Saturday, October 1, 2022

Καταρράκτης ή best death place

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 1-2/10/2022


Συνέβη κι αυτό. Οχι αφύσικα, αλλά κάπως βιαστικά, απρόσμενα, πρόωρα, βρε αδερφέ. «Καταρράκτης». Κάτι μ’ ενοχλούσε με τα γυαλιά πρεσβυωπίας, κάτι και με της υπερμετρωπίας, βγάλε τα μεν, βάλε τα δε, υπάρχουν και τα πολυεστιακά, δεν λέω, αλλά εγώ είχα βολευτεί μ’ αυτά για χρόνια και αίφνης ξεβολεύτηκα, σε σημείο που να βλέπω και να διαβάζω καλύτερα χωρίς γυαλιά παρά μ’ αυτά. «Μπορεί να είμαι ένα θαύμα της φύσης», σκέφτηκα, «αναίμακτη κι αδάπανη διόρθωση της γήρανσης του φακού, τι καλύτερο;». Ποιος ξέρει, μπορεί το φαινόμενο της αναστροφής να επεκταθεί και σε άλλα πεδία του σώματος όπου ο χρόνος κάνει αμείλικτα τη δουλειά του. Αλλά φευ, όπως νωρίς μ’ επισκέφτηκε η πρεσβυωπία, έτσι κάπως βιαστικά με βρήκε κι ο καταρράκτης. «Καταρράκτης;» είπα μ’ ένα μείγμα θυμού κι απογοήτευσης στον οφθαλμίατρο, αλλά αυτός δεν έβλεπε κανένα λόγο απορίας και αφού έκανε μια σύντομη εξήγηση της φυσιολογίας του φακού, μπήκε κατευθείαν στο ψητό, στις εναλλακτικές διόρθωσης. Μια επεμβασούλα λίγων λεπτών. Φθηνή και ασφαλιστικά καλυπτόμενη. 

Εγώ είχα τα κολλήματά μου, «Μα, γιατί βλέπω καλύτερα χωρίς γυαλιά;», αλλά οι ενοχλητικές απορίες με έφεραν προ απαντήσεων που επέκτειναν την απογοήτευσή μου από το απτό πεδίο της φύσης στο ρευστό τοπίο της ιδεολογικής αμφιβολίας: ο καταρράκτης έπληξε μόνο το αριστερό μάτι, ρίχνοντας στην όραση μια κουρτίνα που στρεβλώνει σχήματα, χρώματα, περιγράμματα, προς το παρόν σε ένα ποσοστό 60%, και προϊόντος του χρόνου στο 70% ή 90%, οπότε, πάπαλα, μόνο φως και σκοτάδι. Αντιθέτως, το πρεσβυωπικό δεξί μάτι, για να αντισταθμίσει την απώλεια του αριστερού, καταβάλλει μια υπερπροσπάθεια προσαρμογής, κάνοντας τη δουλειά και για τα δυο μάτια. Καταλαβαίνετε το υπονοούμενο; Η αριστερή όραση θολώνει, η δεξιά δυναμώνει. Αρα, μήπως διατρέχω τον κίνδυνο να δω με άλλο μάτι τον Κυριάκο, να συμπαθήσω τη Μελόνι, να λατρέψω την κερδοφορία των επιχειρήσεων, να αγαπήσω τους κεντρικούς τραπεζίτες, να χαρώ με κάθε αύξηση επιτοκίων, να διακηρύξω ότι φταίνε οι μισθοί για τον πληθωρισμό, να διαπιστώσω ότι ζούμε ένα αναπτυξιακό θαύμα, να καταλήξω στο συμπέρασμα πως οι φτωχοί φταίνε για τη φτώχεια τους κι οι πλούσιοι ανταμείβονται για τους κόπους και την ευφυΐα τους, να δω την Ελλάδα ως επί γης παράδεισο και τον καπιταλισμό ως την ουτοπία που πάντα γύρευα; Φυσικά, δεν τόλμησα να εκμυστηρευτώ στον οφθαλμίατρο τον φόβο μου, γιατί προφανώς θα με πέταγε έξω – και με το δίκιο του. 

Δεν ξέρω αν η επέμβαση, εκτός από την ισορροπία της όρασης, θα με απαλλάξει κι από την αμφιβολία για τη διαταραγμένη ισορροπία της οπτικής μου για τον κόσμο, από τον κίνδυνο δηλαδή να επιβεβαιώσω το ανόητο κλισέ ότι το γήρας είναι και μια δεξιόστροφη διολίσθηση, μια αναπότρεπτη και τάχα φυσική μετάβαση από την πρόοδο στη συντήρηση, από το κυνήγι της ουτοπίας στον συμβιβασμό και με την πιο ζοφερή δυστοπία. Ευτυχώς, η επιστήμη διαψεύδει αυτή τη γελοία δοξασία. Θα ήθελα να τη διαψεύσω και προσωπικά. Η φιλοδοξία μου ήταν κάθε δεκαετία γήρανσης να γίνομαι ακόμη πιο ριζοσπάστης, ώστε μέχρι τα 120 που σκοπεύω να ζήσω για να εκδικηθώ το ασφαλιστικό σύστημα να έχω εξελιχθεί σε έναν Γαβριά των ψηφιακών οδοφραγμάτων του μέλλοντος. Τι κρίμα που το σώμα δεν υπακούει στις προσδοκίες μας!

Ως εκ τούτου, εφόσον ο καταρράκτης, η οστεοπόρωση, τα τριγλυκερίδια, η πτώση της τεστοστερόνης, η απώλεια μυϊκής μάζας και όλα τα παρελκόμενα της γήρανσης μου πάνε κόντρα, γιατί η φύση είναι σε σατανική συμμαχία με τα αποθεματικά των συνταξιοδοτικών ταμείων, έχω δυο εναλλακτικές: πρώτον, να προστατεύσω από πρεσβυωπία, καταρράκτη, άνοια, Αλτσχάιμερ, αρθριτικά το τοπίο της σκέψης και της φαντασίας, που θεωρητικά μπορούν να χωρέσουν όσο ριζοσπαστισμό θέλετε. Και, δεύτερον, να φροντίσω να ζήσω τα επόμενα 50 –και θεωρητικά συνταξιοδοτούμενα– χρόνια της ζωής μου (είπαμε, έχω υψηλούς στόχους) στην καλύτερη χώρα για να γεράσει κανείς όμορφα. Που δεν είναι η Ελλάδα. Εκπλήσσεται κανείς; Οχι. Αλλά ίσως σας εκπλήξει το εύρημα ότι όχι απλώς δεν είναι η καλύτερη ή από τις καλύτερες, αλλά είναι μια από τις χειρότερες χώρες για να γεράσει κανείς. 

Γιατί, βρε παιδί μου, αυτό το πράγμα; Εχουμε τόσο ήλιο που ακόμη και τον καταρράκτη τον κάνει ανεκτό, τόση θάλασσα, τόσο ωραίο κλίμα, τόσες ομορφιές κι εναλλακτικές σε μια σταλιά τόπο, ε, πώς είναι δυνατόν η Ελλάδα να είναι η 40ή ανάμεσα σε 44 χώρες του «Παγκόσμιου Δείκτη Συνταξιοδότησης» (ναι, υπάρχει τέτοιος δείκτης και φυσικά τον συντάσσει μια επενδυτική τράπεζα, η Natixis, που προφανώς κάποιες καλές ιδέες αξιοποίησης θα έχει για το κομπόδεμα των σχετικά πιο εύπορων συνταξιούχων), μόλις πάνω από Τουρκία, Κολομβία, Βραζιλία και Ινδία; Κάτω ακόμη και από την Κίνα, αλλά πολύ πιο κάτω και από την Τσεχία, τη Σλοβακία ή την Πορτογαλία (για να μη μιλήσουμε για τους προφανείς πρωταγωνιστές του δείκτη – ξέρετε, Σκανδιναβούς, Ελβετούς κ.λπ.). Μπας κι έχει γίνει κανένα λάθος; Μήπως οι ερευνητές έχουν καταρράκτη στο δεξί μάτι και πρεσβυωπία στο αριστερό (το αντίθετο με μένα, δηλαδή) και δεν διάβασαν σωστά τα στοιχεία; Οχι. Απλώς η Ελλάδα έχει μια καλή επίδοση στους υποδείκτες υγείας και ποιότητας ζωής (ας πούμε, είμαστε γερά σκαριά και το γλεντάμε), αλλά έχει άθλια επίδοση στους δείκτες «Χρηματοδότηση σύνταξης» και «Υλική ευημερία». Με λίγα λόγια, αποτυπώνεται με σχετική ακρίβεια η βίαιη φτωχοποίηση του πληθυσμού έπειτα από μια δεκαετία μνημονιακής «αναμόρφωσης», το πλιάτσικο στην περιουσία των Ταμείων, οι συντάξεις πείνας, ο ηλικιακός ρατσισμός, η αποστέρηση των ηλικιωμένων ακόμη και από τις οικονομίες μιας ζωής, γιατί χρειάστηκε να στηρίξουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους ή απλώς να επιβιώσουν. «Ανάλωση κεφαλαίου», που λέμε. Ισχύει και για το ανθρώπινο κεφάλαιο. 

Υποθέτουμε ότι δεν ήταν στις προθέσεις των συντακτών του δείκτη να κακοκαρδίσουν τους ενοίκους του μητσοτάκειου παράλληλου σύμπαντος, στο οποίο μειώνονται οι ανισότητες αν και αυξάνεται η φτώχεια ή χειροτερεύει η κατάσταση των συνταξιούχων. Εμένα πάντως με βοήθησε η καλή τράπεζα Natixis να βεβαιωθώ ότι ο καταρράκτης δεν έχει επεκταθεί και στον εγκέφαλο. 

Αλήθεια, μια και υπάρχει δείκτης για τις καλύτερες χώρες συνταξιοδότησης, έχει σκεφτεί κανείς να καταρτίσει έναν δείκτη best death places, τα καλύτερα μέρη για να πεθάνει κανείς; Πού θα ήταν άραγε η κατάταξη της Ελλάδας; (Ρωτήστε τον Λύτρα.) 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Με την πρεσβυωπία, Βέρα μου, ο φακός του ματιού σκληραίνει. Χάνει την ελαστικότητα που δίνει στην όραση τη δυνατότητα να προσαρμόζεται γρήγορα από το κοντινό στο μακρινό κι αντίστροφα. Για μας τους πρεσβύωπες, λοιπόν, η όραση διχάζεται. Η σιγουριά της γενικής, μακρινής εικόνας των πραγμάτων αντισταθμίζεται από την αμφιβολία που εγκαθίσταται στην κοντινή, εστιασμένη εικόνα. Αυτό είναι ένα «ο», αλλά μήπως είναι «α»; Εδώ γράφει «ουτοπία», αλλά μήπως γράφει «δυστοπία»; Αλλά, η αμφιβολία, Βέρα μου, δεν είναι κακό πράγμα. Κάθε άλλο. Χωρίς την αμφιβολία δεν παράγεται βεβαιότητα. Επομένως, η δική μας αμφίβολη όραση κι η δική σας βέβαιη και σταθερή, η φρέσκια και καθαρή ματιά της γενιάς σας κι η θολή ματιά της γενιάς των πρεσβυώπων πρέπει να συνεργαστούν για να «ξανασυλλάβουν» τον κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, ρευστοποιείται, εξαερώνεται, απο-σχηματίζεται.

ΚΙΜΠΙ, Πρεσβυωπία, από τη στήλη «Γράμματα στην κόρη μου», περιοδικό ΜΟΝΟ, 11/5/2012 (σ.σ.: εντελώς αυτοαναφορική η στήλη σήμερα. Πουλάω εαυτόν κομμάτι κομμάτι). 


No comments:

Post a Comment