώμενη υπερδύναμη του κόσμου. «Αποτυχημένοι όλου του κόσμου ενωθείτε! Δεν έχετε να χάσετε παρά μόνο τις αποτυχίες σας. Είσαστε καταδικασμένοι να επιτύχετε!» 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Δεδομένου ότι η αποτυχία έχει αναρίθμητες εκφάνσεις, το να προσπαθείς να τη χαρτογραφήσεις είναι σαν να προσπαθείς, όπως το αγόρι από το διάσημο ανέκδοτο του Ιερού Αυγουστίνου, να αδειάσεις τη θάλασσα με ένα όστρακο και να μεταφέρεις όλο το νερό της σε έναν λάκκο που έχεις σκάψει στην παραλία. Η προσπάθεια φαίνεται καταδικασμένη να αποτύχει, αλλά αυτό δεν έχει σημασία· σημασία έχει η τρελή ομορφιά της απόπειρας.

Κόστικα Μπραντατάν, «Εγκώμιο της αποτυχίας: Τέσσερα μαθήματα ταπεινότητας» 


16/05/2026

Το Ταμείο Ανάκαμψης της Περσεφόνης

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 16-17/5/2026



Αθήνα, Νουμηνία Βοηδρομιώνος μηνός, 4ου έτους της 96ης Ολυμπιάδος. Κακός χαμός στην Ποικίλη Στοά. Κόσμος πάει κι έρχεται φορώντας τα καλά του. Εχουν έρθει από κάθε πόλη της Ελλάδας να δουν τα ιερά αντικείμενα, ν’ αγοράσουν κανένα φθηνό πήλινο ή χάλκινο ομοίωμα, να ξεγελάσουν την πείνα τους με ψωμί και ψάρι παστό, σύκα ή σταφύλια από τα θερμοπώλεια, να χαζέψουν τους ιεροφάντες και τους μύστες, να μάθουν κανένα κουτσομπολιό για το τι ακριβώς λένε και κάνουν οι μυημένοι στη διάρκεια της πομπής από Κεραμεικό μέχρι Ελευσίνα, να σκαρφιστούν καμιά φρέσκια πλάκα για τους γεφυρισμούς κατά μήκος της Ιεράς Οδού, μέχρι να φτάσουν στον χώρο που ο πάνω κόσμος συναντιέται με τον κάτω κι ο θάνατος μοιράζεται ισότιμα τον χρόνο με τη ζωή στο πρόσωπο της διχασμένης Περσεφόνης και της συμβιβασμένης με τον Πλούτωνα μάνας της, της Δήμητρας. 

Οσο μυστήριο καλύπτουν τα Ελευσίνια Μυστήρια στην τελετουργία τους, τόση διαφάνεια και προφάνεια υπάρχουν στα 120 στάδια -22 χιλιόμετρα- της αρχαίας Ιεράς Οδού, εξαφανισμένης κάτω από άσφαλτο, μπετόν και σίδερο αιώνων. Πέτρες λαξευμένες και σωστά τοποθετημένες για να σχηματίζουν ένα ομαλό, φιλικό σε πεζούς, εφίππους, ιππήλατα κάρα ή βοϊδάμαξες οδόστρωμα, το οποίο διέσχιζαν πάνω από 30.000 άνθρωποι το 9ήμερο των Μυστηρίων κι εκατοντάδες χιλιάδες όλη τη χρονιά, μια και η Ιερά Οδός ήταν ο δρόμος που συνέδεε την Αθήνα με την Πελοπόννησο και την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα. Η πέτρα και το χώμα άφθονα, το εργατικό δυναμικό επίσης, πολυπληθές και πάμφθηνο -κυρίως δούλοι-, το χρήμα, δημόσιο και ιδιωτικό, επίσης σε αφθονία, τουλάχιστον στους αιώνες της ακμής της μεσογειακής υπερδύναμης Αθήνας. Πλάκα πλάκα, η οδός των 2.500 χρόνων άντεξε ως φήμη, αλλά και ως υποδομή, μέχρι που κονιορτοποιήθηκε βάναυσα τα μεταπολεμικά χρόνια υπέρ ιδιωτικών ναυπηγείων και διυλιστηρίων, από Σκαραμαγκά μέχρι Ελευσίνα. 

Αθήνα, 14 Μαΐου 2026, ή εν τω μηνί Θαργηλιώνι του 2ου έτους της 700ής Ολυμπιάδος, περί την 7η ώρα του αττικού ωρολογίου, ή μεταξύ 2 και 3 μ.μ. Βρίσκομαι επί της Ιεράς Οδού, έξω από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, στην κατεύθυνση προς Πειραιώς. Περιμένω στη στάση, σκεπασμένη ευτυχώς, έχει συννεφόκαμα με θερμοκρασία πάνω από 26 βαθμούς. Τηλεματική δεν έχει εδώ, πολύ μακριά από το κέντρο για πουλήσει μούρη η «ψηφιακή Ελλάδα», μια κλασική πινακίδα του ΟΑΣΑ με πληροφορεί ότι περνούν από εδώ επτά γραμμές, η μία νυχτερινή, άρα έξι που μπορούν να με πάνε κοντά σε έναν σταθμό μετρό. Από τις 2.40 έως τις 3.15 μετά μεσημβρίαν δεν εμφανίζεται ίχνος λεωφορείου. Τριάντα πέντε λεπτά απελπισμένης αναμονής. Αν ζούσα στο 392 π.Χ., έστω και εκτός Ελευσινίων, σίγουρα θα είχε περάσει κάποια βοϊδάμαξα να με πάει πιο κάτω, το πολύ πέντε χιλιόμετρα. Και, φυσικά, καθώς ο καταναγκασμός της ταχύτητας μας έχει κάνει πλάσματα ανυπόμονα, ανίκανα να απολαύσουμε τη νωχέλεια της βραδύτητας, θυμώνω και σιχτιρίζω, σε αντίθεση με τους άλλους αναμένοντες στη στάση, εξοικειωμένους με την εκτός διαφημιστικής προπαγάνδας πραγματικότητα. 

Ποιας προπαγάνδας; Μα φυσικά αυτής του «Ελλάδα 2.0», που πέφτει βροχηδόν στα τηλεοπτικά και άλλα μέσα, όλο και πιο πυκνά καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης τελειώνει, ό,τι χαλάσαμε χαλάσαμε, ό,τι φάγαμε φάγαμε. «Το πρόγραμμα Ελλάδα 2.0 του Ταμείου Ανάκαμψης μεταμορφώνει την Ελλάδα. Τόσο στα μικρά όσο και στα μεγάλα. Ελα μαζί μου...» λέει το μοντέλο του διαφημιστικού σποτ που μπαινοβγαίνει σε λαμπερά σκηνικά νοσοκομείων, σχολείων, δρόμων, γραφείων. «Το Ταμείο Ανάκαμψης αλλάζει την καθημερινότητά μας... Και γι’ αυτό ο στόλος των λεωφορείων ανανεώνεται με καινούργια. Ηλεκτροκίνητα, αθόρυβα λεωφορεία...». Οχι, δεν λέει ψέματα η διαφήμιση, πράγματι το υπουργείο Μεταφορών πήρε 100 εκατ. ευρώ από το ΤΑΑ για να αγοράσει 220 ηλεκτροκίνητα λεωφορεία -κι έβαλε συνολικά πάνω από 500 εκατ. γενικώς για την ηλεκτροκίνηση μαζί και για τα ταξί και για να αλλάξουν αυτοκίνητα οι μεγάλοι της ενοικίασης - από τα 2,4 δισ. που πήρε συνολικά, ως ο μεγαλύτερος τελικός αποδέκτης του «θησαυρού» των 37 δισ. ευρώ. Αλλά, προσέξτε, πάνω από τα μισά λεφτά, 1,3 δισ. ευρώ, δεν πάνε για πιο «πράσινες» ιερές και ανίερες οδούς, με περισσότερες και καθαρότερες δημόσιες συγκοινωνίες, αλλά στους μεγάλους οδικούς άξονες του καρτέλ των μεγαλοεργολάβων, που θα προσελκύουν για δεκαετίες ιδιωτικής λειτουργίας όλο και περισσότερα, ιδιωτικά, κυρίως ρυπογόνα οχήματα. 

Πώς ακριβώς άλλαξε τη συγκοινωνιακή καθημερινότητά μας το Ταμείο Ανάκαμψης στην «Ιερά Οδό» ή στην ταπεινή «Ελλήνων Πατριωτών» της γειτονιάς μου, του Καρέα, απ’ όπου περνά στη χάση και στη φέξη η μοναδική συγκοινωνία; Τι σχέση έχει η λουστραρισμένη πραγματικότητα των ακριβοπληρωμένων διαφημίσεων και των στατιστικών «υψηλής απορρόφησης» των ευρωπαϊκών πόρων, υπό την μπαγκέτα του νέου Ιεροφάντη του Eurogroup, Κυρ-Πιερ; Πέρασε καθόλου Ταμείο Ανάκαμψης από την Ιερά Οδό: Ή ακριβώς επειδή πέρασε από εκεί -και από κάθε άλλη οδό, κάθε κάμπο, βουνό, ποτάμι, λίμνη, πόλη- εγώ περίμενα 35 λεπτά ένα από τα 220 ηλεκτροκίνητα λεωφορεία που προφανώς χρειάζονται και οδηγούς -τι ελάττωμα κι αυτό!; 

Μακάρι να ήταν «μηδέν» η απορρόφηση των πόρων, μακάρι να γλίτωναν όσο γίνεται περισσότερα από τα 37 δισ. ευρώ. Τι πιο σκανδαλώδες από το να πανηγυρίζει η Μητσοτάκης Α.Ε. γιατί τόσα λεφτά τα πήρε μαζί της η Περσεφόνη και τα γλεντάει ο Πλούτωνας... Τι πιο ανόητο από το να εξανίσταται η αντιπολίτευση γιατί λίγα από τα λεφτά αυτά δεν χάθηκαν στον κάτω κόσμο. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα

κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο

τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα

και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.


Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες

ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο

τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες

και το καινούργιο πάν’ να δουν διυλιστήριο.


Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία

κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα

τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία

άδεια κορμιά, σιδερικά, παιδιά κι ελάσματα.


Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς.


Νίκου Γκάτσου, «Ο Εφιάλτης της Περσεφόνης» (Μάνος Χατζιδάκις - Νίκος Γκάτσος, «Τα παράλογα», 1976)



09/05/2026

Τα ψηλά λεμόνια

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 9-10/5/2026



Εχω γίνει κλέφτης. Σχεδόν κλέφτης δηλαδή. Οχι πια κλέφτης της υπαίθρου, με επιδρομές σε ξεμοναχιασμένες συκιές (από Ιούλη και μετά) ή ρεσάλτα σε βαρυφορτωμένες μουσμουλιές (που είναι στην ώρα τους). Εχω γίνει κλέφτης του άστεως, κανονικός κλέφτης των πόλεων. Εχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι τελικά είχε δίκαιο ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, όταν πρότεινε στη γαλλική εθνοσυνέλευση, κάπου στα 1790, την αποποινικοποίηση της κλοπής –και, αντίθετα, την ποινικοποίηση της ανεπαρκώς φυλασσόμενης ιδιοκτησίας– γιατί έβλεπε σ’ αυτήν μάλλον τον μόνο άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο αναδιανομής του πλούτου υπέρ των πραγματικά «αβράκωτων» της Γαλλικής Επανάστασης, των φτωχότερων των φτωχών. 

Εχω γίνει κλέφτης ενός πλούτου που δεν υποψιαζόμουν ότι υπάρχει σε τόση αφθονία μέσα στην πόλη, στα στενά πεζοδρόμια των γειτονιών, στους κήπους των λιγοστών παλιών μονοκατοικιών, ακόμη και στους κοινόχρηστους ακάλυπτους πολυκατοικιών. Από τον περασμένο Γενάρη, όταν έσκασε μύτη στις λαϊκές το πρώτο φρέσκο λεμόνι, πράσινο, σκληρό, με ελάχιστο χυμό και 3-3,5 ευρώ το κιλό, 2,5 στο σούπερ μάρκετ, ακριβότερο και από τα εισαγόμενα λάιμ που απαιτούν τα μοχίτο και τα γουακαμόλε μας, άρχισα να παρατηρώ τις λεμονιές της γειτονιάς. Λεμονιές ελευθέρας βοσκής που λένε, ή χαλαρά μαντρωμένες πίσω από κάγκελα αυλών, με τα μισά τους κλαδιά να παραβιάζουν το μαντεμένιο σύνορο της ιδιοκτησίας και του νόμου και τα πρώτα μικρά, πράσινα λεμόνια τους να σε προκαλούν: «Κόψε με, μύρισέ με, στίψε με, γεύσου με». 

Απίστευτο πώς δεν το είχα παρατηρήσει τόσα χρόνια. Αλλά από την άλλη πλευρά διόλου απίστευτο, όταν ήδη μεγαλώνει μια γενιά που μαθαίνει τα οπωροφόρα αποκλειστικά από τις εικόνες βιβλίων και τις εφαρμογές αναγνώρισης φυτών του ίντερνετ και ένα τμήμα της μπορεί να πιστεύει ότι τα λεμόνια –και τα πορτοκάλια, τα μούσμουλα, οι πατάτες ή τα κρεμμύδια– είναι πράγματα που φυτρώνουν απευθείας στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Και ότι εν τέλει η μόνη υλική πραγματικότητα της φύσης, του φυτικού και ζωικού κόσμου, είναι το συσκευασμένο ή ζυγισμένο σε σακούλα προϊόν που θα ακολουθήσει τη διαδρομή: ράφι-καρότσι-ταμείο-ψυγείο-στόμα-στομάχι-έντερο (κι ας μη συνεχίσω με τους τελευταίους κρίκους της εφοδιαστικής-αφοδευτικής αλυσίδας της κατανάλωσης). 

Απ’ την άλλη, δεν υπάρχει και τίποτα παράδοξο σ’ αυτό. Οι γειτονιές της Αθήνας και των άλλων μεγαλουπόλεων, που σήμερα είναι ενταγμένες στον πυκνοπλεγμένο οικιστικό ιστό, κατάφορτες με μπετόν, πολυκατοικίες και άσφαλτο, ήταν κάποτε χωράφια ή αραιοκατοικημένες συνοικίες, προσφυγικοί συνοικισμοί, ακόμη και παραθεριστικά προάστια. Είχαν περιβόλια, μποστανάκια, κοτέτσια, ακόμη και στάνες στα ημιορεινά. Κι ήταν αδιανόητο για τους εποίκους τους να μην περιβάλλουν τα ισόγεια ή διώροφα σπίτια τους με μερικά μέτρα αυλή φυτεμένη με μια-δυο λεμονιές, πορτοκαλιές, μουσμουλιές, βυσσινιές ή συκιές. Ισως και κανένα πλατανάκι, αν είχε κοντά νερά. Οχι πάντως νεραντζιές, αυτές ήρθαν αργότερα, όταν μπροστά από τα εκτός σχεδίου οικόπεδα που έγιναν εντός έπρεπε να περάσουν δρόμοι, να γίνουν πεζοδρόμια και οι ιδιοκτήτες των σχεδόν εξοχικών κατοικιών να παραχωρήσουν ένα-δυο μέτρα απ’ τα οικόπεδά τους, κι έτσι κάμποσες λεμονιές που ήταν Ι.Χ. βγήκαν εκτός οικοπέδου κι έγιναν κοινόχρηστες. Ετσι εξηγείται το πόσες πολλές λεμονιές, προκλητικά φορτωμένες με τους καρπούς τους, ανακάλυψα καθυστερημένα σε Βύρωνα, Καισαριανή, Ηλιούπολη, Αργυρούπολη, Υμηττό, δυο βήματα από το κέντρο της Αθήνας. Αν όλες οι λεμονιές του ελεεινού –πρώην κλεινού– άστεως ήταν συγκεντρωμένες, ίσως η πόλη είχε ένα λεμονοδάσος μεγαλύτερο κι από του Πόρου. 

Κι έτσι, έγινα κλέφτης. Κλέφτης λεμονιών. Χωρίς τύψεις. Αλλά πολύ λιγότερο κλέφτης απ’ όσους πετυχαίνουν να πάει η τελική τιμή ενός προϊόντος –τόσο δεδομένου όσο και το χώμα, το νερό, ο ήλιος– στα 2,5 ευρώ το κιλό. Που δεν είναι οι καλλιεργητές, αλλά όσοι έχουν διαμεσολαβήσει σ’ αυτό: από τους πολεμοκάπηλους ΗΠΑ-Ισραήλ, που βάζοντας φωτιά στη Μέση Ανατολή, στο πετρέλαιο και στο αέριο, εκτινάσσουν και τις τιμές των λιπασμάτων, μέχρι τους σφετεριστές των δημόσιων αγαθών, της γης, του νερού, ακόμη και του ήλιου, που η αγορά τα μεταλλάσσει σε ακριβά χωράφια, ακριβότερο πότισμα κι ακόμη πιο ακριβό ρεύμα. (Και κοιτάξτε σύμπτωση: οι λέξεις λεμονέα, λεμονιά, λεμόνι προέρχονται από την περσική λέξη limu. Δεν είναι αυτό μια καταπληκτική «εκδίκηση» της Ιστορίας;) 

Παρατηρώ, βέβαια, ότι δεν είμαι ο μόνος κλέφτης λεμονιών. Από τον Φλεβάρη, πάνω που άρχισαν να κιτρινίζουν οι καρποί κι εγώ άρχισα να δρέπω –διακριτικά, βράδυ ή πολύ πρωί– όσους έφτανα απλώνοντας το χέρι, ξεκίνησε και η αραίωση. Μέχρι τον Μάρτιο, στα δύο μέτρα δεν έμεινε ούτε ένας καρπός στα δέντρα του ευρύτερου ενδιαιτήματός μου. Τον Απρίλιο η μαζική απαλλοτρίωση είχε φτάσει στα δυόμισι μέτρα, τώρα ξεπέρασε τα τρία, κι έτσι οι λεμονιές, των πεζοδρομίων ή των αυλών, αποψιλωμένες μέχρι το μέσο της φυλλωσιάς τους, μένουν στεφανωμένες με κατακίτρινα, ώριμα λεμόνια σε ύψος που δεν τα φτάνεις παρά μόνο με σκάλα ή φρουτοσυλλέκτη. «Και τι μ’ αυτό;» θα μου πείτε. «Οσα δεν φτάνει η αλεπού πηδάει και τα φτάνει», λέγαμε παλιότερα, παραλλάσσοντας την παροιμία υπέρ μιας πιο ριζοσπαστικής συμπεριφοράς. Αλλά, πείτε μου, ποιος κοτάει να βγει στη γειτονιά, μπροστά από ξένες αυλές, με μια σκάλα ή ένα δίμετρο κοντάρι για να ρίξει τους ξεχασμένους, παρατημένους στην υπερωρίμανση, στη σήψη και στην πτώση καρπούς; Τα ψηλά λεμόνια είναι της ντροπής. Ακόμη και για μας, τους σχεδόν κλέφτες των πόλεων. 

Κι ένα χιλιοστό της δικής μας ντροπής να είχαν οι πραγματικοί κλέφτες της ζωής, της ελευθερίας, των δημόσιων αγαθών, του περιβάλλοντος, του κοινού μας πλούτου, ο κόσμος θα ήταν κάπως καλύτερος. 

ΥΓ. Επόμενος στόχος, τα μούσμουλα. Λιγοστές και ακριβοθώρητες βέβαια οι αστές μουσμουλιές. Καμιά σχέση με τις λεμονιές. 

ΚΙΜΠΙ 

Kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Μωρή κοντούλα λεμονιά

Με τα πολλά λεμόνια, Βησσανιώτισσα,

σε φίλησα κι αρρώστησα

και το γιατρό δε φώναξα.


Πότε μικρή μεγάλωσες,

κι έγινες για στεφάνι, Βησσανιώτισσα;

Σε φίλησα κι αρρώστησα

και το γιατρό δε φώναξα.


Χαμήλωσε τους κλώνους σου,

να κόψω ένα λεμόνι, Βησσανιώτισσα,

Για να το στύψω να το πιω,

να μου διαβούν οι πόνοι, Βησσανιώτισσα. 


Παραδοσιακό ηπειρώτικο (Βήσσανη, Πωγώνι Ιωαννίνων)


Στοιχεία για την αγορά πολιτικού χυλού

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 12-13/6/2026  Θεωρητικά θα έπρεπε να πανηγυρίζουμε για το γεγονός ότι μετά μιαν εξαετία κυριαρχίας Μητσοτάκη κα...