Saturday, September 30, 2023

Πιπέρι στο στόμα του φορομπήχτη…

Η Εφημερίδα των Συντακτών 30/9-1/10/2023

 Ανάμεσα στα όσα ζοφερά συμβαίνουν εδώ κι έναν μήνα, από τη στιγμή που οι πρώτες (χοντρές είναι η αλήθεια) σταγόνες της βροχής σκοτώσανε το καλοκαίρι και μαζί κάμποσες περιοχές της Θεσσαλίας κι όχι μόνο, ανάμεσα στα όσα εξωτικά συντελούνται μεταξύ Κουμουνδούρου και Κουκακίου, έγινε και κάτι που μας επιτρέπει να γελάσει τ’ αχείλι μας. Η κυβέρνηση έπαθε… Κατρούγκαλο. Και για να μην αδικώ τον παλιό συμφοιτητή και σύντροφο, που στο κάτω κάτω δεν είπε και τίποτα φοβερά παράδοξο τις παραμονές των εκλογών, όταν εκστόμισε την κουβέντα πως οι εισφορές των επαγγελματιών είναι χαμηλές, αφήνουν τρύπες στον ΕΦΚΑ και ίσως πρέπει να αυξηθούν (σ.σ. όποιος πιστεύει ότι ο περιούσιος μικρομεσαίος λαός εισφέρει τα δέοντα στην κοινωνική ασφάλιση, ας κάνει ένα βήμα μπροστά με τον κίνδυνο να πέσει στη συνταξιοδοτική άβυσσο της προσεχούς δεκαετίας), θα πω ότι η κυβέρνηση έπαθε Θεοχάρη. 

Ως γνωστόν αυτό έπαθε όταν ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών άφησε την αμυδρή υπόνοια επανεξέτασης των συντελεστών φορολόγησης των ελευθέρων επαγγελματιών. Πιπέρι στο στόμα του φορομπήχτη έσπευσαν να βάλουν διαδοχικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που δεν τον λες και γαλαντόμο στα φορολογικά. 

Και αφού ο «σούπερμαν» Χατζηδάκης, που όλα τα σφάζει, διαβεβαιώνει ότι δεν παίζει αύξηση των φορολογικών συντελεστών για τον συμπαθή λαό των μικρομεσαίων, που θεωρητικά έδωσε μεγάλο μέρος της εκλογικής νίκης στον Μητσοτάκη, οι ελευθεροεπαγγελματίες υποτίθεται πως μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι. Δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουν καμιά φορολογική επιβάρυνση, καμιά δυσάρεστη έκπληξη. Πιπέρι στο στόμα του φορομπήχτη. 

Αλλά χλωμό το βλέπω να έχει αυτό αποτέλεσμα, ακόμη κι αν κάψει γλώσσες πολλών υπουργών. Διότι έχει προηγηθεί η μελίρρυτος γλώσσα Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη, όπου σαν Μωυσής που μόλις κατέβηκε από το Σινά έφερε μαζί του έναν δεκάλογο εντολών υπαγορευμένο απευθείας από τον θεό της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ο ευφημισμός των δέκα φορολογικών εντολών είναι η πάταξη της φοροδιαφυγής, από την οποία υποτίθεται ότι η κυβέρνηση ελπίζει να φέρει τα επιπλέον έσοδα που χρειάζονται για να καλύψει τις τεράστιες τρύπες που άνοιξαν οι καταστροφές στη Θεσσαλία και αλλού.

Ημουνα νιος και γέρασα, η πάταξη της φοροδιαφυγής και η περίφημη διεύρυνση της φορολογικής βάσης είναι το Ελντοράντο στο οποίο δεκάδες οικονομικοί υπουργοί έχουν αφήσει τα πολιτικά κόκαλά τους και από υστεροφημία μηδέν. Εκτός από πιπέρι στο στόμα, οι φορομπήχτες υπουργοί, ακόμη κι όταν επιβάλλουν έναν δίκαιο φόρο (σπάνιο πράγμα), τιμωρούνται με πολιτική εξορία ή δυσμενή μετάθεση. 

Η φοροδιαφυγή είναι υπαρκτή, ποιος έχει αμφιβολία γι’ αυτό; Μετρημένη με ακρίβεια δεν είναι και τα νούμερα που παίζουν δεξιά κι αριστερά από μάλλον κομπογιαννίτικες έρευνες, κάτι μεταξύ 15 και 20 δισ. τον χρόνο, μάλλον δεν πρέπει να τα παίρνουμε τοις μετρητοίς. Αν στα 50 με 55 δισ. ευρώ φορολογικά έσοδα τον χρόνο, κυρίως από έμμεση φορολογία και δευτερευόντως από φορολογία εισοδήματος, προσθέταμε άλλα 15 δισ. με την πολυπόθητη «πάταξη», θεωρητικά θα ήμασταν πασάδες. Αλλά το ερώτημα στο οποίο φοβάται να απαντήσει ευθέως η κυβέρνηση και οι οικονομικοί υπουργοί, ακόμη κι όταν περάσει η επήρεια του καυτού πιπεριού, είναι ποιος φοροδιαφεύγει. Ποια είναι η ταξική ακτινογραφία των φοροφυγάδων ή, για να είμαστε ακριβείς, αυτών που αποκρύπτουν έσοδα και εισοδήματα; Πάλι στο γνωστά με τους υδραυλικούς και τους γιατρούς που δεν κόβουν αποδείξεις θα πέσουμε; 

Για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: φοροδιαφεύγουν αυτοί που μπορούν και φοροαποφεύγουν αυτοί που η φορολογική νομοθεσία τούς δίνει τη δυνατότητα να το κάνουν. Προφανώς δεν είναι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, άρα ο κλήρος πέφτει στις λοιπές συμπαθείς και αντιπαθείς τάξεις που έσοδό τους είναι ο πακτωλός της δημόσιας και ιδιωτικής καταναλωτικής δαπάνης. Χρήμα του μισθωτού, του συνταξιούχου και μερικών ακόμη ομάδων που έχει φορολογηθεί ήδη στην πηγή (παρακράτηση), όταν μπαίνει στο μίξερ της κατανάλωσης έχει την ευκαιρία να αποφύγει το δεύτερο επίπεδο φορολόγησης (ΦΠΑ, έμμεσοι φόροι) χάρη σε μια υποτίθεται αμοιβαία επωφελή συναλλαγή με τη μη κοπή απόδειξης που αντισταθμίζεται με μείωση τιμής για το προϊόν ή την υπηρεσία. Τρίχες, καμιά αμοιβαιότητα δεν υπάρχει σε αυτό, δεν είναι win win φοροδιαφυγή, αλλά ουσιαστικά επιστροφή του φορολογικού βάρους στον καταναλωτή, τελικά στους μισθωτούς και συνταξιούχους που παραμένουν οι μόνοι σταθεροί και δεδομένοι αιμοδότες του κρατικού ταμείου. Γνωστά αυτά, είναι η καθημερινότητα των περισσότερων από μας. 

Κι αν αντιτείνει κανείς ότι αυτός ο μηχανισμός φοροδιαφυγής ρίχνει όλο το ανάθεμα στους μικρομεσαίους, που στο κάτω κάτω δεν είναι και όλοι ζάμπλουτοι, πρέπει να επισημάνουμε ότι η φοροδιαφυγή της απόδειξης που δεν κόβεται έχει συνενόχους και στα πιο υψηλά οικονομικά κλιμάκια. Γιατί από κάπου πρέπει να ήρθε το προϊόν που πουλήθηκε χωρίς απόδειξη. Με κάποια τιμολόγια μπήκε στο μαγαζί ή μήπως, ούτε τιμολόγια υπάρχουν; (Ρητορικό το ερώτημα, αφού είναι γνωστό ότι η ανθούσα βιομηχανία πλαστών και εικονικών τιμολογίων είναι ο βασικός τροφοδότης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών στο Δημόσιο που μένουν απλήρωτα ή περιμένουν υπομονετικά τη διαγραφή τους από τα διοικητικά δικαστήρια και τις ίδιες τις φορολογικές αρχές.) 

Επί της ουσίας η κυβέρνηση κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της. Θέλει να τα πάρει από μικρομεσαίους και ελευθεροεπαγγελματίες, που προφανώς έχουν τα περισσότερα εκτός φορολογητέας ύλης έσοδα, αλλά χωρίς να το πει ευθέως. Θα ήθελε να τους στριμώξει μέσω υψηλότερων συντελεστών, εφόσον η πλειονότητα εξακολουθούν να δηλώνουν εισοδήματα πένητα, αλλά δεν τολμά να τους προγκήξει. Οι μηχανισμοί αποτροπής της φοροδιαφυγής, με τη διασύνδεση όλων των συναλλαγών από την προμήθεια μέχρι την τελική πώληση (ας γίνει, καμιά αντίρρηση), είναι μια επινόηση για να αυξηθεί η φορολόγηση του περιούσιου μεσαίου λαού χωρίς να αυξηθούν οι συντελεστές. Αλλά θα αποδώσει, αν αποδώσει, σε βάθος χρόνων εκτός τρέχοντος εκλογικού κύκλου. Ως τότε τα μισθωτά υποζύγια θα πληρώνουν τον φορο- πολιτικό τρόμο της κυβέρνησης και όλων των κυβερνητικών κομμάτων, μη και στάξει η ουρά του γαϊδάρου. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

«Κανένας πολίτης δεν εξαιρείται από την τιμίαν υποχρέωσιν του να συνεισφέρῃ κατά την δύναμιν και τα πλούτη του τα εις δημοσίας ανάγκας δοσίματα».

Ρήγας Φεραίος, «Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων νήσων και της Βλαχομπογδανίας» 


Saturday, September 23, 2023

Το κομματικό χρηματιστήριο

Η Εφημερίδα των Συντακτών 23-24/9/2023


 Προσπαθώ να βρω ένα αξιοπρεπές πρόσχημα για να δικαιολογήσω την παρουσία αυτού του κειμένου της στήλης στις οικονομικές σελίδες της «Εφ.Συν.». Δυσκολάκι, γιατί παρότι όλα στην εποχή μας δένουνε γλυκά (ή θεόπικρα) και η ώσμωση οικονομίας και πολιτικής είναι προφανέστερη από ποτέ, φαίνεται πλεονασμός ένα μυριοστό κείμενο για τα τεκταινόμενα στον ΣΥΡΙΖΑ. 

Ισως το πιο εύστοχο σχόλιο που συνδέει αυτά τα τεκταινόμενα με την οικονομία έχει διατυπωθεί από αρθρογράφο του capital.gr (τον Κ. Στούπα, στις 19/9/2023) που χαρακτήρισε τις εξελίξεις και την υποψηφιότητα Κασσελάκη ως «επιθετική εξαγορά του ΣΥΡΙΖΑ». Το πήρε copy paste ο Αδωνις Γεωργιάδης και το αναπαρήγαγε τηλεοπτικά την ίδια κιόλας μέρα της ανάρτησης, υποψιάζομαι χωρίς καν να σεβαστεί την «πνευματική ιδιοκτησία» του ευρήματος. 

Τεχνικά, πράγματι, ο όρος περιγράφει αρκετά πιστά αυτό που γίνεται στον ΣΥΡΙΖΑ, όσο κι αν προσβάλλει μέλη και στελέχη του που βρίσκονται σ’ αυτόν με τις προσδοκίες, τις διαψεύσεις, τις ελπίδες, τις διαφωνίες τους, αλλά και με μια ελάχιστη αφοσίωση και δέσμευση. Στις εισηγμένες μετοχικές εταιρείες, που η πλειονότητα των μετοχών τους είναι διεσπαρμένες σε χιλιάδες, ακόμη και εκατομμύρια μικρομετόχους, αλλά η εξουσία ασκείται από μια μειοψηφία βασικών μετόχων οι οποίοι φυτεύουν τους εκλεκτούς μανατζαρέους τους στη διοίκησή της, εμφανίζεται ένας μεγαλοεπενδυτής και προτείνει στους μικρομετόχους να εξαγοράσει τις μετοχές τους σε καλύτερη τιμή, για να απαλλάξει την εταιρεία από την καχεξία και να την απογειώσει. Φυσικά, έχει κάποιους κανόνες όλο αυτό (επιτροπές κεφαλαιαγοράς, προθεσμίες, υποχρεώσεις δημοσιότητας κ.λπ.), αλλά σε αδρές γραμμές αυτή είναι η διαδικασία. 

Αλλοτε πετυχαίνει και επιβιώνει, όπως με τη Vodafone που «κατάπιε» τη γερμανική Mannesmann πριν από 24 χρόνια, άλλοτε εξελίσσεται σε φιάσκο. Οπως έγινε το 2000 με την AOL και την Time Warner, το ντιλ των 165 δισ. δολαρίων, που έπεσε πάνω στην κρίση της τεχνολογικής φούσκας και χρειάστηκαν εννιά χρόνια και ζημιές δεκάδων δισ. δολαρίων μέχρι να ξαναχωρίσουν τα τσανάκια τους. Η τύχη των εκατομμυρίων μικρομετόχων που θα γίνονταν πλουσιότεροι από την «εξαγορά της χιλιετίας» αγνοείται. 

Οι αντιστοιχίες είναι προφανείς, αλλά η μεταφορά μετοχικής κουλτούρας στα κόμματα δεν είναι πρωτοφανής. Για να είμαστε ακριβείς, τις συνθήκες «επιθετικής εξαγοράς» στον ΣΥΡΙΖΑ δεν τις έφερε ο Στέφανος Κασσελάκης με την επιχειρηματική κουλτούρα του και την εμπειρία του από την Αγρια Δύση του καπιταλισμού. Ολα τα κόμματα της Μεταπολίτευσης, αυτά που ακόμη και το Σύνταγμα ορίζει ως αναπόσπαστους θεσμούς της δημοκρατίας, από συλλογικοί μηχανισμοί με τα μέλη τους, τις τοπικές και κλαδικές οργανώσεις τους, με ιεραρχική δομή και αιρετά θεσμικά όργανα από τη βάση μέχρι την κορυφή τους, μετατράπηκαν σταδιακά σε «κόμματα των δύο ευρώ και των δύο ωρών». Αυτό μόνο προϋποθέτει η συμμετοχή καθενός πολίτη που από πεποίθηση, συμπάθεια, χόμπι ή απλώς για πλάκα ψηφίζει την εκλογή του ηγέτη τους. Ξεκίνησε το 2004 από το ΠΑΣΟΚ του ενός εκατομμυρίου «μελών και φίλων» που εξέλεξαν τον ΓΑΠ και έγινε μοναδικός τρόπος εκλογής των αρχηγών όλων των κομμάτων διακυβέρνησης. 

Αυτό που πλασαρίστηκε ως ο πλέον δημοκρατικός τρόπος ανάδειξης ηγετών είναι στην πραγματικότητα ο τρόπος κατάλυσης κάθε ίχνους εσωκομματικής δημοκρατίας που απέμενε στα κόμματα. Ηταν ο τρόπος που οι αρχηγοί τους έκαναν την «επιθετική εξαγορά» των κομμάτων τους, υποβαθμίζοντας ή εξουδετερώνοντας εντελώς όλα τα άλλα αιρετά όργανα, από τους γραμματείς τοπικών ή περιφερειακών οργανώσεων, μέχρι Κεντρικές Επιτροπές, ακόμη και τα κατά τεκμήριο κορυφαία όργανα, τα συνέδρια, που είναι πλέον διακοσμητικά στοιχεία. Δεν είναι απλώς ότι όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα (με εξαίρεση το ΚΚΕ που διατηρεί την κάθετη οργανωτική λειτουργία που είχε πάντα –«δημοκρατικός συγκεντρωτισμός»– και τα κόμματα-διάττοντες αστέρες της Βουλής) έχουν γίνει αρχηγικά, άρα απολύτως συγκεντρωτικά, με τους λοιπούς συντελεστές τους σε απλούς γνωμοδοτικούς ρόλους. Είναι ότι οι υποψήφιοι αρχηγοί τους έχουν το δικαίωμα και την ευχέρεια να αλλάζουν κάθε φορά τον «λαό», το εκλογικό σώμα που τους αναδεικνύει. Αρα, να αλλάζουν κατά βούληση (ή καθ’ υπόδειξη) όλη την ταξική, ιδεολογική και πολιτική οικοσκευή του κόμματος-Α.Ε. για να προσελκύσουν έναν διαφορετικό «λαό» που θα τους αναδείξει. 

Θεωρητικά, από το 2004 που έχει εγκαινιαστεί αυτή η διαδικασία εκλογής κομματικών αρχηγών, έχουν περάσει από τις εκλογικές διαδικασίες της Ν.Δ., του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ πάνω από 3 εκατομμύρια πολίτες. Τίποτε δεν αποκλείει οι εκλογείς του Παπανδρέου, ή ένα μέρος τους, να έγιναν αργότερα εκλογείς του Σαμαρά, της Φώφης Γεννηματά, του Μητσοτάκη, του Ανδρουλάκη, του Τσίπρα. Φυσικά και δεν απαγορεύεται να αλλάζει κανείς στρατόπεδα και προτιμήσεις. Αλλά τι σημαίνει για την εσωτερική ζωή των κομμάτων ότι σε ένα «δεξιό» κόμμα εκλέγει τον αρχηγό του ένα «αριστερό» εκλογικό σώμα και αντίστροφα, με όλες τις ενδιάμεσες παραλλαγές; Τι σημαίνει για τα κόμματα ότι οι υποψήφιοι αρχηγοί τους που ζητούν την εκλογή τους από τον «λαό» έχουν ουσιαστικά τη δυνατότητα να εκλέξουν προηγουμένως αυτοί τον «λαό» που θα τους εκλέξει; 

Σημαίνει την αυτοκατάργησή τους. Σημαίνει τη μετατροπή τους σε πολιτικούς και ιδεολογικούς χυλούς που ετεροκαθορίζονται. Σημαίνει τη μετατροπή τους σε κόμματα «μετόχων», κατόχων μιας «μετοχής» που αντιστοιχεί στο δικαίωμα εκλογής του αρχηγού μία φορά στα 2 ή 3 χρόνια. Σημαίνει ότι μπορεί κανείς να είναι κάτοχος «μετοχών» πολλών κομμάτων και το μόνο που απομένει για να μετατρέψει το κομματικό σύστημα σε ένα κανονικό χρηματιστήριο είναι να επιτραπεί η αγοραπωλησία ή η ανταλλαγή μετοχών. Ακόμη και το δικαίωμα αγοράς περισσότερων της μιας μετοχών σε κάθε κόμμα. Σημαίνει την απόλυτη παρακμή του κομματικού συστήματος, την οριστική αποκοπή του από την παράδοση των ταξικών αναφορών που εγκαινιάστηκε το 1789. 

Ενδεχομένως αυτό είναι μια μοιραία εξέλιξη στην εποχή των ραγδαίων μετασχηματισμών στην κοινωνία και την οικονομία, στην εποχή της απόλυτης σύγχυσης για την ταξική, ιδεολογική, πολιτική ταυτότητα ατόμων και στρωμάτων (τι πιο χαρακτηριστικό από τις ανοησίες για το ποιοι συγκροτούν τη «μεσαία τάξη»;), για το τι είναι «αριστερό» και τι «δεξιό». Τα κόμματα, ως μηχανισμοί εκπροσώπησης και συλλογικής συμμετοχής στη διαπάλη για την εξουσία (ή απλώς τη διακυβέρνηση), ίσως έχουν προ πολλού κλείσει τον κύκλο τους. Αλλά αυτό που επιχειρείται να καλύψει το κενό τους σε αυτή τη μεταβατική εποχή (μού είναι απεχθείς όλοι οι νεολογισμοί με πρώτο συνθετικό το «μετα-»: μετα-πολιτική, μετα-δημοκρατία κ.λπ.) μου προκαλεί τρόμο. Και θα ’πρεπε να προκαλεί τρόμο και σε όποιον, ανεξαρτήτως ένταξης, θεωρεί ότι η ανάπηρη, προβληματική, αστική, κοινοβουλευτική δημοκρατία, με όλο τον ξεχαρβαλωμένο εξοπλισμό της (κόμματα, συνδικάτα, εκλογές κ.ά.) είναι –μέχρι να εφευρεθεί κάτι άλλο– ελάχιστος όρος επιβίωσης των υποτελών τάξεων στον ύστατο ολοκληρωτικό καπιταλισμό της εποχής. Που δεν έχει τίποτε «μετα-». Είναι το ίδιο άγριος και μοβόρος με το «πριν» της πρωταρχικής συσσώρευσης ή της βιομηχανικής εποποιίας. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Αρκετοί θεωρούν πως η εμπειρία κάποιου στις επιχειρήσεις είναι αρκετή για να κυβερνήσει μια χώρα. Τούτο είναι λάθος. Μια επιχείρηση λειτουργεί συγκεντρωτικά γιατί αυτός που τη διοικεί έχει απόλυτη εξουσία να αξιολογήσει, να προσλάβει ή να απολύσει... Σε μια χώρα όμως δεν μπορεί κάποιος να απολύσει και να εξαφανίσει αυτούς που διαφωνούν με τις επιλογές του. Στην πολιτική κάποιος οφείλει να είναι συμπεριληπτικός και να διοικεί με τη συναίνεση των πολιτικών αντιπάλων. Για τον λόγο αυτό πρέπει να συνθέτει συνεχώς κοινωνικές και πολιτικές πλειοψηφίες για τα ζητήματα που τον ενδιαφέρουν να προωθήσει.

Κώστας Στούπας, «Η επιθετική εξαγορά του ΣΥΡΙΖΑ» (capital.gr, 19/9/2023)


Sunday, September 17, 2023

Αγορά αλληλεγγύης

 Η Εφημερίδα των Συντακτών 16-17/9/2023


Εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή στους τόπους της μεγάλης πλημμύρας, δίπλα στους εγκλωβισμένους των πλημμυρισμένων χωριών του κάμπου. Δεν τους κάλεσε κανείς, δεν τους ρώτησε κανείς: «θέλετε, μπορείτε;». Βούτηξαν στα βρομόνερα ώς τον λαιμό, πήραν γερόντους στους ώμους, βόηθησαν παιδιά να βγουν με ασφάλεια σε στεγνό έδαφος, μετέφεραν ρούχα και είδη πρώτης ανάγκης, μαγείρεψαν χιλιάδες μερίδες φαγητό για τους ξεσπιτωμένους. Το έκαναν οργανωμένα ή εντελώς αυθόρμητα, μερικές φορές χαοτικά. Συνεργάστηκαν με τις λιγοστές και ασυντόνιστες δυνάμεις του κρατικού μηχανισμού, τις υποκατέστησαν πλήρως όπου αυτές ήταν απούσες και δεν ήταν λίγες οι φορές που αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία, ίσως και εχθρότητα όπου ήταν παρούσες. Δεν έβγαλαν ανακοινώσεις και ηχηρά καλέσματα, δεν βγήκαν γι’ αυτές/αυτούς δελτία Τύπου με ευχαριστήρια από υπουργούς και κρατικούς αξιωματούχους. Ισως δεν άκουσαν κι ένα «ευχαριστώ» από όσους βοήθησαν. Δεν είναι η πλειονότητα, αυτή παρακολούθησε την τραγωδία από τις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή. Αλλά είναι αρκετοί για να δείξουν ότι ο ατομικισμός, η αγριότητα του νεοφιλελευθερισμού, ο ανταγωνισμός, το πνεύμα Θάτσερ («Δεν υπάρχει κοινωνία…»), αλλά και η πονηριά του εξαγορασμένου «εθελοντισμού» δεν έχει σκοτώσει τα γονίδια της κοινότητας και της ανθρώπινης συνύπαρξης. Αυτοί είναι οι άνθρωποι της αλληλεγγύης που δεν περιμένει ανταπόδοση και δεν είναι οργανωμένη σε μια καθωσπρέπει αγορά. 

Υπάρχει όμως και η καθωσπρέπει αγορά αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη που διατυμπανίζεται, που παρέχεται οργανωμένα, που συνοδεύεται από δελτία Τύπου και φωτογραφίες που κατακλύζουν τα δημοσιογραφικά μέιλ, από συναντήσεις στα γραφεία υπουργών και απαραίτητα ακολουθείται από τις δημόσιες δηλώσεις ευγνωμοσύνης για τη γενναιόδωρη προσφορά. Υπάρχει η αλληλεγγύη της ένωσης των εφοπλιστών, που συζήτησε με τον Χατζηδάκη το πώς θα συνεισφέρει στην αντιμετώπιση της τραγωδίας στη Θεσσαλία, και η αλληλεγγύη της ένωσης των τραπεζιτών, που εισφέρει από το υστέρημά της τα πρώτα 50 εκατομμύρια ευρώ. Υπάρχει η αλληλεγγύη των διαχειριστών των «κόκκινων» δανείων, που κάνουν την καρδιά τους πέτρα και αναστέλλουν για λίγο τους πλειστηριασμούς ακινήτων στην πλημμυροπαθή περιφέρεια (αν και πολλοί ιδιοκτήτες ενυπόθηκων και πλημμυρισμένων ακινήτων ευχαρίστως θα τους έλεγαν «πάρτε το, πάρτε και το σπίτι και το χωράφι, εμείς δεν ξαναγυρνάμε εκεί, το χωριό μας δεν υπάρχει πια»). Υπάρχει η αλληλεγγύη της ασφαλιστικής αγοράς, που διαβεβαιώνει ότι θα κάνει τη δουλειά της και θα αποδείξει σε τι ακριβώς χρησιμεύουν τα 5 δισ. ευρώ τον χρόνο που πληρώνουμε για κάθε είδους κίνδυνο. Υπάρχει η αλληλεγγύη των αλυσίδων σούπερ μάρκετ που προσφέρουν εκπτώσεις στα καταστήματά τους στην περιοχή και ξεστοκάρουν τις αποθήκες τους από προϊόντα μακράς διαρκείας κοντά στη λήξη τους. Και φυσικά υπάρχει η εμφιαλωμένη αλληλεγγύη των νερουλάδων που στέλνουν στους πλημμυροπαθείς ένα ελάχιστο μέρος από το νερό που έτσι κι αλλιώς ανήκει σε όλους, δηλαδή το δικό τους νερό, το νερό που γίνεται πόσιμο όταν πέφτει στα βουνά, τροφοδοτεί πηγές και ποτάμια και τελικά εγκλωβίζεται σε δίκτυα και σε πλαστικά (ή χάρτινα, αν είναι στο Μαξίμου) μπουκάλια, αλλά μας πνίγει ή μας δηλητηριάζει όταν σπάει φράγματα και διαλύει δίκτυα. 

Ο καθένας μπορεί να καταλάβει ότι η οργανωμένη αγορά αλληλεγγύης, διοχετευμένη σε προγράμματα και απολογισμούς Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, αποτυπωμένη σε δείκτες ESG (Περιβάλλον, Κοινωνική Ευθύνη, Διακυβέρνηση) και βαθμολογίες βιωσιμότητας, είναι μια αγορά που περιμένει ανταπόδοση. Είτε από το κράτος και τις κυβερνήσεις, σε χρήμα ή σε είδος, είτε από τις άλλες αγορές, τις αγορές μετοχών, ομολόγων, εμπορευμάτων. Δεν πηγάζει από κάποια ανθρώπινη παρόρμηση, αλλά από τους σχεδιαστές εταιρικής στρατηγικής και τους συντάκτες των εταιρικών ισολογισμών, που πλέον έχουν έναν διακριτό και ποσοτικοποιημένο κωδικό στο ενεργητικό και το παθητικό τους. Είναι μια αλληλεγγύη εμφιαλωμένη και συσκευασμένη, ένα κανονικό προϊόν που πουλιέται και αγοράζεται. 

Αν υπήρχε αληθινή ανθρώπινη παρόρμηση στην αγορά αλληλεγγύης και ανάληψη πραγματικού κόστους συμπαράστασης, υπάρχουν πολύ πιο απλά και αποτελεσματικά πράγματα να κάνουν οι γενναιόδωρες επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, οι τράπεζες να καταργήσουν τις ακριβές προμήθειές τους, ή να μηδενίσουν τα επιτόκια δανεισμού και να αυξήσουν αυτά των αποταμιεύσεων. Να παραιτηθούν κι αυτές και οι servicers από το «δικαίωμα» πλειστηριασμών και κατασχέσεων. Οι λιανεμπορικές επιχειρήσεις να παγώσουν τις τιμές και να μηδενίσουν το εμπορικό κέρδος τους. Οι εφοπλιστές να παρέχουν δωρεάν ένα μέρος από τις τεράστιες ποσότητες πετρελαίου που μεταφέρουν σε όλον τον πλανήτη, οι ενεργειακές να μειώσουν τα τιμολόγια ρεύματος και τα διυλιστήρια να ελαχιστοποιήσουν το περιθώριο διύλισης για να πέσουν οι τιμές των καυσίμων. Και, κυρίως, με το μεγάλο ειδικό βάρος τους να αποτρέψουν να μετατραπεί η τραγωδία σε ένα πάρτι κερδοσκοπίας πάνω από ερείπια και πτώματα. Αλλά, με τι μούτρα θα έβγαιναν μετά στις αγορές, πώς να εμφανιστούν στους μετόχους και τους επενδυτές που αδημονούν για μερίσματα και υπεραποδόσεις; 

Ανάμεσα στην οργανωμένη και επώνυμη αγορά αλληλεγγύης και την αλληλεγγύη των ανωνύμων υποβόσκει προφανώς ένας ανταγωνισμός, μπροστά στα μάτια των ευεργετούμενων. Ελπίζει κανείς ότι στους ξεσπιτωμένους του Κάμπου η πρόχειρα μαγειρεμένη σε ένα καζάνι στο ύπαιθρο μερίδα φαγητού, σερβιρισμένη σε πλαστικό δοχείο μιας χρήσης, μετράει πιο πολύ από την εκκωφαντική πλειοδοσία γενναιοδωρίας με μερικές δεκάδες εκατομμύρια που είναι άγνωστο αν και πότε θα φτάσουν στους αποδέκτες τους. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Πέθανες –κι έγινες και συ: ο καλός,

Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,

Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαβρέντη, εγώ που μόνο το 'ξερα τι κάθαρμα ήσουν, 

Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα,

Κοιμού εν ειρήνη, δεν θα 'ρθω την ησυχία σου να ταράξω 


Μανώλη Αναγνωστάκη, «Επιτύμβιον» («Ο Στόχος») 


Saturday, September 9, 2023

Κάνε δουλειά σου!

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 9-10/9/2023

Κάνει τη δουλειά του (πατάει το κουμπί απαγχονισμού θανατοποινιτών. Από την ταινία του Ιρανού Μοχάμαντ Ρασούλοφ "Δεν υπάρχει κακό"). 

Ο Βαρβιτσιώτης έχει δίκιο. Οι υπόδικοι υπάλληλοι της ναυτιλιακής εταιρείας που έσπρωξαν στον θάνατο τον Αντώνη έκαναν απλώς τη δουλειά τους. Τα θεμέλια του κόσμου μας κι όλων των συστημάτων εξουσίας και ιεραρχίας που τον συγκροτούν στέκονται στη θέση τους χάρη σε εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ανθρώπους που κάνουν απλώς τη δουλειά τους. 

Ακόμη κι αυτό εδώ το κείμενο, αυτής της στήλης, όση οργή κι αν περιλάβει για την απαθή δολοφονία στον Πειραιά, υπάρχει γιατί ο υπογράφων «κάνει τη δουλειά του», μαζί με πολλούς άλλους, για να συντεθεί ένα προϊόν που θα πουληθεί στα περίπτερα και στο διαδίκτυο. Η μόνη διαφορά είναι ότι το συλλογικό αφεντικό αυτού του μαγαζιού θέτει έναν βασικό κανόνα δουλειάς: δουλειά μας είναι να ελέγχουμε ποιον υπηρετεί η δουλειά του καθενός. Και ενίοτε αυτό σημαίνει ότι πρέπει να επικροτήσουμε τους πολλούς ή λίγους αυτού του κόσμου που τελικά δεν κάνουν τη δουλειά τους. 


Ο κόσμος μας παλινδρομεί μεταξύ προόδου και ολέθρου χάρη στους ανθρώπους που απλώς κάνουν τη δουλειά τους. Ακόμη κι αν αυτή περιλαμβάνει το καθήκον να αδιαφορούν για τον πόνο και τη ζημιά που προκαλεί η δουλειά κάποιων άλλων. «Δουλειά σου εσύ», είναι η αφοπλιστική επιταγή προς κάποιον που θεωρεί ανθρώπινη υποχρέωση να αντιδράσει στη «δουλειά» ενός άλλου που προκαλεί κακό. 

Αλλά στη δουλειά «Δεν υπάρχει κακό». Στην ομότιτλη ταινία του Ιρανού σκηνοθέτη Μοχάμαντ Ρασούλοφ («There is no Evil», Χρυσή Αρκτος στο Βερολίνο το 2020), στην πρώτη από τις τέσσερις ιστορίες παρακολουθούμε το 24ωρο ενός εργαζόμενου οικογενειάρχη στο Ιράν που απλώς κάνει τη δουλειά του. Παίρνει το παιδί του από το σχολείο, κάνει τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ, τρώει πίτσα με την οικογένειά του, συζητά με την πεθερά του και τη σύζυγό του για τις ανάγκες του σπιτιού, πλαγιάζει, και την επόμενη μέρα, πάει στη δουλειά. Μπαίνει σε ένα μικρό δωμάτιο με διακόπτες, τρώει το κολατσιό του, κοιτάζει από ένα μικρό παράθυρο σε μια διπλανή αίθουσα και ύστερα πατάει έναν διακόπτη. Ακούγεται ένας γδούπος κι η τελευταία σκηνή της ιστορίας είναι τα αιωρούμενα γυμνά πόδια πόδια των μόλις απαγχονισμένων ανθρώπων. Αυτή είναι η δουλειά του απαθούς ήρωα της ταινίας, έξυπνα και συγκλονιστικά αφοσιωμένης στην αποδοκιμασία της θανατικής ποινής. Ο ήρωας της πρώτης ιστορίας έκανε απλώς τη δουλειά του, ενώ ήρωας της δεύτερης ιστορίας της ταινίας, ένας νεοσύλλεκτος στρατιώτης που καλείται να συμμετάσχει στην πρώτη εκτέλεση καταδικασμένων σε θάνατο διά πυροβολισμού, προσπαθεί απεγνωσμένα και με τον κίνδυνο να θεωρηθεί λιποτάκτης ακριβώς το αντίθετο: να μην κάνει τη δουλειά του. Με ποιον είμαστε, άραγε; 


Στο βιβλίο του Μπέρνχαρντ Σλινκ «Διαβάζοντας στη Χάνα» (και στην ταινία «Σφραγισμένα χείλη»), η ηρωίδα δικάζεται για εγκλήματα πολέμου, γιατί ως δεσμοφύλακας των SS άφησε να καούν ζωντανές 300 Εβραίες κλεισμένες σε μια εκκλησία που είχε βομβαρδιστεί κατά την εκκένωση στρατοπέδου κοντά στο Αουσβιτς. Η Χάνα λέει στους δικαστές πως η εντολή από τους ανωτέρους της ήταν να μην ανοίξει η πόρτα της εκκλησίας, ώστε να σωθούν οι γυναίκες. Δεν μπορούσε να παραβιάσει την εντολή, αυτή ήταν η δουλειά της. «Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;» λέει στον αμήχανο Γερμανό δικαστή, που ενδεχομένως έκανε κι αυτός «τη δουλειά του» στη διάρκεια της ναζιστικής κυριαρχίας. Αλλωστε, αυτό ακριβώς οδήγησε την άλλη Χάνα, την Αρεντ, να εισηγηθεί την έννοια της κοινοτοπίας του κακού, παρακολουθώντας τη δίκη του Αϊχμαν στο Ισραήλ. Ο αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος ισχυρίστηκε πως εκτελούσε διαταγές, ότι απλώς «έκανε τη δουλειά του». 


Ο κόσμος κινείται χάρη σε εκατομμύρια ανθρώπους που απλώς «κάνουν τη δουλειά τους». Τη δουλειά του κάνει ο CEO της πολυεθνικής που με ένα ηλεκτρονικό μήνυμα απολύει 10.000 εργαζόμενους γιατί πρέπει να προστατευτεί η επιχείρηση και τα συμφέροντα των μετόχων. Τη δουλειά του κάνει το στέλεχος της ελεγκτικής εταιρείας που βρίσκει τους πιο ευφάνταστους τρόπους για να φοροδιαφύγουν οι μεγάλοι πελάτες της. Τη δουλειά τους κάνουν οι δικηγόροι που στήνουν εικονικές εταιρείες σε φορολογικούς παραδείσους για να αποκρυφτεί το μαύρο χρήμα μαφιόζων ή καθωσπρέπει υπερπλουσίων. Τη δουλειά τους κάνουν κι οι τεχνοκράτες που εισηγούνται στις κυβερνήσεις προγράμματα και μεταρρυθμίσεις λιτότητας. Τη δουλειά τους έκαναν οι επιτελείς της χούντας του Πινοτσέτ που ματοκύλησαν τη Χιλή πριν από 50 χρόνια. Και το ίδιο έκαναν και τα λαμπερά «παιδιά του Σικάγου» που εφάρμοσαν εκεί το πρώτο και πιο ακραίο νεοφιλελεύθερο «μνημόνιο» βυθίζοντας τη χώρα στη φτώχεια. Τη δουλειά τους κάνουν οι δημοσιογράφοι που αναπαράγουν αμάσητα τα δελτία Τύπου και τα non papers. Και το ίδιο κάνουν οι διευθυντές των ΜΜΕ που λογοκρίνουν για λογαριασμό των ιδιοκτητών τους. Τη δουλειά τους έκαναν τα στελέχη της τρόικας που έφερναν έτοιμα τα νομοσχέδια με τα μέτρα λιτότητας και το ίδιο έκαναν για δέκα χρόνια οι βουλευτές που τα ψήφιζαν χωρίς να τα διαβάσουν. Τη δουλειά του κάνει ο δήμιος που πατάει το κουμπί για να πέσει η θανατηφόρα ένεση στον θανατοποινίτη, μια απλή δουλειά κάνουν και οι μισθοφόροι της ρωσικής Wagner ή της αμερικανικής Blackwater. Τη δουλειά του κάνει ο ΜΑΤατζής που ανοίγει το κεφάλι ενός διαδηλωτή ή ο αστυνομικός που πυροβολεί στα τυφλά έναν άοπλο παραβάτη. Τη δουλειά του κάνει κι ο δικαστής που βγάζει απόφαση χωρίς καν να έχει διαβάσει τη δικογραφία. Τη δουλειά του κάνει και ο εφοριακός που διαγράφει πρόστιμα εκατομμυρίων με άνωθεν εντολή, αλλά κι αυτός που στέλνει αδιακρίτως κατασχετήρια σε οφειλέτες του Δημοσίου χωρίς να ψάξει αν και ποιος μπορεί να πληρώσει. Τη δουλειά τους κάνουν και οι υπάλληλοι των servicers και των εισπρακτικών εταιρειών με το μπούλινγκ στους «κόκκινους» δανειολήπτες, το ίδιο και οι δικαστικοί κλητήρες που εκτελούν τις εξώσεις. Τη δουλειά τους κάνουν οι χρηματιστές που απογειώνουν τις τιμές των τροφίμων και των εμπορευμάτων, και οι ωτακουστές των τηλεφωνικών μας συνομιλιών, και οι πράκτορες που μας παρακολουθούν, και οι συντάκτες των προϋπολογισμών, και οι κεντρικοί τραπεζίτες. Ακόμη και ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του κάνουν τη δουλειά τους. Κυβερνούν παρακολουθώντας μια χώρα να καίγεται, να βουλιάζει, να σαπίζει. 

Οδεύουμε στον χαμό με τη συμβολή πολλών ανθρώπων που κάνουν απλώς τη δουλειά τους. Κι όταν διαμαρτυρηθούμε «Μα τι κάνεις εκεί;» θα μας απαντήσουν ψυχρά «Κάνε δουλειά σου εσύ». 

Ισως η μόνη μας ελπίδα είναι οι άνθρωποι που αποφασίζουν να μην κάνουν τη δουλειά τους. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Ο κ. Κ. άκουσε να παινεύουν έναν υπάλληλο που δούλευε χρόνια σε μιαν υπηρεσία λέγοντας ότι είναι απαραίτητος στη θέση του, τόσο καλός υπάλληλος είναι. Και γιατί είναι απαραίτητος; ρώτησε θυμωμένα ο κ. Κ. Γιατί η υπηρεσία δεν θα μπορούσε να σταθεί δίχως αυτόν, αποκρίθηκαν οι άνθρωποι που τον παίνευαν. Τότε τι σόι καλός υπάλληλος είναι όταν η υπηρεσία δεν στέκεται χωρίς αυτόν; είπε ο κ. Κ. Είχε όλο τον καιρό να οργανώσει την υπηρεσία του έτσι, που να πάψει να είναι απαραίτητος. Στ’ αλήθεια, με τι ασχολείται; Θα σας το πω εγώ: κάνει εκβιασμό. 

Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Ιστορίες του κ. Κόυνερ» (Ο απαραίτητος υπάλληλος)


Saturday, September 2, 2023

Η κλοπή

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 2-3/9/2023



Θα πουλήσω για πολλοστή φορά τον εαυτό μου. Κι όπου βγει. Θα το ρίξω και στις θεωρίες συνωμοσίας, ίσως και στον μυστικισμό, παρότι τα πράγματα που ταράζουν τη ρουτίνα μας και την όποια κανονικότητά μας είναι σε μεγάλο βαθμό τυχαία. Αλλά το να αναζητάς εξήγηση και αιτία είναι μια κάποια παρηγοριά. 

Στο φύλλο της «Εφ.Συν.» στις 19 Αυγούστου στο εβδομαδιαίο παμφλέτο της στήλης με τον τίτλο «Οι απρόσωποι ιδιοκτήτες του πλούτου των εθνών» είχα τη φαεινή ιδέα να το συμπληρώσω (στις ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ) με ένα απόσπασμα από ομιλία του Μαρκησίου ντε Σαντ στη γαλλική εθνοσυνέλευση, στη διάρκεια της επανάστασης, στην οποία υποστήριζε την αποποινικοποίηση της κλοπής. Ακραίος σε όλα ο Ντε Σαντ, ισχυριζόταν η κλοπή έχει ως αποτέλεσμα μια κανονικότερη κατανομή του πλούτου, επιτείνει την ισότητα και παρακινεί στην καλύτερη προστασία της ιδιοκτησίας. Αναφερόταν στους Σπαρτιάτες, που περιλάμβαναν την κλοπή στις πολεμικές αρετές και δεξιότητες και υποστήριζε ότι ίσως ήταν προτιμότερο να τιμωρείται αντί του κλέφτη το θύμα της κλοπής λόγω ελλιπούς προστασίας της ιδιοκτησίας του. 

Αλλά ό,τι γράφεις, λες ή αναπαράγεις πάντα έχει το ρίσκο να στραφεί εναντίον σου. Οπερ και εγένετο. Αν και το τσιτάρισμα της άποψης του Ντε Σαντ δεν σήμαινε και υιοθέτησή της, έμελλε να γίνει ένας ισχυρός σαρκασμός της δυσάρεστης έκπληξης που με περίμενε γυρίζοντας από τις διακοπές στο σπίτι. 

Ανεβάζουμε με τη σύζυγό μου τα μπαγκάζια μέχρι την πόρτα του διαμερίσματος. Βάζουμε το κλειδί στην κλειδωνιά, η πόρτα υποχωρεί λες και ήταν ξεκλείδωτη και ερχόμαστε αντιμέτωποι με το χάος. Το διαμέρισμα έχει μετατραπεί σε έναν ερειπιώνα, με σωρούς πραγμάτων που έχουν πεταχτεί από ντουλάπες, ράφια, συρτάρια, βιβλιοθήκες, πατάρια και έχουν σωριαστεί σε πατώματα, κρεβάτια, καναπέδες. Δεν έχει κάτι πρωτότυπο η εικόνα και η εμπειρία, χιλιάδες άνθρωποι και νοικοκυριά έχουν υποστεί κάτι παρόμοιο, ιδιαίτερα κατά τον Αύγουστο της μισοάδειας Αθήνας με τις μισοάδειες πολυκατοικίες που οι λίγοι τους ένοικοι άλλωστε ήταν ανήσυχοι, ανασφαλείς και απορροφημένοι από την πολιορκία των πυρκαγιών. Αλλά όταν σου συμβαίνει αυτό, είναι μοναδικό και προσωπικό. Το ότι συμβαίνει και σε άλλους είναι μικρή παρηγοριά. 

Η εικόνα και το σοκ που προκαλεί έχει σημασία. Ολα όσα βλέπεις σωριασμένα μπροστά σου είναι δικά σου, είναι πράγματα αγαπημένα ή κι άλλα που έχεις ξεχάσει την ύπαρξή τους, αλλά σωρευμένα όπως είναι σε έναν πολύχρωμο αχταρμά σού είναι εντελώς ξένα. Θέλεις να τα χώσεις σε μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών και να τα πετάξεις, αλλά συγκρατείσαι γιατί ξέρεις πως πολλά σού είναι απαραίτητα, είναι ελάχιστοι όροι της ύπαρξής σου. Ψάχνεις απεγνωσμένα στον σωρό τα πολυτιμότερα, με όρους αξίας και προσωπικού συμβολισμού, αν και ξέρεις ότι είναι τα πρώτα που θα έχουν σουφρώσει οι εισβολείς, γι’ αυτά μπούκαραν στο σπίτι. Κανένα χρυσαφικό, ρολόγια. Αφαντα, φυσικά. Χρήματα δεν υπήρχαν, δεν βρήκαν, συσκευές, λάπτοπ και συναφή δεν ήταν στις προτιμήσεις τους, απλώς τις κακοποίησαν ψάχνοντας ρευστό και ρευστοποιήσιμα. Πενιχρή η συγκομιδή τους σε σχέση με τη ζημιά που σου έχουν προκαλέσει. Ισως είναι σοφή η συμβουλή που δίνουν αστειευόμενοι κάποιοι: όταν λείπεις από το σπίτι άσε λίγα χρήματα σε εμφανές σημείο με το μήνυμα προς τους επίδοξους κλέφτες: «Πάρτε τα λεφτά, στο υπόλοιπο σπίτι δεν θα βρείτε τίποτε άλλο εκτός από ρούχα, κλινοσκεπάσματα, βιβλία, χαρτιά, προσωπικά αντικείμενα».

Προσπαθείς να αντισταθμίσεις τη μικρή προσωπική «τραγωδία» σου με την ιδέα ότι άλλοι υφίστανται πραγματικές τραγωδίες -καμένα σπίτια, χαμένοι άνθρωποι-, αλλά ούτε η φιλοσοφία ούτε η κοινωνική ανάλυση για το φαινόμενο της κλοπής μπορούν να σε βγάλουν από την αίσθηση ότι έχεις υποστεί βία πολύ προσωπικά. «Είναι σαν βιασμός» είπε κάποια φίλη, κι αν και δεν έχω τέτοιο βίωμα, καταλαβαίνω τι θέλει να πει στη θέα των εσώρουχων, των ρούχων, των καλτσών που έχουν σκορπιστεί παντού σε όλα τα δωμάτια και ίσως έχουν ποδοπατηθεί και μαγαριστεί από άγνωστα χέρια. Ολα πρέπει να πλυθούν πριν μπορέσεις να τα ξαναβάλεις πάνω σου. Ενας άθλος που επιτελεί για μέρες ακάματα κυρίως η σύζυγος. 

Επειτα πρέπει να αρχίσει η συναρμολόγηση, η αποκατάσταση μιας τάξης που ήταν αποτέλεσμα συμβίωσης δεκαετιών στο «σπίτι σου». Αλλά ποια ήταν η τάξη αυτή; Από πού να αρχίσεις; Εσώρουχα, κάλτσες, φανέλες, μπλούζες, παντελόνια, πουκάμισα, φορέματα, σεντόνια, μαξιλαροθήκες, πετσέτες, κουβέρτες, μπλούζες, φούστες, βερμούδες, ρούχα καλοκαιρινά, ρούχα χειμωνιάτικα, ρούχα που δεν φοράς πια, ρούχα που δεν αποχωρίζεσαι και ας είναι δεκαετιών, ρούχα που δεν θυμάσαι καν πότε τα φορούσες και ίσως σου φαίνονται σχεδόν αστεία πια. Κι έπειτα ανάμεσα στο ρουχομάνι, εκατοντάδες αντικείμενα. Μπιμπελό, κοκαλάκια, συνδετήρες, φορτιστές, καλώδια, μανταλάκια, παλιά τηλέφωνα, ατζέντες, παιχνίδια, καρφίτσες, κέρματα, φάκελοι με έγγραφα που έχουν σκορπιστεί με μανία, παιδικά τετράδια, γραπτά μηνυματάκια του παιδιού όταν ήταν τριών, πέντε, δέκα ετών, θυμωμένα ή χαρούμενα, τα πρώτα γραπτά του σχολείου, οι πρώτες εκθέσεις, σχολικά βιβλία, μπιζού, μπουκαλάκια από κολόνιες και καλλυντικά, φάρμακα, μαχαιροπίρουνα, φορολογικές δηλώσεις, αποδείξεις αγοράς, γράμματα, ληξιαρχικές πράξεις γέννησης ή θανάτου, συμβόλαια, αποδείξεις εξόφλησης, αποκόμματα εφημερίδων ή περιοδικών, φωτογραφίες από την εποχή της αναλογικής εποχής, ενσταντανέ από τα ταξίδια της νιότης μας, οικογενειακές μαζώξεις, φιλικές συγκεντρώσεις, πάρτι, μασκαρέματα, τούρτες γενεθλίων. Και βιβλία. Εκατοντάδες βιβλία που πετάχτηκαν από τα ράφια των βιβλιοθηκών και εκσφενδονίστηκαν σε κάθε μεριά, διαλύοντας μια τάξη εν μέρει χρονολογική, εν μέρει θεματική πού ήταν προϊόν σπατάλης χρόνου και οικονομίας χώρου. 

Περισσότερο από διάλυση της χωροταξίας των πραγμάτων που συνθέτουν την ιστορία και τη ρουτίνα της καθημερινότητάς μας, μια τέτοιου είδους κλοπή είναι μια βίαιη διάρρηξη της μνήμης. Τα ρούχα, τα αντικείμενα, τα βιβλία, τα έγγραφα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα μπουν σε μια σειρά, έστω και μια νέα σειρά και τάξη, αφού μεσολαβήσει το μεγάλο ξεφόρτωμα όσων είχαμε ξεχάσει πως μας ήταν περιττά (αυτή είναι η μικρή θετική συμβολή των εισβολέων). Αλλά η μνήμη που εκπροσωπούν όλα τα χρήσιμα και τα περιττά πώς ανασυντίθεται; 

Τελικά η αποκατάσταση του χάους μετά την κλοπή γίνεται αναγκαστικά μια ανακεφαλαίωση στιγμιότυπων μιας ζωής που χώρεσε σε μερικές δεκάδες τετραγωνικά. Για την επίγευση της ανακεφαλαίωσης επιφυλάσσομαι, όταν και το τελευταίο βιβλίο βρει τη νέα θέση του στο ράφι, όταν και το τελευταίο ζευγάρι κάλτσες μπει στο συρτάρι ή πεταχτεί.

ΥΓ. Οχι, δεν νομίζω ότι οι κλέφτες που μπούκαραν στο σπίτι είχαν διαβάσει Ντε Σαντ ή θέλησαν να με τρολάρουν και να δοκιμάσουν την αξιοπιστία των γραφομένων μου (του). Αλλά εδώ ίσως χωράει λίγος Κοέλιο που βλέπει το σύμπαν να συνωμοτεί υπέρ μας ή, κυρίως, εναντίον μας. 

ΚΙΜΠΙ 

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Του άρεσε να έχει πράγματα δικά του, όχι πολλά. Λίγα και καλά που δεν θα τα αποχωριζόταν ποτέ. Τα ωραία πράματα σου δίνουν αυτοσεβασμό. Δεν ήθελε την επίδειξη, αλλά την ποιότητα, την αγάπη για την ποιότητα. Η ιδιοκτησία τού θύμιζε ότι υπήρχε, τον έκανε να απολαμβανει την ύπαρξή του. Ηταν πολύ απλό. Κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Υπήρχε. Δεν ήταν πολλοί αυτοί που ήξεραν τον τρόπο, ακόμη κι αν είχαν λεφτά. 

Πατρίτσια Χάισμιθ, «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ»