Saturday, January 25, 2020

Γλυκιά πίκρα

ΕΦΣΥΝ 25-26/1/2020




… Οπότε, μπαίνει στο γραφείο ο Αϊ-Μπαζ, πάντα ευγενής και δοτικός, με τη σκούρα καφετί πλάκα να αποκαλύπτεται μέσα από το εξίσου σκούρο περιτύλιγμά της, και μας προσφέρει από ένα κομμάτι. Σοκολάτα, 100% κακάο, νο σούγκαρ. Ενθουσιάστηκα εγώ, αριστουργηματική πίκρα, βελούδινη. Μάλλον αηδίασε η Χρις, του Μπ. την αντίδραση δεν την πρόσεξα, ο Μ. ζητούσε περίσσευμα και η Α. μάλλον απογοητεύτηκε, δεν είδα να ζητά δεύτερο κομμάτι. Γούστα είναι αυτά, του πικρού είμαι εγώ, ίσως ήμουν ακόμη και σε κλίμα Βρυξελλών, άρτι αφιχθείς από την «καρδιά της Ευρώπης» που οι παλμοί της ανεβοκατεβαίνουν απότομα - από τους ελεγχόμενους ρυθμούς στα κτίρια της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας στους δυνατούς χτύπους συγκίνησης που προκαλούν οι βιτρίνες με τις πραλίνες και η διάχυτη μυρωδιά σοκολάτας και βούτυρου. Και να θες ν’ αγιάσεις, δεν σ’ αφήνουν.

Αφού ολοκλήρωσα
τα σεμνά καθήκοντα του ευρωπαϊκού θεσμικού τουρισμού, γέμισα τον λίγο χρόνο μέχρι την επιστροφή με την παραδοσιακή περιήγηση στη βασική τουριστική ατραξιόν των Βρυξελλών, την Γκραν Πλας και τα πέριξ, όπου αναδύεται η δόξα του Βελγίου: οι 176.000 τόνοι προϊόντων σοκολάτας τον χρόνο που προσφέρονται σε κάθε εκδοχή. Από τις ακριβές δημιουργίες του Μαρκολίνι, που εκτίθενται σαν διαμαντόδετα κοσμήματα Piaget, μέχρι τις φτηνές, ταπεινές συσκευασίες της σοκολατοβιομηχανίας, που στη γλώσσα και στον ουρανίσκο του μέσου ανθρώπου κάνουν πάνω-κάτω την ίδια δουλειά, με λίγα ευρώ: αφήνουν τη γεύση και τις επιγεύσεις της «τροφής των θεών» - αυτό σημαίνει η λέξη κακάο στη γλώσσα των Αζτέκων κατά τη βικιπέντια.

Ηταν πράγματι
γλυκιά η τροφή των Νοτιαμερικάνων θεών πριν τους αποκαθηλώσουν από τους θρόνους τους οι Ευρωπαίοι άποικοι, μαζί με την εξολόθρευση των πιστών τους; Αγνοώ και δεν πρόκειται να το ψάξω περαιτέρω. Αλλά έχω την αίσθηση ότι η γεύση που ταιριάζει στη σοκολάτα και στην πραλίνα είναι πικρή, κι ας απογοητεύσει αυτό τους ερωτευμένους και τους τουρίστες των Βρυξελλών που αγοράζουν κατά κανόνα σοκολατάκια σε σχήμα καρδιάς, σε αντίστοιχου σχήματος συσκευασίες, αδιαπραγμάτευτα κόκκινες. Οκέι, το κόκκινο μπορεί να παραμείνει το πιο ταιριαστό χρώμα στη σοκολάτα, όχι ως χρώμα του έρωτα κατά το κλισέ, αλλά ως χρώμα του αίματος. Γιατί η ιστορία της σοκολάτας -φυσικά όχι μόνον αυτής- είναι συνδεδεμένη με ποταμούς αίματος.

Δεν ξέρω
αν κάπου στις Βρυξέλλες λένε την πραγματική ιστορία της σοκολάτας, που είναι επίσης ιστορία του καουτσούκ, των διαμαντιών, των μεταλλευμάτων, είναι ιστορία του Κονγκό και ιστορία της βελγικής αποικιοκρατίας, συνδεδεμένης με μία από τις πιο αιματηρές γενοκτονίες στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Στην Αμβέρσα, την παγκόσμια πρωτεύουσα των διαμαντιών, υπάρχει ένα ιδιωτικό μουσείο που στον τίτλο του ανακηρύσσει αυτάρεσκα τους Βέλγους «Εθνος της Σοκολάτας». Αυτό ενδεχομένως θίγει τους Γάλλους, αλλά μικρή σημασία έχει ποιοι δικαιούνται πραγματικά τον τίτλο του «Εθνους της Σοκολάτας», σημασία έχει η εθνική αλήθεια καθενός να περιλαμβάνει την αυτογνωσία των ιμπεριαλιστικών και αποικιοκρατικών εγκλημάτων που έχτισαν τις λαμπερές αυτοκρατορικές πρωτεύουσές τους, τα θαυμαστά μουσεία τους, τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς που για αιώνες σώρευαν από κάθε γωνιά του πλανήτη. 

Η σοκολάτα
, όπως και το καουτσούκ πάνω στο οποίο κύλησε ο πολιτισμός του αυτοκινήτου, είναι μια συνεκδοχή της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, στην πιο σκληρή εκδοχή της. Ολίγα εγκυκλοπαιδικά στοιχεία, έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε: Το Κονγκό αποτέλεσε το προσωπικό οικόπεδο του βασιλιά Λεοπόλδου του Β', 70 φορές μεγαλύτερο από την ίδια του τη χώρα. Ηταν η πρώτη και μάλλον μοναδική ιδιωτική αποικία στην ιστορία της ανθρωπότητας, νομιμοποιημένη από τους λοιπούς Ευρωπαίους αποικιοκράτες στο συνέδριο του Βερολίνου το 1885. Για 23 χρόνια, ένας στρατός από «εξερευνητές», ιεραπόστολους, μηχανικούς, τυχοδιώκτες, βασανιστές και ανεξέλεγκτους ένοπλους κατσαπλιάδες εξαγόραζαν ανυποψίαστους φυλάρχους, συνελάμβαναν και μετέτρεπαν σε σκλάβους εκατομμύρια ντόπιων, τους υπέβαλλαν σε φρικτά βασανιστήρια και αναγκαστική εργασία μέχρι θανάτου για να ξεχερσώσουν τροπικά δάση, να στρώσουν σιδηροδρομική γραμμή, να εξορύξουν διαμάντια και μεταλλεύματα, να μαζέψουν καουτσούκ, καφέ και κακάο, φυσικά και κακάο προορισμένο να μετατραπεί σε σοκολάτα για τους εκλεπτυσμένους ουρανίσκους των Ευρωπαίων. Το αποκορύφωμα της εξόντωσης του μαύρου πληθυσμού ήταν «ο νόμος του κομμένου χεριού». Εκατομμύρια δεξιά χέρια παιδιών, γυναικών, ανδρών ακρωτηριάζονταν για παραδειγματισμό, για τιμωρία ή και μόνο για προληπτικούς λόγους. Εκατομμύρια κάτοικοι της κατασκευασμένης χώρας για 23 χρόνια, μέχρι το 1908, αποτέλεσαν την καύσιμη ύλη της μεγαλύτερης ανομολόγητης γενοκτονίας του 20ού αιώνα στην Αφρική. 

Εμεναν βέβαια
τα αριστερά χέρια. Εφταναν για να χαράξουν τους κορμούς των δέντρων. Για να μαζέψουν τους κόκκους του καφέ, τους καρπούς του κακάο που έφταναν κατά χιλιάδες τόνους στο Βέλγιο για να μεταμορφωθούν σε σοκολάτα, να τυλίξουν τις κομψές γλυκιές ή ημίγλυκες πραλίνες.
Πώς αλλιώς λοιπόν θα μπορούσε να είναι; Ακόμη και γλυκιά η σοκολάτα, είναι πικρή, θεόπικρη.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Δεν ξέρουμε ακριβώς από πού προέβαλε η όψη της φρίκης. Κάποιοι διατείνονται ότι ο Φιεβέ έβγαλε το φιρμάνι. Φορώντας το μπεζ μπουρνούζι του, από το οποίο έλειπε ένα κουμπί, μπροστά στην κατοικία του, ελαφρώς μεθυσμένος, λένε πως εξήγγειλε τον ανυπόφορο κανόνα: όποιος πυροβολήσει πρέπει, για να δικαιολογήσει τη χρήση των σφαιρών, να κόψει τα δεξιά χέρια των νεκρών και να τα φέρει στο στρατόπεδο.
Εκτοτε το κομμένο χέρι έγινε νόμος, ο ακρωτηριασμός συνήθεια. Εχουν πει κατά καιρούς ότι ο Φιεβέ ήταν το πρότυπο για τον χαρακτήρα του Κουρτς στο μυθιστόρημα του Κόνραντ. Ο Φιεβέ όμως, ο αληθινός, ο γνήσιος, είναι πολύ χειρότερος. Ο Φιεβέ ξεπερνάει όλους τους Κουρτς, όλους τους τυράννους και όλους τους παράφρονες της λογοτεχνίας. Είναι μια γνήσια ποδοπατημένη ψυχή. Αλλά ποιος ήταν; Ενας χρήσιμος φονιάς, ένα από τα παιδιά που τα έχουν αποτρελάνει και μπαίνουν στην υπηρεσία της μεγάλης μηχανής.
Eric Vuillard, «Κονγκό»

Saturday, January 18, 2020

Το αλφάβητο, η alphabet και το αλγοριθμικό καζίνο

ΕΦΣΥΝ 18-19/1/2020
Η εποχή του χειροποίητου καπιταλισμού... Χρηματιστήριο Μιλάνου, από την 'Εκλειψη" του Αντονιόνι, 1962.


Ο μέσος άνθρωπος, τουλάχιστον του δυτικού ημισφαιρίου, μπαίνοντας κάθε μέρα στο ίντερνετ θα έρθει αντιμέτωπος με τα 6 γράμματα που τον καλωσορίζουν πριν του επιτρέψουν πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορία αναζητά: Google. Είναι η πόρτα προς τον παράδεισο, την κόλαση ή το καθαρτήριο του καθενός, έστω στις άυλες, εικονικές εκδοχές τους. Είναι το Αλφα και το Ωμέγα της ψηφιακής μας υπόστασης, μαζί με τη Microsoft, την Apple και μερικές ακόμη παγκόσμιες αυτοκρατορίες που έχουν κατακλύσει τον λόγο, την εικόνα, τη σκέψη. Η Google, λίγο περισσότερο από τις άλλες, υποδηλώνει την κατάληψη και της γλώσσας, της κάθε γλώσσας, μέσω του ονόματος της μητρικής εταιρείας της: alphabet. Αν «γκουγκλίσετε» τη λέξη δεν θα βγει πρώτα το λήμμα της βικιπέντια για το «αλφάβητο», το ελληνικό ή το φοινικικό, αλλά η σελίδα της μητρικής τής Google, της alphabet, με το καλωσόρισμα και το μανιφέστο του συνιδρυτή της Λάρι Πέιτζ, να σου δίνει την εντύπωση ότι διαβάζεις το κατά Ιωάννην, «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην ο Θεός…». Ποιος είναι ο θεός, ποιος ο λόγος και ποια τα ά-λογα του κόσμου μας που ξοπίσω τους τρέχουν ζάμπλουτοι φίλιπποι και φτωχομεσαίοι τυχοδιώκτες;

Η alphabet ξεπέρασε προ ημερών σε κεφαλαιοποίηση το 1 τρισ. δολάρια και το γεγονός προβλήθηκε και γιορτάστηκε ποικιλοτρόπως από τους αλογομούρηδες των χρηματιστηρίων, τους ίππους του σέρφινγκ και τους αναβάτες των απλικέισιον. Από το 2004 που μπήκε στη Wall Street, η μετοχή της αναρριχήθηκε από τα 54 στα 1.450 δολάρια. Μέσα σε 16 χρόνια 30πλασιάστηκε. Αν υπήρχε χρηματιστήριο στην αρχαϊκή εποχή κι είχε εισαχθεί σ’ αυτό το ελληνικό αλφάβητο, ή ακόμη παλιότερα το φοινικικό, πού θα έπρεπε να είχε πάει, άραγε, η μετοχή τους; Οχι, καμιά τύχη δεν θα ‘χε στις μέρες μας το αλφάβητο, pennie stock θα ήταν στην καλύτερη περίπτωση, αν όχι μετοχή-σκουπίδι.

Η Google και η alphabet –φυσικά όχι μόνο αυτές- μας ξαναμαθαίνουν το αλφάβητο του καπιταλισμού- καζίνο, με όλο τον βαθύ μυστικισμό του, ενισχυμένο πια και από την αλγοριθμική κερδοσκοπία. Ο κόσμος των αγορών σερφάρει ξανά με άγρια χαρά πάνω στο κύμα της φούσκας και ουδείς ενοχλείται ή ανησυχεί. Το αντίθετο. Οι μεγαλοσχήμονες «τσέο» (CEO) του κόσμου ρωτιούνται τι προβλέπουν για τις αγορές το 2020 και, έχοντας παντελονιάσει τα μπόνους και τα στοκ όψιονς του 2019, απαντούν με βεβαιότητα ότι τα χρηματιστήρια πάνε για νέα ρεκόρ: ο Dow Jones θα πάει στις 35.000 μονάδες, ο Nasdaq έχει στο τσεπάκι τις 10.000 μονάδες, ο S&P 500 θα καβατζώσει τις 4.000 μονάδες, κι από κοντά ο Nikkei, o DAX, o CAC θα καταπιούν εκατοντάδες μονάδες ανεβαίνοντας σε νέες κορυφές (με τον Γ.Δ. του Χ.Α. δεν ασχολείται ακόμη κανείς, η αρπαχτή έγινε προ δύο δεκαετιών).

Ξαναρωτιούνται οι ίδιοι CEO, πιθανότατα από τους ίδιους αδιάβλητους ερευνητές, τα ίδια αμερόληπτα θινκ τανκ, τα ίδια ΜΜΕ και τους ίδιους δημοσιογράφους τι προβλέπουν για την παγκόσμια ανάπτυξη. Τότε αφήνουν τον χαζοχαρούμενο αλογομούρικο ενθουσιασμό, φορούν μαύρες πλερέζες και μάσκες μελαγχολίας και απαντούν ότι ανησυχούν για επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας το 2020, ενδεχομένως και περιφερειακή ύφεση, τρέμουν τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, τις πολεμικές εντάσεις, τις περιφερειακές διενέξεις, τη διευρυνόμενη φτώχεια και τις ανισότητες, την κλιμάκωση των εμπορικών διενέξεων, τη μείωση της κατανάλωσης, την τρέλα του Τραμπ, την ισχύ του Πούτιν, τον ανεξέλεγκτο Ερντογάν. Παρακολουθήστε αυτές τις μέρες το Νταβός και θα καταλάβετε.

Λοιπόν, τι από τα δύο θα ισχύσει; Θα κατρακυλήσουν στην επιβράδυνση οι οικονομίες ή θα εκτιναχθούν στα ύψη οι αγορές; Ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα; Πιθανότατα και τα δύο είναι αλήθεια, ή τουλάχιστον αποτελούν ρεαλιστικές εκτιμήσεις. Διανύουμε εκείνη τη φάση του κύκλου που οι αγορές αυτονομούνται πλήρως από τα δεδομένα της οικονομίας, όχι μόνο γιατί εκατομμύρια παίκτες ζουν στον πυρετό της φούσκας, αλλά και γιατί οι ίδιες οι επιχειρήσεις, φοβούμενες πτώση του τζίρου τους, φρενάρουν τις επενδύσεις και το ρίχνουν στον τζόγο για να ρεφάρουν. Κατά βάθος ξέρουν ότι η φούσκα θα σκάσει κάποια στιγμή, αλλά ακριβώς όπως και το 2007 μπαζώνουν ό,τι προλάβουν πριν το μοιραίο. Ισχυρές δόσεις αλγοριθμικής χειραγώγησης μεσολαβούν, αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα, η αγορά της πληροφορίας ρέει πάνω στον ασφαλή και ατάραχο ωκεανό της Google, γράφει με το πολύτιμο αλφάβητο της alphabet, μιλά με τους φθόγγους της Microsoft, συνυπάρχει στον κόσμο του Facebook και κάνει τον θορυβώδη και άγριο κόσμο του χρηματιστηρίου του Μιλάνου, που μας γνώρισε ο Αντονιόνι το 1962 στη μοναδική, γοητευτική του «Εκλειψη», να μοιάζει με ρομαντική καρτ ποστάλ. Αν η αιθέρια Βιτόρια (Μόνικα Βίτι) και ο κυνικός χρηματιστής Πιέρο (Αλέν Ντελόν) βρίσκονταν στο τοξικό περιβάλλον του αλγοριθμικού καζίνου θα εξαερώνονταν σε δευτερόλεπτα...


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Βιτόρια: Ζωγράφιζε λουλούδια εκείνος που έχασε τα λεφτά.
Σερβιτόρος: Πήγε άσχημα σήμερα, κύριοι;
Βιτόρια: Δεν σταματάς στιγμή
Πιέρο: Γιατί να σταματήσω;
Βιτόρια: Μα πού πάνε αυτά τα δισεκατομμύρια που χάνονται; Οταν κερδίζεις, παίρνεις λεφτά από τους χαμένους;
Πιέρο: Δεν είναι τόσο απλό…
Βιτόρια: Πού πάνε όταν τα χάνεις;
Πιέρο:… (Σηκώνει τους ώμους σε ένδειξη άγνοιας).

Μικελάντζελο Αντονιόνι, «Η έκλειψη» (Σενάριο: Μ. Αντονιόνι, Τονίνο Γκουέρα).

Saturday, January 11, 2020

Η τιμωρία του Κωλοβελόνη

ΕΦΣΥΝ, 11-12/01/2020

Είναι η τέταρτη ή πέμπτη φορά στα δύο χιλιάδες χρόνια και κάτι αυτού του δωδεκαήμερου μεταφυσικού σόου που ο Κωλοβελόνης υποχρεώνεται να παρατείνει τη διαμονή του στον Πάνω Κόσμο και να μην ακολουθήσει τους συντρόφους του -καλικάντζαρους, βαθρακούκους, καρκάντσαλους, βορδόλακες, κάηδες, σκαλικαντζούρια, λυκοκάντζαρους, παγανούς, καλλισπούδηδες- στο ταξίδι της επιστροφής στον Κάτω Κόσμο. Οπου, και καλά, τους περιμένει η άχαρη δουλειά της υπόλοιπης χρονιάς: το πριόνισμα του Δέντρου της Ζωής, το πελέκημα μέχρι κατάρρευσης των κολονών που κρατάνε τον κόσμο από τότε που ο Ατλαντας συνταξιοδοτήθηκε και ο Ηρακλής δεν προτίθετο να ξανακάνει τη βλακεία να πάρει στους ώμους του τον ουράνιο θόλο όχι για τα μήλα των Εσπερίδων, αλλά ούτε για όλο το χρυσάφι, το πετρέλαιο και φυσικό αέριο της Γης, συμπεριλαμβανομένου του EastMed. 

«Εντολή του μεγάλου», ήταν το μήνυμα που δόθηκε στον Κωλοβελόνη, αν και ήταν σίγουρος ότι τ’ αφεντικό του Κάτω Κόσμου, ο Μαντρακούκος, αποκλείεται να πήρε τέτοια πρωτοβουλία χωρίς συνεννόηση με τον «μεγάλο» του Πάνω Κόσμου. Κι έτσι ο Κωλοβελόνης, πιο απρόθυμος από ποτέ, αναγκάστηκε να παρατείνει την παραμονή του στη Γη και δη στην Αθήνα, που έχει γίνει πια μια βαρετή πόλη ακόμη και για Καλικάντζαρο, τον κατά τεκμήριο εκπρόσωπο του επίσημου Κακού. Εχει πέσει τόση κανονικότητα, που έχει κάνει πληκτική την πιο ενδιαφέρουσα χώρα του δυτικού ημισφαιρίου, τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία. Τώρα δεν ανοίγει ρουθούνι. Ούτε φωτιές, ούτε τζερτζελέδες, ούτε εντάσεις, άντε καμιά τελετουργική ψιλή με την αστυνομία, καμιά ανατίναξη ΑΤΜ τη νύχτα, αλλά ακόμα και σ’ αυτό το σπορ το Βερολίνο έχει πάρει κεφάλι. 

Οι πρώτες μέρες της εκτός Δωδεκαήμερου αποστολής του Κωλοβελόνη στην Αθήνα κύλησαν όσο βαρετά περίμενε. Είδε τα συνεργεία του δήμου να ξεστολίζουν τα δέντρα και να μαζεύουν τα λαμπιόνια των μικρών και μεγάλων χορηγών από τους δρόμους, παρακολούθησε τα συνεργεία καθαριότητας να πλένουν τις πλατείες, είδε τους καταστηματάρχες και τις μεγάλες αλυσίδες να αλλάζουν τις βιτρίνες και να ετοιμάζονται για τις εκπτώσεις, διάβασε όλους τους απολογισμούς και τις έρευνες για τον όχι και τόσο ζωηρό τζίρο των γιορτών, παρακολούθησε τα σπαρταριστά ρεπορτάζ από το ταξίδι του Μητσοτάκη στην Ουάσινγκτον, χάζεψε στην τηλεόραση τις φωτιές στην Αυστραλία, τις συγκεχυμένες πληροφορίες για το πώς έπεσε το ουκρανικό Boeing, τις απεργίες στη Γαλλία, μέτρησε δύο φορές όλους τους άστεγους στο κέντρο της πόλης, διαπίστωσε τη σχετική σταθεροποίηση της κοινωνικής κατάστασης στη χώρα και αναρωτήθηκε τι συναρπαστικό θα μπορούσε να περιμένει για να διασκεδάσει την πληκτική παραμονή του στον Πάνω Κόσμο. 

Μέχρι που ήρθε
το μέιλ από τον κάτω κόσμο -μέσω του δικτύου 5G που προ πολλού ο αρχηγός Μαντρακούκος είχε χωρίς αναστολές εμπιστευτεί στους κινεζικούς δράκους- το οποίο προσδιόριζε τους στόχους και τα ορόσημα της αποστολής του στον Πάνω Κόσμο. Ο Κωλοβελόνης λοιπόν όφειλε να παραμείνει μέχρι να δει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
- Τον διαγωνισμό του καζίνου στο Ελληνικό να προχωρεί, για να πάει η καρδιά του Λάτση στη θέση της. Τον Αδωνι να βάζει συμβολικά μπροστά την πρώτη μπουλντόζα στο Ελληνικό, κι αν αυτό δεν καταστεί εφικτό, να ανοίγει έστω την πρώτη λακκούβα με πτυοσκάπανα χειρός. Εν ανάγκη να επιστρατευτεί ο εξοπλισμός του ΣΚΑΪ για τις δενδροφυτεύσεις.
- Τον Μητσοτάκη να παρευρίσκεται στην πανηγυρική τελετή κλεισίματος των γραφείων του ΔΝΤ στην Αθήνα, στην οδό Αμερικής. Ειδική επιτροπή θα αποφανθεί αν το τελετουργικό του λουκέτου θα περιλαμβάνει δέσιμο αντί κόψιμο κορδέλας ως είθισται στα εγκαίνια.
- Την 5η και την 6η μεταμνημονιακή αξιολόγηση να κλείνουν επιτυχώς και χωρίς αστερίσκους. Το Eurogroup να αποφασίζει μείωση των πλεονασμάτων στο 2% από φέτος και στον μηδενισμό τους από το 2021 μέχρι το 2060. Τη Λαγκάρντ να αποδέχεται πανηγυρικά τα ελληνικά ομόλογα στο τρέχον πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης να αναβαθμίζουν στην επενδυτική βαθμίδα το ελληνικό χρέος. Την Ελλάδα να δανείζεται από τις αγορές με αρνητικά επιτόκια, χαμηλότερα και από τα γερμανικά.
- Τον Σταϊκούρα να επισπεύδει τις φοροελαφρύνσεις, να μειώνει τη φορολογία των επιχειρήσεων στο 10%, τους ομολόγους του στην Ε.Ε. να τον καταγγέλλουν για φορολογικό ανταγωνισμό, αλλά χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτα. Την Ελλάδα να γίνεται νο1 επιλογή στην Ευρώπη ως φορολογική έδρα επιχειρήσεων. Το Χρηματιστήριο Αθηνών να υποδέχεται 100 νέες εισαγωγές εταιρειών και τον γενικό δείκτη του να ξεπερνά τις 2.000 μονάδες. Τη Eurostat να επικυρώνει την αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ πάνω από το 4%. Τον Βρούτση να πιστοποιεί την πτώση της ανεργίας κάτω από το 10% και να ανακοινώνει γενική αύξηση 10% στις συντάξεις.
- Τον Μητσοτάκη και τον Ερντογάν να εγκαινιάζουν παράλληλα δύο εργοστάσια συμπαραγωγής F-35, ένα στην Αθήνα και ένα στην Αγκυρα, αφού έχουν προηγουμένως διευθετηθεί όλες οι εκκρεμότητες στο Αιγαίο και έχει συμφωνηθεί ένα ρεαλιστικό πλαίσιο συνεκμετάλλευσης.
- Τη δίκη της Χ.Α. να ολοκληρώνεται με την καταδίκη 68 από τους 69 κατηγορούμενους (με τον 69ο να αυτοκτονεί από τύψεις) και τη ναζιστική οργάνωση να τίθεται εκτός νόμου…

Η λίστα με τα ορόσημα στο μέιλ που διάβαζε ο Κωλοβελόνης ήταν μακρά και είχε πια την πεποίθηση ότι η παραμονή του στον Πάνω Κόσμο δεν ήταν στην πραγματικότητα κάποια αποστολή, αλλά η μακρά τιμωρία του για κάποιο βαρύ του παράπτωμα. Τι ήθελε, ο βλαξ, να πάει με την γκόμενα του Μαντρακούκου; 



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Και κει σαν κατέβουν τα παγανά, αρχίζουν να πελεκάν με τα δόντια τους και με τσεκούρια τοις τρεις κολόνναις, που βαστάν τον κόσμο, να τοις κρεμίσουν, ο κόσμος να χαλάση. Τοις πελεκάν μ’ αγώνα όλον το χρόνο, ως που αποσταμένοι αφίνουν μια τρίχα μόνο ν’ ανασάνουν, μα ο θεός τούς δίνει οργή και τους αποκορώνει και παίρνουν πάλε χόντρο και γιομίζουν οι κολόνναις και κείνοι απ’ το πείσμα τους πιάνονται ύστερα και τρώγονται συνατοί τους.

Ν. Γ. Πολίτου, «Παραδόσεις» (ΚΔ', Καλλικάντζαροι, 612, «Τα παγανά, παράδοση της Ναυπάκτου». Mε την ορθογραφία της καταγραφής)

Sunday, January 5, 2020

Μνημεία βιομηχανικής παρακμής


ΕφΣυν, 4-5/1/2020

Οταν βρέχει δυνατά, η παλιά Εθνική Οδός Αθηνών - Κορίνθου, στο ρεύμα προς Αθήνα, στο ύψος της «Χαλυβουργικής» στην Ελευσίνα, γίνεται κανονική λίμνη. Τα αυτοκίνητα μποτιλιάρουν κατά μήκος της μάντρας που περιβάλλει για εκατοντάδες μέτρα την τεράστια βιομηχανική εγκατάσταση, κόβοντας τη δίοδο του νερού προς τη θάλασσα. Αυτό συμβαίνει εδώ και δεκαετίες. Αλλά ουδείς διανοήθηκε ποτέ να διαταράξει τον πάλαι ποτέ παραγωγικό οργασμό της μονάδας που σήμερα πλέον είναι μνημείο βιομηχανικής παρακμής. Οπως, άλλωστε, οι περισσότερες χαλυβουργίες, μεταλλουργίες, τσιμεντοβιομηχανίες που κάποτε προβάλλονταν ως πρέσβεις του ελληνικού μικροϊμπεριαλισμού.

Η «Χαλυβουργική» έχει πεθάνει προ πολλού, πολύ πριν ξαποστείλει με μερικούς μισθούς αποζημίωσης τους τελευταίους εργαζόμενους. Το μόνο που εκκρεμεί είναι η ληξιαρχική πράξη θανάτου της. Η οποία μπορεί να αργήσει πολύ, καθώς ακόμη και το κουφάρι της ίσως αποδειχτεί προσοδοφόρο για τους ιδιοκτήτες της. Ως οικόπεδο, ως σκραπ, ποιος ξέρει, ακόμη και ως κανονικό μνημείο. Ενδεχομένως να «πουλήσουν» στους βιομηχανικούς αρχαιολόγους την πρώτη υψικάμινο που απέκτησε η Ελλάδα μόλις το 1961, σηματοδοτώντας την καθυστερημένη είσοδό της στον βιομηχανικό καπιταλισμό κι αυτή με τεράστιες αναπηρίες και ελλείψεις. Την πρώτη υψικάμινο που υψώθηκε δύο δεκαετίες και βάλε μετά την έκδοση της ομότιτλης συλλογής του Εμπειρίκου.

Η ιστορία της
«Χαλυβουργικής» αποτελεί τη συμβολική συμπύκνωση της διαδρομής του εγχωρίου καπιταλισμού μέσα από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό με το κράτος, τον παρασιτισμό εις βάρος του δημόσιου πλούτου, τις σκανδαλώδεις συναλλαγές με το πολιτικό σύστημα, τις καιροσκοπικές τράμπες με το ξένο κεφάλαιο, τους αριβισμούς, τους μικρομεγαλισμούς, τους κανιβαλικούς ανταγωνισμούς, τις ανελέητες οικογενειακές διαμάχες, τα μικρά και μεγάλα εγκλήματα εις βάρος του κόσμου της εργασίας και του περιβάλλοντος. Στη θέση της θα μπορούσε να είναι η ιστορία των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, της ΑΓΕΤ Ηρακλής, της Εμπορικής Τράπεζας, της «Πετρόλα» ή της «Ολυμπιακής». Και στη θέση της δυναστείας Αγγελόπουλου να είναι οι δυναστείες Νιάρχου, Τσάτσου, Ανδρεάδη, Λάτση ή Ωνάση. Κάθε μια από τις αυτές τις παρηκμασμένες ή εξαφανισμένες πια επιχειρηματικές αυτοκρατορίες, κάθε ένα από αυτά τα ισχυρά brand names της Ιστορίας, θα μπορούσε να εκπροσωπήσει επάξια την παταγώδη συλλογική αποτυχία μιας ιθύνουσα τάξης ανίκανης να ηγηθεί πραγματικά της χώρας σε κάθε δύσκολη στιγμή, απρόθυμης να διασώσει οτιδήποτε άλλο εκτός από το τομάρι της.

Με ελάχιστες εξαιρέσεις που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα, ο αφρός αυτής της επηρμένης τάξης σε κάθε εθνική κρίση, σε κάθε κοινωνική και οικονομική δοκιμασία ήταν πάντα στη λάθος πλευρά. Για την ακρίβεια, μάλλον ήταν στη σωστή για την πάρτη της πλευρά, αλλά απέναντι στα συμφέροντα και τις ανάγκες της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Κρατικά προνόμια, αρπαχτές, σκιώδεις συναλλαγές με τα κατοχικά στρατεύματα, με το μετεμφυλιακό καθεστώς, με τους πόρους του σχεδίου Μάρσαλ ή με τη χούντα, μεταφυσικοί έρωτες με το Πατριαρχείο, σκάνδαλα υπερτιμολογήσεων πολλών δισεκατομμυρίων, αχυράνθρωποι και χάρτινες εταιρείες για την παροχέτευση κεφαλαίων και για τη φοροκλοπή, ανελέητοι οικογενειακοί εμφύλιοι, μακρόχρονες δικαστικές διαμάχες, αδελφός εναντίον αδελφού, πατέρες που αποκληρώνουν τα τέκνα τους, τέκνα που βγάζουν τους γονείς τους τρελούς, τύφλα να ’χει η «Δυναστεία» της δεκαετίας του ’80 ή η «Λάμψη» του Φώσκολου. Αυτός ο θλιβερός θίασος της επιχειρηματικής μας πραγματικότητας μετέτρεψε την οικονομία της χώρας σε παραγωγική έρημο.

Στην ακμή της η «Χαλυβουργική» απασχολούσε 2.500 εργαζόμενους και παρήγε 2,5 εκατομμύρια τόνους προϊόντων, τα μισά «έχτιζαν» την Ελλάδα της αντιπαροχής και τ’ άλλα μισά εξάγονταν σ’ όλο τον κόσμο. Κάτι αντίστοιχο έκαναν οι τσιμεντοβιομηχανίες, οι εξορυκτικές βιομηχανίες, οι κατασκευαστικές που «φούσκωσαν» χάρη στα εκατοντάδες χιλιόμετρα εθνικών αυτοκινητοδρόμων που σήμερα τους έχουν εκχωρηθεί ως ιδιωτικές οδοί, οι τράπεζες που πριν δεκαπέντε χρόνια πίστεψαν –και κόντεψαν να κάνουν κι εμάς να το πιστέψουμε– πως έχουν στο τσεπάκι τους όλα τα Βαλκάνια, τη μισή Τουρκία κι ένα σεβαστό τμήμα της Ρωσίας. Θυμηθείτε την απίστευτη αμετροέπεια, την υπερφίαλη μπουρδολογία με την οποία κορδώνονταν ιδιοκτήτες, μεγαλομέτοχοι και διευθύνοντες σύμβουλοι στα ΜΜΕ· τη μια στιγμή στα σοβαροφανή πρωτοσέλιδα –κατά προτίμηση σομόν– με βαρυσήμαντες προβλέψεις για την παγκόσμια οικονομία· την άλλη στα λάιφ στάιλ περιοδικά, απαθανατισμένοι με την ίδια άνεση τόσο στα φιλανθρωπικά γκαλά του Μεγάρου Μουσικής και άλλων ευαγών ιδρυμάτων όσο και στις μεταμεσονύχτιες κραιπάλες σε κλαμπ και μπουζουκλερί της παραλιακής.

Με τον κίνδυνο να με πιάσει το αντιτρομοκρατικό μόνιτορ του υπουργείου ΠΡΟ.ΠΟ., τολμώ να πω ότι ο χαρακτηρισμός «λματ», ήτοι «λούμπεν μεγαλοαστική τάξη», που χρησιμοποιούσε για την εγχώρια ελίτ η έγκλειστη 17Ν –εξαιρώντας τις λοιπές απλοϊκότητες– είναι ό,τι πιο εύστοχο έχει διατυπωθεί (τι λες και συ, Τάσο;) μεταπολιτευτικά για να αποδώσει το ήθος μιας κοινωνικής ομάδας που η απληστία της έχει καταστρέψει ή ξεπουλήσει φτηνά το μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγικής βάσης της χώρας.

Τελικά, θα ήταν αστείο
-αν δεν θα ήταν επικίνδυνο- να εμπιστευτεί κανείς (σύμφωνα με τα αγωνιώδη και επικά προσκλητήρια του ΣΕΒ) τη λεγόμενη «4η Βιομηχανική Επανάσταση» στην ίδια τάξη που έχει μετατρέψει τη χώρα σε ερειπιώνα των τριών προηγούμενων.




ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 
 
...Οι κυρίαρχες τάξεις εξακολουθούν την προπολεμική τους τακτική, την τακτική της «αντίστασης» στις παραγωγικές επενδύσεις και τα ζητούν όλα από το ξένο κεφάλαιο. Θυσιάζουν σε αντάλλαγμα και την εθνική ανεξαρτησία και τις ίδιες τις πλουτοφόρες πηγές της χώρας. Εξακολουθούν τον παρασιτισμό, τον μεταπρατισμό και τον δρόμο των μονοπωλιακών προνομίων. Η παραγωγική ανάπτυξη γίνεται με τον ρυθμό που τους εξασφαλίζει την απόλαυση των κερδών και των προνομίων. Η βασική παραγωγική δύναμη, ο εργαζόμενος λαός, καταδυναστεύεται και το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, η χαμηλή αγοραστική δύναμη γίνεται παράγοντας ανασταλτικός για την οικονομική ανάπτυξη.

Δημήτρη Μπάτση, «Η βαρειά Βιομηχανία στην Ελλάδα» (1947), από την επανέκδοση του 1977, «Κέδρος»

Saturday, December 28, 2019

Χαμένη δεκαετία

ΕφΣυν, 28-29/1/2019
 
 

Ο χρόνος είναι χρήμα, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό. Η φράση αποδίδεται στον Βενιαμίν Φραγκλίνο, αλλά δεν θα τσακωθούμε γι’ αυτό. Οποιος προγενέστερος ή μεταγενέστερος του Φραγκλίνου κι αν την είπε, διέπραξε τη μικρή απάτη ότι δεν πρόκειται για μια αμφίδρομη εξίσωση. Ναι, ο χρόνος έγινε χρήμα την εποχή του «ωρολογιακού καπιταλισμού», όταν οι ώρες εργασίας που απαιτούνταν για την παραγωγή ενός προϊόντος έγιναν ασφαλές μέτρο της αξίας του, πριν αυτό φτάσει στην αγορά κι αποκτήσει τις γνωστές μυστικιστικές ιδιότητές του. Αλλά από ένα σημείο και μετά το χρήμα -στη συνολική και αφηρημένη εκδοχή του ως μέτρο του πλούτου- αυτονομήθηκε πλήρως από τον χρόνο εργασίας ειδικά και από τον χρόνο γενικά. Μοιάζει να παράγεται απεριόριστα σε ένα οικονομικό σύμπαν άχρονο, άχωρο και άυλο. Τουλάχιστον γι’ αυτούς που το κατέχουν σε απεριόριστες ποσότητες.

Αντιθέτως, για τους ανθρώπους
που κατέχουν όλο και μικρότερο μερίδιο του παγκόσμιου πλούτου, ο χρόνος έχει πάψει προ πολλού να είναι χρήμα. Πιο πολύ φαίνεται να μετριέται σε απώλεια χρήματος. Eξ ου και η θυμοσοφία των μισθωτών που σαρκάζουν την ανέχειά τους με το ερώτημα: «γιατί στο τέλος κάθε μισθού μένει τόσο πολύς μήνας;»

Αυτή η αντιστροφή
στη σχέση χρόνου και χρήματος εκφράστηκε με τον πιο ακραίο τρόπο, την τελευταία δεκαετία. Για την πλειονότητα των ανθρώπων στον κόσμο ήταν μια χαμένη δεκαετία. Παρότι από άποψη τεχνολογικής προόδου οι οπτιμιστές τη θεωρούν ως την καλύτερη δεκαετία στην ιστορία της ανθρωπότητας, το στίγμα της το έδωσε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και η ταξικά μεροληπτική διαχείρισή της από τις πολιτικές ηγεσίες.

Λοιπόν, ας δούμε
έναν απολογισμό μιας δεκαετίας σε χρήμα.

Το 2010, στην κορύφωση
και παγκοσμιοποίηση της κρίσης που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, ο παγκόσμιος πλούτος υπολογιζόταν σε 200 τρισεκατομμύρια δολάρια. Δεν το λέω εγώ, το λέει η Credit Suisse. Αυτό αντιστοιχούσε σε περίπου 45.000 δολάρια καθαρού πλούτου- δηλαδή μετά την αφαίρεση του χρέους- κατά κεφαλήν. Κάθε ανθρώπινο πλάσμα, θεωρητικά, είχε στη διάθεσή του αυτόν τον ελάχιστο πλούτο που του επέτρεπε να αποφύγει την εξαθλίωση.

Δέκα χρόνια μετά
και αφού έχουν μεσολαβήσει μερικά χρονάκια ύφεσης ή στασιμότητας, εκτεταμένα προγράμματα λιτότητας, αρκετές κρατικές και χιλιάδες εταιρικές χρεοκοπίες, επώδυνα προγράμματα διάσωσης χωρών και -κυρίως- τραπεζών, εκτοπισμός εκατομμυρίων ανθρώπων στην ανεργία και στην απόλυτη φτώχεια, συντριβή και φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης, ο παγκόσμιος πλούτος υπολογίζεται σε 360 τρισ. δολάρια, αυξημένος κατά 55%. Το κατά κεφαλήν μερίδιο αυξήθηκε και αυτό σε σχεδόν 80.000 δολάρια. Για να μη δημιουργούνται παραπλανήσεις με αυτούς τους παγκόσμιους μέσους όρους, που περιλαμβάνουν από το Αφγανιστάν μέχρι το Λουξεμβούργο, σας διευκρινίζω ότι ο κατά κεφαλήν πλούτος στην Ευρώπη είναι 200.000 δολάρια και στη Βόρεια Αμερική (ΗΠΑ - Καναδάς) 417.000 δολάρια.

Λοιπόν, πρόκειται
για μυστήριο ή για θαύμα; Πώς είναι δυνατόν η δεκαετία που το καπιταλιστικό σύμπαν έζησε ως την πιο καταστροφική διαταραχή από την περίοδο της Μεγάλης Υφεσης να είναι ταυτόχρονα περίοδος θεαματικής αύξησης του παγκόσμιου πλούτου; Ποια θαυμάσια εφαρμογή της θεωρίας της δημιουργικής καταστροφής έχουμε εδώ; Πώς γίνεται και αυτό που η πλειονότητα του κόσμου της εργασίας στις αναπτυγμένες χώρες το βίωσε ως βίαιη συρρίκνωση του εισοδήματός της και φτωχοποίηση να εμφανίζεται ως τσουνάμι ευημερίας; Πώς είναι δυνατόν αυτό που εγώ, εσείς- ή οι περισσότεροι από σας, υποθέτω- και πολλοί άλλοι αντιλαμβανόμαστε ως χαμένη δεκαετία, κάποιοι να τη θεωρούν μια ολοκάθαρα κερδισμένη δεκαετία;

Εννοείται πως τα ερωτήματα
είναι ρητορικά. Οι καπιταλιστικές κρίσεις, ανεξάρτητα από τη μορφή που παίρνουν κάθε φορά, λειτουργούν κυρίως ως μηχανισμός αναδιανομής του πλούτου από τους πολλούς σε όλο και λιγότερους. Από το 2009, ενώ ο δείκτης ανισότητας (συντελεστής Gini) έμεινε τυπικά σταθερός, το πλουσιότερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού αύξησε το μερίδιο πλούτου που ελέγχει από το 41,9% στο 45%. Αυτές οι τρεις ασήμαντες μονάδες σημαίνουν ότι χρήμα και περιουσιακά στοιχεία 10 τρισ. δολαρίων άλλαξαν χέρια με όλους τους δυνατούς τρόπους. Ανάμεσα στους οποίους είναι τα κυβερνητικά προγράμματα λιτότητας, οι «μεταρρυθμίσεις» των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, οι ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων υπηρεσιών και επιχειρήσεων, οι ποσοτικές χαλαρώσεις των κεντρικών τραπεζών που αντάμειψαν με δωρεάν ρευστότητα τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης χρέους.

Αυτή, δυστυχώς, είναι η θλιβερή
ανακεφαλαίωση μιας δεκαετίας που ξεκίνησε ως πρωτοφανής κλονισμός του καπιταλισμού, ως μαζική αποδοκιμασία της ανηθικότητάς του, για να καταλήξει σε μια πανηγυρική παλινόρθωση του μηχανισμού της απληστίας, ενδεχομένως σε πιο επιθετικές μορφές. Και σίγουρα με πιο επιθετικούς πολιτικούς εκπροσώπους.

Κάτι πρέπει να κάνουμε τουλάχιστον για την επόμενη δεκαετία, ε, τι λέτε;



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

 
Αηδίες -ο χρόνος έγινε για να κυλάει,
οι έρωτες για να τελειώνουν,
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Απειρο με το μεγάλο διασκελισμό
ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ό,τι ζήσαμε χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό τ’ αναμασάει η ξεδοντιασμένη μνήμη,
όσα δε ζήσαμε
αυτά μας ανήκουν...


Τάσου Λειβαδίτη, «25η ραψωδία της Οδύσσειας»

Saturday, December 21, 2019

Κουκακίου άλωσις

ΕφΣυν, 21/12/2019
 
 

Γέννημα θρέμμα Νεοσκοσμίτης, από παιδί έβλεπα τη Συγγρού σαν το φυσικό σύνορο που χώριζε τη γειτονιά μου -μίγμα προσφύγων, Μικρασιατών και Αρμένιων, εσωτερικών μεταναστών από κάθε σημείο της ελληνικής επαρχίας και ντόπιων δύο τριών γενιών, προφανώς όχι γκάγκαρων- από την απέναντι, μια γειτονιά ένα τουλάχιστον σκαλί πιο πάνω από τη δική μου: το Κουκάκι. Αρχές του 20ού αιώνα, στη συμβολή Δημητρακοπούλου και Ολυμπίου έχτισε το σπίτι του ο Κουκάκης, κατασκευαστής διάσημων χαλύβδινων κλινών και κλινοστρωμνών, κι έτσι η γειτονιά πήρε το όνομά του. Προφανώς δεν ήταν απλώς ένα σπιτάκι...

Οταν ως παιδί
άρχισα να αποσπώμαι από τη στενή επιτήρηση των γονιών και να αυξάνω την ακτίνα των αποδράσεών μου, το Κουκάκι ήταν ένα προσπελάσιμο καταφύγιο. Εβγαινα στη Φραντζή, περνούσα την Καλλιρρόης, έφτανα Φιξ -η μυρωδιά απ’ το εργοστάσιο δεν σ’ άφηνε να χαθείς-, περνούσα στη Ζίννη κι από 'κει έπαιρνα τη Δημητρακοπούλου ή τη Βεΐκου, μέχρι τη Γαργαρέττα ή του Μακρυγιάννη. Κάπου ενδιάμεσα η θεία μου η Μ. είχε μαγαζί με ρούχα κι αυτό γινόταν ενίοτε το επιπλέον πρόσχημα του μεγάλου περίπατου σ’ αυτή τη θορυβώδη συνοικία με τα πολλά μαγαζιά, τις πολλές πολυκατοικίες, τις πολλές μονοκατοικίες, την πολλή κίνηση. Σε σχέση με το Κουκάκι, ο Νέος Κόσμος έμοιαζε χωριό.

Ξαναγνωρίστηκα με το Κουκάκι έπειτα από δεκαετίες. Το πέτυχα πριν από πέντε χρόνια, στο τέλος μιας περιόδου παρακμής, που είχε κλείσει πολλά μαγαζιά κι είχε αδειάσει πολλά διαμερίσματα και κατοικίες από τους μικροαστούς ιδιοκτήτες τους που διασπάρθηκαν προς νότια και βόρεια προάστια, δίνοντας όμως παράλληλα ευκαιρίες φτηνής στέγης, κυρίως σε νέους και φτωχούς ανθρώπους. Με επίκεντρο τους δύο πάντα κατάμεστους πεζοδρόμους, την Ολυμπίου και τη Δράκου, το Κουκάκι είχε εποικιστεί από ένα ολοζώντανο κομμάτι της αθηναϊκής κοινωνίας, που έδινε ελάχιστη υπεραξία σε χρήμα, αλλά άφθονη σε ατμόσφαιρα.

Επί πέντε χρόνια, δουλεύοντας σε ένα διαμέρισμα μιας μισοάδειας πολυκατοικίας στο Κουκάκι, παρακολούθησα μέρα τη μέρα την αθόρυβη κατάληψη της συνοικίας από τον τουριστικό ολετήρα. Στην αρχή, άρχισαν να γεμίζουν τα άδεια -για πολλά χρόνια- ισόγεια μαγαζιά. Η Συγγρού ξανάγινε γρήγορα η μεγάλη πιάτσα των ενοικιάσεων αυτοκινήτων. Επειτα, άρχισαν οι ανακαινίσεις και μετασκευές εγκαταλειμμένων κτιρίων γραφείων σε ξενοδοχεία και χόστελ. Από την Καλλιρρόης, τη Συγγρού και στη συνέχεια σε κάθε δρόμο και στενό του Κουκακίου, ανάμεσα στους δύο σταθμούς του Μετρό. Επειτα, η σιωπηλή εισβολή επεκτάθηκε στις μονοκατοικίες και τις πολυκατοικίες. Από τις αρχές Απρίλη μέχρι τα τέλη Οκτώβρη, ο θόρυβος από τα ροδάκια των βαλιτσών στα πεζοδρόμια ανταγωνιζόταν τον ήχο των αυτοκινήτων στους δρόμους. Στου Μακρυγιάννη, δύο ανθρώπινα ρεύματα συγκρούονταν: το ένα ανέβαινε προς Ακρόπολη και Μουσείο, το άλλο κατέβαινε προς τους πεζοδρόμους Δράκου και Ολυμπίου.

Η μισοάδεια
πολυκατοικία, όπου δούλευα, σιγά σιγά ξαναγέμισε. Μικρές και βιαστικές ανακαινίσεις, καινούργια, φτηνά έπιπλα μετέτρεπαν τα διαμερίσματα σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης. Δίπλα στην είσοδό της πολυκατοικίας, στα ελάχιστα τετραγωνικά ενός καταστήματος που ξανάνοιξε, τουρίστες άφηναν τις βαλίτσες τους, φόρτιζαν τα κινητά τους και, κυρίως, παραλάμβαναν ή άφηναν τα κλειδιά του Airbnb διαμερίσματος που νοίκιαζαν στην ευρύτερη περιοχή. Με τον ίδιο ρυθμό γέμισαν όλες οι πολυκατοικίες, από τη Διάκου μέχρι την Παιδική Χαρά, κι από τη Συγγρού μέχρι τη Ζαχαρίτσα. Αλλά γέμισαν, αφού άδειασαν πρώτα. Η μεγαλύτερη, μαζικότερη και πιο βίαιη κατάληψη στο Κουκάκι δεν έγινε στα τρία κτίρια της Ματρόζου, της Παναιτωλίου και της Αρβάλη. Η μείζων άλωση του Κουκακίου έγινε μέσα σε τρία - τέσσερα χρόνια σε όλα τα σοκάκια της συνοικίας, μέσα στα οποία οι βραχυχρόνιες μισθώσεις των μικρών και μικρομέγαλων ιδιοκτητών και οι χρυσές βίζες των σιωπηρών επενδυτών εξαπέλυσαν έναν ανελέητο διωγμό χιλιάδων φτωχών ενοίκων από τα σπίτια τους. Κι ο διωγμός επεκτάθηκε προς Φιλοπάππου, προς Πετράλωνα, ακόμη και στον ταπεινό Νέο Κόσμο, κι όπου υπάρχει κοντά μετρό, τραμ, λεωφορείο, όπου υπάρχει υποψία ανεκμετάλλευτου τουριστικού κοιτάσματος. Το κατά Προυντόν αξίωμα -«η ιδιοκτησία είναι κλοπή!»- γίνεται μια εφιαλτική κυριολεξία.

Η αδημονία
του μικροϊδιοκτήτη, η τουριστική πλημμυρίδα, η πολυεθνική μηχανή κέρδους που λέγεται Airbnb εξορίζουν τους ανθρώπους από τις γειτονιές τους. Καταλαμβάνουν βίαια τα σπίτια και τα νοικοκυριά τους. Και το Ευρωδικαστήριο δεν βλέπει κανένα πρόβλημα μ' αυτό. Και οι «ρόμποκοπ» του Χρυσοχοΐδη δεν είναι εκεί για να υπερασπίσουν το οικιακό άσυλο. Αλλά, κι αν ήταν, θα έδερναν τους εκδιωκόμενους, όχι τους καταληψίες της αγοράς. Θα πέταγαν ακόμη και τον ανυποψίαστο Κουκάκη από τη χαλύβδινη κλίνη και κλινοστρωμνή του.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Σε κυβερνούν σημαίνει, σε κάθε επιχείρηση, σε κάθε συναλλαγή, σε κάθε κίνηση, σε σημειώνουν, σε καταγράφουν, σε απογράφουν, σε ζυγίζουν, σε ταξινομούν, σε φορολογούν, σε υποσημειώνουν, σε εμποδίζουν, σε μετασχηματίζουν, σε αναστηλώνουν, σε διορθώνουν. Σημαίνει με το πρόσχημα της δημόσιας ωφέλειας και του γενικού συμφέροντος να σε καταχωρούν, να σε εξαγοράζουν, να σε εκμεταλλεύονται, να σε γδύνουν, να σε συμπιέζουν, να σε μυστικοποιούν, να σε κλέβουν∙ και έπειτα, με την παραμικρή αντίσταση, με την παραμικρή διαμαρτυρία να σε καταδιώκουν, να σε προπηλακίζουν, να σε ταλανίζουν, να σε κυνηγούν, να σε λοιδορούν, να σε ανασκολοπίζουν, να σε αφοπλίζουν, να σε δένουν χειροπόδαρα, να σε χώνουν φυλακή, να σε τουφεκίζουν, να σε πυροβολούν, να σε δικάζουν, να σε καταδικάζουν, να σε θυσιάζουν, να σε πουλούν, να σε προδίδουν και σαν αποκορύφωμα, να σε εμπαίζουν, να σε χλευάζουν, να σε εξευτελίζουν, να σε βασανίζουν, να σε ατιμάζουν.

Πιερ Ζοζέφ Προυντόν, «Ιδιοκτησία και επανάσταση»

Saturday, December 14, 2019

Γουρούνια!

ΕφΣυν, 14-15/12/2019




Τώρα, εσείς υποθέτετε ότι ο τίτλος παραπέμπει στο γνωστό σύνθημα με τους μπάτσους και τους δολοφόνους, για το οποίο διαδραματίστηκε άλλη μια τρικυμία εν ποτηρίω, με αποδοκιμασίες, συγγνώμες, μηνύσεις κ.λπ. Καμία σχέση.

Το επόμενο που υποθέτετε είναι ότι η λέξη «γουρούνια», ακολουθούμενη από το θαυμαστικό, χρησιμοποιείται ντε και καλά ως βρισιά εναντίον κάποιων. Πάλι καμιά σχέση. Το ενδεχόμενο αυτό το θαυμαστικό στο τέλος της λέξης να εκφράζει πράγματι θαυμασμό, εκτίμηση, συμπάθεια στα ταπεινά πλάσματα που εδώ και αιώνες χορταίνουν την πείνα μας το έχετε σκεφτεί;
Λοιπόν, περί αυτού πρόκειται: μια ταπεινή προσπάθεια να λύσουμε μια προϊστορική παρεξήγηση που διχοτομεί παράδοξα τον κόσμο σε ένα ιουδαϊκό-ισλαμο-ινδουιστικό μπλοκ (ηχεί παράδοξο ακόμη και να μιλούμε για τέτοιο μπλοκ, αλλά να που διατροφικά υπάρχει) και στο λοιπό χριστιανο-παμφάγο μπλοκ.

Δεν πρόκειται να ξαναγράψω την προϊστορία, την ιστορία και την ανθρωπολογία, αλλά υποθέτω ότι όλοι λίγο-πολύ συμφωνούμε πως η ζωική πρωτεΐνη «έχτισε» το είδος μας, που αν είχε επιλέξει να μείνει βίγκαν το πιθανότερο είναι να μην είχε διαχωριστεί από τους θεωρούμενους προγόνους μας, τους πιθήκους (κι αυτό ας μην εκληφθεί ως μομφή για τους βίγκαν, των οποίων την επιλογή σέβομαι, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν κατάλληλα υποκατάστατα που δεν ρίχνουν τον αιματοκρίτη στα τάρταρα). Ο ανελέητος αγώνας για την εξασφάλιση αυτής της πρωτεΐνης μετέτρεψε τον τροφοσυλλέκτη σε κυνηγό, τον κυνηγό σε κτηνοτρόφο και καλλιεργητή και πάει λέγοντας - δεν υπεισέρχομαι στις λεπτομέρειες αυτής της απλοϊκής αφαίρεσης, γιατί θα φάω ξύλο από τους πάντες: από αξιοσέβαστους βίγκαν, από οπαδούς του «ευφυούς σχεδιασμού», από χριστιανούς, μουσουλμάνους, βουδιστές, ινδουιστές, εβραίους, ακτιβιστές των δικαιωμάτων των ζώων, οικολόγους βάθους που ενδεχομένως πιστεύουν ότι το μόνο έμβιο ον που αξίζει να επιβιώσει στον πλανήτη της ανθρωποκαίνου εποχής είναι η αυτοαναπαραγόμενη αμοιβάδα.

Οι θρησκευτικές απαγορεύσεις και δοξασίες περί την τροφή στην πραγματικότητα μας λένε με διαφορετικό τρόπο την ιστορία της διατροφικής οικονομίας. Το γουρουνάκι «καταδικάστηκε» ως ακάθαρτο στις κοινωνίες της αρχαίας Μέσης Ανατολής πιθανότατα για λόγους καθαρά παραγωγικούς. Οι αιτιολογίες της απαγόρευσης της Παλαιάς Διαθήκης ή του Κορανίου -φταίει τάχα που δεν μηρυκάζει την τροφή του, που τρώει τα πάντα, ακόμη και πτώματα και σκουπίδια, που είναι ευπρόσβλητο σε ασθένειες, που δεν δίνει γάλα και μαλλί- κατά κάποιο τρόπο περιγράφουν τους παράγοντες που καθιστούσαν ασύμφορη την εκτροφή του. Τα αμνοερίφια και τα μοσχάρια μια χαρά εκπλήρωναν τον πολυσύνθετο παραγωγικό προορισμό τους και τα κοπάδια τους, αφού αποψίλωσαν τεράστιες εκτάσεις φυσικής χλωρίδας, εύκολα προσαρμόστηκαν στις συνθήκες της σπάνεως και μοιράστηκαν με τους βοσκούς τους τα πρώτα προϊόντα της γεωργικής επανάστασης: κριθάρι, στάρι, βρώμη, χορτάρι.

Κατά τα φαινόμενα, το ταπεινό γουρουνάκι με τις ακόρεστες ορέξεις του και τον μάλλον υψηλότερο δείκτη ευφυΐας από τα αρνοκάτσικα και τα γελάδια, δεν πολυχωρούσε σ’ αυτόν τον καταμερισμό εργασίας. Οπως ακριβώς για λόγους παραγωγικότητας απαγορεύτηκε η βρώση της καμήλας, που κατά τα λοιπά μια χαρά έκανε τη δουλειά της ως ζώο μεταφοράς, ή της «ιερής αγελάδας» στην Ινδία, όταν ο πληθυσμός της χώρας άρχισε να αυξάνεται εκθετικά. Αντιθέτως, η Παλαιά Διαθήκη υποδεικνύει ως μια χαρά τροφή ακόμη και τη βδελυρή ακρίδα. Λογική υπόδειξη, όταν οι ακρίδες ήταν το μόνο που απέμενε αφού τα σμήνη τους αφάνιζαν σε δευτερόλεπτα τα σπαρτά και καταδίκαζαν στην πείνα τους πληθυσμούς.

Αυτές οι μυστικιστικές απαγορεύσεις του αρχέγονου καταμερισμού εργασίας δρασκέλισαν το κατώφλι μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, εξ ου και ο Χριστός -Ιουδαίος γαρ και ο ίδιος- στις παραβολές του δεν φέρεται με τρυφερότητα απέναντι στα πλάσματα του δημιουργού πατρός του: αλλού απαξιώνει τα γουρουνάκια γιατί είναι ανίκανα να ξεχωρίσουν την αξία των μαργαριταριών (σ.σ.: ακατάληπτο εύρημα: μήπως τα γίδια ξέρουν από μαργαριτάρια;), αλλού τα στέλνει στον γκρεμό μαζί με τους δαίμονες, κι αλλού -στον άσωτο υιό- εμφανίζει το επάγγελμα του χοιροβοσκού ως το πιο υποτιμητικό που θα μπορούσε να κάνει κανείς.

Φευ, όμως
, εδώ η Καινή Διαθήκη την πάτησε, διότι ο χοιροβοσκός άσωτος υιός προδίδει ότι η παγκοσμιοποίηση της εποχής είχε αρχίσει να παραβιάζει τις αρχαίες απαγορεύσεις και είχε φέρει τις διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων και των Ρωμαίων, που λάτρευαν το γουρουνάκι σε κάθε εκδοχή: ψητό, παϊδάκια, γεμιστό, παστό, αλλαντικό. Ο Αίσωπος έχει προ πολλού λύσει την παρεξήγηση περί ακάθαρτου γουρουνιού: «Ὗς καὶ κύων ἀλλήλαις λοιδορούμεναι...», έλεγε σε έναν από τους μύθους του και για να μη σας μπερδεύω με τ' αρχαία, ο μύθος ανέφερε ότι μια σκυλίτσα και μια γουρουνίτσα μάλωναν για το ποια έχει την εύνοια της θεάς Αφροδίτης. Στον ισχυρισμό της σκύλας ότι η θεά δεν ανέχεται ούτε να θυσιάσουν τη γουρούνα επειδή είναι ακάθαρτη, η γουρουνίτσα απάντησε: «Ισα ίσα η θεά απαγορεύει να με θυσιάζουν επειδή είμαι το αγαπημένο της ζώο».

Δυστυχώς γ
ια τα γουρουνάκια -ευτυχώς για μας-, η υψηλότερη από των άλλων βρώσιμων θηλαστικών ευφυΐα τους δεν τα διέσωσε από τη γενικευμένη ένταξή τους στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Ακόμη κι αν στη γλώσσα διατηρούνται πολλές από τις περί «ακαθαρσίας» δοξασίες, ο βιομηχανικός καπιταλισμός κατέστησε το χοιρινό βασική πηγή φτηνής ζωικής πρωτεΐνης για τον παγκόσμιο πληθυσμό, εκμεταλλεύσιμης μέχρι και τελευταίου εκατοστού οστού ή δέρματος (διαβάστε τη «Ζούγκλα» του Απτον Σίνκλερ σχετικώς και ενδεχομένως θα γίνετε οι συνεπέστεροι βίγκαν). Αυτά. Τώρα ας φάμε ένα πιτόγυρο.




ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Μαρατσιόνε: Τότε η μικρή Γκουστάβα ούρλιαξε «τα γουρούνια τρώνε τον κύριο Τζούλιαν!»
Χερντχίτσε: Κι εσείς τι κάνατε;
Μαρατσιόνε: … Εμείς… όταν φτάσαμε στο χοιροστάσιο τα γουρούνια τρώγανε ό,τι είχε μείνει από έναν άνθρωπο, μάλλον ήταν ο κ. Τζούλιαν… φαινόταν ένα χέρι, αλλά στο τέλος, τίποτα…
Χερντχίτσε: Κανείς δεν είδε ούτε ένα ίχνος; Ούτε ένα κουρέλι ρούχου, μια σόλα παπουτσιού;
Μαρατσιόνε: Οχι, τίποτα.
Χερντχίτσε:… Ενα κουμπί;
Μαρατσιόνε: Οχι, κανένα.
Χερντχίτσε: Τότε… (βάζει το δάχτυλο στο στόμα, σε νεύμα σιωπής)… Ούτε λέξη σε κανέναν.

Πιερ Πάολο Παζολίνι, «Χοιροστάσιο» (1969)