Επιτρέψτε μου, αγαπητοί τυχόντες αναγνώστες, να αντλήσω την μισοκαμένη- ηλιοκαμένη μου έμπνευση από τους τελευταίους σπασμούς του καλοκαιριού. Για κάμποσες μέρες είχα κατεβάσει ρολά κι απ' τις γρύλλιες τους ελάχιστα πράγματα της επίσημης πληροφόρησης περνούσαν. Απ' ό,τι κατάλαβα, πάντως, δεν έχει συμβεί και κάτι συγκλονιστικό. Δεν έχουμε αλλάξει κεφάλαιο, ούτε σελίδα, ούτε καν παράγραφο. Λίγες οι μέρες για ν' αλλάξουν τον κόσμο, θα μου πείτε. Αλλά αυτό δεν ισχύει πάντα, όπως διδάσκει η ιστορία.
Αν η επίσημη πληροφόρηση – την οποία πήρα στις ελάχιστες δυνατές δόσεις- δεν μας προσέφερε νέα γνώση πέρα των τετριμμένων (Μνημόνιο 2, αναδόμηση, μερικά εύσημα για τον εγχώριο, σαδομαζοχιστικό άθλο της λιτότητας, μερικές ακόμη διαψεύσεις για την ελεγχόμενη χρεοκοπία της χώρας), η ανεπίσημη, άτυπη ενημέρωση που παρείχαν οι γλώσσες του σώματος στα τουριστικά θέρετρα προσέφερε πολύ πιο ουσιώδεις πληροφορίες για την κατάστασή μας ως οικονομία και κοινωνία.
Οι παραλίες, οι οργανωμένες πλαζ, τα λιμάνια των νησιών, οι μαρίνες και οι δημοφιλείς ή πιο προστατευμένοι και “πριβέ” τόποι παραθερισμού μπορούν να ιδωθούν (έστω και κάτω από μια πολύ διεστραμμένη και μεψίμοιρη οπτική) ως μια πυκνή αλληγορία αυτού που συντελείται στο κοινωνικό σώμα υπό τη δικτατορία του Μνημονίου.
Παρατήρησα με αληθινή απορία την αμεριμνησία με την οποία η πλειοψηφία των παραθεριστών αποδεχόταν σαν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο το να καταβάλει 10 ευρώ για το 1,5 τετραγωνικό μιας ξαπλώστρας και για τα δύο τετραγωνικά σκιάς που προσφέρει η ομπρέλα μιας πλαζ, κατειλημμένης απ' άκρου εις άκρον από τους βασιλείς της άμμου. Το ίδιο αδιαμαρτύρητα, νεαρά παιδιά, με 500 ευρώ το πολύ στην τσέπη για την ολιγοήμερη καλοκαιρινή χλιδή, διέθεταν 4 ευρώ για μια από τις ατέλειωτες ποικιλίες καφέ που προσφέρει το πιο υποτυπώδες beach bar, στην πιο απομακρυσμένη παραλία του Αιγαίου ή του Ιονίου.
Η προσφιλέστερη εξήγηση του φαινομένου ότι το φετινό καλοκαίρι δεν ήταν τόσο πένθιμο όσο περιμέναμε, ότι η κατανάλωση δεν καταβαραθρώθηκε όσο εκτιμούσαμε, ότι τα τουριστικά καταλύματα δεν έμειναν άδεια (αν και οι μικροεπιχειρηματίες του τουρισμού παραπονούνται για πτώση του τζίρου τους έως και 30%) συμπυκνώνεται στην έκφραση ότι η ελληνική κοινωνία “έχει ακόμη λίπος να κάψει”. Σε τί συνίσταται το κοινωνικό ή οικονομικό αυτό “λίπος” είναι προς διερεύνηση. Αν και το καλοκαίρι σημαίνει πραγματικό συναγερμό στα παχύσαρκα σώματα για το κάψιμο λίπους πριν τα εκθέσουμε στην κοινή θέα, αυτό που καίγεται σε όλη του την έκταση είναι κυρίως το δέρμα. Δέρμα και όχι λίπος προσφέρουν θυσία στον Θεό Ήλιο εκατομμύρια ανθρώπων τους καυτούς μήνες του θέρους. Κι ας ουρλιάζουν οι δερματολόγοι και οι ογκολόγοι για το κακόηθες μελάνωμα που παραμονεύει.
Αλλά, πέρα από την κυριολεξία του πράγματος, είναι γεγονός ότι το σώμα της νεοελληνικής κοινωνίας διαθέτει λίπος αρκετό για να συντηρήσει καταναλωτικές συμπεριφορές που δεν συνάδουν με μια υπό χρεοκοπία χώρα – ακόμη και με μια “αναγεννώμενη” εκ της τέφρας της χώρα, όπως θα ήθελε ο επίτροπος Όλι Ρεν ή οι αξιωματούχοι της τρόικας. Αν σκεφτούμε το κοινωνικό σώμα σαν ένα συνεκτικό σύνολο από δέρμα, μυικό ιστό, οστά, σπλάχνα, νευρικό σύστημα και λίπος, ποια είναι εκείνη η αναλογία λίπους που το καθιστά ακόμη βασική πηγή ενέργειας για την ασθμαίνουσα ελληνική οικονομία; Και ποιες είναι οι εστίες συσσώρευσής του;
Η πιο προφανής εστία συσσώρευσης “λίπους” είναι η περίφημη, πολυπληθής μεσαία τάξη που για χρόνια έκανε το κουμάντο της πάνω στη φοροδιαφυγή, την καλπάζουσα πιστωτική επέκταση και τις πελατειακές (σχεδόν ερωτικές) σχέσεις με τα κόμματα εξουσίας. Ένα πολυδιάστατο σύστημα εύνοιας προς την πολυτελή διαβίωση και κατανάλωση του περιούσιου μικρομεσαίου λαού διαμόρφωσε ένα επεκτατικό καταναλωτικό μοντέλο. Αυτό το κοινωνικό “λίπος” καίγεται τώρα ταχύτατα, συντηρώντας προς το παρόν μια σπασπωδική κατανάλωση βασισμένη στη δύναμη των “καλών συνηθειών” που δεν είναι βέβαιο ότι θα επιβιώσουν μέχρι το επόμενο καλοκαίρι. Αν οι ζοφερές προβλέψεις επιβεβαιωθούν, αν τα λουκέτα πολλαπλασιαστούν, αν το διαζύγιο της τραπεζικής ολιγαρχίας από τους μικρομεσαίους οριστικοποιηθεί, το κάψιμο του “μεσαίου λίπους” θα ολοκληρωθεί μέσα σε λίγους μήνες. Η ύφεση των 6 και πλέον μονάδων της προσεχούς διετίας θα εξελιχθεί σε οικονομικό Αρμαγεδδώνα για τα λιποκύτταρα της ελληνικής κοινωνίας.
Μια άλλη εστία συσσώρευσης λίπους αποτυπώνεται με προκλητικό τρόπο σε στεριές και θάλασσες των παραθεριστικών παραδείσων. Στις φαντεζί εξαγγελίες του ΣΔΟΕ για επικείμενες εφόδους στις πολυτελείς βίλες των σελέμπριτι της σόου μπιζ και των ραντιέρηδων και για “διωγμό της επώνυμης φοροδιαφυγής” υπάρχει και μια επικοινωνιακή στρατηγική να αντισταθμιστεί το κοινωνικό σοκ που προκαλούν στο προλεταριάτο των καλοκαιρινών διακοπών οι φαραωνικές επιδείξεις χλιδής της οικονομικής ελίτ: πολυτελείς επαύλεις που αποκλείουν χιλιόμετρα ακτών, χλιδάτα ησυχαστήρια στη μέση του πουθενά που η συντήρησή τους τον χειμώνα απαιτεί το ετήσιο εισόδημα δύο μισθωτών, αστεράτα καταλύματα των 400-500 ευρώ τη βραδιά κλεισμένα όλο το καλοκαίρι, θηριώδη σκάφη αναψυχής με καπετάνιο, σεφ και μπάτλερ που οργώνουν τις ελληνικές θάλασσες και τρέφουν εκατοντάδες μαρίνες σε όλη τη χώρα για τουλάχιστον τρεις μήνες. Υπάρχει, εν ολίγοις, ένα στρώμα, στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας που όχι μόνο έχει να κάψει λίπος, αλλά προφανώς συσσωρεύει κι άλλο με φόντο την ελεγχόμενη χρεοκοπία της χώρας. Που δεν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να κρύψει τα παχάκια, τα πιασιματάκια ή τη θηριώδη σαμπρέλα που συντηρεί στην κοιλιακή χώρα. Ποιες είναι οι πηγές του, ποιοι οι πόροι του, ποιες σχέσεις του με το κράτος, με τα κόμματα εξουσίας, με το τραπεζικό σύστημα, ποια είναι η θέση του στην παραγωγική δομή της χώρας, ποια είναι η συμπεριφορά του στην “έκτακτη κατάσταση” της δημοσιονομικής χρεοκοπίας, ποια είναι η συμβολή του στις ανθρωποθυσίες που απαιτεί η “σιδερένια φτέρνα” του Μνημονίου; Κι ακόμη περισσότερο, πώς επηρέασε για δεκαετίες τις κυρίαρχες επιλογές της πολιτικής ελίτ, τον υπό χρεοκοπία ευρωπαϊσμό; Ποια είναι η συνενοχή του στην παραγωγική παρακμή της χώρας που την κατέστησε αναλώσιμο υλικό στο παγκόσμιο παίγνιο αναδιανομής του πλούτου μέσω της κρίσης του χρέους;
Μια ιδέα για την πιθανή απάντηση δίνει η πρόσφατη παρέμβαση του ΕΒΕΑ. Στην πρώτη του διακριτική διαφοροποίηση από το “ευαγγέλιο” του Μνημονίου, διαβλέποντας την απειλή μιας μακράς ύφεσης που θα καταστρέψει και πολλά από τα επίλεκτα μέλη του, ζητεί αναθεώρηση του Μνημονίου ή την απεμπλοκή από όρους του που απειλούν την κερδοφορία και προνόμια της επιχειρηματικής ελίτ. Και τι προτάσσει ως πρώτο βήμα απεμπλοκής από την ισοπεδωτική, οριζόντια φορολογία; Την ανάκτηση των απωλειών της μισθωτής εργασίας; Όχι βέβαια! Την ελάφρυνση της φορολογίας των επιχειρήσεων. Πρωτότυπο- και κάτι μου λέει πως εν μέρει θα εισακουστεί...
Ο Χομπς, στον μνημειώδη “Λεβιάθαν” του, μας παρέδωσε τη δική του γλαφυρή αλληγορία για τον τρόπο που συγκροτούνται τα σύγχρονα κράτη σαν τεχνητά σώματα- Φρανγκενστάιν. Στη δική μας αλληγορία η διαδοχή των ιστών της κοινωνίας βρίσκεται σε μια παράδοξη διαδικασία αυτοκατανάλωσης. Το κάψιμο έχει αρχίσει όχι από τον βασικό λιπώδη ιστό, αλλά από τον σκελετό του κοινωνικού σώματος (μια παραγωγική δομή που η τελευταία ικμάδα της παραδίδεται σε ελεγχόμενη απο-ανάπτυξη). Επεκτάθηκε στον μυικό ιστό (την εργασία, που υποβάλλεται σε μεθοδική διαδικασία συρρίκνωσης και υποτίμησης) και εξελίσσεται σε ένα εκτεταμένο και θανατηφόρο μελάνωμα στο δέρμα (τη συστηματική απαξίωση του κράτους και κάθε μορφής συλλογικού ελέγχου του δημόσιου πλούτου). Η βασική εστία λίπους μένει αλώβητη- αλλά και ανυποψίαστη ότι χωρίς σκελετό και μυϊκό ιστό θα καταρρεύσει αργά ή γρήγορα σε μια μάζα, απεχθή, δυσώδη και ακίνητη.
Υπάρχει, πάντως, και μια τρίτη εστία λίπους, ίσως η σημαντικότερη, που ακινητοποιεί το κοινωνικό σώμα απέναντι στις επιθέσεις της μνημονιοκρατίας. Το λίπος της σκέψης. Τα λιποκύτταρα της αδράνειας που εξουδετερώνουν τα ανακλαστικά του θυμού, απορροφούν τα οικονομικά σόκ και επιβάλλουν μια συμπεριφορά νωχέλειας, ανοχής και μοιρολατρείας. Το πιο ελπιδοφόρο στοιχείο που διαβλέπω είναι πως αυτό το λίπος, το λίπος της ανοχής θα καεί ταχύτερα απ' όλα. Οι ενέσεις αισιοδοξίας της πολιτικής και τεχνοκρατικής ελίτ είναι πια αδύνατο να το θρέψουν. Ο τρόπος που τα κόμματα εξουσίας επιχειρούν να “γειώσουν” πολιτικά το εκλογικό ραντεβού του Νοεμβρίου είναι μια ισχυρή ένδειξη γι' αυτό.
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί τα κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", παλιότερα, περί το 2000, στην Καθημερινή, αργότερα, από το 2007, στον Επενδυτή, ύστερα μερικά ορφανά και ξέμπαρκα. Από τις 20/7/2019 η στήλη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ έκανε "επανεκκίνηση" στη συνεταιριστική Εφημερίδα των Συντακτών, στην έκδοση του Σαββατοκύριακου, και κατά κάποιο τρόπο είναι σαν να βρήκε εκεί τον φυσικό της χώρο. To be continued...
29/08/2010
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (28/8/2010)
Ενώ ο πολιτικός κόσμος της Βρετανίας προσποιείται ότι δημοκρατία είναι η προκαθορισμένη εναλλαγή του τάδε με το δείνα, η έμπνευση για όλους μας είναι η Ελλάδα. Δεν είναι αξιοπερίεργο που η Ελλάδα δεν παρουσιάζεται ως φωτεινό παράδειγμα, παρά σα μια «σκουπιδοχώρα» που δικαίως τιμωρείται για τον «παραφουσκωμένο δημόσιο τομέα» καθώς και για τη νοοτροπία της «πλαγίας οδού» (όπως αναφέρει η Observer). Η αιρετική περίπτωση της Ελλάδας μας δείχνει ότι υπάρχει πραγματική ελπίδα στην αντίσταση που πραγματοποιούν οι απλοί πολίτες της, σε αντίθεση με αυτή που επενδύθηκε σπάταλα πάνω στους πολέμαρχους του Λευκού Οίκου.
Η κρίση που οδήγησε στην «σωτηρία» της Ελλάδας, από τις ευρωπαϊκές τράπεζες και το ΔΝΤ, είναι προϊόν ενός αποτρόπαιου οικονομικού συστήματος που και το ίδιο βρίσκεται σε κρίση. Η Ελλάδα είναι ο μικρόκοσμος μιας μοντέρνας πάλης των τάξεων που σπανίως χαρακτηρίζεται με αυτό τον όρο και δημιουργεί κύματα πανικού στον ιμπεριαλιστικό πλούτο. Αυτό που διαφοροποιεί την Ελλάδα είναι ότι μέσα στην ιστορική της μνήμη ακόμα υπάρχει η εισβολή, η ξένη κατοχή, η προδοσία της Δύσης, η στρατιωτική δικτατορία και η λαϊκή αντίσταση. Οι απλοί άνθρωποι δεν δειλιάζουν απέναντι στη διεφθαρμένη επιχειρηματοκρατία που κυριαρχεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
John Pilger, άρθρο στο Newstateman (σε μετάφραση στο tvxs.gr)
Η κρίση που οδήγησε στην «σωτηρία» της Ελλάδας, από τις ευρωπαϊκές τράπεζες και το ΔΝΤ, είναι προϊόν ενός αποτρόπαιου οικονομικού συστήματος που και το ίδιο βρίσκεται σε κρίση. Η Ελλάδα είναι ο μικρόκοσμος μιας μοντέρνας πάλης των τάξεων που σπανίως χαρακτηρίζεται με αυτό τον όρο και δημιουργεί κύματα πανικού στον ιμπεριαλιστικό πλούτο. Αυτό που διαφοροποιεί την Ελλάδα είναι ότι μέσα στην ιστορική της μνήμη ακόμα υπάρχει η εισβολή, η ξένη κατοχή, η προδοσία της Δύσης, η στρατιωτική δικτατορία και η λαϊκή αντίσταση. Οι απλοί άνθρωποι δεν δειλιάζουν απέναντι στη διεφθαρμένη επιχειρηματοκρατία που κυριαρχεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
John Pilger, άρθρο στο Newstateman (σε μετάφραση στο tvxs.gr)
13/08/2010
Το δέκατο πέμπτο γράμμα (13/8/2010)
Αγαπητή Γιούλα,
Έλαβα το γράμμα σου, στη μορφή ενός βιβλίου ογδόντα και κάτι σελίδων, αλλά κλεισμένο κανονικά στον φάκελό του, με αποστολέα και παραλήπτη και γραμματόσημα κι απ’ όλα. Ξεφυλλίζοντάς το, βεβαίως, ανακάλυψα ότι δεν είναι ένα, αλλά δεκατέσσερα γράμματα. Εκ πρώτης όψεως ένα μόνο με αφορά. Για τα υπόλοιπα αναρωτιέμαι αν διατρέχω τον κίνδυνο να κατηγορηθώ για παραβίαση απορρήτου αλληλογραφίας. Μάλλον όχι, αφού μόνη σου αποφάσισες να εκθέσεις τον εαυτό σου, τις σκέψεις σου, τα αισθήματά σου για τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεσαι. Αποκλείεται, λοιπόν, να θεωρηθώ εγώ ο Βαλμόν που αποφασίζει να εκδικηθεί τη Μερτέιγ των «Επικίνδυνων Σχέσεων» του Λακλό, δίνοντας στη δημοσιότητα τις επιστολές της. Παλιά τέχνη το outing...
Λοιπόν, το έχεις παρατηρήσει; Παρ’ ότι οι άνθρωποι γράφουν περισσότερο από ποτέ -γράφουν SMS στα κινητά τους, γράφουν ηλεκτρονικά μηνύματα στο Διαδίκτυο, γράφουν κείμενα σε blogs, γράφουν βιβλία, πολλά βιβλία- ελάχιστοι γράφουν πια επιστολές. Τα ταχυδρομεία και τα couriers διακινούν καθημερινά εκατομμύρια φακέλους και δέματα, αλλά τα περισσότερα από αυτά περιέχουν λογαριασμούς ή διαφημιστικά μηνύματα. Εσχάτως και κατασχετήρια. Τα γραμματοκιβώτια φρακάρουν, αλλά ελάχιστοι από τους φακέλους τους περιέχουν πραγματικά γράμματα. Γράμματα σε δικούς μας ή σε ξένους. Ίσως γι’ αυτό και το επιστολικό μυθιστόρημα δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας στην εποχή μας. Ενδεχομένως να είχε καλύτερη τύχη ένα μυθιστόρημα των SMS ή των e-mail. Αλλά τι να πει και τι να επικοινωνήσει κανείς με τα θραύσματα λόγου που αποτελούν το ψηφιακό μας λεξιλόγιο; Ιδού, λοιπόν, η καινοτομία σου: επιστολικά μυθιστορήματα γράφτηκαν πολλά. Αλλά κανείς δεν είχε σκεφτεί να εκδώσει μια μικρή συλλογή «επιστολικών διηγημάτων». Δεν είμαι αρμόδιος να δημιουργώ όρους, αλλά αυτό τον χαρακτηρισμό θα έδινα στην πολλαπλή επιστολή που μου έστειλες.
Αγαπητή Γιούλα,
Δεν ξέρω αν θα σου κάνω καλό ή κακό γράφοντας εδώ, σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, ανάμεσα σε ζοφερές ή αισιόδοξες προβλέψεις για την οικονομία, τα δημοσιονομικά μεγέθη, τις τιμές των αγαθών, τις μετοχές, τα νομίσματα μια δέκατη πέμπτη επιστολή-απάντηση στις 14 της συλλογής σου «Εκ των υστέρων (γράμματα σ’ έναν ξένο)». Διάβασα απνευστί τις 80 σελίδες σου. Για να είμαι ειλικρινής, μπήκα κι εγώ στον πειρασμό να κρυφοκοιτάξω από τη μικρή κλειδαρότρυπα που άνοιξες, να μαντέψω ποιοι είναι οι 14 «ξένοι» στους οποίους απευθύνεσαι -ποιος είναι ο πατέρας, ποιος ο φίλος, ποιος ο δάσκαλος, ο διευθυντής, ο εργοδότης, ο εραστής, οι πρώην ή οι νυν, ποιοι κρύβονται πίσω από τον στρατηγό, τον διευθυντή, τον γιατρό ή τον λύκο- εκμεταλλευόμενος και τη φιλία μας και τα λίγα (ή πολλά;) που ξέρω για σένα. Μάλλον αστόχησα σε αρκετούς – αναγνώρισα, βεβαίως, με επιτυχία τον εαυτό μου και σ’ ευχαριστώ που με περιέλαβες στους 14 «ξένους» σου. Με κολάκεψε αυτό, αλλά ταυτόχρονα με τρόμαξε η ιδέα ότι μια συμβουλή μου, μια ιδέα μου μπορεί να ασκήσει την παραμικρή επιρροή σε έναν δικό μου «ξένο», ιδιαίτερα στο ναρκοθετημένο πεδίο της δουλειάς που κι εγώ κι εσύ έχουμε επιλέξει. Αν ισχύει αυτό, έχω ήδη μερίδιο συνενοχής στο ότι εσύ και πολλοί άλλοι συνάδελφοι («αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», όπως θυμίζεις στο «μότο» της 11ης επιστολής) είστε στα «αζήτητα». Με ρωτάς επ’ αυτού, στο υστερόγραφο της επιστολής που μου απευθύνεις: «Πες μου, ρε φίλε, τι δεν κάνω καλά; Και κυρίως πες μου από ποιον, τελικά, να πάρω συνέντευξη; Έχεις καμιά καλή ιδέα; Ή μήπως να πάρω μία από τον εαυτό μου τελικά;». Η απάντηση στο ερώτημά σου -και η εξήγηση για το μυστήριο των «αζήτητων»- είναι το ίδιο το βιβλίο, τα «επιστολικά σου διηγήματα». Σε 80 μόλις σελίδες έχεις περιλάβει μονολόγους, μονόπρακτα θεατρικά, αφηγήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, τηλεγραφήματα, χρονογραφήματα – μετράω τουλάχιστον 6 εναλλακτικές μορφές λογοτεχνικής έκφρασης, ασκήσεις πυκνότητας, λυρικότητας, σκληρότητας (κυρίως έναντι του εαυτού σου). Αυτά, Γιούλα μου, είναι αντι-προσόντα για μια δουλειά που απαιτεί πια απλοϊκότητα, κλισέ, ατάκες, γλωσσική πενία και ταχύτητα μετάδοσης πληροφοριών. Η επεξεργασία απαγορεύεται – άλλωστε βλάπτει τη σκέψη. Ή μήπως είναι η σκέψη που βλάπτει; Μάλλον το δεύτερο –έχει γίνει άλλωστε το αγαπημένο ανέκδοτο στους χώρους εργασίας: «Δεν πληρώνεστε για να σκέπτεσθε».
Αγαπητή Γιούλα,
Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να απαντήσω (δεν μου πέφτει λόγος άλλωστε) στα γράμματα των άλλων «ξένων», στους σκοτεινούς διαλόγους με τον εαυτό σου, στους θυμωμένους διαλόγους με τον ψυχαναλυτή σου, στις θυμωμένες απαντήσεις προς τους «δικαστές» σου, στα τρυφερά ή σκληρά λόγια που απευθύνεις σ’ όσους σε συνόδεψαν στο ταξίδι από την παιδική ηλικία μέχρι την ωριμότητα. Μπορώ ν’ απαντήσω κατ’ αρχάς στο δικό μου γράμμα και να σου πω ότι φυσικά είχε δίκιο ο προϊστάμενός σου να σου υποδείξει ότι «πρέπει να κατέβεις στον λαό» με τη δημοσιογραφία που θα ασκείς. Και φυσικά ήταν απόλυτη ανοησία να πάρεις συνέντευξη από την καθαρίστρια του ΜΜΕ που δούλευες, υποθέτοντας ότι αυτή αποτελεί την απόλυτη ενσάρκωση του λαού. Πού το είδες αυτό γραμμένο; Λαός είναι οι λαϊκές ξανθές «σελέμπριτι» που περιφέρουν τη σαγηνευτική ανοησία τους στις πρωινές και μεσημεριανές τηλεοπτικές ζώνες, λαός είναι οι ατσαλάκωτες νοικοκυρές των τηλεοπτικών διαφημίσεων, λαός είναι οι λαμπεροί άνθρωποι του πολιτικο-κοινωνικού σταρ σίστεμ που ανοίγουν πρόθυμα την καρδιά τους και τα χλιδάτα σπίτια τους στις τηλεοπτικές κάμερες, λαός είναι οι πολιτικοί ηγέτες μας που δεν φοβούνται να εκθέσουν τις ιδιωτικές τους αδυναμίες, την αγάπη τους για το κολύμπι ή το κανό, τη λατρεία τους για το τένις ή το γκολφ, το «κόλλημά» τους με τις εκλογικές τους περιφέρειες. Λαός είναι τα υστερικά πλάσματα των κωμικών σειρών, οι αλαζονικοί άνκορμεν των τηλεοπτικών ειδήσεων, οι σταρ της επιχειρηματικότητας, οι γενναιόδωροι χορηγοί της αμεριμνησίας μας. Λαός είναι πια και ο Πολ Τόμσεν, ο Σερβάς Ντερούς ή ο Κλάους Μαζούχ, η τριανδρία του μνημονίου που εισβάλλει καθημερινά στα σπίτια μας με νουθεσίες, εύσημα και προειδοποιήσεις για ό,τι μας περιμένει. Μπορείς να μάθεις ποια είναι η γυναίκα τους και ποια η γκόμενά τους, να βρεις πού μένουν, τι τρώνε, ποια είναι τα γούστα και ποια τα βίτσια τους, τι κάνουν στον ελεύθερο χρόνο τους, όταν δεν κατεδαφίζουν κοινωνίες; Αν ναι, έχεις μια πιθανότητα να κατέβεις στον λαό της εικονικής μας πραγματικότητας.
Επίτρεψέ μου μια απόκλιση από την αρχή της μη επέμβασης στις επιστολές των άλλων «ξένων»: Το 5ο γράμμα σου, αυτό προς τον δΔιευθυντή, ταλαντούχο και βραβευμένο μάνατζερ διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και εξουδετέρωσης ανθρώπων με δημιουργική φαντασία, διακρίνεται από μια ανεξήγητη χαιρεκακία για μια δεξιότητα που στο εξής θα είναι απόλυτο κριτήριο αξιολόγησης των στελεχών: αν επαληθευτεί η πρόβλεψη για ανεργία πάνω από 15%, ελέω μνημονίου, θα πρέπει να αναρωτηθείς τι είδους άνθρωποι θα μπορέσουν να διαχειριστούν τις χιλιάδες απολύσεις δημιουργικών, παραγωγικών, νέων ή ώριμων ανθρώπων που απλώς θα περισσεύουν. Όπως αντιλαμβάνεσαι, αν διαθέτουν τις αναστολές και τις ευαισθησίες σου δεν πρόκειται να γίνει δουλειά. Γι’ αυτό δεν πρόκειται να γίνεις ποτέ διευθύντρια. Δεν στο εύχομαι κιόλας. Συνέχισε όμως να γράφεις. Η συγγραφή είναι ένα αποτελεσματικό αντικαταθλιπτικό. Και για τον συγγραφέα. Και για τον αναγνώστη.
Υ.Γ.1 Σου υπενθυμίζω, πάντως, ότι ο συνδυασμός «δημοσιογράφος- συγγραφέας» έχει γίνει αρκετά κακόφημος για να τον διατηρεί κανείς επ’ αόριστον. Σου εύχομαι να κρατήσεις το δεύτερο σκέλος του.
Υ.Γ. 2 Αυτό το υστερόγραφο δεν απευθύνεται σε σένα, αλλά σε όσους τυχόν διαβάσουν αυτή τη στήλη στην κάψα του Δεκαπενταύγουστου. Το βιβλίο της Γιούλας Ράπτη «Εκ των Υστέρων» (εκδόσεις Γαβριηλίδη) δεν είναι ό,τι καλύτερο για θερινό ανάγνωσμα. Δεν προσφέρεται για αναψυχή και είναι εντελώς ακατάλληλο για παραλία. Το συνιστώ πάντως σ’ όσους δεν φοβούνται να αναμετρηθούν με την «αποτυχία» τους και σ’ όσους δεν έχουν πληγεί από τον ιό της αισιοδοξίας για την «επανάσταση του αυτονόητου» που αλλάζει την Ελλάδα. Και τα φώτα μας…
Έλαβα το γράμμα σου, στη μορφή ενός βιβλίου ογδόντα και κάτι σελίδων, αλλά κλεισμένο κανονικά στον φάκελό του, με αποστολέα και παραλήπτη και γραμματόσημα κι απ’ όλα. Ξεφυλλίζοντάς το, βεβαίως, ανακάλυψα ότι δεν είναι ένα, αλλά δεκατέσσερα γράμματα. Εκ πρώτης όψεως ένα μόνο με αφορά. Για τα υπόλοιπα αναρωτιέμαι αν διατρέχω τον κίνδυνο να κατηγορηθώ για παραβίαση απορρήτου αλληλογραφίας. Μάλλον όχι, αφού μόνη σου αποφάσισες να εκθέσεις τον εαυτό σου, τις σκέψεις σου, τα αισθήματά σου για τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεσαι. Αποκλείεται, λοιπόν, να θεωρηθώ εγώ ο Βαλμόν που αποφασίζει να εκδικηθεί τη Μερτέιγ των «Επικίνδυνων Σχέσεων» του Λακλό, δίνοντας στη δημοσιότητα τις επιστολές της. Παλιά τέχνη το outing...
Λοιπόν, το έχεις παρατηρήσει; Παρ’ ότι οι άνθρωποι γράφουν περισσότερο από ποτέ -γράφουν SMS στα κινητά τους, γράφουν ηλεκτρονικά μηνύματα στο Διαδίκτυο, γράφουν κείμενα σε blogs, γράφουν βιβλία, πολλά βιβλία- ελάχιστοι γράφουν πια επιστολές. Τα ταχυδρομεία και τα couriers διακινούν καθημερινά εκατομμύρια φακέλους και δέματα, αλλά τα περισσότερα από αυτά περιέχουν λογαριασμούς ή διαφημιστικά μηνύματα. Εσχάτως και κατασχετήρια. Τα γραμματοκιβώτια φρακάρουν, αλλά ελάχιστοι από τους φακέλους τους περιέχουν πραγματικά γράμματα. Γράμματα σε δικούς μας ή σε ξένους. Ίσως γι’ αυτό και το επιστολικό μυθιστόρημα δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας στην εποχή μας. Ενδεχομένως να είχε καλύτερη τύχη ένα μυθιστόρημα των SMS ή των e-mail. Αλλά τι να πει και τι να επικοινωνήσει κανείς με τα θραύσματα λόγου που αποτελούν το ψηφιακό μας λεξιλόγιο; Ιδού, λοιπόν, η καινοτομία σου: επιστολικά μυθιστορήματα γράφτηκαν πολλά. Αλλά κανείς δεν είχε σκεφτεί να εκδώσει μια μικρή συλλογή «επιστολικών διηγημάτων». Δεν είμαι αρμόδιος να δημιουργώ όρους, αλλά αυτό τον χαρακτηρισμό θα έδινα στην πολλαπλή επιστολή που μου έστειλες.
Αγαπητή Γιούλα,
Δεν ξέρω αν θα σου κάνω καλό ή κακό γράφοντας εδώ, σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, ανάμεσα σε ζοφερές ή αισιόδοξες προβλέψεις για την οικονομία, τα δημοσιονομικά μεγέθη, τις τιμές των αγαθών, τις μετοχές, τα νομίσματα μια δέκατη πέμπτη επιστολή-απάντηση στις 14 της συλλογής σου «Εκ των υστέρων (γράμματα σ’ έναν ξένο)». Διάβασα απνευστί τις 80 σελίδες σου. Για να είμαι ειλικρινής, μπήκα κι εγώ στον πειρασμό να κρυφοκοιτάξω από τη μικρή κλειδαρότρυπα που άνοιξες, να μαντέψω ποιοι είναι οι 14 «ξένοι» στους οποίους απευθύνεσαι -ποιος είναι ο πατέρας, ποιος ο φίλος, ποιος ο δάσκαλος, ο διευθυντής, ο εργοδότης, ο εραστής, οι πρώην ή οι νυν, ποιοι κρύβονται πίσω από τον στρατηγό, τον διευθυντή, τον γιατρό ή τον λύκο- εκμεταλλευόμενος και τη φιλία μας και τα λίγα (ή πολλά;) που ξέρω για σένα. Μάλλον αστόχησα σε αρκετούς – αναγνώρισα, βεβαίως, με επιτυχία τον εαυτό μου και σ’ ευχαριστώ που με περιέλαβες στους 14 «ξένους» σου. Με κολάκεψε αυτό, αλλά ταυτόχρονα με τρόμαξε η ιδέα ότι μια συμβουλή μου, μια ιδέα μου μπορεί να ασκήσει την παραμικρή επιρροή σε έναν δικό μου «ξένο», ιδιαίτερα στο ναρκοθετημένο πεδίο της δουλειάς που κι εγώ κι εσύ έχουμε επιλέξει. Αν ισχύει αυτό, έχω ήδη μερίδιο συνενοχής στο ότι εσύ και πολλοί άλλοι συνάδελφοι («αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», όπως θυμίζεις στο «μότο» της 11ης επιστολής) είστε στα «αζήτητα». Με ρωτάς επ’ αυτού, στο υστερόγραφο της επιστολής που μου απευθύνεις: «Πες μου, ρε φίλε, τι δεν κάνω καλά; Και κυρίως πες μου από ποιον, τελικά, να πάρω συνέντευξη; Έχεις καμιά καλή ιδέα; Ή μήπως να πάρω μία από τον εαυτό μου τελικά;». Η απάντηση στο ερώτημά σου -και η εξήγηση για το μυστήριο των «αζήτητων»- είναι το ίδιο το βιβλίο, τα «επιστολικά σου διηγήματα». Σε 80 μόλις σελίδες έχεις περιλάβει μονολόγους, μονόπρακτα θεατρικά, αφηγήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, τηλεγραφήματα, χρονογραφήματα – μετράω τουλάχιστον 6 εναλλακτικές μορφές λογοτεχνικής έκφρασης, ασκήσεις πυκνότητας, λυρικότητας, σκληρότητας (κυρίως έναντι του εαυτού σου). Αυτά, Γιούλα μου, είναι αντι-προσόντα για μια δουλειά που απαιτεί πια απλοϊκότητα, κλισέ, ατάκες, γλωσσική πενία και ταχύτητα μετάδοσης πληροφοριών. Η επεξεργασία απαγορεύεται – άλλωστε βλάπτει τη σκέψη. Ή μήπως είναι η σκέψη που βλάπτει; Μάλλον το δεύτερο –έχει γίνει άλλωστε το αγαπημένο ανέκδοτο στους χώρους εργασίας: «Δεν πληρώνεστε για να σκέπτεσθε».
Αγαπητή Γιούλα,
Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να απαντήσω (δεν μου πέφτει λόγος άλλωστε) στα γράμματα των άλλων «ξένων», στους σκοτεινούς διαλόγους με τον εαυτό σου, στους θυμωμένους διαλόγους με τον ψυχαναλυτή σου, στις θυμωμένες απαντήσεις προς τους «δικαστές» σου, στα τρυφερά ή σκληρά λόγια που απευθύνεις σ’ όσους σε συνόδεψαν στο ταξίδι από την παιδική ηλικία μέχρι την ωριμότητα. Μπορώ ν’ απαντήσω κατ’ αρχάς στο δικό μου γράμμα και να σου πω ότι φυσικά είχε δίκιο ο προϊστάμενός σου να σου υποδείξει ότι «πρέπει να κατέβεις στον λαό» με τη δημοσιογραφία που θα ασκείς. Και φυσικά ήταν απόλυτη ανοησία να πάρεις συνέντευξη από την καθαρίστρια του ΜΜΕ που δούλευες, υποθέτοντας ότι αυτή αποτελεί την απόλυτη ενσάρκωση του λαού. Πού το είδες αυτό γραμμένο; Λαός είναι οι λαϊκές ξανθές «σελέμπριτι» που περιφέρουν τη σαγηνευτική ανοησία τους στις πρωινές και μεσημεριανές τηλεοπτικές ζώνες, λαός είναι οι ατσαλάκωτες νοικοκυρές των τηλεοπτικών διαφημίσεων, λαός είναι οι λαμπεροί άνθρωποι του πολιτικο-κοινωνικού σταρ σίστεμ που ανοίγουν πρόθυμα την καρδιά τους και τα χλιδάτα σπίτια τους στις τηλεοπτικές κάμερες, λαός είναι οι πολιτικοί ηγέτες μας που δεν φοβούνται να εκθέσουν τις ιδιωτικές τους αδυναμίες, την αγάπη τους για το κολύμπι ή το κανό, τη λατρεία τους για το τένις ή το γκολφ, το «κόλλημά» τους με τις εκλογικές τους περιφέρειες. Λαός είναι τα υστερικά πλάσματα των κωμικών σειρών, οι αλαζονικοί άνκορμεν των τηλεοπτικών ειδήσεων, οι σταρ της επιχειρηματικότητας, οι γενναιόδωροι χορηγοί της αμεριμνησίας μας. Λαός είναι πια και ο Πολ Τόμσεν, ο Σερβάς Ντερούς ή ο Κλάους Μαζούχ, η τριανδρία του μνημονίου που εισβάλλει καθημερινά στα σπίτια μας με νουθεσίες, εύσημα και προειδοποιήσεις για ό,τι μας περιμένει. Μπορείς να μάθεις ποια είναι η γυναίκα τους και ποια η γκόμενά τους, να βρεις πού μένουν, τι τρώνε, ποια είναι τα γούστα και ποια τα βίτσια τους, τι κάνουν στον ελεύθερο χρόνο τους, όταν δεν κατεδαφίζουν κοινωνίες; Αν ναι, έχεις μια πιθανότητα να κατέβεις στον λαό της εικονικής μας πραγματικότητας.
Επίτρεψέ μου μια απόκλιση από την αρχή της μη επέμβασης στις επιστολές των άλλων «ξένων»: Το 5ο γράμμα σου, αυτό προς τον δΔιευθυντή, ταλαντούχο και βραβευμένο μάνατζερ διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και εξουδετέρωσης ανθρώπων με δημιουργική φαντασία, διακρίνεται από μια ανεξήγητη χαιρεκακία για μια δεξιότητα που στο εξής θα είναι απόλυτο κριτήριο αξιολόγησης των στελεχών: αν επαληθευτεί η πρόβλεψη για ανεργία πάνω από 15%, ελέω μνημονίου, θα πρέπει να αναρωτηθείς τι είδους άνθρωποι θα μπορέσουν να διαχειριστούν τις χιλιάδες απολύσεις δημιουργικών, παραγωγικών, νέων ή ώριμων ανθρώπων που απλώς θα περισσεύουν. Όπως αντιλαμβάνεσαι, αν διαθέτουν τις αναστολές και τις ευαισθησίες σου δεν πρόκειται να γίνει δουλειά. Γι’ αυτό δεν πρόκειται να γίνεις ποτέ διευθύντρια. Δεν στο εύχομαι κιόλας. Συνέχισε όμως να γράφεις. Η συγγραφή είναι ένα αποτελεσματικό αντικαταθλιπτικό. Και για τον συγγραφέα. Και για τον αναγνώστη.
Υ.Γ.1 Σου υπενθυμίζω, πάντως, ότι ο συνδυασμός «δημοσιογράφος- συγγραφέας» έχει γίνει αρκετά κακόφημος για να τον διατηρεί κανείς επ’ αόριστον. Σου εύχομαι να κρατήσεις το δεύτερο σκέλος του.
Υ.Γ. 2 Αυτό το υστερόγραφο δεν απευθύνεται σε σένα, αλλά σε όσους τυχόν διαβάσουν αυτή τη στήλη στην κάψα του Δεκαπενταύγουστου. Το βιβλίο της Γιούλας Ράπτη «Εκ των Υστέρων» (εκδόσεις Γαβριηλίδη) δεν είναι ό,τι καλύτερο για θερινό ανάγνωσμα. Δεν προσφέρεται για αναψυχή και είναι εντελώς ακατάλληλο για παραλία. Το συνιστώ πάντως σ’ όσους δεν φοβούνται να αναμετρηθούν με την «αποτυχία» τους και σ’ όσους δεν έχουν πληγεί από τον ιό της αισιοδοξίας για την «επανάσταση του αυτονόητου» που αλλάζει την Ελλάδα. Και τα φώτα μας…
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (13/8/2010)
…Και η αυλή σας, φυσικά, στον χώρο εργασίας, «θεσμοθετημένο, όργανο παντού σε γραφεία εξουσίας: από το νεαρό «ταλαντούχο τσογλάνι», όπως το αποκαλείτε κι εσείς, που κόλλησε πάνω σας σαν βδέλλα από την πρώτη στιγμή, τον πρώην αριστερό ψάλτη και νυν δεξιό εξαπτέρυγο, που χρωστάει την επαγγελματική του ύπαρξη σ’ έναν απίστευτο χαμαιλεοντισμό, την αρχομανή μικρή Θάτσερ, που της δώσατε λίγη δανεική εξουσία κι εκείνη μοιράζει χαστούκια και προσβολές με το κιλό, και, φυσικά, την είμαι-πάντα- χαρούμενη Μπίμπι Μπο, που δίνει λίγο κέφι στα ανιαρά meetings.
Καμιά πρωτοτυπία… Συνηθισμένο, όσο και το «πατώντας επί πτωμάτων» ανεβαίνεις στην κορυφή, που δυστυχώς δικαιώνεται από τη ζωή.
Γιούλας Ράπτη, «Εκ των υστέρων (γράμματα σ’ έναν ξένο)»
Καμιά πρωτοτυπία… Συνηθισμένο, όσο και το «πατώντας επί πτωμάτων» ανεβαίνεις στην κορυφή, που δυστυχώς δικαιώνεται από τη ζωή.
Γιούλας Ράπτη, «Εκ των υστέρων (γράμματα σ’ έναν ξένο)»
07/08/2010
Άνθρωποι σφουγγάρια (7/8/2010)
Μέρες που ’ναι, ας γράψουμε κάτι δροσερό, θαλασσινό. Πολύ θα το δούνε, λιγότεροι θα το διαβάσουν. Να μη χαλάσουμε τη ραστώνη του Αυγούστου. Είμαστε σε διατεταγμένη υπηρεσία. Οφείλουμε να είμαστε χαλαροί, νωχελικοί κι ευχάριστοι, ανάλογοι με τη διάθεση που δημιουργεί η θάλασσα του θέρους, ακόμη κι όσοι δεν είμαστε αρκετά κοντά της. Οι διακοπές -πολλές, λίγες, φανταστικές- δεν είναι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωσή μας. Διακόπτουμε για να ξεχάσουμε τι σημαίνει ότι είμαστε σε λειτουργία. Όχι για να ξεχάσουμε τις παραγωγικές μας δεξιότητες και τις κοινωνικές μας αδεξιότητες, αλλά για να σβήσουμε όλα εκείνα που μας χαλάνε. Όπως το σφουγγάρι τον γραμμένο πίνακα.
Είπα σφουγγάρι, και ήρθε στον νου μου η είδηση της εβδομάδας. Τι γνώμη έχετε για το σφουγγάρι; Κείται ασάλευτο στον βυθό, κολλημένο στο ενδιαίτημά του, δεν απαιτεί τίποτα εκτός από τον λίγο ζωτικό χώρο που χρειάζεται για την ανάπτυξή του, δεν διαμαρτύρεται όταν το κόβεις, άβουλο περιμένει να καταλήξει σ’ αυτό που θεωρούμε μοναδικό προορισμό του: στην άκρη ενός μαυροπίνακα, δίπλα στις κιμωλίες ή τους μαρκαδόρους. Στα πορσελάνινα σκεύη ενός πολυτελούς spa όπου τα πάντα είναι φυσικά και οικολογικά, στο μπάνιο ενός βρέφους για να χαϊδέψει και να ποτίσει απαλά το τρυφερό του δέρμα. Το σφουγγάρι δεν διαμαρτυρήθηκε καν όταν έγινε περιττό από τα δεκάδες τεχνητά υποκατάστατα που υπόσχονται καλύτερα αποτελέσματα, ποικιλία χρωμάτων και υλικών, αντοχή στις κακουχίες του ανθρώπινου πολιτισμού, μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Όπως ακριβώς δεν διαμαρτυρόταν την εποχή που οι Καλύμνιοι σφουγγαράδες αποψίλωναν τις υποθαλάσσιες αποικίες του, αφήνοντας σε κάθε βουτιά κι ένα κομμάτι της ζωής τους στον βυθό. Καμιά φορά κι ολόκληρη. Βαρύ τίμημα στην υπηρεσία της καθαριότητας.
Στην είδηση της εβδομάδας τώρα. Αν νομίζετε ότι ο άνθρωπος διαφέρει πολύ από το σφουγγάρι, κάνετε λάθος. Από το σφουγγάρι μάς χωρίζουν μόλις 2.500 γονίδια (έχει 18.000, έχουμε 20.500). Είναι εξ ίσου ζώον με μας (κι όχι φυτό, όπως μας παραπλανά η ακινησία του), είναι πολύ αρχαιότερο από μας (υπάρχει πάνω από 630 εκατομμύρια χρόνια) κι είναι ένα είδος-κλειδί για τη μετάβαση της ζωής από τους μονοκύτταρους στους πολυκύτταρους οργανισμούς. Κοινώς, μπορεί να μας αποκαλύψει πώς και γιατί κι εμείς, τα ευφυή σπονδυλωτά, και τα σφουγγάρια, τα χαζά και άβουλα ασπόνδυλα, δεν μείναμε απλές και αόρατες αμοιβάδες. Οι επιστήμονες που αποφάσισαν να δουν με στοργή και συμπάθεια τον σπόγγο πιστεύουν ότι και ο άνθρωπος και το σφουγγάρι έχουν ένα κοινό πρόγονο που αποκόπηκε από την ασάλευτη και αδιάφορη ζωή των μονοκύτταρων οργανισμών και «αποφάσισε» να εξελίσσεται, να διαιρείται, να διασπάται, να αναπτύσσεται, να εξειδικεύεται και να πολλαπλασιάζεται με την ποικιλία μορφών και στάσεων που εμείς αποκαλούμε σεξ. Πότε έγινε αυτό; Πριν από 600-700 εκατομμύρια χρόνια, λένε οι επιστήμονες, υπήρξε ένα κρίσιμο «παράθυρο» στον χρόνο, 100 έως 200 εκατομμυρίων ετών, στη διάρκεια του οποίου αναδύθηκαν οι βασικές διαστάσεις της πολυκυτταρικής ζωής.
Φαίνεται ότι έχει βάση η προαιώνια διαμάχη επιστημόνων και φυσιοδιφών για το αν το σφουγγάρι είναι ζώο ή φυτό, και αν δεν υπήρχε ο Μπομπ ο Σφουγγαράκης τα περισσότερα παιδιά θα πίστευαν ότι ο σπόγγος δεν διαφέρει σε τίποτα από τα φύκια. Ζώο ή φυτό; Ζωόφυτο, αποφάσισαν κάποιοι, επισημαίνοντας ότι η μόνη ζωική ουσία στο ασάλευτο και άβουλο σφουγγάρι είναι η κολλώδης βλέννα που γεμίζει τους πόρους και τις τρύπες του. Αυτή που ο άνθρωπος μετά μανίας αφαιρεί από τον σπόγγο για να τον καταστήσει απόλυτα αδρανή και τελικά χρήσιμο.
Αλλά αυτή τη ζωική ουσία, αυτή που εξελίσσεται σε κίνηση, κοινωνικότητα, βούληση, πόσο σίγουροι είμαστε ότι εμείς, η κορυφή της ζωικής αλυσίδας, που κρίνουμε και αποφασίζουμε για την ύπαρξη όλων των άλλων κρίκων της, πως τη διαθέτουμε σε κρίσιμη επάρκεια; Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν τα 2.500 επιπλέον γονίδια που διαθέτουμε σε σχέση με το ταπεινό σφουγγάρι κάνουν πράγματι τη διαφορά. Έχετε αναρωτηθεί αν θυμίζουμε κι εμείς τις αποικίες σφουγγαριών που περιμένουν ασάλευτες τους τρομακτικούς ολετήρες τους, κάτω από τα σιδερένια σκάφανδρα και τις άτρωτες στολές τους, να τις θερίσουν, να τις αποκόψουν, να τις ξεζουμίσουν από ζωή, να τις αποξηράνουν από ύπαρξη για να γίνουν μικρά, ασήμαντα αντικείμενα δίπλα στην ντουζιέρα;
Φαντάζεστε τους τροϊκανούς, όχι με τα ατσαλάκωτα κοστούμια τους, αλλά κρυμμένους πίσω από τις ογκώδεις στολές των σφουγγαράδων, να περπατούν με βαρύ βηματισμό στον βυθό ψάχνοντας για σφουγγάρια, να σταματούν σε μια συστάδα ασάλευτης ζωής και να κόβουν, να κόβουν, να κόβουν…Κόψτε μερικές δεκάδες χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους… Μονιμότητα; Τι είναι αυτό; Πουλήστε τη μισή ΔΕΗ. Κόψτε λίγο ακόμη από συντάξεις. Υψηλοί είναι οι μισθοί σας, θέλουν ψαλίδισμα. Τι χρειάζεστε τις δημόσιες μεταφορές; Ξέρετε τι χρωστάτε; Κι έτσι σιγά σιγά αποψιλώνεται ο κοινωνικός βυθός από όλα τα σταθερά στοιχεία του, το τοπίο του αλλάζει, η ισορροπία του διαταράσσεται, μια αλυσίδα είναι όλα εδώ κάτω, ένας κρίκος να λείψει δεν ξέρεις τι θα γίνει. Αλλά δεν γίνεται τίποτα. Δεν είναι παράξενο; Οι άνθρωποι-σφουγγάρια απορροφούν ατάραχοι όλους τους κραδασμούς, όλες τις ανατροπές, παρακολουθούν ακίνητοι το τοπίο να αλλάζει, σαν να μην τους αφορά ή σαν να είναι σίγουροι ότι από κάποιο θαύμα της φύσης, παρά την καταστροφή, όλα θα επανέλθουν στην προτέρα κατάσταση. Αλλά εδώ δεν είναι ο βυθός της θάλασσας, δεν είναι η δύναμη της φύσης, είναι οι ανθρώπινες βουλήσεις που καθορίζουν τα πράγματα στον κοινωνικό βυθό. Τίποτα δεν εγγυάται αποκατάσταση όταν εξευμενισθούν οι αγορές, όταν οι μεγάλοι άρπαγες χορτάσουν ζωική ουσία, όταν ο κοινωνικός ιστός θα έχει μεταμορφωθεί σε νεκρά φύση.
Στο μεταξύ οι άνθρωποι-σφουγγάρια ρουφάνε άπληστα τη βρόμα του κόσμου, την ξερνάνε αδιαμαρτύρητα στην αποχέτευση της ζωής, που γίνεται όλο και πιο τελματωμένη, μικρή και ασήμαντη.
Τι ακριβώς μας έχει συμβεί; Αυτή θα παραμείνει η θεμελιώδης απορία μου. Ποιος μας αφαίρεσε να νεύρα, τα ανακλαστικά, το ταμπεραμέντο που κάνουν δύσκολη τη ζωή στις εξουσίες; Ποιος μας έπεισε ότι έχουμε γίνει ασήμαντα ασπόνδυλα, τρωτά κι αδύναμα μπροστά στη δύναμη των σφουγγαράδων; Θα μείνω με την απορία, πιθανότατα μέχρι να διαψευστεί η μελαγχολία και η ηττοπάθειά μου από μια απρόσμενη έκρηξη των σπόγγων.
Σας υποσχέθηκα κάτι δροσερό, της θάλασσας και της εποχής. Όπως το κόβω τώρα, βγήκε κάτι χλιαρό, σαν τα νερά που προτιμούν τα σφουγγάρια. Ίσως υπάρχει μια χαιρεκακία εκ μέρους μου σ’ αυτό. Βλέπετε, αν συλλάβει κανείς την πραγματικότητα μέσα από τα πρωτοσέλιδα των αθηναϊκών εφημερίδων, θα φανταστεί μια κοινωνία σε αναβρασμό, μια κυβέρνηση βραχυκυκλωμένη, μια τρόικα φοβισμένη και διακριτική. Αλλά, μια βόλτα στην Αθήνα αποδεικνύει ότι αυτή η πραγματικότητα μετά βίας ξεπερνά λίγα οικοδομικά τετράγωνα πέριξ του Συντάγματος. Η υπόλοιπη πραγματικότητα λιάζεται στις παραλίες, τσαλαβουτάει στο νερό, πνίγει τον πόνο της στα κοκτέιλ και ρουφάει -σαν το σφουγγάρι- τους μύθους της ανάκαμψης που με τόσο ενθουσιασμό υιοθετούν οι αγορές. Πού θα πάει, θα ’ρθει κι η σειρά μου να αποκτήσω την αταραξία των ανθρώπων-σφουγγαριών, να ρουφήξω θαλασσινό νερό και να σβήσω όλη την ασκήμια του μαυροπίνακα – έστω και για λίγο. Κι ύστερα, θα επιστρατεύσω να 2.500 γονίδια που κάνουν τη διαφορά του ανθρώπου από το σφουγγάρι.
Είπα σφουγγάρι, και ήρθε στον νου μου η είδηση της εβδομάδας. Τι γνώμη έχετε για το σφουγγάρι; Κείται ασάλευτο στον βυθό, κολλημένο στο ενδιαίτημά του, δεν απαιτεί τίποτα εκτός από τον λίγο ζωτικό χώρο που χρειάζεται για την ανάπτυξή του, δεν διαμαρτύρεται όταν το κόβεις, άβουλο περιμένει να καταλήξει σ’ αυτό που θεωρούμε μοναδικό προορισμό του: στην άκρη ενός μαυροπίνακα, δίπλα στις κιμωλίες ή τους μαρκαδόρους. Στα πορσελάνινα σκεύη ενός πολυτελούς spa όπου τα πάντα είναι φυσικά και οικολογικά, στο μπάνιο ενός βρέφους για να χαϊδέψει και να ποτίσει απαλά το τρυφερό του δέρμα. Το σφουγγάρι δεν διαμαρτυρήθηκε καν όταν έγινε περιττό από τα δεκάδες τεχνητά υποκατάστατα που υπόσχονται καλύτερα αποτελέσματα, ποικιλία χρωμάτων και υλικών, αντοχή στις κακουχίες του ανθρώπινου πολιτισμού, μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Όπως ακριβώς δεν διαμαρτυρόταν την εποχή που οι Καλύμνιοι σφουγγαράδες αποψίλωναν τις υποθαλάσσιες αποικίες του, αφήνοντας σε κάθε βουτιά κι ένα κομμάτι της ζωής τους στον βυθό. Καμιά φορά κι ολόκληρη. Βαρύ τίμημα στην υπηρεσία της καθαριότητας.
Στην είδηση της εβδομάδας τώρα. Αν νομίζετε ότι ο άνθρωπος διαφέρει πολύ από το σφουγγάρι, κάνετε λάθος. Από το σφουγγάρι μάς χωρίζουν μόλις 2.500 γονίδια (έχει 18.000, έχουμε 20.500). Είναι εξ ίσου ζώον με μας (κι όχι φυτό, όπως μας παραπλανά η ακινησία του), είναι πολύ αρχαιότερο από μας (υπάρχει πάνω από 630 εκατομμύρια χρόνια) κι είναι ένα είδος-κλειδί για τη μετάβαση της ζωής από τους μονοκύτταρους στους πολυκύτταρους οργανισμούς. Κοινώς, μπορεί να μας αποκαλύψει πώς και γιατί κι εμείς, τα ευφυή σπονδυλωτά, και τα σφουγγάρια, τα χαζά και άβουλα ασπόνδυλα, δεν μείναμε απλές και αόρατες αμοιβάδες. Οι επιστήμονες που αποφάσισαν να δουν με στοργή και συμπάθεια τον σπόγγο πιστεύουν ότι και ο άνθρωπος και το σφουγγάρι έχουν ένα κοινό πρόγονο που αποκόπηκε από την ασάλευτη και αδιάφορη ζωή των μονοκύτταρων οργανισμών και «αποφάσισε» να εξελίσσεται, να διαιρείται, να διασπάται, να αναπτύσσεται, να εξειδικεύεται και να πολλαπλασιάζεται με την ποικιλία μορφών και στάσεων που εμείς αποκαλούμε σεξ. Πότε έγινε αυτό; Πριν από 600-700 εκατομμύρια χρόνια, λένε οι επιστήμονες, υπήρξε ένα κρίσιμο «παράθυρο» στον χρόνο, 100 έως 200 εκατομμυρίων ετών, στη διάρκεια του οποίου αναδύθηκαν οι βασικές διαστάσεις της πολυκυτταρικής ζωής.
Φαίνεται ότι έχει βάση η προαιώνια διαμάχη επιστημόνων και φυσιοδιφών για το αν το σφουγγάρι είναι ζώο ή φυτό, και αν δεν υπήρχε ο Μπομπ ο Σφουγγαράκης τα περισσότερα παιδιά θα πίστευαν ότι ο σπόγγος δεν διαφέρει σε τίποτα από τα φύκια. Ζώο ή φυτό; Ζωόφυτο, αποφάσισαν κάποιοι, επισημαίνοντας ότι η μόνη ζωική ουσία στο ασάλευτο και άβουλο σφουγγάρι είναι η κολλώδης βλέννα που γεμίζει τους πόρους και τις τρύπες του. Αυτή που ο άνθρωπος μετά μανίας αφαιρεί από τον σπόγγο για να τον καταστήσει απόλυτα αδρανή και τελικά χρήσιμο.
Αλλά αυτή τη ζωική ουσία, αυτή που εξελίσσεται σε κίνηση, κοινωνικότητα, βούληση, πόσο σίγουροι είμαστε ότι εμείς, η κορυφή της ζωικής αλυσίδας, που κρίνουμε και αποφασίζουμε για την ύπαρξη όλων των άλλων κρίκων της, πως τη διαθέτουμε σε κρίσιμη επάρκεια; Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν τα 2.500 επιπλέον γονίδια που διαθέτουμε σε σχέση με το ταπεινό σφουγγάρι κάνουν πράγματι τη διαφορά. Έχετε αναρωτηθεί αν θυμίζουμε κι εμείς τις αποικίες σφουγγαριών που περιμένουν ασάλευτες τους τρομακτικούς ολετήρες τους, κάτω από τα σιδερένια σκάφανδρα και τις άτρωτες στολές τους, να τις θερίσουν, να τις αποκόψουν, να τις ξεζουμίσουν από ζωή, να τις αποξηράνουν από ύπαρξη για να γίνουν μικρά, ασήμαντα αντικείμενα δίπλα στην ντουζιέρα;
Φαντάζεστε τους τροϊκανούς, όχι με τα ατσαλάκωτα κοστούμια τους, αλλά κρυμμένους πίσω από τις ογκώδεις στολές των σφουγγαράδων, να περπατούν με βαρύ βηματισμό στον βυθό ψάχνοντας για σφουγγάρια, να σταματούν σε μια συστάδα ασάλευτης ζωής και να κόβουν, να κόβουν, να κόβουν…Κόψτε μερικές δεκάδες χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους… Μονιμότητα; Τι είναι αυτό; Πουλήστε τη μισή ΔΕΗ. Κόψτε λίγο ακόμη από συντάξεις. Υψηλοί είναι οι μισθοί σας, θέλουν ψαλίδισμα. Τι χρειάζεστε τις δημόσιες μεταφορές; Ξέρετε τι χρωστάτε; Κι έτσι σιγά σιγά αποψιλώνεται ο κοινωνικός βυθός από όλα τα σταθερά στοιχεία του, το τοπίο του αλλάζει, η ισορροπία του διαταράσσεται, μια αλυσίδα είναι όλα εδώ κάτω, ένας κρίκος να λείψει δεν ξέρεις τι θα γίνει. Αλλά δεν γίνεται τίποτα. Δεν είναι παράξενο; Οι άνθρωποι-σφουγγάρια απορροφούν ατάραχοι όλους τους κραδασμούς, όλες τις ανατροπές, παρακολουθούν ακίνητοι το τοπίο να αλλάζει, σαν να μην τους αφορά ή σαν να είναι σίγουροι ότι από κάποιο θαύμα της φύσης, παρά την καταστροφή, όλα θα επανέλθουν στην προτέρα κατάσταση. Αλλά εδώ δεν είναι ο βυθός της θάλασσας, δεν είναι η δύναμη της φύσης, είναι οι ανθρώπινες βουλήσεις που καθορίζουν τα πράγματα στον κοινωνικό βυθό. Τίποτα δεν εγγυάται αποκατάσταση όταν εξευμενισθούν οι αγορές, όταν οι μεγάλοι άρπαγες χορτάσουν ζωική ουσία, όταν ο κοινωνικός ιστός θα έχει μεταμορφωθεί σε νεκρά φύση.
Στο μεταξύ οι άνθρωποι-σφουγγάρια ρουφάνε άπληστα τη βρόμα του κόσμου, την ξερνάνε αδιαμαρτύρητα στην αποχέτευση της ζωής, που γίνεται όλο και πιο τελματωμένη, μικρή και ασήμαντη.
Τι ακριβώς μας έχει συμβεί; Αυτή θα παραμείνει η θεμελιώδης απορία μου. Ποιος μας αφαίρεσε να νεύρα, τα ανακλαστικά, το ταμπεραμέντο που κάνουν δύσκολη τη ζωή στις εξουσίες; Ποιος μας έπεισε ότι έχουμε γίνει ασήμαντα ασπόνδυλα, τρωτά κι αδύναμα μπροστά στη δύναμη των σφουγγαράδων; Θα μείνω με την απορία, πιθανότατα μέχρι να διαψευστεί η μελαγχολία και η ηττοπάθειά μου από μια απρόσμενη έκρηξη των σπόγγων.
Σας υποσχέθηκα κάτι δροσερό, της θάλασσας και της εποχής. Όπως το κόβω τώρα, βγήκε κάτι χλιαρό, σαν τα νερά που προτιμούν τα σφουγγάρια. Ίσως υπάρχει μια χαιρεκακία εκ μέρους μου σ’ αυτό. Βλέπετε, αν συλλάβει κανείς την πραγματικότητα μέσα από τα πρωτοσέλιδα των αθηναϊκών εφημερίδων, θα φανταστεί μια κοινωνία σε αναβρασμό, μια κυβέρνηση βραχυκυκλωμένη, μια τρόικα φοβισμένη και διακριτική. Αλλά, μια βόλτα στην Αθήνα αποδεικνύει ότι αυτή η πραγματικότητα μετά βίας ξεπερνά λίγα οικοδομικά τετράγωνα πέριξ του Συντάγματος. Η υπόλοιπη πραγματικότητα λιάζεται στις παραλίες, τσαλαβουτάει στο νερό, πνίγει τον πόνο της στα κοκτέιλ και ρουφάει -σαν το σφουγγάρι- τους μύθους της ανάκαμψης που με τόσο ενθουσιασμό υιοθετούν οι αγορές. Πού θα πάει, θα ’ρθει κι η σειρά μου να αποκτήσω την αταραξία των ανθρώπων-σφουγγαριών, να ρουφήξω θαλασσινό νερό και να σβήσω όλη την ασκήμια του μαυροπίνακα – έστω και για λίγο. Κι ύστερα, θα επιστρατεύσω να 2.500 γονίδια που κάνουν τη διαφορά του ανθρώπου από το σφουγγάρι.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (7/8/2010)
«Μη στέκεσαι ποτέ τόσο κοντά σε ένα σκίουρο, Μπίλι. Θα κολλήσεις τη βλακεία του».
«Δεν μπορείς να είσαι ηλίθιος κάπου αλλού; - Ποτέ πριν από τις 4».
«Άκουσες ότι το χρυσόψαρο χρεοκόπησε; Τώρα είναι χαλκόψαρο».
«Λοιπόν, μπορεί να είναι χαζός, αλλά είναι επίσης ηλίθιος».
«Ξέρετε, υπάρχει κάτι που ήθελα να σας πω από την πρώτη μέρα που σας γνώρισα. Αντίο…»
Πόσο ηλίθιος μπορείς να είσαι; Δεν ξέρω, εξαρτάται…
«Μη μ’ αγγίζεις. Είμαι στείρος…»
«Οι ερωτήσεις αποτελούν κίνδυνο για σας και καθήκον για τους άλλους».
Οκτώ κορυφαίες ατάκες από τη σειρά «Μπομπ ο Σφουγγαράκης» (σ.σ. κάποιοι τις θεωρούν ευφυείς)
«Δεν μπορείς να είσαι ηλίθιος κάπου αλλού; - Ποτέ πριν από τις 4».
«Άκουσες ότι το χρυσόψαρο χρεοκόπησε; Τώρα είναι χαλκόψαρο».
«Λοιπόν, μπορεί να είναι χαζός, αλλά είναι επίσης ηλίθιος».
«Ξέρετε, υπάρχει κάτι που ήθελα να σας πω από την πρώτη μέρα που σας γνώρισα. Αντίο…»
Πόσο ηλίθιος μπορείς να είσαι; Δεν ξέρω, εξαρτάται…
«Μη μ’ αγγίζεις. Είμαι στείρος…»
«Οι ερωτήσεις αποτελούν κίνδυνο για σας και καθήκον για τους άλλους».
Οκτώ κορυφαίες ατάκες από τη σειρά «Μπομπ ο Σφουγγαράκης» (σ.σ. κάποιοι τις θεωρούν ευφυείς)
01/08/2010
2 σε 1: Περί προόδου…
Η τρόικα και τα τροϊκόπουλά της πάνε κι έρχονται, κάθε φορά φέρνουν κάτι, παίρνουν περισσότερα, έχουν γίνει δικά μας παιδιά, θα τους μάθουμε και με τα μικρά τους ονόματα. Ο Σερβάς, ο Ποόυλ… Θα μάθουμε τι τρώνε, τι πίνουν, πώς θέλουν τον καφέ τους, αν έχουν περίεργα γούστα, αν τα βράδια ζητάνε συντροφιά κι αν οι πιο φανατικοί πιστοί του μνημονίου τούς στέλνουν τις παρθένες κόρες τους για να τους ευχαριστήσουν.
Δεν έχει σημασία αν η δημοσιονομική «προσαρμογή» εξελίσσεται σε έναν κοινωνικό εξανδραποδισμό, μια βίαιη διάρρηξη κάθε στοιχείου κοινωνικής συνοχής. Σημασία έχει ότι οι αγορές εξευμενίζονται, βλέπουν φως στην άκρη του τούνελ, επικροτούν και αισιοδοξούν. Κι αυτό αποκαλείται πρόοδος.
Αλλά τι είναι πρόοδος; Με τον γνωστό γλαφυρό αλλά και κυνικό τρόπο του, ο κοφτερός «Καρλομάγνος» του ευαγγελίου του νεοφιλελευθερισμού, του «Economist», έγραψε πριν από μια εβδομάδα ότι η Ευρώπη πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι ήρθε το τέλος της προόδου. «Το να αποδεχθεί η Ευρώπη ότι η πρόοδος είναι μια ψευδαίσθηση είναι ένα βήμα. Το να αλλάξει συμπεριφορά είναι ένα δεύτερο», γράφει ο αιχμηρός σχολιογράφος, συμπυκνώνοντας τον πυρήνα της σκέψης των νικητών (προς το παρόν) αυτής της πρωτοφανούς στα μεταπολεμικά χρόνια των ευρωπαϊκών κοινωνιών αναμέτρησης. Δεν πρόκειται για ένα οδυνηρό διάλειμμα, δεν είναι μια θλιβερή παρένθεση, δεν είναι μια περίοδος αναγκαστικής πλην προσωρινής προσαρμογής. Πρόκειται για μια οριστική ανατροπή στο σύστημα αξιών του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, ένα οριστικό διαζύγιο από την αντίληψη που ταύτιζε την «πρόοδο» του καπιταλισμού με ένα ελάχιστον επίπεδο εγγυημένων αγαθών και απολαβών για την πλειοψηφία της κοινωνίας, ακόμη και για εκείνο το τμήμα της που βρίσκεται εκτός καπιταλιστικής παραγωγής: τα παιδιά, τους ανέργους, τους απόμαχους της μισθωτής εργασίας. Ο «Καρλομάγνος» του «Economist», με λίγα λόγια, ζητά από τις πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης αλλά και τις ιθύνουσες τάξεις της να μην περιοριστούν στα μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις λιτότητας, αλλά να «επιτεθούν» και στις αντιλήψεις των ανθρώπων, σε εκείνον τον πυρήνα πολιτισμικών αξιών που, ακολουθώντας την (αστική, φυσικά) παράδοση του ανθρωπισμού και διαφωτισμού, συνδέει την πρόοδο και την ευημερία των αριθμών με την ευημερία των ανθρώπων. Όχι, αυτό δεν είναι καθόλου απαραίτητο, λέει ο αρθρογράφος, αν και αγνοεί (ή απλώς αποκρύπτει) ότι στην τριών αιώνων ιστορία του καπιταλισμού η «πρόοδος» και η μεγέθυνσή του πολλές φορές εξαρτήθηκαν όχι από την ευημερία, αλλά από την εξαθλίωση, ακόμη και τη μαζική εξόντωση των ανθρώπων.
Η αλήθεια είναι ότι αυτό που αποκαλείται ευρωπαϊκός οικονομικός πολιτισμός, με πυρήνα του το περίφημο κοινωνικό κράτος που τώρα βίαια ξηλώνεται, είναι το προϊόν ενός συμβιβασμού που επιδίωξαν, ιδιαίτερα μετά τον καταστροφικό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης για να εξασφαλίσουν μια σχετικά αδιατάρακτη από κοινωνικές συγκρούσεις εδραίωση του καπιταλιστικού μοντέλου, μια επέκταση των αγορών για τα προϊόντα τους και μια εξουδετέρωση της όποιας αίγλης είχε στις κοινωνίες το (ψευδεπίγραφο, όπως αποδείχθηκε) αντίπαλο δέος που είχε οικοδομηθεί στα ανατολικά της Γηραιάς Ηπείρου. Οι περισσότεροι από τους παράγοντες που καθιστούσαν αναγκαίο αυτόν τον συμβιβασμό, εκφρασμένο στον νοθευμένο και ανάπηρο κεϊνσιανισμό που εφάρμοζαν στην οικονομία φιλελεύθεροι και σοσιαλδημοκράτες, σήμερα έχουν εκλείψει. Και κυρίως έχει εκλείψει η όποια αυτονομία της πολιτικής έναντι της οικονομίας και των αγορών που καθιστούσε εφικτό αυτόν τον συμβιβασμό. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες λειτουργούν ως υπάλληλοι, το πολύ ως εντεταλμένοι σύμβουλοι των αγορών. Διακηρύσσουν με έπαρση ότι αδιαφορούν για το πολιτικό κόστος, εξαλείφοντας και τα τελευταία ίχνη λογοδοσίας και διαβούλευσης. Και ρισκάρουν την εκτροπή σ’ έναν χωρίς προηγούμενο αυταρχισμό, στον συντριπτικό βηματισμό της «Σιδερένιας Φτέρνας» που θέτει υπό αίρεση το χλομό απείκασμα της ευρωπαϊκής Δημοκρατίας. Άλλωστε, αν επεκτείνουμε τη σκέψη του «Καρλομάγνου», ίσως κι η δημοκρατία είναι, μαζί με την «πρόοδο» μια ανόητη ψευδαίσθηση, μια ακριβή πολυτέλεια, βαρίδι στον αναπτυξιακό δυναμισμό του καπιταλισμού. Ας ξεμπερδεύουμε και μ’ αυτήν…
Δεν έχει σημασία αν η δημοσιονομική «προσαρμογή» εξελίσσεται σε έναν κοινωνικό εξανδραποδισμό, μια βίαιη διάρρηξη κάθε στοιχείου κοινωνικής συνοχής. Σημασία έχει ότι οι αγορές εξευμενίζονται, βλέπουν φως στην άκρη του τούνελ, επικροτούν και αισιοδοξούν. Κι αυτό αποκαλείται πρόοδος.
Αλλά τι είναι πρόοδος; Με τον γνωστό γλαφυρό αλλά και κυνικό τρόπο του, ο κοφτερός «Καρλομάγνος» του ευαγγελίου του νεοφιλελευθερισμού, του «Economist», έγραψε πριν από μια εβδομάδα ότι η Ευρώπη πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι ήρθε το τέλος της προόδου. «Το να αποδεχθεί η Ευρώπη ότι η πρόοδος είναι μια ψευδαίσθηση είναι ένα βήμα. Το να αλλάξει συμπεριφορά είναι ένα δεύτερο», γράφει ο αιχμηρός σχολιογράφος, συμπυκνώνοντας τον πυρήνα της σκέψης των νικητών (προς το παρόν) αυτής της πρωτοφανούς στα μεταπολεμικά χρόνια των ευρωπαϊκών κοινωνιών αναμέτρησης. Δεν πρόκειται για ένα οδυνηρό διάλειμμα, δεν είναι μια θλιβερή παρένθεση, δεν είναι μια περίοδος αναγκαστικής πλην προσωρινής προσαρμογής. Πρόκειται για μια οριστική ανατροπή στο σύστημα αξιών του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, ένα οριστικό διαζύγιο από την αντίληψη που ταύτιζε την «πρόοδο» του καπιταλισμού με ένα ελάχιστον επίπεδο εγγυημένων αγαθών και απολαβών για την πλειοψηφία της κοινωνίας, ακόμη και για εκείνο το τμήμα της που βρίσκεται εκτός καπιταλιστικής παραγωγής: τα παιδιά, τους ανέργους, τους απόμαχους της μισθωτής εργασίας. Ο «Καρλομάγνος» του «Economist», με λίγα λόγια, ζητά από τις πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης αλλά και τις ιθύνουσες τάξεις της να μην περιοριστούν στα μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις λιτότητας, αλλά να «επιτεθούν» και στις αντιλήψεις των ανθρώπων, σε εκείνον τον πυρήνα πολιτισμικών αξιών που, ακολουθώντας την (αστική, φυσικά) παράδοση του ανθρωπισμού και διαφωτισμού, συνδέει την πρόοδο και την ευημερία των αριθμών με την ευημερία των ανθρώπων. Όχι, αυτό δεν είναι καθόλου απαραίτητο, λέει ο αρθρογράφος, αν και αγνοεί (ή απλώς αποκρύπτει) ότι στην τριών αιώνων ιστορία του καπιταλισμού η «πρόοδος» και η μεγέθυνσή του πολλές φορές εξαρτήθηκαν όχι από την ευημερία, αλλά από την εξαθλίωση, ακόμη και τη μαζική εξόντωση των ανθρώπων.
Η αλήθεια είναι ότι αυτό που αποκαλείται ευρωπαϊκός οικονομικός πολιτισμός, με πυρήνα του το περίφημο κοινωνικό κράτος που τώρα βίαια ξηλώνεται, είναι το προϊόν ενός συμβιβασμού που επιδίωξαν, ιδιαίτερα μετά τον καταστροφικό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης για να εξασφαλίσουν μια σχετικά αδιατάρακτη από κοινωνικές συγκρούσεις εδραίωση του καπιταλιστικού μοντέλου, μια επέκταση των αγορών για τα προϊόντα τους και μια εξουδετέρωση της όποιας αίγλης είχε στις κοινωνίες το (ψευδεπίγραφο, όπως αποδείχθηκε) αντίπαλο δέος που είχε οικοδομηθεί στα ανατολικά της Γηραιάς Ηπείρου. Οι περισσότεροι από τους παράγοντες που καθιστούσαν αναγκαίο αυτόν τον συμβιβασμό, εκφρασμένο στον νοθευμένο και ανάπηρο κεϊνσιανισμό που εφάρμοζαν στην οικονομία φιλελεύθεροι και σοσιαλδημοκράτες, σήμερα έχουν εκλείψει. Και κυρίως έχει εκλείψει η όποια αυτονομία της πολιτικής έναντι της οικονομίας και των αγορών που καθιστούσε εφικτό αυτόν τον συμβιβασμό. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες λειτουργούν ως υπάλληλοι, το πολύ ως εντεταλμένοι σύμβουλοι των αγορών. Διακηρύσσουν με έπαρση ότι αδιαφορούν για το πολιτικό κόστος, εξαλείφοντας και τα τελευταία ίχνη λογοδοσίας και διαβούλευσης. Και ρισκάρουν την εκτροπή σ’ έναν χωρίς προηγούμενο αυταρχισμό, στον συντριπτικό βηματισμό της «Σιδερένιας Φτέρνας» που θέτει υπό αίρεση το χλομό απείκασμα της ευρωπαϊκής Δημοκρατίας. Άλλωστε, αν επεκτείνουμε τη σκέψη του «Καρλομάγνου», ίσως κι η δημοκρατία είναι, μαζί με την «πρόοδο» μια ανόητη ψευδαίσθηση, μια ακριβή πολυτέλεια, βαρίδι στον αναπτυξιακό δυναμισμό του καπιταλισμού. Ας ξεμπερδεύουμε και μ’ αυτήν…
…και ανταγωνιστικότητας
Στοιχείο της νέας αντίληψης περί προόδου την οποία πρέπει να ενστερνιστούμε είναι και η ανταγωνιστικότητα. Παλιά καραμέλα, αλλά απέκτησε μια νέα ακτινοβολία στην εποχή του μνημονίου, όταν οι επιτηρητές και οι τοποτηρητές μάς αποκάλυψαν ότι στην ουσία το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι το κρατικό χρέος, αλλά η απελπιστικά χαμηλή ανταγωνιστικότητά της. Ένα στοιχείο της, μας είπαν, ήταν το υψηλό κόστος εργασίας. Αν και ψευδέστατο, αφού το ελληνικό κόστος εργασίας είναι μεν υψηλότερο από τα βαλκανικά προτεκτοράτα της Γιουρολάνδης, αλλά πολύ χαμηλότερο από τις πλούσιες χώρες του πυρήνα της, ξεμπερδέψαμε μ’ αυτό με το πρώτο κύμα μέτρων διατίμησης της εργασίας και διευκόλυνσης των απολύσεων. Α, δεν αρκεί αυτό, μας λένε οι επιτηρητές. Πρέπει ν’ ανοίξουν και οι αγορές, να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός σ’ αυτές, ώστε να πέσουν οι τιμές σε αγαθά και υπηρεσίες.
Αν ζούσε ο Άνταμ Σμιθ, που φανταζόταν έναν καπιταλισμό πολλών μικρών ή μεσαίων ανταγωνιζόμενων παραγωγών, ή θα έσκιζε τον «Πλούτο των εθνών» του ή θα προσέφευγε στα δικαστήρια κατά του μνημονίου, της τρόικας και των τροϊκόπουλων. Οι οποίοι, όπως αποκαλύπτεται, έχουν μια πολύ ιδιότυπη αντίληψη για το πώς ανοίγει ο ανταγωνισμός σε μια αγορά. Πάρτε παράδειγμα τις τράπεζες. Κλειδί για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της αξιοπιστίας τους, μας λένε, είναι οι συγχωνεύσεις τους. Σήμερα διαθέτουμε καμιά δεκαριά μεσαίες και μεγάλες εμπορικές τράπεζες που δανείζουν με το τσιγκέλι και με υψηλότατα επιτόκια και ανταμείβουν τις καταθέσεις με μηδενικούς τόκους. Είναι πολλές, λένε οι επιτηρητές, και οι πιο τολμηροί θεωρούν ότι για την Ελλάδα δύο, δυόμισι τράπεζες φτάνουν και περισσεύουν. Κι αυτό θα είναι καλό για την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πώς είναι δυνατό αυτό το θαύμα, δηλαδή τα μονοπώλια -διότι τι άλλο θα είναι δυο-τρεις τράπεζες για μια αγορά 11 εκατομμυρίων;- να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, να φέρουν μείωση των επιτοκίων δανεισμού και του κόστους του χρήματος, θα πρέπει να μας το εξηγήσουν τα τροϊκόπουλα.
Αλλά, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι τράπεζες δεν είναι το ενδεικνυόμενο παράδειγμα για τις αρετές της ανταγωνιστικότητας, διότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν πρέπει με τίποτα να καταρρεύσει (έστω κι αν καταρρεύσουμε εμείς), τι συμβαίνει με τις άλλες αγορές και τα «κλειστά επαγγέλματα» που «ανοίγουν» βίαια και με συνοπτικές διαδικασίες; Στη διάρκεια της περιπέτειας των φορτηγών και των βυτιοφόρων, ακούστηκαν ανεκδιήγητα πράγματα: ότι η απελευθέρωση του κλάδου θα φέρει ανάπτυξη μέχρι και 10% του ΑΕΠ σε πέντε χρόνια, ότι η κοινωνία θα απελευθερωθεί από την ομηρία μιας συντεχνίας κ.λπ. Οι φορτηγατζήδες δεν είναι, βέβαια, άγγελοι και η ροπή τους προς τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα είχε συνενόχους το πελατειακό σύστημα των κομμάτων εξουσίας. Αλλά τι θα τους διαδεχθεί; Στην αγορά της διακίνησης αγαθών καραδοκούν τα μονοπώλια του μέλλοντός μας: οι εταιρείες πετρελαιοειδών θα ελέγξουν κάθετα τη διακίνηση της κινητήριας δύναμής μας από το διυλιστήριο μέχρι το ρεζερβουάρ, οι αλυσίδες λιανικής θα ενσωματώσουν και τον κρίκο της διακίνησης με δικούς τους στόλους μεταφοράς, οι εταιρείες logistics θα επεκτείνουν τον μονοπωλιακό τους ρόλο στη διακίνηση και των εισαγόμενων αγαθών. Ακόμη κι αν η μονοπώληση αυτής της αγοράς επιφέρει μια μείωση του κόστους διακίνησης των αγαθών, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα επωφεληθούν απ’ αυτήν άλλοι εκτός από τα εκκολαπτόμενα μονοπώλια της διακίνησης.
Αυτό είναι λοιπόν ένα πραγματικό επίτευγμα για τους γνήσιους φιλελεύθερους-λάτρεις του μνημονίου. Ο συντομότερος δρόμος για περισσότερο ανταγωνισμό (δηλαδή χωρίς μονοπώλια) είναι λιγότερα και μεγαλύτερα μονοπώλια. Ιδιοφυές και σατανικό!
Αν ζούσε ο Άνταμ Σμιθ, που φανταζόταν έναν καπιταλισμό πολλών μικρών ή μεσαίων ανταγωνιζόμενων παραγωγών, ή θα έσκιζε τον «Πλούτο των εθνών» του ή θα προσέφευγε στα δικαστήρια κατά του μνημονίου, της τρόικας και των τροϊκόπουλων. Οι οποίοι, όπως αποκαλύπτεται, έχουν μια πολύ ιδιότυπη αντίληψη για το πώς ανοίγει ο ανταγωνισμός σε μια αγορά. Πάρτε παράδειγμα τις τράπεζες. Κλειδί για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της αξιοπιστίας τους, μας λένε, είναι οι συγχωνεύσεις τους. Σήμερα διαθέτουμε καμιά δεκαριά μεσαίες και μεγάλες εμπορικές τράπεζες που δανείζουν με το τσιγκέλι και με υψηλότατα επιτόκια και ανταμείβουν τις καταθέσεις με μηδενικούς τόκους. Είναι πολλές, λένε οι επιτηρητές, και οι πιο τολμηροί θεωρούν ότι για την Ελλάδα δύο, δυόμισι τράπεζες φτάνουν και περισσεύουν. Κι αυτό θα είναι καλό για την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πώς είναι δυνατό αυτό το θαύμα, δηλαδή τα μονοπώλια -διότι τι άλλο θα είναι δυο-τρεις τράπεζες για μια αγορά 11 εκατομμυρίων;- να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, να φέρουν μείωση των επιτοκίων δανεισμού και του κόστους του χρήματος, θα πρέπει να μας το εξηγήσουν τα τροϊκόπουλα.
Αλλά, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι τράπεζες δεν είναι το ενδεικνυόμενο παράδειγμα για τις αρετές της ανταγωνιστικότητας, διότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν πρέπει με τίποτα να καταρρεύσει (έστω κι αν καταρρεύσουμε εμείς), τι συμβαίνει με τις άλλες αγορές και τα «κλειστά επαγγέλματα» που «ανοίγουν» βίαια και με συνοπτικές διαδικασίες; Στη διάρκεια της περιπέτειας των φορτηγών και των βυτιοφόρων, ακούστηκαν ανεκδιήγητα πράγματα: ότι η απελευθέρωση του κλάδου θα φέρει ανάπτυξη μέχρι και 10% του ΑΕΠ σε πέντε χρόνια, ότι η κοινωνία θα απελευθερωθεί από την ομηρία μιας συντεχνίας κ.λπ. Οι φορτηγατζήδες δεν είναι, βέβαια, άγγελοι και η ροπή τους προς τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα είχε συνενόχους το πελατειακό σύστημα των κομμάτων εξουσίας. Αλλά τι θα τους διαδεχθεί; Στην αγορά της διακίνησης αγαθών καραδοκούν τα μονοπώλια του μέλλοντός μας: οι εταιρείες πετρελαιοειδών θα ελέγξουν κάθετα τη διακίνηση της κινητήριας δύναμής μας από το διυλιστήριο μέχρι το ρεζερβουάρ, οι αλυσίδες λιανικής θα ενσωματώσουν και τον κρίκο της διακίνησης με δικούς τους στόλους μεταφοράς, οι εταιρείες logistics θα επεκτείνουν τον μονοπωλιακό τους ρόλο στη διακίνηση και των εισαγόμενων αγαθών. Ακόμη κι αν η μονοπώληση αυτής της αγοράς επιφέρει μια μείωση του κόστους διακίνησης των αγαθών, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα επωφεληθούν απ’ αυτήν άλλοι εκτός από τα εκκολαπτόμενα μονοπώλια της διακίνησης.
Αυτό είναι λοιπόν ένα πραγματικό επίτευγμα για τους γνήσιους φιλελεύθερους-λάτρεις του μνημονίου. Ο συντομότερος δρόμος για περισσότερο ανταγωνισμό (δηλαδή χωρίς μονοπώλια) είναι λιγότερα και μεγαλύτερα μονοπώλια. Ιδιοφυές και σατανικό!
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
Μια σταγόνα μνήμης σε καταιγίδα λήθης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 18/4/2026 14 Απριλίου 1944 Μεγάλη Παρασκευή, κεντρική πλατεία του Αγρινίου. Από τ...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...
-
Η Εφημερίδα των Συντακτών 6-7/9/2025 Του ΚΙΜΠΙ (από τη στήλη ΑΝΩ ΚΑΤΩ) Μη σας παραπλανά το απλανές βλέμμα... Δεν ξέρω ποιος συμβούλεψε...
-
Η Εφημερίδα των Συντακτών, 1-2/11/2025 Μα τι τις θέλετε τις τράπεζες στο χωριό, τώρα που έχουμε το e-banking; Μπαίνεις στο λάπτοπ σου ή στο...