Saturday, October 14, 2023

Das Kapital

Η Εφημερίδα των Συντακτών 14-15/10/2023


Με τον κίνδυνο να θεωρηθώ εμμονικός (που παίζει και να είμαι) επανέρχομαι για τρίτη φορά μέσα σε λίγες μέρες (προηγήθηκε ένα «ΑΝΩ ΚΑΤΩ» και ένα podcast) στο «τρέντι» θέμα των ημερών: το Κεφάλαιο. Εντάξει, για να είμαστε ακριβείς και ειλικρινείς, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. έχει προ πολλού πάψει να «δαιμονοποιεί το κεφάλαιο» και το έχει ποικιλοτρόπως αποδείξει και ως κυβέρνηση και ως αντιπολίτευση («δεν δαιμονοποιούμε την υγιή επιχειρηματικότητα», έλεγε συχνά πυκνά και ο απελθών πρόεδρός του), αλλά η αφοπλιστική ειλικρίνεια με την οποία το διακήρυξε ο νέος πρόεδρός του ακριβώς μέσα στο «γήπεδο» του εγχωρίου κεφαλαίου, στη συνέλευση του ΣΕΒ, ήταν κάτι άλλο. 

Προσωπικά ένιωσα να μου πατάνε δυνατά τον κάλο. Ή, εντάξει, επειδή δεν έχω κάλους να μου δίνουν μια δυνατή κλοτσιά ξέρετε πού. Με το κεφάλαιο ως έννοια έχουμε όλοι, εκόντες άκοντες, μια σχέση διανοητική και υλική ταυτόχρονα. Αυτοπροσδιοριζόμαστε απέναντί του, δίπλα του, στην περίμετρό του ή και εντός του, έστω κι αν το τελευταίο είναι απλώς φαντασίωση ή επιθυμία των «γουοναμπί» κεφάλαιο. 

Αλλά λίγο πολύ όλοι, από τους βαρεμένους συνωμοσιολόγους που τα αποδίδουν όλα σε ορδές ελοχίμ και νεφελίμ που ζουν ακόμη ανάμεσά μας, μέχρι τους οργανικούς και μη διανοούμενους που ρουφάνε φανατικά ό,τι έχει γραφεί ως πολιτική οικονομία εδώ και τρεις αιώνες, συγκλίνουν στο ότι το κεφάλαιο είναι η δύναμη που κυβερνά τον κόσμο. Είτε παίρνει τη μορφή συσσωρευμένου χρήματος, είτε των άυλων χρεογράφων και των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, είτε τη μορφή της επιρροής που ασκεί ο Μασκ με έναν χρησμό του στο «Χ» (πρώην τουίτερ) ή ο εγχώριος φαρμακοβιομήχανος με ένα εποχούμενο υβριστικό μανιφέστο του στο tik tok, το κεφάλαιο είναι η δύναμη που καταλαμβάνει κάθε σφαίρα της ζωής μας, συχνά πέρα και πάνω από τις προθέσεις και τις στρατηγικές των ίδιων των εκατομμυρίων κατόχων του. 

Αλλά, την επίσημη απο-δαιμονοποίηση του κεφαλαίου την παίρνω προσωπικά. Σκέφτομαι τις δεκαετίες που σπατάλησε ο θείος Κάρολος στη βιβλιοθήκη του Λονδίνου, βασανιζόμενος από τις δοθιήνες που έκαναν αφόρητο το να κάθεται σε καρέκλα, διαβάζοντας ισολογισμούς, εκθέσεις, Ρικάρντο, Σμιθ, κοινοβουλευτικά πρακτικά, κινήσεις μετοχών, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σέξπιρ, νομοθετικά κείμενα, ιστορικά τεκμήρια, προσπαθώντας να αξιοποιήσει τη σοφία αιώνων στην κατανόηση της πιο καταλυτικής και συνάμα δαιμονικής δύναμης της εποχής του. Αν διαβάσει κανείς, έστω και διαγωνίως ή αποσπασματικά, «Το Κεφάλαιο» του Μαρξ, που παραμένει μέχρι σήμερα η σημαντικότερη και πληρέστερη «αξονική τομογραφία» του καπιταλισμού, είναι απίθανο να μείνει με την εντύπωση ότι θα έρθει η στιγμή που το κεφάλαιο θα απαλλαγεί από τις καταστροφικές (και αυτοκαταστροφικές) και ανήθικες διαστάσεις του και θα συμφιλιωθεί με τον σταθερό αντίπαλό του, την εργασία. Αυτή η αντίθεση αποκλείεται να ξεπεραστεί ανώδυνα κι αναίμακτα, έστω κι αν περάσουν δεκαετίες και αιώνες, κι εμείς οι φιλολογούντες για τον καπιταλισμό έχουμε γίνει πια σκόνη του χρόνου. 

Αλλά αυτό που ανέφερα στην αρχή, πως ήταν σαν να μου πατάνε τον κάλο, εξομολογούμαι ότι αφορά τη σχεδόν φετιχιστική (μήπως και δαιμονική;) σχέση που έχω αναπτύξει από τα εφηβικά μου χρόνια με «Το Κεφάλαιο», σαν απτό, υλικό αντικείμενο. Το Das Kapital. Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν εξελισσόταν το big bang της διακίνησης ιδεών και εκδόσεων και απαγορευμένα μέχρι τότε βιβλία πλημμύριζαν πάγκους και ράφια βιβλιοπωλείων, θυμάμαι να παίρνω στα χέρια μου και να ξεφυλλίζω τους δυο πρώτους ογκώδεις τόμους του Κεφαλαίου (σε μετάφραση Παναγιώτη Μαυρομμάτη, που δεν αναφέρεται), σε φθηνή χαρτόδετη έκδοση του 1953, του εκδοτικού οίκου «Νέα Ελλάδα». Η μετάφραση, όπως αναφέρει η εισαγωγή, έγινε «με απόφαση της 2ης Ολομέλειας της Κ.Ε. του ΚΚΕ», που φυσικά ήταν παράνομο, και η εκτύπωση έγινε στο Βουκουρέστι, σε 5.000 αντίτυπα. Το γεγονός ότι μέχρι και το 1978, οπότε βγήκε και ο τρίτος τόμος του Κεφαλαίου (από τη «Σύγχρονη Εποχή», με επίσημη πια αναφορά του μεταφραστή) τα αντίτυπα αυτά εξακολουθούσαν να είναι τα μόνα που διακινούνταν στην Ελλάδα, σημαίνει ότι «Το Κεφάλαιο» στα ελληνικά δεν έγινε και ανάρπαστο. Ούτε, άλλωστε, η πολύ λογοτεχνική και δημοτικιστική μετάφραση του Σκουριώτη είχε καλύτερη τύχη. 

Για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω, αυτούς τους δυο τόμους του Κεφαλαίου τους αντιμετώπιζα ως πολύτιμο απόκτημα. Μαζί με άλλα ημιπαράνομα για το συντηρητικό σπίτι μου αποκτήματα, τους έκρυβα κάτω από το στρώμα (μαλακό, από αφρολέξ) του κρεβατιού. Είναι απορίας άξιο πώς κοιμόμουν εκεί, με τους σκληρούς και ακανόνιστους όγκους των βιβλίων να μου πιέζουν την πλάτη. Αλλά, όταν είσαι 15 αυτά δεν έχουν σημασία. 

Εχω τα ίδια αντίτυπα ακόμη στη βιβλιοθήκη μου. Τα εξώφυλλα έχουν σκιστεί, οι σελίδες τους είναι κιτρινισμένες, τσακισμένες. Τα ξεφυλλίζω και βλέπω υπογραμμίσεις και σημειώσεις σχεδόν πενήντα ετών. Προσπαθώ να θυμηθώ τι εντύπωση είχε κάνει στον έφηβο που ήμουν κάποτε κάθε συγκεκριμένο απόσπασμα. Πρέπει να με είχε συναρπάσει ο φετιχισμός του εμπορεύματος, να με είχε δυσκολέψει η απόλυτη και η σχετική υπεραξία και να με είχε σοκάρει το κεφάλαιο για την πρωταρχική συσσώρευση. Μετά πολλές δεκαετίες είδα αυτό ακριβώς το κεφάλαιο του Κεφαλαίου να γίνεται θεατρική παράσταση, με τη Ρούλα Πατεράκη να διαβάζει για σχεδόν μιάμιση ώρα αποσπάσματα (αλλά σε μετάφραση Θανάση Γκιούρα, πια), με τις βαμπιρικές περιγραφές για την παιδική εργασία στα ανθρακωρυχεία και τα κλωστήρια της Αγγλίας να διακόπτονται από τον σαρκασμό: «Ω, γλυκό μου κεφάλαιο!», και φόντο μια ασπρόμαυρη οπτική σύνθεση του Θανάση Ρεντζή που περνούσε σαν συρμός της Ιστορίας σε μια οθόνη και σκιτσάριζε ζοφερά το έπος του βιομηχανικού καπιταλισμού. 

Η γοητεία που μου είχε ασκήσει το κείμενο του Μαρξ μένει ανεξίτηλη. Ο χρόνος που είχα αφιερώσει στα επιπόλαια ή στα πιο συστηματικά διαβάσματά του τότε και αργότερα είναι ένα κερδισμένος χρόνος. Από τότε, νιώθω ότι καταλαβαίνω τον υλικό κόσμο μας κι όσα συμβαίνουν σ’ αυτόν. Μου είναι αδιάφορο αν κάποιοι θεωρούν ότι φόρεσα παραμορφωτικούς φακούς. Και, όχι, αυτή τη φορά δεν θα βάλω απόσπασμα από «Το Κεφάλαιο» στις «ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ». Θα βάλω Κακουλίδη- Κραουνάκη. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Τώρα που ’ρθαν όλα τούμπα

Μια Ελλάδα κωλοτούμπα

Ελα απάνω μου κι ακούμπα

Τώρα που ’ρθαν όλα σκούρα

Ο καθένας μια φιγούρα

Ο καθένας μια καμπούρα


Τώρα που ’ρθε κούφια η ώρα

Εποχή θανατηφόρα

Καραγκιόζη μου προχώρα

Ηρωά μου

Φόρα επάνω σου

Τα όνειρά μου λατρεμένη μου σκιά


Κρεμασμένο σε καλούμπα

Πέταγα πάνω απ’ τη Τρούμπα

Ελα απάνω μου κι ακούμπα

Κρεμασμένο στα φεγγάρια

Σ’ είδα σκλάβα στα παζάρια

Να σε παίζουνε στα ζάρια



Γιάννη Κακουλίδη, «Κωλοτούμπα» (Σταμάτη Κραουνάκη, «Τα τραγούδια του Καραγκιόζη», 1996)


No comments:

Post a Comment