09/05/2026

Τα ψηλά λεμόνια

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 9-10/5/2026



Εχω γίνει κλέφτης. Σχεδόν κλέφτης δηλαδή. Οχι πια κλέφτης της υπαίθρου, με επιδρομές σε ξεμοναχιασμένες συκιές (από Ιούλη και μετά) ή ρεσάλτα σε βαρυφορτωμένες μουσμουλιές (που είναι στην ώρα τους). Εχω γίνει κλέφτης του άστεως, κανονικός κλέφτης των πόλεων. Εχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι τελικά είχε δίκαιο ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, όταν πρότεινε στη γαλλική εθνοσυνέλευση, κάπου στα 1790, την αποποινικοποίηση της κλοπής –και, αντίθετα, την ποινικοποίηση της ανεπαρκώς φυλασσόμενης ιδιοκτησίας– γιατί έβλεπε σ’ αυτήν μάλλον τον μόνο άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο αναδιανομής του πλούτου υπέρ των πραγματικά «αβράκωτων» της Γαλλικής Επανάστασης, των φτωχότερων των φτωχών. 

Εχω γίνει κλέφτης ενός πλούτου που δεν υποψιαζόμουν ότι υπάρχει σε τόση αφθονία μέσα στην πόλη, στα στενά πεζοδρόμια των γειτονιών, στους κήπους των λιγοστών παλιών μονοκατοικιών, ακόμη και στους κοινόχρηστους ακάλυπτους πολυκατοικιών. Από τον περασμένο Γενάρη, όταν έσκασε μύτη στις λαϊκές το πρώτο φρέσκο λεμόνι, πράσινο, σκληρό, με ελάχιστο χυμό και 3-3,5 ευρώ το κιλό, 2,5 στο σούπερ μάρκετ, ακριβότερο και από τα εισαγόμενα λάιμ που απαιτούν τα μοχίτο και τα γουακαμόλε μας, άρχισα να παρατηρώ τις λεμονιές της γειτονιάς. Λεμονιές ελευθέρας βοσκής που λένε, ή χαλαρά μαντρωμένες πίσω από κάγκελα αυλών, με τα μισά τους κλαδιά να παραβιάζουν το μαντεμένιο σύνορο της ιδιοκτησίας και του νόμου και τα πρώτα μικρά, πράσινα λεμόνια τους να σε προκαλούν: «Κόψε με, μύρισέ με, στίψε με, γεύσου με». 

Απίστευτο πώς δεν το είχα παρατηρήσει τόσα χρόνια. Αλλά από την άλλη πλευρά διόλου απίστευτο, όταν ήδη μεγαλώνει μια γενιά που μαθαίνει τα οπωροφόρα αποκλειστικά από τις εικόνες βιβλίων και τις εφαρμογές αναγνώρισης φυτών του ίντερνετ και ένα τμήμα της μπορεί να πιστεύει ότι τα λεμόνια –και τα πορτοκάλια, τα μούσμουλα, οι πατάτες ή τα κρεμμύδια– είναι πράγματα που φυτρώνουν απευθείας στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Και ότι εν τέλει η μόνη υλική πραγματικότητα της φύσης, του φυτικού και ζωικού κόσμου, είναι το συσκευασμένο ή ζυγισμένο σε σακούλα προϊόν που θα ακολουθήσει τη διαδρομή: ράφι-καρότσι-ταμείο-ψυγείο-στόμα-στομάχι-έντερο (κι ας μη συνεχίσω με τους τελευταίους κρίκους της εφοδιαστικής-αφοδευτικής αλυσίδας της κατανάλωσης). 

Απ’ την άλλη, δεν υπάρχει και τίποτα παράδοξο σ’ αυτό. Οι γειτονιές της Αθήνας και των άλλων μεγαλουπόλεων, που σήμερα είναι ενταγμένες στον πυκνοπλεγμένο οικιστικό ιστό, κατάφορτες με μπετόν, πολυκατοικίες και άσφαλτο, ήταν κάποτε χωράφια ή αραιοκατοικημένες συνοικίες, προσφυγικοί συνοικισμοί, ακόμη και παραθεριστικά προάστια. Είχαν περιβόλια, μποστανάκια, κοτέτσια, ακόμη και στάνες στα ημιορεινά. Κι ήταν αδιανόητο για τους εποίκους τους να μην περιβάλλουν τα ισόγεια ή διώροφα σπίτια τους με μερικά μέτρα αυλή φυτεμένη με μια-δυο λεμονιές, πορτοκαλιές, μουσμουλιές, βυσσινιές ή συκιές. Ισως και κανένα πλατανάκι, αν είχε κοντά νερά. Οχι πάντως νεραντζιές, αυτές ήρθαν αργότερα, όταν μπροστά από τα εκτός σχεδίου οικόπεδα που έγιναν εντός έπρεπε να περάσουν δρόμοι, να γίνουν πεζοδρόμια και οι ιδιοκτήτες των σχεδόν εξοχικών κατοικιών να παραχωρήσουν ένα-δυο μέτρα απ’ τα οικόπεδά τους, κι έτσι κάμποσες λεμονιές που ήταν Ι.Χ. βγήκαν εκτός οικοπέδου κι έγιναν κοινόχρηστες. Ετσι εξηγείται το πόσες πολλές λεμονιές, προκλητικά φορτωμένες με τους καρπούς τους, ανακάλυψα καθυστερημένα σε Βύρωνα, Καισαριανή, Ηλιούπολη, Αργυρούπολη, Υμηττό, δυο βήματα από το κέντρο της Αθήνας. Αν όλες οι λεμονιές του ελεεινού –πρώην κλεινού– άστεως ήταν συγκεντρωμένες, ίσως η πόλη είχε ένα λεμονοδάσος μεγαλύτερο κι από του Πόρου. 

Κι έτσι, έγινα κλέφτης. Κλέφτης λεμονιών. Χωρίς τύψεις. Αλλά πολύ λιγότερο κλέφτης απ’ όσους πετυχαίνουν να πάει η τελική τιμή ενός προϊόντος –τόσο δεδομένου όσο και το χώμα, το νερό, ο ήλιος– στα 2,5 ευρώ το κιλό. Που δεν είναι οι καλλιεργητές, αλλά όσοι έχουν διαμεσολαβήσει σ’ αυτό: από τους πολεμοκάπηλους ΗΠΑ-Ισραήλ, που βάζοντας φωτιά στη Μέση Ανατολή, στο πετρέλαιο και στο αέριο, εκτινάσσουν και τις τιμές των λιπασμάτων, μέχρι τους σφετεριστές των δημόσιων αγαθών, της γης, του νερού, ακόμη και του ήλιου, που η αγορά τα μεταλλάσσει σε ακριβά χωράφια, ακριβότερο πότισμα κι ακόμη πιο ακριβό ρεύμα. (Και κοιτάξτε σύμπτωση: οι λέξεις λεμονέα, λεμονιά, λεμόνι προέρχονται από την περσική λέξη limu. Δεν είναι αυτό μια καταπληκτική «εκδίκηση» της Ιστορίας;) 

Παρατηρώ, βέβαια, ότι δεν είμαι ο μόνος κλέφτης λεμονιών. Από τον Φλεβάρη, πάνω που άρχισαν να κιτρινίζουν οι καρποί κι εγώ άρχισα να δρέπω –διακριτικά, βράδυ ή πολύ πρωί– όσους έφτανα απλώνοντας το χέρι, ξεκίνησε και η αραίωση. Μέχρι τον Μάρτιο, στα δύο μέτρα δεν έμεινε ούτε ένας καρπός στα δέντρα του ευρύτερου ενδιαιτήματός μου. Τον Απρίλιο η μαζική απαλλοτρίωση είχε φτάσει στα δυόμισι μέτρα, τώρα ξεπέρασε τα τρία, κι έτσι οι λεμονιές, των πεζοδρομίων ή των αυλών, αποψιλωμένες μέχρι το μέσο της φυλλωσιάς τους, μένουν στεφανωμένες με κατακίτρινα, ώριμα λεμόνια σε ύψος που δεν τα φτάνεις παρά μόνο με σκάλα ή φρουτοσυλλέκτη. «Και τι μ’ αυτό;» θα μου πείτε. «Οσα δεν φτάνει η αλεπού πηδάει και τα φτάνει», λέγαμε παλιότερα, παραλλάσσοντας την παροιμία υπέρ μιας πιο ριζοσπαστικής συμπεριφοράς. Αλλά, πείτε μου, ποιος κοτάει να βγει στη γειτονιά, μπροστά από ξένες αυλές, με μια σκάλα ή ένα δίμετρο κοντάρι για να ρίξει τους ξεχασμένους, παρατημένους στην υπερωρίμανση, στη σήψη και στην πτώση καρπούς; Τα ψηλά λεμόνια είναι της ντροπής. Ακόμη και για μας, τους σχεδόν κλέφτες των πόλεων. 

Κι ένα χιλιοστό της δικής μας ντροπής να είχαν οι πραγματικοί κλέφτες της ζωής, της ελευθερίας, των δημόσιων αγαθών, του περιβάλλοντος, του κοινού μας πλούτου, ο κόσμος θα ήταν κάπως καλύτερος. 

ΥΓ. Επόμενος στόχος, τα μούσμουλα. Λιγοστές και ακριβοθώρητες βέβαια οι αστές μουσμουλιές. Καμιά σχέση με τις λεμονιές. 

ΚΙΜΠΙ 

Kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Μωρή κοντούλα λεμονιά

Με τα πολλά λεμόνια, Βησσανιώτισσα,

σε φίλησα κι αρρώστησα

και το γιατρό δε φώναξα.


Πότε μικρή μεγάλωσες,

κι έγινες για στεφάνι, Βησσανιώτισσα;

Σε φίλησα κι αρρώστησα

και το γιατρό δε φώναξα.


Χαμήλωσε τους κλώνους σου,

να κόψω ένα λεμόνι, Βησσανιώτισσα,

Για να το στύψω να το πιω,

να μου διαβούν οι πόνοι, Βησσανιώτισσα. 


Παραδοσιακό ηπειρώτικο (Βήσσανη, Πωγώνι Ιωαννίνων)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα ψηλά λεμόνια

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 9-10/5/2026 Εχω γίνει κλέφτης. Σχεδόν κλέφτης δηλαδή. Οχι πια κλέφτης της υπαίθρου, με επιδρομές σε ξεμοναχιασμέν...