Saturday, August 26, 2023

Δεν υπάρχει κράτος, μαντάμ

Η Εφημερίδα των Συντακτών 26-27/8/2023


Στην πασίγνωστη διασκευή του τραγουδιού της Εντίθ Πιαφ, «Padam», από τους Μουζουράκη-Αμπατζή σε «Μαντάμ», παρότι δεν είναι παρά μια πληθωρική και αστεία ερωτική εξομολόγηση ενός κεραυνοβολημένου αρσενικού για το θηλυκό αντικείμενο του πόθου του, υπάρχει η κλασική πλέον κατακλείδα που μοιάζει παντελώς άσχετη με τους υπόλοιπους στίχους: «Δεν υπάρχει κράτος, μαντάμ!». 

Το υπονοούμενο πίσω από τη φράση είναι πως υπάρχει μια κατάχρηση της επίκλησης του κράτους διά πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν, την αρωγή του οποίου οι νεοέλληνες είναι ικανοί να ζητήσουν ακόμη και σε περιστατικά ερωτικής κεραυνοπληξίας. Εντάξει, υπήρχε πράγματι η μακρά παράδοση πελατειακού κράτους στη χώρα, στο πλαίσιο της οποίας οι πολιτευτές υπόσχονταν ακόμη και γαμπρούς και προίκες στα φτωχά κορίτσια της επαρχίας, αλλά μέχρι εκεί. Περίπτωση επιστράτευσης του κράτους προς ενίσχυση ερωτικής κατάκτησης δεν έχει αναφερθεί. 

Ζητάμε πολλά από το κράτος, άραγε; Θέλουμε το κράτος παραδουλεύτρα, προξενήτρα, προσωπικό μασέρ, κηπουρό, χρηματοδότη, σωματοφύλακα; Προφανώς υπάρχουν κάποιοι που έχουν αυτήν ακριβώς την αντίληψη και απαίτηση από το κράτος και τους λειτουργούς του, όπως επίσης υπάρχουν ολόκληρες τάξεις και κοινωνικά στρώματα που θεωρούν τον κρατικό μηχανισμό ιδιοκτησία τους. Τα τελευταία εβδομήντα με ογδόντα χρόνια το ελληνικό κράτος, με όλους τους μετασχηματισμούς του, με τις πράξεις και τις παραλείψεις του, σε γενικές γραμμές είναι αφοσιωμένο στις ίδιες κοινωνικές ομάδες που έχουν καθορίσει το κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο, τη γεωπολιτική θέση και το σύστημα διακυβέρνησης της χώρας, με τους γνωστούς θριάμβους και ολέθρους. 

Ομως, έστω κι έτσι, έστω κι αν γνωρίζουμε ότι το κράτος σε γενικές γραμμές μεροληπτεί υπέρ των ισχυρότερων και πλουσιότερων, υπάρχει μια ελάχιστη απαίτηση από όλους να ανταποκρίνεται στα βασικά. Αυτή είναι η συνθήκη σχεδόν από τα προϊστορικά χρόνια, από τότε που υπάρχουν οργανωμένες κοινωνίες. Οπως μας έχει ξεκαθαρίσει ο Χομπς (αλλά, για να είμαστε δίκαιοι πολύ πριν απ’ αυτόν και ο Αριστοτέλης), ο μεγάλος Λεβιάθαν του κράτους είναι ο θνητός θεός που αναλαμβάνει την ειρήνη και τη διαφέντεψή μας κατ’ εξουσιοδότηση κι «έχει στη διάθεσή του τόση εξουσία και δύναμη, ώστε επισείοντάς τες να μπορεί να κατευθύνει τη βούληση όλων προς τους σκοπούς της εσωτερικής ειρήνης και της αμοιβαίας αρωγής έναντι των εξωτερικών εχθρών».

Αυτή την ελάχιστη συνθήκη, έτσι όπως στρογγυλά τη διατύπωσε πριν από σχεδόν τέσσερις αιώνες ο Χομπς, και η οποία ισχύει ακόμη και στα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα, διατύπωναν με τον τρόπο τους οι δίκαια αγανακτισμένοι πολίτες που έβλεπαν τα σπίτια τους να καίγονται στον Εβρο ή στην Πάρνηθα και κόβονταν στον αφιλόξενο τηλεοπτικό αέρα κάθε φορά που περιέγραφαν την απουσία ή την ανικανότητα του κράτους να τους προστατέψει από τη φωτιά. Κι αυτή την ελάχιστη απαίτηση την έχουν όλοι, ανεξάρτητα από ιδεολογική στάση και διάθεση έναντι του κράτους: από τους ακραιφνείς κρατιστές μέχρι τους άσπονδους αντικρατιστές και αντιεξουσιαστές. Ακόμη και οι φανατικοί νεοφιλελεύθεροι, που αντιμετωπίζουν τις πιο δαπανηρές εκδοχές του κράτους και των μηχανισμών του ως περιττή και αντιπαραγωγική πολυτέλεια και οραματίζονται τη δραστική συρρίκνωσή τους υπέρ της αγοράς και του ιδιωτικού τομέα, έχουν την ελάχιστη απαίτηση το κράτος να τους προστατεύει από ακραίες απειλές. 

Ζητάμε πολλά από το κράτος; Ζητάμε πολλά από τους πολιτικούς διαχειριστές του που δεν τους λείπει ούτε η ισχυρή εξουσιοδότηση (λέγε με #41εκατό), ούτε το πλήθος των επιτελών (150.000 μόνιμοι ένστολοι, 1 ανά 100 κατοίκους!), ούτε οι πόροι (60 δισ. ευρώ τον χρόνο ζεστά, κοχλαστά φορολογικά έσοδα) να τα φέρουν βόλτα στα βασικά; Να αποτρέψουν μια σχεδόν δημόσια σχεδιασμένη δολοφονική επίθεση. Να προστατέψουν δάση, σπίτια, περιουσίες, στρατιωτικές εγκαταστάσεις από μια προδιαγεγραμμένη επέλαση της φωτιάς. Να εξασφαλίσουν ότι το δημόσιο σύστημα υγείας δεν θα καταρρεύσει στην επόμενη πανδημία. Ζητάμε πολλά από το κράτος; Μήπως πίσω από αυτές τις υπερβολικές απαιτήσεις κρύβουμε τη βολική άρνηση να αναλάβουμε τις ατομικές ευθύνες μας, όπως μηρυκάζει για όλες τις τραγωδίες και τους ολέθρους που διαχειρίστηκε, προκάλεσε ή δεν απέτρεψε εδώ και τέσσερα χρόνια ο καταληψίας του Μαξίμου και οι ψηλές, κοντές ή μέτριες ρεπλίκες του; 

Κι αν η συλλογική ευθύνη του κράτους μπροστά σε ακραίους και «απρόβλεπτους» κινδύνους (κλιματική κρίση, πανδημίες, ακρίβεια) συρρικνώνεται «αντικειμενικά» υπέρ της ατομικής ευθύνης, αν ο πανίσχυρος Λεβιάθαν και ο ανίσχυρος μεμονωμένος πολίτης μοιράζονται περίπου εξίσου τη συλλογική ευθύνη αποτροπής τους, τότε ποιος ο λόγος να μας κοστίζει τόσο ακριβά το πολυσχιδές και πολυάνθρωπο κράτος; Αν το κράτος και οι πολιτικοί διαχειριστές του μπορούν να επωμιστούν μόνο το ήμισυ της ευθύνης και να αποτρέψουν μόνο τις μισές δυνητικές καταστροφές, γιατί να μη συμφωνήσουμε να του αποδίδουμε τα μισά φορολογικά έσοδα και με τα άλλα μισά στην τσέπη να κάνει ο καθείς ό,τι μπορεί για να ανταποκριθεί στην ατομική ευθύνη και αυτοπροστασία του; Πού είναι μερικοί γνήσιοι φιλελεύθεροι εκ του λαού του Κυριάκου και του #41εκατό να προτείνουν εδώ και τώρα μείωση της φορολογίας και των κρατικών εσόδων στο μισό, ή και στο 30% ή στο 10%, σε όσο ποσοστό τέλος πάντων αναλογεί στην (αν)αποτελεσματικότητα ενός αποτυχημένου κράτους; Βάζουμε μεν νταβά στο κεφάλι μας, αλλά να πληρώνουμε το νταβατζιλίκι με όρους απόδοσης. (Νομίζω ότι θα είχα διαπρέψει ως νεοφιλελεύθερος, αλλά τώρα είναι αργά ν’ αλλάξω χούι). 

ΚΙΜΠΙ

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ


Με το σούρουπο άρχισαν να φτάνουν οι εργαζόμενοι: υπάλληλοι καταστημάτων, εργάτες και εργάτριες από τις βιομηχανίες γύρω στην Αθήνα και τον Πειραιά. Η πλατεία Συντάγματος γέμισε κι οι φωνές, σαν άγρια καταιγίδα, τάραζαν το πλήθος κύμα στο κύμα. Ο τόνος έγινε πιο τραχύς: «Μητσοτάκη κάθαρμα». Η αστυνομία του ναυάρχου Τούμπα, του νέου αποστάτη υπουργού Δημοσίας Τάξεως, προσπαθούσε να αναχαιτίσει το πλήθος σχηματίζοντας αλυσίδα με τα χέρια. Υστερα ήρθαν, φαίνεται, άλλες διαταγές, κι άρχισε η επίθεση με τα κλομπς για να διαλυθούμε. Τότε ανέβηκαν ώς τον ουρανό οι κατάρες κι οι βρισιές.

 

Στρατή Τσίρκα, «Η χαμένη άνοιξη» 


Saturday, August 19, 2023

Οι απρόσωποι ιδιοκτήτες του πλούτου των εθνών

 

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 19-20/8/2023



Το 2022 γίναμε φτωχότεροι. Ετσι λέει η UBS, μία από τις τράπεζες που κυβερνούν τον κόσμο, και δεν έχουμε λόγο να μην την πιστέψουμε. Θα έχετε δει ήδη την είδηση. Στην έκθεση που δίνει κάθε χρόνο (από το 2008) στη δημοσιότητα για τον παγκόσμιο πλούτο μέτρησε μια μείωσή του κατά περίπου 12 τρισεκατομμύρια δολάρια, όπως και μια συρρίκνωση των εκατομμυριούχων κατά 3,5 εκατομμύρια άτομα. Εχουμε μόλις 54 εκατομμύρια εκατομμυριούχους στον πλανήτη των 8 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, παρότι ο πλούτος των 455 τρισεκατομμυρίων δολαρίων που διαθέτουν σε μετρητά και άλλα περιουσιακά στοιχεία οι ενήλικες του κόσμου αντιστοιχεί στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 85.000 δολαρίων κατά κεφαλή. Μπορεί να μη μας κάνει πλούσιους, αλλά οπωσδήποτε δεν επιτρέπει να πεινάσουμε ή να στερηθούμε τα βασικά. 

Η ονομαστική αξία όμως των περιουσιακών στοιχείων που διαθέτουμε είναι ένα εντελώς παραπλανητικό μέτρο του πραγματικού πλούτου και της εξοργιστικά άνισης κατανομής του. Αίφνης, από την πυραμίδα του παγκόσμιου πλούτου, που κατά βάση είναι μια πυραμίδα φτώχειας και εξαθλίωσης, μαθαίνουμε ότι πάνω από το 50% του ενήλικου πληθυσμού του πλανήτη βολεύεται με περιουσία κάτω των 10.000 δολαρίων. Κι αυτό δεν μας λέει απολύτως τίποτα για το τι εισόδημα έχουν κάθε χρόνο αυτοί οι άνθρωποι, τι μπαίνει κάθε μέρα στο ψυγείο τους -αν έχουν- και στο στομάχι τους. Και τα πράγματα μπορεί να είναι ακόμη χειρότερα για το υπόλοιπο 35% της πυραμίδας που, θεωρητικά, έχουν περιουσία από 10.000-100.000 δολάρια, αλλά αυτή συντίθεται από περιουσιακά στοιχεία δεσμευμένα σε τράπεζες, τοκογλύφους, κράτη, και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να τους ταΐσουν. 

Ο παραπλανητικός χαρακτήρας μέτρησης του πλούτου άλλωστε προβάλλεται και από ένα άλλο, αντίστροφο στοιχείο. Στο πλουσιότερο 1,1% του πλανήτη με περιουσία άνω του 1 εκατ. δολαρίων, σύμφωνα με τη UBS, περιλαμβάνονται και 79.000 Ελληνίδες/ες. Αξιοπρεπής επίδοση για μια χώρα που, μετά μια δεκαετία μνημονιακής τιμωρίας και τεράστιας αναδιανομής του πλούτου υπέρ των πάνω (και των έξω), διαθέτει μέσο κατά κεφαλή πλούτο 105.000 δολάρια, περίπου τον μισό από τον μέσο ευρωπαϊκό πλούτο. Πεδίον δόξης λαμπρό για την εποχή Μητσοτάκη που έχει την ευκαιρία να τον διπλασιάσει την προσεχή δεκαετία. Αλλά αν πράγματι έχουμε 79.000 εκατομμυριούχους, γιατί μόλις 25.000 δηλώνουν ακίνητη περιουσία άνω του 1 εκατ.; Γιατί μόλις 15.000 δηλώνουν εισόδημα άνω των 100.000 ευρώ τον χρόνο; Κάτι δεν κολλάει, σωστά; Και δεν είναι μόνο η φοροαποφυγή-φοροδιαφυγή. 

Το μυστικό είναι πως η ταύτιση του πραγματικού πλούτου με τη δηλούμενη ιδιοκτησία είναι καθαρή πλάνη, αν όχι και απάτη. Και το ίδιο παραπλανητικό είναι να μετράς τον πραγματικό παγκόσμιο πλούτο ως άθροισμα προσωπικών περιουσιών 8 δισεκατομμυρίων ανθρώπων που προσπαθούν να κρύψουν ό,τι μπορούν από τις φορολογικές αρχές. Θα ήταν πολύ χρησιμότερο οι περίπλοκες πυραμίδες του πλούτου που εκπονούν επενδυτικές τράπεζες και διεθνείς οργανισμοί να αποτυπώσουν το εξής απλό: τι μέρος του παγκόσμιου πλούτου των 450 τρισ. δολαρίων είναι ανώνυμο και απρόσωπο, ανήκει δηλαδή σε επιχειρήσεις που διασπείρουν τα περιουσιακά στοιχεία τους σε εκατομμύρια νομικές οντότητες που θεωρητικά διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία των μετόχων τους; 

Η πλουσιότερη πολυεθνική του πλανήτη με περιουσία σχεδόν 3 δισ. δολαρίων, η Apple, ανήκει κατά ένα σχετικά μικρό ποσοστό σε άλλες πολυεθνικές (Vanguard, Berkshire, Black Rock κ.ά.). Αυτοί που τη διοικούν και διαχειρίζονται τον πλούτο της (Λέβινσον, Κουκ, Γουίλιαμς) είναι ζήτημα αν διαθέτουν πάνω από το 1% των μετοχών της και το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών της είναι διασπαρμένο σε εκατομμύρια τυπικά ιδιοκτήτες της που απλώς περιμένουν το μέρισμα της κερδοφορίας της στο τέλος κάθε χρήσης. Σε τελική ανάλυση η συνολική περιουσία της πλουσιότερης οντότητας του πλανήτη μοιάζει να μην ανήκει σε κανέναν. 

Και το ίδιο μπορεί να πει κανείς για την τρίτη πλουσιότερη εταιρεία του πλανήτη με περιουσία πάνω από 2 τρισ. δολάρια, την πετρελαϊκή Aramco, που ανήκει σε ποσοστό πάνω από 90% στη σαουδαραβική κυβέρνηση. Μήπως η τεράστια περιουσία της ανήκει στα 32 εκατομμύρια κατοίκων της Σαουδικής Αραβίας; Ούτε οι ίδιοι το πιστεύουν, έστω κι αν διαθέτουν ένα από τα υψηλότερα κατά κεφαλήν ΑΕΠ στον κόσμο. Και εδώ ο τεράστιος πλούτος που συσσωρεύει το αυταρχικό βασίλειο πουλώντας πετρέλαιο σε όλο τον κόσμο χάνεται στην ανωνυμία της κρατικής οντότητας και της πολυάριθμης βασιλικής αυλής των χιλιάδων πριγκίπων και αξιωματούχων. 

Στη μικροκλίμακα της ανακάμπτουσας μητσοτάκειας Ελλάδας το φαινόμενο του ορφανού ή ανώνυμου πλούτου αποτυπώνεται σε έναν βαθμό στις επιδόσεις των εισηγμένων επιχειρήσεων. Μετά το ρεκόρ κερδοφορίας του 2022, πάνε για νέο ρεκόρ φέτος. Το Χρηματιστήριο ανακτά κάτι από την ξεχασμένη εδώ και είκοσι χρόνια ακμή του, η κεφαλαιοποίηση των εισηγμένων επιχειρήσεων έχει ξεπεράσει τα 80 δισ. ευρώ και οι διοικήσεις τους ετοιμάζονται να μοιράσουν φέτος μερίσματα σχεδόν 3 δισ. ευρώ. Κάποια από αυτά μπορεί να εμφανιστούν και ως ατομικός πλούτος ή φορολογητέο εισόδημα, αλλά τα περισσότερα θα χαθούν μέσα σε κινήσεις επανεπένδυσης ή επαναγοράς μετοχών, δηλαδή θα πάψουν να είναι προσωπική περιουσία. 

Το συμπέρασμα είναι ότι είτε μιλάμε για τον κρατικό καπιταλισμό της Σαουδικής Αραβίας, της Ρωσίας ή της Κίνας, είτε για τον καπιταλισμό της «δημοκρατίας των μετόχων», ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος του πλούτου των εθνών, των περιουσιακών στοιχείων που τον συνθέτουν, έχει (πολύ βολικά για την κορυφή της πυραμίδας) χάσει τους πραγματικούς ιδιοκτήτες του. Είναι ορφανός, ανώνυμος και απρόσωπος. Πλούτος και ιδιοκτησία -αν μιλάμε για το νομικό κέλυφός της-έχουν πάρει ένα είδος διαζυγίου στον μετα-καπιταλισμό των τυπικά «φτωχών» διαχειριστών της τεράστιας επιχειρηματικής περιουσίας. 

Ενώ οι φτωχοδιάβολοι του κόσμου προσπαθούν απεγνωσμένα να κρατήσουν την ιδιοκτησία του υποθηκευμένου και εκτεθειμένου σε κατασχέσεις πλούτου τους, στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας συμβαίνει το εντελώς αντίστροφο. Οι πραγματικά πλούσιοι όλο και περισσότερο απαλλάσσονται από το νομικό κοστούμι της κυριότητας. Η ιδιοκτησία έχει γίνει σχεδόν περιττή. Και φορολογικά ασύμφορη. Αναγκαία είναι πια η απεριόριστη πρόσβαση σε κάθε αγαθό και υπηρεσία που ανήκει σε μια απρόσωπη νομική οντότητα, αλλά μπορείς να τα απολαμβάνεις χωρίς κανένα φορολογικό άγχος. Γιατί να φορτωθείς το πλειοψηφικό πακέτο μιας επιχείρησης, όταν μπορείς να την ελέγχεις διαχέοντας τα άγχη της ιδιοκτησίας σε εκατομμύρια μικρομετόχους;

Αυτό ίσως είναι μια χρήσιμη παρατήρηση σε όσους θεωρούν ριζοσπαστική και αποτελεσματική την υψηλή φορολόγηση της προσωπικής περιουσίας των υπερπλουσίων. Ισως πολύ χρησιμότερο θα ήταν να προτείνουν ένα άγριο φορολογικό κλάδεμα της εταιρικής περιουσίας, που κάθε χρόνο εκτοξεύεται όλο και πλησιέστερα στη στρατόσφαιρα. Οχι ότι θα τους ακούσει κανείς, αλλά για να μη δουλευόμαστε μεταξύ μας.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Αν ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία των αρχαίων χρόνων, θα δούμε ότι όλες οι ελληνικές δημοκρατίες επέτρεπαν, επιβράβευαν την κλοπή. Η Σπάρτη και η Λακεδαίμων την ευνοούσαν ανοιχτά. Πολλοί άλλοι λαοί τη θεωρούσαν αρετή για τον πολεμιστή. Είναι βέβαιο ότι η κλοπή δυναμώνει το κουράγιο, εκτρέφει τη δύναμη, την επιδεξιότητα, τη λεπτότητα, όλες με λίγα λόγια τις αρετές που είναι χρήσιμες σ’ ένα δημοκρατικό σύστημα σαν το δικό μας. Αφήστε κατά μέρος τη μεροληψία και απαντήστε μου: πρέπει η κλοπή, της οποίας αποτέλεσμα είναι η κανονικότερη κατανομή του πλούτου, να χαρακτηριστεί σαν αδίκημα στις μέρες μας, κάτω από μια κυβέρνηση που, όπως η δική μας, έχει σαν στόχο την ισότητα; Η απάντηση, προφανώς, είναι όχι: η κλοπή επιτείνει την ισότητα και το κυριότερο, παρακινεί στην καλύτερη προστασία της ιδιοκτησίας. Υπήρξε ένας λαός που τιμωρούσε όχι τον κλέφτη, αλλ’ αυτόν που αφηνόταν να γίνει θύμα της κλοπής, με σκοπό να τον διδάξει να φροντίζει την περιουσία του.

Μαρκησίου ντε Σαντ, «Γάλλοι, ακόμη μια προσπάθεια για να γίνετε δημοκράτες»  


Saturday, August 5, 2023

Οι παραλίες ανήκουν στους «παραλίες»

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 5-6/8/2023


Και μια παραλία για τη Λία.

Στην ελληνική slang «παραλίας» είναι ο αραχτός, ο χύμα, αυτός που τα γράφει όλα ξέρετε πού. Προφανώς είναι μια μεταφορά ξεκάθαρα καλοκαιρινή. Οταν πας στην παραλία, συνήθως πας για να αράξεις, είτε κατευθείαν πάνω στην άμμο την ξανθή, αν δεν καίει απ’ τον καυτό ήλιο, είτε πάνω σε μια πετσέτα, μια ψάθα, μια πτυσσόμενη καρέκλα ή ξαπλώστρα, είτε στο τραπεζάκι παραθαλάσσιου καφέ ή εστιατορίου, γύρω από έναν παγωμένο φραπέ ή φρέντο, ένα τσίπουρο, μια παγωμένη μπίρα. «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα, να μη χορταίνω…» που έλεγε κι ο ποιητής. Ο παραλίας είναι ο τύπος μιας παρωχημένης και μάλλον αθώας εποχής στην οποία η σχέση με τη θάλασσα του καλοκαιριού ήταν σχεδόν γυμνή, αδιαμεσολάβητη και προφανώς δωρεάν. Η εποχή του «παραλία» είχε όλα κι όλα ένα μαγιό, μια πετσέτα, άντε και λίγο αντηλιακό, είχε λίγο ποδαρόδρομο, είχε παρέα και σαματά, και το πολύ ένα τάλιρο στην τσέπη. Τάλιρο δραχμών, όχι ευρώ, για μια πορτοκαλάδα ή ένα παγωτό. Είχε πάνω απ’ όλα παιδική ηλικία, μούλιασμα στη θάλασσα με τις ώρες, μέχρι που φαφάτιαζαν τα δάχτυλα και μελάνιαζαν τα χείλη, είχε εφηβεία κι ερωτικούς ανταγωνισμούς, είχε και νεανική ανεμελιά, είχε και οικογενειακή χαλαρότητα με λίγα φρούτα, άντε και κανένα κεφτεδάκι με ψωμί και ντομάτα. Πάντως δεν είχε κουβάλημα της μισής οικοσκευής στη θάλασσα. Κάποτε σχεδόν όλοι ήμαστε «παραλίες» στις παραλίες.

Παραδόξως, αυτή η ανάμνηση των παραλιών ολόγυμνων από οικιστικές καταλήψεις, κατασκευαστικά τέρατα πάνω στο χειμέριο και στο θερινό κύμα και προσωρινές αποικίες ομπρελών και ξαπλωστρών διασώζεται στις καλοκαιρινές διαφημίσεις. Παρατηρήστε τις: είτε διαφημίζουν αντηλιακό, είτε μπίρες και παγωμένα αναψυκτικά, οι πρωταγωνιστές τους δεν τοποθετούνται σε κατακλυσμένες από κόσμο, καρέκλες, ξαπλώστρες και μπιτσόμπαρα αμμουδιές, αλλά σε σχεδόν ερημικές, «ιδιωτικές» παραλίες, χωρίς ίχνος υλικού πολιτισμού στο κινηματογραφικό κάδρο. Παραδόξως, ακόμη και το εμπόριο του καλοκαιριού επενδύει εν μέρει στους «παραλίες» που κρύβουμε μέσα μας, όχι στους μεταλλαγμένους παραθεριστές που τη βρίσκουν σε οργανωμένες πλαζ με συνωστισμό μετρό και λεωφορείου σε ώρα αιχμής. Η πρωταρχική φαντασίωση του καλοκαιριού δεν έχει ξαπλώστρα και μπιτ. Εχει άμμο, θάλασσα και μια ωραία παχιά σκιά δέντρου.

Πότε ακριβώς μεταλλάχθηκε ο «παραλίας»
που έχουμε μέσα μας, αυτός ο μακρινός απόγονος του ευγενούς αγρίου του Ρουσό που ονειρευόταν τις καλοκαιρινές διακοπές περίπου ως απόδραση από τον πολιτισμό ή καταφυγή σε οτιδήποτε παρά θίν’ αλός θύμιζε λιγότερο την παραγωγική κόλαση του υπόλοιπου χρόνου; Προφανώς όταν ο πόλεμος της ιδιοκτησίας μεταφέρθηκε από τις πόλεις στα παραθεριστικά καταφύγια, τα παραθαλάσσια και τα νησιωτικά. Τις δεκαετίες του 1960 και 1970 ακόμη και οι προλετάριοι και μικροαστοί της Αθήνας και των άλλων μεγαλουπόλεων, μαζί με τον αγώνα για ένα «δικό τους σπίτι», έβαλαν στο σχέδιο της ζωής τους κι ένα οικόπεδο «παραθαλάσσιο, εφαπτόμενο της ασφάλτου, φως, νερό, τηλέφωνο», ή και χωρίς τίποτα από όλα αυτά που διαφήμιζαν οι καταληψίες της γης, από την Κινέτα και τους Αγίους Θεοδώρους μέχρι τη Μύκονο ή την Αντίπαρο. Φυσικά, όσοι τυχόν είχαν ιδιοκτησίες στους τότε έρημους, άνυδρους αλλά πανέμορφους τόπους καταγωγής τους, είχαν ένα ισχυρό πλεονέκτημα. Το οικόπεδο έγινε σπίτι, στην αρχή παράπηγμα, αργότερα «βιλίτσα», το ίδιο έγινε και με τα διπλανά οικόπεδα κι έτσι, μέσα σε λίγες δεκαετίες, ξεπήδησαν ολόκληροι παραθεριστικοί οικισμοί που ζωντάνευαν για 2-3 μήνες τα σχεδόν έρημα τον υπόλοιπο χρόνο νησιά και παραθαλάσσια χωριά.

Το εγχώριο κύμα εποικισμού των παραλιών συναντήθηκε στη συνέχεια με το τσουνάμι της διεθνούς τουριστικής βιομηχανίας που ήθελε να πουλήσει στους στερημένους από ήλιο και θάλασσα «βόρειους» ολίγη μεσογειακή χαλαρότητα. Από τη Μαγιόρκα μέχρι τη Σικελία, από τις Αιολίδες Νήσους μέχρι το Κουσάντασι, από την Κυανή Ακτή μέχρι το Μαρόκο και το Τούνεζι, ένα σχεδόν ομοιόμορφο παραθεριστικό μοντέλο άλλαξε δραματικά το οικιστικό και φυσικό τοπίο. Η νησιωτική Ελλάδα, με τα μικρά κυρίως νησιά και τις εκατοντάδες άγνωστες και «μυστικές» παραλίες, δέχθηκε ίσως το μεγαλύτερο κύμα αυτής της τουριστικής «επίθεσης», που έφτασε μέχρι την άκρη του κύματος. Ο πόλεμος της ιδιοκτησίας έγινε πια υπόθεση πολλών δισεκατομμυρίων, από τα οποία εξαρτώνται ένα σημαντικό μέρος του ΑΕΠ της χώρας και εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, αν και το ίδιο προσωρινές όσο και οι φαραωνικές πτυσσόμενες και αποσυρόμενες καταλήψεις στις παραλίες. Πηγαίνετε στις ίδιες παραλίες τον χειμώνα και θα απορήσετε πώς από τον πόλεμο του θέρους έχει απομείνει μόνο ερημιά και μερικές παρατημένες τσιμεντένιες βάσεις.
Αυτό που εύστοχα έχει ονομαστεί «μυκονοποίηση» της παραθαλάσσιας Ελλάδας, με πολλές διαβαθμίσεις και μερικές ακόμη σχετικά αμόλυντες περιοχές, είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης τριών ρευμάτων απληστίας: α) της μεγάλης απληστίας της διεθνούς τουριστικής βιομηχανίας που θέλει να πουλήσει σε 40 εκατομμύρια τουρίστες τον χρόνο ένα προϊόν που ενδεχομένως φτάνει μόνο για 20. Β) της μικρομεσαίας απληστίας της εγχώριας τουριστικής αρπαχτής (από τους ερμπιενμπήδες μέχρι τους ξαπλωστρομάχους) και γ) της μαζικής μικροαπληστίας εκατομμυρίων παραθεριστών που διψούν για «αποκλειστικότητες», πρόθυμοι να πληρώσουν γι’ αυτές και ανίκανοι πια να μοιράζονται με άλλους δημόσια αγαθά, δημόσιους χώρους και κατ’ εξοχήν συλλογικές απολαύσεις.

Ισως αυτό το τελευταίο είναι το χειρότερο σύμπτωμα
της «μυκονοποίησης». Η ανάπτυξη μιας τουριστικής νεύρωσης που ωθεί τον παραθεριστή να συνωστίζεται στην Ψαρού και στις εκατοντάδες καρικατούρες της και να πληρώνει 100 ευρώ για μια ξαπλώστρα στην πρώτη σειρά έως 30 στην τελευταία (η ταρίφα πέφτει σε άλλα «μυκονοποιημένα» νησιά), αποδεχόμενος ότι ακόμη και σε μια παραλία οφείλει να διαγκωνίζεται για τη θέση του στην ταξική πυραμίδα και να αποδέχεται τα αποτελέσματα του διαγκωνισμού.
Αυτή η γελοία προσομοίωση της ταξικής ιεραρχίας στις οργανωμένες πλαζ ή τις κατειλημμένες από τις μαφίες της ομπρέλας παραλίες, που συνθλίβει την απόλαυση της θάλασσας σε μια επίδειξη ακριβοπληρωμένων προνομίων, καθιστά τους «παραλίες», όσους και όσο έχουν απομείνει τέτοιοι, αδιαμφισβήτητους θριαμβευτές του καλοκαιριού. Οι παραλίες ανήκουν στους «παραλίες» (όπως η Ελλάδα στους Ελληνες, θυμάστε;) Γιατί, τι άλλο από θάλασσα, αμμουδιά, λίγη σκιά και καλή παρέα είναι το καλοκαίρι; (Σε μας τους μεσόκοπους επιτρέψτε να προσθέσουμε και μια πτυσσόμενη καρέκλα, έτσι; Εχουμε και τις ισχιαλγίες μας.)


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Ασε τον παλιόκοσμο να σκούζει
σε πλαζ, εστιατόρια, πανσιόν
Εμείς με σλίπινγκ μπαγκ και με καρπούζι
θα κάνουμε τον γύρο τον νησιών

Γυμνοί θα κολυμπάμε στ' ακρογιάλια
Τον ήλιο θ' αντικρίζουμε ανφάς
Θα σ' έχω σαν κινέζικη βεντάλια
και στο γραφείο δεν θα ξαναπάς

Βαγγέλη Γερμανού, «Κρουαζιέρα» (1982)