Saturday, February 14, 2026

Το τελευταίο κολοκοτρωνέικο

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 14-15/2/2026 



Την αρχή της ιστορίας μπορείς να την πάρεις από όπου θες. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ας πούμε, όταν η «Ελευθεροτυπία» των 100 (;) συντακτών, που την πήρε ο Κίτσος και την έκανε μια κανονική Ι.Χ. εφημερίδα, έφυγε από την Πανεπιστημίου κι ήρθε για καμιά δεκαριά χρόνια στην Κολοκοτρώνη 8, Σύνταγμα, με πίσω αυλή την πλατεία Καρύτση, πριν μετακομίσει στα μινωικά παλάτια της Μίνωος, στον Νέο Κόσμο, Θεός σχωρέστα κι αυτά, μαζί με τα τυπογραφεία, τα αρχεία, τους τίτλους κι όλα τα διαμοιρασθέντα ιμάτια του εσταυρωμένου ιστορικού εντύπου.

 

Οδός Κολοκοτρώνη 8, λοιπόν, με το άγαλμα του έφιππου Θεοδώρου, του στρατηγού της Τριπολιτσάς, πλάτη σε μας, γιατί το μπροστινό του κοιτάζει ανατολικά και το ξίφος γυμνό δείχνει κατά τον Λυκαβηττό, που δεν τον λες κι απάτητη κορφή για να το πάρεις ως υπόδειξη ηρωικής εφόρμησης. Πιο σωστά έπρεπε το άγαλμα να κοιτάζει προς το Σύνταγμα και το ξίφος να δείχνει προς τα τότε Ανάκτορα, νυν Βουλή, γιατί ο Γέρος του Μωριά δεν τα είχε και πολύ σε υπόληψη τα φλογερά και ριζοσπαστικά Συντάγματα της Επανάστασης, ούτε το πρώτο Σύνταγμα της βασιλευομένης Ελλάδας, αυτό του 1844 – «σύντριμμα» τα αποκαλούσε όλα με κάθε ευκαιρία. Ο στρατάρχης το είχε το αυταρχικό μέσα του, εδώ που τα λέμε, και σε κείνη την ιστορική άλωση έκανε κανονικό κι ανελέητο μακελειό εναντίον δικαίων και αδίκων. 

Υπάρχει ένας γοητευτικός συνδυασμός ετερόκλητων ιστορικών στοιχείων στην ευρύτερη περιοχή: το Σύνταγμα με τις πάμπολλες μεταμορφώσεις του, η Παλιά Βουλή, η νέα Βουλή, ο Αη Γιώργης του Καρύκη ή Καρύτση, γνήσιο ελληνοβυζαντινό αρχιτεκτόνημα της βαυαρικής Ελλάδας, με τα κομμάτια που αποκολλήθηκαν πριν πέντε χρόνια από το καμπαναριό του, χωρίς ευτυχώς να σκοτώσουν κανέναν, ακόμη άφτιαχτα, το διατηρητέο κτίριο του ΤΣΜΕΔΕ που το δίνουν για ξενοδοχείο, αλλά απεγνωσμένα εδώ κι έναν χρόνο προσπαθούν να το σώσουν οι συνταξιούχοι μηχανικοί, μια φορά τη βδομάδα κάνουν μια εκδήλωση στο πεζοδρόμιο μπροστά στο κτίριο, με μουσική, ποίηση, κείμενα, ενώ η μονίμως μποτιλιαρισμένη Κολοκοτρώνη τούς προσφέρει έξτρα ακροατήριο, στα λίγα λεπτά ακινητοποίησης των αυτοκινήτων. Κι έπειτα, είναι το αρχηγείο του πρώην ΔΟΛ στη Χρήστου Λαδά, που τώρα έγινε βιοκλιματικό –και καλά– κτίριο της ΔΕΗ, τα μαγαζιά της πλατείας Καρύτση, η τελευταία φουρνιά τους έπειτα από το καταστροφικό πέρασμα του covid 19 που έκλεισε τους προκατόχους, το θέατρο Μουσούρη, η «Δραχμή» με τραπεζάκια μέσα-έξω, τα μαγαζιά της στοάς, κι αυτά της οδού Καρύτση με τις αδιάκοπες οβιδιακές μεταμορφώσεις τους –μόνο το βιβλιοπωλείο της Ιεράς Διακονίας μένει ακλόνητο–, η εξαιρετική μπιραρία στη γωνία το κτιρίου μας που συχνά μας φιλοδωρούσε με την τσίκνα από τα τηγανίσματα και ψησίματα μεζέδων που χτύπαγαν μέσω των φωταγωγών τα ρουθούνια μας, κι έπειτα όλα αυτά τα μαγαζιά της Κολοκοτρώνη, από Σταδίου μέχρι Αιόλου, από τη Rolex μέχρι τα σουβλατζίδικα, τα άπειρα καφέ, τα μπαράκια, το νεοφερμένο μπεργκεράδικο που έκλεισε το ακριβώς απέναντί του και πλημμυρίζει τη γειτονιά με μια φρικτή μυρωδιά καμένου λίπους, αλλά και το παμπάλαιο καφεκοπτείο Αρμενάκου, που όταν καβουρντίζει κόκκους καφέ από Κένυα ή Κολομβία, όλη η περιοχή ευωδιάζει κι ευτυχώς υπερκαλύπτει τη δυσοσμία του απροσδιόριστης προέλευσης τηγανόλαδου στο οποίο εμβαπτίζονται δεκάδες κιλά πατάτας κάθε μέρα στο μπεργκεράδικο. 

Σε αυτό το συνονθύλευμα αγοράς, εστίασης και αναψυχής, που συγκεντρώνει πλέον το ενδιαφέρον και των τουριστών που μένουν στα πάμπολλα Airbnb της περιοχής, δυο βήματα από τα επίκεντρα της καθημερινής ιστορίας του δρόμου –τα Προπύλαια, η Σταδίου, η Πανεπιστημίου, η Βασιλίσσης Σοφίας, ο απαγορευμένος πλέον Αγνωστος Στρατιώτης, οι πλατείες Συντάγματος και Κλαυθμώνος που τις έχουν οργώσει εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές και δεκάδες χιλιάδες άνδρες των ΜΑΤ για δεκαετίες, με σημάδια συγκρούσεων, με οδοστρώματα εμποτισμένα από τα τοξικά των δακρυγόνων, τις βενζίνες των μολότοφ ή το καθαρό νεράκι του «Αίαντα», με πεζοδρόμια που έχουν βαφτεί με αίμα διαδηλωτών, από τα χρόνια του Οθωνα μέχρι τις μέρες μας– βρισκόταν εδώ και 13 χρόνια η «Εφημερίδα των Συντακτών». 


Κολοκοτρώνη 8, 2ος και 7ος όροφος τα πρώτα 12 χρόνια, 3ος και 4ος τον τελευταίο χρόνο. Η θέση της στρατηγικά επιτελική. Αν εξαιρέσει κανείς τον καθημερινό αγώνα για θέση στάθμευσης, που προσωπικά μου έχει κοστίσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό σε κλήσεις, το κτίριο είναι «στο κέντρο των γεγονότων». Αυτών τουλάχιστον που έρχονται στον αφρό, γιατί τα πολλά και σημαντικά γεγονότα υπάρχουν παντού και τα βαθύτερα και καθοριστικά φωλιάζουν στ’ ανύποπτα. 


Μετακομίζουμε, όχι γιατί χωρίζουμε, που θα έλεγε το λαϊκό άσμα, αλλά γιατί ο νέος βασικός μέτοχος της εταιρείας έχει ένα μεγάλο σύγχρονο κτίριο στην Ακτή Κονδύλη, όπου συστεγάζονται κι άλλες εταιρείες του, προφανώς με καλύτερες υποδομές από τα ετοιμόρροπα γραφειάκια μας και τις τρεκλίζουσες καρέκλες μας. 


Αλλά παρ’ όλα αυτά, εμένα τουλάχιστον, θα μου λείψει το «χρέπι» μας, που στέγασε καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής δημοσιογραφίας: της «Ελευθεροτυπίας» στη Μεταπολίτευση και της «Εφημερίδας των Συντακτών» στα χρόνια των μνημονίων. Λίγοι από τους μεγαλύτερους ίσως έχουν βιώματα κι από τις δύο φάσεις χρήσης του κολοκοτρωνέικου κτιρίου, και δη του 2ου ορόφου, και του 7ου, με το τεράστιο μπαλκόνι και την αξιολάτρευτη θέα στην Ακρόπολη (και ολίγον στον Λυκαβηττό). Εγώ έζησα μόνο τα τελευταία σχεδόν εφτά χρόνια, σχέση με την «Ελευθεροτυπία» δεν είχα. Αλλά κι αυτά τα εφτά χρόνια μού ήταν αρκετά για να αγαπήσω με έναν παράδοξο, σχεδόν μαζοχιστικό τρόπο, τα γραφεία με τις φθαρμένες, σαρακοφαγωμένες επιφάνειες, τα πληκτρολόγια που μετατρέπονταν σε βιότοπους από τα φαγητά και τα ποτά που έπεφταν πάνω, τους τοίχους που καθένας διακοσμούσε κατά βούληση με τους «ήρωές» του, άλλος τον Τσε, άλλος τον Κάστρο, άλλος τον Τρότσκι, τον Λένιν, τον Μάο, τον Καζαντζίδη, τις ζωγραφιές ή τις φωτογραφίες των παιδιών τους, ή μερικά θαυμάσια εξώφυλλα της «Εφ.Συν.». Θα μου λείψει η ατημελισιά και η αταξία, με τις στίβες εφημερίδων και βιβλίων σε διαδρόμους, το γραφείο-κλουβί των συναδέλφων της διόρθωσης με φόντο μια ταπετσαρία που απεικόνιζε μια Σπανιόλα –ο αστικός μύθος λέει ότι μάλλον σ' αυτόν τον χώρο γυρίστηκαν τσόντες τη χρυσή εποχή του ελληνικού πορνό–, αλλά και το σούπερ ντούπερ στούντιο που στήσαμε με τη βοήθεια των αναγνωστών, θα μου λείψουν ακόμα και τα ίχνη των ηχηρών καβγάδων επί της ύλης και του πνεύματος της «Εφ.Συν.» που φτάναν μέχρι και στους ανυποψίαστους θαμώνες της Καρύτση, γιατί η αυτοδιαχείριση και η συνεταιριστική δημοκρατία τα είχε κι αυτά: τον λεκέ στον τοίχο από κάποιο υγρό που εκτοξεύθηκε από θυμό, το σημάδι στο πλακάκι από κάποιο ποτήρι που δεν έπεσε κατά λάθος στο πάτωμα, το βούλιαγμα στην επιφάνεια ενός γραφείου που έφαγε γροθιά. 

Αυτό, λοιπόν, είναι το τελευταίο κολοκοτρωνέικο κείμενο της στήλης. Από την ερχόμενη εβδομάδα γινόμαστε του λιμανιού. Και του σαλονιού; Θα δείξει. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργον μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε τον δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέρα των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ημέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε... 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, «Λόγος στην Πνύκα», 1838 


Saturday, February 7, 2026

Η μεγάλη πλατεία της ανθρωπότητας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 7-8/2/2026


Εχω ξαναπάει στο Μιλάνο, πάνω από τριάντα χρόνια πριν, αλλά έτυχε πριν από λίγες μέρες να ξαναβρεθώ εκεί, στην οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας, στον βιομηχανικό Βορρά που κάποτε ήταν το τεράστιο πεδίο του ιταλικού βιομηχανικού θαύματος, ίσως πολύ πιο προχωρημένου και εκλεπτυσμένου από το υπερεκτιμημένο γερμανικό θαύμα. Το Μιλάνο, που ως Μεδιόλανον ήταν και το εφαλτήριο νομιμοποίησης και ραγδαίας επικράτησης του χριστιανισμού πριν από 14 αιώνες προς τη Δύση και την καθ' ημάς Ανατολή, στη διάρκεια του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον Μεγάλο Πόλεμο ήταν το «ενδιαίτημα» ενός νεανικού και δραστήριου προλεταριάτου, που σε μεγάλο βαθμό γοητεύτηκε από την Αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα, άλλοτε κυρίαρχο πολιτικά στον ιταλικό Βορρά, σήμερα κυριαρχούμενο από νεοφασιστικά και κρυπτοφασιστικά μορφώματα. 


Νεφοσκεπές, μουντό, κρύο, το Μιλάνο διατηρεί πολλά από τα στοιχεία της βιομηχανικής ακμής της Ιταλίας, ένα τεράστιο κέντρο διερχομένων από και προς τις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις, τις Fiat cities, τις Guzzi cities, τις Pirelli cities, τα μεγάλα μεγέθη ευρωπαϊκής και σοφιστικέ εφαρμογής του φορντισμού, που τόσο έγκαιρα, τόσο διορατικά, τόσο πρώιμα μελέτησε ο Γκράμσι στα ανύποπτα χρόνια της φυλακής και της φασιστικής επέλασης και τόσο όμορφα και αινιγματικά απεικόνισε ο Αντονιόνι στις ταινίες του τη δεκαετία του 1960, κυρίως στην τριλογία της αποξένωσης με την αείμνηστη θεά, Μόνικα Βίτι. 


Το Μιλάνο παραμένει οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας και έδρα της άλλοτε κραταιάς Confindustria, του πανίσχυρου συνδέσμου των Ιταλών βιομηχάνων που διαμόρφωσε και το μεταπολεμικό κομματικό σύστημα στη χώρα, με βασική επιδίωξη να μην μπει ποτέ στη διακυβέρνηση το πανίσχυρο PCI, τουλάχιστον πριν αυτό περάσει στο θολό πεδίο του «ιστορικού συμβιβασμού». Σήμερα, όμως, το Μιλάνο έχει κι αυτό τουριστικοποιηθεί με ποικίλους τρόπους, όλη η μητροπολιτική περιφέρεια εδώ και μήνες είναι πλημμυρισμένη από τις διαφημίσεις των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων που υποτίθεται ότι φιλοξενούνται από το Μιλάνο, αν και οι πίστες των αγώνων είναι στην Cortina, τέσσερις ώρες μακριά. 

Το κέντρο του τουριστικού Μιλάνου, λοιπόν, είναι φυσικά ο καθεδρικός ναός Duomo, μια επιβλητική γοτθική εκκλησία που συναγωνίζεται επάξια την Παναγία των Παρισίων και κατασκευάστηκε όπως κι αυτή στη διάρκεια έξι αιώνων, αρχικά ως επίδειξη της θεόσταλτης ισχύος της δυναστείας των Σφόρτσα, στη συνέχεια ως αναπόδραστο καθήκον όλων των ηγεμόνων και καθεστώτων μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα. Κατά κάποιο τρόπο, ο καθεδρικός Duomo του Μιλάνου και η επιβλητική μεγάλη πλατεία που τον περιβάλλει, με τα μουσεία που φιλοξενούν μεταξύ άλλων Ντα Βίντσι και Μπραμάντε, με στοά των πολυτελών αγορών Gucci, Dior, Prada στις τιμές των οποίων ενσαρκώνεται η εύστοχη επισήμανση του Ανταμ Σμιθ ότι η κυριότερη λειτουργία του πλούτου για τους πλούσιους έγκειται στην επίδειξή του (παπούτσια 1.000 ευρώ, τσάντα από 3.000 και πάνω, τζάκετ 5.000 ευρώ κοκ.), είναι μια πλατεία διασταύρωσης όλης της βιοποικιλότητας των ανθρωπίνων πλασμάτων, με τα διαφορετικά εισοδήματα, τις διαφορετικές αντιλήψεις, τους διαφορετικούς στόχους, αλλά με την ίδια συναίσθηση: η Duomo του Μιλάνου είναι το κέντρο ενός μικρού σύμπαντος στο οποίο μπορεί κανείς να προβάλει το «θέλω» και να καταβάλει το «έχω» του. Μπορεί να δει μέρος του εσωτερικού ναού για 10 ευρώ, μπορεί να δει και το περιστύλιό του με σημαντικά έργα για 20 ευρώ, μπορεί να ανέβει στις ταράτσες του και να απολαύσει το πανόραμα του Μιλάνο για 50-100 ευρώ, μπορεί να σταθεί έξω και να βγάλει σέλφι μπροστά στην επιβλητική πρόσοψη για 0 ευρώ. 



Αλλά μπορεί και να σταθεί, για μία ώρα, όρθιος, σιωπηλός, με μια σημαία της Παλαιστίνης στα χέρια ή ένα πλακάτ που καταγγέλλει τη γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστινίων. Οπως ο Αντόνιο, της φωτογραφίας, περίπου 60 ετών, και ακόμη καμιά 30αριά μεσήλικες, γυναίκες και άνδρες, που από τον περασμένο Ιούνιο, κάθε μέρα από τις 6 μέχρι τις 7 το απόγευμα, την ώρα που κλείνει η Duomo για το κοινό, στέκονται με τις παλαιστινιακές σημαίες και τα πλακάτ μπροστά στον καθεδρικό, σε δύο σειρές, σιωπηλοί μεν, αλλά κραυγαλέα εύγλωττοι. «Γιατί είστε εδώ;», ρώτησα τον πρώτο της μιας σειράς και λίγο πιο κάτω και τον τελευταίο, συμπτωματικά και οι δύο με το όνομα Αντόνιο ή Τονίνο. «Per la umanita», ήταν η απάντηση και των δύο, για την ανθρωπότητα ή για την ανθρωπιά, παίζουν και τα δύο στη μετάφραση, αν και δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο. Για οκτώ μήνες, 240 μέρες, 240 ώρες αυτές οι παλαιστινιακές σημαίες τής -αραιής, είναι αλήθεια- ανθρώπινης αλυσίδας, που ίσως και να ενοχλούν τους τουρίστες και τις βραδινές φωτογραφίσεις τους μπροστά στο μεγαλειώδες, γεμάτο γοτθικό στόμφο κτίριο, θυμίζουν ότι υπάρχουμε, λίγο πριν πνίξουμε τις τύψεις μας σε μια προσιτή και χορταστική πίτσα, ένα καλομαγειρεμένο ζυμαρικό, μια caprese με φρέσκια μοτσαρέλα κι ένα ποτήρι κρασί. 


Βεβαίως, αν απομακρυνθεί κάποιος από την αλυσίδα της ανθρωπιάς και κατευθυνθεί προς την αριστερή πλευρά της Duomo, θα ανακαλύψει ότι το μεγαλείο των θεών, των αγίων, των δουκών, των ηγεμόνων, των αρχιεπισκόπων, των παπών που θέλησαν να αφήσουν ένα αδρό αποτύπωμά τους στο επιβλητικό κτίριο έχει υποκύψει στον ήχο του χρήματος. Οχι των κερμάτων που πέφτουν στα δεκάδες κουτιά εντός του ναού «υπέρ απόρων», «υπέρ συντήρησης γλυπτών», «υπέρ αρχιεπισκοπής», αλλά των δεκάδων χιλιάδων που μπορεί να κοστίζει η διαφήμιση των McDonalds ή της ταινίας για τη «Μελάνια» του Τραμπ, που προβάλλονται εναλλάξ, με πολλές άλλες, πάνω στα τεράστια πανό που κρέμονται από τις ταράτσες του ναού. Κανείς δεν προσβάλλεται, κανενός η πίστη δεν θίγεται, μάλλον αρκεί η εξήγηση που πέφτει στο τέλος της λούπας των φωτεινών διαφημίσεων: «Τα διαφημιστικά μηνύματα στον ναό έχουν σκοπό τη συγκέντρωση πόρων για τη συντήρησή του». Υποθέτουμε ότι αν για λίγα δευτερόλεπτα προβαλλόταν στο ίδιο σημείο η παλαιστινιακή σημαία, η Μελόνι θα διέταζε τη σύλληψη όλων των εμπλεκομένων και ο Σαλβίνι ίσως και τον βομβαρδισμό της Duomo. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Εδώ η σιωπή του θανάτου είναι πίστη

μιας αστικής σιωπής ανθρώπων που παρέμειναν


άνθρωποι, μιας πλήξης που μέσα στην πλήξη

του Πάρκου, διακριτική αλλάζει: και η πόλη

που, αδιάφορη, την περιορίζει ανάμεσα


σε τρώγλες και σε Εκκλησίες, ασεβής μέσα στον οίκτο,

χάνει εκεί τη λάμψη της. 


Πιερ Πάολο Παζολίνι, «Οι στάχτες του Γκράμσι» (1954). 

Μετάφραση Κοσμά Κοψάρη (vakxikon.gr)




Sunday, January 25, 2026

Η τρέλα του 47ου προέδρου των ΗΠΑ

Η Εφημερίδα των Συντακτών 24-25/1/2026



 Κάθε φορά που τον ακούς αναρωτιέσαι: «Μα, τώρα μιλάει σοβαρά; Μήπως κάνει πλάκα; Μπας και μπλοφάρει;». Αλλά, όχι. Μιλάει σοβαρά. Με την έννοια πως εννοεί αυτά που λέει. Τα πιστεύει. Εστω κι αν σε ελάχιστα 24ωρα μπορεί να ξεχάσει ή να τα αλλάξει αισθητά, ακόμη και ριζικά. Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό που λένε αρκετοί ψυχίατροι, ψυχαναλυτές, γνωσιακοί, νευρολόγοι, ότι πιθανότατα ο Τραμπ πάσχει από σοβαρή ναρκισσιστική διαταραχή ή έναν ανεξέλεγκτο παλιμπαιδισμό που τον ωθεί, ακριβώς σαν τα νήπια που δεν έχουν λόγους και φίλτρα να αναχαιτίσουν τις επιθυμίες τους, να πει «μ' αρέσει, το θέλω, το παίρνω». Και γαία πυρί μειχθήτω. 


Είναι, άραγε, ορθολογικό να αντιμετωπίζει κάποιος ορθολογικά τον αλλόφρονα πρόεδρο των ΗΠΑ; Ο Τραμπ της δεύτερης φοράς δεν έχει και τόσο σχέση με τον Τραμπ της πρώτης, τότε μπορούσε κανείς να διακρίνει στις κινήσεις του κάποια ίχνη στρατηγικής, σχεδιασμού, ήταν προφανές πριν από δέκα χρόνια ότι ένα μεγάλο τμήμα της παρηκμασμένης και επιχειρηματικής Αμερικής και δη της δραματικά συρρικνωμένης βιομηχανίας ήθελε να πάρει το αίμα του πίσω από την επιθετική παγκοσμιοποίηση που, όχι απλώς ευνόησε, αλλά μερικές φορές και διά της βίας επέβαλε. Η ελεγχόμενη απο-παγκοσμιοποίηση μέσω ενός δασμολογικού «αντάρτικου» των ΗΠΑ και μέσω εκβιασμών και διμερών συμφωνιών για εκχώρηση προνομίων στα αμερικανικά προϊόντα έβγαζε κάποιο νόημα. Ενα είδος «πατριωτικού καπιταλισμού», με μικρές δόσεις προστατευτισμού που πάντως δεν διέλυαν εντελώς το σύστημα διεθνών συναλλαγών, κατ' εξοχήν άλλωστε δημιούργημα του πλανητικά δικτυωμένου αμερικανικού χρηματιστηριακού κεφαλαίου, ας πούμε ότι δεν αντέφασκε κραυγαλέα με αντίστοιχες ρητές ή υπόρρητες στρατηγικές της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας, της Κίνας, της Ιαπωνίας.

 

Η δεύτερη φορά Τραμπ είναι απλώς ένα χάος. Πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2024 και στους πρώτους μήνες θητείας του, γύρω από το σύνθημα MAGA (Make America Great Again), μπορούσε να διακρίνει κανείς κάποιου είδους προτεραιότητες, συμμαχίες και στόχους. Στις προτεραιότητες ήταν να κλείσουν τα στρατιωτικά μέτωπα που προκαλούσαν συνεχείς περισπασμούς στην κουρασμένη υπερδύναμη. Στις συμμαχίες παρακολουθήσαμε μια ιδιότυπη σύγκλιση του παλιού βιομηχανικού και πετρελαϊκού καπιταλισμού με τους κυρίαρχους του διαδικτύου, της ψηφιακής οικονομίας, της τεχνητής νοημοσύνης, με τη χρηματιστηριακή φούσκα της Wall Street -συνήθως πιο φιλική με τους Δημοκρατικούς- να χειροκροτεί ενθουσιωδώς τη συνάντηση, Και στους στόχους διακρίναμε σαφώς την απαίτηση του Τραμπ να αποσπάσει όσο τον δυνατό περισσότερα πλεονάσματα υπέρ των ΗΠΑ από κάθε σημείο του πλανήτη, όχι διά του κλασικού ιμπεριαλισμού κατάκτησης αγορών, πόρων, χρηματοροών, αλλά με τον τσαμπουκά της μεγαλύτερης (ακόμη) οικονομίας του και τη βία των δασμών υπέρ αυτής. Σ' αυτό το στρατήγημα, που ας πούμε ότι έβγαζε κάποιο νόημα, ο Τραμπ, το επιτελείο του και οι χορηγοί του πέτυχαν κάποια άμεσα κέρδη, αν και είναι άγνωστες οι μακροπρόθεσμες παρενέργειες. 


Διαβάζοντας, μάλιστα, κάποιος τη νέα «Αμερικανική Στρατηγική Ασφάλειας», αυτό που ο νάρκισσος πλανητάρχης αποκαλεί Δόγμα Τραμπ ως συμπλήρωμα του ηλικίας δύο αιώνων Δόγματος Μονρόε, διατυπωμένο σε ένα δημόσιο κείμενο-μανιφέστο προς την παγκόσμια κοινή γνώμη, αλλά κυρίως προς τις ηγεσίες εταίρων, συμμάχων και άσπονδων εχθρών, διαπιστώνει έναν βαθμό επεξεργασίας και ορθολογισμού. Για κάθε περιοχή του πλανήτη υπάρχει κι ένας στόχος, που μπορεί να διαβαστεί και ως προειδοποίηση ή ανοιχτή απειλή για το τι μπορεί να της συμβεί αν οι κοινωνίες της και οι ηγεσίες τους δεν συμμορφωθούν στον στόχο που τους επιβάλλει η υπερδύναμη. Για παράδειγμα, για την Ευρώπη διακηρύσσεται πως «στόχος μας είναι να βοηθήσουμε την Ευρώπη να διορθώσει την τρέχουσα εσφαλμένη πορεία της» και να «ανακτήσει τη χαμένη αυτοπεποίθησή της». Κατά κάποιο τρόπο ο Τραμπ προσπαθεί να συμπυκνώσει χρονικά τη στρατηγική της Pax Americana που ακολουθείται με συνέπεια για επτά δεκαετίες από τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. 


Αν, όμως, προσπαθήσει να συσχετίσει κάποιος το «εγχειρίδιο» του Δόγματος Τραμπ με τα καθημερινά, δημόσια «πλήγματα» Τραμπ θα χάσει το μέτρο, τον μπούσουλα, την επαφή με τον ορθό λόγο. Στις παραμονές του Β' Π.Π., τα επιτελεία, οι αναλυτές, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της ΕΣΣΔ προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη στρατηγική σκέψη του Χίτλερ διαβάζοντας το Mein Kampf. Ενδεχομένως να έβρισκαν εκεί κάποιες χρήσιμες ενδείξεις που να πρόδιδαν κάποιου είδους σχέδιο, αλλά το συνονθύλευμα ανορθολογισμού, μυστικισμού, σκοταδισμού, θρησκευτικού φονταμενταλισμού που ήταν η βάση κάθε ομιλίας, κάθε απόφασης, κάθε επιλογής του Χίτλερ έπρεπε να έχει σημάνει άλλου είδους συναγερμό. Οι δυτικές δυνάμεις επέτρεψαν για μερικά κρίσιμα χρόνια με σαφή -αν και αυτοκαταστροφική- ιδιοτέλεια στην τρέλα, στην ανεξέλεγκτη κι επικίνδυνη ψυχική διαταραχή να γίνει διεθνής πολιτική, να εξοπλιστεί, να γίνει διπλωματία, προπαγάνδα, διακρατικές συμφωνίες, πολεμικές εκστρατείες και, τελικά, μια ασύλληπτη μαζική βιομηχανία θανάτου, στα κρεματόρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης και στα χιλιάδες ολοκαυτώματα σε όλη την Ανατολική και Νότια Ευρώπη. 


Θέλω να πω ότι το να αντιμετωπίζει κάποιος τον Ντόναλντ Τραμπ απλώς ως έναν ακραίο, αμετροεπή και αθυρόστομο Αμερικανό πρόεδρο, με τους κωδικούς των πυρηνικών στο χέρι, το να προσπαθούν οι ηγέτες της Ε.Ε. και της λοιπής Δύσης να βγάλουν νόημα από την ασυναρτησία λόγων και έργων, το να προτάσσουν τη «διάσωση της διατλαντικής σχέσης», στο όνομα της οποίας θα ακούσουν και θα συζητήσουν κάθε παλαβομάρα του πλανητάρχη, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου ορθολογική επιλογή. Δεν ήταν ούτε το 1936, δεν είναι ούτε το 2026. Δεν πρόκειται καν για τακτική «εξημέρωσης του θηρίου», προκειμένου να διασωθεί κάποιο μείζον κοινό συμφέρον. Απέναντι στην τρέλα του Γεωργίου του Τρίτου, του βασιλιά που χρεώθηκε την απώλεια της Αμερικής για τη Βρετανική Αυτοκρατορία, η συνωμοσία ανατροπής του ίσως ήταν αυτονόητη πράξη αυτοσυντήρησης. Απέναντι στην τρέλα του Ντόναλντ Τραμπ και του μανιοκαταδιωκτικού επιτελείου του ίσως η πλήρης απομόνωση των ΗΠΑ από φίλους, εταίρους και εχθρούς, σίγουρα με σημαντικό οικονομικό κόστος (σ.σ. αλλά μήπως δεν είχε τεράστιο κόστος η «εξαγωγή» της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 σε όλο τον κόσμο;), είναι η μόνη ορθολογική αντίδραση Δύσης και Ανατολής. Make America Normal Again!


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Θέλουμε να στρατολογούμε, να εκπαιδεύουμε, να εξοπλίζουμε και να αναπτύσσουμε τον ισχυρότερο, τον πλέον φονικό και τεχνολογικά τον πιο προηγμένο στρατό στον κόσμο, ώστε να προστατεύει τα συμφέροντά μας, να αποτρέπει πολέμους και -εφόσον χρειάζεται- να τους κερδίζει γρήγορα και αποφασιστικά, με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για τις δυνάμεις μας. Και θέλουμε έναν στρατό στον οποίο το κάθε μέλος των ενόπλων δυνάμεων να είναι υπερήφανο για τη χώρα του και βέβαιο για την αποστολή του.

Θέλουμε την πιο ισχυρή, αξιόπιστη και σύγχρονη πυρηνική αποτροπή στον κόσμο, καθώς και μια αντιπυραυλική άμυνα επόμενης γενιάς -συμπεριλαμβανομένου ενός «Χρυσού Θόλου» για την αμερικανική επικράτεια- ώστε να προστατεύονται ο αμερικανικός λαός, τα αμερικανικά συμφέροντα στο εξωτερικό και οι σύμμαχοι της Αμερικής.


Λευκός Οίκος, «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής», Νοέμβριος 2025 (μετάφραση Θανάση Βασιλείου)


Sunday, January 18, 2026

Μικρές, καθημερινές συναντήσεις με το κράτος

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 17-18/1/2026

Ποτέ δεν ξέρεις πότε και πού θα συναντηθείς με το κράτος... 


Ευτυχώς ο σφοδρός χιονιάς που η μετεωρολογική τρομοκρατία μάς έφερε ως θανατηφόρα χιονοστιβάδα στα μπαλκόνια μας δεν έκανε κάτι παραπάνω από να κινήσει την αγορά καυσόξυλων και πετρελαίου θέρμανσης. Οι δροσερές λιακάδες, σχεδόν Αλκυονίδες, δεν επέτρεψαν σε ανυποψίαστους πολίτες να αναφωνήσουν το κλασικό θυμωμένο κλισέ: «Πού είναι το κράτος;» Στο οποίο το τραγούδι «Madam, madam...» των Μουζουράκη - Αμπαζή απαντά ρητά «Δεν υπάρχει κράτος, μαντάμ!». 

Διαφωνώ πλήρως με την αφοριστική προσέγγιση, αντιθέτως πιστεύω ότι το κράτος υπάρχει παντού, καθημερινά, στον ύπνο και στον ξύπνιο μας, στη δουλειά και στη σκόλη μας. Υπάρχει διά της φυσικής παρουσίας του, αλλά και διά της αφύσικης απουσίας του απ' όλα τα πεδία που παραχώρησε σε ιδιώτες, απ' όλα τα δημόσια αγαθά που μετέτρεψε σε εμπόρευμα, απ' όλες τις υπηρεσίες που κάποτε ήταν δουλειά του κράτους και τώρα είναι μπίζνα του ιδιωτικού παρα-κράτους. Γιατί κράτος δεν είναι κι αυτοί που κατέχουν τους αυτοκινητόδρομους, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, ακόμη και τις βουνοκορφές μας; 

Το κράτος είναι παντού, ενίοτε σε υπερβολικές έως θανατηφόρες δόσεις, φυτρώνει σε κάποιες με άπειρες μορφές του εκεί που δεν το σπέρνεις, άλλοτε είναι χρήσιμο κι αποτελεσματικό, συνήθως όχι εκεί που εμείς, αλλά εκεί που αυτό, ως υπερφυσικός Λεβιάθαν, θέλει και πάμπολλες φορές αποτυγχάνει, ιδιαίτερα όταν οι πολιτικοί διαχειριστές του το δηλητηριάζουν με μεγάλες ποσότητες «επιτελικότητας», δίνουν στους φίλους τους τα «φιλέτα», τις εύκολες και κερδοφόρες δουλίτσες και κρατάνε για τον ταλαίπωρο στρατό των δημοσίων υπαλλήλων τον κατιμά, τη βρομοδουλειά της χάρτινης ή ψηφιακής γραφειοκρατίας. 

Το κράτος υπάρχει και προς επίρρωση της βεβαιότητάς μου θα σας αφηγηθώ πέντε-έξι μικρές, καθημερινές, προγραμματισμένες ή απρόσμενες συναντήσεις με το κράτος που συνέβησαν σε μία και μόνη μέρα. Εντάξει, δεν θα είναι και η "Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» (Σολτζενίτσιν), ούτε η 16/6/1904 του Λεοπόλδου Μπλουμ («Οδυσσέας» του Τζόις). Θα είναι κάτι απείρως ταπεινότερο. Μπορεί να θυμίσει μια δική σας μέρα με μερικές αναπάντεχες συναντήσεις με το κράτος. 

Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο, μπορεί να φανεί και από τα πρώτα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. Αν για παράδειγμα φεύγεις από τη δουλειά νύχτα με το αυτοκίνητό σου έχοντας κατεβάσει δυο τσιπουράκια για να πάνε τα φαρμάκια -ή τα πατατάκια- κάτω κι ακολουθώντας ένα δρομολόγιο που θεωρείς ασφαλές από αστυνομικά μπλόκα, καθώς το κράτος προτιμά τους κεντρικούς και φωτισμένους δρόμους, πέφτεις σε μια αποκλεισμένη μακρά οδό που διαπερνά τρεις δήμους (Αθήνα, Καισαριανή, Βύρωνα). Μεγάλα κατασκευαστικά οχήματα με νυχτερινά φώτα βρυχώνται πάνω από μια τρύπα. Και ιδού η πρώτη μεταμεσονύχτια συνάντησή μου με το κράτος με τη μορφή κρατήρα που άνοιξε στο οδόστρωμα, αποκαλύπτοντας ένα υπέδαφος σαθρό από τα περάσματα του μετροπόντικα κι όλης της  εργολαβικής αποικίας αρουραίων που διασχίζουν την αθηναϊκή γη κάτω από τα πόδια μας. 

Δεν βαριέσαι, συμβαίνουν αυτά, «η ταλαιπωρία είναι προσωρινή, τα έργα μόνιμα», αλλαγή δρομολογίου, αναγκαστικά μέσω Παγκρατίου όπου μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά έχω τη δεύτερη αποκαλυπτική συνάντησή μου με το κράτος. Αυτή τη φορά με τη μορφή αυτού που ήθελα πάση θυσία να αποφύγω, του μπλόκου για αλκοτέστ. Θηριώδης η ανάπτυξή του, προηγείται επιτροπή υποδοχής με μηχανήματα που κάνουν την πρώτη διαλογή, οι μισοί διώχνονται, οι άλλοι μισοί με ένδειξη προχωρούν στο δεύτερο κλιμάκιο ελέγχου, πιο σοβαρά τα πράγματα εδώ, «φυσήξτε δυνατά και παρατεταμένα στο σωληνάκι μιας χρήσης», το μηχάνημα λέει ότι είμαι πάνω από το όριο, ευγενής αλλά αποφασιστική η επικεφαλής αστυνομικός, «θα περιμένετε 15 λεπτά για τη δεύτερη μέτρηση», αγενείς και κάπως ειρωνικοί οι νεότεροι, παίρνουν το κλειδί του αυτοκινήτου και το δίπλωμα, περιμένω το 15λεπτο, δεν με σώζει ένα μπουκαλάκι νερό, και το δεύτερο φύσημα πάνω από το όριο. Δεν έχω να πω κάτι, δίκιο έχουν, διαμαρτύρομαι μόνο για τα περιφερειακά, το αυτοκίνητο θα το πάρει ο γερανός, «τι θα κάνω με τόσα πράγματα;», «πάρε ταξί, να το σκεφτόσουνα πριν πιεις» λέει το όργανο, «λίγος σεβασμός, το ότι είμαι παραβάτης δεν σου δίνει το δικαίωμα να μιλάς έτσι» λέω, τι βρήκα τώρα να πω κι εγώ. 

Ηρθε το... οικογενειακό ιππικό, η κόρη, να μαζέψει τον άσωτο πατέρα. Βλέπουμε το αυτοκίνητο να το μαζεύει ο γερανός, ο οδηγός μάς ενημερώνει για τα πρακτικά, «91 ευρώ το σήκωμα και 13 ευρώ κάθε μέρα φύλαξης», «έχετε καιρό σύμβαση με την αστυνομία;» ρωτάω, «ουουου, πολλά χρόνια» απαντά, κι αυτή είναι η τρίτη κατά σειρά συνάντησή μου με το κράτος στην εκδοχή ανάθεσης όχι μόνο σε μεγάλα, αλλά και σε μικρά ψάρια. Το κράτος, ακόμη και στις δίκαιες εκδοχές του όπως το κυνήγι της επικίνδυνης οδήγησης, παραμένει ένα οικοσύστημα συμβιωτισμού ή παρασιτισμού για μια μεγάλη ποικιλία πλασμάτων της αγοράς 

 Δεν θυμάμαι αν μεσολάβησαν ονειρικές συναντήσεις με το κράτος στη διάρκεια του σύντομου κι ανήσυχου ύπνου μου, το πρωί όμως, όταν ξεκίνησα τη γραφειοκρατία ανασύνταξης εν όψει της 30ήμερης στέρησης διπλώματος, παραλαβής του αυτοκινήτου από τη μάντρα με συνοδεία άλλου οδηγού και καταβολής μιας πρώτης δόσης της δίκαιης λυπητερής, έπεσα πάνω σε μια ειδοποίηση των ΕΛΤΑ για συστημένο. 

Η συνάντηση με το κράτος στην εκδοχή των δημόσιων συγκοινωνιών δεν ήταν κακή, αρκεί να έχεις χρόνο και υπομονή, αλλά η εκδοχή του δημόσιου ταχυδρομείου, σε ένα κατάστημα που γλίτωσε το λουκέτο, είχε κάτι θλιβερό: λίγοι πελάτες, μικρή αναμονή, σημάδι πως η μεθοδευμένη συρρίκνωση επιδρά, μια κυρία της καθαριότητας περνά νωχελικά τις γυάλινες επιφάνειες από δαχτυλιές με ένα μπλε υγρό κι ένα χαρτομάντιλο.

Παίρνω την επιστολή. Είναι από τον ΕΦΚΑ. Διότι ένας παραβάτης του ΚΟΚ στην έβδομη δεκαετία της ζωής του προφανώς έχει εκκρεμότητες με το ασφαλιστικό σύστημα - αλλά και με την αμεριμνησία της εργασιακής νιότης του, όταν το θρυλικό παράπονο του Ξανθόπουλου «Μάνα, δεν μου κολλάν τα ένσημα» ακουγόταν ως ανέκδοτο. Να όμως που μπορεί να εξελιχθεί σε βάσανο. Στη δι' αλληλογραφίας συνάντησή μου με το κράτος-ΕΦΚΑ διάβαζα, έστω και με καθυστέρηση ενάμιση χρόνου από σχετικό αίτημά μου, ότι τα ένσημα που μπορεί να μου κολλάγανε, αλλά εγώ έχασα, δεν υπάρχουν, όπως «δεν υπάρχετε ούτε σεις ούτε ο εργοδότης στο ταμείο ασφάλισης εκδοροσφαγέων -παράδειγμα, δεν ξέρω αν καν υπήρξε τέτοιο-, ήσασταν στα μητρώα του πριν καταργηθεί. "Μα εγώ δεν ζήτησα αυτό, δεν ανήκω στη συμπαθή τάξη των εκδοροσφαγέων..."». Η έσχατη εκκρεμότητά μου με το κράτος μένει επ' αόριστον ανοιχτή μέχρι την επόμενη συνάντηση. Ελπίζει κανείς με τη μορφή της σύνταξης. 

Στις διαδρομές μου μεταξύ σπιτιού, ΕΛΤΑ, Τροχαίας, καταστήματος ΕΦΚΑ, είχα και δύο αναπάντεχες συναντήσεις με το κράτος στην πιο συχνή εκδοχή του, αυτή της αστυνομίας, τουλάχιστον στην Αθήνα. Δύο φορές σε διάστημα μιάμισης ώρας στις εξόδους σταθμών του μετρό με σταμάτησαν ένστολοι για εξακρίβωση στοιχείων - και μένα κι άλλο κόσμο. «Ταυτότητα». Τη δίνω. Μιλάει τηλεφωνικά σε συνάδελφό του που προφανώς έχει μπροστά του κάποια βάση δεδομένων. «Ημεδαπός, όνομα, επώνυμο, αριθμός Χ... ΟΚ, ευχαριστώ συνάδελφε». Μου δίνει την ταυτότητα, «μπορείτε να πηγαίνετε, ευχαριστώ». «Τι είναι αυτό;» ρωτάω από περιέργεια. «Ελεγχοι για φυγόδικους ή φυγόποινους» απαντάει το όργανο. «Πιάνει κι αυτό;» λέω περιπαικτικά δείχνοντας τη ροζ κλήση για το αλκοτέστ. Ευτυχώς έχει χιούμορ. Απλώς χαμογελάει. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

«Το κράτος είστε εσείς». 

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ομιλία σε άντρες των ΜΑΤ το 1992



Sunday, January 11, 2026

Η Μ. Καρυστιανού και η αγορά παρρησίας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 10-11/1/2026

Πνύκα. Ποιος θέλει να ανέβει στο βήμα της; 


Η λέξη παρρησία, παρ’ ότι ο Φουκό έκανε φιλότιμη προσπάθεια να αποκαταστήσει τη βαρύτητα και τις μεταλλάξεις της στο πέρασμα των αιώνων, υπήρξε συστατικό στοιχείο της αθηναϊκής δημοκρατίας, θεωρητικά του αρτιότερου συστήματος αμεσοδημοκρατικής διακυβέρνησης, έστω κι αν αυτή αφορούσε τη δουλοκτητική ελίτ. Παν + ρήσις. Τα λέω όλα, μιλάω για τα πάντα, έχω γνώμη για όλα, λέω τη γνώμη μου ανοιχτά και με θάρρος. Η παρρησία ήταν απαιτητό στοιχείο ήθους για τους πολίτες της Αθήνας, οι περισσότεροι από τους οποίους όλο και από κάποιο θεσμικό όργανο της δημοκρατίας θα πέρναγαν υποχρεωτικά -η πολιτική λούφα απαγορευόταν ή αποδοκιμαζόταν-, είτε ήταν βοσκοί, αλλαντοπώλες, μανάβηδες, είτε φιλόσοφοι, έμποροι, πλοιοκτήτες. 

Εντάξει, ο Θουκυδίδης το έχει λίγο αποδομήσει όλο αυτό -«λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε ενός ανδρός αρχή»-, αλλά τυπικά στην αγορά του κλεινού άστεως, από Μαραθώνα ώς Ελευσίνα, κι από Αλιμο ώς Πάρνηθα, ο καθένας μπορούσε να γίνει πολιτικός. 

Είκοσι πέντε αιώνες μετά φαίνεται ότι η αγορά παρρησίας δεν χωράει στον κορσέ της αγοράς κομμάτων. Εχει δικαίωμα η Μ. Καρυστιανού να λέει τη γνώμη της για όλα; Δικαιούται να ξεφύγει από τον ρόλο της θυμωμένης μάνας; Μπορεί να σκέφτεται πολιτικά; Μπορεί να είναι πολιτικός; Δικαιούται να ιδρύσει κόμμα, ή έπρεπε να περιοριστεί στον ρόλο της τιμητικής υποψηφιότητας που ευχαρίστως θα της πρόσφεραν όλα τα κόμματα δεξιότερα και αριστερότερα της Ν.Δ.; Και σε τι διαφέρει η φιλοδοξία της Καρυστιανού από αυτήν του Βελόπουλου, του Νατσιού, της Ζωής, του Καρατζαφέρη, του Θεοδωράκη, του Σαμαρά, του Φάμελλου, του Χαρίτση, του Τσίπρα, του Μητσοτάκη, του Κουτσούμπα, αλλά και των ηγετίσκων του εξωκοινοβούλιου που έκαστος υπερασπίζεται το μικρομάγαζό του, λες και η κομματική αγορά απαιτεί ειδικές επαγγελματικές δεξιότητες ή κληρονομικό χάρισμα; 

Δεν λέω, και μένα μου ’πεσε βαρύ, ασαφές και υπερ-δεξιό το μανιφέστο Καρυστιανού, αλλά μήπως οι αφ’ υψηλού επικριτές της πρέπει να στοχαστούν πόσο δεξιότερα έχουν φέρει οι ίδιοι όλο το πολικό φάσμα, συμπολιτευόμενοι ή αντιπολιτευόμενοι; 


Saturday, January 3, 2026

Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 3-4/1/2026


Η Jean Seberg πωλήτρια της Herald Tribune στους δρόμους του Παρισιού, φορώντας το αντίστοιχο διαφημιστικό T-shirt. 1960, "Με κομμένη την ανάσα" του Γκοντάρ, με τον Μπελμοντό στα καλύτερά του. Τη δεκαετία του 1960 το να πουλάς εφημερίδα στους δρόμους ήταν τρέντι ακόμη και για μια καθωσπρέπει αμερικανική εφημερίδα...


Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός. Ή, για την ακρίβεια, οι άνθρωποι είναι ζωντανά πλάσματα, διαρκώς εξελισσόμενα μαζί με τα κατεξοχήν δημιουργήματά τους, τις λέξεις, τις φράσεις, τις γλώσσες, τις διαλέκτους, δηλαδή την υλική υπόσταση της σκέψης τους. Οι γηραιότεροι λοιδωρούμε και υποτιμούμε με ευκολία τις νεότερες γενιές, τη γενιά των σόσιαλ μίντια, του ίνστα και του τικτόκ, των σλανγκ της ψηφιακής επικοινωνίας, των μηνυμάτων που γράφονται στο πληκτρολόγιο των κινητών με ταχύτητα ήχου, αδιάφορα για την ορθογραφία και τη διδασκόμενη σύνταξη, γεμάτα αυθαίρετα περικεκομμένες λέξεις κι άλλες συντεθειμένες από άλλες, ασαφούς ετυμολογίας, αλλά ικανές να αποδώσουν ένα αντικείμενο, μια τάση, μια κοινωνική συμπεριφορά που μέχρι πρότινος δεν υπήρχε. 

Κανένας γλωσσαμυντορισμός, καμιά «αστυνομία έκφρασης» δεν μπορεί να αποτρέψει την αντιφατική επίδραση εκατομμυρίων χρηστών κάθε γλώσσας, την αέναη «δημιουργική καταστροφή» με την οποία οι άνθρωποι κάθε επιπέδου εκπαίδευσης, από τους πλήρως αναλφάβητους μέχρι τους κατόχους πανεπιστημιακής έδρας, σπάνε τους κανόνες, αχρηστεύουν παλιές λέξεις και φράσεις και δημιουργούν νέες, ακατάληπτες μέχρι να επικρατήσουν. Το λάθος –αυτό που σήμερα θεωρούμε λάθος– είναι ο πρόγονος του σωστού. 

Η διεργασία της γλωσσικής «δημιουργικής καταστροφής» δεν έχει μια φορά στην κλίμακα του χρόνου, από το παρελθόν προς το μέλλον, για να δημιουργήσει μια νέα εικόνα, να δώσει ένα νέο νόημα. Μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα. Η εποχή της ψηφιοποίησης παντός επιστητού επιτρέπει στους νέους ανθρώπους να βουτούν στις αποθήκες της αναλογικής εποχής, να δώσουν νέα ζωή σε φράσεις, ατάκες, κλισέ που σήμερα είναι ρετρό. Κάτι τέτοιο συνέβη με την ατάκα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» που έλεγε ο Γιάννης Μπέζος σε ένα επεισόδιο της προ 25ετίας σειράς «Ακρως οικογενειακόν». Γεμάτος απορία για την ευρεία χρήση τα τελευταία τρία χρόνια, ως σαρκαστικό σχόλιο σε εκτιμήσεις, «ειδήσεις», απόψεις ανυπόστατες, υπερβολικές, ψευδείς ή εντελώς παρωχημένες, αναζήτησα την προέλευση και τη σημασία της. 

Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είχε να μου προτείνει τίποτα, αλλά βρήκα αρκετές αναρτήσεις με την άχρηστη πληροφορία της μέρας, της βδομάδας, του μήνα, που εξηγούσαν ότι την προ εικοσιπενταετίας ατάκα ο πάτερ φαμίλιας Μπέζος την είπε σε ένα επεισόδιο της σειράς για να σχολιάσει τον τίτλο εφημερίδας που ξεφύλλιζε: «Ο Παναθηναϊκός πάει φέτος για πρωτάθλημα»! Ο «γαύρος» ξύπνησε μέσα του και τρόλαρε την ενοχλητική πρόβλεψη με το ερώτημα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» Επειτα, η ατάκα έγινε meme για κάθε χρήση, έγινε σχόλιο αρχηγού κόμματος – του γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα που τρολάριζε τους ισχυρισμούς περί πρωτιάς της ΔΑΠ στις τελευταίες φοιτητικές εκλογές, έγινε κλιπάκι του Luben, μπήκε σε τίτλους ειδήσεων σε ενημερωτικές ιστοσελίδες («Γερμανία: Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» ήταν ο τίτλος ανάρτησης στο rosa.gr που σχολίαζε πόσο πολύ θυμίζουν Μεσοπόλεμο και περίοδο ανόδου των ναζί οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στην πρώην «ατμομηχανή» της Ε.Ε.). 

Το μόνο που δεν έχω εντοπίσει ακόμη είναι αν υπήρξε εφημερίδα που τόλμησε να χρησιμοποιήσει σε τίτλο τη σχεδόν retro ατάκα. Αλλά για ποια εφημερίδα θα μπορούσε να αναρωτηθεί μια εφημερίδα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;». Ολες οι εφημερίδες, οι έντυπες, οι χάρτινες, οι ασπρόμαυρες, οι έγχρωμες, οι μεγάλου σχήματος, οι ταμπλόιντ, οι πολιτικές, οι οικονομικές, οι αθλητικές, οι λάιφ στάιλ, οι καθημερινές, οι εβδομαδιαίες, οι παραταξιακές, οι κομματικές, έχουν το ίδιο υπαρξιακό πρόβλημα: οι νέοι άνθρωποι που τρολάρουν την πολιτική και λοιπή επικαιρότητα και αμφισβητούν την «αλήθεια» πομπωδών κυβερνητικών διακηρύξεων, ξύλινων κομματικών δεσμεύσεων, εξωραϊσμένων οικονομικών επιδόσεων με την ατάκα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» στην πλειονότητά τους δεν έχουν πιάσει εδώ και χρόνια, ίσως και ποτέ μέχρι σήμερα στη ζωή τους, μια κανονική, χάρτινη εφημερίδα. Κάποιοι μπορεί να μη γνωρίζουν καν ότι εξακοκολουθούν να κυκλοφορούν εφημερίδες, να μην έχουν προσέξει κάποιο από τα όλο και λιγότερα σημεία πώλησης εφημερίδων που έχουν μείνει στην Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις και τα ελάχιστα που υπάρχουν στην υπόλοιπη επικράτεια. Ακόμα και οι καλύτερα εκπαιδευμένοι γόνοι σχετικά μορφωμένων και πολιτικά μυημένων οικογενειών θα βλέπουν ως εξωγήινα πλάσματα τους ώριμους ή μεσήλικες γονείς τους τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα να διανύουν αρκετά χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο ή να περπατούν τουλάχιστον είκοσι λεπτά για να αγοράσουν την «εφημερίδα τους», όταν η ενημέρωση, μια τεράστια αγορά πληροφόρησης, παραπληροφόρησης, αντιπληροφόρησης, αποπληροφόρησης, είναι διαθέσιμη με μερικά κλικ στο κινητό, στο τάμπλετ, στο λάπτοπ, στο PC τους, στην «έξυπνη» τηλεόρασή τους. 

Κατά κάποιο τρόπο, η διατυπωμένη σε ανυποψίαστο χρόνο ατάκα του Γ. Μπέζου εξελίσσεται σε μια θλιβερή κυριολεξία για τον έγχαρτο Τύπο γενικώς, που για την τεράστια πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας –και όχι μόνο της ψηφιακής «πρωτοπορίας» της– έχει γίνει παρελθόν, retro συνήθεια, vintage αντικείμενο χωρίς την παραμικρή αντίσταση από τους βασικούς συντελεστές του: ιδιοκτήτες, επενδυτές, χρηματοδότες, δημοσιογράφους, τεχνικούς, διοικητικούς, διαφημιστές, διαφημιζόμενους. Ισως διόλου τυχαία η πιο πρόσφατη πρωτοβουλία-φιλοδοξία της αρμόδιας Ενωσης Ιδιοκτητών είναι η δημιουργία ενός «μουσείου ελληνικού Τύπου». Φαίνεται πως είναι μοιρολατρικά συμφιλιωμένη με την ιδέα ότι πολύ σύντομα το Μουσείο θα είναι ο μόνος χώρος όπου θα βρίσκει θέση η χάρτινη εφημερίδα, έπειτα από ιστορία τεσσάρων αιώνων στη μετά Γουτεμβέργιο εποχή. «Από πότε είναι αυτή, αλλά και κάθε εφημερίδα;» Από τις αρχές του 17ου αιώνα και μετά, όταν η εφημερίδα αποτελούσε ακόμη την κατά Μαρξ «πρωινή προσευχή του αστού» στις εμπορευματικές αυτοκρατορίες και στις βιομηχανικές δυνάμεις της Ευρώπης. Στις τυπωμένες σελίδες κάθε εφημερίδας συμπυκνωνόταν η οργανωμένη πρόταση του εκδότη –και της κοινωνικής ή πολιτικής ομάδας του– για το τι συμβαίνει στον κόσμο κάθε μέρα, στον μικρόκοσμο των εμπόρων ή στον μεγά-κοσμο των αποικιών σε όλες τις ηπείρους. 

Η υποχώρηση της έντυπης συγκροτημένης και επιλεγμένης πληροφόρησης –γιατί δεν είναι «είδηση» κάθε τι που συμβαίνει στον κόσμο– έναντι της ψηφιακής ενημερωτικής πλημμυρίδας από εκατομμύρια πηγές, χωρίς ιεράρχηση, χωρίς προτεραιότητες, χωρίς πλαισίωση, χωρίς ανάλυση και σύνθεση, είναι βεβαίως παγκόσμιο φαινόμενο και αργόσυρτα εξελισσόμενο εδώ και δυο δεκαετίες. Ωστόσο, πουθενά στον αναπτυγμένο ή αναπτυσσόμενο καπιταλιστικό κόσμο δεν έχει πάρει τις διαστάσεις που έχει πάρει στην Ελλάδα. Λες και είναι η ψηφιακή πρωτοπορία του πλανήτη, με μηδενικό ψηφιακό αναλφαβητισμό, μια Νεφελοκοκκυγία του παγκόσμιου icloud, η χώρα όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα βιάζεται να στείλει το χαρτί στο μουσείο, να εξαφανίσει το δίκτυο διανομής και πώλησης, να κάνει την εφημερίδα προϊστορία της ενημέρωσης, να αφήσει τη γενιά των memes ναυαγό σε έναν ωκεανό αποπληροφόρησης και σύγχυσης. 

Ζητούνται εθελοντές να διαψεύσουν τη «μοίρα» του τέλους της εφημερίδας. Οχι από προσκόλληση στην αναλογική προϊστορία, αλλά από διορατικότητα για τον ρόλο του Τύπου στη διαμόρφωση τάσεων και καταστάσεων. Από πότε σταμάτησε αυτός ο ρόλος;


Ο Κέιν και η ενημερωτική αυτοκρατορία του χαρτιού... 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Κέιν: Κύριε Κάρτερ, ορίστε ένας τρίστηλος τίτλος στην εφημερίδα Chronicle. Γιατί δεν έχει τρίστηλο τίτλο η εφημερίδα Inquirer;

Χέρμπερτ Κάρτερ: Η είδηση ​​δεν ήταν αρκετά μεγάλη.

Κέιν: Κύριε Κάρτερ, αν ο τίτλος είναι αρκετά μεγάλος, τότε κάνει και την είδηση ​​αρκετά μεγάλη.

Κύριος Μπερνστάιν: Σωστά, κύριε Κέιν.

Ορσον Γουέλς, «Πολίτης Κέιν» (1941)







Saturday, December 27, 2025

Ο κανόνας της χριστουγεννιάτικης αφθονίας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 27-28/12/2025

Στη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Ντίκενς, ο δεύτερος αγαπημένος θείος Κάρολος του 19ου αιώνα, που ουδέποτε συναντήθηκε με τον πρώτο αγαπημένο θείο Κάρολο (τον Μαρξ), αν και συνυπήρξαν στο Λονδίνο της βικτοριανής εποχής, περιγράφει το φάντασμα των Χριστουγέννων του παρόντος ως σύμβολο ευφορίας και αφθονίας: «Η σάλα είχε μεταμορφωθεί! Από το πάτωμα ώς το ταβάνι ήταν στολισμένη με κισσό, λιόπρινο και ιξό. Στο τζάκι έκαιγε μια ζωηρή φωτιά και στη γωνιά υψωνόταν ένας τεράστιος σωρός από φαγητά -γαλοπούλες, χήνες, πατάτες, μήλα, καρύδια- ενώ πάνω στην κορυφή καθόταν χαμογελαστός ένας γίγαντας μ᾿ έναν δαυλό αναμμένο στο αριστερό του χέρι. "Είμαι το Πνεύμα των Χριστουγέννων του Παρόντος", του φώναξε φιλικά. "Ελα!". Ο Σκρουτζ παρατήρησε το Πνεύμα. Ηταν ντυμένο μ᾿ έναν μακρύ λευκό χιτώνα. Και πάνω στα μακριά μαύρα του μαλλιά φορούσε ένα στεφάνι από λιόπρινο». 

Στην ονειρική περιγραφή του Ντίκενς συμπυκνώνεται η αντίφαση της βικτοριανής βιομηχανικής Αγγλίας: μια έκρηξη αφθονίας μετατρέπει το Λονδίνο σε παγκόσμιο εμπορικό κέντρο, με πολυτελή και σπάνια αγαθά από όλο τον κόσμο να πλημμυρίζουν τις αγορές του, με αντάλλαγμα υφάσματα, ρούχα, εργαλεία, μηχανές, ατμόπλοια που έφευγαν προς αποικίες, προτεκτοράτα και άλλες χώρες για να στηρίξουν τη δική τους βιομηχανική ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή, το Λονδίνο της αφθονίας ήταν και μια μητρόπολη απόλυτης φτώχειας, αθλιότητας, βρομιάς, θανατηφόρας υγιεινής για την πλειονότητα των κατοίκων του. Το Φάντασμα των Χριστουγέννων του παρόντος θυμίζει στον τσιγκούνη Σκρουτζ, που μισεί τα Χριστούγεννα ως πρόσχημα περιττής σπατάλης, ότι όλοι, ακόμη και οι φτωχότεροι των φτωχών, έχουν δικαίωμα σε ολίγη αφθονία και λιτή σπατάλη για μια-δυο γιορτινές μέρες του χρόνου. Κι επειδή αυτό δεν ήταν αυτονόητο για τους άπορους, η φιλανθρωπία, το πνεύμα της εθελοντικής προσφοράς στους στερημένους και μη έχοντες έρχεται, συμπληρώνει, αλλά ίσως και αντιπολιτεύεται τη «νομοθετημένη» από τη βασίλισσα Βικτορία φιλανθρωπία. Την οποία ο Ντίκενς ως γνωστόν επέκρινε χοντρά ως βιομηχανικό «παιδομάζωμα». 

Αλλά και το Φάντασμα των Χριστουγέννων του Παρελθόντος, αν και απόκοσμο και λιγότερο πληθωρικό, δεν ξεφεύγει από τον κανόνα της αφθονίας, έστω και ως ολιγοήμερη παρένθεση. «Ποια είναι η δουλειά σου;», το ρωτά ο Σκρουτζ. «Η ευημερία σας», απαντά το φάντασμα. 

Δικαίως έχουν κάποιοι χαρακτηρίσει τον Ντίκενς «εφευρέτη των Χριστουγέννων», με την πασίγνωστη νουβέλα του. Δεν είναι και η καλύτερή του, αλλά οπωσδήποτε είναι η εξυπνότερη, μια και έδωσε στη σκληρότητα του βιομηχανικού καπιταλισμού του 19ου αιώνα την ευκαιρία ενός στοιχειώδους εξανθρωπισμού, έστω για λίγες μέρες, ως διάλειμμα ευημερίας και λιτής αφθονίας για όλους, για τους πιο στερημένους, πένητες και ανέστιους. Το κατά Ντίκενς φορτωμένο τραπέζι, το γεμάτο πιάτο, η γαστρονομική υπερβολή των γιορτών και για τον πιο φτωχό έγιναν ό,τι και τα πέντε λεπτά δημοσιότητας που υποσχόταν και στον πιο άσημο και αφανή ο Γουόρχολ έναν αιώνα μετά. Η τεράστια αγορά των Χριστουγέννων, που στη Δύση αντιστοιχεί έως το 20% του ετήσιου τζίρου και στην Ανατολή σε ένα αντίστοιχο ποσοστό της παραγωγής, επέβαλε έναν ευρύ εκδημοκρατισμό της κατανάλωσης, χωρίς να χρειαστεί να επηρεαστεί στο ελάχιστο η τεράστια, συνεχώς διευρυνόμενη και ληστρική ανισότητα στην κατανομή του πλούτου. 

Ο κανόνας των Χριστουγέννων της αφθονίας σε αδρές γραμμές τηρήθηκε αδιάλειπτα εδώ και αιώνες, ακόμη και στις φτωχότερες περιοχές της καθ' ημάς Ανατολής και των οθωμανικών Βαλκανίων, όπου μια τεράστια ποικιλία εθίμων, γαστρονομικών επινοήσεων και απολαύσεων έδινε στα χριστιανικά Χριστούγεννα μια αυθεντική παγανιστική και ηδονιστική διάσταση. Η διαφορά είναι πως ο «εφευρέτης» των Χριστουγέννων Ντίκενς έδωσε σε αυτή τη διάσταση τον χαρακτήρα μιας παγκοσμιοποιημένης ηθικής, οικονομικής και κοινωνικής επιταγής για την πολιτική, οικονομική και επιχειρηματική ελίτ της εποχής του. 

Η παράδοση που διαμόρφωσε ο θείος Κάρολος Νο 2, με το αρχέτυπο του μεταμελημένου αποθησαυριστή Σκρουτζ, πρακτικά φτάνει ώς τις μέρες μας: με τη μορφή του επιθετικού, συναισθηματικά εκβιαστικού μάρκετινγκ με το οποίο οι κολοσσοί της εκμετάλλευσης, της κατασπατάλησης φυσικών πόρων, της καταπάτησης δημόσιων αγαθών και της απομύζησης των δημόσιων συμβάσεων, οι δεξιοτέχνες της μεγάλης φοροαποφυγής, οι μανατζαραίοι και μεγαλομέτοχοι της εκρηκτικής κερδοφορίας, των ιλιγγιωδών stock options και της ασφυκτικής ακρίβειας πλημμυρίζουν αίφνης αγάπη και στοργή για τους αναξιοπαθούντες του κόσμου. Και διαλαλούν κάθε ευρώ φιλανθρωπίας προς τους εξόριστους των Χριστουγέννων. Οσοι έχουν δώσει προσοχή στα καλοφτιαγμένα, μελιστάλακτα, ενίοτε δακρύβρεχτα διαφημιστικά μηνύματα των ημερών, μάλλον καταλαβαίνουν ότι το 12ήμερο των Χριστουγέννων είναι το μικρό διάλειμμα των καλικάντζαρων του πλούτου από το ακατάπαυστο πριόνισμα του Δέντρου της Ζωής. Και το μάρκετινγκ της φιλανθρωπίας τους, εκτός από ευπρεπές ξέπλυμα αθλιοτήτων, είναι και μια υποχρέωση να κλείσουν τους ετήσιους προϋπολογισμούς Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και να τσεκάρουν, ως καλοί πρόσκοποι, πόσους στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης έχουν πετύχει. 

Δεν μας φταίει ο Ντίκενς, βεβαίως, για τη μετατροπή της ανθρωπιάς και της συμπόνιας σε βιομηχανία φιλανθρωπίας. 


ΥΓ.: Ο κανόνας χριστουγεννιάτικης αφθονίας, ιδίως για την ελληνική αγορά, πρέπει φέτος να δέχτηκε το ισχυρότερο πλήγμα του εδώ και δεκαετίες. Αυτό τουλάχιστον μου μεταφέρουν ο φούρναρης, ο κρεοπώλης, ο μανάβης και λοιποί συντελεστές της συνοικιακής αγοράς. 

ΚΙΜΠΙ

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com 




ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

... Η καρδιά και η ψυχή του ήταν συγκεντρωμένες στη σκηνή και στον παλιό του εαυτό. Επιβεβαίωνε τα πάντα, θυμόταν τα πάντα, απολάμβανε τα πάντα και υπέφερε από την πιο παράξενη ταραχή. Μόνο τώρα, όταν τα λαμπερά πρόσωπα του παλιού εαυτού του και του Ντικ έφευγαν από μπροστά τους, θυμήθηκε το Φάντασμα και συνειδητοποίησε ότι τον κοιτούσε, ενώ το φως στο κεφάλι του έλαμπε πολύ καθαρά.

«Εύκολη υπόθεση», είπε το Φάντασμα, «να κάνεις αυτούς τους ανόητους ανθρώπους να πλημμυρίζουν ευγνωμοσύνη».

«Εύκολη!», επανέλαβε ο Σκρουτζ.

Το Πνεύμα του έκανε νόημα ν' ακούσει τους δύο μαθητευόμενους που άνοιγαν τις καρδιές τους επαινώντας τον Φέζιγουιγκ. Και όταν ο Σκρουτζ το έκανε, το Πνεύμα είπε: «Γιατί! Δεν είναι; Εχει ξοδέψει μόνο μερικές λίρες από τα θνητά σου χρήματα - τρεις ή τέσσερις, ίσως. Είναι τόσα πολλά ώστε να του αξίζει αυτός ο έπαινος;».

«Δεν είναι αυτό», είπε ο Σκρουτζ. Ξαναμμένος από το σχόλιο και μιλώντας ασυνείδητα σαν τον προηγούμενο -όχι τον κατοπινό- εαυτό του. «Δεν είναι αυτό, Πνεύμα. Εχει τη δύναμη να μας κάνει ευτυχισμένους ή δυστυχισμένους· να κάνει την υπηρεσία μας ελαφριά ή βαριά: μια απόλαυση ή ένα αφόρητο βάρος. Πες ότι η δύναμή του βρίσκεται στα λόγια και τα βλέμματα· σε πράγματα τόσο μικρά και ασήμαντα που είναι αδύνατο να τα προσθέσεις και να τα μετρήσεις - τι λοιπόν; Η ευτυχία που δίνει είναι τόσο μεγάλη, σαν να του κοστίζει μια περιουσία».


Τσαρλς Ντίκενς, «Ο ύμνος των Χριστουγέννων»