Sunday, January 25, 2026

Η τρέλα του 47ου προέδρου των ΗΠΑ

Η Εφημερίδα των Συντακτών 24-25/1/2026



 Κάθε φορά που τον ακούς αναρωτιέσαι: «Μα, τώρα μιλάει σοβαρά; Μήπως κάνει πλάκα; Μπας και μπλοφάρει;». Αλλά, όχι. Μιλάει σοβαρά. Με την έννοια πως εννοεί αυτά που λέει. Τα πιστεύει. Εστω κι αν σε ελάχιστα 24ωρα μπορεί να ξεχάσει ή να τα αλλάξει αισθητά, ακόμη και ριζικά. Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό που λένε αρκετοί ψυχίατροι, ψυχαναλυτές, γνωσιακοί, νευρολόγοι, ότι πιθανότατα ο Τραμπ πάσχει από σοβαρή ναρκισσιστική διαταραχή ή έναν ανεξέλεγκτο παλιμπαιδισμό που τον ωθεί, ακριβώς σαν τα νήπια που δεν έχουν λόγους και φίλτρα να αναχαιτίσουν τις επιθυμίες τους, να πει «μ' αρέσει, το θέλω, το παίρνω». Και γαία πυρί μειχθήτω. 


Είναι, άραγε, ορθολογικό να αντιμετωπίζει κάποιος ορθολογικά τον αλλόφρονα πρόεδρο των ΗΠΑ; Ο Τραμπ της δεύτερης φοράς δεν έχει και τόσο σχέση με τον Τραμπ της πρώτης, τότε μπορούσε κανείς να διακρίνει στις κινήσεις του κάποια ίχνη στρατηγικής, σχεδιασμού, ήταν προφανές πριν από δέκα χρόνια ότι ένα μεγάλο τμήμα της παρηκμασμένης και επιχειρηματικής Αμερικής και δη της δραματικά συρρικνωμένης βιομηχανίας ήθελε να πάρει το αίμα του πίσω από την επιθετική παγκοσμιοποίηση που, όχι απλώς ευνόησε, αλλά μερικές φορές και διά της βίας επέβαλε. Η ελεγχόμενη απο-παγκοσμιοποίηση μέσω ενός δασμολογικού «αντάρτικου» των ΗΠΑ και μέσω εκβιασμών και διμερών συμφωνιών για εκχώρηση προνομίων στα αμερικανικά προϊόντα έβγαζε κάποιο νόημα. Ενα είδος «πατριωτικού καπιταλισμού», με μικρές δόσεις προστατευτισμού που πάντως δεν διέλυαν εντελώς το σύστημα διεθνών συναλλαγών, κατ' εξοχήν άλλωστε δημιούργημα του πλανητικά δικτυωμένου αμερικανικού χρηματιστηριακού κεφαλαίου, ας πούμε ότι δεν αντέφασκε κραυγαλέα με αντίστοιχες ρητές ή υπόρρητες στρατηγικές της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας, της Κίνας, της Ιαπωνίας.

 

Η δεύτερη φορά Τραμπ είναι απλώς ένα χάος. Πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2024 και στους πρώτους μήνες θητείας του, γύρω από το σύνθημα MAGA (Make America Great Again), μπορούσε να διακρίνει κανείς κάποιου είδους προτεραιότητες, συμμαχίες και στόχους. Στις προτεραιότητες ήταν να κλείσουν τα στρατιωτικά μέτωπα που προκαλούσαν συνεχείς περισπασμούς στην κουρασμένη υπερδύναμη. Στις συμμαχίες παρακολουθήσαμε μια ιδιότυπη σύγκλιση του παλιού βιομηχανικού και πετρελαϊκού καπιταλισμού με τους κυρίαρχους του διαδικτύου, της ψηφιακής οικονομίας, της τεχνητής νοημοσύνης, με τη χρηματιστηριακή φούσκα της Wall Street -συνήθως πιο φιλική με τους Δημοκρατικούς- να χειροκροτεί ενθουσιωδώς τη συνάντηση, Και στους στόχους διακρίναμε σαφώς την απαίτηση του Τραμπ να αποσπάσει όσο τον δυνατό περισσότερα πλεονάσματα υπέρ των ΗΠΑ από κάθε σημείο του πλανήτη, όχι διά του κλασικού ιμπεριαλισμού κατάκτησης αγορών, πόρων, χρηματοροών, αλλά με τον τσαμπουκά της μεγαλύτερης (ακόμη) οικονομίας του και τη βία των δασμών υπέρ αυτής. Σ' αυτό το στρατήγημα, που ας πούμε ότι έβγαζε κάποιο νόημα, ο Τραμπ, το επιτελείο του και οι χορηγοί του πέτυχαν κάποια άμεσα κέρδη, αν και είναι άγνωστες οι μακροπρόθεσμες παρενέργειες. 


Διαβάζοντας, μάλιστα, κάποιος τη νέα «Αμερικανική Στρατηγική Ασφάλειας», αυτό που ο νάρκισσος πλανητάρχης αποκαλεί Δόγμα Τραμπ ως συμπλήρωμα του ηλικίας δύο αιώνων Δόγματος Μονρόε, διατυπωμένο σε ένα δημόσιο κείμενο-μανιφέστο προς την παγκόσμια κοινή γνώμη, αλλά κυρίως προς τις ηγεσίες εταίρων, συμμάχων και άσπονδων εχθρών, διαπιστώνει έναν βαθμό επεξεργασίας και ορθολογισμού. Για κάθε περιοχή του πλανήτη υπάρχει κι ένας στόχος, που μπορεί να διαβαστεί και ως προειδοποίηση ή ανοιχτή απειλή για το τι μπορεί να της συμβεί αν οι κοινωνίες της και οι ηγεσίες τους δεν συμμορφωθούν στον στόχο που τους επιβάλλει η υπερδύναμη. Για παράδειγμα, για την Ευρώπη διακηρύσσεται πως «στόχος μας είναι να βοηθήσουμε την Ευρώπη να διορθώσει την τρέχουσα εσφαλμένη πορεία της» και να «ανακτήσει τη χαμένη αυτοπεποίθησή της». Κατά κάποιο τρόπο ο Τραμπ προσπαθεί να συμπυκνώσει χρονικά τη στρατηγική της Pax Americana που ακολουθείται με συνέπεια για επτά δεκαετίες από τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. 


Αν, όμως, προσπαθήσει να συσχετίσει κάποιος το «εγχειρίδιο» του Δόγματος Τραμπ με τα καθημερινά, δημόσια «πλήγματα» Τραμπ θα χάσει το μέτρο, τον μπούσουλα, την επαφή με τον ορθό λόγο. Στις παραμονές του Β' Π.Π., τα επιτελεία, οι αναλυτές, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της ΕΣΣΔ προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη στρατηγική σκέψη του Χίτλερ διαβάζοντας το Mein Kampf. Ενδεχομένως να έβρισκαν εκεί κάποιες χρήσιμες ενδείξεις που να πρόδιδαν κάποιου είδους σχέδιο, αλλά το συνονθύλευμα ανορθολογισμού, μυστικισμού, σκοταδισμού, θρησκευτικού φονταμενταλισμού που ήταν η βάση κάθε ομιλίας, κάθε απόφασης, κάθε επιλογής του Χίτλερ έπρεπε να έχει σημάνει άλλου είδους συναγερμό. Οι δυτικές δυνάμεις επέτρεψαν για μερικά κρίσιμα χρόνια με σαφή -αν και αυτοκαταστροφική- ιδιοτέλεια στην τρέλα, στην ανεξέλεγκτη κι επικίνδυνη ψυχική διαταραχή να γίνει διεθνής πολιτική, να εξοπλιστεί, να γίνει διπλωματία, προπαγάνδα, διακρατικές συμφωνίες, πολεμικές εκστρατείες και, τελικά, μια ασύλληπτη μαζική βιομηχανία θανάτου, στα κρεματόρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης και στα χιλιάδες ολοκαυτώματα σε όλη την Ανατολική και Νότια Ευρώπη. 


Θέλω να πω ότι το να αντιμετωπίζει κάποιος τον Ντόναλντ Τραμπ απλώς ως έναν ακραίο, αμετροεπή και αθυρόστομο Αμερικανό πρόεδρο, με τους κωδικούς των πυρηνικών στο χέρι, το να προσπαθούν οι ηγέτες της Ε.Ε. και της λοιπής Δύσης να βγάλουν νόημα από την ασυναρτησία λόγων και έργων, το να προτάσσουν τη «διάσωση της διατλαντικής σχέσης», στο όνομα της οποίας θα ακούσουν και θα συζητήσουν κάθε παλαβομάρα του πλανητάρχη, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου ορθολογική επιλογή. Δεν ήταν ούτε το 1936, δεν είναι ούτε το 2026. Δεν πρόκειται καν για τακτική «εξημέρωσης του θηρίου», προκειμένου να διασωθεί κάποιο μείζον κοινό συμφέρον. Απέναντι στην τρέλα του Γεωργίου του Τρίτου, του βασιλιά που χρεώθηκε την απώλεια της Αμερικής για τη Βρετανική Αυτοκρατορία, η συνωμοσία ανατροπής του ίσως ήταν αυτονόητη πράξη αυτοσυντήρησης. Απέναντι στην τρέλα του Ντόναλντ Τραμπ και του μανιοκαταδιωκτικού επιτελείου του ίσως η πλήρης απομόνωση των ΗΠΑ από φίλους, εταίρους και εχθρούς, σίγουρα με σημαντικό οικονομικό κόστος (σ.σ. αλλά μήπως δεν είχε τεράστιο κόστος η «εξαγωγή» της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 σε όλο τον κόσμο;), είναι η μόνη ορθολογική αντίδραση Δύσης και Ανατολής. Make America Normal Again!


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Θέλουμε να στρατολογούμε, να εκπαιδεύουμε, να εξοπλίζουμε και να αναπτύσσουμε τον ισχυρότερο, τον πλέον φονικό και τεχνολογικά τον πιο προηγμένο στρατό στον κόσμο, ώστε να προστατεύει τα συμφέροντά μας, να αποτρέπει πολέμους και -εφόσον χρειάζεται- να τους κερδίζει γρήγορα και αποφασιστικά, με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για τις δυνάμεις μας. Και θέλουμε έναν στρατό στον οποίο το κάθε μέλος των ενόπλων δυνάμεων να είναι υπερήφανο για τη χώρα του και βέβαιο για την αποστολή του.

Θέλουμε την πιο ισχυρή, αξιόπιστη και σύγχρονη πυρηνική αποτροπή στον κόσμο, καθώς και μια αντιπυραυλική άμυνα επόμενης γενιάς -συμπεριλαμβανομένου ενός «Χρυσού Θόλου» για την αμερικανική επικράτεια- ώστε να προστατεύονται ο αμερικανικός λαός, τα αμερικανικά συμφέροντα στο εξωτερικό και οι σύμμαχοι της Αμερικής.


Λευκός Οίκος, «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής», Νοέμβριος 2025 (μετάφραση Θανάση Βασιλείου)


Sunday, January 18, 2026

Μικρές, καθημερινές συναντήσεις με το κράτος

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 17-18/1/2026

Ποτέ δεν ξέρεις πότε και πού θα συναντηθείς με το κράτος... 


Ευτυχώς ο σφοδρός χιονιάς που η μετεωρολογική τρομοκρατία μάς έφερε ως θανατηφόρα χιονοστιβάδα στα μπαλκόνια μας δεν έκανε κάτι παραπάνω από να κινήσει την αγορά καυσόξυλων και πετρελαίου θέρμανσης. Οι δροσερές λιακάδες, σχεδόν Αλκυονίδες, δεν επέτρεψαν σε ανυποψίαστους πολίτες να αναφωνήσουν το κλασικό θυμωμένο κλισέ: «Πού είναι το κράτος;» Στο οποίο το τραγούδι «Madam, madam...» των Μουζουράκη - Αμπαζή απαντά ρητά «Δεν υπάρχει κράτος, μαντάμ!». 

Διαφωνώ πλήρως με την αφοριστική προσέγγιση, αντιθέτως πιστεύω ότι το κράτος υπάρχει παντού, καθημερινά, στον ύπνο και στον ξύπνιο μας, στη δουλειά και στη σκόλη μας. Υπάρχει διά της φυσικής παρουσίας του, αλλά και διά της αφύσικης απουσίας του απ' όλα τα πεδία που παραχώρησε σε ιδιώτες, απ' όλα τα δημόσια αγαθά που μετέτρεψε σε εμπόρευμα, απ' όλες τις υπηρεσίες που κάποτε ήταν δουλειά του κράτους και τώρα είναι μπίζνα του ιδιωτικού παρα-κράτους. Γιατί κράτος δεν είναι κι αυτοί που κατέχουν τους αυτοκινητόδρομους, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, ακόμη και τις βουνοκορφές μας; 

Το κράτος είναι παντού, ενίοτε σε υπερβολικές έως θανατηφόρες δόσεις, φυτρώνει σε κάποιες με άπειρες μορφές του εκεί που δεν το σπέρνεις, άλλοτε είναι χρήσιμο κι αποτελεσματικό, συνήθως όχι εκεί που εμείς, αλλά εκεί που αυτό, ως υπερφυσικός Λεβιάθαν, θέλει και πάμπολλες φορές αποτυγχάνει, ιδιαίτερα όταν οι πολιτικοί διαχειριστές του το δηλητηριάζουν με μεγάλες ποσότητες «επιτελικότητας», δίνουν στους φίλους τους τα «φιλέτα», τις εύκολες και κερδοφόρες δουλίτσες και κρατάνε για τον ταλαίπωρο στρατό των δημοσίων υπαλλήλων τον κατιμά, τη βρομοδουλειά της χάρτινης ή ψηφιακής γραφειοκρατίας. 

Το κράτος υπάρχει και προς επίρρωση της βεβαιότητάς μου θα σας αφηγηθώ πέντε-έξι μικρές, καθημερινές, προγραμματισμένες ή απρόσμενες συναντήσεις με το κράτος που συνέβησαν σε μία και μόνη μέρα. Εντάξει, δεν θα είναι και η "Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» (Σολτζενίτσιν), ούτε η 16/6/1904 του Λεοπόλδου Μπλουμ («Οδυσσέας» του Τζόις). Θα είναι κάτι απείρως ταπεινότερο. Μπορεί να θυμίσει μια δική σας μέρα με μερικές αναπάντεχες συναντήσεις με το κράτος. 

Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο, μπορεί να φανεί και από τα πρώτα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. Αν για παράδειγμα φεύγεις από τη δουλειά νύχτα με το αυτοκίνητό σου έχοντας κατεβάσει δυο τσιπουράκια για να πάνε τα φαρμάκια -ή τα πατατάκια- κάτω κι ακολουθώντας ένα δρομολόγιο που θεωρείς ασφαλές από αστυνομικά μπλόκα, καθώς το κράτος προτιμά τους κεντρικούς και φωτισμένους δρόμους, πέφτεις σε μια αποκλεισμένη μακρά οδό που διαπερνά τρεις δήμους (Αθήνα, Καισαριανή, Βύρωνα). Μεγάλα κατασκευαστικά οχήματα με νυχτερινά φώτα βρυχώνται πάνω από μια τρύπα. Και ιδού η πρώτη μεταμεσονύχτια συνάντησή μου με το κράτος με τη μορφή κρατήρα που άνοιξε στο οδόστρωμα, αποκαλύπτοντας ένα υπέδαφος σαθρό από τα περάσματα του μετροπόντικα κι όλης της  εργολαβικής αποικίας αρουραίων που διασχίζουν την αθηναϊκή γη κάτω από τα πόδια μας. 

Δεν βαριέσαι, συμβαίνουν αυτά, «η ταλαιπωρία είναι προσωρινή, τα έργα μόνιμα», αλλαγή δρομολογίου, αναγκαστικά μέσω Παγκρατίου όπου μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά έχω τη δεύτερη αποκαλυπτική συνάντησή μου με το κράτος. Αυτή τη φορά με τη μορφή αυτού που ήθελα πάση θυσία να αποφύγω, του μπλόκου για αλκοτέστ. Θηριώδης η ανάπτυξή του, προηγείται επιτροπή υποδοχής με μηχανήματα που κάνουν την πρώτη διαλογή, οι μισοί διώχνονται, οι άλλοι μισοί με ένδειξη προχωρούν στο δεύτερο κλιμάκιο ελέγχου, πιο σοβαρά τα πράγματα εδώ, «φυσήξτε δυνατά και παρατεταμένα στο σωληνάκι μιας χρήσης», το μηχάνημα λέει ότι είμαι πάνω από το όριο, ευγενής αλλά αποφασιστική η επικεφαλής αστυνομικός, «θα περιμένετε 15 λεπτά για τη δεύτερη μέτρηση», αγενείς και κάπως ειρωνικοί οι νεότεροι, παίρνουν το κλειδί του αυτοκινήτου και το δίπλωμα, περιμένω το 15λεπτο, δεν με σώζει ένα μπουκαλάκι νερό, και το δεύτερο φύσημα πάνω από το όριο. Δεν έχω να πω κάτι, δίκιο έχουν, διαμαρτύρομαι μόνο για τα περιφερειακά, το αυτοκίνητο θα το πάρει ο γερανός, «τι θα κάνω με τόσα πράγματα;», «πάρε ταξί, να το σκεφτόσουνα πριν πιεις» λέει το όργανο, «λίγος σεβασμός, το ότι είμαι παραβάτης δεν σου δίνει το δικαίωμα να μιλάς έτσι» λέω, τι βρήκα τώρα να πω κι εγώ. 

Ηρθε το... οικογενειακό ιππικό, η κόρη, να μαζέψει τον άσωτο πατέρα. Βλέπουμε το αυτοκίνητο να το μαζεύει ο γερανός, ο οδηγός μάς ενημερώνει για τα πρακτικά, «91 ευρώ το σήκωμα και 13 ευρώ κάθε μέρα φύλαξης», «έχετε καιρό σύμβαση με την αστυνομία;» ρωτάω, «ουουου, πολλά χρόνια» απαντά, κι αυτή είναι η τρίτη κατά σειρά συνάντησή μου με το κράτος στην εκδοχή ανάθεσης όχι μόνο σε μεγάλα, αλλά και σε μικρά ψάρια. Το κράτος, ακόμη και στις δίκαιες εκδοχές του όπως το κυνήγι της επικίνδυνης οδήγησης, παραμένει ένα οικοσύστημα συμβιωτισμού ή παρασιτισμού για μια μεγάλη ποικιλία πλασμάτων της αγοράς 

 Δεν θυμάμαι αν μεσολάβησαν ονειρικές συναντήσεις με το κράτος στη διάρκεια του σύντομου κι ανήσυχου ύπνου μου, το πρωί όμως, όταν ξεκίνησα τη γραφειοκρατία ανασύνταξης εν όψει της 30ήμερης στέρησης διπλώματος, παραλαβής του αυτοκινήτου από τη μάντρα με συνοδεία άλλου οδηγού και καταβολής μιας πρώτης δόσης της δίκαιης λυπητερής, έπεσα πάνω σε μια ειδοποίηση των ΕΛΤΑ για συστημένο. 

Η συνάντηση με το κράτος στην εκδοχή των δημόσιων συγκοινωνιών δεν ήταν κακή, αρκεί να έχεις χρόνο και υπομονή, αλλά η εκδοχή του δημόσιου ταχυδρομείου, σε ένα κατάστημα που γλίτωσε το λουκέτο, είχε κάτι θλιβερό: λίγοι πελάτες, μικρή αναμονή, σημάδι πως η μεθοδευμένη συρρίκνωση επιδρά, μια κυρία της καθαριότητας περνά νωχελικά τις γυάλινες επιφάνειες από δαχτυλιές με ένα μπλε υγρό κι ένα χαρτομάντιλο.

Παίρνω την επιστολή. Είναι από τον ΕΦΚΑ. Διότι ένας παραβάτης του ΚΟΚ στην έβδομη δεκαετία της ζωής του προφανώς έχει εκκρεμότητες με το ασφαλιστικό σύστημα - αλλά και με την αμεριμνησία της εργασιακής νιότης του, όταν το θρυλικό παράπονο του Ξανθόπουλου «Μάνα, δεν μου κολλάν τα ένσημα» ακουγόταν ως ανέκδοτο. Να όμως που μπορεί να εξελιχθεί σε βάσανο. Στη δι' αλληλογραφίας συνάντησή μου με το κράτος-ΕΦΚΑ διάβαζα, έστω και με καθυστέρηση ενάμιση χρόνου από σχετικό αίτημά μου, ότι τα ένσημα που μπορεί να μου κολλάγανε, αλλά εγώ έχασα, δεν υπάρχουν, όπως «δεν υπάρχετε ούτε σεις ούτε ο εργοδότης στο ταμείο ασφάλισης εκδοροσφαγέων -παράδειγμα, δεν ξέρω αν καν υπήρξε τέτοιο-, ήσασταν στα μητρώα του πριν καταργηθεί. "Μα εγώ δεν ζήτησα αυτό, δεν ανήκω στη συμπαθή τάξη των εκδοροσφαγέων..."». Η έσχατη εκκρεμότητά μου με το κράτος μένει επ' αόριστον ανοιχτή μέχρι την επόμενη συνάντηση. Ελπίζει κανείς με τη μορφή της σύνταξης. 

Στις διαδρομές μου μεταξύ σπιτιού, ΕΛΤΑ, Τροχαίας, καταστήματος ΕΦΚΑ, είχα και δύο αναπάντεχες συναντήσεις με το κράτος στην πιο συχνή εκδοχή του, αυτή της αστυνομίας, τουλάχιστον στην Αθήνα. Δύο φορές σε διάστημα μιάμισης ώρας στις εξόδους σταθμών του μετρό με σταμάτησαν ένστολοι για εξακρίβωση στοιχείων - και μένα κι άλλο κόσμο. «Ταυτότητα». Τη δίνω. Μιλάει τηλεφωνικά σε συνάδελφό του που προφανώς έχει μπροστά του κάποια βάση δεδομένων. «Ημεδαπός, όνομα, επώνυμο, αριθμός Χ... ΟΚ, ευχαριστώ συνάδελφε». Μου δίνει την ταυτότητα, «μπορείτε να πηγαίνετε, ευχαριστώ». «Τι είναι αυτό;» ρωτάω από περιέργεια. «Ελεγχοι για φυγόδικους ή φυγόποινους» απαντάει το όργανο. «Πιάνει κι αυτό;» λέω περιπαικτικά δείχνοντας τη ροζ κλήση για το αλκοτέστ. Ευτυχώς έχει χιούμορ. Απλώς χαμογελάει. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

«Το κράτος είστε εσείς». 

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ομιλία σε άντρες των ΜΑΤ το 1992



Sunday, January 11, 2026

Η Μ. Καρυστιανού και η αγορά παρρησίας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 10-11/1/2026

Πνύκα. Ποιος θέλει να ανέβει στο βήμα της; 


Η λέξη παρρησία, παρ’ ότι ο Φουκό έκανε φιλότιμη προσπάθεια να αποκαταστήσει τη βαρύτητα και τις μεταλλάξεις της στο πέρασμα των αιώνων, υπήρξε συστατικό στοιχείο της αθηναϊκής δημοκρατίας, θεωρητικά του αρτιότερου συστήματος αμεσοδημοκρατικής διακυβέρνησης, έστω κι αν αυτή αφορούσε τη δουλοκτητική ελίτ. Παν + ρήσις. Τα λέω όλα, μιλάω για τα πάντα, έχω γνώμη για όλα, λέω τη γνώμη μου ανοιχτά και με θάρρος. Η παρρησία ήταν απαιτητό στοιχείο ήθους για τους πολίτες της Αθήνας, οι περισσότεροι από τους οποίους όλο και από κάποιο θεσμικό όργανο της δημοκρατίας θα πέρναγαν υποχρεωτικά -η πολιτική λούφα απαγορευόταν ή αποδοκιμαζόταν-, είτε ήταν βοσκοί, αλλαντοπώλες, μανάβηδες, είτε φιλόσοφοι, έμποροι, πλοιοκτήτες. 

Εντάξει, ο Θουκυδίδης το έχει λίγο αποδομήσει όλο αυτό -«λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε ενός ανδρός αρχή»-, αλλά τυπικά στην αγορά του κλεινού άστεως, από Μαραθώνα ώς Ελευσίνα, κι από Αλιμο ώς Πάρνηθα, ο καθένας μπορούσε να γίνει πολιτικός. 

Είκοσι πέντε αιώνες μετά φαίνεται ότι η αγορά παρρησίας δεν χωράει στον κορσέ της αγοράς κομμάτων. Εχει δικαίωμα η Μ. Καρυστιανού να λέει τη γνώμη της για όλα; Δικαιούται να ξεφύγει από τον ρόλο της θυμωμένης μάνας; Μπορεί να σκέφτεται πολιτικά; Μπορεί να είναι πολιτικός; Δικαιούται να ιδρύσει κόμμα, ή έπρεπε να περιοριστεί στον ρόλο της τιμητικής υποψηφιότητας που ευχαρίστως θα της πρόσφεραν όλα τα κόμματα δεξιότερα και αριστερότερα της Ν.Δ.; Και σε τι διαφέρει η φιλοδοξία της Καρυστιανού από αυτήν του Βελόπουλου, του Νατσιού, της Ζωής, του Καρατζαφέρη, του Θεοδωράκη, του Σαμαρά, του Φάμελλου, του Χαρίτση, του Τσίπρα, του Μητσοτάκη, του Κουτσούμπα, αλλά και των ηγετίσκων του εξωκοινοβούλιου που έκαστος υπερασπίζεται το μικρομάγαζό του, λες και η κομματική αγορά απαιτεί ειδικές επαγγελματικές δεξιότητες ή κληρονομικό χάρισμα; 

Δεν λέω, και μένα μου ’πεσε βαρύ, ασαφές και υπερ-δεξιό το μανιφέστο Καρυστιανού, αλλά μήπως οι αφ’ υψηλού επικριτές της πρέπει να στοχαστούν πόσο δεξιότερα έχουν φέρει οι ίδιοι όλο το πολικό φάσμα, συμπολιτευόμενοι ή αντιπολιτευόμενοι; 


Saturday, January 3, 2026

Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 3-4/1/2026


Η Jean Seberg πωλήτρια της Herald Tribune στους δρόμους του Παρισιού, φορώντας το αντίστοιχο διαφημιστικό T-shirt. 1960, "Με κομμένη την ανάσα" του Γκοντάρ, με τον Μπελμοντό στα καλύτερά του. Τη δεκαετία του 1960 το να πουλάς εφημερίδα στους δρόμους ήταν τρέντι ακόμη και για μια καθωσπρέπει αμερικανική εφημερίδα...


Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός. Ή, για την ακρίβεια, οι άνθρωποι είναι ζωντανά πλάσματα, διαρκώς εξελισσόμενα μαζί με τα κατεξοχήν δημιουργήματά τους, τις λέξεις, τις φράσεις, τις γλώσσες, τις διαλέκτους, δηλαδή την υλική υπόσταση της σκέψης τους. Οι γηραιότεροι λοιδωρούμε και υποτιμούμε με ευκολία τις νεότερες γενιές, τη γενιά των σόσιαλ μίντια, του ίνστα και του τικτόκ, των σλανγκ της ψηφιακής επικοινωνίας, των μηνυμάτων που γράφονται στο πληκτρολόγιο των κινητών με ταχύτητα ήχου, αδιάφορα για την ορθογραφία και τη διδασκόμενη σύνταξη, γεμάτα αυθαίρετα περικεκομμένες λέξεις κι άλλες συντεθειμένες από άλλες, ασαφούς ετυμολογίας, αλλά ικανές να αποδώσουν ένα αντικείμενο, μια τάση, μια κοινωνική συμπεριφορά που μέχρι πρότινος δεν υπήρχε. 

Κανένας γλωσσαμυντορισμός, καμιά «αστυνομία έκφρασης» δεν μπορεί να αποτρέψει την αντιφατική επίδραση εκατομμυρίων χρηστών κάθε γλώσσας, την αέναη «δημιουργική καταστροφή» με την οποία οι άνθρωποι κάθε επιπέδου εκπαίδευσης, από τους πλήρως αναλφάβητους μέχρι τους κατόχους πανεπιστημιακής έδρας, σπάνε τους κανόνες, αχρηστεύουν παλιές λέξεις και φράσεις και δημιουργούν νέες, ακατάληπτες μέχρι να επικρατήσουν. Το λάθος –αυτό που σήμερα θεωρούμε λάθος– είναι ο πρόγονος του σωστού. 

Η διεργασία της γλωσσικής «δημιουργικής καταστροφής» δεν έχει μια φορά στην κλίμακα του χρόνου, από το παρελθόν προς το μέλλον, για να δημιουργήσει μια νέα εικόνα, να δώσει ένα νέο νόημα. Μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα. Η εποχή της ψηφιοποίησης παντός επιστητού επιτρέπει στους νέους ανθρώπους να βουτούν στις αποθήκες της αναλογικής εποχής, να δώσουν νέα ζωή σε φράσεις, ατάκες, κλισέ που σήμερα είναι ρετρό. Κάτι τέτοιο συνέβη με την ατάκα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» που έλεγε ο Γιάννης Μπέζος σε ένα επεισόδιο της προ 25ετίας σειράς «Ακρως οικογενειακόν». Γεμάτος απορία για την ευρεία χρήση τα τελευταία τρία χρόνια, ως σαρκαστικό σχόλιο σε εκτιμήσεις, «ειδήσεις», απόψεις ανυπόστατες, υπερβολικές, ψευδείς ή εντελώς παρωχημένες, αναζήτησα την προέλευση και τη σημασία της. 

Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είχε να μου προτείνει τίποτα, αλλά βρήκα αρκετές αναρτήσεις με την άχρηστη πληροφορία της μέρας, της βδομάδας, του μήνα, που εξηγούσαν ότι την προ εικοσιπενταετίας ατάκα ο πάτερ φαμίλιας Μπέζος την είπε σε ένα επεισόδιο της σειράς για να σχολιάσει τον τίτλο εφημερίδας που ξεφύλλιζε: «Ο Παναθηναϊκός πάει φέτος για πρωτάθλημα»! Ο «γαύρος» ξύπνησε μέσα του και τρόλαρε την ενοχλητική πρόβλεψη με το ερώτημα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» Επειτα, η ατάκα έγινε meme για κάθε χρήση, έγινε σχόλιο αρχηγού κόμματος – του γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα που τρολάριζε τους ισχυρισμούς περί πρωτιάς της ΔΑΠ στις τελευταίες φοιτητικές εκλογές, έγινε κλιπάκι του Luben, μπήκε σε τίτλους ειδήσεων σε ενημερωτικές ιστοσελίδες («Γερμανία: Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» ήταν ο τίτλος ανάρτησης στο rosa.gr που σχολίαζε πόσο πολύ θυμίζουν Μεσοπόλεμο και περίοδο ανόδου των ναζί οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στην πρώην «ατμομηχανή» της Ε.Ε.). 

Το μόνο που δεν έχω εντοπίσει ακόμη είναι αν υπήρξε εφημερίδα που τόλμησε να χρησιμοποιήσει σε τίτλο τη σχεδόν retro ατάκα. Αλλά για ποια εφημερίδα θα μπορούσε να αναρωτηθεί μια εφημερίδα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;». Ολες οι εφημερίδες, οι έντυπες, οι χάρτινες, οι ασπρόμαυρες, οι έγχρωμες, οι μεγάλου σχήματος, οι ταμπλόιντ, οι πολιτικές, οι οικονομικές, οι αθλητικές, οι λάιφ στάιλ, οι καθημερινές, οι εβδομαδιαίες, οι παραταξιακές, οι κομματικές, έχουν το ίδιο υπαρξιακό πρόβλημα: οι νέοι άνθρωποι που τρολάρουν την πολιτική και λοιπή επικαιρότητα και αμφισβητούν την «αλήθεια» πομπωδών κυβερνητικών διακηρύξεων, ξύλινων κομματικών δεσμεύσεων, εξωραϊσμένων οικονομικών επιδόσεων με την ατάκα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» στην πλειονότητά τους δεν έχουν πιάσει εδώ και χρόνια, ίσως και ποτέ μέχρι σήμερα στη ζωή τους, μια κανονική, χάρτινη εφημερίδα. Κάποιοι μπορεί να μη γνωρίζουν καν ότι εξακοκολουθούν να κυκλοφορούν εφημερίδες, να μην έχουν προσέξει κάποιο από τα όλο και λιγότερα σημεία πώλησης εφημερίδων που έχουν μείνει στην Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις και τα ελάχιστα που υπάρχουν στην υπόλοιπη επικράτεια. Ακόμα και οι καλύτερα εκπαιδευμένοι γόνοι σχετικά μορφωμένων και πολιτικά μυημένων οικογενειών θα βλέπουν ως εξωγήινα πλάσματα τους ώριμους ή μεσήλικες γονείς τους τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα να διανύουν αρκετά χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο ή να περπατούν τουλάχιστον είκοσι λεπτά για να αγοράσουν την «εφημερίδα τους», όταν η ενημέρωση, μια τεράστια αγορά πληροφόρησης, παραπληροφόρησης, αντιπληροφόρησης, αποπληροφόρησης, είναι διαθέσιμη με μερικά κλικ στο κινητό, στο τάμπλετ, στο λάπτοπ, στο PC τους, στην «έξυπνη» τηλεόρασή τους. 

Κατά κάποιο τρόπο, η διατυπωμένη σε ανυποψίαστο χρόνο ατάκα του Γ. Μπέζου εξελίσσεται σε μια θλιβερή κυριολεξία για τον έγχαρτο Τύπο γενικώς, που για την τεράστια πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας –και όχι μόνο της ψηφιακής «πρωτοπορίας» της– έχει γίνει παρελθόν, retro συνήθεια, vintage αντικείμενο χωρίς την παραμικρή αντίσταση από τους βασικούς συντελεστές του: ιδιοκτήτες, επενδυτές, χρηματοδότες, δημοσιογράφους, τεχνικούς, διοικητικούς, διαφημιστές, διαφημιζόμενους. Ισως διόλου τυχαία η πιο πρόσφατη πρωτοβουλία-φιλοδοξία της αρμόδιας Ενωσης Ιδιοκτητών είναι η δημιουργία ενός «μουσείου ελληνικού Τύπου». Φαίνεται πως είναι μοιρολατρικά συμφιλιωμένη με την ιδέα ότι πολύ σύντομα το Μουσείο θα είναι ο μόνος χώρος όπου θα βρίσκει θέση η χάρτινη εφημερίδα, έπειτα από ιστορία τεσσάρων αιώνων στη μετά Γουτεμβέργιο εποχή. «Από πότε είναι αυτή, αλλά και κάθε εφημερίδα;» Από τις αρχές του 17ου αιώνα και μετά, όταν η εφημερίδα αποτελούσε ακόμη την κατά Μαρξ «πρωινή προσευχή του αστού» στις εμπορευματικές αυτοκρατορίες και στις βιομηχανικές δυνάμεις της Ευρώπης. Στις τυπωμένες σελίδες κάθε εφημερίδας συμπυκνωνόταν η οργανωμένη πρόταση του εκδότη –και της κοινωνικής ή πολιτικής ομάδας του– για το τι συμβαίνει στον κόσμο κάθε μέρα, στον μικρόκοσμο των εμπόρων ή στον μεγά-κοσμο των αποικιών σε όλες τις ηπείρους. 

Η υποχώρηση της έντυπης συγκροτημένης και επιλεγμένης πληροφόρησης –γιατί δεν είναι «είδηση» κάθε τι που συμβαίνει στον κόσμο– έναντι της ψηφιακής ενημερωτικής πλημμυρίδας από εκατομμύρια πηγές, χωρίς ιεράρχηση, χωρίς προτεραιότητες, χωρίς πλαισίωση, χωρίς ανάλυση και σύνθεση, είναι βεβαίως παγκόσμιο φαινόμενο και αργόσυρτα εξελισσόμενο εδώ και δυο δεκαετίες. Ωστόσο, πουθενά στον αναπτυγμένο ή αναπτυσσόμενο καπιταλιστικό κόσμο δεν έχει πάρει τις διαστάσεις που έχει πάρει στην Ελλάδα. Λες και είναι η ψηφιακή πρωτοπορία του πλανήτη, με μηδενικό ψηφιακό αναλφαβητισμό, μια Νεφελοκοκκυγία του παγκόσμιου icloud, η χώρα όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα βιάζεται να στείλει το χαρτί στο μουσείο, να εξαφανίσει το δίκτυο διανομής και πώλησης, να κάνει την εφημερίδα προϊστορία της ενημέρωσης, να αφήσει τη γενιά των memes ναυαγό σε έναν ωκεανό αποπληροφόρησης και σύγχυσης. 

Ζητούνται εθελοντές να διαψεύσουν τη «μοίρα» του τέλους της εφημερίδας. Οχι από προσκόλληση στην αναλογική προϊστορία, αλλά από διορατικότητα για τον ρόλο του Τύπου στη διαμόρφωση τάσεων και καταστάσεων. Από πότε σταμάτησε αυτός ο ρόλος;


Ο Κέιν και η ενημερωτική αυτοκρατορία του χαρτιού... 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Κέιν: Κύριε Κάρτερ, ορίστε ένας τρίστηλος τίτλος στην εφημερίδα Chronicle. Γιατί δεν έχει τρίστηλο τίτλο η εφημερίδα Inquirer;

Χέρμπερτ Κάρτερ: Η είδηση ​​δεν ήταν αρκετά μεγάλη.

Κέιν: Κύριε Κάρτερ, αν ο τίτλος είναι αρκετά μεγάλος, τότε κάνει και την είδηση ​​αρκετά μεγάλη.

Κύριος Μπερνστάιν: Σωστά, κύριε Κέιν.

Ορσον Γουέλς, «Πολίτης Κέιν» (1941)