Sunday, January 28, 2024

Το στραβό το κλίμα και ποιος το πληρώνει

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 26-27/1/2024



Παρότι όλοι, και τα 8 δισ. διπόδων, ελλόγων όντων, είμαστε επιβάτες του διαστημόπλοιου Γη, και θεωρητικά έχουμε όλοι τούς ίδιους λόγους να ανησυχούμε για την πορεία του προς την κλιματική καταστροφή, ταυτοχρόνως αρκετοί (και μάλλον οι περισσότεροι) έχουμε κάθε λόγο να είμαστε καχύποπτοι για το πόσο ειλικρινής και πραγματικά αποτελεσματική είναι η πράσινη φλυαρία και μεταστροφή της παγκόσμιας πολιτικής και επιχειρηματικής ηγεσίας.  


Για παράδειγμα, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί αγρότες που βγήκαν κατά χιλιάδες στους δρόμους, στις πλατείες και στις εθνικές οδούς, με τα τρακτέρ τους ή και χωρίς αυτά, χλευάζονται συχνά για τη χαμηλή περιβαλλοντική συνείδηση και ευαισθησία τους, γιατί επιμένουν οι αγελάδες και τα γουρούνια τους να πέρδονται ασυστόλως εκλύοντας μεγάλες ποσότητες μεθανίου, ή να εξουθενώνουν τη γη τους με εντατικές μονοκαλλιέργειες και πολλά λιπάσματα, την ώρα που αρκετοί κλιματικά ευσυνείδητοι συμπολίτες τους φροντίζουν το περιβάλλον επιλέγοντας να κυκλοφορούν με τα ηλεκτρικά Tesla τους, καταναλώνοντας μόλις 20 κιλοβατώρες ανά 100 χιλιόμετρα, με μηδενικές εκπομπές. 


Το πώς αγοράζει κανείς ένα Tesla ή ένα άλλο ηλεκτρικό αυτοκίνητο, ένα Citroen, ένα Toyota ή μια ηλεκτρική Lotus με μόλις 95.000 ευρώ είναι ένα άλλο ζήτημα, που οι φαιοπράσινοι εγκέφαλοι του πλανήτη αποφεύγουν να σχολιάσουν, επιλέγοντας να επιβραβεύσουν την περιβαλλοντική συνείδηση και συμπεριφορά. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα των 30.000 και 50.000 ευρώ, εκτός του ότι επιδοτείται η αγορά τους, απαλλάσσονται από τα τέλη κυκλοφορίας, ενώ ένα συμβατικό, ρυπογόνο βενζινοκίνητο εικοσαετίας εμπορικής αξίας 1.000 ευρώ στην καλύτερη, πληρώνει 200 ή 300 ευρώ, αναλόγως κυβισμού. 


Το ερώτημα, ποιοι μπορούν και πώς μπορούν να πάρουν ένα «καθαρό» ηλεκτρικό αυτοκίνητο φυσικά και δεν τίθεται στην πράσινη φλυαρία κι έτσι η παιδαγωγική αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», που θεωρείται εδώ και δεκαετίες ο δικαιότερος κανόνας για την κατανομή του κόστους αποτροπής της κλιματικής κρίσης, διολισθαίνει στον μόνο σταθερό κανόνα του καπιταλιστικού μας πολιτισμού εδώ και αιώνες: «ο φτωχότερος πληρώνει τα περισσότερα». Ισχύει σε πλανητικό επίπεδο, εφαρμόζεται και εντός κάθε χώρας, όπου το κόστος της λεγόμενης πράσινης μετάβασης κατανέμεται ως ανεστραμμένη πυραμίδα του πλούτου. Τα πολλά τα πληρώνουν οι πολλοί που παίρνουν τα λίγα. Δηλαδή τα φτωχότερα νοικοκυριά, με τα βρόμικα παλιά αυτοκίνητα ή τις ενεργοβόρες συσκευές που δεν τολμούν να αντικαταστήσουν. Ρίξτε μια προσεκτική ματιά στους λογαριασμούς ρεύματος και στις «ρυθμιζόμενες χρεώσεις» τους για τις οποίες πέφτει «μούγκα» και θα καταλάβετε τι εννοώ. 


Δεν είχαμε, βέβαια, την αυταπάτη ότι η λεγόμενη πράσινη μετάβαση θα γίνει με όρους κοινωνικής και ιστορικής δικαιοσύνης. Οτι δηλαδή τα πλούσια, βιομηχανικά έθνη του 19ου και 20ου αιώνα θα πληρώσουν περισσότερο από τις χώρες και περιοχές του πλανήτη στις οποίες έχουν διώξει τις πιο ρυπογόνες παραγωγικές δραστηριότητες. Ούτε ότι σε κάθε χώρα οι πλουσιότεροι ή οι επιχειρήσεις που διαγκωνίζονται για να εξασφαλίσουν «πιστοποιητικά» περιβαλλοντικής και κοινωνικής υπευθυνότητας, βεβαιώσεις ESG και βραβεία χαμηλού ή μηδενικού αποτυπώματος θα κληθούν να αναλάβουν το μεγαλύτερο κόστος του «πρασινίσματος». Θα περιμέναμε ωστόσο να μη μας δουλεύουν ψιλό γαζί. 


Διάβασα μια είδηση που μου έκανε «κλικ». Στην Κίνα, όπου κυκλοφορούν τα μισά ηλεκτρικά αυτοκίνητα του κόσμου, 20 εκατ. ηλεκτρικά και υβριδικά οχήματα αναμένεται να καταναλώσουν φέτος 52 τεραβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω των δημόσιων σταθμών φόρτισης, ποσότητα που θα ξεπεράσει κατά τι τη συνολική κατανάλωση ηλεκτρισμού στην Ελλάδα. Πέρσι ξεπέρασαν την κατανάλωση της Ιρλανδίας και υποθέτουμε πως σε ένα ή δυο χρόνια, όταν τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα της Κίνας θα έχουν φτάσει τα 30 εκατ., η κατανάλωση ηλεκτρισμού θα έχει φτάσει τη συνολική μιας Ισπανίας ή μιας Ιταλίας. Πόσα ορυκτά καύσιμα καταναλώθηκαν για να παραχθεί αυτή η ενέργεια; Γιατί αποκλείουμε να προήλθε όλη από φωτοβολταϊκά ή ανεμογεννήτριες. Πόσα αέρια εκλύθηκαν στην ατμόσφαιρα για να φορτιστούν τα καθαρά ηλεκτρικά αυτοκίνητα; Και πόσα εκλύθηκαν για να παραχθούν τα μέταλλά τους, να εξορυχθούν τα σπάνια στοιχεία των μπαταριών τους, ακόμη και για να «παραχθούν» τα κρυπτονομίσματα με τα οποία μερικά από αυτά τα αυτοκίνητα πληρώθηκαν; 


Κανείς δεν δίνει λογαριασμό στον μεγάλο λογαριασμό. Η παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας είναι αυτή τη στιγμή λίγο πάνω από τις 25.000 τεραβατώρες. Προς το παρόν τα ηλεκτρικά οχήματα δεν ξεπερνούν τα 50 εκατ. σε όλο τον κόσμο και απορροφούν ένα απειρολάχιστο -προς το παρόν- ποσοστό της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας. Αλλά, τι θα γίνει όταν τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα αντικαταστήσουν σταδιακά ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος των 1,5 δισ. συμβατικών οχημάτων που κυκλοφορούν στον πλανήτη; Πόσες τεραβατώρες θα απαιτούν 500 εκατ. ηλεκτρικά αυτοκίνητα, 1 δισ. ηλεκτρικά αυτοκίνητα, όταν τα ρυπογόνα συμβατικά, με τις μηχανούλες εσωτερικής καύσης τους, τεθούν υπό διωγμόν; Σε πόσες Ελλάδες ή Ιρλανδίες θα αντιστοιχεί η φόρτισή τους, πόσα ορυκτά καύσιμα θα έχουν καεί για να καλυφθούν οι ανάγκες τους σε ηλεκτρισμό; Διότι, υποθέτει κανείς, είναι απίθανο στην επόμενη δεκαετία, ακόμη και εικοσαετία, να έχει εξασφαλιστεί η κάλυψη της παραγωγής ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές σε ποσοστό πάνω από 50% παγκοσμίως. Ισως αυτό εξηγεί, άλλωστε, την αυτοπεποίθηση του πετρελαϊκού καρτέλ ότι η ζήτηση για πετρέλαιο και αέριο θα είναι σταθερή και την επόμενη εικοσαετία. Κι αυτό επίσης εξηγεί γιατί με τόση άνεση οι παγκόσμιες διασκέψεις για το κλίμα (COP 28, COP 29 κοκ) κάθε χρόνο περιπλανώνται από τη μια πετρελαιοπαραγωγό χώρα στην άλλη, και χρηματοδοτούνται και διευθύνονται από γνήσιους πετρελαιάδες. Κι αυτό επιπλέον εξηγεί γιατί, παρά το γεγονός ότι το μερίδιο των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή αυξάνεται γρήγορα (πάνω από το 30%), οι εκπομπές αερίων στην ατμόσφαιρα από την ηλεκτροπαραγωγή μένουν εδώ και μια δεκαετία σταθερές, αν όχι και αυξανόμενες. 


Η τεχνοκρατία της πράσινης μετάβασης, με λίγα λόγια, βασίζεται σε μια πλάνη, αν όχι και απάτη. Οχι μόνο ως προς το ποιος/ποιοι φέρουν τη μεγαλύτερη ευθύνη για την κλιματική κρίση, όχι μόνο για το ποιος/ποιοι θα πληρώσουν το μεγαλύτερο κόστος γι’ αυτή τη μετάβαση, αλλά και για το αν οι λύσεις που προτείνουν ως μονόδρομο έχουν πράγματι ευεργετική επίδραση στην κλιματική κρίση και σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τις τσέπες τους, την κερδοφορία τους, τα stock option τους. Ητανε στραβό το κλίμα (όχι το κλήμα), το τρώει κι η πράσινη μετάβαση...


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Εχουμε μια τεράστια επένδυση σε εγκαταστάσεις για κινητήρες εσωτερικής καύσης, κιβώτια ταχυτήτων και άξονες και δεν βλέπω να τις πετάμε μόνο και μόνο επειδή το ηλεκτρικό αυτοκίνητο δεν εκπέμπει καυσαέρια.

Χένρι Φορντ ΙΙ (1917-1987)  


Saturday, January 20, 2024

Οι φάσεις της ζωής και η αφασία της πολιτικής

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 19-20/1/2024


 Στην ταινία του Θόδωρου Μαραγκού «Μάθε παιδί μου γράμματα» (1981), ο Δημοσθένης (ο μακαρίτης Κώστας Τσάκωνας) κάνει την ανασκόπηση της ζωής του με τη θρυλική ατάκα: «Εξι χρόνια στο Δημοτικό. Εξι χρόνια στο Γυμνάσιο, δώδεκα. Εξι χρόνια στο Πολυτεχνείο, δεκαοχτώ. Εξι χρόνια στο εξωτερικό, είκοσι τέσσερα. Και έξι χρόνια μέχρι που να πάω σχολείο, τριάντα. Μέχρι τα τριάντα έξι που είμαι, ακόμα άλλα έξι χρόνια. Πού πήγανε; Τι γίνανε έξι χρόνια;»

 Προφανώς ο νυν υπουργός Παιδείας Κυριάκος Πιερρακάκης, γεννημένος το 1983, δύο χρόνια αφότου η ταινία έκανε πάταγο, με πάνω από 320.000 εισιτήρια, δεν την έχει δει. Ή κι αν την έχει δει αδυνατεί να συλλάβει το νόημά της. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγήσει κανείς την ευκολία με την οποία απεφάνθη, μιλώντας σε φόρουμ για την τεχνητή νοημοσύνη, ότι «η ζωή τριών φάσεων έχει τελειώσει». Οπου τρεις φάσεις της ζωής, ο παραδοσιακός διαχωρισμός μεταξύ μάθησης, εργασίας και συνταξιοδότησης. 

Ο συλλογισμός του υπουργού είναι απλός: η τεχνολογία είναι ο βασικός επιταχυντής των εξελίξεων στην παραγωγική διαδικασία, τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα θα ζήσουν πάνω από 100 χρόνια και θα χρειαστούν δεξιότητες για δουλειές κι επαγγέλματα που δεν υπάρχουν ακόμη, άρα το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να προσαρμοστεί σ’ αυτή την προοπτική. Δεν μας εξήγησε ο υπουργός πόσες και ποιες είναι οι φάσεις της νέου τύπου ζωής που πρέπει να τρέξει πίσω από τον επιταχυντή τεχνολογία. Υποθέτουμε ότι εννοεί μια επιμήκυνση της μαθησιακής φάσης, με βαθιά διείσδυσή της στην εργασιακή φάση (χοντρικά αυτό που λέμε διά βίου μάθηση), ένα θόλωμα ή και εξαφάνιση των ορίων μεταξύ εκπαίδευσης και απασχόλησης, και επίσης μια ακόμη μεγαλύτερη επιμήκυνση της εργασιακής φάσης, με μετάθεση της συνταξιοδότησης όλο και πλησιέστερα στο νέο προσδόκιμο επιβίωσης, τα 100 χρόνια και κάτι που υπολογίζει -και σωστά- ο υπουργός. Οι Γερμανοί τεχνοκράτες θεωρούν θέμα χρόνου τη μετάθεση του ορίου συνταξιοδότησης στα 70 και κάτι. 


Αν ο Τσάκωνας ζούσε, ως Δημοσθένης του «Μάθε παιδί μου γράμματα», θα ήταν σήμερα 80 και κάτι και θα είχε να αντιμετωπίσει μια πιο δύσκολη αριθμητική: «6 χρόνια στο Δημοτικό, 6 χρόνια στο Γυμνάσιο/Λύκειο, 6 χρόνια στο Πανεπιστήμιο, 6 χρόνια στα μεταπτυχιακά, 6 χρόνια στην επανακατάρτιση, 16 στη διά βίου εκπαίδευση, 22 στην πλήρη απασχόληση, 74 μαζί με τα 6 πριν πάω σχολείο. Μέχρι τα 80 που είμαι, μένουν άλλα 6, αλλά ακόμη δεν έχω πάρει σύνταξη. Πού πήγαν τα άλλα έξι;» Κι αυτό αν υποθέσουμε ότι θα του έλειπαν μόνο έξι. Είναι απίθανο ο κ. Πιερρακάκης να μπορούσε να του λύσει την απορία για το πού και πώς κατακερματίστηκε και χάθηκε μια ολόκληρη «φάση ζωής». 

Η διαπίστωση του υπουργού Παιδείας πως η ζωή των τριών φάσεων έχει τελειώσει δεν έχει την παραμικρή χρησιμότητα. Αν είχε ζήσει ως ενήλικας στη δεκαετία του ’80 θα είχε την ευκαιρία να καταλάβει ότι τέτοια κανονικότητα δεν υπήρξε ποτέ, τουλάχιστον όχι για τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας. Ολες οι φάσεις της ζωής είχαν χάσματα, ρήγματα, απότομες διακοπές. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν άβατο για τα φτωχότερα στρώματα, άρα η μαθησιακή φάση διακοπτόταν για τους περισσότερους το πολύ στα 16 χρόνια, κι αμέσως μετά ανοιγόταν μπροστά τους η αχανής εργασιακή φάση, που μπορεί να είχε κρίσεις, ανεργία και τεχνολογικά σοκ. 

Α ναι, η τεχνολογία ήταν πάντα επιταχυντής, κύριε Πιερρακάκη, δεν έγινε τώρα λόγω ψηφιακής μετάβασης. Αν ζούσε στη δεκαετία του ’80 ο υπουργός, ίσως είχε την εμπειρία της αποβιομηχάνισης, της παρακμής της κλωστοϋφαντουργίας, των λουκέτων στα λιγοστά δείγματα εγχώριας βαριάς βιομηχανίας που άφηναν κατά δεκάδες χιλιάδες εργάτες άνεργους, οι οποίοι έπρεπε να γίνουν κάτι άλλο: υπάλληλοι δήμων, να πάνε στις κατασκευές, στο εμπόριο, στον τουρισμό, στις υπηρεσίες. Κι όσοι ήταν μεγαλύτεροι και δεν είχαν το περιθώριο της επανακατάρτισης, συσσωρεύονταν στον προθάλαμο του συνταξιοδοτικού συστήματος, με τα όρια ηλικίας να ακροβατούν μεταξύ του χαμηλού προσδόκιμου ζωής -μόλις 75 το 1980- και της πρόωρης απόσυρσης των περιττών από την αγορά εργασίας. 

Ας ρωτήσει ο υπουργός Παιδείας τους επιζώντες του Μεγάλου Πολέμου ή της μεταπολεμικής περιόδου τι περιλάμβαναν οι τρεις φάσεις της ζωής τους: θανάτους, απώλειες, εξορίες, αποκλεισμούς από το εκπαιδευτικό σύστημα ή την αγορά εργασίας, πιστοποιητικά φρονημάτων, μετανάστευση, εσωτερική κι εξωτερική, τρένα που μετέφεραν τους ανθρώπους στο Σαρλερουά ή στη Στουτγάρδη, πλοία που τους άδειαζαν στο Σίδνεϊ ή στη Νέα Υόρκη, με μια βαλίτσα και μηδενικές δεξιότητες. Κάποιοι δεν ξέραν να γράφουν τ’ όνομά τους. 

Κι αν αυτό του φαίνεται πολύ μακρινό, εξωτικό και ξεχασμένο, ας ρωτήσει τη γενιά των μνημονίων σε ποια φάση ζωής εντάσσει τα δέκα και πλέον χαμένα χρόνια της χρεοκοπημένης οικονομίας και της φτωχοποιημένης κοινωνίας. Δέκα χρόνια που συγχώνευσαν για εφήβους, ενήλικες και υπερήλικες τις τρεις φάσεις της ζωής σε μία: τη φάση της απόγνωσης και του μεγάλου θυμού, που σχεδόν εξάλειψε το χάσμα των γενεών, αφού σχεδόν όλοι βουτήχτηκαν στον ίδιο σκατόλακκο. 

Φυσικά και έρχεται το νέο, μεγάλο τεχνολογικό σοκ. Η αυτοματοποίηση της παραγωγής και η τεχνητή νοημοσύνη αχρηστεύουν μαζικά δεξιότητες και επαγγέλματα. Ακόμη και το ΔΝΤ «ανησυχεί» για τα εκατοντάδες εκατομμύρια θέσεις εργασίας που θα καταργηθούν όσο οι πολυεθνικοί όμιλοι ενσωματώνουν τεχνολογικές δυνατότητες που υποκαθιστούν ακόμη και τη σκέψη, τη φαντασία και την ανθρώπινη επινοητικότητα. Κανονικά θα έπρεπε όλοι να πανηγυρίζουμε γι’ αυτή την εξέλιξη, που υπόσχεται απαλλαγή από βαριές και βαρετές εργασίες. Μια δίκαιη και ορθολογική κατανομή των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης φέρνει δραματική μείωση της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας. Δουλειά μιας ώρας θα μπορούσε να αντιστοιχεί στα εξοντωτικά 16ωρα της πρωταρχικής συσσώρευσης του 18ου αιώνα ή στα 10ωρα του βιομηχανικού έπους του 19ου και του 20ού, που παρήγαν μαζικά πρώτες ύλες, αγαθά και πτώματα. Ξέρουμε, όμως, ότι για πολλές δεκαετίες αυτό δεν θα συμβεί. Η απαλλοτρίωση της τεχνητής νοημοσύνης από τους μεγάλους άρπαγες μετασχηματίζει τις τρεις φάσεις της ζωής σε σκοτεινά επεισόδια του «Μαύρου Καθρέφτη». Και ο υπουργός Παιδείας απλώς μας προπονεί γι’ αυτά, μας τα παρουσιάζει ως μοιραία και μη αναστρέψιμα δεδομένα. 

Αλλά δουλειά της πολιτικής και των πολιτικών, δουλειά των τεχνοκρατών της διακυβέρνησης δεν είναι να διαπιστώνουν αυτά που ήδη ξέρουμε και καταλαβαίνουμε. Δουλειά τους είναι να αποτρέπουν, να φρενάρουν ή να επιταχύνουν τις κινήσεις και αποφάσεις των χιλιάδων επιταχυντών της τεχνολογίας, που αποφασίζουν για πάρτη τους, με βάση τους κερδοσκοπικούς στόχους τους, μετατρέποντας τα θαύματα της ανθρώπινης διάνοιας σε τεράστιες κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις. Η αφασία της πολιτικής είναι η χειρότερη απειλή για τις φάσεις της ζωής, είτε είναι τρεις είτε δεκατρείς.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: HAL, παρά την τεράστια ευφυΐα σου, απογοητεύεσαι ποτέ από την εξάρτησή σου από τους ανθρώπους για την εκτέλεση των πράξεών σου;

HAL 9000: Ούτε στο παραμικρό. Μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους. Εχω μια δημιουργική σχέση με τον δρα Πουλ και τον δρα Μπάουμαν. Οι αρμοδιότητες της αποστολής μου εκτείνονται σε όλη τη λειτουργία του διαστημόπλοιου και έτσι είμαι συνεχώς απασχολημένος. Χρησιμοποιώ τον εαυτό μου στον μέγιστο δυνατό βαθμό, κι αυτό είναι το μόνο που νομίζω ότι κάθε συνειδητή οντότητα ελπίζει να κάνει.

Στάνλεϊ Κιούμπρικ, Αρθουρ Κλαρκ. «2001, Οδύσσεια του Διαστήματος»

Saturday, January 13, 2024

Η Μπέλα Μπάξτερ στο Αουσβιτς

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 13-14/1/2024



 Στις εορταστικές και μεθεόρτιες μαζώξεις φίλων και συγγενών δεν έλειψαν και κάποιες σiνεφίλ συζητήσεις, με τις αισθητικές και ιδεολογικές διαφωνίες αναπόφευκτες, για τα δυο κινηματογραφικά γεγονότα των ημερών: τα «Χαμένα κορμιά» του Γιώργου Λάνθιμου και τη «Ζώνη ενδιαφέροντος» του Τζόναθαν Γκλέιζερ. 

Εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχει το παραμικρό σημείο επαφής ανάμεσα στις δυο ταινίες, εκτός από το γεγονός ότι για διαφορετικούς λόγους και οι δυο έχουν πάμπολλες διακρίσεις και βραβεύσεις στα κινηματογραφικά φεστιβάλ. Σε όλα τα άλλα διαφέρουν. 

Η πρώτη είναι μια κωμωδία πυκνής δράσης και σαρκασμού, στην οποία τα πάντα λέγονται και δείχνονται στη στιλπνή, άλλοτε ασπρόμαυρη άλλοτε εκτυφλωτικά έγχρωμη εικόνα της οθόνης. Η δεύτερη είναι μια περίπλοκη οπτικοακουστική εμπειρία, της οποίας η ιστορία που αφηγείται ή υπονοεί εκτυλίσσεται εντός και κυρίως εκτός κινηματογραφικού κάδρου. Η πρώτη είναι η συναρπαστική, σουρεαλιστική περιπλάνηση της Μπέλα Μπάξτερ από τον ψυχρό ευρωπαϊκό Βορρά στον ζεστό μεσογειακό Νότο και, αντίστροφα, μια εκρηκτική εναλλαγή τοπίων, χρωμάτων και συναισθημάτων. Η δεύτερη εξαντλείται σε μερικές δεκάδες στρέμματα κήπων, αλσυλίων και ενός μικρού ποταμού που περιβάλλει το ειδυλλιακό ενδιαίτημα της οικογένειας του διοικητή του μεγαλύτερου ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης και του πιο «παραγωγικού» εργοστασίου θανάτου, του Ρούντολφ Ες (του διοικητή, όχι του στρατηγού). Η ταινία του Λάνθιμου (και το βιβλίο του Αλιστερ Γκρέι) μπορεί να «διαβαστεί» σαν μια ελλειπτική ανασκόπηση της ατελούς πορείας της ανθρωπότητας προς τη χειραφέτηση από τη σκοπιά της γυναίκας. Η ταινία του Γκλέιζερ φωτίζει, αντιθέτως, τη βύθιση της ανθρωπότητας στο πιο ζοφερό σημείο της ιστορίας της. 

Δείτε τις ταινίες, δεν θα πω πολλές λεπτομέρειες. Αλλωστε για το «Poor Things» έχουν γραφτεί τόσα που είναι σαν να έχουν δει την ταινία κι αυτοί που δεν την έχουν δει. Αντίθετα, για τη «Ζώνη ενδιαφέροντος» όσα έχουν γραφτεί και λεχθεί είναι μάλλον αδύνατο να υποκαταστήσουν την εμπειρία της θέασης. Η συσχέτιση των δυο ταινιών δεν είναι απαραίτητη, πιθανότατα είναι εντελώς άσχετες μεταξύ τους και η επιχείρηση διασταύρωσης δεν υπηρετεί τίποτα άλλο εκτός από τη δική μου διαστροφή. 

Υπάρχει λοιπόν κάτι κοινό ανάμεσα στις δυο ταινίες; Ναι, θα έλεγα εγώ. Είναι η διαχείριση του ανθρώπινου σώματος ως αναλώσιμου υλικού. Η Μπέλα Μπάξτερ είναι το κατασκεύασμα ενός ιδιοφυούς επιστήμονα, ενός ακόμη ημίτρελου Φρανκενστάιν, που και ο ίδιος είναι το τερατώδες αποτέλεσμα πειραμάτων του πατέρα του στο σώμα του, «στο όνομα της επιστήμης, της προόδου και της ανάπτυξης». Μόνο που το «σώμα» Μπέλα Μπάξτερ, αφού περνάει όλα τα στάδια της κατά Φρόιντ (ή Πιαζέ) ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης (στοματικό, πρωκτικό, φαλλικό κ.λπ.), ανακαλύπτει την ελευθερία της βούλησης, της επιλογής και της αυτοδιάθεσής της. Ακόμη κι όταν διαθέτει το σώμα της ως εμπόρευμα, δηλαδή εκπορνεύεται μαθαίνοντας ότι το χρήμα είναι πολύ ισχυρότερο μέσο από τον πόθο στη σεξουαλική συναλλαγή, το κάνει με όρους αυτοκυριαρχίας. Η Μπέλα Μπάξτερ γίνεται κύρια του σώματός της, έστω κι αν είναι προϊόν μιας τερατώδους συναρμολόγησης. 

Στη «Ζώνη ενδιαφέροντος» τα ανθρώπινα σώματα που πρωταγωνιστούν στα κινηματογραφικά κάδρα, ο διοικητής του Αουσβιτς Ρ. Ες, η γυναίκα του Χέντγουικ, τα παιδιά τους, το υπηρετικό προσωπικό (Εβραίοι κρατούμενοι) που τους ταΐζει, τους καθαρίζει, που περιποιείται το σπίτι, τους κήπους, τα παρτέρια με τα λουλούδια και τα κηπευτικά, όλα όσα συνθέτουν τον μικρό τους παράδεισο, έχουν σχεδόν πάντα τα βλέμματα αποστραμμένα από το «εργοστάσιο σωμάτων» που δουλεύει ακατάπαυστα ακριβώς πίσω από την αυλή τους. 

Οταν «ο μπαμπάς πάει στη δουλειά» και τα παιδιά ετοιμάζονται για το σχολείο ή παίζουν στον κήπο, βλέπουμε στο βάθος, πίσω από φράχτες και μάντρες, καμινάδες να εκλύουν ακατάπαυστα το προϊόν της «μαζικής ανάλωσης σωμάτων» από τους θαλάμους αερίων. Στο συγκρότημα Αουσβιτς εξοντώθηκαν με το αέριο Zyklon B πάνω από 1 εκατομμύριο άνθρωποι. Ο ίδιος ο Ες, στη δίκη του λίγο πριν καταδικαστεί σε θάνατο και απαγχονιστεί μπροστά στον οικογενειακό του «παράδεισο», ανέλαβε την «ευθύνη» για 2,5 και όχι 3,5 εκατ. θανάτους όπως του απέδιδαν, στα στρατόπεδα που διοίκησε ή επόπτευσε. Η αφοσίωσή του στην ακρίβεια για την παραγωγικότητα στα εργοστάσια «ανάλωσης σωμάτων» μας αφήνει άφωνους, αν και στην ταινία «η δουλειά του μπαμπά και συζύγου» σπάνια επηρεάζει την ήρεμη καθημερινότητα. 

Αν εξαιρέσει κανείς μερικά στιγμιότυπα –τη συζήτηση με τους μηχανικούς της κατασκευαστικής εταιρείας που παρουσιάζουν στον «διοικητή» τα σχέδια επέκτασης των θαλάμων αερίων ώστε να αυξηθεί η παραγωγικότητα σε θανάτους και να λυθεί το «πρόβλημα» της ταχύτερης καύσης των σωμάτων, τα απόμακρα ουρλιαχτά που ταράζουν τον ύπνο της πεθεράς, μη εξοικειωμένης από τις οχλήσεις ενός «εργοστασίου συνεχούς πυράς», τον πανικό του πατέρα όταν βρίσκει ένα μπουκάλι Zyklon στο ήσυχο ποταμάκι που βουτάνε τα παιδιά του και ο ίδιος ψαρεύει, την ένταση που προκαλεί η ξαφνική μετάθεσή του και την ανακούφιση που διαδέχεται τη θριαμβική επιστροφή του ως καταλληλότερου για τη «δουλειά», την απειλή που εκτοξεύει η οικοδέσποινα στην απρόσεκτη υπηρέτρια πως «θα ζητήσει από τον άντρα της να σκορπίσει τη στάχτη της σε όλη την Πολωνία»– όλα κυλούν ήρεμα στο περιποιημένο σπίτι της οικογένειας Ες. Στα 100 λεπτά και κάτι της ταινίας δεν βλέπουμε κανέναν θάνατο live. Ακούμε μόνο τον μακρινό απόηχο εκατοντάδων χιλιάδων θανάτων. Αυτοί που ζουν και δρουν εντός του κινηματογραφικού κάδρου ξέρουν τι γίνεται έξω από αυτό και όχι απλώς το αποδέχονται απαθώς, αλλά το θεωρούν προϋπόθεση του ευτυχούς βίου τους. Αλλά κι εμείς ξέρουμε τι γίνεται εκτός κάδρου. Για την ακρίβεια, ξέρουμε πως ό,τι βλέπουμε στερείται νοήματος. Το νόημα υπάρχει σε αυτό που δεν βλέπουμε, σε αυτό που ξέρουμε ότι γίνεται, αλλά προσποιούμαστε ότι δεν μας αφορά ή είναι τόσο μακρινό που είναι αδύνατο να το αποτρέψουμε ή να επιδράσουμε σε αυτό. Στη μηχανή εξόντωσης εκατομμυρίων σωμάτων. 

Ανάμεσα στα αόρατα, εξαερούμενα σώματα του Αουσβιτς και το «αυτοκυρίαρχο» σώμα της Μπέλα Μπάξτερ, ανάμεσα στα «χαμένα κορμιά» του Ολοκαυτώματος και το απελευθερωμένο κορμί του «Poor Things» υπάρχει μια υπόρρητη συνομιλία, πέρα και πάνω από τις προθέσεις των δημιουργών τους. Ευτυχώς για την Μπέλα Μπάξτερ, έζησε απλώς σε ένα παραμύθι και σχεδόν μισό αιώνα πριν από τον Ες. Αν είχε συγχρονιστεί με αυτόν και εκατομμύρια συμπατριώτες του, είναι βέβαιο ότι θα είχε οδηγηθεί στο Αουσβιτς, με ένα μαύρο τρίγωνο στο πανωφόρι της. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

…Ο εικοστός αιώνας έχει δημιουργήσει μια κατηγορία ανθρώπων που ήταν πραγματικά απόκληροι, που πάντως δεν ανήκαν σε καμία διεθνώς αναγνωρισμένη κοινότητα, τους πρόσφυγες και τους ανιθαγενείς, που στην πράξη δεν μπορούν να θεωρηθούν πολιτικά υπεύθυνοι για οτιδήποτε. Από πολιτική άποψη, ανεξάρτητα από τον ομαδικό ή ατομικό τους χαρακτήρα, είναι οι απολύτως αθώοι· και είναι ακριβώς αυτή η απόλυτη αθωότητα που τους καταδικάζει σε μια θέση έξω, όπως λέμε, από την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Εάν υπάρχει αυτό που αποκαλούμε συλλογική, δηλαδή έμμεση, ενοχή, αυτή θα αντιστοιχούσε στην περίπτωση της συλλογικής, δηλαδή της έμμεσης, αθωότητας. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι είναι οι μόνοι που δεν ευθύνονται για τίποτα· και, παρότι αντιλαμβανόμαστε συνήθως την ευθύνη, ιδιαίτερα τη συλλογική ευθύνη, ως ένα βάρος, ακόμη και ως ένα είδος τιμωρίας, πιστεύω ότι μπορεί να δειχθεί πως το τίμημα που πληρώνεται για τη συλλογική μη-ευθύνη είναι κατά πολύ υψηλότερο.


Χάνα Αρεντ, «Collective Responsibility» («Συλλογική ευθύνη», Schocken Books, Νέα Υόρκη, 2003, σε μετάφραση Δημήτρη Καψάλη, από τον ιστότοπο https://www.respublica.gr)


Saturday, January 6, 2024

Ακρίβεια εναντίον πληθωρισμού, αλήθεια εναντίον μούφας

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 5-7/1/2024


Πάντως, επάρκεια στην αγορά υπάρχει.

 Τώρα που οι καταναλωτές, ξεπαραδιασμένοι από τη λιτή ευωχία και γαστριμαργία των γιορτών, επιστρέφουν στην άπληστη ρουτίνα των οφειλών, με τις δόσεις της Εφορίας, του ΕΝΦΙΑ, των τραπεζικών δανείων, τα τέλη κυκλοφορίας και τα νέα, «φθηνά» τιμολόγια ρεύματος να περιμένουν να πάρουν το αίμα τους πίσω μέχρι τα τέλη Φλεβάρη, ίσως έχει ενδιαφέρον να παραλλάξουμε τη σαρκαστική παροιμία της μνημονιακής εποχής: «Γιατί στο τέλος του μισθού μένει τόσος μήνας;». Και η παραλλαγή που προτείνω είναι η εξής: «Γιατί στο τέλος του πληθωρισμού μένει τόση ακρίβεια;»

Η πληθωριστική κρίση της τελευταίας διετίας, εκτός του ότι άδειασε τις τσέπες δισεκατομμυρίων ανθρώπων και γέμισε τα ταμεία μερικών χιλιάδων επιχειρηματικών ομίλων και των ιδιοκτητών τους (πληθωρισμός κερδών, για να μην ξεχνιόμαστε, ονομάστηκε το φαινόμενο ακόμη και από τους καθωσπρέπει κεντρικούς τραπεζίτες), αποκάλυψε κάτι μυστηριώδες: ο πληθωρισμός μπορεί να φεύγει, αλλά η ακρίβεια να μένει. Το στατιστικό μέγεθος που μετρούν οι κυβερνήσεις και οι «ανεξάρτητες» (και αυτές!) στατιστικές αρχές μπορεί να συρρικνώνεται, αλλά οι τιμές να μένουν εκεί που αναρριχήθηκαν ή και να αυξάνονται. Με λίγα λόγια, άλλο πληθωρισμός και άλλο ακρίβεια. 

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Νοέμβριο έκλεισε μόλις στο 3%, από το διψήφιο ποσοστό που είχε εκτοξευτεί πριν από δύο χρόνια. Αλλά αυτό δεν μας κατέστησε κατά τι πλουσιότερους ή εν πάση περιπτώσει πιο «βιώσιμους». Αυτό που αποκαλείται τελευταία από Αμερικανούς αναλυτές «λαϊκός πληθωρισμός» (people’s inflation), δηλαδή οι τιμές των βασικών αγαθών και υπηρεσιών για τροφή και στέγαση, εξακολουθεί και ξεκοκαλίζει τουλάχιστον το 50% του μέσου εισοδήματος μισθωτών και άλλων βιοποριζόμενων με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Δεν θέλει και καμιά σοφία, ούτε ειδική επιστημονική γνώση να καταλάβει κανείς το γιατί. Ας πάρουμε το απλούστερο παράδειγμα. Την τιμή του ψωμιού, του χωριάτικου, τύπου 70%, που λένε. Το 2021 η ταπεινή φραντζολίτσα στον φούρνο ετιμάτο περίπου 80 λεπτά. Σήμερα δεν τη βρίσκεις κάτω από 1,20. Η ΕΛΣΤΑΤ μπορεί να μετράει τον ετήσιο πληθωρισμό του ψωμιού στο 10% ή 15%, αλλά η πραγματική ανατίμησή του από το 2021 είναι 50%. Πόσο αυξήθηκε ο μέσος μισθός το ίδιο διάστημα; Ακόμη και με βάση τους φτιασιδωμένους κυβερνητικούς υπολογισμούς, η συνολική αύξησή του από το 2019 δεν ξεπερνά το 13%. Το ίδιο μετράει άλλωστε η ΕΛΣΤΑΤ για το μέσο διαθέσιμο εισόδημα: αύξηση 13,4% στην τετραετία. Αν βάλεις δίπλα και τον στατιστικό πληθωρισμό της ίδιας περιόδου, περίπου 14,5%, βγαίνει μία η άλλη. Βολικό, έτσι; Αλλά τι σχέση έχει αυτό το ποσοστό με τις αθροιστικές ανατιμήσεις 50% έως 100% στο ψωμί, στο λάδι, στα φρούτα, στα λαχανικά, στα ζυμαρικά, στο γάλα, στα νοίκια, στο ρεύμα, αλλά και στο ίδιο το χρήμα (το κόστος δανεισμού), δηλαδή σε όλα αυτά από τα οποία εξαρτάται η επιβίωση των ανθρώπων; Καμία. 

Ετσι, την ώρα που οι κεντρικοί τραπεζίτες βαυκαλίζονται ότι με τις αυξήσεις επιτοκίων τιθασεύουν το τέρας, επαναφέρουν τον πληθωρισμό όλο και πιο κοντά στον ιερό στόχο του 2% και διατηρούν την ευρωστία των νομισμάτων τους στις αγορές, τα δικά μας νομίσματα και χαρτονομίσματα, σε φυσική ή άυλη εκδοχή, είναι σκοροφαγωμένα, πληθωριστικά και με υπονομευμένη αγοραστική δύναμη. Γιατί σημασία δεν έχει ποια είναι η τιμή ενός αγαθού, αλλά αν μπορείς να το αγοράσεις με τα λεφτά που έχεις στην τσέπη ή στην πιστωτική σου. Αν η στατιστική, η οικονομική και νομισματική πολιτική προσγειώνονταν στο επίπεδο των φτωχότερων και μέσων νοικοκυριών θα σταματούσαν να μετράνε το μυστικιστικό και ανώφελο για την πλειονότητα μέγεθος και θα μετρούσαν τα δύο άλλα, που αποτυπώνουν την ταξική άβυσσο του οικονομικού πολιτισμού μας: τον «λαϊκό πληθωρισμό» και τον «πληθωρισμό των κερδών». 

Η προσήλωση της πολιτικής, οικονομικής και τεχνοκρατικής ελίτ στον στατιστικό πληθωρισμό είναι ένα απατηλό τρικ που οδηγεί σε ακραίες πλάνες. Ας πάρουμε δύο παραδείγματα. Στην Αργεντινή του φασίζοντος Μιλέι ο πληθωρισμός είναι 161% και στην Τουρκία του Ερντογάν 64%. Στο Νότιο Σουδάν ο πληθωρισμός είναι αρνητικός, -3,3% κατέγραψε η τελευταία μέτρηση, αλλά δεν βγήκαν να πανηγυρίσουν από χαρά οι 10,5 εκατ. κάτοικοί του, που ζουν με κατά κεφαλήν ΑΕΠ 1.700 δολάρια τον χρόνο. Ο πληθωρισμός πράγματι διαβρώνει το εισόδημα των ανθρώπων, το ίδιο και η εξασθένηση του εθνικού νομίσματος, όχι όμως ως στατιστικό μέγεθος, αλλά ως πραγματική μείωση της αγοραστικής δύναμης και των μισθών τους. Ο αρνητικός πληθωρισμός (αποπληθωρισμός) του Ν. Σουδάν δεν καθιστά τους κατοίκους του 50 φορές πλουσιότερους από τους Αργεντίνους ή 20 φορές από τους Τούρκους. 

Αλλωστε, για να μην πάμε τόσο μακριά, σε άλλες ηπείρους, ας ρίξουμε μια ματιά στα νέα τιμολόγια ρεύματος, που η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη «φθήνια» τους, λέει και έχουμε φάει τόσους λωτούς που δεν θυμόμαστε ούτε ότι τους φάγαμε. Μετά τη διετία τρόμου με τη ρήτρα αναπροσαρμογής και τις αναγκαστικές κρατικές επιδοτήσεις, έσκασαν μύτη τιμολόγια περίπου 14 λεπτά την κιλοβατώρα (στα πράσινα). Σαμπάνιες! Οι πάροχοι ανακοίνωσαν χρεώσεις κάτω από τις αναμενόμενες. «Σ’ ευχαριστώ, ω εταιρεία, εν αφθονία μού παρέχεις σπίτι, τροφή και κιλοβατώρες!». Η πρώην δημόσια ΔΕΗ λίγο φθηνότερη, οι βασικοί ανταγωνιστές της ελάχιστα ακριβότεροι, άρα πρέπει να κάνουμε τουμπεκί, γιατί και ο πληθωρισμός του ρεύματος ελέγχεται. Πλάκα μάς κάνουν; Το αληθινό μέτρο, όμως, είναι το εξής: Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2019, η υπό κατάρρευση (κατά Χατζηδάκη) ΔΕΗ χρέωνε 9,4 λεπτά την κιλοβατώρα και 7 το νυχτερινό. Πόση αύξηση είναι μέχρι τα 14 λεπτά; 35%; Περίπου. Τόσο, λοιπόν, πρέπει να πέσουν κι οι τιμές του ρεύματος για να καταλάβει ο μέσος άνθρωπος ότι έπεσε και ο «πληθωρισμός της ενέργειας». Κι άλλο τόσο και περισσότερο πρέπει να ψαλιδιστεί ο «πληθωρισμός των κερδών», που τελικά αποδεικνύεται η βασική, αν όχι η μόνη εκδοχή πληθωρισμού, όπως αποδεικνύει το πάρτι κερδοφορίας και μερισμάτων στους μετόχους, που με τη μέγιστη αλαζονεία προβάλλουν από τρίμηνο σε τρίμηνο οι επιχειρηματικοί όμιλοι που έχουν τον έλεγχο της πείνας και της επιβίωσής μας. 

Ο πληθωρισμός μάς έκανε γενικά φτωχότερους, αλλά μας έκανε λίγο πλουσιότερους σε γνώση και κατανόηση. Μάθαμε τουλάχιστον να ξεχωρίζουμε τον πληθωρισμό από την ακρίβεια και την αλήθεια από τη μούφα. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Λέγεται ότι ο Λένιν δήλωσε ότι ο καλύτερος τρόπος για να καταστραφεί το καπιταλιστικό σύστημα ήταν να ευτελιστεί το νόμισμα. Με μια συνεχή διαδικασία πληθωρισμού, οι κυβερνήσεις μπορούν να δημεύουν, κρυφά και απαρατήρητα, ένα σημαντικό μέρος του πλούτου των πολιτών τους. Με αυτή τη μέθοδο όχι μόνο κατάσχουν πλούτο, αλλά τον κατάσχουν αυθαίρετα. Και, ενώ αυτή η διαδικασία εξαθλιώνει τους πολλούς, στην πραγματικότητα καθιστά πλουσιότερους ορισμένους. Η θέα αυτής της αυθαίρετης αναδιανομής του πλούτου πλήττει όχι μόνο την ασφάλεια, αλλά και την εμπιστοσύνη στην ισότητα της υπάρχουσας διανομής του πλούτου. Εκείνοι στους οποίους το σύστημα φέρνει απροσδόκητα κέρδη, πολύ πέρα από τις προσδοκίες ή τις επιθυμίες τους, γίνονται «κερδοσκόποι», που είναι το αντικείμενο του μίσους της αστικής τάξης, την οποία ο πληθωρισμός εξαθλιώνει όχι λιγότερο από το προλεταριάτο. Καθώς ο πληθωρισμός προχωρά και η πραγματική αξία του νομίσματος ανεβοκατεβαίνει βίαια από μήνα σε μήνα, όλες οι σταθερές σχέσεις μεταξύ οφειλετών και πιστωτών, που αποτελούν το απόλυτο θεμέλιο του καπιταλισμού, διαταράσσονται τόσο πολύ που σχεδόν χάνουν το νόημά τους. Και η διαδικασία της απόκτησης πλούτου εκφυλίζεται σε τζόγο και λαχειοφόρο αγορά. 

Τζον Μέιναρντ Κέινς, «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης»