26/07/2026

Requiem for a dream

 Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης   


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026

 


Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον Θανάση) στα «Ορυχεία» του:

«Πολλές φορές προσπάθησα μ' αυτά τα γαμημένα

αντί να βγουν στα χείλη μου σφηνώνουν στον αυχένα».

Δυο βδομάδες προσπαθώ να φτιάξω αυτό το ρημαδοκείμενο. Kάτι σαν επίλογο μιας περιόδου, ένα τέλος εποχής, ή έναν απολογισμό της επαγγελματικής, δημοσιογραφικής μου περιπλάνησης. Οχι γιατί ετοιμάζομαι για σύνταξη – θα έρθει κι αυτή οσονούπω- ή γιατί αποφάσισα να κλείσω αυτό το «μαγαζάκι», αυτό το εικοσαετές μπλογκ. Ισα ίσα θα, προσπαθήσω να του βρώ καινούργια στέγη, κάτι θα βρεθεί για τον «Ελεύθερο Σκοπευτή», δεν μπορεί η «ΕφΣυν» να είναι η προτελευταία του κατοικία, πριν την αμετακλήτως τελευταία. Αλλά κι αν μείνει άστεγος ο «Σκοπευτής» από μέσο έντυπο ή ψηφιακό, όλο και κάποια βολή θα εκτοξεύει από αυτό εδώ το μπλογκ. Ισως όχι με την ημερήσια ή εβδομαδιαία συνέπεια και συχνότητα που επιβάλει μια έκδοση. Αλλά τουλάχιστον με τις ευκαιρίες και τις παρορμήσεις που δίνει η επικαιρότητα.

Οπλιστείτε με υπομονή, θα είμαι πολύ πιο φλύαρος απ’ ό,τι συνήθως. Αν βαριέστε, παρατήστε το εδώ και τώρα. Το μπλογκ δεν είναι σαν τις σελίδες, που έχουν όρια λέξεων, ούτε σαν τις ιστοσελίδες, που παίζουν με τα λεπτά παραμονής του αναγνώστη εκεί. Κι ορισμένες προϊδεάζουν καθησυχαστικά για τον χρόνο ανάγνωσης κάθε κειμένου- 3 λεπτά, 5 λεπτά, το πολύ 7- λες και ο αναγνώστης διαβάζει κάτι όχι με τον βαθμό ενδιαφέροντος, αλλά με τον χρόνο που μπορεί να διαθέσει. Λες και εκτελεί κάποια ποινή, ή μια σχολική τιμωρία.

Αλλά αυτό το γαμημένο ρημαδοκείμενο, που το παιδεύω σχεδόν δυο βδομάδες, μην ξέροντας από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω, ήθελα να είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ, ένας θερμός αποχαιρετισμός, ένας τρυφερός απολογισμός, μια κριτική αποτίμηση στα «καλύτερά μου (δημοσιογραφικά) χρόνια». Που είναι τα οκτώ χρόνια στην πρώην συνεταιριστική Εφημερίδα των Συντακτών. Παρά τον σκληρό επίλογο. Παρά την κακήν κακώς απόλυση, παρά την πικρή επίγευση, παρά την άλωση και την ανώμαλη προσγείωση της ανεξάρτητης ΕφΣυν σε μια «παραδοσιακή» εργοδοτική πραγματικότητα, παρά την κούραση, τη φθορά, την απογοήτευση, αυτό δεν αλλάζει: η ΕφΣυν ήταν ό,τι καλύτερο συνέβη στον εγχώριο Τύπο  εδώ και δεκαετίες. Κι ό,τι καλύτερο συνέβη και σε μένα.

1.     1.  ΕΝΘΥΜΙΑ

Ισως οι αληθινές ιστορίες λέγονται καλύτερα από το τέλος, που άλλωστε είναι ήδη κάπως γνωστο. Λέω να αρχίσω από το τέλος, λοιπόν. Καρέ καρέ. Με την κατάλληλη εικονογράφηση.

Αυτό είναι ένα στικάκι. Σ’ αυτό η νέα ιδιοκτησία της ΕφΣυν έβαλε τα αρχεία μου που αντέγραψε από τον προσωπικό υπολογιστή που χρησιμοποιούσα εδώ και οκτώ χρόνια. Ανοιξε τον υπολογιστή ερήμην μου, παραβιάζοντας τον κωδικό χρήστη. Λέει ότι δεν παρέλειψε τίποτα. Και πού το ξέρω εγώ; Μήπως θυμάμαι τι είχα στους δεκάδες φακέλους αρχείων με κείμενα δικά μου και άλλων; Το στικάκι μου παραδόθηκε στην είσοδο του Μεγάρου της Ακτής Κονδύλη, σαν την τρίχα που πετιέται από το προζύμι. Μόνο που η τρίχα ήμουν εγώ. Συνοδεύεται και από πιστοποιητικό παραλαβής. Ή αποκομιδής.



Αυτή (κάτω αριστερά) είναι μια κούτα. Δυο τέτοιες κούτες, μισού κυβικού μέτρου εκάστη, με περίμεναν ανοικτές, δίπλα στο γραφείο μου, όπου συνοδεία ιδιωτικού φρουρού - κρυφογέλαγε κι αυτός με το γελοίον της τελετουργίας- έπρεπε να βάλω βιαστικά τα πράγματά μου. Ευτυχώς, τα περισσότερα τα είχα ήδη έτοιμα, βιβλία βασικά, και κάποια χρηστικά αντικείμενα, χαρτούρα, εκτυπώσεις, στυλό και μολύβια, τέτοια πράγματα. Από τότε που μετακομίσαμε από την Κολοκοτρώνη στο Σύνταγμα στην Ακτή Κονδύλη, στον Πειραιά, τον περασμένο Φλεβάρη, δεν είχα αδειάσει τις κούτες με τα βιβλία και τα πράγματά μου. Υπήρχε κακό προαίσθημα; Ισως.


Αυτές πάνω είναι οι τέσσερις κούτες που χώρεσαν όλα τα επαγγελματικά «υπάρχοντά» μου των τελευταίων οκτώ ετώ, παραταγμενες στο πορτ μπαγκάζ της «κούρσας» μου. Θα μείνουν κάποιες βδομάδες εκεί, όχι ως μνημείο ή βωμός, τόσο φετιχιστής δεν έχω γίνει ακόμη, αλλά 
μέχρι να βρεθεί χώρος να τακτοποιηθούν κάπου στο σπίτι.


Αυτή είναι μια κούπα, με τυπωμένο τον λογότυπο της ΕφΣυν και το «παρατσούκλι» μου, ΚΙΜΠΙ. Μου το είχαν χαρίσει οι συνάδελφοι της σύνταξης ύλης πριν από κάποια χρόνια, δεν θυμάμαι με ποιαν αφορμή. Κούπα για καφέ, όχι για κώνειο.

 

Αυτό δεξιά είναι το χαρτί της απόλυσης. Τυπικά άψογο, με την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης, και τη δική μου δίπλα, έστω και μ’ αυτή την παράφωνη σημείωση «με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου» και την ακόμη πιο παράφωνη υποσημείωση για την «παραβίαση του υπολογιστή και των προσωπικών δεδομένων» μου. Το χαρτί της απόλυσης το έχω και σε άλλη εκδοχή, χωρίς τη δική μου υπογραφή. Αυτή που εστάλη με δικαστικό επιμελητή στο σπίτι μου σε λιγότερο από 18 ώρες από τη στιγμή ανακοίνωσης της απόλυσης. «Προς τι τόση βιασύνη; Τόσο επικίνδυνος και ανεπιθύμητος είμαι;» ρώτησα. Κάτι ακατάληπτα μουρμουρητά πήρα για απάντηση. Γαμώτο! Δεν βρίσκω τον φάκελο με τη σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή.




Κι αυτό είναι ένα καράβι, ένα αποχαιρετιστήριο δώρο από αγαπημένη συνάδελφο που μας είχε ήδη αποχαιρετίσει συνταξιοδοτούμενη. Το καράβι, ή βαρκούλα, λικνίζεται πάνω στα κύματα. Είναι για τις φουρτούνες που πέρασαν ή γι’ αυτές που έρχονται; Οχι, μου διευκρίνισε γραπτώς η Σ., αλλά για να ταξιδέψω «μακριά από τους μικρόκοσμους των μοχθηρών και βασανιστικά αδύναμων ανθρώπων". Ομορφη ευχή, αλλά μήπως ο κόσμος συντίθεται κυρίως από πολλούς τέτοιους μικρόκοσμους;





2. ΟNΕΙΡΑ ΚΑΙ ΕΘΙΣΜΟΙ

Η Ελεν Μπέρστιν στο απόγειο του "ονείρου" της. Από το Requiem for a dream του Αρονόφσκι. 

Στη σπουδαιότερη, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ταινία του Ντάρεν Αρονόφσκι, από την οποία δανείζομαι τον τίτλο αυτού του κειμένου, παρακολουθούμε την αυτοκαταστροφική πορεία 2+2 χαρακτήρων που πέφτουν θύματα των εξαρτήσεών τους. Δεν μιλάμε απαραίτητα για εξαρτήσεις από ουσίες, όπως του ηρωινομανή Χάρυ (Τζάρεντ Λέτο), αλλά από διανοητικούς ψυχαναγκασμούς, όπως ο πρωταρχικός εθισμός της μητέρας του Σάρα (Ελεν Μπέρστιν) από έναν τηλεοπττικό διαγωνισμό κομψότητας που την οδηγεί σε κατάχρηση αμφεταμινών. Τελικά, οι δυο τους κι οι άλλοι δυο ήρωες που τους πλαισιώνουν δεν είναι τόσο θύματα των ουσιών που τρώνε τα σωθικά τους, αλλά των πολλών, εθιστικών και ξεφτισμένων εκδοχών του «αμερικανικού ονείρου». Τελικά αυτού του «ονείρου» τη νεκρώσιμη λειτουργία (σ.σ.  ρέκβιεμ είναι η λειτουργία υπέρ τεθνεότων στην καθολική εκκλησία) συνθέτει ο Αρονόφσκι, όπως και ο Χούμπερ Σέλμπθ που έχει γράψει το ομότιτλο βιβλίο.

Η άνωθι εισαγωγή  είναι ένα ακόμη σύνηθες πρόσχημα για να μιλήσω για έναν δικό μου εθισμό, δικόν μου και αρκετών ακόμη ομοιοεπαγγελματιών μου, που πίστεψαν στη δυνατότητα ύπαρξης ενός μέσου ενημέρωσης ανεξάρτητου, οικονομικά αυτόνομου, χωρίς δουλείες και δεσμεύσεις από χορηγούς, διαφημιζόμενους, χρηματοδότες. Το «χωρίς αφεντικά» και το «μόνοι εργοδότες οι αναγνώστες μας», θεωρητικά είναι ικανή αλλά όχι απαραίτητα και αναγκαία συνθήκη για ελεύθερη ενημέρωση. Υπάρχουν- σπάνιοι βέβαια, αλλά υπάρχουν, όχι εδώ πάντως!- επιχειρηματίες και επενδυτές που εμπιστεύονται τα χρήματά τους σε μια εκδοτική ομάδα, εγγυώμενοι ταυτόχρονα τη συντακτική ελευθερία της, δηλαδή την ελευθερία να κάνουν καλά τη δουλειά της, τη δημοσιογραφία, το κυνήγι της είδησης, τη χαρά της αποκάλυψης, τον έλεγχο των κέντρων ισχύος, την υπεράσπιση της αλήθειας και την προστασία της από στρεβλώσεις, παραμορφωτικούς φακούς, οικονομικές ιδιοτέλειες, ναρκισσιστικές παραμορφώσεις και, πάνω απ’ όλα, λογοκρισία και αυτολογοκρισία. Υπάρχουν μεγάλα ΜΜΕ, διεθνούς εμβέλειας, ακόμη και στη μητρόπολη του παγκόσμιου καπιταλισμού, στις ΗΠΑ, που μερικώς ανταποκρίνονται στο μοντέλο αυτό κι έχουν δώσει δείγματα συντακτικής ανεξαρτησίας σε σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο, τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες ή κέντρα οικονομικής εξουσίας εκεί, όπως για παράδειγμα οι New York Times, η Washington Post ή τo περιοδικό New Yorker. Αλλά η ελευθεροτυπία που εγγυώνται οι ιδιοκτήτες αυτών των ΜΜΕ κινείται σε ένα πολύ περιορισμένο πεδίο, που δεν αμφισβητεί τα θεμελιώδη στρατηγικά συμφέροντα της υπερδύναμης.

 Εξάλλου, στις σπάνιες αυτές περιπτώσεις μπορεί μεν να επιβεβαιώνεται το παραφθαρμένο απόφθεγμα του Μαρξ ότι «οι καπιταλιστές είναι διατεθειμένοι να σού πουλήσουν και το σκοινί που θα τους κρεμάσεις», με την έννοια ότι αν ένα επαναστατικό παμφλέτο ανατροπής του καπιταλισμού ήταν τόσο δημοφιλές που θα τους έφερνε πολλά κέρδη φυσικά και θα το εξέδιδαν σε εκατομμύρια αντίτυπα, αλλά είναι βέβαιο ότι ταυτόχρονα θα ξόδευαν αρκετά από τα κέρδη αυτά για να εξασφαλίσουν ότι το παμφλέτο θα μείνει μόνο ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, χωρίς πολλούς πρόθυμους να το κάνουν πράξη.

3. ΤΟ ΜΙΝΤΙΑΚΟ BIG BANG

Επανέρχομαι στον δικό μου εθισμό. Μιλάω για τον εθισμό μου στη δημοσιογραφία. Εντάξει, δημοσιογραφία κάνω πάνω από 40 χρόνια, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είχα πάντα μια τόσο εξαρτησιογόνα προσκόλληση σε αυτήν, όσο τα τελευταία οκτώ χρόνια. Workaholic σίγουρα υπήρξα, σε βαθμό ενοχλητικό, αποτρεπτικό για μια ομαλή κοινωνική και οικογενειακή ζωή, από την δεκαετία του 1980, όταν ξεκίνησα ημι-επαγγελματικά στην εφημερίδα της ΚΝΕ, στον Οδηγητή, όταν ήταν στις δόξες τους και την κυκλοφορία του θα τη ζήλευαν σήμερα όλες οι κυριακάτικές εφημερίδες μαζί.

Επ’ ευκαιρία, δεν μ’ αρέσει να φιλτράρω το πολιτικο- ιδεολογικό μου παρελθόν, είμαι περήφανος για κάθε στροφή, μεταστροφή κι αναστροφή του, για τις βεβαιότητες, τις πλάνες, τις διαψεύσεις και τις μετάνοιές του. Από το 1989 και εντεύθεν, με το «βρόμικο 89», εγχώριο και παγκόσμιο, να το κουβαλάω όπως εκατομμύρια άλλοι σαν προπατορικό αμάρτημα. ξεκίνησε η περιπλάνησή μου στο ελληνικό μιντιακό στερέωμα. Από το  big bang του, στα τέλη του 20ου αιώνα, μέχρι τη μνημονιακή αποσύνθεσή του. Ραδιόφωνο, εφημερίδα, τηλεόραση, περιοδικά. Η προτεραιότητα ήταν να έχεις δουλειά και αξιοπρεπή αμοιβή. Δυο και τρεις δουλειές παράλληλα, όλες μαζί, έκαναν κάτι παραπάνω από μια αξιοπρεπή αμοιβή. Ρεπορτάζ, σύνταξη, εκφώνηση ειδήσεων, αρχισυνταξίες, εκπομπές, άρθρα, στήλες, σύνταξη ύλης. Η Ελλάδα των κατά Κωστα Καραμανλή  «πέντε νταβατζήδων που έκαναν κουμάντο», η χώρα της  κατά Κων. Μητσοτάκη διαπλοκής εργολάβων- μιντιαρχών- πολιτικών, η μπανανία των μεγάλων φιάσκων του «βασικού μετόχου» και της πειρατείας των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων,  έδινε αρκετές εργασιακές ευκαιρίες. Αλλωστε, η δημοσιογραφία τω καιρώ εκείνω, πριν τα πανεπιστημιακά τμήματα επικοινωνίας πάρουν σοβαρά τον ρόλο τους, ήταν ένα επάγγελμα αυτοπροσδιορισμού: είτε είχες βγάλει τη νομική, είτε την οδοντιατρική, είτε ήσουν απόφοιτος λυκείου, είτε μιας ιδιωτικής σχολής άνευ πιστοποίησης, μπορούσες να γίνεις δημοσιογράφος. Οι έχοντες μια στοιχειώδη εγκυκλοπαιδική κουλτούρα, οι γνωρίζοντες κάπως καλά ελληνικά (κι αυτό όχι απαραίτητα) και μια ξένη γλώσσα μπορούσαν να σταθούν. Οι κατέχοντες πολιτική προϋπηρεσία σε συστημικά και μη κόμματα είχαν προβάδισμα για στελεχικές θέσεις και σταριλίκια. Ο ανταγωνισμός ήταν μάλλον χαμηλός, λόγω υπερπροσφοράς εργασίας. Αλλά ο διαγκωνισμός μέσα σε κάθε μαγαζί και για κάθε καρέκλα ανελέητος.

Οι λίγοι έμπειροι δημοσιογράφοι της προδικτατορικής και μεταπολιτευτικής περιόδοι υπήρξαν η μόνη πηγή στοιχειώδους επαγγελματικής τεχνογνωσίας και μετάδοσης κάποιων κανόνων δεοντολογίας. Αντίθετα, οι παλιοί και νέοι μιντιάρχες χάραξαν τα όρια της ελευθεροτυπίας και ύψωσαν τείχη λογοκρισίας που αφορούσαν είτε τους οικονομικούς ανταγωνισμούς τους είτε τις πολιτικές προτιμήσεις τους. Η ελληνική μιντιοκρατία στοιχήθηκε γύρω από τον κραταιό δικομματισμό τριών δεκαετιών και εκατοντάδες δημοσιογράφοι, που στο μεταξύ έγιναν χιλιάδες, αφομοίωσαν γρήγορα τους νέους κανόνες του παιχνιδιού: σταριλίκι, χειραγώγηση, μυστικά pay rolls, αμοιβές που τους καθιστούσαν περιούσια επαγγελματική ομάδα, χειραγώγηση, πολυθεσία, αργομισθίες. Για ένα διάστημα, ήταν πολλά τα λεφτά, λίγες οι αντιστάσεις, απεριόριστος ο κυνισμός και ο κανιβαλισμός. Για σκεφτείτε: το «Πρώτο Θέμα» πούλησε 500.000 φύλλα με το ροζ οπτικό υλικό εκβίασης του τότε γενικού γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού και παρ’ ολίγον αυτόχειρα Χρήστου Ζαχόπουλου. Ολη η χώρα γέμισε «ματάκηδες» και ο υποτιθέμενος αφρός της μιντιαρχίας δίδαξε τη «δημοσιογραφία της τσόντας».


4. ΑΝΑΠΗΡΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ


Οχι. Δεν έχω παράπονο. Κι ούτε υπάρχει κάποια δημοσιογραφική περίοδος που με κάνει να ντρέπομαι. Κανάλι 1 Πειραιά, ΣΚΑΙ, Καθημερινή, Flash, ΕΡΤ, Επενδυτής, πρόσκαιρες συνεργασίες με περιοδικά. Μέχρι το 2010 τα πράγματα κυλούσαν σχεδόν ανέφελα. Μείζον επίτευγμά μου θεωρώ το ότι επιβίωσα ως «υπηρέτης δύο αφεντάδων» (όμιλοι Αλαφούζου και Κόκκαλη) την περίοδο της ανελέητης σύγκρουσής τους μέσω των ΜΜΕ που ήλεγχαν. Το backstage των ρόλων μου το επέτρεπε, άλλωστε. Καρπός της δημοσιογραφικής ακροβασίας ήταν και το alter ego μου, ο ΚΙΜΠΙ και ο «Ελεύθερος Σκοπευτής», γεννημένος  περί το 2000 στην Καθημερινή. Ξαναδιαβάζοντας κάποια από τα κείμενα της περιόδου αυτής επανεκτιμώ τις ελευθερίες – όχι χωρίς γκρίνιες, πιέσεις, παρεμβάσεις- που άφηνε η συντηρητική εφημερίδα στο δικό μου κυριακάτικο «οικονομικό χρονογράφημα», αλλά και σε αρκετών ακόμη «αταίριαστων» τα κείμενα και τις αναλύσεις. Και δεν το λέω για γλείψιμο, μπας κα ξανανοίξει η πόρτα. Θυμάμαι διευθυντή μου να με επικρίνει διακριτικά, λίγο μετά τη σύλληψη του Σάββα Ξηρού στον Πειραιά, για την «αδιανόητη» σύγκριση που έκανα σε κείμενό μου ανάμεσα στα λίγα θύματα της 17 Ν και τους πολλαπλάσιους νεκρούς των τροχαίων δυστυχημάτων. Και ανακαλώ με νοσταλγία τα περιπαικτικά πυρά προς συναδέλφους του οικονομικού ρεπορτάζ της θορυβώδους Αριστέας (Μπουγάτσου), όταν μου έφερνε τα χειρόγραφα κείμενά της να γίνουν σελίδα: «Λαμόγιαααααα!» βροντοφώναζε, και οι πάσχοντες από έλλειψη χιούμορ πρόδιδαν κάποια ενοχή για τον χαρακτηρισμό.

Ναι, είχαμε τις ελευθερίες μας τότε, στα μικρά και μεγάλα μαγαζιά, ανεξαρτήτως απόχρωσης και τοποθέτησης στο πεδίο της διαπλοκής, φυσικά ήταν η «Ελευθεροτυπία» που κατείχε τα σκήπτρα της «συντακτικής ελευθερίας», αλλά αν αποφύγουμε τους εξωραϊσμούς και θυμηθούμε τους αυτολογοκριτικούς αυτοματισμούς που επέβαλε και μόνη η γνώση του σε ποιον/ποιους ανήκει κάθε ΜΜΕ, ποιος είναι ο γενναιόδωρος ή τσιφούτης εργοδότης μας, θα προσγειωθούμε στην πραγματικότητα της ανάπηρης, κολοβής ελευθεροτυπίας που επικρατούσε κατά τον «χρυσούν αιώνα» του μιντιακού big bang. Σ΄αυτό το πλαίσιο, όσο κι αν αγαπούσε κανείς τη δημοσιογραφία, την έρευνα, το ρεπορτάζ, τις ειδήσεις, την αρθρογραφία, τα σχόλια, τους εύστοχους τίτλους, τις καλοστημένες σελίδες, τις σωστά επιλεγμένες φωτογραφίες, τις περιεκτικές λεζάντες, τις έξυπνες τηλεοπτικές σκαλέτες, τις καλές ραδιοφωνικές ατάκες, όσο κι αν έκανε όλα αυτά με επαγγελματισμό και σεβασμό στον αναγνώστη/ακροατή/θεατή, σε τελική ανάλυση έκανε απλώς τη δουλειά του πρωτίστως για να βιοποριστεί, άντε και δια να απολαύσει της εκτιμήσεως του πλήθους. Θέμα εθισμού, εξάρτησης, αληθινής λαχτάρας για τη δημοσιογραφία και την αποκάλυψη της αλήθειας δεν μπορώ να πώ ότι ετίθετο.


5.   ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΙΡΑΜΑ



5.       Λαχτάρα για δημοσιογραφία ουσίας και εξορυξης της αλήθειας χωρίς δεσμεύσεις και οικονομικές δουλείες, χωρίς τον φόβο της εξουσίας και των κέντρων ισχύος, χωρίς τον εκβιασμό των διαφημιστικών εσόδων, μόνο στο πλαίσιο ενός άμισθου δημοσιογραφικού ακτιβισμού ήταν εφικτή. Συνέβη κι αυτό, πρώτα στην γαμάτη, ακυβέρνητη, απολαυστική «Γαλέρα» του αείμνηστου Γιάννη Καλατζή. Ημουν εις εκ των ερετών της ΓΑΛΕΡΑΣ, μέχρι που βούλιαξε κι αυτή. Ενδοξα κι όχι άδοξα. Και μου ξανασυνέβη το 2012, με την έκδοση του συνεταιριστικού 15ήμερου πολιτικού περιοδικού ΜΟΝΟ, μια λαμπερή ιδέα του φίλου Νεκτάριου, που άντεξε εφτά μήνες. Βούλιαξε κι αυτό στην οικονομική ασφυξία- κατέρρεαν με πάταγο τότε MEGA, ALTER, Ελευθεροτυπία, Επενδυτής, κλονίζονταν ΔΟΛ και Εθνος- αλλά και στους συνεταιριστικούς «εμφυλίους». Κάτι αντίστοιχο, ευρύ, αλλά πολύ πιο στρατευμένο πολιτικά, επιχειρήθηκε και με τον «Δρόμο της Αριστεράς». Τον ακολούθησα από το 2010, μέχρι που άρχισα να μην καταλαβαίνω ποιον ακριβώς δρόμο χάραζε ο «Δρόμος». Πάντως, για περίπου 7-8 χρόνια δεν υπήρξε υποψία παρέμβασης στα κείμενά μου.

Η «Εφημερίδα των Συντακτών», το μόνο συνεταιριστικό πείραμα που πέτυχε για 13 χρόνια παράγοντας ένα πλήρες ενημερωτικό προϊόν το οποίο ανταγωνιζόταν στα ίσια ΜΜΕ με ισχυρούς χρηματοδότες, ήταν η αιτία παρόξυνσης του εθισμού μου στη δημοσιογραφία. Καθώς μάλιστα διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας στη μετά- ΣΥΡΙΖΑ εποχή, το 2019, άρα χωρίς την υπόρρητη «υποχρέωση» μιας αριστερής εφημερίδας να απολογείται για το «αριστερό» μνημόνιο, για πρώτη φορά δούλευα σε ένα μέσο στο οποίο η συντακτική ελευθερία δεν ήταν σχήμα λόγου, αλλά μια απαραβίαστη αρχή. Η διακυβέρνηση της  «Μητσοτάκης ΑΕ», σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες διεθνείς κρίσεις που τσαλάκωναν τα σχέδιά της (πανδημία, πληθωριστική κρίση, Ουκρανία, ενεργειακή κρίση, γενοκτονία στη Γάζα), έδιναν άφθονη ύλη δημοσιογραφικής έρευνας, μαχητικού και αποκαλυπτικού ρεπορτάζ, τεκμηριωμένης κριτικής. Χωρίς μαύρες και λευκές λίστες, χωρίς απαγορευμένα θέματα, χωρίς αποφυγή του ρίσκου. Κυβέρνηση, τράπεζες, ΔΕΚΟ, «εθνικοί» εργολάβοι και προμηθευτές, καταχραστές του δημοσίου χρήματος, καταπατητές του δημόσιου πλούτου, φανεροί και κρυφοί φασίστες, ρατσιστές και ακροδεξιοί υπουργοί, επίορκοι κρατικοί αξιωματούχοι, καρτέλ της αγοράς, μονοπώλια της ενέργειας, μανατζαραίοι δημόσιων επιχειρήσεων που τις μετέτρεψαν σε κερδοσκοπικά μαγαζιά, διώκτες προσφύγων και μεταναστων, βαμπίρ του λαϊκού εισοδήματος, οργανωτές του στεγαστικού διωγμού των νέων, αδικημένοι πολίτες, εργαζόμενοι και συνταξιούχοι που διεκδικούν το δικαίωμα στην επιβίωση, μαθητές και φοιτητές που αγωνιούν για το μέλλον τους, λαοί που αγωνίζονται για το δικαίωμα στη γη και στην ελευθερία τους, μακελάρηδες του κόσμου, αποικιοκράτες, ιμπεριαλιστές, στρατοκράτες, πολεμοκάπηλοι, αστοί και προλετάριοι, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, ερευνητές, επιστήμονες, όλοι της Ιστορίας οι πελάτες είναι πριν απ’ όλα «πελάτες» της καθημερινής ιστορίας του κόσμου, αποτυπωμένης σε έναν τίτλο, μια είδηση, μια μεγάλη αποκάλυψη, μια σε βάθος δημοσιογραφική έρευνα πού δίνει βήμα σε όλες τις πλευρές και μεροληπτεί μόνο υπέρ μιας πλευράς: της αλήθειας.

Το στοίχημα της ανεξάρτητης, τολμηρής, ενοχλητικής, παρεμβατικής δημοσιογραφίας παίχτηκε και σε σημαντικό βαθμό κερδήθηκε στην Ελλάδα της μνημονιακής κρίσης και μεταμνημονιακής παλινόρθωσης. Ενσαρκώθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, στους 100 και πλέον που την ξεκίνησαν πριν από 14 χρόνια κι όσους στη συνέχεια την πλαισίωσαν. Αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι για δεκάδες νέους αποφοίτους των πανεπιστημιακών σχολών ΜΜΕ ήταν όνειρο να κάνουν πρακτική ή να δουλέψουν στην ΕφΣυν. Αγνοώντας βεβαίως το οικονομικό τίμημα της συντακτικής ελευθερίας που μπορούσαν να απολαύσουν εδώ. Τα 13 χρόνια που το πείραμα άντεξε ήταν ήδη ένας μικρός θρίαμβος και απόδειξη ότι το ενημερωτικό μονοπώλιο του πλούτου, της εξουσίας και της βίας μπορεί να σπάσει.

Χαίρομαι που υπήρξα εθισμένος σ' αυτό το πείραμα ανεξάρτητης δημοσιογραφίας τα τελευταία 8 χρόνια. Θλίβομαι γιατί η υπονόμευση, ο ευτελισμός και η άλωσή της δεν έγινε μόνο γιατί ο απαλλοτριωτής της ήταν παντοδύναμος, αλλά γιατί κάποιοι ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι από καιρό να του ανοίξουν την κερκόπορτα.

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com

 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Οποιος σήμερα θέλει να πολεμήσει την ψευτιά και την αμάθεια και να γράψει την αλήθεια, έχει να ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θάρρος να γράψει την αλήθεια παρ’ όλο που παντού την καταπνίγουν, την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει παρ’ όλο που τη σκεπάζουν παντού, την τέχνη να την κάνει ευκολομεταχείριστη σαν όπλο, την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποκτήσει δύναμη, την πονηριά να τη διαδώσει ανάμεσά τους. Αυτές οι δυσκολίες είναι μεγάλες για εκείνους που γράφουν κάτω από το φασισμό, υπάρχουν όμως και γι’ αυτούς που τους κυνήγησαν ή που έφυγαν, ακόμα και για όσους γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας.

Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια» (1935)

 

27/06/2026

Νοσταλγία δικαιοσύνης

ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Το παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκλοφορεί σήμερα, στη στήλη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ που από το 2019 είναι ενταγμένη στην ΕφΣυν. Το κείμενο "κόπηκε" με απόφαση της Διεύθυνσης της Εφημερίδας των Συντακτών. Το έμαθα τελευταία στιγμή, λίγο πριν το απόγευμα της Παρασκευής η εφημερίδα φύγει για τυπογραφείο και "παρεμπιπτόντως", ενώ ήμουν απορροφημένος στην ολοκλήρωση άλλης έκδοσης της εφημερίδας-. Δεν είναι η πρώτη φορά που "κόβεται" κείμενό μου τους τελευταίους μήνες, είτε της παρούσας στήλης, είτε ρεπορτάζ. Αλλά είναι η πρώτη φορά που δημοσιοποιώ περιστιατικό λογοκρισίας εις βάρος μου μετά τη αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος στη συνεταιριστική ΕφΣυν, αλλά είναι η πρώτη φορά που το δημοσιοποιώ. Η "σιωπηρή διακριτικότητα" του προηγούμενου διαστήματος δεν αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική. Από το συγκεκριμένο κρούσμα λογοκρισίας, άλλά και από άλλά, και όχι μόνο εις βάρος μου, προκύπτουν τρία ζητήματα: 1) Οι υποσχέσεις του πλειοψηφούντος μετόχου για σεβασμό στη συντακτική ελευθερία και στην παράδοση ανεξαρτησίας της ΕφΣυν έχουν αθετηθεί με πολλούς τρόπους. 2) Δυστυχώς, η διεύθυνση της εφημερίδας, τόσο αυτοί που προέρχονται από την συνεταιριστική ΕφΣυν, όσο και αυτοί που ορίστηκαν από τον νέο βασικό μέτοχο, διαγκωνίζονται σε υπερβάλλοντα ζήλο στα "κοψίματα" και στον καθορισμό ζωνών απαγορευμένων ή επιβεβλημένων- "δοτών" θεμάτων. 3) Σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο κείμενο- που δεν λέει και τίποτα φοβερό, αν το διαβάσετε- , που κόπηκε γιατί άγγιζε τη ΔΕΗ, όπως ρητά μου ελέχθη, προκύπτει ένα μείζον ζήτημα με την πρώην δημόσια (αλλά ευεργετούμενη ακόμη με άφθονο δημόσιο χρήμα, βλέπε τελευταία αύξηση κεφαλαίου) επιχείρηση, η οποία διοχετεύει σε όλα τα μέσα σημαντικά ποσά διαφημιστικής δαπάνης: Αραγε, είναι τόσο ρητές οι εντολές της προς τα ΜΜΕ να μην αφήνεται η παραμικρή σκιά εις βάρος της στα δημοσιεύματα όσο δίνει διαφήμιση, ή μήπως οι διευθύνσεις των ΜΜΕ στα οποία δίνει διαφήμιση υπερ-ερμηνεύουν τις "διακριτικές" υποδείξεις και απαιτήσεις της διαφημιζόμενης εταιρείας, από αφέλεια, φόβο ή ιδιοτέλεια; Ο,τι και να ισχύει, από την προσεχή Δευτέρα θα απασχολήσει και θεσμικά τους αρμόδιους στους οποίους οψείλω να απευθυνθώ. 

Γ.Κ. 


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ 27-28/6/2028


Δεν είναι και για "νοσταλγία" αυτή η δουλειά, σωστά;
(Από το Μουσείο Λιγνιτωρυχείου στο Αλιβέρι, δεκαετία του 1950)


Η ιστορία του εξηλεκτρισμού στην Ελλάδα άρχισε με μια ανατίναξη. Στο Αλιβέρι της Εύβοιας, στα 1951. Με μερικά κιλά δυναμίτη άνοιξε η πρώτη μεγάλη «τρύπα», για να αρχίσει η εξόρυξη του λιγνίτη που θα τροφοδοτούσε τον πρώτο ατμοηλεκτρικό σταθμό της ΔΕΗ, που μόλις είχε ιδρυθεί ως κρατικό μονοπώλιο. Εναν χρόνο μετά τη λήξη του εμφυλίου. Με λεφτά του αμερικανικού σχεδίου Μάρσαλ. Μέχρι τότε, το ρεύμα ήταν υπόθεση ιδιωτική ή τοπική. Και εντελώς άγνωστη στο 80% της ελληνικής επικράτειας. 


Επειτα, στις επόμενες δεκαετίες, παρόμοιες ανατινάξεις τάραζαν κάθε τόσο την αγροτοκτηνοτροφική αμεριμνησία των κατοίκων της Πτολεμαΐδας, του Αμύνταιου, της Φλώρινας, της Μεγαλόπολης. Αρκετοί από τους αγρότες έγιναν στο μεταξύ εργάτες στα λιγνιτωρυχεία· οι πιο τυχεροί πήγαν στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Οι ανατινάξεις συνεχίστηκαν και τεράστιες εκτάσεις μετατράπηκαν σε ανοικτές πεδιάδες γαιάνθρακα, με την «πούδρα» του να απλώνεται παντού, στις «150 αποχρώσεις του γκρι». 


Οι ανατινάξεις έφερναν το καύσιμο στους σταθμούς, τη σκόνη και τα διοξείδια στον αέρα, στις αυλές, στα σπίτια, στα πνευμόνια των ανθρώπων κοντά στα ορυχεία. Εφερναν και το ρεύμα στους αστούς, μικροαστούς και προλετάριους των μεγαλουπόλεων. Κάμποσες φορές οι ανατινάξεις έφερναν το κακό. Επτά νεκροί μεταλλωρύχοι στο Αλιβέρι το 1968, 25 στα 33 χρόνια λειτουργίας του ορυχείου, εκατοντάδες ακρωτηριασμένοι, δεκάδες νεκροί στην Πτολεμαϊδα, στη Μεγαλόπολη. Τους νεκρούς από τους καρκίνους του πνεύμονα, τη ΧΑΠ, τις πνευμονοκονιάσεις, τις ινώσεις... δεν τους μετρούσε κανείς. Ποιος να τολμήσει να χαρακτηρίσει «επαγγελματική ασθένεια» έναν καρκίνο στη Φλώρινα, το 1960; 


Το τέλος της λιγνιτικής εποχής κηρύχτηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη το 2020. Ξαφνικά, βίαια, απροειδοποίητα, αλλά και αναιτιολόγητα, χωρίς να δοθεί ένας στοιχειώδης λογαριασμός. Ενας ολόκληρος κόσμος, πολυπληθείς τοπικές κοινωνίες που για τρεις γενιές οργάνωσαν όλη τους τη ζωή γύρω από τον λιγνίτη και την ηλεκτροπαραγωγή των ΑΗΣ, πληρώνοντας το τίμημα της επιβαρυμένης υγείας και του υποβαθμισμένου περιβάλλοντος, ξαφνικά έπρεπε να αλλάξουν τα πάντα. Πόσο εύκολα διακηρύσσεται η «απολιγνιτοποίηση»! Πόσο ελκυστική ακούγεται η «πράσινη μετάβαση»! Αλλά πήγαινε πες το αυτό στους ανθρώπους που, μόλις δυο γενιές πριν, έπρεπε να προσαρμοστούν στη «λιγνιτοποίηση» των ζωών και των τόπων τους, έπρεπε να περάσουν μια αντίστροφη «μετάβαση», μια «φαιά μετάβαση» και να δουν τη γη κάτω από τις κοιλάδες τους να ξεκοιλιάζεται και χωριά να ισοπεδώνονται και να μεταφέρονται χιλιόμετρα μακριά από τα λιγνιτικά πεδία. Η γκρίζα εκβιομηχάνιση και η εμπριμέ αστικοποίηση απαιτούσαν τις θυσίες τους, να γίνουν η Δυτική Μακεδονία και το αρκαδικό οροπέδιο κρανίου τόποι. Και τότε, «με το βλέμμα στο μέλλον» απαιτούνταν οι ανθρωποθυσίες, η «λιγνιτοποίηση» και η «φαιά μετάβαση». 


Το συμβολικό τέλος της λιγνιτικής εποχής επήλθε προ ημερών, με τις εικόνες από την ανατίναξη παροπλισμένων, τεράστιων εκσκαφέων στο κλειστό λιγνιτωρυχείο Μαυροπηγής. Η εικόνα της μετατροπής τους σε σωρό μεταλλικών ερειπίων προκάλεσε μια έντονη συζήτηση μεταξύ –υποτίθεται– «νοσταλγών του λιγνίτη» και «οραματιστών του πράσινου, καθαρού μέλλοντος». Η ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ ζήτησε «άμεση διακοπή κάθε μη αναστρέψιμης αποξήλωσης λιγνιτικών εγκαταστάσεων και κρίσιμων ενεργειακών υποδομών, μέχρι να παρουσιαστεί ένας πλήρης, τεκμηριωμένος και μακροπρόθεσμος εθνικός ενεργειακός σχεδιασμός, με σαφείς εγγυήσεις για την ενεργειακή ασφάλεια, την οικονομία, την απασχόληση και τις τοπικές κοινωνίες». 


Η ΔΕΗ απάντησε με εκτενή ανακοίνωση στην οποία αναφέρει πως σέβεται την 50χρονη λιγνιτική ιστορία της χώρας, ότι η λιγνιτική «μνήμη» θα διατηρηθεί σε Μουσείο Βιομηχανικής Κληρονομιάς στην Πτολεμαϊδα, πως οι ανατιναγμένοι εκσκαφείς ήταν άχρηστοι και πως το μέλλον της Δυτικής Μακεδονίας είναι ψηφιακό και περνάει μέσα από το Mega Data Center στην περιοχή. «Η Αλήθεια για την Απόσυρση των Εκσκαφέων», όπως ήταν ο τίτλος της ανακοίνωσής της, αναπαράχθηκε από το σύνολο των ΜΜΕ. Μερικά μέσα, με υπερβάλλοντα ζήλο επένδυσαν κατιτίς παραπάνω στο θέμα, καταλογίζοντας τερατολογίες, συνωμοσιολογίες, «ψέκες» και... λιγνιτολαγνεία σε όσους δυσφόρησαν ή και λυπήθηκαν με την εικόνα. 


«Νοσταλγία του λιγνίτη»; Αυτό λέτε να νιώθουν όσοι έχουν χάσει ανθρώπους κάτω από τόνους μεταλλεύματος, συχνά ανασφάλιστους εργολαβικούς; Αυτό αισθάνονται οι γυναίκες που για δεκαετίες πάλευαν με την αγωνία και τη σκόνη που εισέβαλλε στα νοικοκυριά τους; «Νοσταλγία του λιγνίτη» νιώθουν οι κάτοικοι της Ακρινής Κοζάνης ή των Αναργύρων Φλώρινας, που επιβίωσαν από την τέφρα, αλλά δεν γλίτωσαν από την κατολίσθηση ή την εγκατάλειψη; Είναι θέμα «νοσταλγίας» η δυσκολία των μεσηλίκων να αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη επάγγελμα, γνώσεις, δεξιότητες, κατοικία, εποχή; Είναι «λιγνιτολαγνεία» να βλέπουν παρελθόν δεκαετιών, με τις χαρές και τις λύπες του, τις ρουτίνες και τις λαχτάρες του, τις νίκες και τις ήττες του, να ανατινάζεται σαν παροπλισμένος εκσκαφέας; 


Εχει περάσει από το μυαλό κανενός –πρωθυπουργού, υπουργού, τεχνοκράτη, CEO, δημοσιολόγου– ότι πίσω από τη δυσφορία ή ακόμη και τη θλίψη μπροστά στην κονιορτοποίηση της «λιγνιτικής εποχής», δεν υπάρχει η νοσταλγία του ορυκτού, αλλά η νοσταλγία δικαιοσύνης; Ούτε καν νοσταλγία, μια και δεν υπήρξε ποτέ. Δίψα για δικαιοσύνη. Κοινωνική και οικονομική. 

ΚΙΜΠΙ 

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Το «αναπτυξιακό μέλλον» της Δυτικής Μακεδονίας, το όραμα και τον τρόπο για την «αναγέννηση», τον «μετασχηματισμό», την «οικονομική μεταμόρφωση» και πάνω απ’ όλα το «βιώσιμο μέλλον για τις επόμενες γενιές» κάθε περιφέρειας, δεν το αποφασίζει και δεν το ανακοινώνει καμία εταιρεία. Ολα αυτά τα σχεδιάζει, τους δίνει περιεχόμενο, τα αποφασίζει και ορίζει πώς και από ποιους θα δρομολογηθούν, μόνο ένας: οι κάτοικοι και οι αρμόδιοι που εκλέχτηκαν να τους εκπροσωπούν. Κάθε Ελληνίδα και κάθε Ελληνας έχει το αναφαίρετο δικαίωμα στον ύπνο του να ονειρεύεται ότι είναι από δήμαρχος και περιφερειάρχης μέχρι υπουργός, πρωθυπουργός ή πλανητάρχης, μεγαλοτσιφλικάς με «κολίγους» τον 19ο αιώνα, Αλή Πασάς με «ραγιάδες» επί Τουρκοκρατίας ή αποικιοκράτης με «υποτελείς» σε ορυζώνες ταινίας εποχής. Οταν ξυπνάει, οφείλει να θυμάται ότι ζει στην Ελληνική Δημοκρατία του 2026...

Πάρις Κουκουλόπουλος, βουλευτής ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. (δελτίο Τύπου 25/6/2026) 

21/06/2026

Ο θρίαμβος του Μόμπι Ντικ

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 20-21/6/2026



«Λέγε με Ισμαήλ». Λίγοι έχουν διαβάσει όλο το έπος «Μόμπι Ντικ», των 900 και κάτι σελίδων στις ελληνικές μεταφράσεις του, περισσότεροι έχουν διαβάσει κάποιες συνοπτικές, παιδικές ή εφηβικές διασκευές του – στα δικά μου παιδικάτα υπήρχαν τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» που συμπύκνωναν την εκτενή αφήγηση του Χέρμαν Μέλβιλ σε 50-60 σελίδες, ή εκείνες οι περιληπτικές αποδόσεις της «Αγκυρας». Ακόμα περισσότεροι έχουν δει ταινίες ή animation διασκευές του φονικού ταξιδιού του πλοίου Πίκουοντ και του καπετάνιου Αχαάβ στην άβυσσσο της εκδίκησης. Αλλά αυτή την εναρκτήρια φράση του βιβλίου, το «Λέγε με Ισμαήλ», ίσως την ξέρουν οι πάντες, ακόμα κι αν αγνοούν ότι είναι ο αφηγητής της παράξενης φαλαινοθηρικής περιπέτειας του Μέλβιλ, ο μόνος επιζών από το μοιραίο κυνήγι της θριαμβεύτριας λευκής φάλαινας φυσητήρα, σωσμένος από έναν φορέα θανάτου, ένα φέρετρο. 

«Λέγε με Ισμαήλ». Μια εμβληματική σύσταση που δεν απεικονίζεται σε κάποια εναρκτήρια κινηματογραφική σεκάνς ή ένα καρέ εικονογραφημένης αφήγησης, σαν το "Για κάποιο διάστημα κοιμόμουν νωρίς" με το οποίο ξεκινά ο Προυστ το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», για να μην πάμε στον Ομηρο με το «Ανδρα μοι έννεπε» της «Οδύσσειας» ή το «Μήνιν άειδε θεά» της «Ιλιάδας». Οι εναρκτήριες φράσεις των μεγάλων αφηγήσεων δεν είναι λέξεις. Είναι τα κλειδιά που ανοίγουν την πόρτα ενός ολόκληρου κόσμου. Λες και χωρίς αυτές αυτός ο κόσμος δεν θα υπήρχε.

                                                                           ***

Κι όμως, στη διασκευή του Γάλλου κομίστα Christophe Chaboute, ένα ασπρόμαυρο, ολιγόλογο αριστούργημα που έφερε στα ελληνικά η «Χαραμάδα» του φίλου Νεκτάριου, δεν υπάρχει η φράση αυτή. Υπάρχει μόλις στο τέλος, στη σελίδα 256 της εξαιρετικής έκδοσης. Διόλου τυχαία, κατά τη γνώμη μου. Το πρώτο καρέ που επιλέγει ο Chaboute είναι η φιγούρα ενός χορταριασμένου μονοπατιού, που όπως ανακαλύπτουμε στα επόμενα καρέ το διασχίζει μια ανθρώπινη φιγούρα με ένα δισάκι στον ώμο, κάπου κοντά σε θάλασσα, όπως προδίδουν οι γλάροι των επόμενων καρέ. Κι ύστερα, αρχίζει η αφήγηση, από το «Πανδοχείο του Φυσητήρα» μέχρι τον «Επίλογο» του επιπλέοντα πάνω στο ξύλινο κιβούρι Ισμαήλ, αν λεγόταν πράγματι έτσι. Ετσι, το εξαιρετικό κόμικ του Chaboute υπογραμμίζει εξαρχής κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: ότι το βιβλίο των 256 σελίδων με τα εκατοντάδες οριζόντια και κάθετα καρέ, με τους περιορισμένους διαλόγους, τα γωνιώδη και πάντα βλοσυρά πρόσωπα, με τις άγριες εικόνες φαλαινοθηρίας που εγκλωβίζουν τους ήχους του θαλάσσιου μακελειού σε πηχτούς πίδακες μαύρου αίματος και άσπρων κυμάτων, δεν είναι μια «εικονογραφημένη διασκευή», αλλά ένα αυτόνομο καλλιτεχνικό έργο υπό τον τίτλο «Herman Mellville, ΜΟΜΠΙ ΝΤΙΚ ή Φάλαινα». 



Ενα το έπος του Melville, άλλο το έπος του κομίστα Chaboute, αλλά κι ένα ακόμα, διόλου αναγνωρισμένο, υπόρρητο, ή εντελώς άηχο το έπος του εκδότη, που δεν σκυλοπνίγεται σε ωκεανούς με φάλαινες, αλλά σε θάλασσες με χρέη. Γνωρίζω τον Νεκτάριο περίπου 20 χρόνια, ίσως παραπάνω. Είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί, ένα ακάματο εργαστήριο ιδεών, μια «καθετοποιημένη» εκδοτική μονάδα μόνος του, σπινθηροβόλα γραφή κι ο ίδιος, και με μια ιδιαίτερη ικανότητα να επιλέγει το ξεχωριστό. Εχει υλοποιήσει πανέξυπνες εκδοτικές ιδέες, κατά μόνας ή συνεταιριστικά (μιαν από αυτές, στην οποία συνυπήρξαμε, ακόμη προσπαθούμε να την ξεχάσουμε, διότι στα συνεργατικά σχήματα κι ένας μαλάκας φτάνει για να τους πάρει όλους στον πάτο, όπως ο Αχαάβ το πλήρωμά του, το ορκισμένο στο «Θάνατος στον Μόμπι Ντικ!»), έχει το όμορφο βιβλιοπωλείο «πίξελbooks» στην Πάτρα, έχει πάρει μεγάλα ρίσκα και –μαντέψτε!– δεν έχει γίνει πλούσιος! Αντιθέτως, επιβεβαιώνει κι αυτός τον θλιβερό κανόνα ότι η επιχειρηματική επιτυχία είναι αντιστρόφως ανάλογη της δημιουργικότητας. Και ειδικά στην εκδοτική αγορά η επιβίωση είναι συνάρτηση της αρπακτικότητας και της κερδοσκοπικής δεινότητας, όχι της πνευματικότητας, της καλλιτεχνικής δεξιότητας, του σεβασμού στους δημιουργούς. 

Εκεί, στον ωκεανό του εκθειαζόμενου ανταγωνισμού, η επιβίωση μοιάζει με τη μάχη που δίναν τα επιβλητικά θαλάσσια κήτη για να γλιτώσουν από τη βιομηχανική φαλαινοθηρία του 19ου και του 20ού αιώνα, κυνηγημένα για το λίπος τους, το σπαρματσέτο, τις μπαλένες, την άμβρα τους. Εκατομμύρια φάλαινες εξοντώθηκαν από τότε που γράφτηκε ο «Μόμπι Ντικ», αλλά ακόμα και σήμερα, που εικονογραφήθηκε έξοχα από τον κομίστα Chaboute, 100.000 φάλαινες εξοντώνονται κάθε χρόνο, παρά την υποτιθέμενη απαγόρευση. 

Για τον διωγμό, τον αφανισμό ή την απαλλοτρίωση της επινοητικότητας, δημιουργικότητας και ευφυΐας των μικρών από τους Αχαάβ της αρπακτικής αγοράς δεν υπάρχει απαγόρευση, ίσα ίσα, εκεί η αρπαγή είναι ο νόμος. 

Ελπίζει κανείς, καμιά φορά, να βρίσκεται κανένας σπάνιος, αλμπίνος Μόμπι Ντικ να πάρει μερικούς Αχαάβ μαζί του, στο απέραντο θαλάσσιο ενδιαίτημά του. 

Λέγε με Ισμαήλ, λέγε με Νεκτάριο, λέγε με Γιάννη, πες με όπως θες. 



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Μου έφερε ένα σπασμένο μπουκάλι στον λαιμό

Τι μου δίνεις για να μη σε σφάξω μού ’πε

Τι μου δίνεις να μην με σφάξεις του απάντησα


Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, «Λίγες ανάσες κι ένας φόβος» (εκδ. «Χαραμάδα»)




14/06/2026

Στοιχεία για την αγορά πολιτικού χυλού

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 12-13/6/2026 




Θεωρητικά θα έπρεπε να πανηγυρίζουμε για το γεγονός ότι μετά μιαν εξαετία κυριαρχίας Μητσοτάκη και μια τριετία ταραχώδους αποσύνθεσης στα αριστερά ή ατάραχης στασιμότητας στα δεξιά, επιτέλους καταγράφεται κάποια κινητικότητα. Καταλύτες, η επίσημη συγκρότηση δύο νέων κομμάτων, ένθεν κακείθεν της Ν.Δ., έπειτα από κυοφορία άνω του έτους -ώστε πολλοί αναρωτήθηκαν μπας κι ήταν ανεμογκάστρι- και η αναμονή συγκρότησης και ενός τρίτου κόμματος, δεξιότερα της κυβερνώσας Δεξιάς. 


Για τους δημοσιογράφους και τα ΜΜΕ σημαίνει περισσότερη δουλειά και δουλίτσες, για τους δημοσκόπους το ίδιο, πολλή δουλίτσα για το επόμενο εξάμηνο, κατά το οποίο θα μετρούν πλέον υποστατά κόμματα, όχι υποθετικά όπως μετρούσαν εδώ κι έναν χρόνο. Εννοείται, πολλή δουλίτσα και πολύ χρήμα περιμένει τις διαφημιστικές εταιρείες και τα media shop που ζουν τον νέο χρυσούν αιώνα τους, αντιστρόφως ανάλογο της επιρροής και της διεισδυτικότητας των μέσων τα οποία τιγκάρουν με καταχωρίσεις. Χρυσές δουλειές και για τους επικοινωνιολόγους, για τους σχεδιαστές προεκλογικών εκστρατειών, αρκετός φόρτος εργασίας για τις εταιρείες συμβούλων, τις Big4 ή τις εγχώριες καρικατούρες τους, για τους νομοτέχνες και τους οικονομοτέχνες που θα συντάξουν προτάσεις και θα τις κοστολογήσουν με βάση τους περιορισμούς του ΓΛΚ ή τις ελευθερίες που δίνει η νέα «ρήτρα διαφυγής» της Ε.Ε. για την ενεργειακή κρίση που έρχεται. 


Για το επόμενο οκτάμηνο, με ορίζοντα τον Μάρτιο του 2027, απώτατο χρόνο διεξαγωγής των εκλογών αν ο πολυχρονεμένος -κυριολεκτικά πια- Κυριάκος Μητσοτάκης δεν πέσει σε καμιά λακκούβα, δημιουργείται μια μεγάλη πολιτική αγορά. Μεγάλη με την έννοια των πολλών παικτών, παλιών και νέων, που θα διεκδικήσουν μια θέση στο κοινοβουλευτικό προσκήνιο. Χωρίς να είναι απόλυτα καθαρό πώς θα διαταχθούν στην παραδοσιακή κλίμακα Δεξιάς-Αριστεράς οι σχηματισμοί που θα φτάσουν στο εκλογικό φίνις, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα μπορούμε να απαριθμήσουμε τους εξής, εκ δεξιών προς αριστερά: Φωνή Λογικής (Λατινοπούλου), Νίκη, Ελληνική Λύση, (πιθανό) κόμμα Σαμαρά, Ελπίδα για τη Δημοκρατία (Καρυστιανού), Ν.Δ., Πλεύση Ελευθερίας, Δημοκράτες (Κασσελάκης), ΠΑΣΟΚ, ΕΛΑΣ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, ΜέΡΑ25, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ (σ.σ. Η κατάταξη έγινε κατά την εκτίμηση του γράφοντος. Αλλά επειδή τα κόμματα έχουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, οι δημοσκόποι το βέτο του ετεροπροσδιορισμού και οι πολίτες είναι χαμένοι στον πολιτικό πληθωρισμό, μπορείτε να μεταθέσετε κάθε σχηματισμό όσο αριστερότερα ή δεξιότερα θέλετε. Σε κάθε περίπτωση, επειδή το έσχατο τρεντ είναι «ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά, με τον λαό και την πατρίδα», ενδέχεται να δημιουργηθεί μεγάλος συνωστισμός στο Κέντρο, κι αντί για «κλίμακα» να έχουμε κάτι σαν «πυραμίδα»). 


Δεκαπέντε σχηματισμοί που διεκδικούν ένα υπολογίσιμο ποσοστό, πέρα από τα «λοιπά κόμματα» Ι.Χ. ή των αφοσιωμένων ιδεολόγων, είναι ένα πρωτοφανές για τα μεταπολιτευτικά χρονικά ρεκόρ. Αυτό για τη μεγάλη πολιτική αγορά σημαίνει ότι κατά μέσο όρο τα 15 κόμματα πρέπει να εξασφαλίσουν περίπου 9.000 υποψηφίους στις 60 εκλογικές περιφέρειες. Πρέπει επίσης να επιστρατεύσουν τουλάχιστον δεκαπλάσιο αριθμό κομματικών μελών (αν έχουν), εθελοντών ή ημι- επαγγελματιών για να κάνουν τα στοιχειώδη μιας καμπάνιας. Αυτό ανεβάζει στους 100.000 τους συντελεστές στην πλευρά της προσφοράς στην πολιτική αγορά. Αλλοι 10.000 τουλάχιστον είναι οι καθαρά επαγγελματίες που θα συμβάλουν στην καμπάνια καθενός από τα 15 παλαιά και νέα κόμματα, από τους σχεδιαστές των προγραμμάτων και τους διαφημιστές που θα επινοήσουν τα κεντρικά μηνύματα, μέχρι τους πολιτικούς επιστήμονες που θα υποδείξουν target group ψηφοφόρων στα οποία πρέπει να επικεντρώσει κάθε επιτελείο την τακτική του. Και από τους γραφίστες και αρχιτέκτονες που θα σχεδιάσουν αφίσες και εκλογικά περίπτερα, μέχρι αφισοκολλητές ή εργάτες που θα τα στήσουν. 


Ο αριθμός των ανθρώπων που θα εμπλακούν άμεσα ή έμμεσα στους ομόκεντρους κύκλους γύρω από τους σκληρούς πυρήνες των κομμάτων, μαζί με συγγενείς και φίλους που εκόντες-άκοντες πρέπει να ανταποκριθούν στο οικογενειακό-φιλικό-συναδελφικό-κομματικό-πατριωτικό καθήκον, θα φτάσει στους 500.000. Αυτοί συναποτελούν την «εφοδιαστική αλυσίδα» της πολιτικής αγοράς, την πλευρά της προσφοράς, σε μιαν αναλογία μάλλον πολύ υπερβολική για την πλευρά της ζήτησης: 500.000 παραγωγοί- πωλητές πολιτικών προϊόντων για 9.000.000 πιθανούς αγοραστές, ή μόλις 6.000.000 με βάση την αποχή που εδραιώνεται και πιο πάνω: ένας πωλητής ανά δώδεκα δυνητικούς πελάτες. 


Μόνο που σ’ αυτήν την αγορά, στους πάγκους των πωλητών που διαλαλούν την πραμάτεια τους, στις θυρίδες τους στο υπολογιστικό νέφος από τις οποίες πλημμυρίζουν με μηνύματα τις οθόνες των υποψήφιων πελατών τους, τα προϊόντα μοιάζουν τρομακτικά ίδια. Ελάχιστες, ανούσιες, αδιόρατες οι διαφορές τους. Ακόμα κι οι τιμές τους προκλητικά εναρμονισμένες, λες και δεν υπάρχει ανταγωνισμός, δεν υπάρχουν διακυβεύματα, δεν υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις, δεν υπάρχουν «πλευρές της Ιστορίας», δεν υπάρχουν γεωπολιτικές συγκρούσεις, πλούσιοι και φτωχοί, εκμεταλλευτές και θύματα εκμετάλλευσης, πάνω και κάτω, δεν υπάρχουν πεδία σύγκρουσης, παρά μόνο θολές κι αφηρημένες έννοιες που επιπλέουν σ’ έναν σχεδόν στάσιμο πολιτικό χυλό -ελπίδα, δικαιοσύνη, διαφάνεια, ανάπτυξη, πρόοδος, δημοκρατία, αξιοπρέπεια...- και φέρνουν σε σύγχυση ή σε διανοητική παράλυση τους πολίτες-πελάτες.


Ολοι δικοί μας είμαστε στην αγορά πολιτικού χυλού. Δεν βλέπω να πηγαίνει και πολύ καλά η ριζική αναδιάταξη του κομματικού σκηνικού. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Περισσότερο φως, ηλεκτρολόγε, στη σκηνή! Πώς θες,

δραματουργοί κι ηθοποιοί, να δείξουμε τ’ αντικαθρέφτισμα 

του κόσμου, μέσα στο μισοσκόταδο; Τούτο το σύθαμπο

καλεί σε ύπνο. Ενώ εμείς θέλουμε ξύπνιους

θεατές - κι ακόμη πιο πολύ: ξυπνούς! Κάν’ τους

να ονειρευτούν στο πλέριο φως!...


Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Ο φωτισμός» («Διάλογοι για την αγορά χαλκού». Αντλήθηκε από τα «Ποιήματα» του Μπρεχτ σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη). 



07/06/2026

Μετακομίζοντας στη Waste Side

Η Εφημερίδα των Συντακτών 6-7/6/2026



Δύσκολο πράγμα οι μετακομίσεις έπειτα από κάποια ηλικία. Αν είσαι μέχρι 40, ίσως η αλλαγή χώρας, πόλης, γειτονιάς ή απλώς τετραγώνου να σου δίνει και χαρά. Κι αν όχι χαρά, τουλάχιστον εκείνη την παράξενη προσμονή αλλαγής. Οταν ήμουν παιδί, τη δεκαετία του 1960, οι μετακομίσεις δεν ήταν μόνο μια αναγκαστική αλλαγή από το «γειτονικό» σπίτι με κοινόχρηστο μπάνιο, στο ισόγειο μιας οικογενειακής διπλοκατοικίας με βόθρο κι από εκεί στο διαμέρισμα και τελικά στο «δικό μας σπίτι». Ηταν και μια διεργασία κοινωνικής ανέλιξης που καταγραφόταν συμβολικά στον δημόσιο χώρο, όταν η πομπή συγγενών και φίλων διέσχιζε τη γειτονιά κουβαλώντας τα ελαφρότερα αντικείμενα από το παλιό στο νέο σπίτι, και μέσα απ’ το φορτηγό με τα βαρύτερα αποκαλυπτόταν μια καινούργια ηλεκτρική κουζίνα που αντικαθιστούσε την γκαζιέρα, ή ένα πορτ μαντό για το χολάκι της εισόδου, φρεσκολουστραρισμένο από μαραγκό της γειτονιάς. 

Τώρα, οι μετακομίσεις, ιδιαίτερα στις στεγαστικά φρακαρισμένες μεγαλουπόλεις, είναι μια αντίστροφη τελετουργία. Μια διεργασία κοινωνικής υποβάθμισης. Για την πλειονότητα των νέων μέχρι 35 ετών –που είναι «εξαρτημένοι απ’ τον μισθό τους», όπως θα ’λεγε ο Μητσοτάκης– οι οικιστικές επιλογές είναι όλο και στενότερες. Μικρά, ψευτοανακαινισμένα χρέπια, ξεσκαρτάρισμα επίπλων και πραγμάτων που δεν χωράνε, μετακομίσεις με επιστράτευση φίλων, διαχείριση της στενότητας με παραγγελίες φτηνών συναρμολογούμενων επίπλων από ηλεκτρονικά καταστήματα ή από τους σκανδιναβικούς ναούς της «λιτής αφθονίας»: ΙΚΕΑ, JYSK και τα συναφή. 

 Προσφέρθηκα να συμβάλω με τη μεσόκοπη δυσκινησία μου σε σε μια νεανική, ευκίνητη μετακόμιση που είχε όλο το «πακέτο». Παλιά πράγματα που τους δινόταν δεύτερη ευκαιρία, νέα πράγματα, που έρχονταν αμπαλαρισμένα σε χαρτονένιες συσκευασίες – αδύνατο να φανταστείς πως τέσσερα κιβώτια διαφορετικών μεγεθών εξελίσσονται σε κρεβάτι, γραφείο, μικρή βιβλιοθήκη ή πώς ένα βαρύ κυλινδρικό πακέτο διαμέτρου 50 cm αποκαλύπτει ένα στρώμα «με ανεξάρτητες αναρτήσεις και αφρό μνήμης». «Επινοητικοί, πρακτικοί, οικολόγοι οι Σκανδιναβοί», λέει ο μέσος νους μου, μαθημένος αλλιώς από τις δεκαετίες που η επίπλωση ενός σπιτιού σήμαινε παραγγελίες σε έναν επιπλοποιό, που σου πρότεινε σχέδια, επιλογές ξύλου και υφασμάτων, επίσκεψη σε έκθεση «ηνωμένων εργοστασίων» ή επώνυμου, ακριβού ντιζάιν. 

Ωστόσο, η φτηνή, εκ πρώτης όψεως καθαρή, με σεβασμό στους περιορισμούς της φύσης επιλογή επίπλωσης δεν είναι τόσο αυτό που φαίνεται. Το ανακαλύπτεις σιγά σιγά. Κατ’ αρχάς, το κιβώτιο ύψους 2 μέτρων, πλάτους 40 cm, βάθους 20 cm που κρύβει τραβέρσες από μοριοσανίδα ενός κρεβατιού, έχει διασχίσει 3.500 χιλιόμετρα από το ρομποτικό εργοστάσιο παραγωγής στη Στοκχόλμη ή στο Ελσίνκι μέχρι την Αθήνα, με φορτηγά-κοντέινερ που έχουν εκπέμψει έναν διόλου ευκαταφρόνητο όγκο ρύπων διασχίζοντας τουλάχιστον έξι χώρες. Παρ’ όλα αυτά, τα πακέτα φτάνουν εδώ με πιστοποίηση χαμηλού περιβαλλοντικού αποτυπώματος, με διαβεβαιώσεις της δανέζικης, σουηδικής, φινλανδικής εταιρείας ότι είναι θρησκευτικά προσηλωμένη στους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ. Κάπου στο πακέτο θα μοστράρει και μια ετικέτα αξιολόγησης της εταιρείας στο τρίπτυχο ESG. 

Ερχεται η ώρα της συναρμολόγησης. Σε γλιτώνει από 50-100 ευρώ, αλλά σου αφαιρεί κάμποσες ώρες με κατσαβίδια, σφυριά, πυράκια, βίδες, καρφάκια πάνω από ένα manual με ακατάληπτες οδηγίες και ασαφή σκαριφήματα. Ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στ’ αλεύρι οι Σκανδιναβοί. Δεν μπορούσαν να τα έχουν τουλάχιστον φωτογραφημένα, για να καταλάβεις ποια βίδα πάει σε ποια τρύπα; Αλλά πρώτα πρέπει να ανοίξεις το πακέτο. Κι είναι σαν να ανοίγει μια πύλη περιβαλλοντικής κόλασης. Μια τάβλα από MDF περιβάλλεται από τεράστια ποσότητα χαρτονιού σε διάφορα μεγέθη και σχήματα, από μεγάλο όγκο χοντρού και σκληρού πλαστικού, που διασφαλίζει ότι η τάβλα θα φτάσει άθραυστη στον πελάτη. Οι τάβλες είναι βαριές, αλλά έχω την άισθηση ότι τα χαρτόνια συσκευασίας απαίτησαν περισσότερη ξυλεία από το περιεχόμενο. Οσο για το πλαστικό, δεν ξέρω πού θα καταλήξει, παρά το σηματάκι της ανακύκλωσης. Φανταστείτε τέσσερα πακέτα με ανάλογους όγκους χαρτονιού και πλαστικού –είμαι βέβαιος πως το έχετε ήδη ζήσει, εγώ είμαι νεοφώτιστος– για κάθε τάβλα, κεφαλάρι, τραβέρσα, σανίδα, κι έπειτα φανταστείτε αυτά επί τρία ή τέσσερα: με το φασκιωμένο σε αλλεπάλληλες στρώσεις χαρτονιού και πλαστικού στρώμα, το γραφειάκι, τη συρταριέρα, τη βιβλιοθήκη, το τραπέζι της κουζίνας, τις καρέκλες. Μια μικρή χωματερή ανακυκλώσιμου χαρτιού και πλαστικού κατακλύζει τα 40 με 60 τετραγωνικά που αναλογούν σε ένα νεαρό ζευγάρι μισθωτών ή δυο συγκατοίκους νομάδες της εργασίας. 

Μετά, φανταστείτε αυτά τα κυβικά χαρτιού και πλαστικού που δεν τα χωρούν ούτε δυο μπλε κάδοι ανακύκλωσης, επί 100 ή 200 μετακομίσεις τη μέρα που θα γίνονται στην Αθήνα, επί εκατοντάδες μεγαλουπόλεις του περιβαλλοντικά ψυλλιασμένου βόρειου ημισφαιρίου. Φανταστείτε τα 15.000 αντικείμενα που μπορεί να έχει ένα σύγχρονο σπίτι, όλα φτιαγμένα από «βιώσιμα υλικά», όλα βγαλμένα από δισεκατομμύρια χαρτοπλαστικές συσκευασίες, πολλαπλασιάστε τα επί τα εκατοντάδες εκατομμύρια μικρομεσαία σπίτια της Δύσης, κι ίσως τότε έχετε την εικόνα ενός συστήματος που παράγει αδιάκοπα απόβλητα και απόβλητους. Κι αν η φαντασία σας δεν είναι και πολύ παραγωγική, περιπλανηθείτε στον πλανήτη των αποβλήτων μέσα από τις δεκάδες γλαφυρές, βιωμένες και τεκμηριωμένες Waste Side Stories, στο ομότιτλο βιβλίο του Αντώνη Μαυρόπουλου. 

Το ενδιαίτημα της ανθρωπότητας γίνεται τόσο αβίωτο, ώστε δεν είναι πια θέμα επιστημονικής φαντασίας η μετακόμιση σε άλλο πλανήτη. Υπάρχει εναλλακτική χωρίς μετακόμιση; Η συνέχεια επί του βιβλίου. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Το μεταβολικό ρήγμα λειτουργεί ως υπόβαθρο για το παράδοξο του πλούτου. Οσο βαθαίνει η σύμφυση του καπιταλισμού με τα οικοσυστήματα και τη βιόσφαιρα, τόσο περισσότερο διευρύνεται το μεταβολικό ρήγμα. Ταυτόχρονα, όσο διευρύνεται το μεταβολικό ρήγμα, ο καπιταλισμός ανταποκρίνεται επιταχύνοντας την εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση των κοινών αγαθών, του κοινού πλούτου. Από την εμπορευματοποίηση και την ιδιωτικοποίησή τους μεγαλώνει ο παραγόμενος ιδιωτικός πλούτος, αλλά, ταυτόχρονα, ξεπατώνονται τα οικολογικά και κοινωνικά θεμέλια του κοινού πλούτου και δημιουργείται, κοινωνικά, τεχνητή σπάνη. Ετσι, το μεταβολικό ρήγμα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά θεμέλιο για τη βαθύτατη ανισότητα και αποξένωση που συντηρεί το παράδοξο του πλούτου. 

Αντώνης Μαυρόπουλος, «Waste Side Stories» (εκδόσεις «Τόπος») 









31/05/2026

Η Διεθνής των αποτυχημένων

 Η Εφημερίδα των Συντακτών 30-31/5/2026


Αλεξέι Κόριν, «Αποτυχία ξανά» (1891)

Τελικά, παίζει να ’χω εμμονή με την αποτυχία. Σαν να αποτελεί τη μόνη δεξιότητά μου που έχει επιβιώσει στις εξίμισι δεκαετίες ζωής μου. «Εχεις πρόβλημα χαμηλής αυτοεκτίμησης», θα ’λεγε ο ψυχοθεραπευτής μου, αν είχα. Ευτυχώς, ο ψυχίατρός μου -που έχω- δεν λέει τέτοια πράγματα. Κι ένας άλλος φίλος ψυχίατρος, γνωσιακός αυτός, λέει πως επεξεργάζομαι υπερβολικά το παρελθόν, επανεξετάζω οτιδήποτε έχει συμβεί ακόμη κι ένα λεπτό πριν την ώρα που μιλάω ή γράφω αυτές τις λέξεις, πράγμα που, εκτός από περιττό, γιατί το παρελθόν δεν αλλάζει, είναι και καταδικασμένο κι αυτό σε αποτυχία: οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν την περασμένη τους ζωή σαν μια ατέλειωτη σειρά από αποτυχίες. Πράξεις, επιλογές κι αποφάσεις που θα ήθελαν να τις αλλάξουν, πιστεύοντας ότι θα ήταν σήμερα σε καλύτερη κατάσταση. Ας πούμε, πλουσιότεροι, ευφυέστεροι, δημοφιλέστεροι, ομορφότεροι, ευτυχέστεροι, επιτυχέστεροι. Αλλά επειδή κάθε φορά που φοράμε τους παραμορφωτικούς φακούς της «πετυχεσιάς» ανακαλύπτουμε ότι υπάρχουν άλλοι πολύ πλουσιότεροι, ευφυέστεροι, ομορφότεροι από μας, συνήθως συγκαταλέγουμε εαυτούς στην πολυπληθέστερη συνομοταξία των αποτυχημένων.


Κι αυτό το κείμενο είναι μια ισχυρή ένδειξη της εμμονής μου με την αποτυχία ή, αντίστροφα, της νεύρωσης της επιτυχίας. Πρέπει να είναι το τέταρτο ή πέμπτο που φλυαρεί επί του θέματος στα 26 χρόνια αυτής της στήλης. Σχεδόν πάντα η αφορμή ήταν οι εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, το συστηματικότερο θύμα του μεταρρυθμιστικού οίστρου των κυβερνήσεων εδώ και μισό αιώνα. 


«Μικρό εγκώμιο στην αποτυχία», βλέπω στον τίτλο κειμένου της στήλης είκοσι χρόνια πριν, στην «Καθημερινή». Τότε ήταν η βάση του 10 που είχε οριστεί ως διαχωριστική γραμμή μεταξύ επιτυχημένων και αποτυχημένων, με αποτέλεσμα καμιά σαρανταριά χιλιάδες έφηβοι να παροχετεύονται στο μίξερ της αγοράς εργασίας ή της ιδιωτικής εκπαίδευσης ως «σκράπες». Μπορώ να αυτοπαινευτώ πως αυτή η βολή της Αυτού Εξοχότητάς μου «Ελεύθερου Σκοπευτή» το μακρινό 2006 ήταν μια «επιτυχία» μου, αφού το δικό μου «Εγκώμιο στην αποτυχία» προηγήθηκε σχεδόν δύο δεκαετίες του ομότιτλου βιβλίου του Ρουμάνου φιλοσόφου Κοστίκα Μπραντατάν, που το 2024 κέρδισε το βραβείο PROSE, παρακαλώ, στις ΗΠΑ (όχι, δεν σκέφτομαι να του ζητήσω δικαιώματα). 


Προς τεκμηρίωση της διαπίστωσης περί εμμονής μου παραθέτω τα επόμενα επιτυχημένα πονήματα περί αποτυχίας: «Η τυραννία της επίδοσης», Ιούνιος 2007. «Γιατί απέτυχε ο Καντονά», Δεκέμβριος 2010. «Το δικαίωμα στην αποτυχία», Ιούνιος 2011. «Ψυχοπαθείς επιτυχείς», Μάιος 2012. «Η αποτυχία της επιτυχίας», Φλεβάρης 2022... Δεν βλέπω άλλα, τουλάχιστον από τα σωσμένα στο μπλογκ κείμενα, δημοσιευμένα διαδοχικά σε «Καθημερινή», «Επενδυτή» και «Εφ.Συν.», όπου η στήλη μακροημερεύει για μεγαλύτερο διάστημα από τις δύο προηγούμενες έντυπες θητείες της. 


Προφανώς το μεγάλο κενό μεταξύ 2012 και 2022, η δεκαετία στη διάρκεια της οποίας δεν έγραψα ακόμη ένα παμφλέτο υπέρ αποτυχίας, αντιστοιχεί στην υποχώρηση του ατομικού βιώματος μπροστά στη συλλογική μας τραγωδία: Ως γνωστόν, από το 2010 κηρυχθήκαμε διεθνώς, από εταίρους και συμμάχους: ως χώρα «αποτυχημένο κράτος», ως κοινωνία «λαός λαμογιών», ως οικονομία «χρεοκοπημένο προτεκτοράτο», ως πολιτικό σύστημα «καρτέλ διαφθοράς», ως επιχειρηματική τάξη «συμμορία πλιάτσικου», ως υποτελείς τάξεις «τεμπέληδες και απροσάρμοστοι», ως πολίτες «αλλοπρόσαλλο εκλογικό σώμα». Στην υποτιθέμενη συλλογική μας αποτυχία, στη ρετσινιά τού «μαζί τα φάγαμε» του διόλου αειμνήστου Πάγκαλου, προφανώς δεν χώρεσε ακόμη μια ιερεμιάδα για την ατομική αποτυχία. Αλλωστε, μια συλλογική -εθνική, κοινωνική, ταξική- αποτυχία πρέπει να είναι άθροισμα πολλών προσωπικών αποτυχιών, σωστά; Ή μήπως όχι; 

Οχι, θα πω εγώ. Καθόλου δεν πιστεύω τα φληναφήματα περί συλλογικής ευθύνης και αποτυχίας της κοινωνίας, και πολλώ μάλλον τα περί συλλογικής συνενοχής μας, για παράδειγμα, στην αυτοκτονία των δύο 17χρονων μαθητριών στην Ηλιούπολη. Οι κοινωνίες δεν είναι ομοιογενείς μάζες, εξ ορισμού με ενιαία βούληση. Εχουν τους πάνω και τους κάτω. Τους κυρίαρχους και τους κυριαρχούμενους. Τους πλούσιους, τους μεσαίους, τους φτωχούς. Εχουν αυτούς που παίρνουν αποφάσεις κι αυτούς που απλώς υποχρεούνται να τις υποστούν. Εχουν αυτούς που ελέγχουν την πληροφόρηση και την παραγωγή «ενιαίας σκέψης» κι αυτούς που τις καταναλώνουν. Εχουν στην κορυφή της πυραμίδας μια απειροελάχιστη ελίτ «επιτυχημένων» που καταδικάζουν την πλειονότητα των από κάτω στην «αποτυχία». Η επιτυχία των πάνω είναι η πρώτη ύλη της αποτυχίας των κάτω. 


Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, για παράδειγμα, είναι πέραν αμφιβολίας ο πιο επιτυχημένος πρωθυπουργός στον μισό αιώνα από τη Μεταπολίτευση. Εχει επιτύχει να μετατρέψει την αποτυχία των πολλών σε θρίαμβο των λίγων. Εχει απέναντί του ένα συνονθύλευμα πολιτικών αντιπάλων που αντιτάσσουν στο επιτυχημένο γνήσιο μοντέλο «κρατικού νεοφιλελευθερισμού» πολλές αποτυχημένες παραλλαγές και καρικατούρες του. Καμιά δύναμη, παλιά ή νέα, δεν έχει την πολιτική και ταξική τόλμη να εκφράσει κυνικά, γνήσια, άγρια, ριζικά τα απωθημένα των αποτυχημένων. 


Και -για να μιλήσουμε πλανητικά- ο Ντόναλντ Τραμπ είναι επίσης ο πιο επιτυχημένος ηγέτης του πλανήτη εδώ και δεκαετίες. Γιατί έχει καταφέρει να μετατρέψει τη «διεθνή κοινότητα» σε έναν ερειπιώνα αποτυχημένων κρατών και ηγεσιών άβουλων και ανίκανων να πουν ένα «όχι» σε κάθε πολεμικό τυχοδιωκτισμό του που φέρνει την ανθρωπότητα κάθε φορά στο χείλος της καταστροφής. 


Αλλά κι αυτή η «ανθρωπότητα», η φανταστική σύνθεση δισεκατομμυρίων αγνώστων μεταξύ τους, έχει μια δύναμη που σχεδόν αγνοεί. Αποτελείται στη μεγάλη της πλειονότητα από αποτυχημένους. Η Διεθνής των Αποτυχημένων είναι η κοιμώμενη υπερδύναμη του κόσμου. «Αποτυχημένοι όλου του κόσμου ενωθείτε! Δεν έχετε να χάσετε παρά μόνο τις αποτυχίες σας. Είσαστε καταδικασμένοι να επιτύχετε!» 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Δεδομένου ότι η αποτυχία έχει αναρίθμητες εκφάνσεις, το να προσπαθείς να τη χαρτογραφήσεις είναι σαν να προσπαθείς, όπως το αγόρι από το διάσημο ανέκδοτο του Ιερού Αυγουστίνου, να αδειάσεις τη θάλασσα με ένα όστρακο και να μεταφέρεις όλο το νερό της σε έναν λάκκο που έχεις σκάψει στην παραλία. Η προσπάθεια φαίνεται καταδικασμένη να αποτύχει, αλλά αυτό δεν έχει σημασία· σημασία έχει η τρελή ομορφιά της απόπειρας.

Κόστικα Μπραντατάν, «Εγκώμιο της αποτυχίας: Τέσσερα μαθήματα ταπεινότητας» 


16/05/2026

Το Ταμείο Ανάκαμψης της Περσεφόνης

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 16-17/5/2026



Αθήνα, Νουμηνία Βοηδρομιώνος μηνός, 4ου έτους της 96ης Ολυμπιάδος. Κακός χαμός στην Ποικίλη Στοά. Κόσμος πάει κι έρχεται φορώντας τα καλά του. Εχουν έρθει από κάθε πόλη της Ελλάδας να δουν τα ιερά αντικείμενα, ν’ αγοράσουν κανένα φθηνό πήλινο ή χάλκινο ομοίωμα, να ξεγελάσουν την πείνα τους με ψωμί και ψάρι παστό, σύκα ή σταφύλια από τα θερμοπώλεια, να χαζέψουν τους ιεροφάντες και τους μύστες, να μάθουν κανένα κουτσομπολιό για το τι ακριβώς λένε και κάνουν οι μυημένοι στη διάρκεια της πομπής από Κεραμεικό μέχρι Ελευσίνα, να σκαρφιστούν καμιά φρέσκια πλάκα για τους γεφυρισμούς κατά μήκος της Ιεράς Οδού, μέχρι να φτάσουν στον χώρο που ο πάνω κόσμος συναντιέται με τον κάτω κι ο θάνατος μοιράζεται ισότιμα τον χρόνο με τη ζωή στο πρόσωπο της διχασμένης Περσεφόνης και της συμβιβασμένης με τον Πλούτωνα μάνας της, της Δήμητρας. 

Οσο μυστήριο καλύπτουν τα Ελευσίνια Μυστήρια στην τελετουργία τους, τόση διαφάνεια και προφάνεια υπάρχουν στα 120 στάδια -22 χιλιόμετρα- της αρχαίας Ιεράς Οδού, εξαφανισμένης κάτω από άσφαλτο, μπετόν και σίδερο αιώνων. Πέτρες λαξευμένες και σωστά τοποθετημένες για να σχηματίζουν ένα ομαλό, φιλικό σε πεζούς, εφίππους, ιππήλατα κάρα ή βοϊδάμαξες οδόστρωμα, το οποίο διέσχιζαν πάνω από 30.000 άνθρωποι το 9ήμερο των Μυστηρίων κι εκατοντάδες χιλιάδες όλη τη χρονιά, μια και η Ιερά Οδός ήταν ο δρόμος που συνέδεε την Αθήνα με την Πελοπόννησο και την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα. Η πέτρα και το χώμα άφθονα, το εργατικό δυναμικό επίσης, πολυπληθές και πάμφθηνο -κυρίως δούλοι-, το χρήμα, δημόσιο και ιδιωτικό, επίσης σε αφθονία, τουλάχιστον στους αιώνες της ακμής της μεσογειακής υπερδύναμης Αθήνας. Πλάκα πλάκα, η οδός των 2.500 χρόνων άντεξε ως φήμη, αλλά και ως υποδομή, μέχρι που κονιορτοποιήθηκε βάναυσα τα μεταπολεμικά χρόνια υπέρ ιδιωτικών ναυπηγείων και διυλιστηρίων, από Σκαραμαγκά μέχρι Ελευσίνα. 

Αθήνα, 14 Μαΐου 2026, ή εν τω μηνί Θαργηλιώνι του 2ου έτους της 700ής Ολυμπιάδος, περί την 7η ώρα του αττικού ωρολογίου, ή μεταξύ 2 και 3 μ.μ. Βρίσκομαι επί της Ιεράς Οδού, έξω από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, στην κατεύθυνση προς Πειραιώς. Περιμένω στη στάση, σκεπασμένη ευτυχώς, έχει συννεφόκαμα με θερμοκρασία πάνω από 26 βαθμούς. Τηλεματική δεν έχει εδώ, πολύ μακριά από το κέντρο για πουλήσει μούρη η «ψηφιακή Ελλάδα», μια κλασική πινακίδα του ΟΑΣΑ με πληροφορεί ότι περνούν από εδώ επτά γραμμές, η μία νυχτερινή, άρα έξι που μπορούν να με πάνε κοντά σε έναν σταθμό μετρό. Από τις 2.40 έως τις 3.15 μετά μεσημβρίαν δεν εμφανίζεται ίχνος λεωφορείου. Τριάντα πέντε λεπτά απελπισμένης αναμονής. Αν ζούσα στο 392 π.Χ., έστω και εκτός Ελευσινίων, σίγουρα θα είχε περάσει κάποια βοϊδάμαξα να με πάει πιο κάτω, το πολύ πέντε χιλιόμετρα. Και, φυσικά, καθώς ο καταναγκασμός της ταχύτητας μας έχει κάνει πλάσματα ανυπόμονα, ανίκανα να απολαύσουμε τη νωχέλεια της βραδύτητας, θυμώνω και σιχτιρίζω, σε αντίθεση με τους άλλους αναμένοντες στη στάση, εξοικειωμένους με την εκτός διαφημιστικής προπαγάνδας πραγματικότητα. 

Ποιας προπαγάνδας; Μα φυσικά αυτής του «Ελλάδα 2.0», που πέφτει βροχηδόν στα τηλεοπτικά και άλλα μέσα, όλο και πιο πυκνά καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης τελειώνει, ό,τι χαλάσαμε χαλάσαμε, ό,τι φάγαμε φάγαμε. «Το πρόγραμμα Ελλάδα 2.0 του Ταμείου Ανάκαμψης μεταμορφώνει την Ελλάδα. Τόσο στα μικρά όσο και στα μεγάλα. Ελα μαζί μου...» λέει το μοντέλο του διαφημιστικού σποτ που μπαινοβγαίνει σε λαμπερά σκηνικά νοσοκομείων, σχολείων, δρόμων, γραφείων. «Το Ταμείο Ανάκαμψης αλλάζει την καθημερινότητά μας... Και γι’ αυτό ο στόλος των λεωφορείων ανανεώνεται με καινούργια. Ηλεκτροκίνητα, αθόρυβα λεωφορεία...». Οχι, δεν λέει ψέματα η διαφήμιση, πράγματι το υπουργείο Μεταφορών πήρε 100 εκατ. ευρώ από το ΤΑΑ για να αγοράσει 220 ηλεκτροκίνητα λεωφορεία -κι έβαλε συνολικά πάνω από 500 εκατ. γενικώς για την ηλεκτροκίνηση μαζί και για τα ταξί και για να αλλάξουν αυτοκίνητα οι μεγάλοι της ενοικίασης - από τα 2,4 δισ. που πήρε συνολικά, ως ο μεγαλύτερος τελικός αποδέκτης του «θησαυρού» των 37 δισ. ευρώ. Αλλά, προσέξτε, πάνω από τα μισά λεφτά, 1,3 δισ. ευρώ, δεν πάνε για πιο «πράσινες» ιερές και ανίερες οδούς, με περισσότερες και καθαρότερες δημόσιες συγκοινωνίες, αλλά στους μεγάλους οδικούς άξονες του καρτέλ των μεγαλοεργολάβων, που θα προσελκύουν για δεκαετίες ιδιωτικής λειτουργίας όλο και περισσότερα, ιδιωτικά, κυρίως ρυπογόνα οχήματα. 

Πώς ακριβώς άλλαξε τη συγκοινωνιακή καθημερινότητά μας το Ταμείο Ανάκαμψης στην «Ιερά Οδό» ή στην ταπεινή «Ελλήνων Πατριωτών» της γειτονιάς μου, του Καρέα, απ’ όπου περνά στη χάση και στη φέξη η μοναδική συγκοινωνία; Τι σχέση έχει η λουστραρισμένη πραγματικότητα των ακριβοπληρωμένων διαφημίσεων και των στατιστικών «υψηλής απορρόφησης» των ευρωπαϊκών πόρων, υπό την μπαγκέτα του νέου Ιεροφάντη του Eurogroup, Κυρ-Πιερ; Πέρασε καθόλου Ταμείο Ανάκαμψης από την Ιερά Οδό: Ή ακριβώς επειδή πέρασε από εκεί -και από κάθε άλλη οδό, κάθε κάμπο, βουνό, ποτάμι, λίμνη, πόλη- εγώ περίμενα 35 λεπτά ένα από τα 220 ηλεκτροκίνητα λεωφορεία που προφανώς χρειάζονται και οδηγούς -τι ελάττωμα κι αυτό!; 

Μακάρι να ήταν «μηδέν» η απορρόφηση των πόρων, μακάρι να γλίτωναν όσο γίνεται περισσότερα από τα 37 δισ. ευρώ. Τι πιο σκανδαλώδες από το να πανηγυρίζει η Μητσοτάκης Α.Ε. γιατί τόσα λεφτά τα πήρε μαζί της η Περσεφόνη και τα γλεντάει ο Πλούτωνας... Τι πιο ανόητο από το να εξανίσταται η αντιπολίτευση γιατί λίγα από τα λεφτά αυτά δεν χάθηκαν στον κάτω κόσμο. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα

κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο

τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα

και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.


Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες

ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο

τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες

και το καινούργιο πάν’ να δουν διυλιστήριο.


Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία

κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα

τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία

άδεια κορμιά, σιδερικά, παιδιά κι ελάσματα.


Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς.


Νίκου Γκάτσου, «Ο Εφιάλτης της Περσεφόνης» (Μάνος Χατζιδάκις - Νίκος Γκάτσος, «Τα παράλογα», 1976)



09/05/2026

Τα ψηλά λεμόνια

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 9-10/5/2026



Εχω γίνει κλέφτης. Σχεδόν κλέφτης δηλαδή. Οχι πια κλέφτης της υπαίθρου, με επιδρομές σε ξεμοναχιασμένες συκιές (από Ιούλη και μετά) ή ρεσάλτα σε βαρυφορτωμένες μουσμουλιές (που είναι στην ώρα τους). Εχω γίνει κλέφτης του άστεως, κανονικός κλέφτης των πόλεων. Εχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι τελικά είχε δίκαιο ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, όταν πρότεινε στη γαλλική εθνοσυνέλευση, κάπου στα 1790, την αποποινικοποίηση της κλοπής –και, αντίθετα, την ποινικοποίηση της ανεπαρκώς φυλασσόμενης ιδιοκτησίας– γιατί έβλεπε σ’ αυτήν μάλλον τον μόνο άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο αναδιανομής του πλούτου υπέρ των πραγματικά «αβράκωτων» της Γαλλικής Επανάστασης, των φτωχότερων των φτωχών. 

Εχω γίνει κλέφτης ενός πλούτου που δεν υποψιαζόμουν ότι υπάρχει σε τόση αφθονία μέσα στην πόλη, στα στενά πεζοδρόμια των γειτονιών, στους κήπους των λιγοστών παλιών μονοκατοικιών, ακόμη και στους κοινόχρηστους ακάλυπτους πολυκατοικιών. Από τον περασμένο Γενάρη, όταν έσκασε μύτη στις λαϊκές το πρώτο φρέσκο λεμόνι, πράσινο, σκληρό, με ελάχιστο χυμό και 3-3,5 ευρώ το κιλό, 2,5 στο σούπερ μάρκετ, ακριβότερο και από τα εισαγόμενα λάιμ που απαιτούν τα μοχίτο και τα γουακαμόλε μας, άρχισα να παρατηρώ τις λεμονιές της γειτονιάς. Λεμονιές ελευθέρας βοσκής που λένε, ή χαλαρά μαντρωμένες πίσω από κάγκελα αυλών, με τα μισά τους κλαδιά να παραβιάζουν το μαντεμένιο σύνορο της ιδιοκτησίας και του νόμου και τα πρώτα μικρά, πράσινα λεμόνια τους να σε προκαλούν: «Κόψε με, μύρισέ με, στίψε με, γεύσου με». 

Απίστευτο πώς δεν το είχα παρατηρήσει τόσα χρόνια. Αλλά από την άλλη πλευρά διόλου απίστευτο, όταν ήδη μεγαλώνει μια γενιά που μαθαίνει τα οπωροφόρα αποκλειστικά από τις εικόνες βιβλίων και τις εφαρμογές αναγνώρισης φυτών του ίντερνετ και ένα τμήμα της μπορεί να πιστεύει ότι τα λεμόνια –και τα πορτοκάλια, τα μούσμουλα, οι πατάτες ή τα κρεμμύδια– είναι πράγματα που φυτρώνουν απευθείας στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Και ότι εν τέλει η μόνη υλική πραγματικότητα της φύσης, του φυτικού και ζωικού κόσμου, είναι το συσκευασμένο ή ζυγισμένο σε σακούλα προϊόν που θα ακολουθήσει τη διαδρομή: ράφι-καρότσι-ταμείο-ψυγείο-στόμα-στομάχι-έντερο (κι ας μη συνεχίσω με τους τελευταίους κρίκους της εφοδιαστικής-αφοδευτικής αλυσίδας της κατανάλωσης). 

Απ’ την άλλη, δεν υπάρχει και τίποτα παράδοξο σ’ αυτό. Οι γειτονιές της Αθήνας και των άλλων μεγαλουπόλεων, που σήμερα είναι ενταγμένες στον πυκνοπλεγμένο οικιστικό ιστό, κατάφορτες με μπετόν, πολυκατοικίες και άσφαλτο, ήταν κάποτε χωράφια ή αραιοκατοικημένες συνοικίες, προσφυγικοί συνοικισμοί, ακόμη και παραθεριστικά προάστια. Είχαν περιβόλια, μποστανάκια, κοτέτσια, ακόμη και στάνες στα ημιορεινά. Κι ήταν αδιανόητο για τους εποίκους τους να μην περιβάλλουν τα ισόγεια ή διώροφα σπίτια τους με μερικά μέτρα αυλή φυτεμένη με μια-δυο λεμονιές, πορτοκαλιές, μουσμουλιές, βυσσινιές ή συκιές. Ισως και κανένα πλατανάκι, αν είχε κοντά νερά. Οχι πάντως νεραντζιές, αυτές ήρθαν αργότερα, όταν μπροστά από τα εκτός σχεδίου οικόπεδα που έγιναν εντός έπρεπε να περάσουν δρόμοι, να γίνουν πεζοδρόμια και οι ιδιοκτήτες των σχεδόν εξοχικών κατοικιών να παραχωρήσουν ένα-δυο μέτρα απ’ τα οικόπεδά τους, κι έτσι κάμποσες λεμονιές που ήταν Ι.Χ. βγήκαν εκτός οικοπέδου κι έγιναν κοινόχρηστες. Ετσι εξηγείται το πόσες πολλές λεμονιές, προκλητικά φορτωμένες με τους καρπούς τους, ανακάλυψα καθυστερημένα σε Βύρωνα, Καισαριανή, Ηλιούπολη, Αργυρούπολη, Υμηττό, δυο βήματα από το κέντρο της Αθήνας. Αν όλες οι λεμονιές του ελεεινού –πρώην κλεινού– άστεως ήταν συγκεντρωμένες, ίσως η πόλη είχε ένα λεμονοδάσος μεγαλύτερο κι από του Πόρου. 

Κι έτσι, έγινα κλέφτης. Κλέφτης λεμονιών. Χωρίς τύψεις. Αλλά πολύ λιγότερο κλέφτης απ’ όσους πετυχαίνουν να πάει η τελική τιμή ενός προϊόντος –τόσο δεδομένου όσο και το χώμα, το νερό, ο ήλιος– στα 2,5 ευρώ το κιλό. Που δεν είναι οι καλλιεργητές, αλλά όσοι έχουν διαμεσολαβήσει σ’ αυτό: από τους πολεμοκάπηλους ΗΠΑ-Ισραήλ, που βάζοντας φωτιά στη Μέση Ανατολή, στο πετρέλαιο και στο αέριο, εκτινάσσουν και τις τιμές των λιπασμάτων, μέχρι τους σφετεριστές των δημόσιων αγαθών, της γης, του νερού, ακόμη και του ήλιου, που η αγορά τα μεταλλάσσει σε ακριβά χωράφια, ακριβότερο πότισμα κι ακόμη πιο ακριβό ρεύμα. (Και κοιτάξτε σύμπτωση: οι λέξεις λεμονέα, λεμονιά, λεμόνι προέρχονται από την περσική λέξη limu. Δεν είναι αυτό μια καταπληκτική «εκδίκηση» της Ιστορίας;) 

Παρατηρώ, βέβαια, ότι δεν είμαι ο μόνος κλέφτης λεμονιών. Από τον Φλεβάρη, πάνω που άρχισαν να κιτρινίζουν οι καρποί κι εγώ άρχισα να δρέπω –διακριτικά, βράδυ ή πολύ πρωί– όσους έφτανα απλώνοντας το χέρι, ξεκίνησε και η αραίωση. Μέχρι τον Μάρτιο, στα δύο μέτρα δεν έμεινε ούτε ένας καρπός στα δέντρα του ευρύτερου ενδιαιτήματός μου. Τον Απρίλιο η μαζική απαλλοτρίωση είχε φτάσει στα δυόμισι μέτρα, τώρα ξεπέρασε τα τρία, κι έτσι οι λεμονιές, των πεζοδρομίων ή των αυλών, αποψιλωμένες μέχρι το μέσο της φυλλωσιάς τους, μένουν στεφανωμένες με κατακίτρινα, ώριμα λεμόνια σε ύψος που δεν τα φτάνεις παρά μόνο με σκάλα ή φρουτοσυλλέκτη. «Και τι μ’ αυτό;» θα μου πείτε. «Οσα δεν φτάνει η αλεπού πηδάει και τα φτάνει», λέγαμε παλιότερα, παραλλάσσοντας την παροιμία υπέρ μιας πιο ριζοσπαστικής συμπεριφοράς. Αλλά, πείτε μου, ποιος κοτάει να βγει στη γειτονιά, μπροστά από ξένες αυλές, με μια σκάλα ή ένα δίμετρο κοντάρι για να ρίξει τους ξεχασμένους, παρατημένους στην υπερωρίμανση, στη σήψη και στην πτώση καρπούς; Τα ψηλά λεμόνια είναι της ντροπής. Ακόμη και για μας, τους σχεδόν κλέφτες των πόλεων. 

Κι ένα χιλιοστό της δικής μας ντροπής να είχαν οι πραγματικοί κλέφτες της ζωής, της ελευθερίας, των δημόσιων αγαθών, του περιβάλλοντος, του κοινού μας πλούτου, ο κόσμος θα ήταν κάπως καλύτερος. 

ΥΓ. Επόμενος στόχος, τα μούσμουλα. Λιγοστές και ακριβοθώρητες βέβαια οι αστές μουσμουλιές. Καμιά σχέση με τις λεμονιές. 

ΚΙΜΠΙ 

Kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Μωρή κοντούλα λεμονιά

Με τα πολλά λεμόνια, Βησσανιώτισσα,

σε φίλησα κι αρρώστησα

και το γιατρό δε φώναξα.


Πότε μικρή μεγάλωσες,

κι έγινες για στεφάνι, Βησσανιώτισσα;

Σε φίλησα κι αρρώστησα

και το γιατρό δε φώναξα.


Χαμήλωσε τους κλώνους σου,

να κόψω ένα λεμόνι, Βησσανιώτισσα,

Για να το στύψω να το πιω,

να μου διαβούν οι πόνοι, Βησσανιώτισσα. 


Παραδοσιακό ηπειρώτικο (Βήσσανη, Πωγώνι Ιωαννίνων)


Requiem for a dream

 Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης    ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026   Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...