Saturday, May 14, 2022

Η μεταφυσική του κέρδους

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 14-15/5/2022


Εχουμε φτάσει σε σημείο καμπής για τον οικονομικό πολιτισμό μας. Διακυβεύονται αξίες και σταθερές αιώνων. Πρέπει να αποφασίσουμε: Το κέρδος είναι καλό πράγμα και αξίζει να το υπερασπίσουμε ως υπέρτατο υπαρξιακό κίνητρο της παραγωγικής μας δραστηριότητας ή το αντίθετο; Το κέρδος είναι η δίκαιη επιβράβευση της επιχειρηματικότητας και οι διεκδικητές του πρέπει να υπερηφανεύονται γι’ αυτό ή αντιθέτως είναι προϊόν μιας ανήθικης, σκοτεινής και αντικοινωνικής συμπεριφοράς και πρέπει να το κρύβουν κάτω από το χαλί, στα ψιλά γράμματα των ισολογισμών ή σε μια τροπική οφσόρ στον Ειρηνικό; Μήπως υπάρχει κάποιο όριο ηθικής, πολιτικής και κοινωνικής ανοχής του κέρδους και πρέπει απλώς να το βάλουμε κι αυτό στη διατίμηση; 

Οι αποσαφηνίσεις είναι απαραίτητες καθώς φαίνεται ότι με τη μεγαλοθυμία και την πυγμή του Μωυσέως η Ελλάδα θα γίνει πιθανότατα η πρώτη πραγματικά κομμουνιστική κοινωνία στην ιστορία της ανθρωπότητας, αφού προτίθεται να φορολογήσει με το ιλιγγιώδες 90% τα υπερκέρδη των ηλεκτροπαραγωγών, άρα να προβεί στη σχεδόν ολοσχερή απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών, υποχρεώνοντας τα αποκαΐδια της ουτοπίας να σκίσουν τις επαναστατικές περγαμηνές τους. Να τα απαλλοτριώσει, εφόσον βέβαια μετρηθούν, ζυγιστούν και ευρεθούν επαρκή. Διότι ακούμε ακόμη στ’ αυτιά μας την αγωνιώδη ανάσα του Αδώνιδος και τελικώς τον ανακουφιστικό αναστεναγμό του πριν κραυγάσει στεντορείως «Να, είδατε, δεν υπάρχουν υπερκέρδη!». 

Μισό, δεν έχουμε καταλάβει, θέτε ή δεν θέτε να υπάρχουν υπερκέρδη στην ενέργεια; Θέτε ή δεν θέτε να αποδώσει το ενεργειακό καζίνο, όπως έχει γίνει σε πολλές καθωσπρέπει μη κομμουνιστικές, εντελώς καπιταλιστικές χώρες της Ε.Ε, κατιτίς από τα δισεκατομμύρια που ενθυλάκωσε από την απογείωση των τιμών στο ρεύμα, στο αέριο, στο πετρέλαιο, ακόμη και στον αέρα τον κοπανιστό (αιολικά) και στον τζάμπα ήλιο (φωτοβολταϊκά); Διότι, έτσι όπως εξελίσσεται το πράγμα, αν πάρουμε τοις μετρητοίς και τις αγωνιώδεις προσπάθειες των καλών συναδέλφων του σχετικού ρεπορτάζ να μας πείσουν πόσο έξω έχει πέσει ακόμη και στους ισχνούς υπολογισμούς της η ΡΑΕ και πόσο μέσα έχουν μπει οι καημένες οι εταιρείες για να δώσουν εκπτώσεις στους πελάτες τους, τη βλέπω τη δουλειά: θα κάνουμε έρανο υπέρ παρόχων και, αντί φορολόγησης των υπερκερδών τους, μάλλον θα φορολογηθούμε εμείς για την κάλυψη των υπερ-ζημιών τους. Τι νομίζετε, εκκλησία κλέβουμε με όσα πληρώνουμε στους λογαριασμούς ρεύματος. 

Σ’ αυτή την ιλαροτραγωδία που εκτυλίσσεται εδώ και μήνες για το αν υπάρχουν ή όχι υπερ-κέρδη (ή υπερ-έσοδα, όπως κατ’ ευφημισμόν βαφτίζεται η απροσδιόριστης πηγής υπεραξία που καταλήγει στα ταμεία των ενεργειακών εταιρειών), αποκαλύπτεται η μυστικιστική, μεταφυσική και τελικά σχιζοειδής σχέση των επιχειρήσεων με το κέρδος. Αν και το κέρδος είναι το απόλυτο κίνητρο της επιχειρηματικότητας, η λογιστική και δημόσια αποτύπωσή του, η κοινωνικοποίησή του τελικά περνάει από άλλα φίλτρα. 

Οταν οι επιχειρηματικοί κολοσσοί απευθύνονται στις αγορές, στους επενδυτές, στους παίκτες των χρηματιστηρίων, στις τράπεζες, στα επενδυτικά κεφάλαια, στους μετόχους, τότε το κέρδος είναι μια αυταξία προς προβολή, επίδειξη, συχνά και προς τεχνητή μεγέθυνση, δηλαδή παραφούσκωμα. Εκεί και τότε υλοποιείται η οξυδερκής παρατήρηση του Ανταμ Σμιθ ότι για τους πλουσίους η κυριότερη ψυχολογική λειτουργία του πλούτου έγκειται στην επίδειξή του. Λειτουργικά κέρδη, οργανικά κέρδη, κέρδη EBITDA, p/e, μηνιαία, τριμηνιαία, ετήσια, όσα μυστικιστικά και δυσανάγνωστα ονόματα κι αν τους δώσουμε, τα κέρδη πρέπει να προβάλλονται, να γαργαλάνε προσδοκίες υπεραποδόσεων, ανόδου των μετοχών και δελεαστικών μερισμάτων σε επενδυτές και μετόχους. Ο κανόνας είναι πως το κέρδος φέρνει κέρδος, κι εδώ δεν χρειάζεται καμιά πρόθεση «υπέρ» ή «υπό», δεν υπάρχει διατίμηση και όριο, τα κέρδη μπορούν να αυξάνονται 10%, 100%, 1000%, 10.000%, απεριόριστα. 

Αλλά όταν το κέρδος πρέπει να εμφανιστεί ενώπιον της κοινωνίας, μπροστά στον μισθωτό της επιχείρησης που ζητάει αύξηση για τη σκληρή δουλειά του, μπροστά στον καταναλωτή που απορεί για την αύξηση της τιμής του προϊόντος ή της υπηρεσίας που του παρέχει η επιχείρηση, μπροστά στον προμηθευτή που ζητάει την εξόφλησή του για πρώτες ύλες και υλικά, στην τράπεζα, που ζητάει τα δόση των δανείων που παρέχει και, κυρίως, μπροστά στη φορολογική Αρχή, δηλαδή στο κράτος που καλείται να παίξει στοιχειωδώς τον ρόλο του ως μέγα αναδιανεμητή του πλούτου, τότε μυστηριωδώς το κέρδος εξαφανίζεται. Συρρικνώνεται ψοφοδεές και ασήμαντο στο μικρότερο δυνατό μέγεθος. Πετά από πάνω του κάθε τι περιττό και επιβαρυντικό –τόκους, φόρους, αποσβέσεις, έξοδα, αμοιβές διοίκησης, απαλλαγές, αναβαλλόμενες φορολογίες– κρύβεται σε περίεργους κωδικούς, σε ακατάληπτους ισολογισμούς, σε βολικές νομοθετικές ρυθμίσεις, ταξιδεύει σε θυγατρικές του εξωτερικού, διακτινίζεται σε υπεράκτιους τραπεζικούς λογαριασμούς, αλλάζει φορολογική πατρίδα, κυνηγώντας τον χαμηλότερο ή μηδενικό συντελεστή. Ιδεωδώς, το κέρδος, η κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού, το κατά τεκμήριο κίνητρο οικονομικής «προόδου», μεταμορφώνεται σε μια ξεγυρισμένη ζημιά, μια μαύρη τρύπα την οποία το κράτος –άρα οι φορολογούμενοι– συχνά οφείλουν να καλύψουν σε χρήμα ή σε είδος. Γιατί τι θα γενούμε αν καταρρεύσουν τα επιχειρηματικά βάθρα της κοινωνίας; 

Αποφασίστε, φίλοι μου, γιατί έχουμε ζαλιστεί: Είναι καλό καγαθό πράγμα το κέρδος ή είναι έγκλημα καθοσιώσεως; Θα το διατυμπανίζετε ή θα το εξαφανίζετε; Θα αποδίδετε το ελάχιστο που σας αναλογεί στα φορολογικά έσοδα του κράτους ή θα συνεχιστεί επ’ άπειρον ο αναγκαστικός «έρανος» των υποτελών προς τους επιτελείς, των κάτω προς τους πάνω, των φτωχών προς τους πλούσιους; Μάλλον το δεύτερο, ε; 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Πιττακός Υρραδίου Λέσβιος έφη· παρακαταθήκας απόδος. Ανέχου υπό των πλησίον μικρά ελαττούμενος. Τον φίλον κακώς μη λέγε, μηδ᾽ ευ τον εχθρόν· ασυλλόγιστον γαρ το τοιούτον. Δεινόν συνιδείν το μέλλον, ασφαλές το γενόμενον. Πιστόν γη, άπιστον θάλασσα. Απληστον κέρδος. Κτήσαι αίδια· ευσέβειαν, παιδείαν, σωφροσύνην, φρόνησιν, αλήθειαν, πίστιν, εμπειρίαν, επιδεξιότητα, εταιρείαν, επιμέλειαν, οικονομίαν, τέχνην.

Δημητρίου Φαληρέως, «Των Επτά Σοφών Αποφθέγματα» 


Tuesday, May 10, 2022

Ιστορίες του κ. Κ

 Εφημερίδα των Συντακτών (στήλη ΑΝΩ ΚΑΤΩ), 10/5/2022

Ο κ. Κ αυτού του πονήματος δεν είναι ο Κόινερ του Μπρεχτ, το διαλεκτικό alter ego του κορυφαίου δραματουργού. Ο κ. Κ της δικής μου ιστορίας είναι ένας ευαίσθητος γείτονας που, ενώ διανύει τη δέκατη δεκαετία της ζωής του, δίνει αγώνα με την παράξενη διαλεκτική της μνήμης, που καίει τα πρόσφατα και συντηρεί τα απώτατα. Ανθρωπος που μόλις μετά τα 90 άρχισε να παραπονείται πως δυσκολεύεται στο αγαπημένο του διάβασμα, κυρίως της Ιστορίας, προχθές ανέσυρε κάτι όχι από τα βιβλία, αλλά από τη βαθιά παιδική μνήμη: καλοκαίρι του 1943, μετά το αιματηρό πογκρόμ των Ιταλών στον Αλμυρό, λίγο πριν η ξεχασμένη στη Θεσσαλία ιταλική μεραρχία του Πινερόλο παραδοθεί στους αντάρτες, τα γυναικόπαιδα αναζητούσαν καταφύγιο στα χωράφια για να γλιτώσουν από σφαγή. Η μητέρα του κ. Κ πήρε τον ίδιο, τα δυο αδέλφια του και το πολύτιμο για την επιβίωση άλογό τους για να κρυφτούν σ’ ένα αυτοσχέδιο κατάλυμα στους αγρούς. Ομως, ένα ιταλικό αεροπλάνο περιπολούσε πάνω από τους κάμπους και πολυβολούσε ό,τι κινούνταν. Στο άκουσμα της μηχανής του, η μάνα του κ. Κ άρπαξε τ’ άλογο και τα παιδιά κι έτρεξαν να κρυφτούν κάτω από ένα δασύφυλλο δέντρο. Εριξε τα τρία παιδιά καταγής κι έπεσε πάνω τους, να τα προστατέψει με το σώμα της. Το αεροπλάνο απομακρύνθηκε, κι όταν ένιωσαν κάπως ασφαλείς συνέχισαν τον δρόμο για τον αγρό, που έγινε για κάμποσο καιρό το σχετικά ασφαλές ενδιαίτημά τους. Ο κ. Κ θυμήθηκε ότι μια σχεδόν πανομοιότυπη σκηνή είδε σε κάποια από τις πάμπολλες ευρωπαϊκές ταινίες που διασώζουν τη μνήμη της φασιστικής θηριωδίας. Γιατί εκατομμύρια μητέρες εκείνα τα ζοφερά χρόνια έσωζαν τα παιδιά τους με τα ίδια τα σώματά τους. Αλλες τα κατάφερναν κι άλλες όχι.
Αυτό το θραύσμα παιδικής μνήμης ανέσυρε ο κ. Κ προχθές, Ημέρα της Μητέρας, μ’ έναν ανεπαίσθητο λυγμό στη φωνή, αλλά χωρίς δάκρυ γιατί η ξηροφθαλμία της ηλικίας τα έχει στερέψει γρηγορότερα από τη μνήμη. 

Saturday, May 7, 2022

Οι πλατείες της αυτοκρατορίας

Εφημερίδα των Συντακτών 8-9/5/2022


Το καλύτερο με το Πάσχα και την Πρωτομαγιά και τα όμορφα, ηλιόλουστα τετραήμερα που προέκυψαν ήταν που ξαναγέμισαν οι πλατείες. Γέμισαν οι πλατείες των χωριών, των κωμοπόλεων, των πόλεων. Μετά δυο χρόνια αγχωτικών, διακεκομμένων, κλεφτών και αποσπασματικών λόγω πανδημίας και περιορισμών επαφών, ξανασυναντήθηκαν στις πλατείες σε απαρτία γενιές, παρέες, ομάδες, συντοπίτες, ξενομερίτες, περαστικοί. Λιάστηκαν, χάζεψαν, κουτσομπόλεψαν, κουβέντιασαν, συζήτησαν, γέλασαν, διαπληκτίστηκαν γύρω από κούπες καφέ ή ποτήρια τσίπουρου, ουίσκι, κρασιού ή μπίρας. Ο νεκρός, χαμένος χρόνος της πανδημίας, που γέμισε με θάνατο, αγωνία και ανατροπές τις ζωές μας, έδωσε άφθονη ύλη γι’ αυτή τη χαλαρή, αυθόρμητη, ανεπιτήδευτη άσκηση δημοκρατίας μετά μουσικής. 

Δεν είναι σαφές αν το κυρίαρχο «τρεντ» στις πλατείες της ελληνικής περιφέρειας ήταν η ρήτρα αναπροσαρμογής, ο πόλεμος στην Ουκρανία ή η οικογενειακή τραγωδία της Πάτρας. Υποθέτω ότι η ημερήσια διάταξη είναι συνάρτηση ηλικίας, ώρας, διάθεσης, τσέπης, ποσότητας αλκοόλ και βαθμού έκθεσης στην τοξικότητα των συστημικών (και κυριακούλειων) ΜΜΕ. Εχω όμως την αίσθηση ότι αυτές οι σύντομες επανασυγκολλήσεις, αυτές οι μεταξύ ποτού και καφέ ζυμώσεις στις πλατείες της φυσικής, σωματικής, οπτικής και ακουστικής δημοκρατίας αποτέλεσαν σημείο καμπής για το παγωμένο και σαστισμένο από τα αλλεπάλληλα σοκ της τελευταίας διετίας κοινωνικό σώμα. Καμιά δημοσκόπηση δεν μπορεί να καταγράψει αυτήν την καμπή, καμιά κοινωνική μηχανική δεν μπορεί να τη μεταστρέψει, καμιά ψυχολογική τεχνική δεν μπορεί να αποτυπώσει με ακρίβεια την ετυμηγορία της. Το καλό με τη δημοκρατία της πλατείας είναι ότι παρά την εκτυφλωτική διαφάνειά της κρατάει έναν μυστικό, σχεδόν συνωμοτικό χαρακτήρα που συχνά αιφνιδιάζει τα συστήματα εξουσίας. Μετά την απομάκρυνση εκ της πλατείας, όλα είναι πιθανά. Η ζύμωση της πλατείας εξελίσσεται σε μια δημοκρατία τσέπης και ατομικής σκέψης που καταλήγει σε ψήφο, συμπεριφορά, επιλογές ζωής, κοινωνική στάση. 

Ισως γι’ αυτό οι επίδοξοι αυτοκράτορες του κόσμου πριν απ’ όλα βάζουν στο μάτι τις πλατείες του. Τις πλατείες κάθε εκδοχής. Τις φυσικές, τις στρωμένες με πλάκες, στολισμένες με φυτεμένα παρτέρια και σπαρμένες με παγκάκια, καρέκλες και τραπεζάκια. Και τις εικονικές. Τα fora του διαδικτύου και τις ψηφιακές πλατείες της δημόσιας έκθεσης, ζύμωσης και συναλλαγής. Αυτές που αναπόφευκτα έχουν γίνει υποκατάστατο των φυσικών, σωματικών κοινωνικών σχέσεων, σαν πλατείες 24ωρης λειτουργίας, δημοκρατίες συνεχούς πυράς. Οπως οι κατακτητές των προηγούμενων αιώνων επισφράγιζαν τις νίκες τους με τη στρατιωτική κατάληψη των πλατειών στις μεγαλουπόλεις, επισφραγίζοντας συμβολικά όχι την κατάληψη του χώρου, αλλά του κοινωνικού σώματος που του δίνει υπόσταση και ζωή, έτσι κι οι καταληψίες του ψηφιακού σύμπαντός μας θέλουν να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της ψηφιακής κοινωνικότητάς μας. Θέλουν να αποκτήσουν λαούς και δημοκρατίες ιδιωτικής χρήσεως. 

Δεν είμαι χρήστης του twitter, έχω ξεχάσει τα στοιχεία πρόσβασης ενός λογαριασμού που απέτυχα προ ετών να υπηρετήσω με στοιχειώδη συνέπεια. Και με το fb η σχέση μου είναι υποτυπώδης και ασταθής. Αλλά για εκατοντάδες εκατομμύρια και τελικώς μερικά δισεκατομμύρια ανθρώπους τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Τα σόσιαλ μίντια είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και της κοινωνικότητάς τους. Είναι η πλατεία τους, η αγορά του δήμου, το παγκάκι που ψιλοκουβεντιάζουν, το τραπεζάκι γύρω απ’ το οποίο πίνουν τον καφέ τους σιωπώντας, μιλώντας, συμφωνώντας ή διαφωνώντας επί παντός επιστητού. Ορθά ο κατακτητής Ιλον Μασκ υποστηρίζει ότι το twitter των 300 εκατομμυρίων χρηστών «είναι η ψηφιακή πλατεία της πόλης όπου συζητιούνται ζητήματα ζωτικής σημασίας για το μέλλον της ανθρωπότητας». Και τι είναι τα 44 δισ. δολάρια που θα του κοστίσει η αγορά του twitter μπροστά στο να αποκτήσεις έναν λαό 300 εκατ. ακολούθων, πιστών ή πολιτών; Ξαφνικά γίνεσαι όχι απλά ένας Πούτιν, επικεφαλής της ρωσικής αυτοκρατορίας, ένας Μπάιντεν, πρόεδρος της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Γίνεσαι αποκλειστικός ιδιοκτήτης της. Συνομιλείς μόνο με τον θεό, αν τυχόν πιστεύεις σ’ αυτόν, και τον λαό. Χωρίς διαμεσολάβηση, χωρίς πολιτικούς εκπροσώπους και εμπορικούς αντιπροσώπους. Χωρίς σχοινοτενείς ρητορικές. Μόνο με σύντομα μηνύματα 280 χαρακτήρων. Με ερωτήματα και δημοψηφίσματα της στιγμής. «Συμφωνείτε να φτιάξουμε μια αμεσοδημοκρατική κοινότητα στον Αρη;». «Ναι» 1,2 εκατ. «Οχι», 200.000, «Λευκό» 100.000. «Ποιο γράμμα του twitter να καταργήσουμε;» 

Και όσο τα ερωτήματα ισορροπούν μεταξύ μελλοντολογικής φαντασιοπληξίας και χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας του πλουσιότερου ανθρώπου στον πλανήτη, ας πούμε ότι είναι μικρό το κακό. Αλλά τι θα γίνει αν και όταν οι ανησυχίες του αυτοκράτορα ξεφύγουν από τον τζόγο και τον φουτουρισμό; Τι θα γίνει τη φορά που ο Μασκ ρωτήσει τον λαό του: «Συμφωνείτε να ρίξουμε πυρηνικά στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας;». Ή «τι θα λέγατε για μια κατάληψη στην πλατεία Τιεν Αν Μεν στο Πεκίνο;». Γιατί όλες οι πλατείες του κόσμου έχουν τη γοητεία και την ιστορία τους, όλες οι χώρες έχουν τον πλούτο τους, όλοι οι λαοί έχουν τις περιζήτητες δεξιότητες που αναζητά το ευφυές άυλο κεφάλαιο για να εξασφαλίσει την επ’ άπειρον αναπαραγωγή του. 

Ο ευφάνταστος –ή απλώς φαντασιόπληκτος;–Μασκ προοικονομεί την επόμενη κατάκτηση του έξυπνου χρήματος, μετά την απαλλοτρίωση της γης, των φυσικών πόρων της, των δημόσιων αγαθών, των υποδομών, των δικτύων, του κράτους, του πολιτικού συστήματος. Την κατάληψη της «πλατείας», της ίδιας της κοινωνίας, της κοινότητας, των όρων με τους οποίους επικοινωνεί, ζυμώνεται, διαφωνεί, συμφωνεί, αποφασίζει. Την απαλλοτρίωση του «λαού» και τη μετατροπή της δημοκρατικής εσωτερικής ζωής του σε πηγή πλούτου. 

Το καλό, βεβαίως, με τις πλατείες, φυσικές και εικονικές, είναι ότι συχνά μετατρέπονται σε σκηνή της Ιστορίας. Το καλό με τους θαμώνες τους είναι ότι ενίοτε αφήνουν τους καφέδες και τα τσίπουρα και το ρίχνουν στη φωνή, στη διαμαρτυρία, στην εξέγερση. 



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Η πλατεία ήταν γεμάτη, με το νόημα που ’χει κάτι απ’ τις φωτιές

Στις γωνίες και τους δρόμους από συντρόφους οικοδόμους, φοιτητές

Κι εσύ έφεγγες στη μέση όλου του κόσμου,

κι ήσουν, φως μου, κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή

Σε γιορτή που δεν ξανάδα στη ζωή μου τη σκυφτή.

……………………

Η πλατεία είναι γεμάτη κι απ’ το πρόσωπό σου κάτι έχει σωθεί

στον αγώνα του συντρόφου, στην αγωνία αυτού του τόπου για ζωή

στα παιδιά και τους εργάτες, στους πολίτες, στους οπλίτες,

στα πλακάτ και τη σκανδάλη που χτυπά

Η συγκέντρωση ανάβει κι όλα είναι συνειδητά.


Διονύση Σαββόπουλου, «Στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ» (1975)


Friday, April 22, 2022

Νεκρές αναστάσεις

Εφημερίδα των Συντακτών 22-26/4/2022


 Τα σχεδόν δυόμισι χρόνια της πανδημίας ήταν ένας μικρός θάνατος. Οχι ο «μικρός θάνατος» των Γάλλων, που παραπέμπει στον οργασμό, δημιουργώντας ένα συγκλονιστικό οξύμωρο για την αδιαχώριστη συνάφεια ζωής και θανάτου. Αλλά ένας συλλογικός θάνατος, που εκτός από τα 6,2 εκατ. κυριολεκτικούς θανάτους ανθρώπων που δεν κατάφεραν να παλέψουν τον κορονοϊό ή την αποσάθρωση των εθνικών συστημάτων υγείας, επέφερε εκτεταμένες νεκρώσεις. Νεκρώσεις στην οικονομία, στην παραγωγική δραστηριότητα, στα παγκόσμια συστήματα διανομής αγαθών και υπηρεσιών, στις διεθνείς συναλλαγές, στις διεθνείς σχέσεις, στα δίκτυα τροφοδοσίας με πρώτες ύλες. 

Η πανδημία έφερε επίσης μικρούς, μεσαίους και μεγάλους θανάτους στις ανθρώπινες και στις κοινωνικές σχέσεις. Τα παρατεταμένα και διακεκομμένα διαστήματα συλλογικής ή ατομικής απομόνωσης -από τα πρώτα συναινετικά και σχεδόν τρυφερά λοκντάουν της Ευρώπης του 2020 μέχρι τα άγρια, βίαια λοκντάουν της Σανγκάης του 2022- έχουν προκαλέσει μια αισθητή αν και απροσδιόριστου μεγέθους καταστροφή στις διασυνδέσεις των ανθρώπων. Οι επανασυνδέσεις και οι επανασυγκολλήσεις δεν είναι τόσο ενθουσιώδεις ούτε τόσο πρόθυμες όσο φανταζόμασταν στη διάρκεια της αναγκαστικής αποστασιοποίησης. Λες και στον καθένα μας έχει συντελεστεί ήδη ένας βαθμός θανάτου, ένα ποσοστό νέκρωσης στοιχείων που μας επέτρεπαν να «κουμπώνουμε» με τους άλλους, σαν ακρωτηριασμένα κομμάτια παζλ. Παρέες, φιλίες, συγγένειες, γνωριμίες, δεσμοί έχουν επικίνδυνα χαλαρώσει, τουλάχιστον στη φυσική, σωματική τους εκδοχή. Αμφιβάλλω αν αυτό αναπληρώνεται από την τρομακτική πύκνωση και εντατικοποίηση των εικονικών, διαδικτυακών ή τηλεπικοινωνιακών σχέσεων και συναναστροφών. 

Αυτός ο εκτεταμένος μικρός θάνατος των ανθρώπινων σχέσεων στη διάρκεια της πανδημίας ίσως άφησε το ισχυρότερο αποτύπωμα στις εργασιακές σχέσεις. Πέρα από το μεγάλο πείραμα της τηλεργασίας, που σε ορισμένους κλάδους και υπηρεσίες έχει πάρει πια μόνιμα χαρακτηριστικά, τα λοκντάουν αλλά και τα προγράμματα στήριξης των θέσεων εργασίας περισσότερο το 2020 και λιγότερο το 2021, τα μικρά και μεγάλα σοκ που προκλήθηκαν από τις απότομες διακοπές και τις υπεραισιόδοξες επανεκκινήσεις έχουν προκαλέσει τεράστια κινητικότητα στο ανθρώπινο δυναμικό. Ανθρωποι που έμειναν για πολλούς μήνες σε επιδοτούμενη αδράνεια ή που κουράστηκαν από το «σταμάτα-ξεκίνα» και το «άνοιξε-κλείσε», άλλαξαν πεδία, δραστηριότητα, επάγγελμα, περιοχή, ακόμη και χώρα. Αυτό που σχηματικά αποκαλείται «μεγάλη παραίτηση», και που στις ΗΠΑ έγινε σε κλίμακα δεκάδων εκατομμυρίων, δεν είναι απλώς ένα τυχοδιωκτικό κυνήγι καλύτερης δουλειάς και καλύτερης αμοιβής από τους νεότερους εργαζόμενους με τις πολλές δεξιότητες. Περισσότερο είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής μηχανικής που εφάρμοσαν στη διάρκεια της πανδημίας κράτη και επιχειρήσεις, κλονίζοντας τις εργασιακές σχέσεις και τους συνεκτικούς ιστούς σε κάθε μικρή ή μεγάλη παραγωγική δομή. Η «μεγάλη παραίτηση» είναι πιθανότατα ένας κοινωνικός εξαναγκασμός σε φυγή και σε αναζήτηση ενός ελάχιστου βαθμού ασφάλειας, σταθερότητας και συνοχής. Ισως γι’ αυτό, παρά τα δισεκατομμύρια χαμένες ώρες εργασίας -αυτού του διάχυτου εργασιακού μικρού θανάτου- η ανεργία δεν αυξήθηκε, αντίθετα μειώθηκε παρά την τεράστια ύφεση του 2020. Ωστόσο, η επίπτωση αυτής της μεγάλης αναταραχής στην παραγωγικότητα της εργασίας δεν έχει ακόμη μετρηθεί. Και η αίσθησή μου είναι πως θα αποδειχθεί θανατηφόρα. 

Η παγκόσμια πολιτική, οικονομική και επιχειρηματική ελίτ ήταν σχεδόν ηδονικά εξοικειωμένη με τον μικρό θάνατο που προκάλεσε η πανδημία στα δυόμισι χρόνια επέλασής της στον κόσμο. Οπως περίπου είχε συμβεί τη δεκαετία του ’90, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού-ανύπαρκτου σοσιαλισμού», με τις παραμυθίες Φουκουγιάμα για το «τέλος της Ιστορίας», έτσι και τώρα η πανδημία σχεδόν αποθεώθηκε ως η τέλεια «δημιουργική καταστροφή», η μεγάλη ευκαιρία ανασύνθεσης του κόσμου πάνω στα λείψανα των νεκρωμένων μελών και ιστών του. Ο μεγάλος θάνατος του 2020, με την παγκόσμια ύφεση και τις θηριώδεις μειώσεις του ΑΕΠ στις αναπτυγμένες οικονομίες, προβλήθηκε με τον ζήλο νεοφώτιστου χριστιανού πιστού ως η προϋπόθεση της ανάστασης. Η θεωρία του ελατηρίου είναι η κλασική μεταγραφή του θεμελιώδους χριστιανικού μύθου στο πεδίο της οικονομίας, κι ας μην το παραδέχονται οι δήθεν ορθολογιστές της οικονομικής μελλοντολογίας. Οπως χωρίς σταύρωση δεν υπάρχει ανάσταση, έτσι και την ύφεση οφείλαμε σχεδόν να τη γλεντήσουμε, γιατί ήταν η προαναγγελία μιας θεαματικής ανάκαμψης, μας έλεγαν σε αδρές γραμμές. Κι αν το 2021 με κάποιο τρόπο οι αριθμοί και μόνο αυτοί τους επιβεβαίωσαν, τι θα μας πουν γι’ αυτή τη ζοφερή χρονιά, που ο θάνατος διαχέεται στην πιο σκληρή και αιματηρή εκδοχή του, στον πόλεμο, κατακερματίζοντας τον κόσμο, τα παγκόσμια δίκτυα ενέργειας και συναλλαγών, τις ενοποιημένες αγορές, τις αλυσίδες παραγωγής και διανομής; Δεν θα μας πουν τίποτα. Θα καταπιούν τη γλώσσα τους και θα περιμένουν τις εκτιμήσεις για τη μεγάλη ανάσταση και ανάκαμψη να καταρρίπτονται μήνα με τον μήνα, να αναθεωρούνται προς τα κάτω, μέχρι να συρρικνωθούν στο μηδέν και τελικά κάτω απ' αυτό, σε μια καθαρή ύφεση. Τι έγινε; Πώς στράβωσε η δουλειά; Πώς εξαερώθηκε η επηρμένη αισιοδοξία, η βεβαιότητα πως όλα θα πάνε κατ’ ευχήν, κι ας ανεβαίνουν οι τιμές, ας σφάζεται κόσμος στην Ουκρανία, ας μαίνεται παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος; Η ανάσταση αναβάλλεται (αν δεν είναι ήδη νεκρή), εξοικειωθείτε με τους μικρούς, διακεκομμένους θανάτους.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Τα τείχη και η παγκοσμιοποίηση κατέστησαν απαρχαιωμένο έναν δεσμό στον οποίο μας είχαν συνηθίσει οι αναφορές στην οικονομία: μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η μετακίνηση του χρήματος είναι εικονική. Σε μια στιγμή, μέσω διαδικτύου, τα κεφάλαια φτάνουν στην άλλη άκρη της Γης. Ομως το εργατικό δυναμικό, τα «εργατικά χέρια» είναι πραγματικά χέρια που δεν μπορούν να κοπούν από τους βραχίονες και από το σώμα στο οποίο ανήκουν. Και εκείνο το σώμα, ακολουθώντας με απελπισία τις μετακινήσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων, συχνά σταματά να ζει. 

Luigi Zoja, «Ο θάνατος του πλησίον»


Saturday, April 16, 2022

Από δώ και στο εξής…

 H Εφημερίδα των Συντακτών, 16-17/4/2022

Εδώ μπορεί να γράψει κανείς ακόμη και μυθιστόρημα/

Υπάρχει ένα τραγουδάκι που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, το οποίο αρκετοί ίσως να το ξέρετε, αν κρίνω από τα εκατοντάδες χιλιάδες βιους. Εσχάτως, έγινε σουξέ και στην εφημερίδα. Είναι ένα μιξοφρυξολύδιο σκυλότροπο που θυμίζει δεκαετία ’90, του οποίου οι συντελεστές δεν είμαι σίγουρος αν κάνουν πλάκα ή όντως γράφουν τραγούδια. Τέλος πάντων, είναι αδύνατο να μη γελάσεις με το ρεφρέν που διακηρύσσει: «Από δω και στο εξής στα α…. μου». Το λογοκρίνω στον γραπτό λόγο, όχι για λόγους ύφους και ήθους, αλλά κυρίως γιατί δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο ένα τόσο πολύτιμο όργανο του σώματός μας, αφιερωμένο στην αναπαραγωγή του είδους και στην απόλαυση, το προορίζουμε για να γράφουμε πάνω του ό,τι θεωρούμε άχρηστο, απεχθές, εχθρικό. Για όσους θεωρούν σεξιστικό το σχήμα λόγου θυμίζω ότι υπάρχει και σε γυναικεία εκδοχή: «στο μ… μου», ενώ διατίθεται και σε multisex εκδοχή: «στον κ... μου». Οι εναλλακτικές σε αυτό το σχήμα λόγου, που κινείται στα όρια του αυτο-ακρωτηριασμού, θα ήταν να γράψουμε όσα και όσους μας ενοχλούν στο χιόνι, πάνω στην άμμο την ξανθή ή, τελικά, στα παλιά μας τα παπούτσια, που μας κρατούν στοιχειωδώς σε επαφή με τη γη. 

Δεν θέλω να σας ανησυχήσω -Πάσχα έρχεται γαρ-, αλλά επειδή δεν διαθέτω αρκετό χώρο, σας προειδοποιώ ότι από δω και στο εξής δεν υπάρχει περιθώριο για γραψαρχιδισμό. Από δω και στο εξής έχει πόλεμο και ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό. Από δω και στο εξής έχει πληθωρισμό διαρκείας και τζόγο ανατιμήσεων. Εχει τέλειες καταιγίδες στις αγορές και συναστρίες κρίσεων στις οικονομίες. Εχει μεγάλα πλιάτσικα και βαθιές υφέσεις. Από δω και στο εξής έχει κοινωνικό ζόφο και πολιτικό πόνο (λεπτομέρειες προσεχώς). 

Από δω και στο εξής… Δικό σας συνάδελφοι.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Πάνω στην άμμο την ξανθή

γράψαμε τ’ όνομά της·

ωραία που φύσηξεν ο μπάτης

 και σβύστηκε η γραφή. 


Γιώργου Σεφέρη, «Αρνηση» (Συλλογή «Στροφή», 1929) 

Saturday, April 9, 2022

Η εκδίκηση της πρώτης ύλης

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 9-10/4/22


Επιστρέφουμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στα βασικά. Στα στοιχειώδη της ανθρώπινης ύπαρξης. Πρέπει να αποκολλήσουμε τον Προμηθέα από τον Καύκασο, να τον απελευθερώσουμε απ’ το μαρτύριό του, να ξανακλέψει τη φωτιά από τους θεούς ή όποιους την έχουν απαλλοτριώσει και να την επιστρέψει στην ανθρωπότητα. Ξαναγινόμαστε πολιτισμός του άνθρακα και της καύσης. Λογικό από μιαν άποψη, η ζωή είναι προϊόν της χημείας του άνθρακα, της οργανικής που λέμε (εύκολη ήταν, εξ όσων θυμάμαι, πώς κατάφερα και έγραψα ένα ολοστρόγγυλο 5, χατιρικό κι αυτό, όπως μου εκμυστηρεύτηκε ο συμπαθέστατος καθηγητής, είναι απορίας άξιον). Ισως έχουν δίκιο αυτοί που συσχετίζουν την ετυμολογία των λέξεων «άνθρ-ωπος» και «άνθρ-αξ», με κοινό θέμα το «ανθρ-» εκ του «ανήρ»: άνθρωπος της μυκηναϊκής εποχής είναι ο σκουρόχρωμος, ο μελαψός σαν το κάρβουνο άνδρας. Ακούγεται υπερβολικό και too much ελληνοκεντρικό, αλλά του αξίζει μια διακριτική υποσημείωση στο μεγάλο βιβλίο του κόσμου. Ιδιαίτερα τώρα, που παρά την πράσινη μετάλλαξή μας εξαρτιόμαστε μέχρι θανάτου από το κάρβουνο και από όλες τις εκδοχές άνθρακα, υδρογονάνθρακα, αλλά και υδατάνθρακα, για να μην ξεχνάμε πως ο έρωτας, ο πόλεμος, η πολιτική, η διπλωματία και πολλά άλλα πράγματα περνάνε απ’ το στομάχι. 

Ο κόσμος σπαράσσεται για τον άνθρακα και τις άπειρες ενώσεις και μετασχηματισμούς του. Διψά για υδρογονάνθρακες κάθε εκδοχής, στερεάς, υγρής και αέριας. Ο παγκόσμιος καπιταλισμός, ανεξάρτητα από την αυταρχική, ολιγαρχική ή φιλελεύθερη πολιτική ενδυμασία του, επιστρέφει στις ιδρυτικές αντιθέσεις του. Ξαναγίνεται «πολεμικός καπιταλισμός». Οχι μόνο με την έννοια του ανταγωνισμού των εξοπλισμών και των άμεσων ή έμμεσων στρατιωτικών συρράξεων, αλλά κυρίως από την άποψη ότι το παγκοσμιοποιημένο, αχαρτογράφητο και αγεωγράφητο κεφάλαιο ξαφνικά αποκτά ξανά «εθνικότητα», γεωγραφία και σύνορα που ταυτόχρονα ετοιμάζεται να τα σπάσει και να τα υπερβεί. Συντελείται μια αιματηρή, μοχθηρή επανεκκίνηση του ανταγωνισμού για τον έλεγχο των αγορών, αλλά κυρίως των πρώτων υλών. Ναι, των πρώτων υλών. 

Κοίτα να δεις τι πάθαμε! Πάνω που είχαμε αρχίσει να συνηθίζουμε στην ιδέα ότι για να αυξάνεται η κερδοφορία των επιχειρήσεων δεν χρειάζεται να παράγουν απολύτως τίποτα, ότι για να αυξάνεται ο πλούτος ενός έθνους και η ευημερία μιας κοινωνίας δεν χρειάζεται να λερώνουν τα χέρια τους με βρομοδουλειές, αρκεί να έχουν τα ορυχεία τους στην Αφρική και τα εργοστάσιά τους στην Κίνα, έρχονται οι πρώτες ύλες και παίρνουν την εκδίκησή τους. Ο αποϋλοποιημένος καπιταλισμός και η υπεραξία χωρίς αξία δεν έχουν καμιά τύχη χωρίς κάρβουνο, αέριο, πετρέλαιο, νικέλιο, κοβάλτιο, σίδηρο, ξύλο, αλεύρι, καλαμπόκι, σόγια, λάδι, κρέας, λαχανικά. Οι πρώτες ύλες κυβερνάνε τον κόσμο, απλώς είχαν γίνει τόσο φθηνές, άφθονες και δεδομένες που το είχαμε ξεχάσει. 

Δεν ξέρω αν θα χρειαστούν σταυροφορίες για να φέρουν πιπέρια και μπαχάρια από την Ανατολή, στάρια και έλαια από τον Βορρά, μεταλλεύματα από τον Νότο, ξυλεία από τη Δύση, δεν ξέρω αν θα στηθούν νέα σκλαβοπάζαρα για να εξασφαλίσουν την αδιάκοπη καλλιέργεια του μπαμπακιού και του καλαμποκιού, ή αν αρκούν τα τεράστια μεταναστευτικά ρεύματα από Νότο προς Βορρά και από Ανατολάς προς Δυσμάς για να εξασφαλίσουν επαρκές και πρόθυμο δυναμικό. Το σίγουρο είναι ότι ο πόλεμος για τον έλεγχο των πρώτων υλών είναι σε πλήρη εξέλιξη. Είτε με κανονική προσάρτηση εδαφών και ζώνες επιρροής, είτε με αγροϊμπεριαλισμό, είτε με προθεσμιακά συμβόλαια δέσμευσης του φυσικού πλούτου που κρύβεται στη γη ή κάτω από τον πυθμένα της θάλασσας. 

Να δεις που στο τέλος θα μας κάνουν να νοσταλγήσουμε τον τουρμποκαπιταλισμό της δεκαετίας του 2000, με το υπερτροφικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, που μας είχε πείσει ότι το χρήμα γεννάει χρήμα και η παραγωγική δραστηριότητα, η ρυπαρή βιομηχανία για παράδειγμα, είναι μια συμπληρωματική δραστηριότητα που δεν φέρνει πλούτο. Γι’ αυτό την εξορίσαμε στην περιφέρεια του πλανήτη. Ή την πολύ πιο πρόσφατη ρητορική ότι η ψηφιακή οικονομία και οι πολυεθνικές επικράτειες του διαδικτύου που αγνοούν σύνορα και φραγμούς του χωροχρόνου και αποδίδουν άφθονες υπεραξίες της πληροφορίας μάς αρκούν για να βουλιάξουμε στο χρήμα. Δυστυχώς γι’ αυτούς, ούτε ο Μπέζος ούτε ο Γκέιτς ούτε ο Μάσκ υπάρχουν χωρίς κάρβουνο. 

Σκάστε και σκάβετε, τώρα.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Οταν η μεγάλη επιχείρηση γίνεται γιγάντια και οργανώνει σχεδιασμένα, με βάση τον ακριβή υπολογισμό ενός πλούτου στοιχείων, την προμήθεια της αρχικής πρώτης ύλης σε διαστάσεις: 2/3 ή 3/4 της συνολικής ποσότητας που είναι απαραίτητη για δεκάδες εκατομμύρια πληθυσμού. Οταν οργανώνεται συστηματικά η μεταφορά αυτής της πρώτης ύλης στα πιο κατάλληλα για την παραγωγή σημεία, που κάποτε απέχουν το ένα από το άλλο εκατοντάδες και χιλιάδες χιλιόμετρα. Οταν από ένα κέντρο διευθύνονται όλα τα στάδια της διαδοχικής κατεργασίας της πρώτης ύλης ώς την παραγωγή μιας ολόκληρης σειράς ποικίλων έτοιμων προϊόντων. Οταν η διανομή αυτών των προϊόντων γίνεται με βάση ένα σχέδιο σε δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια καταναλωτές (πώληση του πετρελαίου και στην Αμερική και στη Γερμανία από το αμερικάνικο «Τραστ πετρελαίου»). Τότε γίνεται ολοφάνερο ότι έχουμε μπροστά μας μια κοινωνικοποίηση της παραγωγής, ότι οι σχέσεις της ατομικής οικονομίας και της ατομικής ιδιοκτησίας αποτελούν ένα περίβλημα που δεν ανταποκρίνεται πια στο περιεχόμενο, που αναπόφευκτα όμως θα παραμεριστεί.

Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν, «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» 


Saturday, April 2, 2022

Πόσο πάει η μουστάρδα στο σούπερ μάρκετ της Παγγαίας;

Εφημερίδα των Συντακτών, 2-4/4/2022



 Κάποτε, πριν από καμιά τριακοσαριά και βάλε εκατομμύρια χρόνια, υπήρχε η Παγγαία, η ενιαία πανήπειρος, μια τεράστια μάζα στεριάς περιστοιχισμένη από την Πανθάλασσα. Στην Πανθάλασσα ενδημούσαν τα πρώτα ασπόνδυλα, αστερίες, αχινοί, κοράλλια αλλά και ιχθυόσαυροι ή νοτόσαυροι και στη στεριά κυκλοφορούσαν βατράχια, χελώνες, ερπετά και κάτι περίεργα πλάσματα όπως πελυκόσαυροι, ρυγχόσαυροι, θηκόδοντες, μαστοδόσαυροι κι άλλα είδη με ονόματα που αποφεύγω να αραδιάσω, γιατί όλο και κάποια κοτσάνα θα ξεφύγει. Από χλωρίδα, οι γεωλόγοι λένε πως στην Παγγαία κυριαρχούσαν μεγάλα δάση κωνοφόρων και άλλων γυμνόσπερμων και μπόλικες φτέρες.

Αυτή η γεωλογική παγκοσμιοποίηση, πριν οι μεγάλες ήπειροι αρχίσουν να χωρίζουν τα τσανάκια τους κι οι λίμνες και τα ποτάμια που τις διέσχιζαν γίνουν βαθείς κι απέραντοι ωκεανοί, θα ήταν μια πολύ βολική συνθήκη για το είδος μας, παρότι τότε δεν υπήρχαμε ούτε ως πιθανότητα. Φανταστείτε όμως τι γαμάτη και φτηνή θα ήταν η ενιαία αγορά της Παγγαίας. Τα σούπερ μάρκετ της θα «τα σπάγανε». 

Ελλείψει ανθρώπινου είδους, ευφυΐας, εμπορευματικού πολιτισμού και καπιταλισμού, αυτή η αγορά, στην εποχή της Παγγαίας, δεν κατέστη εφικτή. Αλλά, 330 εκατομμύρια χρόνια μετά, υπάρχει. Τα σούπερ μάρκετ της βουλιάζουν από αγαθά που έχουν διασχίζει ωκεανούς και ηπείρους με κάθε μέσο – πλωτό, χερσαίο, εναέριο. Φυσικά δεν πουλάνε φιλέτα ρυγχόσαυρων ή πατέ μεσοζωικού αστερία, αλλά σε κάθε βαζάκι με βρώσιμο περιεχόμενο, σε κάθε συσκευασία με ένα ψηφιακό γκατζετάκι, μπορεί κανείς να βρει μια συμπύκνωση της παγκοσμιοποίησης των διαχωρισμένων ηπείρων. Η αγορά της Παγγαίας μπορεί να βρεθεί σε ένα βαζάκι μουστάρδας. Κι ας αυτοδιαφημίζεται ως προϊόν εγχώριου παραγωγού. Μια μουστάρδα μπορεί να έχει σινάπι από τον Καναδά ή την Ουγγαρία, ζάχαρη από την Καραϊβική, ξίδι από τη Γαλλία, αλάτι από τον Ατλαντικό, μέλι από την Τουρκία, κουρκουμά και πιπέρι από την Ινδία, λάδι από την Ιταλία, ενδεχομένως ηλιέλαιο από την Ουκρανία, κι αυτό είναι σίγουρο όταν η μουστάρδα μετασχηματιστεί σε μαγιονέζα, που μπορεί να έχει και αυγά Τουρκίας. Μια ελληνική μουστάρδα και μια ελληνική μαγιονέζα μπορεί να μην έχουν ούτε γραμμάριο ελληνικού συστατικού, εκτός ίσως από νερό και αλάτι, όπως και μια αυθεντική γαλλική Dijon δεν είναι απαραίτητο να έχει τίποτα γαλλικό. Αλλά αυτό έχει και τις συνέπειές του. 

Η τιμή της μουστάρδας, αυτού του φθηνού ντελικατέσεν που υπάρχει σχεδόν σε κάθε ψυγείο, είναι εκτεθειμένη σε κάθε διαταραχή που καταγράφεται στην αλυσίδα παραγωγής και εφοδιασμού της οικονομικής Παγγαίας. Διαταραχή παραγωγική, τεχνολογική, κερδοσκοπική ή πολεμική, καλή ώρα (κακή, για την ακρίβεια). Κάθε έλλειψη ή ανατίμηση οποιουδήποτε από τα 5-10 συστατικά της, κάθε αύξηση στο κόστος μεταφοράς των ευαίσθητων καρυκευμάτων που προορίζονται για την τέρψη του ουρανίσκου μας προστίθεται στην τελική τιμή της μουστάρδας. 

Φυσικά, μπορεί να πει κανείς ότι χωρίς μουστάρδα μπορούμε να ζήσουμε. Αλλά όχι χωρίς ψωμί, χωρίς ρεύμα, χωρίς χάλυβα ή χωρίς μπαταρίες αυτοκινήτων. Σε αυτή τη μικρή κόγχη της οικονομικής Παγγαίας, που κάποτε θα συναντήσει τη Λιβύη, όταν ο χορός των ηπείρων εξαφανίσει τη Μεσόγειο και η Ευρώπη γίνει Αφροευρώπη, σχεδόν κάθε προϊόν που αγοράζουμε πια μοιάζει με την παγκοσμιοποιημένη μουστάρδα. Κι έχουν δίκιο ο Κυριάκος και Αδωνις και ο Σταϊκούρας να μιλούν για «εισαγόμενο πληθωρισμό», αλλά, αντί να τον προβάλλουν ως βολικό άλλοθι για το γεγονός ότι τα νοικοκυριά αφήνονται βορά της ανελέητης ακρίβειας, θα έπρεπε να απολογούνται γι’ αυτό. Οχι γιατί, κατά το «παπούτσι από τον τόπο σου…», ο εγχώριος πληθωρισμός, τα ντόπια καρτέλ και η εθνική κερδοσκοπία είναι ευπρόσδεκτα. Αλλά γιατί ο «εισαγόμενος πληθωρισμός» είναι το θλιβερό αποτύπωμα της μετατροπής της χώρας σε παραγωγικό ερειπιώνα της Ε.Ε που εισάγει ακόμη και το στάρι, το ηλιέλαιο ή τον σιναπόσπορο. Οσονούπω και το νικέλιο, αν καταφέρουν να καταστρέψουν ολοσχερώς και τη ΛΑΡΚΟ.

Ο εισαγόμενος πληθωρισμός είναι η αντανάκλαση της βιομηχανικής και παραγωγικής παρακμής της χώρας. Και φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτής της παρακμής είναι το πολιτικό σύστημα –του οποίου αγλάισμα είναι η Ν.Δ. και η φαμίλια Μητσοτάκη– και η τάξη που με τρυφερότητα εκπροσωπεί και υπηρετεί εδώ και σχεδόν μισό αιώνα. 

Με λίγα λόγια, αν θέλει να δει κανείς γιατί η ελληνική αγορά «ρουφάει» κάθε ανατίμηση που συντελείται όπου γης, δεν έχει παρά να ρίξει μια ματιά στο εμπορικό ισοζύγιο και το μόνιμο και διαρκώς διευρυνόμενο έλλειμμά του. Εισάγουμε τα πάντα. Εν μέρει και τον αέρα που αναπνέουμε, αν πάρουμε υπόψη και το εμπόριο ρύπων, και εξάγουμε όλο και λιγότερα. Η μεταμόρφωση των βιομηχάνων σε ραντιέρηδες ακριβών εισαγωγών, η συστηματική αποεπένδυση ακόμη και από πρώτες ύλες και προϊόντα στα οποία η χώρα διέθετε συγκριτικό πλεονέκτημα, η σταθερή φυγή κεφαλαίων και λεηλατημένου πλούτου στο εξωτερικό, είναι η άλλη έκφραση του εμπορικού ελλείμματος. Είναι το σαθρό υπόβαθρο αυτού που τώρα με ευκολία βαφτίζεται εισαγόμενος πληθωρισμός. 

Σε αυτό, φυσικά, πρέπει να προσθέσουμε:

■ Τον επιδοματικό εξανδραποδισμό του αγροτικού κόσμου, τη σχιζοειδή στρατηγική της λεγόμενης Κοινής (δηλαδή, γαλλο-γερμανο-ολλανδικής) Αγροτικής Πολιτικής που χρηματοδότησε το ξερίζωμα παραδοσιακών καλλιεργειών και τη μετατροπή των αγροτών σε αποδέκτες ενισχύσεων, ανεξαρτήτως παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων στην αγορά. 

■ Το έπος της χρηματοπιστωτικής φούσκας, που σιχαίνεται τη χρηματοδότηση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, αλλά είναι γενναιόδωρη με τις υπηρεσίες και τη μετατροπή της οικονομίας σε απέραντο σούπερ μάρκετ εισαγόμενων αγαθών και παροχής υπηρεσιών (τουρισμός) τα οποία τιμολογούνται και πληρώνονται κυρίως εκτός χώρας 

■ Και, εννοείται, την εποποιία των καραβοκυραίων που έγιναν θαλασσοκράτορες της ενεργειακής και εμπορικής μας εξάρτησης. Ο τεράστιος στόλος του ελληνόκτητου εφοπλισμού, που κορδώνεται για την παγκόσμια πρωτιά του και την κυριαρχία του στις ρότες της Πανθάλασσας, στα λιγοστά περάσματά του από τα ελληνικά λιμάνια, δεν αφήνει ούτε ευρώ προστιθέμενης αξίας. Αφήνει μόνο πληθωρισμό, εγκιβωτισμένο στα κοντέινερ της COSCO, παροχετευμένο στις αποθήκες αερίου της Ρεβυθούσας και στις δεξαμενές πετρελαίου των ΕΛΠΕ ή της Motor Oil, τιμολογημένο αδρά στις τρελές χρεώσεις των ναύλων για κάθε φορτίο.

Τελικά, το παράδοξο με τον «εισαγόμενο πληθωρισμό» είναι πως σε μεγάλο βαθμό είναι αυθεντικό προϊόν εγχώριας παραγωγής. Η ιθύνουσα τάξη της χώρας δικαιούται να κατοχυρώσει ως ΠΟΠ τη «μουστάρδα» αβελτηρίας, απληστίας και οκνηρίας της. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Οι φίλοι της ανθρωπότητας δεν μπορούν παρά να εύχονται οι εργατικές τάξεις όλων των χωρών να επιθυμούν τις ανέσεις και τις απολαύσεις και να ενθαρρύνονται με όλα τα νόμιμα μέσα να τις αποκτήσουν. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη εξασφάλιση κατά του υπερπληθυσμού. Στις χώρες όπου οι εργατικές τάξεις έχουν τις λιγότερες ανάγκες και αρκούνται στη φθηνότερη τροφή, οι άνθρωποι είναι εκτεθειμένοι στις μεγαλύτερες αντιξοότητες και στερήσεις. Δεν έχουν καταφύγιο από τις συμφορές. Δεν μπορούν να αναζητήσουν ασφάλεια σε μια κατώτερη κοινωνική τάξη. Είναι ήδη τόσο χαμηλά που δεν μπορούν να πέσουν χαμηλότερα. Σε κάθε έλλειψη του βασικού τους είδους συντήρησης υπάρχουν ελάχιστα υποκατάστατα που μπορούν να αποκτήσουν και η σιτοδεία συνοδεύεται απ’ όλα σχεδόν τα δεινά του λιμού. 

Ντέιβιντ Ρικάρντο, «Οι αρχές της πολιτικής οικονομίας και της φορολογίας» (1817)


Saturday, March 26, 2022

Αισχροκέρδειες

ΕφΣυν, 26-27/3/2022


Να δεις που ο Πούτιν μέχρι και μουστάκι θα τους βάλει να ξυρίσουν… Λοιπόν, ακούγοντας τον Μητσοτάκη να ξιφουλκεί κατά της κερδοσκοπίας, της αισχροκέρδειας και κάθε έννοιας που έχει στο θέμα της τη λέξη «κέρδος», ο νους μου πήγε σε κείνη την ταινία του Δαλιανίδη, «Οι θαλασσιές οι χάντρες». Οπου ο πολλά βαρύς Γεωργίτσης πέφτει στον έρωτα της σέξι ποπ θεάς Λάσκαρη και στο τέλος, πράγματι, ξυρίζει και το μουστάκι, απαραίτητο αξεσουάρ του φολκλόρ της Πλάκας, πριν όλα γίνουν ένας λαϊκοπόπ αχταρμάς, που μετά το μουστάκι, απέκτησε φαβορίτες και μαλλιά αφάνες, στη συνέχεια μακριές χαίτες, έπειτα βαθιές χωρίστρες, μετά κουρεύτηκε γουλί και τώρα αφήνει μακριές γενειάδες και έχει γεμίσει τατουάζ. Ασχετο. Κλείνει η παρένθεση. 

Ο Πούτιν βάζει λοιπόν τον Κυριάκο, τον Αδωνι, τον Σταϊκούρα, τον Σκρέκα, τον Σολτς, τη φον ντερ Λάιεν, τη Λαγκάρντ, όλους όσοι έχουν τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών, να ξυρίσουν τα μουστάκια που δεν είχαν ποτέ, να γλείψουν εκεί όπου έφτυναν, να αρνηθούν τα ιερά και τα όσια της ελεύθερης αγοράς, να αναγνωρίσουν την παταγώδη αποτυχία της. Για να είμαστε ακριβείς, δεν είναι ο Πούτιν που τα προκαλεί όλα αυτά, η αποτυχία της αγοράς έχει προηγηθεί πολλούς μήνες πριν ο άρχων του Κρεμλίνου αποφασίσει να περάσει την Ουκρανία διά πυρός και σιδήρου. Απλώς, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έδωσε το ιδεώδες ιδεολογικό πρόσχημα στις ευρωπαϊκές ηγεσίες και να αποσκιρτήσουν από τους ιερούς κανόνες της μη παρέμβασης στην αγορά. 

Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση ανεβάζει σε άλλο επίπεδο τη σεμνή τελετή ενταφιασμού της νεοφιλελεύθερης εποποιίας των τελευταίων 3-4 δεκαετιών. Και της οφείλουμε ευγνωμοσύνη για την προσφορά της στην ελληνική κοινωνία και ευρύτερα στην ανθρωπότητα. 

Οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον πρωθυπουργό, γιατί, ανακαλύπτοντας ότι υπάρχουν υπερκέρδη στις ενεργειακές εταιρείες, μας λέει ευθέως ότι το κέρδος, το επιχειρηματικό κέρδος δεν είναι ένα εξ ορισμού καλό πράγμα. Μας λέει εμμέσως ότι τα επιχειρηματικά κέρδη μπορεί να αποτελούν και ένα είδος ληστείας εις βάρος του κοινωνικού συνόλου και ενίοτε το κράτος, το αστικό, καπιταλιστικό κράτος, ακόμη και το επιτελικό κράτος του Κυριάκου Μητσοτάκη, οφείλει να βάλει χέρι στα κέρδη. Να τα απαλλοτριώσει, με τρόπο που μόνο κακοί κομμουνιστές και αμετανόητοι κρατιστές το έχουν κάνει. 

Οφείλουμε ευγνωμοσύνη και στον Αδωνι για τα πρόστιμα που επιβάλλει έστω και σε ανώνυμες εμπορικές αλυσίδες για παραβίαση του νομοθετημένου περιθωρίου κέρδους. Του οφείλουμε ευγνωμοσύνη γιατί αναγνωρίζει ότι υπάρχει ένα κοινωνικά ανεκτό όριο κέρδους – και ό,τι το υπερβαίνει είναι αισχροκέρδεια. Παρότι υπάρχει μια αντίφαση στην έννοια αυτή –ποιο κομμάτι του κέρδους είναι άραγε αισχρό και πιο άγιο;– θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να δούμε τον υπουργό Ανάπτυξης –έμπειρος τηλε-έμπορος άλλωστε ο ίδιος– να αλλάζει πίστα και να ορίζει νομοθετικά την αισχρότητα της κερδοφορίας, μια και την αισχρότητα της πολιτικής υποκρισίας την έχουν εξαντλήσει. 

Κι αν θέλουν να απογειώσουν την παρέμβασή τους, μπορούν να εισηγηθούν, πέρα από πρόστιμα, οι συλλαμβανόμενοι ως κερδοσκόποι να μην τη βγάζουν καθαρή με μερικά πρόστιμα, αλλά να διασύρονται και να διαπομπεύονται δημοσίως στο Σύνταγμα. Φαντάζομαι να μην περνά απ’ το μυαλό τους και το ενδεχόμενο να στηθούν κρεμάλες. 

Αναρωτιέται, βέβαια, κανείς, αφού μπήκαν στον κόπο οι κυβερνήσεις να παραδεχθούν τη ρήση του Ανάχαρσι «κέρδος άπληστον» –το κέρδος και η κερδοσκοπία δεν χορταίνουν ποτέ, είναι τερατάκια που όσο και να τα ταΐσεις θέλουν κι άλλο– αν προτίθενται να κάνουν κάτι ριζικό για την εκρίζωσή του. 

Για παράδειγμα, αφού είμαστε σε περίοδο ανακοίνωσης εταιρικών αποτελεσμάτων και τα χρηματιστήρια του πλανήτη, όταν δεν πτοούνται από τις βόμβες του Κιέβου ή της Μαριούπολης, βρίσκονται σε έκσταση για τις τρελές κερδοφορίες και τα αστρονομικά μερίσματα που ετοιμάζονται να μοιράσουν τράπεζες, φαρμακευτικές, πολεμικές βιομηχανίες, γιατί δεν βάζουν χέρι και σε αυτά τα υπερκέρδη; Τι κάνει την αύξηση 130% της κερδοφορίας της Pfizer ανεκτή, ιερή, δίκαιη και ηθική και τη μικροκερδοσκοπία του μίνι μάρκετ της γειτονιάς απαράδεκτη και ανήθικη; Τι κάνει τα «ουρανοκατέβατα» κέρδη των ενεργειακών εταιρειών ύποπτα και φορολογήσιμα και τα τεράστια εταιρικά κέρδη της πανδημίας που ανακοινώνουν σεινάμενες-κουνάμενες οι εταιρείες, εισηγμένες και μη, απαραβίαστα; 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Δύση, ουσ.: Το τμήμα του κόσμου που εκτείνεται δυτικά (ή ανατολικά) της Ανατολής. Κατοικείται στο μεγαλύτερο μέρος του από Χριστιανούς, ένα ισχυρό φύλο υποκριτών, οι οποίοι παράγουν κυρίως δολοφονίες και απάτες – «πολέμους» και «εμπορικές συναλλαγές» τις ονομάζουν αντίστοιχα. Το ίδιο και οι κάτοικοι της Ανατολής, οι οποίοι επίσης παράγουν κατά κύριο λόγο τα ίδια προϊόντα.

Αμπροουζ Μπιρς, «Το Αλφαβητάρι του Διαβόλου» 

Saturday, March 19, 2022

Τίνος είναι, βρε Κυριάκο, τα λεφτά;

 Εφημερίδα των Συντακτών, 19-20/3/2022



Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στον νου ακούγοντας τον πρωθυπουργό το βράδυ της Τετάρτης και τους υπουργούς το πρωί της Πέμπτης να περιγράφουν με ύφος συμπονετικού φιλάνθρωπου τα μέτρα κατά της ακρίβειας, ιδιαίτερα εκείνο με την κάρτα καυσίμων, είναι το ανέκδοτο που γεννήθηκε στην καρδιά των μνημονίων. Οταν όχι οι ανατιμήσεις των αγαθών, αλλά οι υποτιμήσεις των μισθών έκαναν για κάποιους τη μετακίνηση των αυτοκινήτων πράξη πολυτελείας κι αποκοτιάς. Ντροπαλός οδηγός πλησιάζει διστακτικά την αντλία βενζίνης και ψιθυρίζει στ’ αυτί του πρατηριούχου: «Φίλε, μου βάζεις τέσσερα ευρώ αμόλυβδη;» Και ο πρατηριούχος του απαντά: «Να σου κλάσω και λίγο στα λάστιχα, γιατί τα βλέπω πλάκα;»

Κάπως έτσι προέκυψε μακρά σειρά ανεκδότων, άλλα χοντράδες, άλλα κρυάδες, κι άλλα διαμάντια πηγαίου χιούμορ, που έχουν ήδη καταστήσει τις κυβερνητικές εξαγγελίες βορά και κουρά της λαϊκής θυμοσοφίας, έστω και στην αλγοριθμική εκδοχή της. Εδώ που τα λέμε, κι αυτοί οι χριστιανοί ξύνονται στην γκλίτσα του τσομπάνη μ’ αυτά που λένε. Εχουν ανοίξει τον οχετό κοινοτοπιών και οικονομικών κλισέ για τον εισαγόμενο πληθωρισμό, για τη δημοσιονομική σύνεση που απαιτείται, για την προκλητική κερδοσκοπία –α, ναι! υπάρχει κερδοσκοπία, είδες τι μαθαίνει κανείς, Κυριάκο μου, όσο μεγαλώνει και σιτεύει στα μετάξια της εξουσίας;– και φυσικά για το λεφτόδεντρο. Αλίμονο, μην ξεχάσουμε, κύριε διοικητά της κεντροτράπεζάς μας, να διδάξουμε τα παιδιά, πριν από το «μια ωραία πεταλούδα» και το «είμαι ένα γουρουνάκι βρόμικο πολύ», ότι δεν υπάρχει λεφτόδεντρο. Δεν σκαρώνεις κι ένα σχετικό παιδικό τραγουδάκι, να το ηχογραφήσουν τα «ζουζούνια», κύριε διοικητά μας, να γίνει τρελό σουξέ, να πέσουν το youtube και το tik tok από τα κλικαρίσματα; 

Να, μπορεί να πηγαίνει κάπως έτσι: «Είχα φυτέψει μια λεφτοδεντριά/ κάθε πρωί την πότιζα φιλιά/ μα από τ’ αχάριστό της ξύλο/ δεν εβλάστησε ούτε φύλλο». Εντάξει, δεν είναι και το καλύτερο, αλλά οι ταλαντούχοι της χρηματοοικονομικής θα βρουν κάτι καλύτερο για να περιγράψουν το μυστήριο της χρηματογένεσης, αποσιωπώντας ότι οι ποσοτικές χαλαρώσεις περίπου 15 τρισ. δολαρίων που εδώ και 12 χρόνια ποτίζουν η FED και η ΕΚΤ –για να μείνουμε μόνο στον ευρωατλαντικό άξονα– είναι το μεγαλύτερο λεφτόδεντρο που έχει αναπτυχθεί ποτέ στην ιστορία του χρήματος, κάτω από τη σκιά του οποίου κάθισαν σχεδόν 1 δισ. άνθρωποι, έστω κι αν τους καρπούς του τους γεύτηκε μόλις το 1 τοις χιλίοις, βαριά. 

Το πρόβλημα με τους ανθρώπους, πολιτικούς, τεχνοκράτες ή τα υβρίδια μεταξύ των δύο, που χειρίζονται τον πλούτο των εθνών και ειδικά το τμήμα που απεικονίζεται σε χρήμα και δη δημόσιο χρήμα, είναι ότι από τη στιγμή που καθίστανται νταβατζήδες του κρατικού θησαυροφυλακίου νομίζουν ότι τους ανήκει. Πέφτουν θύματα μιας ιδιότυπης, αντίστροφης εκδοχής της αλλοτρίωσης: ενώ οι πραγματικοί παραγωγοί του πλούτου –μισθωτοί, τεχνικοί, επιστήμονες, όλοι όσοι συντείνουν στη μετατροπή ιδεών και πρώτων υλών σε εμπορεύματα– νιώθουν ξένα τα προϊόντα της εργασίας τους, οι απαλλοτριωτές αυτών των προϊόντων ή της χρηματικής εκδοχής τους που φτάνουν στα κρατικά θησαυροφυλάκια ως δημόσια έσοδα νομίζουν ότι τους ανήκουν εξ ορισμού. Λες και είναι χρήματα που με κάποιο μαγικό τρόπο οι ίδιοι έχουν αποκτήσει, λες και η εξουσία διαχείρισης των κρατικών προϋπολογισμών που τους ανατίθεται είναι κληρονομιά απ’ τον μπαμπά τους που μπορούν να διαχειριστούν κατά βούληση. 

Αυτή η φετιχιστική πλάνη αποτυπώνεται στο ενθουσιώδες, συγκαταβατικό ή περίλυπο ύφος με το οποίο ανακοινώνουν μέτρα στήριξης του πληθυσμού σε περιόδους κρίσεων όπως η τωρινή, μέτρα λιτότητας και αύξησης της φορολογίας σε περιόδους κρίσης χρέους όπως η προηγούμενη δεκαετία ή φοροαπαλλαγές και εισοδηματικές ενισχύσεις σε περιόδους αναπτυξιακής ευημερίας. Εμφανίζονται ως γενναιόδωροι φιλάνθρωποι όταν τα λεφτά που υπόσχονται είναι πολλά, ή ως συνετοί νοικοκυραίοι όταν είναι λίγα, λες και τα βγάζουν από την τσέπη τους. 

Να ξεκαθαρίζουμε τα βασικά, παλικάρια μου; Το κρατικό χρήμα που διαχειρίζεστε είναι χρήμα που σας δανείζουμε και σας εμπιστευόμαστε εμείς για να κάνετε τη δουλειά: να τα αναδιανείμετε με τον πιο επωφελή για τους περισσότερους τρόπο. Πάμε λοιπόν: τίνος είναι τα λεφτά του προϋπολογισμού, Κυριάκο μας; Είναι δικά μας! Είναι τα 120 σεντς που παίρνει ως ειδικό φόρο το κράτος σε κάθε δίευρο βενζίνης. Είναι τα 13 σεντς κάθε φραντζόλας ψωμί και τα 26 σε κάθε ποτηράκι καφέ (στο χέρι, όχι σερβιριζόμενο). Είναι τα 180 ευρώ που παίρνει στην πηγή το κράτος για φόρους και εισφορές σε κάθε 1.000 ευρώ μικτού μισθού τον μήνα. Είναι τα 13 ευρώ φορολογικό έσοδο που πάει στο κρατικό ταμείο για 100 ευρώ ρεύματος ή αερίου που καίμε. Το πορτοφόλι σας είναι το πορτοφόλι μας, με λίγα λόγια. Επομένως, το πόσα, σε ποια μορφή και σε ποιους από μας θα επιστρέψεις, Κυριάκο μας, δεν είναι συνάρτηση της γενναιοδωρίας, της καλής διάθεσης ή της οικονομικής ευφυΐας σου, αλλά συνάρτηση της ανοχής μας, της αφέλειας ή της δυσφορίας μας. Το ταμείο γίνεται κατά κανόνα στις εκλογές. Ενίοτε γίνεται και στα ποινικά δικαστήρια. 

Πάμε, τώρα, και στο άλλο λεφτόδεντρο. Τίνος είναι τα λεφτά των τραπεζών, Γιάννη μας, Κριστίν μας, Τζερόμ μας; Των αποταμιευτών, μήπως; Μάλλον, ε; Και καθώς πλέον σχεδόν δεν απομένει ούτε σεντ ευρώ ή δολαρίου που να μην περνά από τον παγκόσμιο νταβατζή του χρήματος, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, από τον πενιχρό μισθό που καταθέτει ο εργοδότης στον λογαριασμό του μισθωτού μέχρι τα χρήματα που κατατίθενται στον λογαριασμό της Gazprom για να συνεχίζει τη ροή αερίου παρά τον πόλεμο, το χρήμα των τραπεζών όλου του κόσμου, εντός και εκτός swift, μία πηγή έχει: τις τσέπες μας και βασικά την εργασία μας. Το ότι στις τράπεζες έχει εκχωρηθεί η δαιμόνια εξουσία να μετατρέπουν σε χρήμα τις αποταμιεύσεις μας, πολλαπλασιάζοντάς τες όπως ο Ιησούς τους πέντε άρτους και τα δυο ψάρια, δεν αλλάζει την ουσία: μας δανείζουν –αν, όποτε και όσους δανείζουν– δανειζόμενες τα λεφτά μας. Ακόμη κι αν δεν έχουμε αποταμιεύσεις. 

Αν ξεκαθαρίσουμε αυτά τα βασικά, όλα γίνονται καθαρότερα για μας, τους κοινούς θνητούς. Και σκοτεινότερα γι’ αυτούς που μονοπωλούν τον ίσκιο και τους καρπούς των λεφτόδεντρων. Τα οποία υπάρχουν, αλλά μόνο γι’ αυτούς, τους κολλητούς και την τάξη τους. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Κι όπως έχει η βδομάδα τα μερόνυχτα εφτά

η ζωή μας η ρημάδα δε φτουράει χωρίς λεφτά.

Τα λεφτά, τα λεφτά, ποιος τ’ ανακάλυψε

τα λεφτά, τα λεφτά, την πορτοφόλα

τα λεφτά, τα λεφτά, και μας παράλειψε,

τι παθαίνει ο άνθρωπος με του παρά τη φόλα.

Τα λεφτά, τα λεφτά, τα εκατομμύρια

τα λεφτά, τα μπερντέ, τα μπικικίνια

τα ψιλά, τα χοντρά, τριάντα αργύρια,

στο καζίνο την πατάς εφόσον έχεις γκίνια.

Λίνας Νικολακοπούλου, «Τα λεφτά τα λεφτά» (από τον δίσκο «Σπεράντζα», του Σταμάτη Κραουνάκη)



Saturday, March 12, 2022

Παρεμβατισμός, ανώτατο στάδιο του νεοκρατισμού

 Η Εφημερίδα των Συντακτών 12-13/3/2022




Από τη στιγμή που ακόμη και ο Μητσοτάκης ανακάλυψε την κερδοσκοπία και ο Αδωνις αποφάσισε να την πατάξει αμείλικτα, από την ώρα δηλαδή που δυο από τους πιο ορκισμένους πιστούς της ελεύθερης αγοράς αναγνωρίζουν ότι η αγορά απέτυχε παταγωδώς ακριβώς τη στιγμή που επέπρωτο να πετύχει, από τη στιγμή που όλοι οι ευλογημένοι από το αόρατο χέρι της αγοράς ζητούν, αν όχι να της το κόψουμε απ’ τον αγκώνα, να της φάμε 2-3 δάχτυλα τουλάχιστον, από την ώρα που ακόμη και οι παιδιόθεν βουτηγμένοι στο μαγικό φίλτρο του νεοφιλελευθερισμού Οβελίξ της απορρύθμισης και του τουρμποκαπιταλισμού αναγνωρίζουν ότι το κέρδος δεν είναι ένα εξ ορισμού καλό πράγμα, ότι δεν είναι μηχανή δημιουργίας πλούτου, αλλά μπορεί να είναι μηχανισμός καταστροφής του, εμείς όλοι οι άλλοι οι μη αγοραίοι οφείλουμε να σκάσουμε. Δεν έχουμε λόγο ύπαρξης. Μπορούμε καρτερικά να περιμένουμε από την κυβέρνηση να ξεδιπλώσει όλο το σχέδιο «πολεμικού κομμουνισμού» που υποθέτουμε ότι ήδη επεξεργάζονται ο κ. Πατέλης με τον κ. Σκέρτσο, προφανώς με τη συνδρομή του κ. Πισσαρίδη και όλων των εκλεκτών μελών της σοφής επιτροπής του, που οι λαμπερές ιδέες τους θάβονται κάτω απ’ τα χιόνια και τις στάχτες της Ουκρανίας. 

Εξάλλου, όταν οι ίδιοι οι συντελεστές και δη πρωταγωνιστές της αγοράς αναγνωρίζουν περιδεείς ότι αυτή απέτυχε, όταν οι ενεργοβόροι βιομήχανοι καταγγέλλουν απεχθή κερδοσκοπία στην αγορά ρεύματος και απαιτούν κρατική παρέμβαση στο ιερό χρηματιστήριο ενέργειας, όταν εκλιπαρούν την αστυνόμευση του χρηματιστηριακού παιγνίου παραγωγών και παρόχων, αγοραστών και πωλητών ενέργειας, και θεωρούν τις διατιμήσεις περίπου ζήτημα ζωής και θανάτου, υποθέτουμε ότι είναι διατεθειμένοι να δεχθούν ανάλογη παρέμβαση στις δικές τους αγορές, όπου τα ισοζύγια προσφοράς – ζήτησης δεν καταλήγουν σε «ιδανικές και δίκαιες τιμές», αλλά σε ηφαίστεια ανατιμήσεων. (Καημένε Ανταμ Σμιθ! Ευτυχώς που είσαι μακαρίτης εδώ και σχεδόν δυόμισι αιώνες και δεν βλέπεις πόσο χαμηλά πέφτουν οι επίγονοί σου! Εκεί που έπτυον, λείχουσιν!) 

Πέραν της πλάκας, μετά τη μαζική προσχώρηση των αγοραίων που κυβερνούν εδώ και τρεις δεκαετίες τον κόσμο στο προτεσταντικό πνεύμα του κρατισμού λόγω πανδημίας, τώρα ο πόλεμος στην Ουκρανία, η παλινόρθωση του προαιώνιου εξ Ανατολών εχθρού και η ανοικοδόμηση του Τείχους που χωρίζει την Ευρώπη οδηγούν τους νεοφώτιστους κρατιστές στην επόμενη πίστα: στον έλεγχο της αγοράς, του ποσοστού κέρδους και των τιμών. Εγκλημα καθοσιώσεως άλλοτε, τώρα καθίσταται απλώς μονόδρομος πολιτικής επιβίωσης. Γιατί με τη βενζίνη στα 2,5 ευρώ το λίτρο, το πετρέλαιο στα 2 ευρώ, το αέριο στα 130 η μεγαβατώρα, το ψωμί στο 1,10 η φραντζόλα και το μαρούλι στο 1,20 το κομμάτι, είναι πολύ πιθανό σε λίγο η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και όλες οι ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις να γίνουν Χάρκοβο ή Μαριούπουλη (με όλον τον σεβασμό σε αμάχους, πρόσφυγες και νεκρούς της Ουκρανίας). 

Καλώς μας τους κι ας άργησαν! Αλλά για να είναι ειλικρινής, παρά τη μεταμέλεια των πρώην νεοφιλελεύθερων νυν νεοκρατιστών για τις μπαρούφες με τις οποίες μας φλόμωσαν εδώ και δεκαετίες για τη «σοφία της αγοράς», κάποιοι απ’ αυτούς θα πρέπει να περάσουν από διεθνές δικαστήριο για εγκλήματα οικονομικού πολέμου. Υπάρχει; Αν όχι, πρέπει να φτιαχτεί. Διότι η παράδοση του ελέγχου των τιμών στα χρηματιστηριακά καζίνα είναι αποτέλεσμα των δικών τους πολιτικών αποφάσεων. Τα χρηματιστήρια του τρόμου και της ευφορίας που ορίζουν τις τιμές των μετοχών, του κρατικού και εταιρικού χρέους, των ενεργειακών πόρων, κάθε πρώτης ύλης που είναι απαραίτητη για τη ζωή του σύγχρονου βιομηχανικού ή ψηφιακού ανθρώπου, από το χρυσάφι μέχρι το στάρι και από το νικέλιο μέχρι το κρέας, δεν την έκλεψαν την εξουσία ζωής και θανάτου πάνω μας. Τους ανατέθηκε από τις πολιτικές ηγεσίες -ακροδεξιές, κεντροδεξιές, κεντροαεριστερές-, από τις κεντρικές τράπεζες και τους τεχνοκράτες του οικονομικού σχεδιασμού που επί δεκαετίες ρυθμίζουν την απορρύθμιση των οικονομιών και των αγορών. Τώρα, πέφτουν κι αυτές στον λάκκο με τα σκατά που έσκαβαν για μας. 

Δεν υπάρχει καμιά μεταφυσική στα χρηματιστήρια του τρόμου και της χαράς. Υπάρχει μόνο πολιτική και οικονομική απάτη. Η φούσκα που φιλοτεχνήθηκε για τον καθορισμό των τιμών κάθε υλικού ή άυλου αγαθού είναι πρωτίστως πολιτική. Πάρτε για παράδειγμα το φυσικό αέριο, που έχει προκαλέσει την απορία (δεν με εκπλήσσει) του νεοκρατιστή Κυριάκου για τη στρέβλωση που τάχα παρατηρείται στο ολλανδικό χρηματιστήριο TTF. Εκεί τιμολογείται όλο το φυσικό αέριο που παίρνει η Ευρώπη από κάθε πηγή: Ρωσία, Νορβηγία, Αζερμπαϊτζάν, ακόμη και από την ίδια την Ολλανδία. Αν το ρωσικό αέριο που παίρνει η Ευρώπη αντιστοιχεί στο 35% του συνόλου και, ας υποθέσουμε ότι ο πόλεμος το καθιστά αντικείμενο υπερτιμητικής κερδοσκοπίας, έστω κι αν η ροή του δεν έχει σταματήσει, γιατί το υπόλοιπο 65% δεν τιμολογείται κανονικά; Ποιος ορίζει ότι πρέπει να ακολουθεί την κερδοσκοπία του τρόμου; Κι αν του νεοκρατιστή Κυριάκου του φαίνεται φοβερή ιδέα να τιμολογείται το αέριο με τη φυσική του παράδοση -δούναι και λαβείν δηλαδή, δώσε μου τόσα εκατ. κυβικά αέριο, πάρε τόσα εκατομμύρια ευρώ, ντούκα προ- γιατί δεν υποστήριξε την πρόταση του Πούτιν, που σε ανύποπτο χρόνο, τον Νοέμβριο, κάλεσε την Ε.Ε. για συμφωνίες φυσικής παράδοσης σε συγκεκριμένη τιμή, εκτός χρηματιστηριακού καζίνου; Κι αν ο Κυριάκος και οι λοιποί όψιμοι νεοκρατιστές ανακαλύπτουν ότι στα χρηματιστήρια πετρελαίου, αερίου και ρεύματος που η ίδια η Ε.Ε. επέβαλε σε όλες τις χώρες εκκολάπτονται φούσκες κερδοσκοπίας εις βάρος των καταναλωτών και των δημόσιων πόρων, γιατί δεν τα καταργούν εδώ και τώρα; 

Πόσο ακόμη πρέπει να πληρώνουμε το φιάσκο της απελευθερωμένης αγοράς; Ή μήπως πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά την ιδέα ενός δικαστηρίου για εγκλήματα εις βάρος της τσέπης μας, της επιβίωσής μας και της νοημοσύνης μας; 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Το μονοπώλιο που παραχωρείται σε ένα άτομο είτε σε μια εμπορική επιχείρηση έχει το ίδιο αποτέλεσμα όπως και ένα μυστικό στο εμπόριο ή στις μανιφακτούρες. Ο κάτοχος του μονοπωλίου διατηρεί συνεχώς την αγορά σε ανεπάρκεια, με το να μην ικανοποιεί ποτέ πλήρως τη λειτουργούσα ζήτηση, πωλεί τα εμπορεύματά του πολύ πάνω από τη φυσική τιμή τους και αυξάνει τις απολαβές του, είτε αυτές συνίστανται σε μισθούς είτε σε κέρδη, πολύ πάνω από το φυσικό τους επίπεδο.

Η μονοπωλιακή τιμή είναι η υψηλότερη που μπορεί να επιβληθεί σε μια δεδομένη στιγμή. Αντίθετα, η φυσική τιμή ή «τιμή του ελεύθερου ανταγωνισμού» είναι η χαμηλότερη που μπορεί να επιτευχθεί, όχι βέβαια σε οποιαδήποτε στιγμή, αλλά επί ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, Η πρώτη είναι σε κάθε περίσταση η υψηλότερη που μπορεί να αποσπαστεί από τους αγοραστές ή αυτή στην οποία υποτίθεται ότι συγκατατίθενται. Η δεύτερη είναι η χαμηλότερη την οποία γενικά μπορούν να ανεχτούν οι πωλητές ώστε να συνεχίσουν ταυτόχρονα τη δραστηριότητά τους. 

Ανταμ Σμιθ, «Ερευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών» (1776) 


Friday, March 4, 2022

Ο ήχος του «πολεμικού καπιταλισμού»

 Η Εφημερίδα των Συντακτών,, 4-7/3/2022


«Κλινκ, κλινκ! Κλινκ, κλινκ!». Τι ώρα να είναι; Στη βαθιά φάση ύπνου REM οι ήχοι ειδοποιήσεων στο κινητό ακούγονται σχεδόν σαν έκρηξη πυραύλου Κρουζ. Είναι ξημερώματα. Φτου! Πάλι δεν θα κλείσω πεντάωρο ύπνου. Ολέθριο σφάλμα να μην κλείνεις τους ήχους ειδοποίησης, ή ακόμη καλύτερα να μην κλείνεις εντελώς το κινητό, που έχει γίνει ο πυκνωτής όλης της ύπαρξης και της κοινωνικότητάς μας. Μετανιώνω φρικτά για τα κατσαδιάσματα στην κόρη μου, που για χρόνια είχε το κινητό στο αθόρυβο, τις μικρές ώρες της νύχτας που την έψαχνα κι ήταν άφαντη. Δίκιο είχε, παρά το βασανιστήριο στο οποίο μας υπέβαλε η γονική αγωνία. 

Το δικαίωμα αποσύνδεσης δεν αφορά μόνο τη δουλειά και τον εργάσιμο χρόνο, αφορά όλο τον ανθρώπινο χρόνο, που η αγορά έχει πλέον καταλάβει ολοκληρωτικά ως καταναλωτικό χρόνο, 24 ώρες το 24ωρο. Δικαιούμαι, παρακαλώ, να μην ξέρω και να μη μαθαίνω πρώτος τα πάντα, από το πώς άνοιξε το χρηματιστήριο του Τόκιο μέχρι το αν υπάρχουν «πρόθυμες ώριμες κυρίες κοντά σας, στον χώρο σας, στείλε μήνυμα τώρα»; Δικαιούσαι, θα απαντήσει η αγορά, μπορείς να κλείσεις το κινητό, να κλείσεις τον ήχο, να αρνηθείς κούκις και εφαρμογές ειδοποίησης, αλλά μετά θα έχεις κάποια προβληματάκια. Θα αποκλειστείς από ένα σωρό πράγματα, κι ύστερα θα ακούς γύρω σου τον χαμό που έγινε στο τουίτερ για την τελευταία κοτσάνα του Αδώνιδος, για το συγκλονιστικό βίντεο με τα 100 εκατ. βιους στο Tik Tok ή για την ανάρτηση με τα 1.500 σχόλια στο Φου Μπου και θα αισθάνεσαι λίγο μαλάκας. Δεν θα σου άρεσε, ε;

«Πίου, Πίου! Πίου, πίου!» (ειδοποίηση βουκολικού ηχοχρώματος). Επήρε η μέρα κι έφεξε. Το δικαίωμα υπνικής αποσύνδεσης έχει πλέον καταστρατηγηθεί, δεν έχει νόημα να παλεύεις άδικα με το μαξιλάρι, οι ειδοποιήσεις σε καλούν. Ειδοποιήσεις στο προσωπικό μέιλ, άλλες στο επαγγελματικό, ειδοποιήσεις στο FB, στο WhatsApp, νέα sms, η Cosmote σάς θυμίζει ότι λήγει η προθεσμία πληρωμής του λογαριασμού, μετά σας ευχαριστεί που τον πληρώσατε, στα καπάκια στέλνει και μια υπενθύμιση για τη νέα σούπερ προσφορά, μετά τη σκυτάλη παίρνει η ΔΕΗ, ή ο ιδιώτης πάροχος, ο ήχος της ειδοποίησης είναι σταθερός, δεν έχει σημασία πόσο βαριά σας έπεσαν η ρήτρα αναπροσαρμογής και ο εκκαθαριστικός λογαριασμός, η ένταση ήχου δεν είναι ευθέως ανάλογη της λυπητερής. Ειδοποίηση και για το ποιοι ψηφιακοί φίλοι έχουν σήμερα γενέθλια ή γιορτή, alert για τα καυτά νέα της μέρας, ο αρραβώνας Μαυρίκιου-Ιλάειρας συναγωνίζεται τους βομβαρδισμούς στο Χάρκοβο (ποιος στο διάολο είναι ο Μαυρίκιος και γιατί πρέπει να ξέρω για τον αρραβώνα του;). 

Ο πόλεμος κάνει θόρυβο -τον θόρυβο των εκρήξεων, των ερπυστριών στο οδόστρωμα, των σειρήνων συναγερμού και των φωνών τρόμου των προσφύγων-, η κρίση έχει κι αυτή τους ήχους και τους θορύβους της -τι άλλο σημαίνει «κραχ» από τον ήχο μιας παταγώδους πτώσης, μιας κατάρρευσης;-, η ανάπτυξη εκπέμπει κι αυτή τους ήχους της -της μπουλντόζας, του εκσκαφέα, της οικοδομής που σηκώνεται, της γραμμής παραγωγής, των γερανών που ξεφορτώνουν κοντέινερ, της βουής των αγοραστών που πλημμυρίζουν τα malls-, οι φούσκες δεν ηχούν μόνο όταν σκάνε, αλλά κι όταν γεμίζουν με άυλο πλούτο, γεμίζουν με τους βόμβους που εκπέμπουν τα μόνιτορ των ντίλερ των αγορών, κάθε φορά που ένα δισ. δολάρια αλλάζει χέρια και διακτινίζεται σε χρόνο dt από τη Νέα Υόρκη στη Σανγκάη κι από κει στο Λονδίνο. 

Αλλά ο οικουμενικός, ψηφιακός καπιταλισμός έχει προσθέσει ένα νέο στοιχείο μουσικής επένδυσης της καθημερινότητάς μας, είτε είναι ειρηνική και παραγωγική είτε πολεμική και καταστροφική, αλλά κατά κανόνα σε ένα υβρίδιο των δύυο καταστάσεων, δηλαδή σε διαρκή κρίση. Στα 32 χρόνια που μεσολάβησαν από τον πρώτο πόλεμο σε ζωντανή μετάδοση στον Κόλπο, το επικού ύφους ηχητικό σήμα της «έκτακτης επικαιρότητας» που το 1990 καλούσε τον τηλεοπτικό στρατό να στηθεί στις οθόνες του, έχει πια παρεισφρήσει σε κάθε ψηφιακή συσκευή που μας κρατά συνδεδεμένους με τον κόσμο. Το κινητό πρωτίστως, το laptop, το pc, η έξυπνη τηλεόραση μας κρατούν σε διαρκή εγρήγορση με την καταιγίδα ηχητικών και οπτικών ειδοποιήσεων για κάθε τι που, υποτίθεται, μας ενδιαφέρει και υποχρεούμαστε να ξέρουμε. Μια νέα, αλγοριθμικά σχεδιασμένη νεύρωση μας ωθεί να είμαστε με το όπλο, το κινητό, την πιστωτική, το ποντίκι και το τηλεχειριστήριο παρά πόδα -ή παρά χείρα- νυχθημερόν, με μόνη επιλογή το ηχόχρωμα της ειδοποίησης. Αυτή είναι η νέα συνθήκη του «πολεμικού καπιταλισμού», ανεξάρτητα αν αφορά τις βόμβες στο Κίεβο ή τις προσφορές στα Lidl. 

Και θα πει κανείς, εντάξει, μην τον κάνεις θέμα, βάλε σίγαση, αλλά αυτό δεν είναι λύση, σωστά; Οι ειδοποιήσεις θα περιμένουν εκεί, σαν μπόγος ασιδέρωτα, κι η αλγοριθμική νεύρωση δεν σ’ αφήνει να μένεις στο περιθώριο του «πολεμικού καπιταλισμού». Οπότε; Ας ξανασκεφτούμε το δικαίωμα πλήρους και οριστικής αποσύνδεσης. Από τι και από ποιους το αφήνω στη φαντασία σας. 

ΚΙΜΠΙ 

Kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Ακούω κούφια τα τουφέκια,

ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών

Διονύσιου Σολωμού, «Υμνος εις την ελευθερία» 

Saturday, February 26, 2022

Μικροί άρπαγες, μεγάλοι άρπαγες

 Εφημερίδα των Συντακτών, 26,27/2/2022


Η κυρία Χ (δεν μάθαμε ποτέ το όνομά της και δεν χρειάζεται) έκλεψε τρία κιλά κρέας και λίγο τυρί από το Lidl στο Ιλιον και πήγε αυτόφωρο. Εντάξει, έγινε χαμός στο τουίτερ, κράξανε μέχρι και τα κανάλια, την έπεσε και με βαριοπούλες ο «Ρουβίκωνας», η εταιρεία δεν έκανε μήνυση, ο εισαγγελέας θα δούμε τι θα κάνει, η κυρία Χ ωστόσο υπέστη τη ζημιά, εκλάπη η αξιοπρέπεια και ο αυτοσεβασμός της για τρία κιλά κλεμμένο κρέας.

Του Γιάννη Αγιάννη, πάλι, ήταν λίγο κλεμμένο ψωμί που του στοίχισε 19 χρόνια φυλακή, αλλά η κλοπή κατέστη μονόδρομος επιβίωσης για τον διαρκώς διωκόμενο από τον Ιαβέρη ήρωα: κλοπή ταυτότητας, κοινωνικού ρόλου, στάτους. Η ιδιοκτησία είναι κλοπή, φώναζε ο Προυντόν, αλλά, αφού ό,τι κλέψεις γίνεται ιδιοκτησία σου, ο μόνος τρόπος για να είσαι συνεπής στο αξίωμα του Προυντόν είναι να το αφήσεις στη διάθεση του επόμενου κλέφτη. «Κλέψε αυτό το βιβλίο», έλεγε και ο Αμπι Χόφμαν στην ομότιτλη μπροσούρα του, αν και η παρότρυνση στην κλοπή του βιβλίου προϋπέθετε ότι έπρεπε να γίνει κάποιου ιδιοκτησία, πρωτίστως του εκδότη που θα το τύπωνε και του βιβλιοπώλη που θα το έβαζε στις προθήκες του μαγαζιού. Η πρώτη πράξη απαλλοτρίωσης του βιβλίου, αφότου βγήκε απ’ το μυαλό του Χόφμαν, ήταν το πέρασμά του στην παραγωγή κι από κει στην αγορά, δηλαδή η μετατροπή του σε προϊόν.

Είναι εν τω μεταξύ άγνωστο αν ο συνομιλητής του μακαρίτη Βγενόπουλου, στην ηχογραφημένη συνομιλία για την υποτιθέμενη εξαγορά της δικαστικής απαλλαγής του, εμπνεύστηκε από τον Χόφμαν τη συνεκδοχή των χρημάτων ως βιβλίων και του θησαυροφυλάκιου του μαύρου χρήματος ως βιβλιοθήκης. Αλλά αυτός ο κώδικας, αν πράγματι υπάρχει και χρησιμοποιείται από μικρούς και μεγάλους άρπαγες, είναι μια ενδιαφέρουσα ομολογία ότι το ίδιο το χρήμα είναι αυθεντικό προϊόν κλοπής. Η σκέψη, στην επέκτασή της, θα μπορούσε να καταλήξει στην παραδοχή ότι οι ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες είναι κανονικοί παραχαράκτες και οι τράπεζες κλεπταποδόχοι. Αλλά μακριά από μας τέτοιες βλάσφημες σκέψεις, τουλάχιστον όσο έχουμε εκκρεμή δάνεια και υποθήκες. 

Γιατί μπορεί η κ. Χ να γλίτωσε για τα τρία κιλά κρέας από το σούπερ μάρκετ, αλλά οι κόκκινοι δανειολήπτες δεν τη γλιτώνουν από τους πλειστηριασμούς, την ανελέητη ομοιοπαθητική της κλοπής: εσύ κλέβεις από την τράπεζα μερικές δόσεις του δανείου, και μάλιστα όχι από πρόθεση, αλλά από αδυναμία, κι αυτή σου κλέβει ολόκληρο το σπίτι, όπως έχει προσυμφωνηθεί εκ του νόμου και εκ της δανειακής συμβάσεως. Επειτα, η τράπεζα παίρνει το κλοπιμαίο και το βγάζει στο σφυρί. Το γεγονός ότι συχνά καταλήγει στην ίδια ή στους μπροστινούς της είναι μιαν απόδειξη πως στην αναμέτρηση επί του κλοπιμαίου (της ιδιοκτησίας) ο μικρός άρπαγας (ο ενυπόθηκος δανειστής) είναι από χέρι χαμένος από τον μεγάλο άρπαγα (την Πίστη). Καθόλου δίκαιο, έτσι; Γι’ αυτό κι ο έρμος και παρεξηγημένος Ντε Σαντ πρότεινε με σθένος την αποποινικοποίηση της κλοπής από τους φτωχούς ως την αποτελεσματικότερη αναδιανομή του πλούτου. Σιγά μην τον άκουγαν οι επαναστατημένοι Γάλλοι αστοί, οι μικροί άρπαγες της πρωταρχικής καπιταλιστικής συσσώρευσης που, διψασμένοι για τη μεγάλη αρπαγή, εμπιστεύθηκαν τις κουρελιασμένες αξίες της επανάστασης (Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα) στον πρώτο μεγάλο άρπαγα της νεότερης ιστορίας, τον Ναπολέοντα. Κι έγινε η Ευρώπη κόλαση. 

Η κ. Χ κλέβει λίγο κρέας, ο πεινασμένος μια φραντζόλα ψωμί, ο φοιτητής ένα βιβλίο, η μαθήτρια μια μάσκαρα, το πρεζόνι ένα κινητό, το κλεφτρόνι ένα πορτοφόλι, η σπείρα μια τράπεζα, ο εργοδότης απλήρωτη εργασία, τα πιστωτικά ιδρύματα τόκους, οι πολυεθνικές φόρους, τα hedge funds υπεραξίες, οι CEOs μπόνους και stock options, οι ολιγάρχες τον δημόσιο πλούτο των χωρών τους, οι πολιτικές ελίτ την εξουσία, οι αποικιοκράτες φυσικούς πόρους των προτεκτοράτων τους, οι στρατοκράτες κρατικές κυριαρχίες, ο Πούτιν κλέβει μισή χώρα στην καρδιά της Ευρώπης, ένα μέρος από όσα πιστεύει ότι η Ευρώπη τού κλέβει εδώ και τρεις δεκαετίες από την πληγωμένη ρωσική αυτοκρατορία του. Ο κλέψας του κλέψαντος, ο άρπαξ του άρπαγος. Η αρπαγή έχει γίνει η μόνη, ενιαία και καθολική συνθήκη του μονολιθικού κόσμου, η Δύση μπορεί να είναι υπερήφανη για τον απόλυτο πανωλεθρίαμβό της, ο πολιτισμός της απαλλοτρίωσης επικράτησε σε κάθε γωνιά του πλανήτη κι έχει γίνει σχεδόν αδιάφορο πια αν τον υπηρετούν απολυταρχίες πλαισιωμένες από παρέες κλεπτοκρατών και ολιχαρχών ή καθωσπρέπει αστικές δημοκρατίες στηριζόμενες από επιχειρηματικά λόμπι, επενδυτές και μετόχους. Οι μεγάλοι άρπαγες έχουν πια πετύχει να αποϋλοποιήσουν τα γεωγραφικά σύνορα, έχουν κερδίσει παγκόσμια ασυλία για τις κλοπές τους, κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να τους δικάσει, ούτε καν αυτό της Ιστορίας, που είναι το έσχατο θύμα της αρπακτικότητάς τους. 

Ο Βλαδίμηρος θέλει να υπερβεί τον μπολσεβίκο συνονόματό του, θέλει να διορθώσει τον Ιωσήφ, θέλει να συνομιλεί μόνο με τον Μεγάλο Πέτρο ή τη Μεγάλη Αικατερίνη, όπως οι ανταγωνιστές του θέλουν να καταγραφούν ως συνεχιστές του Κολόμβου, των Λουδοβίκων, του Τζένγκις Χαν, του Ναπολέοντα ή του Μπίσμαρκ. Εκτός από τον πλούτο, τη γη, τους φυσικούς πόρους, τις επικράτειες, οι μεγάλοι άρπαγες θέλουν να κάνουν ριφιφί στην Ιστορία, στη μνήμη, στις ταυτότητες των ανθρώπων, των εθνών, των σύγχρονων πολυεθνικών κοινωνιών. 

Βρίσκουν και τα κάνουν, βεβαίως. Μήπως θα τους συλλάβει κανείς; Θα τους απαγγείλει κατηγορίες για κλοπή; Η δικαιοσύνη εξαντλείται στην κ. Χ, στο κλεμμένο κρέας, στην αρπαγμένη φραντζόλα, άντε και σε κανέναν λαδιάρη κρατικό αξιωματούχο που πιάστηκε με τη γίδα στην πλάτη και τιμωρείται όχι γιατί έκλεψε, αλλά γιατί πιάστηκε στα πράσα και χαλάει την πιάτσα. Εξάλλου, οι μεγάλοι άρπαγες έχουν προ πολλού κλέψει και τη δικαιοσύνη. Ισως έχει δίκιο ο Μαρκήσιος να αναρωτιέται μήπως είναι καλύτερα να τιμωρούνται τα θύματα της κλοπής, δηλαδή εμείς που ανεχόμαστε τους μεγάλους άρπαγες. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Αφήστε κατά μέρος τη μεροληψία και απαντήστε μου: πρέπει η κλοπή, της οποίας αποτέλεσμα είναι η κανονικότερη κατανομή του πλούτου, να χαρακτηριστεί σαν αδίκημα στις μέρες μας, κάτω από μια κυβέρνηση που, όπως η δική μας, έχει σαν στόχο την ισότητα; Η απάντηση, προφανώς, είναι όχι: η κλοπή επιτείνει την ισότητα και, το κυριότερο, παρακινεί στην καλύτερη προστασία της ιδιοκτησίας. Υπήρξε ένας λαός που τιμωρούσε όχι τον κλέφτη, αλλ’ αυτόν που αφηνόταν να γίνει θύμα της κλοπής, με σκοπό να τον διδάξει να φροντίζει την περιουσία του. 

Μαρκησίου ντε Σαντ, «Γάλλοι, ακόμη μια προσπάθεια για να γίνετε δημοκράτες»


Saturday, February 19, 2022

Η αποτυχία της επιτυχίας

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 19-20/2-2022


Εκτός από την εγχώρια τυραννία της αριστείας, ζούμε και στην παγκόσμια κηδεμονία της επιτυχίας. Τον κόσμο μας τον διαβουκολούν οι επιτυχημένοι. Εχουν στα χέρια τους τις τύχες μας. Ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πλούτου, διοικούν τεράστιες διεθνείς επιχειρήσεις, είναι πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι πολυεθνικών, είναι μάνατζερ ιδιωτικών, κρατικών ή μικτών επιχειρήσεων, είναι στρατηγοί, είναι γκουρού επενδύσεων, είναι επικεφαλής διεθνών οργανισμών, είναι κεντρικοί τραπεζίτες, ανεβοκατεβαίνουν θέσεις στη λίστα των υπερπλουσίων του Forbes, είναι σελέμπριτις, είναι ινφλουένσερ, είναι τι-βι περσόνες, είναι μιντιάρχες, είναι πρόεδροι χωρών, είναι πρωθυπουργοί, υπουργοί, υφυπουργοί, επίτροποι, γενικοί γραμματείς, είναι ηγέτες κομμάτων, είναι επικεφαλής φιλανθρωπικών ΜΚΟ. 

Ολοι τους είναι μέλη μιας άτυπης «Διεθνούς», της «Διεθνούς των επιτυχημένων». Ανοίγοντας τα βιογραφικά τους αντιλαμβανόμαστε γιατί καθένας από αυτούς ήταν προορισμένος να επιτύχει. Τα Curicula Vitae τους απαριθμούν με φθίνουσα ή αύξουσα χρονική σειρά τις μικρές και μεγάλες ιστορίες επιτυχίας τους, εξ απαλών ονύχων, ταλέντα και δεξιότητες που μας κάνουν να νιώθουμε ένα μάτσο «τίποτα», να ντρεπόμαστε για την υστέρησή μας ή να συμβιβαζόμαστε με την καθήλωσή μας στον πάτο της πυραμίδας. Τα cv τους είναι μια ατέλειωτη σειρά από λαμπερούς τίτλους σπουδών, πτυχία, μάστερ, γλώσσες, καριέρες, προαγωγές, αστραφτερές καταγωγές ή, ελλείψει αυτών, από τεκμήρια ευφυούς και δημιουργικού τυχοδιωκτισμού που τους εκτίναξαν από τη βάση στην κορυφή, κατά τον θεμελιώδη μύθο του Σκρουτζ που έγινε δισεκατομμυριούχος ξεκινώντας από μια τυχερή δεκαρίτσα. 

Η Διεθνής των επιτυχημένων κυβερνά τον κόσμο. Τα βιογραφικά των λαμπερών επιτυχιών της ήταν το κριτήριο με βάση το οποίο υποτίθεται ότι εμείς, οι υποτελείς αποτυχημένοι, τους εμπιστευόμαστε την ηγεσία, το μάνατζμεντ της ανθρωπότητας, της παγκόσμιας οικονομίας, της διαχείρισης του πλανήτη. Οι δικές τους ατομικές επιτυχίες θεωρήθηκαν εγγύηση μιας συλλογικής επιτυχίας. Εστω κι αν οι καρποί της επιτυχίας θα ήταν τρομακτικά άνισα κατανεμημένοι, υπήρχε η διαβεβαίωση ότι ο καθένας από μας, οι περισσότεροι τουλάχιστον, θα είχε ένα μικρό μερίδιο επιτυχίας. Το παιχνίδι ήταν win win, που λέμε και σε απλά ελληνικά. 

Η Διεθνής των επιτυχημένων είναι υπεύθυνη για την πιο τρομακτική συλλογική αποτυχία της παγκόσμιας διακυβέρνησης εδώ και πολλές δεκαετίες. Και για πολλές δεκαετίες. Για την ακρίβεια, ίσως αποδεικνύεται ότι οι ατομικές επιτυχίες τους ήταν η βασική αιτία της συστημικής αποτυχίας, που οδηγεί τη διεθνή οικονομία σε μια δεύτερη χαμένη δεκαετία, τις χώρες και τις κοινωνίες σε μια νέα δίνη υπερχρέωσης, εντάσεων, συγκρούσεων, περιβαλλοντικών κρίσεων. Η επιτυχία απέτυχε παταγωδώς. 

Ισως, λοιπόν, είναι καιρός να στείλουμε για ανακύκλωση τα λαμπερά βιογραφικά επιτυχίας. Να αναποδογυρίσουμε τα κριτήρια με βάση τα οποία εμπιστευόμαστε σε ανθρώπους θέσεις ευθύνης· πολιτικές, διοικητικές, επιχειρηματικές. 

Γιατί, πώς να διαχειριστεί την ακρίβεια και τον πληθωρισμό ένας άνθρωπος που δεν έχει μείνει ποτέ με άδεια τσέπη; Πώς να καταλάβει κάποιος αν ανεβαίνουν οι τιμές, χωρίς να έχει πάει ποτέ στο σούπερ μάρκετ, χωρίς να έχει αναγκαστεί να αφήσει πράγματα στην άκρη την ώρα του ταμείου; Πώς να διαχειριστεί κάποιος το ασφαλιστικό σύστημα, αν δεν του έχουν φάει ένσημα; Πώς να ασκήσει πολιτική απασχόλησης κάποιος που δεν χρειάστηκε να δουλέψει ποτέ πραγματικά, που ήταν πάντα ασφαλής σε μια κομματική ή λομπίστικη επετηρίδα; Πώς να σχεδιάσει μέτρα κατά της ανεργίας κάποιος που δεν έχει απολυθεί ποτέ; Πώς να διαμορφώσει κριτήρια πρόσληψης κάποιος που δεν έχει φάει απορρίψεις, που μένει με την απορία γιατί τα βιογραφικά που στέλνει δεξιά κι αριστερά μένουν στα αζήτητα; Πώς να καταρτίσει κριτήρια αξιολόγησης κάποιος που δεν έχει μείνει για χρόνια κολλημένος στη βάση της ιεραρχίας; Πώς να δικάσει κάποιος που δεν έχει αδικηθεί; Πώς να διοικήσει αστυνομία κάποιος που δεν έχει φάει κλομπιά στο κεφάλι, που δεν έχει συλληφθεί άδικα, που δεν έχει υποστεί πάνω του κατάχρηση εξουσίας; Πώς να επιλέξει εξεταστικό σύστημα σε κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης κάποιος που δεν έχει έναν σεβαστό απολογισμό απορρίψεων, αποτυχιών και κακών βαθμολογιών στο πέρασμά του από σχολεία και πανεπιστήμια; Πώς να κάνει άριστες επιλογές κάποιος που δεν έχει πατώσει; Πώς να πετύχει κάτι κάποιος που δεν έχει αποτύχει; 

Ως εκ τούτου, οι εταιρείες ανθρώπινου δυναμικού, τα κόμματα εξουσίας, τα καρτέλ επιρροής και ισχύος, τα λόμπι της επιχειρηματικότητας και της αγοράς πρέπει να αποδεχθούν μια ριζική αλλαγή στην κουλτούρα των επετηρίδων ηγεσίας, στην τεχνική σύνταξης των βιογραφικών των υποψήφιων στελεχών πολιτικής και επιχειρηματικής διακυβέρνησης. Στο εξής, οι αποτυχημένοι έχουν το προβάδισμα. Τα βιογραφικά τους θα απογυμνωθούν από εξωραϊσμούς σπουδών, ταλέντων και δεξιοτήτων. Θα πλημμυρίσουν από αφηγήσεις αποτυχίας. Ξεκινώντας από τις νηπιακές μνήμες, μέχρι τα τραύματα της ωριμότητας: Για τη νηπιαγωγό που σου τσάκισε την αυτοπεποίθηση με ένα άστοχο σχόλιο για τη μουτζούρα που της έδειξες ως ζωγραφιά. Για τη δασκάλα που εκνευρίστηκε από την ανορθογραφία σου. Για την πρώτη φορά που έμεινες ανεξεταστέος στα αρχαία ή στα μαθηματικά. Για την αποβολή που έφαγες στο Λύκειο. Για την αποτυχία να περάσεις στο πανεπιστήμιο με την πρώτη. Για τον χαμηλό βαθμό του πτυχίου και τον υπερβολικό χρόνο σπουδών. Για τις απορρίψεις που έχεις στο ενεργητικό σου στην αναζήτηση δουλειάς. Για τις απολύσεις που υπέστης ή τις «οικειοθελείς αποχωρήσεις» που σου φόρεσαν. Για τις άθλιες αμοιβές, τις κακής ποιότητας θέσεις, την οδυνηρή περιπλάνηση σε δουλειές του ποδαριού. Για τις κακοποιήσεις και το εργασιακό μπούλινγκ που υπέστης. Για το μπερν άουτ και για τις φορές που αναγκάστηκες να τα παρατήσεις γιατί δεν άντεχες. Για τους μονίμως άδειους τραπεζικούς λογαριασμούς σου. Για τα χρέη που έχεις σε τράπεζες και εφορία. Για τα δεδουλευμένα που σου χρωστάνε εργοδότες, προστατευμένοι από το βραδύκαυστο δικαστικό σύστημα. Για τις φορές που σου έχουν κόψει το ρεύμα. Για τις φωτογραφίες από εξωτικούς προορισμούς που δεν διαθέτεις, γιατί σπάνια περισσεύουν λεφτά για διακοπές. Για τα χόμπι που δεν έχεις γιατί δεν περισσεύει χρόνος. Για τις αρνητικές σκέψεις, τον θυμό, την απελπισία και την απώλεια αυτοκυριαρχίας που σε κυριεύουν ή σε παραλύουν όταν όλα πάνε σκατά. 

Μια και η επιτυχία απέτυχε, είναι καιρός να δώσουμε στην αποτυχία την ευκαιρία να δείξει τι μπορεί να πετύχει. Δίκαιο δεν είναι να πάρουν κι οι αποτυχημένοι την εκδίκησή τους; 



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Σε μια ζωτικής σημασίας δουλειά μην προσλαμβάνεις ποτέ τον σούπερ – ειδικό επαγγελματία, όσο εντυπωσιακά να είναι να πιστοποιητικά και τα διαπιστευτήριά του. Οι ειδικοί το μόνο για το οποίο ενδιαφέρονται είναι η επιβεβαίωση της αξίας τους και η αύξηση του κασέ τους, για τίποτε άλλο.

The Mafia Manager, Ο άγραφος νόμος της φαμίλια Μακιαβέλι γραμμένος από τον Μαφιόζο “V” 


Saturday, February 12, 2022

Η αθλιότητα της κανονικότητας

Εφημερίδα των Συντακτών, 12-13/2/2022


Στα εφηβικά και νεανικά χρόνια μου, μερικές δεκαετίες προ πανδημίας, προ μνημονίων, προ κρίσης χρέους, προ χρηματοπιστωτικής κρίσης, προ ευρώ, προ εκσυγχρονισμού, όταν με λίγα κέρματα που κουδούνιζαν στην τσέπη αισθανόμασταν σχετικά ασφαλείς πως ό,τι κι αν συμβεί, τουλάχιστον θα μας έφταναν για ένα σουβλάκι αν μας έκοβε λόρδα ή για ένα ταξί αν ξεμέναμε μεταμεσονύχτια στην Αθήνα, πονοκεφαλιάζαμε μεταξύ άλλων με τον γρίφο του Μαρξ για τη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση της εργατικής τάξης. Κι αυτός ο μπαγάσας, ο Μαρξ, μας παίδευε. Τα πιο σπουδαία του «Κεφαλαίου» του, τα έκρυβε σε υποσημειώσεις κι εμείς, νέοι και βιαστικοί, δεν είχαμε πολύ καιρό για εμβαθύνσεις. Αν και δεν ήταν σαφές τότε, στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, ποιοι και πόσοι από μας, του ’60 εκδρομείς, μαθητές, φοιτητές, σπουδαστές, υποψήφιοι διανοούμενοι ή τεχνοκράτες, θα μπορούσαμε πράγματι να συγκαταλεγούμε στην εργατική τάξη ή θα καταλήγαμε στις παρυφές της, στους συμμάχους τους ή στους φύσει αντιπάλους τους, μας απασχολούσε η εξαθλίωσή της και η δική μας, σαν κοινό μας πρόβλημα. 


Αλλά υπήρχαν πάντα μερικά κέρματα στην τσέπη, που κουδούνιζαν παρηγορητικά, από χαρτζιλίκια γονιών, θείων, παππούδων ή ψευτομεροκάματα από δουλειές του ποδαριού. Για μερικούς/ές υπήρχε κι ένα κανονικό εισόδημα από μια κανονική δουλειά, που αν και κακοπληρωμένη, συνηθέστατα ανασφάλιστη, τους καθιστούσε ζάμπλουτους στα μάτια των υπολοίπων, όταν έβγαζαν το πορτοφόλι που περιείχε κανονικά χαρτονομίσματα. Λίγο αργότερα, βέβαια, χάρη στον πληθωρισμό που έτρεχε με 20% τον χρόνο και βάλε, τα κέρματα άρχισαν να κουδουνίζουν λιγότερο στις κωλότσεπες. Τη θέση τους έπαιρναν χαρτονομίσματα -κατοστάρικα, πεντακοσάρικα, χιλιάρικα, ακόμη και πεντοχίλιαρα- που κάλυπταν περίπου τις ίδιες φτηνές ανάγκες μας. Το δίλημμα «δεν ξέρω πόσο πήγε η βενζίνη, εγώ 20 έβαζα 20 βάζω» δεν μας απασχολούσε. Σχεδόν κανείς δεν είχε αυτοκίνητο. 

Μιλώ για μια εικοσαετία περίπου, από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και μετά, με τον στασιμοπληθωρισμό κατσικωμένο στον ανεπτυγμένο κόσμο και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας να κυμαίνεται από τα 3.000 μέχρι τα 10.000 ευρώ τον χρόνο, σε σημερινές τιμές. Και παρ’ όλο που αυτά τα κατά κεφαλήν μεγέθη είναι μέσοι όροι που δεν τρώγονται και δεν πληρώνουν λογαριασμούς, ακόμη κι όσοι ζούσαμε με εισόδημα κάτω από αυτούς τους μέσους όρους δεν μπορώ να πω ότι νιώσαμε τις συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης που ζει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας κατασταλαγμένο είτε στην εργατική τάξη, είτε στην ευρύτερη μισθωτή εργασία, είτε στην κατά συνθήκη μεσαία τάξη. Θέλω να πω –και οι 50άρηδες και 60άρηδες προσπαθήστε να θυμηθείτε τους εαυτούς σας πριν 30-40 χρόνια– ότι ακόμη και με το εισόδημα των 3.000 ευρώ τον χρόνο, που ήταν παρακαλώ ένα αξιοσέβαστο εκατομμύριο εις δραχμάς, τότε που ο κατώτατος μισθός ήταν 32.000 δραχμές και ο μέσος ήταν διπλάσιος, ελάχιστοι βρίσκονταν σε πλήρη αδυναμία να πληρώσουν το περίφημο πεντάπτυχο: φως, νερό, τηλέφωνο, νοίκι (ή δάνειο), κοινόχρηστα. Τώρα, είμαστε ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη απόλυτης εξαθλίωσης. Σε αδυναμία να πληρώσουμε το τίμημα των ελάχιστων όρων επιβίωσης με τους οποίους έχουμε ήδη συμβιβαστεί. 

«Τίποτα δεν μπορεί να είναι χειρότερο από την επιστροφή στην κανονικότητα», έγραφε προφητικά στην αρχή της πανδημίας η Ινδή συγγραφέας Αρουντάτι Ρόι, σε ένα μάλλον αισιόδοξο κείμενο για το παράθυρο ευκαιρίας που άνοιγε στον κόσμο ο κορονοϊός. Αλλά δυστυχώς επιβεβαιώνεται μόνο στο ζοφερό, απαισιόδοξο σκέλος της προφητείας της. Τώρα που οι φιλάνθρωπες και αγαπησιάρικες φλυαρίες των πολιτικών και οικονομικών ηγεσιών του πλανήτη δίνουν τη θέση τους στις πραγματικές ανησυχίες και προτεραιότητές τους -τα χρέη, τα πλεονάσματα, ο πληθωρισμός, η ευρωστία των τραπεζών, το κόστος του χρήματος, το ΑΕΠ, τα ελλείμματα, ο ανταγωνισμός για τις αγορές, για τους φυσικούς πόρους, για τη γεωπολιτική επιρροή-, τώρα, αυτή είναι η μόνη (πανδημική ή μεταπανδημική) κανονικότητα που μπορούν να προσφέρουν. Μια κανονική, απόλυτη, απότομη εξαθλίωση, τουλάχιστον για τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού. Την κανονικότητα της εξαθλίωσης ή την αθλιότητα της κανονικότητας. 

Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, εφόσον οι κυβερνήσεις, οι διεθνείς οργανισμοί, τα πολιτικά συστήματα, τα επιχειρηματικά καρτέλ, ο παγκόσμιος χρηματοπιστωτικός Λεβιάθαν και δυστυχώς η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπινων πλασμάτων αποδέχονται τη βασική συνθήκη αυτής της κανονικότητας: Η κρίση της πανδημίας αύξησε τον παγκόσμιο πλούτο στο ιλιγγιώδες μέγεθος των 450 τρισ. δολαρίων. Σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα αντιστοιχεί ένα αξιοπρεπές μερίδιο πλούτου άνω των 80.000 δολαρίων, έστω κι αν για τον μέσο Βορειοαμερικανό είναι 60 φορές πάνω από αυτό του μέσου Αφρικανού. Το κατά κεφαλήν εισόδημα έχει φτάσει στο αξιοπρεπές ετήσιο των 23.000 δολαρίων, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία, αφού το φτωχότερο 50% πρέπει να βολευτεί με ένα υποσύνολο αυτού του παραπλανητικού μέσου όρου: μόλις το 8,5% του ετήσιου παγκόσμιου εισοδήματος. 

Είμαστε στο φτωχότερο 50%, είμαστε ο «πάτος» του παγκόσμιου εισοδήματος (bottom δεν το λένε στα αγγλικά;). Και η σημερινή αδυναμία να πληρώσουμε το ρεύμα, το αέριο, τα τέλη κυκλοφορίας, τα ασφάλιστρα, τα δάνεια, τις οφειλές στην εφορία κι ένα καλάθι βασικών αγαθών, το γεγονός ότι οι περισσότεροι από μας αναγκαζόμαστε να κόψουμε ακόμη και τις μικρές πολυτέλειες μιας εβδομαδιαίας εξόδου και δεν διανοούμαστε να γεμίσουμε το ρεζερβουάρ είναι μια χειροπιαστή ερμηνεία τού πώς μπορεί να είναι αυτή η περίεργη κατά Μαρξ απόλυτη εξαθλίωση. Αυτή που μέχρι πρότινος για τους περισσότερους από μας ήταν ένα θλιβερό θέαμα της κατάστασης άλλων, παρακολουθούμενο πάντως από την ασφάλεια του καναπέ της σχετικής εξαθλίωσής μας. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Ο,τι κι αν είναι, ο κορονοϊός έχει καταφέρει να γονατίσει και να σταματήσει τον κόσμο, όπως κανένας άλλος δεν έχει καταφέρει. Το μυαλό μας εξακολουθεί να τρέχει προς τα πίσω και προς τα μπρος, λαχταρώντας την επιστροφή στην «κανονικότητα», προσπαθώντας να συρράψει το μέλλον μας με το παρελθόν μας, αρνούμενο να αναγνωρίσει την τομή μεταξύ τους. Αλλά η τομή υπάρχει. Και μέσα σ’ αυτή τη φοβερή απελπισία, μας προσφέρει την ευκαιρία να ξανασκεφτούμε την τρομακτική μηχανή που κατασκευάσαμε για τον εαυτό μας. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερο από μια επιστροφή στην κανονικότητα.

Ιστορικά, οι πανδημίες ανάγκασαν τους ανθρώπους να διαρρήξουν τους δεσμούς με το παρελθόν και να φανταστούν εκ νέου τον κόσμο τους. Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι διαφορετικό. Είναι μια πόρτα, μια πύλη μεταξύ ενός κόσμου και του επόμενου.

Μπορούμε να επιλέξουμε να διασχίσουμε αυτή την πύλη σέρνοντας πίσω μας τα πτώματα της προκατάληψης και του μίσους, της απληστίας μας, των τραπεζικών δεδομένων μας και των νεκρών ιδεών μας, των νεκρών ποταμών μας και των καπνισμένων ουρανών μας. Ή μπορούμε να περπατήσουμε ελαφρά, με μικρές αποσκευές, έτοιμοι να φανταστούμε έναν άλλο κόσμο. Και έτοιμοι να αγωνιστούμε γι' αυτόν.

Αρουντάτι Ρόι, «Η πανδημία είναι μια πύλη» (Financial Times, 3/4/2020) 


Saturday, February 5, 2022

Το μαύρο χιόνι

 Εφημερίδα των Συντακτών, 5-6/2/2022


Ακόμη και τώρα, δέκα μέρες από το ακαριαίο χτύπημα της «Ελπίδας» στο μαλακό υπογάστριο της συλλογικής απελπισίας μας, σε σκιερές γωνιές των δρόμων, σε ρείθρα πεζοδρομίων, πίσω από παρατημένα αυτοκίνητα, στις βάσεις των κιόνων της ΔΕΗ, βρίσκεις μικρούς σωρούς χιόνι. Σαν να το ξέχασε ο ήλιος ή σαν να το λυπήθηκε η βροχή, που στο μεταξύ προσφέρθηκαν να στεγνώσουν την οργή μας και να ξεπλύνουν τη μνήμη μας. Μικροί, ξεχασμένοι, συρρικνωμένοι, λεροί, βρόμικοι σωροί από χιόνι, που δεν θυμίζουν καν χιόνι, δεν έχουν κρατήσει τίποτα από την εκτυφλωτική λευκότητά του, την εξαγνιστική λάμψη του. Γκρίζο, μαύρο χιόνι, νιφάδες που έχουν γίνει πάγος συμπαγής χάρη στις χειμωνιάτικες θερμοκρασίες, απαθής στις υποψίες Αλκυονίδων, που δεν ξέρουμε αν ήρθαν ή δεν ήρθαν, απελπισμένες από την «Ελπίδα» κι αυτές. Μπορεί τώρα που διαβάζονται αυτές οι γραμμές να ’χει κιόλας λιώσει, μπορεί οι υπάλληλοι των δήμων να το σιχάθηκαν και να το πέταξαν στα απορριμματοφόρα για τη χωματερή, μπορεί και να το λυπήθηκαν και να το διευκόλυναν να βρει τον δρόμο προς τα φρεάτια, τη θάλασσα, τον κύκλο του νερού. Αλλά μπορεί και σε μικρές, σχεδόν αόρατες ποσότητες να είναι ακόμη εκεί. Μαύρο χιόνι, λες και φιλτράρισε όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές αμαρτίες μας, σαν να συγκράτησε όλη τη μαυρίλα της επίσημης εξουσίας: το ξεγύμνωμα του περιφερειάρχη, το ψέμα του υπουργού, την πολιτική απάτη του πρωθυπουργού, την παραλυσία του κρατικού λειτουργού, τον κυνισμό του αναδόχου, τον θεατρικό καβγά πάνω από τη σορό του δημοσίου συμφέροντος, τον διαγκωνισμό για τη λεία του δημοσίου χρήματος.

Δεν φταίει το χιόνι που μαύρισε. Το χιόνι κάνει τη δουλειά του, αυτό που έκανε πάντα, από καταβολής νερού στον πλανήτη. Τρέχει ακατάπαυστα στον κύκλο του, μόρια Η2Ο που γίνονται σταγόνες, νιφάδες, ατμός, καταιγίδα, χιονοθύελλα, υγρασία, ποτάμι, πάγος, σύννεφο, τσουνάμι, παγετώνας, τροπική βροχή. Αν το χιόνι έπεφτε στις κορφές των Αλπεων ή στον Μύτικα τίποτε δεν θα το μαύριζε, αν έπεφτε στην Αρκτική ή στην Ανταρκτική θα έμενε για χιλιετίες απάτητο και πάλλευκο, το πολύ να γινόταν λευκογάλαζο παγόβουνο να ταξιδεύει σιωπηλό στους ωκεανούς, κι αν έπεφτε κανένας Τιτανικός πάνω του δεν θα έφταιγε αυτό. Αν έπεφτε στα δάση απλώς θα στόλιζε τα κλαδιά των κωνοφόρων του χειμώνα, κι ας έσπαγαν καμπόσα, αυτό είναι το κλάδεμα και η γεωπονία της φύσης, κι απ’ ό,τι φαίνεται μια χαρά δουλειά έκανε ερήμην του είδους μας. 

Δεν φταίει το χιόνι, σ’ όσες ποσότητες και πυκνότητες κι αν πέσει, που βρέθηκε στον δρόμο του ένας αυτοκινητόδρομος, πενήντα ακινητοποιημένα εκχιονιστικά, χιλιάδες ανυποψίαστοι οδηγοί, πόλεις χτισμένες για να πλημμυρίσουν, δρόμοι προορισμένοι να γίνουν πίστες πατινάζ, κτίσματα φτιαγμένα για να γίνουν φονικοί θερμοπομποί στους καύσωνες. Το χιόνι έκανε αυτό που κάνει πάντα. Η μαυρίλα μας τού βάζει τα εμπόδια. 

Ισως τελικά το μαύρο χιόνι να είναι μια συνεκδοχή της σχιζοφρένειας του οικονομικού πολιτισμού μας. Ιλιγγιώδης πλούτος, ικανός να λύσει προβλήματα χιλιετιών, ανακατεύεται με εφιαλτική φτώχεια. Πρωτοφανής γνώση πνίγεται σε ωκεανούς άγνοιας. Η υπερπληροφόρηση μετατρέπεται σε αποπληροφόρηση. Αριθμοί εκρηκτικής ανάπτυξης αναχαιτίζονται από παλιρροϊκά κύματα ακρίβειας. Η ανεργία μειώνεται στατιστικά, αλλά οι καλές θέσεις εργασίας σπανίζουν. Η παγκόσμια οικονομία υπόσχεται απογείωση, αλλά η ενεργειακή κρίση μπορεί να την οδηγήσει σε απότομη προσγείωση, αν όχι και συντριβή. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μες στην καλή χαρά, ο κόσμος μες στη δυσθυμία και την ανασφάλεια. Οι υπουργοί στην πάλλευκη σαν χιόνι κοσμάρα τους, ο κόσμος στη φαιά, αν όχι κατάμαυρη, αβεβαιότητα. Οι ραντιέρηδες μετρούν τις φοροελαφρύνσεις τους, οι μισθωτοί τους ανεξόφλητους λογαριασμούς τους. Δυστυχής ευημερία, άνεργη ανάκαμψη, πλούσια φτώχεια, προοδευτική οπισθοδρόμηση, φωτεινό σκοτάδι, εκκωφαντική σιωπή, αισιόδοξη απαισιοδοξία, στεγνή βροχή, ξηρός πάγος, κρύα ζέστη, μαύρο χιόνι… 

Το μαύρο χιόνι μπορεί να είναι τελικά ένα οξύμωρο για την πολιτική και κοινωνική συγκυρία. Ενδεχομένως να είναι και εκρηκτική, αλλά να μην το έχουμε πάρει είδηση. 

Παίζουμε χιονοπόλεμο, πριν λιώσει το μαύρο χιόνι; 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Σάπια βάρκα μαύρο χιόνι

Η ελπίδα σου

Κι απ’ τα δάκρυα θολώνει

Η πυξίδα σου

 

Πού θα πας τι ζητάς

Ποιον συναντάς

Μην κοιτάς μη ρωτάς

Μην απαντάς

 

Μια βροχή χαλάζι Πέραμα και Γκάζι

Γέμισε με κλάμα κι αίμα η Κυριακή

Μια σκιά ουρλιάζει το σκυλί λουφάζει

Ποιο θεό ντροπιάζει

Τούτη η σφαγή

 

Τούτη η πόλη σε πετάει

Στα σκουπίδια της

Στις γωνιές που ξεγεννάει

Τ’ άγρια φίδια της

Λίνα Δημοπούλου, «Μια βροχή χαλάζι» (Μουσική Ζαφείρη Κουκουσέλη, Ερμηνεία Λαυρέντη Μαχαιρίτσα»)