Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026
Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον Θανάση) στα «Ορυχεία» του:
«Πολλές φορές προσπάθησα μ' αυτά τα γαμημένα/ αντί να βγουν στα χείλη μου σφηνώνουν στον αυχένα».
Δυο βδομάδες
προσπαθώ να φτιάξω αυτό το ρημαδοκείμενο. Kάτι σαν επίλογο μιας περιόδου, ένα
τέλος εποχής, ή έναν απολογισμό της επαγγελματικής, δημοσιογραφικής μου
περιπλάνησης. Οχι γιατί ετοιμάζομαι για σύνταξη – θα έρθει κι αυτή οσονούπω- ή
γιατί αποφάσισα να κλείσω αυτό το «μαγαζάκι», αυτό το εικοσαετές μπλογκ. Ισα
ίσα θα, προσπαθήσω να του βρώ καινούργια στέγη, κάτι θα βρεθεί για τον
«Ελεύθερο Σκοπευτή», δεν μπορεί η «ΕφΣυν» να είναι η προτελευταία του κατοικία,
πριν την αμετακλήτως τελευταία. Αλλά κι αν μείνει άστεγος ο «Σκοπευτής» από
μέσο έντυπο ή ψηφιακό, όλο και κάποια βολή θα εκτοξεύει από αυτό εδώ το μπλογκ.
Ισως όχι με την ημερήσια ή εβδομαδιαία συνέπεια και συχνότητα που επιβάλει μια
έκδοση. Αλλά τουλάχιστον με τις ευκαιρίες και τις παρορμήσεις που δίνει η
επικαιρότητα.
Οπλιστείτε με
υπομονή, θα είμαι πολύ πιο φλύαρος απ’ ό,τι συνήθως. Αν βαριέστε, παρατήστε το
εδώ και τώρα. Το μπλογκ δεν είναι σαν τις σελίδες, που έχουν όρια λέξεων, ούτε
σαν τις ιστοσελίδες, που παίζουν με τα λεπτά παραμονής του αναγνώστη εκεί. Κι
ορισμένες προϊδεάζουν καθησυχαστικά για τον χρόνο ανάγνωσης κάθε κειμένου- 3
λεπτά, 5 λεπτά, το πολύ 7- λες και ο αναγνώστης διαβάζει κάτι όχι με τον βαθμό
ενδιαφέροντος, αλλά με τον χρόνο που μπορεί να διαθέσει. Λες και εκτελεί κάποια
ποινή, ή μια σχολική τιμωρία.
Αλλά αυτό το
γαμημένο ρημαδοκείμενο, που το παιδεύω σχεδόν δυο βδομάδες, μην ξέροντας από
πού να αρχίσω και πού να τελειώσω, ήθελα να είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ, ένας θερμός
αποχαιρετισμός, ένας τρυφερός απολογισμός, μια κριτική αποτίμηση στα «καλύτερά
μου (δημοσιογραφικά) χρόνια». Που είναι τα οκτώ χρόνια στην πρώην
συνεταιριστική Εφημερίδα των Συντακτών. Παρά τον σκληρό επίλογο. Παρά την κακήν
κακώς απόλυση, παρά την πικρή επίγευση, παρά την άλωση και την ανώμαλη
προσγείωση της ανεξάρτητης ΕφΣυν σε μια «παραδοσιακή» εργοδοτική
πραγματικότητα, παρά την κούραση, τη φθορά, την απογοήτευση, αυτό δεν αλλάζει:
η ΕφΣυν ήταν ό,τι καλύτερο συνέβη στον εγχώριο Τύπο εδώ και δεκαετίες. Κι ό,τι καλύτερο συνέβη
και σε μένα.
1. 1. ΕΝΘΥΜΙΑ
Ισως οι αληθινές ιστορίες λέγονται καλύτερα από το τέλος,
που άλλωστε είναι ήδη κάπως γνωστο. Λέω να αρχίσω από το τέλος, λοιπόν. Καρέ
καρέ. Με την κατάλληλη εικονογράφηση.
Αυτές είναι οι τέσσερις κούτες που χώρεσαν όλα τα επαγγελματικά «υπάρχοντά» μου των τελευταίων οκτώ ετώ, παραταγμενες στο πορτ μπαγκάζ της «κούρσας» μου. Θα μείνουν κάποιες βδομάδες εκεί, όχι ως μνημείο ή βωμός, τόσο φετιχιστής δεν έχω γίνει ακόμη, αλλά μέχρι να βρεθεί χώρος να τακτοποιηθούν κάπου στο σπίτι.
Αυτή είναι μια κούπα, με τυπωμένο τον λογότυπο της ΕφΣυν και το «παρατσούκλι» μου, ΚΙΜΠΙ. Μου το είχαν χαρίσει οι συνάδελφοι της σύνταξης ύλης πριν από κάποια χρόνια, δεν θυμάμαι με ποιαν αφορμή. Κούπα για καφέ, όχι για κώνειο.
Αυτό είναι το χαρτί της απόλυσης. Τυπικά άψογο, με την
υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης, και τη δική μου δίπλα, έστω
και μ’ αυτή την παράφωνη σημείωση «με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός
μου» και την ακόμη πιο παράφωνη υποσημείωση για την «παραβίαση του υπολογιστή
και των προσωπικών δεδομένων» μου. Το χαρτί της απόλυσης το έχω και σε άλλη
εκδοχή, χωρίς τη δική μου υπογραφή. Αυτή που εστάλη με δικαστικό επιμελητή στο
σπίτι μου σε λιγότερο από 18 ώρες από τη στιγμή ανακοίνωσης της απόλυσης. «Προς
τι τόση βιασύνη; Τόσο επικίνδυνος και ανεπιθύμητος είμαι;» ρώτησα. Κάτι ακατάληπτα
μουρμουρητά πήρα για απάντηση. Γαμώτο! Δεν βρίσκω τον φάκελο με τη σφραγίδα του
δικαστικού επιμελητή.
Κι αυτό είναι ένα καράβι, ένα αποχαιρετιστήριο δώρο από αγαπημένη
συνάδελφο που μας είχε ήδη αποχαιρετίσει συνταξιοδοτούμενη. Το καράβι, ή
βαρκούλα, λικνίζεται πάνω στα κύματα. Είναι για τις φουρτούνες που πέρασαν ή γι’
αυτές που έρχονται; Οχι, μου διευκρίνισε γραπτώς η Σ., αλλά για να ταξιδέψω «μακριά
από τους μικρόκοσμους των μοχθηρών και βασανιστικά αδύναμων ανθρώπων". Ομορφη
ευχή, αλλά μήπως ο κόσμος συντίθεται κυρίως από πολλούς τέτοιους μικρόκοσμους;
2. 2. ONΕΙΡΑ
ΚΑΙ ΕΘΙΣΜΟΙ
![]() |
Στην σπουδαιότερη, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ταινία του Ντάρεν Αρονόφσκι, από την οποία δανείζομαι τον τίτλο αυτού του κειμένου, παρακολουθούμε την αυτοκαταστροφική πορεία 2+2 χαρακτήρων που πέφτουν θύματα των εξαρτήσεών τους. Δεν μιλάμε απαραίτητα για εξαρτήσεις από ουσίες, όπως του ηρωινομανή Χάρυ (Τζάρεντ Λέτο), αλλά από διανοητικούς ψυχαναγκασμούς, όπως ο πρωταρχικός εθισμός της μητέρας του Σάρα (Ελεν Μπέρστιν) από έναν τηλεοπττικό διαγωνισμό κομψότητας που την οδηγεί σε κατάχρηση αμφεταμινών. Τελικά, οι δυο τους κι οι άλλοι δυο ήρωες που τους πλαισιώνουν δεν είναι τόσο θύματα των ουσιών που τρώνε τα σωθικά τους, αλλά των πολλών, εθιστικών και ξεφτισμένων εκδοχών του «αμερικανικού ονείρου». Τελικά αυτού του «ονείρου» τη νεκρώσιμη λειτουργία (σ.σ. ρέκβιεμ είναι η λειτουργία υπέρ τεθνεότων στην καθολική εκκλησία) συνθέτει ο Αρονόφσκι, όπως και ο Χούμπερ Σέλμπθ που έχει γράψει το ομότιτλο βιβλίο.
Η άνωθι εισαγωγή είναι
ένα ακόμη σύνηθες πρόσχημα για να μιλήσω για έναν δικό μου εθισμό, δικόν μου
και αρκετών ακόμη ομοιοεπαγγελματιών μου, που πίστεψαν στη δυνατότητα ύπαρξης
ενός μέσου ενημέρωσης ανεξάρτητου, οικονομικά αυτόνομου, χωρίς δουλείες και
δεσμεύσεις από χορηγούς, διαφημιζόμενους, χρηματοδότες. Το «χωρίς αφεντικά» και
το «μόνοι εργοδότες οι αναγνώστες μας», θεωρητικά είναι ικανή αλλά όχι
απαραίτητα και αναγκαία συνθήκη για ελεύθερη ενημέρωση. Υπάρχουν- σπάνιοι
βέβαια, αλλά υπάρχουν, όχι εδώ πάντως!- επιχειρηματίες και επενδυτές που
εμπιστεύονται τα χρήματά τους σε μια εκδοτική ομάδα, εγγυώμενοι ταυτόχρονα τη
συντακτική ελευθερία της, δηλαδή την ελευθερία να κάνουν καλά τη δουλειά της,
τη δημοσιογραφία, το κυνήγι της είδησης, τη χαρά της αποκάλυψης, τον έλεγχο των
κέντρων ισχύος, την υπεράσπιση της αλήθειας και την προστασία της από
στρεβλώσεις, παραμορφωτικούς φακούς, οικονομικές ιδιοτέλειες, ναρκισσιστικές
παραμορφώσεις και, πάνω απ’ όλα, λογοκρισία και αυτολογοκρισία. Υπάρχουν μεγάλα
ΜΜΕ, διεθνούς εμβέλειας, ακόμη και στη μητρόπολη του παγκόσμιου καπιταλισμού, στις
ΗΠΑ, που μερικώς ανταποκρίνονται στο μοντέλο αυτό κι έχουν δώσει δείγματα
συντακτικής ανεξαρτησίας σε σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο, τις αμερικανικές
μυστικές υπηρεσίες ή κέντρα οικονομικής εξουσίας εκεί, όπως για παράδειγμα οι New York Times, η Washington Post ή τo περιοδικό New Yorker. Αλλά η ελευθεροτυπία που εγγυώνται οι
ιδιοκτήτες αυτών των ΜΜΕ κινείται σε ένα πολύ περιορισμένο πεδίο, που δεν
αμφισβητεί τα θεμελιώδη στρατηγικά συμφέροντα της υπερδύναμης.
Εξάλλου, στις σπάνιες
περιπτώσεις αυτές μπορεί μεν να επιβεβαιώνεται το παραφθαρμένο απόφθεγμα του Μαρξ
ότι «οι καπιταλιστές είναι διατεθειμένοι να σού πουλήσουν και το σκοινί που θα
τους κρεμάσεις», με την έννοια ότι αν ένα επαναστατικό παμφλέτο ανατροπής του
καπιταλισμού ήταν τόσο δημοφιλές που θα τους έφερνε πολλά κέρδη φυσικά και θα
το εξέδιδαν σε εκατομμύρια αντίτυπα, αλλά είναι βέβαιο ότι ταυτόχρονα θα
ξόδευαν αρκετά από τα κέρδη αυτά για να εξασφαλίσουν ότι το παμφλέτο θα μείνει μόνο
ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, χωρίς πολλούς πρόθυμους να το κάνουν πράξη.
3. ΤΟ ΜΙΝΤΙΑΚΟ BIG BANG
Επανέρχομαι στον δικό μου εθισμό. Μιλάω για τον εθισμό μου στη
δημοσιογραφία. Εντάξει, δημοσιογραφία κάνω πάνω από 40 χρόνια, αλλά δεν μπορώ
να πω ότι είχα πάντα μια τόσο εξαρτησιογόνα προσκόλληση σε αυτήν, όσο τα
τελευταία οκτώ χρόνια. Workaholic
σίγουρα
υπήρξα, σε βαθμό ενοχλητικό, αποτρεπτικό για μια ομαλή κοινωνική και
οικογενειακή ζωή, από την δεκαετία του 1980, όταν ξεκίνησα ημι-επαγγελματικά
στην εφημερίδα της ΚΝΕ, στον Οδηγητή, όταν ήταν στις δόξες τους και την
κυκλοφορία του θα τη ζήλευαν σήμερα όλες οι κυριακάτικές εφημερίδες μαζί.
Επ’ ευκαιρία, δεν μ’ αρέσει να φιλτράρω το πολιτικο-
ιδεολογικό μου παρελθόν, είμαι περήφανος για κάθε στροφή, μεταστροφή κι
αναστροφή του, για τις βεβαιότητες, τις πλάνες, τις διαψεύσεις και τις
μετάνοιές του. Από το 1989 και εντεύθεν, με το «βρόμικο 89», εγχώριο και παγκόσμιο,
να το κουβαλάω όπως εκατομμύρια άλλοι σαν προπατορικό αμάρτημα. ξεκίνησε η
περιπλάνησή μου στο ελληνικό μιντιακό στερέωμα. Από το big
bang του, στα τέλη του 20ου
αιώνα, μέχρι τη μνημονιακή αποσύνθεσή του. Ραδιόφωνο, εφημερίδα, τηλεόραση,
περιοδικά. Η προτεραιότητα ήταν να έχεις δουλειά και αξιοπρεπή αμοιβή. Δυο και
τρεις δουλειές παράλληλα, όλες μαζί, έκαναν κάτι παραπάνω από μια αξιοπρεπή
αμοιβή. Ρεπορτάζ, σύνταξη, εκφώνηση ειδήσεων, αρχισυνταξίες, εκπομπές, άρθρα,
στήλες, σύνταξη ύλης. Η Ελλάδα των κατά Κωστα Καραμανλή «πέντε νταβατζήδων που έκαναν κουμάντο», η
χώρα της κατά Κων. Μητσοτάκη διαπλοκής
εργολάβων- μιντιαρχών- πολιτικών, η μπανανία των μεγάλων φιάσκων του «βασικού
μετόχου» και της πειρατείας των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων, έδινε αρκετές εργασιακές ευκαιρίες. Αλλωστε, η
δημοσιογραφία τω καιρώ εκείνω, πριν τα πανεπιστημιακά τμήματα επικοινωνίας
πάρουν σοβαρά τον ρόλο τους, ήταν ένα επάγγελμα αυτοπροσδιορισμού: είτε είχες
βγάλει τη νομική, είτε την οδοντιατρική, είτε ήσουν απόφοιτος λυκείου, είτε
μιας ιδιωτικής σχολής άνευ πιστοποίησης, μπορούσες να γίνεις δημοσιογράφος. Οι
έχοντες μια στοιχειώδη εγκυκλοπαιδική κουλτούρα, οι γνωρίζοντες κάπως καλά
ελληνικά (κι αυτό όχι απαραίτητα) και μια ξένη γλώσσα μπορούσαν να σταθούν. Οι
κατέχοντες πολιτική προϋπηρεσία σε συστημικά και μη κόμματα είχαν προβάδισμα για
στελεχικές θέσεις και σταριλίκια. Ο ανταγωνισμός ήταν μάλλον χαμηλός, λόγω
υπερπροσφοράς εργασίας. Αλλά ο διαγκωνισμός μέσα σε κάθε μαγαζί και για κάθε
καρέκλα ανελέητος.
Οι λίγοι έμπειροι δημοσιογράφοι της προδικτατορικής και
μεταπολιτευτικής περιόδοι υπήρξαν η μόνη πηγή στοιχειώδους επαγγελματικής
τεχνογνωσίας και μετάδοσης κάποιων κανόνων δεοντολογίας. Αντίθετα, οι παλιοί
και νέοι μιντιάρχες χάραξαν τα όρια της ελευθεροτυπίας και ύψωσαν τείχη
λογοκρισίας που αφορούσαν είτε τους οικονομικούς ανταγωνισμούς τους είτε τις
πολιτικές προτιμήσεις τους. Η ελληνική μιντιοκρατία στοιχήθηκε γύρω από τον
κραταιό δικομματισμό τριών δεκαετιών και εκατοντάδες δημοσιογράφοι, που στο
μεταξύ έγιναν χιλιάδες, αφομοίωσαν γρήγορα τους νέους κανόνες του παιχνιδιού: σταριλίκι,
χειραγώγηση, μυστικά pay
rolls, αμοιβές που τους καθιστούσαν περιούσια επαγγελματική
ομάδα, χειραγώγηση, πολυθεσία, αργομισθίες. Για ένα διάστημα, ήταν πολλά τα
λεφτά, λίγες οι αντιστάσεις, απεριόριστος ο κυνισμός και ο κανιβαλισμός. Για
σκεφτείτε: το «Πρώτο Θέμα» πούλησε 500.000 φύλλα με το ροζ οπτικό υλικό
εκβίασης του τότε γενικού γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού και παρ’ ολίγον
αυτόχειρα Χρήστου Ζαχόπουλου. Ολη η χώρα γέμισε «ματάκηδες» και ο υποτιθέμενος
αφρός της μιντιαρχίας δίδαξε τη «δημοσιογραφία της τσόντας».
4. ΑΝΑΠΗΡΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ
Οχι. Δεν έχω παράπονο. Κι ούτε υπάρχει κάποια δημοσιογραφική περίοδος που με κάνει να ντρέπομαι. Κανάλι 1 Πειραιά, ΣΚΑΙ, Καθημερινή, Flash, ΕΡΤ, Επενδυτής, πρόσκαιρες συνεργασίες με περιοδικά. Μέχρι το 2010 τα πράγματα κυλούσαν σχεδόν ανέφελα. Μείζον επίτευγμά μου θεωρώ το ότι επιβίωσα ως «υπηρέτης δύο αφεντάδων» (όμιλοι Αλαφούζου και Κόκκαλη) την περίοδο της ανελέητης σύγκρουσής τους μέσω των ΜΜΕ που ήλεγχαν. Το backstage των ρόλων μου το επέτρεπε, άλλωστε. Καρπός της δημοσιογραφικής ακροβασίας ήταν και το alter ego μου, ο ΚΙΜΠΙ και ο «Ελεύθερος Σκοπευτής», γεννημένος περί το 2000 στην Καθημερινή. Ξαναδιαβάζοντας κάποια από τα κείμενα της περιόδου αυτής επανεκτιμώ τις ελευθερίες – όχι χωρίς γκρίνιες, πιέσεις, παρεμβάσεις- που άφηνε η συντηρητική εφημερίδα στο δικό μου κυριακάτικο «οικονομικό χρονογράφημα», αλλά και σε αρκετών ακόμη «αταίριαστων» τα κείμενα και τις αναλύσεις. Και δεν το λέω για γλείψιμο, μπας κα ξανανοίξει η πόρτα. Θυμάμαι διευθυντή μου να με επικρίνει διακριτικά, λίγο μετά τη σύλληψη του Σάββα Ξηρού στον Πειραιά, για την «αδιανόητη» σύγκριση που έκανα σε κείμενό μου ανάμεσα στα λίγα θύματα της 17 Ν και τους πολλαπλάσιους νεκρούς των τροχαίων δυστυχημάτων. Και ανακαλώ με νοσταλγία τα περιπαικτικά πυρά προς συναδέλφους του οικονομικού ρεπορτάζ της θορυβώδους Αριστέας (Μπουγάτσου), όταν μου έφερνε τα χειρόγραφα κείμενά της να γίνουν σελίδα: «Λαμόγιαααααα!» βροντοφώναζε, και οι πάσχοντες από έλλειψη χιούμορ πρόδιδαν κάποια ενοχή για τον χαρακτηρισμό.
Ναι, είχαμε τις ελευθερίες μας τότε, στα μικρά και μεγάλα
μαγαζιά, ανεξαρτήτως απόχρωσης και τοποθέτησης στο πεδίο της διαπλοκής, φυσικά
ήταν η «Ελευθεροτυπία» που κατείχε τα σκήπτρα της «συντακτικής ελευθερίας»,
αλλά αν αποφύγουμε τους εξωραϊσμούς και θυμηθούμε τους αυτολογοκριτικούς αυτοματισμούς
που επέβαλε και μόνη η γνώση του σε ποιον/ποιους ανήκει κάθε ΜΜΕ, ποιος είναι ο
γενναιόδωρος ή τσιφούτης εργοδότης μας, θα προσγειωθούμε στην πραγματικότητα
της ανάπηρης, κολοβής ελευθεροτυπίας που επικρατούσε κατά τον «χρυσούν αιώνα»
του μιντιακού big
bang. Σ΄αυτό το πλαίσιο,
όσο κι αν αγαπούσε κανείς τη δημοσιογραφία, την έρευνα, το ρεπορτάζ, τις
ειδήσεις, την αρθρογραφία, τα σχόλια, τους εύστοχους τίτλους, τις καλοστημένες
σελίδες, τις σωστά επιλεγμένες φωτογραφίες, τις περιεκτικές λεζάντες, τις
έξυπνες τηλεοπτικές σκαλέτες, τις καλές ραδιοφωνικές ατάκες, όσο κι αν έκανε
όλα αυτά με επαγγελματισμό και σεβασμό στον αναγνώστη/ακροατή/θεατή, σε τελική
ανάλυση έκανε απλώς τη δουλειά του πρωτίστως για να βιοποριστεί, άντε και δια
να απολαύσει της εκτιμήσεως του πλήθους. Θέμα εθισμού, εξάρτησης, αληθινής
λαχτάρας για τη δημοσιογραφία και την αποκάλυψη της αλήθειας δεν μπορώ να πώ ότι
ετίθετο.
5. ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΙΡΑΜΑ
5.
Η «Εφημερίδα των Συντακτών», το μόνο συνεταιριστικό πείραμα
που πέτυχε για 13 χρόνια παράγοντας ένα πλήρες ενημερωτικό προϊόν το οποίο
ανταγωνιζόταν στα ίσια ΜΜΕ με ισχυρούς χρηματοδότες, ήταν η αιτία παρόξυνσης
του εθισμού μου στη δημοσιογραφία. Καθώς μάλιστα διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας
στη μετά- ΣΥΡΙΖΑ εποχή, το 2019, άρα χωρίς την υπόρρητη «υποχρέωση» μιας
αριστερής εφημερίδας να απολογείται για το «αριστερό» μνημόνιο, για πρώτη φορά
δούλευα σε ένα μέσο στο οποίο η συντακτική ελευθερία δεν ήταν σχήμα λόγου, αλλά
μια απαραβίαστη αρχή. Η διακυβέρνηση της
«Μητσοτάκης ΑΕ», σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες διεθνείς κρίσεις που
τσαλάκωναν τα σχέδιά της (πανδημία, πληθωριστική κρίση, Ουκρανία, ενεργειακή
κρίση, γενοκτονία στη Γάζα), έδιναν άφθονη ύλη δημοσιογραφικής έρευνας,
μαχητικού και αποκαλυπτικού ρεπορτάζ, τεκμηριωμένης κριτικής. Χωρίς μαύρες και
λευκές λίστες, χωρίς απαγορευμένα θέματα, χωρίς αποφυγή του ρίσκου. Κυβέρνηση,
τράπεζες, ΔΕΚΟ, «εθνικοί» εργολάβοι και προμηθευτές, καταχραστές του δημοσίου
χρήματος, καταπατητές του δημόσιου πλούτου, φανεροί και κρυφοί φασίστες,
ρατσιστές και ακροδεξιοί υπουργοί, επίορκοι κρατικοί αξιωματούχοι, καρτέλ της
αγοράς, μονοπώλια της ενέργειας, μανατζαραίοι δημόσιων επιχειρήσεων που τις
μετέτρεψαν σε κερδοσκοπικά μαγαζιά, διώκτες προσφύγων και μεταναστές, βαμπίρ του
λαϊκού εισοδήματος, οργανωτές του στεγαστικού διωγμού των νέων, αδικημένοι πολίτες,
εργαζόμενοι και συνταξιούχοι που διεκδικούν το δικαίωμα στην επιβίωση, μαθητές
και φοιτητές που αγωνιούν για το μέλλον τους, λαοί που αγωνίζονται για το
δικαίωμα στη γη και στην ελευθερία τους, μακελάρηδες του κόσμου, αποικιοκράτες,
ιμπεριαλιστές, στρατοκράτες, πολεμοκάπηλοι, αστοί και προλετάριοι, καλλιτέχνες,
διανοούμενοι, ερευνητές, επιστήμονες, όλοι της Ιστορίας οι πελάτες είναι πριν
απ’ όλα «πελάτες» της καθημερινής ιστορίας του κόσμου, αποτυπωμένης σε έναν τίτλο,
μια είδηση, μια μεγάλη αποκάλυψη, μια σε βάθος δημοσιογραφική έρευνα πού δίνει
βήμα σε όλες τις πλευρές και μεροληπτεί μόνο υπέρ μιας πλευράς: της αλήθειας.
Το στοίχημα της ανεξάρτητης, τολμηρής, ενοχλητικής,
παρεμβατικής δημοσιογραφίας παίχτηκε και σε σημαντικό βαθμό κερδήθηκε στην Ελλάδα
της μνημονιακής κρίσης και μεταμνημονιακής παλινόρθωσης. Ενσαρκώθηκε στην Εφημερίδα
των Συντακτών, στους 100 και πλέον που την ξεκίνησαν πριν από 14 χρόνια κι όσους
στη συνέχεια την πλαισίωσαν. Αποτυπώνεται στο γεγονός ότι για δεκάδες νέους
αποφοίτους των πανεπιστημιακών σχολών ΜΜΕ ήταν όνειρο να κάνουν πρακτική ή να δουλέψουν
στην ΕφΣυν. Αγνοώντας βεβαίως το οικονομικό τίμημα της συντακτικής ελευθερίας
που μπορούσαν να απολαύσουν εδώ. Τα 13 χρόνια που το πείραμα άντεξε ήταν ήδη
ένας μικρός θρίαμβος και απόδειξη ότι το ενημερωτικό μονοπώλιο του πλούτου, της
εξουσίας και της βίας μπορεί να σπάσει.
Χαίρομαι που υπήρξα εθισμένος στην ανεξάρτητη δημοσιογραφία
τα τελευταία 8 χρόνια. Θλίβομαι γιατί η υπονόμευση, ο ευτελισμός και η άλωσή
της δεν έγινε γιατί ο απαλλοτριωτής της ήταν παντοδύναμος, αλλά γιατί κάποιοι
ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι από καιρό να του ανοίξουν κερκόπορτα.
ΚΙΜΠΙ
Kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Οποιος σήμερα θέλει να πολεμήσει την ψευτιά και την αμάθεια
και να γράψει την αλήθεια, έχει να ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες.
Πρέπει να έχει το θάρρος να γράψει την αλήθεια παρ’ όλο που παντού την
καταπνίγουν, την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει παρ’ όλο που τη σκεπάζουν παντού,
την τέχνη να την κάνει ευκολομεταχείριστη σαν όπλο, την κρίση να διαλέξει
εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποκτήσει δύναμη, την πονηριά να τη
διαδώσει ανάμεσά τους. Αυτές οι δυσκολίες είναι μεγάλες για εκείνους που γράφουν
κάτω από το φασισμό, υπάρχουν όμως και γι’ αυτούς που τους κυνήγησαν ή που
έφυγαν, ακόμα και για όσους γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας.





.jpg)



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου