Τα εξυπνότερα μυαλά πέρασαν όλη τους την εργάσιμη ζωή απλοποιώντας ή επιταχύνοντας λειτουργίες παράλογης κοινοτοπίας. Μηχανικοί γράφουν διατριβές για την ταχύτητα κίνησης σαρωτών και σύμβουλοι αφιερώνουν την καριέρα τους εφαρμόζοντας οικονομίας κλίμακας στις κινήσεις υπαλλήλου που εφοδιάζουν ράφια όπως χειριστών κλαρκ. Οι καβγάδες λόγω αλκοόλ που ξεσπούν στις πόλεις τα σαββατόβραδα αποτελούν προβλέψιμα συμπτώματα οργής ενάντια στον ίδιο μας τον εγκλεισμό. Αποτελούν μια υπενθύμιση του τιμήματος που πληρώνουμε για την καθημερινή υποταγή μας στον βωμό της σύνεσης και της ευταξίας – και της οργής που συσσωρεύεται σιωπηρά κάτω από μια ιδιάζουσα επιφάνεια ευνομίας και ενδοτικότητας.
Αλαίν ντε Μποττόν, «Οι χαρές και τα δεινά της εργασίας»
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", από το 2000 στην Καθημερινή, 2007 - 2014 στον Επενδυτή. Από το 2019 η στήλη έκανε "επανεκκίνηση" στη Εφημερίδα των Συντακτών. Ηταν σαν να βρήκε τον φυσικό της χώρο. Ωστόσο, ο "χώρος" από τις αρχές του 2026 έπαψε να είναι "φυσικός". Η φιλοξενία στην ΕφΣυν διακόπηκε με μια απόλυση. To be continued, με την προσδοκία σύντομα ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ να βρει ξανά... πεδίο βολής.
20/12/2009
13/12/2009
Quis custodiet ipsos custodes? * (12/12/2009)
Τι ακριβώς θα γίνει τελικά η Ελλάδα; Μια Δανία του Νότου; Μια Αργεντινή της Ευρώπης; Μια Ισλανδία του Αιγαίου; Μια Ιρλανδία των Βαλκανίων; Ή μήπως μια Ισπανία της Ανατολής; Έτσι όπως περιγράφεται η κατάσταση από τους άρχοντες των αγορών, η Ελλάδα μάλλον εξελίσσεται σε Σομαλία της Δύσης, ίσως όχι με τόσα πτώματα. Αλλά με αίμα. Πολύ αίμα, κυριολεκτικό και μεταφορικό.
Πριν μας σφάξουν στο γόνατο, πάντως, ας σκεφτούμε λίγο ψύχραιμα: Τι ακριβώς μας έχει συμβεί; Τι έχει αλλάξει ριζικά τους δύο τελευταίους μήνες στον τρόπο ζωής μας, στον τρόπο που παράγουμε ή τρώμε αυτά που παράγουν άλλοι, στον τρόπο που διαχειριζόμαστε το εισόδημά μας, ελάχιστο ή τεράστιο, στον τρόπο που αποδίδουμε τους φόρους ή που φοροδιαφεύγουμε, στον τρόπο που δανειζόμαστε, στον τρόπο που σπαταλάμε τους κοινοτικούς πόρους ή τις κρατικές επιδοτήσεις, στον τρόπο που αναζητούμε δουλειά ή που απολυόμαστε, σε όλα αυτά που αποτελούν το μοναδικό, ιδιότυπο, κλεπτοκρατικό και παρασιτικό ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης; Επί της ουσίας, τίποτα! Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας, όπως ακριβώς πριν από τον Οκτώβριο, επί καραμανλικής διακυβέρνησης. Αυτό που άλλαξε είναι ο τρόπος που μετράμε την οικονομική μας αβελτηρία, την ίδια που επιβραβεύτηκε ως «θαύμα» όταν προ δεκαετίας η χώρα εντάχθηκε στο ευρώ με μια ανάπτυξη πλασματική και υπερδανεισμένη και συνέχιζε να επιβραβεύεται μέχρι πριν από δύο χρόνια από τους ευρωκράτες των Βρυξελλών. Αλλά και από τις αγορές όπου μοσχοπουλιούνταν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα με τα οποία το δημόσιο χρέος μπουκώθηκε μέχρι σκασμού.
Άλλαξε επίσης η διακυβέρνηση. Η οποία εξέπεμψε ένα θολό και δειλό μήνυμα για κάποιας μορφής μεταρρυθμίσεις, για έναν αναπροσανατολισμό του αναπτυξιακού μοντέλου προς την αναδυόμενη πράσινη οικονομία -πραγματικότητα ήδη σε πολλές χώρες της Ε.Ε.-, μια ασαφή εξαγγελία δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών και του πλούτου. Τίποτα συγκεκριμένο, τίποτα ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό που να κάνει τους άρχοντες των αγορών να χάσουν τον ύπνο τους. Το μόνο απτό μέτρο που έχει δρομολογηθεί είναι η έκτακτη εισφορά στις μεγάλες επιχειρήσεις που πέρασε αναίμακτα και τα φιλανθρωπικά επιδόματα προς τα πολύ χαμηλά εισοδήματα, μέτρα ελάχιστης δημοσιονομικής αξίας. Κι όμως, ακόμη κι αυτά ήταν αρκετά για να εξοργίσουν τους θεματοφύλακες της οικονομικής ορθοδοξίας, που ένα χρόνο μετά την κορύφωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οπότε αισθάνονταν το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια τους και τις καρέκλες τους να τρίζουν, έχουν πλήρως αποκατασταθεί στον θρόνο τους, στον ρόλο του «δεσμοφύλακα» των εθνικών οικονομιών.
Οι επιτηρητές-δεσμοφύλακες εναλλάσσονται στους κλασικούς ρόλους του καλού και του κακού μπάτσου που θέλουν να αποσπάσουν από τον δεσμώτη μια καθαρή ομολογία πίστης: καλοί μπάτσοι οι κομισάριοι των Βρυξελών και οι κεντροτραπεζίτες της ΕΚΤ, κακοί και ευέξαπτοι μπάτσοι οι άρχοντες του εικονικού πιστωτικού χρήματος, οι αναλυτές των χρηματοπιστωτικών κολοσσών και των «ανεξάρτητων» οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης. Τόσο ευέξαπτοι, που άμα λάχει, ρίχνουν και καμιά γροθιά στη μούρη της χώρας-δεσμώτη, στέλνοντας στα Τάρταρα τα κρατικά της ομόλογα και στα ύψη το κόστος δανεισμού. Οι πρώτοι ακολουθούν την κλασική καθησυχαστική πολιτική: «Δεν πρόκειται να χρεοκοπήσει η Ελλάδα, αλλά…». Οι δεύτεροι δεν ξέρουν από αβρότητες, σαβουάρ βιβρ και πειθαρχικούς ελέγχους: «Σε λίγο τα ελληνικά ομόλογα δεν θα γίνονται δεκτά ούτε από την ΕΚΤ, η ελληνική χρεοκοπία είναι ένα ορατό σενάριο», λένε. Ακόμη πιο ωμοί οι πελάτες τους, που αγοράζουν και πουλάνε κατά βούληση των εθνικό πλούτο 200 χωρών του πλανήτη, ομολογούν: «Σήμερα κερδοσκοπούμε με την πτώση της τιμής των ελληνικών ομολόγων, αλλά είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να τα αγοράσουμε ξανά. Όταν χρωστάς 1.000 ευρώ στην τράπεζα, έχεις εσύ πρόβλημα. Όταν, όμως, χρωστάς 10.000.000 ευρώ, έχει πρόβλημα η τράπεζά σου». Σ’ αυτή την κυνική εξομολόγηση βρίσκεται και ο μηχανισμός του εκβιασμού που ασκείται μ’ αυτήν την εξοργιστική συνέργια ανάμεσα στους θεματοφύλακες του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και τα αρπακτικά της αγοράς του παγκόσμιου δημόσιου χρέους. Το κίνητρο της μοχθηρής παρέμβασης των επιτηρητών της δημοσιονομικής τάξης δεν είναι κανενός είδους ανησυχία για τη φτώχεια στην οποία μπορεί να βυθίσει τη χώρα μια χρεοκοπία, ούτε καν για το ντόμινο οικονομικών καταστροφών που μπορεί να δημιουργήσει η αποσταθεροποίηση μιας οικονομίας της Ευρωζώνης. Το κίνητρο είναι να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη από την ανελέητη αστυνόμευση της ελληνικής οικονομίας. Αλλά και της ιρλανδικής και της ισπανικής και οποιουδήποτε άλλου αδύναμου κρίκου της αλυσίδας.
Εδώ ισχύει, βεβαίως, το «εκεί που μας χρωστάγανε, μας παίρνουν και το βόδι». Και το λέω αυτό για τους εξής απλούς λόγους: Πρώτον, οι φύλακες της οικονομικής ορθοδοξίας του Συμφώνου Σταθερότητας, διορισμένοι «υπάλληλοι» των μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης, δεν έχουν ακόμη απολογηθεί για το γεγονός ότι άφησαν 27 οικονομίες της Ε.Ε. να περπατήσουν ξυπόλητες στ’ αγκάθια της οικονομικής κρίσης την οποία ούτε έβλεπαν ούτε προέβλεπαν όταν σοβούσε στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Δεύτερον, τα αρπακτικά των αγορών, τα οποία επικρίθηκαν και λίγο έλειψε να εκτελεστούν για τη χρηματοπιστωτική φούσκα που εξέθρεψε η απληστία τους, δεν έχουν λογοδοτήσει πουθενά για τον τρόπο που μετακύλισαν την κρίση των ενυπόθηκων δανείων στα κράτη, έπειτα στην αγορά εταιρικών ομολόγων και εντέλει στο δημόσιο χρέος, που για δεκάδες χώρες διογκώθηκε κατά 30% στον ενάμιση χρόνο που το τραπεζικό τέρας ταΐζεται με ζεστούς κρατικούς πόρους για να μην καταρρεύσει και για να αποκατασταθεί η κερδοφορία του. Τρίτον, οι ευαγείς οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης εταιρειών και χωρών, οι τρεις του παγκόσμιου μονοπωλίου (Moody’s, S&P και Fitch) και αρκετές δεκάδες άλλοι που δεν είναι τόσο celebrities της αγοράς, δεν έχουν λογοδοτήσει ποτέ για το γεγονός ότι λίγες μέρες πριν από την κατάρρευση της Enron το 2000, τη βαθμολογούσαν με ΑΑΑ. Και το ίδιο έκαναν πέρσι με τη Lehman Brothers, όταν η αμερικανική κοινωνία βοούσε για τις αθρόες εξώσεις, τις απλήρωτες δόσεις δανείων και τα απαξιωμένα ακίνητα που είχαν συγκεντρώσει στα αδηφάγα χαρτοφυλάκιά τους. Τη Lehman την υποβάθμισαν αφού κήρυξε πτώχευση!
Ως εκ τούτου, το ερώτημα είναι αυτό που έθεσε αρχικά ο Πλάτων και αργότερα ο Γιουβενάλης: «Ποιος φυλάσσει τους φύλακες;». Εν προκειμένω, τους φύλακες της ορθοδοξίας των αγορών. Οι οποίοι δεν αρκούνται στη μεγιστοποίηση των κερδών τους από τη διαχείριση του δημόσιου χρέους. Απαιτούν να υποβάλουν και την πολιτική διαχείρισής τους. Οι φύλακες των αγορών θέλουν αίμα. Δεν θέλουν οποιαδήποτε μέτρα (να μην έχετε αμφιβολία ότι τα ελληνικά ομόλογα θα είχαν καλύτερη τύχη αν, παρ’ ελπίδα, η κυβέρνηση παρουσίαζε ένα τολμηρό πρόγραμμα φορολόγησης του προκλητικού πλούτου που λιμνάζει στους πάνω ορόφους της κοινωνικής ελίτ, στα επιχειρηματικά κέρδη, στα μεγάλα εισοδήματα της χώρας, όπου ο παρασιτισμός επιβραβεύεται και η παραγωγικότητα τιμωρείται. Η εξέγερση των αγορών θα τιμωρούσε και πάλι τα ελληνικά ομόλογα για την κυβερνητική αποκοτιά να «κυνηγηθούν» οι υποψήφιοι πελάτες τους. Τόσο χρήμα που μπορεί να εισρεύσει στα ταμεία τους, γιατί να πάει στο ταμείο του κράτους;). Οι φύλακες των αγορών θέλουν ένα καθαρό, ταξικό πρόγραμμα οικονομικής εξουθένωσης των μισθωτών, αφαίμαξης των συνταξιούχων, σκληρής λιτότητας και νέας ασφαλιστικής επιβάρυνσης για τον κόσμο της εργασίας. Θέλουν έναν θρίαμβο μακράς πνοής και στο πειραματόζωο Ελλάδα.
Από την άποψη αυτή, έχει απόλυτο δίκιο ο Γ. Παπανδρέου να ορίζει ως «θέμα εθνικής κυριαρχίας» τη δημοσιονομική επίθεση που δέχεται η χώρα. Μόνο που η εθνική κυριαρχία είναι εξ ορισμού καταστρατηγημένη από τη στιγμή που μια ολόκληρη χώρα δέχεται να κρεμαστεί σαν κρέας στα τσιγκέλια των αγορών, να βαθμολογείται, να τιμολογείται, να πωλείται και να αγοράζεται κατά τη βούλησή τους.
Θα μου πείτε: τι μπορούμε να κάνουμε, έτσι είναι το σύστημα. Πρέπει να εξευμενίσουμε το θηρίο. Ωραία! Τότε, ας το ταΐσουμε με κρέας από εκεί που υπάρχει σε αφθονία. Πώς να χορτάσει με τα οστά τα γεγυμνωμένα της γενιάς των 700 ευρώ, των 500.000 ανέργων και των 2,5 εκατ. Ελλήνων που ζουν κάτω από το όριο φτώχειας;
*«Ποιος θα φυλάξει τους φύλακες;» Γιουβενάλης, 6η σάτιρα.
Πριν μας σφάξουν στο γόνατο, πάντως, ας σκεφτούμε λίγο ψύχραιμα: Τι ακριβώς μας έχει συμβεί; Τι έχει αλλάξει ριζικά τους δύο τελευταίους μήνες στον τρόπο ζωής μας, στον τρόπο που παράγουμε ή τρώμε αυτά που παράγουν άλλοι, στον τρόπο που διαχειριζόμαστε το εισόδημά μας, ελάχιστο ή τεράστιο, στον τρόπο που αποδίδουμε τους φόρους ή που φοροδιαφεύγουμε, στον τρόπο που δανειζόμαστε, στον τρόπο που σπαταλάμε τους κοινοτικούς πόρους ή τις κρατικές επιδοτήσεις, στον τρόπο που αναζητούμε δουλειά ή που απολυόμαστε, σε όλα αυτά που αποτελούν το μοναδικό, ιδιότυπο, κλεπτοκρατικό και παρασιτικό ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης; Επί της ουσίας, τίποτα! Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας, όπως ακριβώς πριν από τον Οκτώβριο, επί καραμανλικής διακυβέρνησης. Αυτό που άλλαξε είναι ο τρόπος που μετράμε την οικονομική μας αβελτηρία, την ίδια που επιβραβεύτηκε ως «θαύμα» όταν προ δεκαετίας η χώρα εντάχθηκε στο ευρώ με μια ανάπτυξη πλασματική και υπερδανεισμένη και συνέχιζε να επιβραβεύεται μέχρι πριν από δύο χρόνια από τους ευρωκράτες των Βρυξελλών. Αλλά και από τις αγορές όπου μοσχοπουλιούνταν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα με τα οποία το δημόσιο χρέος μπουκώθηκε μέχρι σκασμού.
Άλλαξε επίσης η διακυβέρνηση. Η οποία εξέπεμψε ένα θολό και δειλό μήνυμα για κάποιας μορφής μεταρρυθμίσεις, για έναν αναπροσανατολισμό του αναπτυξιακού μοντέλου προς την αναδυόμενη πράσινη οικονομία -πραγματικότητα ήδη σε πολλές χώρες της Ε.Ε.-, μια ασαφή εξαγγελία δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών και του πλούτου. Τίποτα συγκεκριμένο, τίποτα ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό που να κάνει τους άρχοντες των αγορών να χάσουν τον ύπνο τους. Το μόνο απτό μέτρο που έχει δρομολογηθεί είναι η έκτακτη εισφορά στις μεγάλες επιχειρήσεις που πέρασε αναίμακτα και τα φιλανθρωπικά επιδόματα προς τα πολύ χαμηλά εισοδήματα, μέτρα ελάχιστης δημοσιονομικής αξίας. Κι όμως, ακόμη κι αυτά ήταν αρκετά για να εξοργίσουν τους θεματοφύλακες της οικονομικής ορθοδοξίας, που ένα χρόνο μετά την κορύφωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οπότε αισθάνονταν το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια τους και τις καρέκλες τους να τρίζουν, έχουν πλήρως αποκατασταθεί στον θρόνο τους, στον ρόλο του «δεσμοφύλακα» των εθνικών οικονομιών.
Οι επιτηρητές-δεσμοφύλακες εναλλάσσονται στους κλασικούς ρόλους του καλού και του κακού μπάτσου που θέλουν να αποσπάσουν από τον δεσμώτη μια καθαρή ομολογία πίστης: καλοί μπάτσοι οι κομισάριοι των Βρυξελών και οι κεντροτραπεζίτες της ΕΚΤ, κακοί και ευέξαπτοι μπάτσοι οι άρχοντες του εικονικού πιστωτικού χρήματος, οι αναλυτές των χρηματοπιστωτικών κολοσσών και των «ανεξάρτητων» οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης. Τόσο ευέξαπτοι, που άμα λάχει, ρίχνουν και καμιά γροθιά στη μούρη της χώρας-δεσμώτη, στέλνοντας στα Τάρταρα τα κρατικά της ομόλογα και στα ύψη το κόστος δανεισμού. Οι πρώτοι ακολουθούν την κλασική καθησυχαστική πολιτική: «Δεν πρόκειται να χρεοκοπήσει η Ελλάδα, αλλά…». Οι δεύτεροι δεν ξέρουν από αβρότητες, σαβουάρ βιβρ και πειθαρχικούς ελέγχους: «Σε λίγο τα ελληνικά ομόλογα δεν θα γίνονται δεκτά ούτε από την ΕΚΤ, η ελληνική χρεοκοπία είναι ένα ορατό σενάριο», λένε. Ακόμη πιο ωμοί οι πελάτες τους, που αγοράζουν και πουλάνε κατά βούληση των εθνικό πλούτο 200 χωρών του πλανήτη, ομολογούν: «Σήμερα κερδοσκοπούμε με την πτώση της τιμής των ελληνικών ομολόγων, αλλά είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να τα αγοράσουμε ξανά. Όταν χρωστάς 1.000 ευρώ στην τράπεζα, έχεις εσύ πρόβλημα. Όταν, όμως, χρωστάς 10.000.000 ευρώ, έχει πρόβλημα η τράπεζά σου». Σ’ αυτή την κυνική εξομολόγηση βρίσκεται και ο μηχανισμός του εκβιασμού που ασκείται μ’ αυτήν την εξοργιστική συνέργια ανάμεσα στους θεματοφύλακες του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και τα αρπακτικά της αγοράς του παγκόσμιου δημόσιου χρέους. Το κίνητρο της μοχθηρής παρέμβασης των επιτηρητών της δημοσιονομικής τάξης δεν είναι κανενός είδους ανησυχία για τη φτώχεια στην οποία μπορεί να βυθίσει τη χώρα μια χρεοκοπία, ούτε καν για το ντόμινο οικονομικών καταστροφών που μπορεί να δημιουργήσει η αποσταθεροποίηση μιας οικονομίας της Ευρωζώνης. Το κίνητρο είναι να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη από την ανελέητη αστυνόμευση της ελληνικής οικονομίας. Αλλά και της ιρλανδικής και της ισπανικής και οποιουδήποτε άλλου αδύναμου κρίκου της αλυσίδας.
Εδώ ισχύει, βεβαίως, το «εκεί που μας χρωστάγανε, μας παίρνουν και το βόδι». Και το λέω αυτό για τους εξής απλούς λόγους: Πρώτον, οι φύλακες της οικονομικής ορθοδοξίας του Συμφώνου Σταθερότητας, διορισμένοι «υπάλληλοι» των μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης, δεν έχουν ακόμη απολογηθεί για το γεγονός ότι άφησαν 27 οικονομίες της Ε.Ε. να περπατήσουν ξυπόλητες στ’ αγκάθια της οικονομικής κρίσης την οποία ούτε έβλεπαν ούτε προέβλεπαν όταν σοβούσε στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Δεύτερον, τα αρπακτικά των αγορών, τα οποία επικρίθηκαν και λίγο έλειψε να εκτελεστούν για τη χρηματοπιστωτική φούσκα που εξέθρεψε η απληστία τους, δεν έχουν λογοδοτήσει πουθενά για τον τρόπο που μετακύλισαν την κρίση των ενυπόθηκων δανείων στα κράτη, έπειτα στην αγορά εταιρικών ομολόγων και εντέλει στο δημόσιο χρέος, που για δεκάδες χώρες διογκώθηκε κατά 30% στον ενάμιση χρόνο που το τραπεζικό τέρας ταΐζεται με ζεστούς κρατικούς πόρους για να μην καταρρεύσει και για να αποκατασταθεί η κερδοφορία του. Τρίτον, οι ευαγείς οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης εταιρειών και χωρών, οι τρεις του παγκόσμιου μονοπωλίου (Moody’s, S&P και Fitch) και αρκετές δεκάδες άλλοι που δεν είναι τόσο celebrities της αγοράς, δεν έχουν λογοδοτήσει ποτέ για το γεγονός ότι λίγες μέρες πριν από την κατάρρευση της Enron το 2000, τη βαθμολογούσαν με ΑΑΑ. Και το ίδιο έκαναν πέρσι με τη Lehman Brothers, όταν η αμερικανική κοινωνία βοούσε για τις αθρόες εξώσεις, τις απλήρωτες δόσεις δανείων και τα απαξιωμένα ακίνητα που είχαν συγκεντρώσει στα αδηφάγα χαρτοφυλάκιά τους. Τη Lehman την υποβάθμισαν αφού κήρυξε πτώχευση!
Ως εκ τούτου, το ερώτημα είναι αυτό που έθεσε αρχικά ο Πλάτων και αργότερα ο Γιουβενάλης: «Ποιος φυλάσσει τους φύλακες;». Εν προκειμένω, τους φύλακες της ορθοδοξίας των αγορών. Οι οποίοι δεν αρκούνται στη μεγιστοποίηση των κερδών τους από τη διαχείριση του δημόσιου χρέους. Απαιτούν να υποβάλουν και την πολιτική διαχείρισής τους. Οι φύλακες των αγορών θέλουν αίμα. Δεν θέλουν οποιαδήποτε μέτρα (να μην έχετε αμφιβολία ότι τα ελληνικά ομόλογα θα είχαν καλύτερη τύχη αν, παρ’ ελπίδα, η κυβέρνηση παρουσίαζε ένα τολμηρό πρόγραμμα φορολόγησης του προκλητικού πλούτου που λιμνάζει στους πάνω ορόφους της κοινωνικής ελίτ, στα επιχειρηματικά κέρδη, στα μεγάλα εισοδήματα της χώρας, όπου ο παρασιτισμός επιβραβεύεται και η παραγωγικότητα τιμωρείται. Η εξέγερση των αγορών θα τιμωρούσε και πάλι τα ελληνικά ομόλογα για την κυβερνητική αποκοτιά να «κυνηγηθούν» οι υποψήφιοι πελάτες τους. Τόσο χρήμα που μπορεί να εισρεύσει στα ταμεία τους, γιατί να πάει στο ταμείο του κράτους;). Οι φύλακες των αγορών θέλουν ένα καθαρό, ταξικό πρόγραμμα οικονομικής εξουθένωσης των μισθωτών, αφαίμαξης των συνταξιούχων, σκληρής λιτότητας και νέας ασφαλιστικής επιβάρυνσης για τον κόσμο της εργασίας. Θέλουν έναν θρίαμβο μακράς πνοής και στο πειραματόζωο Ελλάδα.
Από την άποψη αυτή, έχει απόλυτο δίκιο ο Γ. Παπανδρέου να ορίζει ως «θέμα εθνικής κυριαρχίας» τη δημοσιονομική επίθεση που δέχεται η χώρα. Μόνο που η εθνική κυριαρχία είναι εξ ορισμού καταστρατηγημένη από τη στιγμή που μια ολόκληρη χώρα δέχεται να κρεμαστεί σαν κρέας στα τσιγκέλια των αγορών, να βαθμολογείται, να τιμολογείται, να πωλείται και να αγοράζεται κατά τη βούλησή τους.
Θα μου πείτε: τι μπορούμε να κάνουμε, έτσι είναι το σύστημα. Πρέπει να εξευμενίσουμε το θηρίο. Ωραία! Τότε, ας το ταΐσουμε με κρέας από εκεί που υπάρχει σε αφθονία. Πώς να χορτάσει με τα οστά τα γεγυμνωμένα της γενιάς των 700 ευρώ, των 500.000 ανέργων και των 2,5 εκατ. Ελλήνων που ζουν κάτω από το όριο φτώχειας;
*«Ποιος θα φυλάξει τους φύλακες;» Γιουβενάλης, 6η σάτιρα.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (12/12/2009)
…Αυτό ήταν θαυμάσιο και για τους πελάτες. Τα προϊόντα που επρόκειτο να πουληθούν, μια αλφαβητική σούπα που περιελάμβανε τα CDO, τα SIV, τα MBS και τόσα άλλα, φαίνεται να ήταν το τέλειο μοντέλο προϊόντων που ήταν αδύνατο να τιμολογηθούν με όρους πραγματικής αγοράς. Μπορούσαν να αξιολογηθούν σύμφωνα με μοντέλα φτιαγμένα για ωραίες, καλογραμμένες αναφορές απόδοσης.
Κανείς δεν φαινόταν να ενοχλείται για το έλλειμμα δημόσιας πληροφόρησης για το τι ακριβώς συνέβαινε σε μερικά από αυτά τα προϊόντα. Αν η Moody’s, η Standard & Poor’ s ή η Fitch έλεγαν ότι ένα αλλόκοτο ομόλογο άξιζε ένα ΑΑΑ, αυτό ήταν αρκετό.
Κι ύστερα αυτά τα προϊόντα ξεφούσκωσαν.
Τώρα μαθαίνουμε ότι ούτε οι επενδυτικές τράπεζες δεν ήξεραν τι συνέβαινε και κατέληξαν με τεράστια αποθέματα ασφαλειών, των οποίων η αξία είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αβέβαιη. Καθώς οι ζημίες εδραιώθηκαν, η εμπιστοσύνη εξατμίστηκε.
Αυτό μοιάζει με μια εξομολόγηση μετά την οποία ο ιερέας ανακοινώνει δημόσια πώς αξιολογεί τα παραστρατήματα ή τις αμαρτίες σου και η σύζυγός σου να πρέπει να μαντέψει τι σημαίνει το ΑΑΑ ή το ΒΒΒ για τη συζυγική πίστη σου.
Φλόιντ Νόρις, «New York Times», (2/11/2007)
Κανείς δεν φαινόταν να ενοχλείται για το έλλειμμα δημόσιας πληροφόρησης για το τι ακριβώς συνέβαινε σε μερικά από αυτά τα προϊόντα. Αν η Moody’s, η Standard & Poor’ s ή η Fitch έλεγαν ότι ένα αλλόκοτο ομόλογο άξιζε ένα ΑΑΑ, αυτό ήταν αρκετό.
Κι ύστερα αυτά τα προϊόντα ξεφούσκωσαν.
Τώρα μαθαίνουμε ότι ούτε οι επενδυτικές τράπεζες δεν ήξεραν τι συνέβαινε και κατέληξαν με τεράστια αποθέματα ασφαλειών, των οποίων η αξία είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αβέβαιη. Καθώς οι ζημίες εδραιώθηκαν, η εμπιστοσύνη εξατμίστηκε.
Αυτό μοιάζει με μια εξομολόγηση μετά την οποία ο ιερέας ανακοινώνει δημόσια πώς αξιολογεί τα παραστρατήματα ή τις αμαρτίες σου και η σύζυγός σου να πρέπει να μαντέψει τι σημαίνει το ΑΑΑ ή το ΒΒΒ για τη συζυγική πίστη σου.
Φλόιντ Νόρις, «New York Times», (2/11/2007)
06/12/2009
Χρεολογία και αχρειολογία (5/12/2009)
Λέω: μια που βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντ’-έξι. Εννοώ πως θα προσθέσω αναγκαστικά ένα τρίτο συναπτό πόνημα περί αχρείου χρέους σ’ αυτά που προηγήθηκαν τις δύο προηγούμενες εβδομάδες. Το θέμα παραμένει στη μόδα, οι εταίροι μάς καθησυχάζουν ότι δεν θα μας αφήσουν να χρεοκοπήσουμε (από αλτρουισμό, φυσικά), επομένως μπορούμε να χρεολογούμε και να αχρειολογούμε ασυστόλως (υπό αυστηρή επιτήρηση, βεβαίως). Οι σκέψεις που διατύπωσα από αυτή τη στήλη για το ενδεχόμενο η πτώχευση και παύση πληρωμών του χρέους να μην τόσο κακή λύση, καθώς και για τον μηχανισμό παραγωγής του ανύπαρκτου χρήματος που χρωστάμε στο διεθνές πιστωτικό σύστημα, προκάλεσαν σχόλια αναγνωστών.
Τα καλά νέα αρχίζουν απ’ αυτό: Έχουμε αναγνώστες (εκτός από αγοραστές)! Σημαντική υπόθεση για το επαγγελματικό μας υπαρξιακό κενό. Έχουμε αναγνώστες που διαβάζουν τις γραμμές και πίσω από τις γραμμές. Εντοπίζουν τα λάθη, τις ανακρίβειες, τις φλυαρίες που με τόση αλαζονεία και αυταρέσκεια διατυπώνουμε. Πάμε, τώρα, στα όχι και τόσο καλά νέα. Το σχόλιο «περαστικού» από το blog όπου αναδημοσιεύονται τα κείμενα της στήλης αυτής ότι «Αυτά που γράφεις είναι αστεία, και υποπτεύομαι ότι κατά βάθος το γνωρίζεις και εσύ. Ζήτω η Αλβανία του Μπερίσα. Εκεί ανήκεις» το αντιπαρέρχομαι – όχι ως αγενές, αλλά ως πραγματολογικά άτοπο: δεν είναι η Αλβανία του Μπερίσα υπό χρεοκοπία, αλλά η Ελλάδα. Το δημόσιο χρέος της Αλβανίας είναι λίγο πάνω από το 50% του ΑΕΠ.
Αντιθέτως, δεν θα αντιπαρέλθω το κείμενο που έστειλε στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο ο Π.Δ., στο οποίο επιχειρηματολογεί εκτενώς γιατί δεν είναι κακό το γεγονός πως το χρέος γίνεται «ψεύτικο χρήμα» και γιατί είναι θα είναι καταστροφική μια παύση πληρωμών από την υπερχρεωμένη Ελλάδα. Στο πρώτο σκέλος του κειμένου του ο Π.Δ. υποστηρίζει πως «ο κανόνας χρυσού (σ.σ. στον οποίο αναφέρθηκα) περιορίζει έως εξαλείφει τη δυνατότητα των κρατών να εφαρμόζουν πολιτικές για την αντιμετώπιση των διακυμάνσεων του οικονομικού κύκλου (ανεργία στην πτωτική φάση – πληθωρισμός στην ανοδική φάση) και συμβαδίζει με τις απόψεις αυτών που υποστηρίζουν τον αχαλίνωτο καπιταλισμό». Δεν διεκδικώ το αλάθητο, αλλά δεν νομίζω πως υποστήριξα τον κανόνα του χρυσού. Αναρωτήθηκα απλώς τι θα μας έλεγαν οι τραπεζίτες, που ιστορικά υπερασπίστηκαν με πάθος τον κανόνα του χρυσού, αν τους ρωτάγαμε τι αντίκρισμα (σε χρυσό, σε πατάτες, σε ακίνητα, σε ό,τι θέλουν) έχουν τα χρήματα που λένε ότι τους χρωστάμε ως ιδιώτες και ως κράτη.
Τα υπόλοιπα σημεία του κειμένου του Π.Δ. τα παραθέτω σχεδόν αυτούσια – και δεν θα είχα δικαίωμα να μην το κάνω, όπως θα διαπιστώσετε.
«Όσον αφορά το γεγονός ότι το χρήμα αντιπροσωπεύει χρέος, ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα με αυτό; Εάν μία επιχείρηση δανείζεται (αυτό το ψεύτικο χρήμα) για να επενδύσει σε εξοπλισμό και για να πληρώσει τους εργαζόμενους και ταυτόχρονα το ποσοστό κέρδους (μιλάμε για καπιταλισμό) της είναι μεγαλύτερο από το επιτόκιο δανεισμού, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Εάν μία ολόκληρη κοινωνία δανείζεται (αυτό το ψεύτικο χρήμα) για να επενδύσει σε υποδομές, σε εκπαίδευση και υγεία του πληθυσμού, αυτό δεν θα είναι πρόβλημα εφόσον μελλοντικά αυτές οι επενδύσεις δημιουργήσουν απασχόληση, αυξημένη παραγωγή, εξαγωγές και τελικά αυξημένη δυνατότητα καταβολής φόρων.
Το ανύπαρκτο ψεύτικο χρήμα γίνεται μια πολύ πραγματική υλική δύναμη που μετασχηματίζει την κοινωνία και έχει βελτιώσει κατά πολύ το βιοτικό επίπεδο (συνολικά, παρ’ όλο που βέβαια η ανισοκατανομή είναι μία πραγματικότητα).
Το σημαντικό είναι το εξής: Το χρέος (κρατικό ή ιδιωτικό) μετατρέπεται σε κεφάλαιο και εξασφαλίζεται από τη δυνατότητα μελλοντικής εξυπηρέτησής του – για το ιδιωτικό χρέος απαιτούνται (μελλοντικά) κέρδη και για το κρατικό απαιτούνται (μελλοντικοί) φόροι.
Είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί το σημείο εκείνο πέρα από το οποίο η αύξηση του δανεισμού αρχίζει να γίνεται πρόβλημα, είναι σαφές όμως ότι μία κοινωνία που δανείζεται το κάνει έναντι της δυνατότητας να εισπράξει μελλοντικά φόρους για να αποπληρώσει τα δάνεια. Όσο αυτή η δυνατότητα φαίνεται να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, τόσο δυσκολότερο θα είναι να βρει πρόθυμους νέους δανειστές, ενώ και οι παλιοί δανειστές θα γίνονται πιο πιεστικοί για την αποπληρωμή των χρεών.
Σε κάθε περίπτωση, η μεγάλη αύξηση του επιπέδου διαβίωσης (παρά την ανισοκατανομή) στον δυτικό κόσμο είναι αποτέλεσμα -μεταξύ άλλων- και της ευκολίας πρόσβασης σε δανειακά κεφάλαια για επενδύσεις και της ενεργού ανάμιξης του κράτους στην οικονομία.
…Όσον αφορά την πρόταση για μη αποπληρωμή των δανείων, υπάρχουν πολλά προβλήματα και μάλλον η κατάσταση θα γίνει χειρότερη παρά καλύτερη. Πρώτον, η Ελλάδα δεν έχει τέτοιο μέγεθος που να δημιουργήσει τριγμούς στο παγκόσμιο σύστημα. Δεύτερο, δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν είναι σε τίποτα πρωτοπόρος, κάτι τέτοιο θα εκλαμβανόταν σαν μία απόδειξη κακοπιστίας ή, το πολύ πολύ, γραφικότητας.
Επιπλέον, το ελληνικό κρατικό χρέος είναι στη μορφή ομολόγων τα οποία σε μεγάλο βαθμό έχουν αγοραστεί από τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ελληνικές τράπεζες. Εάν το κράτος κηρύξει στάση πληρωμών, τότε τα ασφαλιστικά ταμεία θα βρεθούν χωρίς περιουσία και χωρίς δυνατότητα πληρωμής συντάξεων και λοιπών παροχών. Για τις ελληνικές τράπεζες στάση πληρωμών του κρατικού χρέους σημαίνει υποβάθμιση τους στις διεθνείς αγορές και αδυναμία εύρεσης ρευστότητας, η οποία θα εμφανιστεί με κάποια χρονική υστέρηση σαν μειωμένες πιστώσεις προς την εγχώρια αγορά.
Σε κάθε περίπτωση, τα Ταμεία και οι τράπεζες θα ζητήσουν τη βοήθεια του κράτους, τη στιγμή που και το ίδιο το κράτος δεν θα έχει πρόσβαση σε νέα χρηματοδότηση παρά μόνο από το ΔΝΤ.
Το αποτέλεσμα θα είναι πιστωτική ασφυξία και ταυτόχρονα θα έχει χαθεί και η ευκαιρία για «ήπια» προσαρμογή. Η πιστωτική ασφυξία πλήττει περισσότερο τα στρώματα που δεν έχουν ιδιαίτερη δυνατότητα έκφρασης ή πίεσης όπως οι αυτοαπασχολούμενοι και το μικρομεσαίο κεφάλαιο (που όμως αποτελούν μεγάλο μέρος της συνολικής απασχόλησης) και λιγότερο το μεγάλο κεφάλαιο και τους δημοσίους υπαλλήλους.
Η πρόταση μη αποπληρωμής του χρέους είναι συναισθηματικά φορτισμένη, και ενώ υποτίθεται στόχος είναι το τραπεζικό κεφάλαιο, το αποτέλεσμα θα είναι το ακριβώς αντίθετο. Φαντάζομαι ότι δεν θεωρείτε καλή ιδέα έναν νέο διεθνή οικονομικό έλεγχο του τύπου της προηγούμενης (επί Τρικούπη) χρεοκοπίας…».
Ιδού ο (ίσως «ανορθόγραφος» οικονομικά) αντίλογός μου. Πρώτον: Το ότι το ψεύτικο, ανύπαρκτο χρήμα που δανείζουν οι τράπεζες σε ιδιώτες και κράτη γίνεται πραγματική, υλική δύναμη το αντιλαμβανόμαστε και με θετικό και με αρνητικό τρόπο. Πράγματι, στη χρηματική φούσκα βασίστηκαν τα αναπτυξιακά άλματα του καπιταλισμού τριών αιώνων. Αλλά αυτό μπορεί να το ισχυριστεί κανείς και για προηγούμενα οικονομικά συστήματα που, με τους υποτυπώδεις μηχανισμούς παραγωγής χρήματος και χωρίς την κτηνώδη επέκταση της τραπεζικής πίστης, χρηματοδότησαν και την πρόοδο και τα πισωγυρίσματα της ανθρωπότητας. Το σύγχρονο χρήμα-χρέος γίνεται υλική δύναμη και με τον απόλυτα καταστροφικό τρόπο που βιώνουμε στις βίαιες υφέσεις, ή πολύ περισσότερο με τους πολέμους που κλόνισαν τα θεμέλια του ανθρωπισμού στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Το χρήμα-χρέος χρηματοδότησε -μεταξύ άλλων- και τον ναζιστικό ολετήρα. Προφητικά ο Κέινς, στη διάρκεια των διαβουλεύσεων της Συνθήκης των Βερσαλλιών, αναρωτιόταν με ποιο τρόπο θα αποπλήρωνε η Γερμανία τα 160 δισ. αποζημιώσεων που της επέβαλαν οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου: «Αυτοί οι οποίοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε η Γερμανία να πληρώνει κάθε χρόνο πολλά δισ. μάρκα, θα πρέπει να μας εξηγήσουν μέσω ποιών εμπορευμάτων θα ακολουθούσαν αυτές οι πληρωμές και σε ποιες ακριβώς αγορές θα μπορούσαν να πουληθούν αυτά τα εμπορεύματα». Ως γνωστόν, ο Κέινς απάντηση δεν έλαβε και τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Και αυτό που υπονοούσε είναι ότι η υλική δύναμη που παράγει τον πλούτο είναι οι άνθρωποι, οι ιδέες τους, η εργασία τους, τα αγαθά που συνιστούν τον πλούτο τους.
Δεύτερον: Αν συμφωνούμε ότι το χρέος είναι το μέτρο του χρηματικού (αλλά πλασματικού) πλούτου της κοινωνίας, τότε γιατί υπάρχουν πάμπλουτα έθνη που βουλιάζουν στο χρέος (όπως το αμερικανικό) και έθνη που επίσης χρωστάνε της Μιχαλούς, αλλά είναι βυθισμένα στη φτώχεια (όπως το Μπαγκλαντές); Φαντάζομαι ότι δεν ισχύει το γνωστό λαϊκό άσμα «οι ωραίοι έχουν χρέη…». Γιατί στις φτωχές χώρες το χρέος-κεφάλαιο δεν μετασχηματίζεται σε «υλική δύναμη που ανεβάζει κατά πολύ το βιοτικό επίπεδο»; Η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι το πιστωτικό χρήμα, που έχει πετύχει την πλανητική του ηγεμονία, έχει γίνει και μηχανισμός λεηλασίας του παγκόσμιου πλούτου και διεύρυνσης της «ανισοκατανομής» του σε τερατώδη επίπεδα. Ως εκ τούτου, αν για την Ελλάδα μία «στάση πληρωμών» φαντάζει αδιανόητη και προβληματική λόγω της πολυσύνθετης εμπλοκής της στους μηχανισμούς της διεθνούς αγοράς, για δεκάδες χώρες του πλανήτη η «χρεοκοπία» και η απεμπλοκή τους από τους μηχανισμούς αυτούς γίνονται απόλυτοι όροι επιβίωσης.
Τρίτον: Τα οικονομικά απέχουν πολύ από το να είναι μια θετική επιστήμη, κινούμενη γύρω από στέρεες αλήθειες. Οι «αλήθειες» που επικρατούν κάθε φορά μάλλον ακολουθούν τις καμπές του οικονομικού κύκλου. Η οικονομία εξελίσσεται σε μια περιοχή αλληλοδιαψευδόμενων διαπιστώσεων, όπως απέδειξε και η τελευταία κρίση. Η οποία, επίσης, επανέφερε στο προσκήνιο, έστω και για λίγο, την ηθική και φιλοσοφική προσέγγιση του πλούτου και των μηχανισμών παραγωγής του. Μας επανέφερε στην αντίληψη του Αριστοτέλη που διακρίνει την «οικονομική» τέχνη παραγωγής πλούτου από τη «χρηματιστική» τέχνη, την οποία θεωρεί «καπηλική» και ηθικά απαράδεκτη. Το χρήμα δεν γεννάει χρήμα. Πολύ περισσότερο το ανύπαρκτο χρήμα. Η εργασία -σε κάθε εκδοχή της- παραμένει η υλική δύναμη που μεταμορφώνει τον κόσμο, από καταβολής ανθρωπότητας. Είναι το αρχέγονο μέτρο του κοινωνικού πλούτου. Όλα τα άλλα δεν είναι παρά ενσαρκώσεις της και «εργαλεία» διανομής και τελικά τερατώδους ανισοκατανομής του προϊόντος της. Αυτή την άνιση κατανομή- στα όρια της ληστείας- την απογείωσε η ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (του μηχανισμού «κοπής» ψεύτικου χρήματος) στον καπιταλισμό. Δεν είναι μια στρέβλωση του συστήματος. Μάλλον είναι η ίδια η φύση του. Είναι η πιο μεταφυσική, η πιο «μαγική» ιδιοποίηση του προϊόντος της εργασίας (και δη της υπεραξίας, για να θυμηθούμε τον θείο Κάρολο).
«Μιλάμε για καπιταλισμό», σημειώνει εντός παρενθέσεως ο φίλος αναγνώστης Δ.Π. Γι’ αυτό μιλάω κι εγώ και δεν έχω καμία αυταπάτη ότι, αν με κάποιο μαγικό τρόπο οι πολιτικές ελίτ του κόσμου αποφασίσουν να αποδυναμώσουν το «νομισματοκοπείο του ψεύδους», ο οικονομικός μας πολιτισμός θα μετατραπεί σε μια οικονομία φιλάνθρωπων που αντί να δανείζουν, δωρίζουν από το περίσσευμα του πλούτου τους. Ευχαριστώ για τον διάλογο.
Τα καλά νέα αρχίζουν απ’ αυτό: Έχουμε αναγνώστες (εκτός από αγοραστές)! Σημαντική υπόθεση για το επαγγελματικό μας υπαρξιακό κενό. Έχουμε αναγνώστες που διαβάζουν τις γραμμές και πίσω από τις γραμμές. Εντοπίζουν τα λάθη, τις ανακρίβειες, τις φλυαρίες που με τόση αλαζονεία και αυταρέσκεια διατυπώνουμε. Πάμε, τώρα, στα όχι και τόσο καλά νέα. Το σχόλιο «περαστικού» από το blog όπου αναδημοσιεύονται τα κείμενα της στήλης αυτής ότι «Αυτά που γράφεις είναι αστεία, και υποπτεύομαι ότι κατά βάθος το γνωρίζεις και εσύ. Ζήτω η Αλβανία του Μπερίσα. Εκεί ανήκεις» το αντιπαρέρχομαι – όχι ως αγενές, αλλά ως πραγματολογικά άτοπο: δεν είναι η Αλβανία του Μπερίσα υπό χρεοκοπία, αλλά η Ελλάδα. Το δημόσιο χρέος της Αλβανίας είναι λίγο πάνω από το 50% του ΑΕΠ.
Αντιθέτως, δεν θα αντιπαρέλθω το κείμενο που έστειλε στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο ο Π.Δ., στο οποίο επιχειρηματολογεί εκτενώς γιατί δεν είναι κακό το γεγονός πως το χρέος γίνεται «ψεύτικο χρήμα» και γιατί είναι θα είναι καταστροφική μια παύση πληρωμών από την υπερχρεωμένη Ελλάδα. Στο πρώτο σκέλος του κειμένου του ο Π.Δ. υποστηρίζει πως «ο κανόνας χρυσού (σ.σ. στον οποίο αναφέρθηκα) περιορίζει έως εξαλείφει τη δυνατότητα των κρατών να εφαρμόζουν πολιτικές για την αντιμετώπιση των διακυμάνσεων του οικονομικού κύκλου (ανεργία στην πτωτική φάση – πληθωρισμός στην ανοδική φάση) και συμβαδίζει με τις απόψεις αυτών που υποστηρίζουν τον αχαλίνωτο καπιταλισμό». Δεν διεκδικώ το αλάθητο, αλλά δεν νομίζω πως υποστήριξα τον κανόνα του χρυσού. Αναρωτήθηκα απλώς τι θα μας έλεγαν οι τραπεζίτες, που ιστορικά υπερασπίστηκαν με πάθος τον κανόνα του χρυσού, αν τους ρωτάγαμε τι αντίκρισμα (σε χρυσό, σε πατάτες, σε ακίνητα, σε ό,τι θέλουν) έχουν τα χρήματα που λένε ότι τους χρωστάμε ως ιδιώτες και ως κράτη.
Τα υπόλοιπα σημεία του κειμένου του Π.Δ. τα παραθέτω σχεδόν αυτούσια – και δεν θα είχα δικαίωμα να μην το κάνω, όπως θα διαπιστώσετε.
«Όσον αφορά το γεγονός ότι το χρήμα αντιπροσωπεύει χρέος, ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα με αυτό; Εάν μία επιχείρηση δανείζεται (αυτό το ψεύτικο χρήμα) για να επενδύσει σε εξοπλισμό και για να πληρώσει τους εργαζόμενους και ταυτόχρονα το ποσοστό κέρδους (μιλάμε για καπιταλισμό) της είναι μεγαλύτερο από το επιτόκιο δανεισμού, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Εάν μία ολόκληρη κοινωνία δανείζεται (αυτό το ψεύτικο χρήμα) για να επενδύσει σε υποδομές, σε εκπαίδευση και υγεία του πληθυσμού, αυτό δεν θα είναι πρόβλημα εφόσον μελλοντικά αυτές οι επενδύσεις δημιουργήσουν απασχόληση, αυξημένη παραγωγή, εξαγωγές και τελικά αυξημένη δυνατότητα καταβολής φόρων.
Το ανύπαρκτο ψεύτικο χρήμα γίνεται μια πολύ πραγματική υλική δύναμη που μετασχηματίζει την κοινωνία και έχει βελτιώσει κατά πολύ το βιοτικό επίπεδο (συνολικά, παρ’ όλο που βέβαια η ανισοκατανομή είναι μία πραγματικότητα).
Το σημαντικό είναι το εξής: Το χρέος (κρατικό ή ιδιωτικό) μετατρέπεται σε κεφάλαιο και εξασφαλίζεται από τη δυνατότητα μελλοντικής εξυπηρέτησής του – για το ιδιωτικό χρέος απαιτούνται (μελλοντικά) κέρδη και για το κρατικό απαιτούνται (μελλοντικοί) φόροι.
Είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί το σημείο εκείνο πέρα από το οποίο η αύξηση του δανεισμού αρχίζει να γίνεται πρόβλημα, είναι σαφές όμως ότι μία κοινωνία που δανείζεται το κάνει έναντι της δυνατότητας να εισπράξει μελλοντικά φόρους για να αποπληρώσει τα δάνεια. Όσο αυτή η δυνατότητα φαίνεται να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, τόσο δυσκολότερο θα είναι να βρει πρόθυμους νέους δανειστές, ενώ και οι παλιοί δανειστές θα γίνονται πιο πιεστικοί για την αποπληρωμή των χρεών.
Σε κάθε περίπτωση, η μεγάλη αύξηση του επιπέδου διαβίωσης (παρά την ανισοκατανομή) στον δυτικό κόσμο είναι αποτέλεσμα -μεταξύ άλλων- και της ευκολίας πρόσβασης σε δανειακά κεφάλαια για επενδύσεις και της ενεργού ανάμιξης του κράτους στην οικονομία.
…Όσον αφορά την πρόταση για μη αποπληρωμή των δανείων, υπάρχουν πολλά προβλήματα και μάλλον η κατάσταση θα γίνει χειρότερη παρά καλύτερη. Πρώτον, η Ελλάδα δεν έχει τέτοιο μέγεθος που να δημιουργήσει τριγμούς στο παγκόσμιο σύστημα. Δεύτερο, δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν είναι σε τίποτα πρωτοπόρος, κάτι τέτοιο θα εκλαμβανόταν σαν μία απόδειξη κακοπιστίας ή, το πολύ πολύ, γραφικότητας.
Επιπλέον, το ελληνικό κρατικό χρέος είναι στη μορφή ομολόγων τα οποία σε μεγάλο βαθμό έχουν αγοραστεί από τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ελληνικές τράπεζες. Εάν το κράτος κηρύξει στάση πληρωμών, τότε τα ασφαλιστικά ταμεία θα βρεθούν χωρίς περιουσία και χωρίς δυνατότητα πληρωμής συντάξεων και λοιπών παροχών. Για τις ελληνικές τράπεζες στάση πληρωμών του κρατικού χρέους σημαίνει υποβάθμιση τους στις διεθνείς αγορές και αδυναμία εύρεσης ρευστότητας, η οποία θα εμφανιστεί με κάποια χρονική υστέρηση σαν μειωμένες πιστώσεις προς την εγχώρια αγορά.
Σε κάθε περίπτωση, τα Ταμεία και οι τράπεζες θα ζητήσουν τη βοήθεια του κράτους, τη στιγμή που και το ίδιο το κράτος δεν θα έχει πρόσβαση σε νέα χρηματοδότηση παρά μόνο από το ΔΝΤ.
Το αποτέλεσμα θα είναι πιστωτική ασφυξία και ταυτόχρονα θα έχει χαθεί και η ευκαιρία για «ήπια» προσαρμογή. Η πιστωτική ασφυξία πλήττει περισσότερο τα στρώματα που δεν έχουν ιδιαίτερη δυνατότητα έκφρασης ή πίεσης όπως οι αυτοαπασχολούμενοι και το μικρομεσαίο κεφάλαιο (που όμως αποτελούν μεγάλο μέρος της συνολικής απασχόλησης) και λιγότερο το μεγάλο κεφάλαιο και τους δημοσίους υπαλλήλους.
Η πρόταση μη αποπληρωμής του χρέους είναι συναισθηματικά φορτισμένη, και ενώ υποτίθεται στόχος είναι το τραπεζικό κεφάλαιο, το αποτέλεσμα θα είναι το ακριβώς αντίθετο. Φαντάζομαι ότι δεν θεωρείτε καλή ιδέα έναν νέο διεθνή οικονομικό έλεγχο του τύπου της προηγούμενης (επί Τρικούπη) χρεοκοπίας…».
Ιδού ο (ίσως «ανορθόγραφος» οικονομικά) αντίλογός μου. Πρώτον: Το ότι το ψεύτικο, ανύπαρκτο χρήμα που δανείζουν οι τράπεζες σε ιδιώτες και κράτη γίνεται πραγματική, υλική δύναμη το αντιλαμβανόμαστε και με θετικό και με αρνητικό τρόπο. Πράγματι, στη χρηματική φούσκα βασίστηκαν τα αναπτυξιακά άλματα του καπιταλισμού τριών αιώνων. Αλλά αυτό μπορεί να το ισχυριστεί κανείς και για προηγούμενα οικονομικά συστήματα που, με τους υποτυπώδεις μηχανισμούς παραγωγής χρήματος και χωρίς την κτηνώδη επέκταση της τραπεζικής πίστης, χρηματοδότησαν και την πρόοδο και τα πισωγυρίσματα της ανθρωπότητας. Το σύγχρονο χρήμα-χρέος γίνεται υλική δύναμη και με τον απόλυτα καταστροφικό τρόπο που βιώνουμε στις βίαιες υφέσεις, ή πολύ περισσότερο με τους πολέμους που κλόνισαν τα θεμέλια του ανθρωπισμού στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Το χρήμα-χρέος χρηματοδότησε -μεταξύ άλλων- και τον ναζιστικό ολετήρα. Προφητικά ο Κέινς, στη διάρκεια των διαβουλεύσεων της Συνθήκης των Βερσαλλιών, αναρωτιόταν με ποιο τρόπο θα αποπλήρωνε η Γερμανία τα 160 δισ. αποζημιώσεων που της επέβαλαν οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου: «Αυτοί οι οποίοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε η Γερμανία να πληρώνει κάθε χρόνο πολλά δισ. μάρκα, θα πρέπει να μας εξηγήσουν μέσω ποιών εμπορευμάτων θα ακολουθούσαν αυτές οι πληρωμές και σε ποιες ακριβώς αγορές θα μπορούσαν να πουληθούν αυτά τα εμπορεύματα». Ως γνωστόν, ο Κέινς απάντηση δεν έλαβε και τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Και αυτό που υπονοούσε είναι ότι η υλική δύναμη που παράγει τον πλούτο είναι οι άνθρωποι, οι ιδέες τους, η εργασία τους, τα αγαθά που συνιστούν τον πλούτο τους.
Δεύτερον: Αν συμφωνούμε ότι το χρέος είναι το μέτρο του χρηματικού (αλλά πλασματικού) πλούτου της κοινωνίας, τότε γιατί υπάρχουν πάμπλουτα έθνη που βουλιάζουν στο χρέος (όπως το αμερικανικό) και έθνη που επίσης χρωστάνε της Μιχαλούς, αλλά είναι βυθισμένα στη φτώχεια (όπως το Μπαγκλαντές); Φαντάζομαι ότι δεν ισχύει το γνωστό λαϊκό άσμα «οι ωραίοι έχουν χρέη…». Γιατί στις φτωχές χώρες το χρέος-κεφάλαιο δεν μετασχηματίζεται σε «υλική δύναμη που ανεβάζει κατά πολύ το βιοτικό επίπεδο»; Η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι το πιστωτικό χρήμα, που έχει πετύχει την πλανητική του ηγεμονία, έχει γίνει και μηχανισμός λεηλασίας του παγκόσμιου πλούτου και διεύρυνσης της «ανισοκατανομής» του σε τερατώδη επίπεδα. Ως εκ τούτου, αν για την Ελλάδα μία «στάση πληρωμών» φαντάζει αδιανόητη και προβληματική λόγω της πολυσύνθετης εμπλοκής της στους μηχανισμούς της διεθνούς αγοράς, για δεκάδες χώρες του πλανήτη η «χρεοκοπία» και η απεμπλοκή τους από τους μηχανισμούς αυτούς γίνονται απόλυτοι όροι επιβίωσης.
Τρίτον: Τα οικονομικά απέχουν πολύ από το να είναι μια θετική επιστήμη, κινούμενη γύρω από στέρεες αλήθειες. Οι «αλήθειες» που επικρατούν κάθε φορά μάλλον ακολουθούν τις καμπές του οικονομικού κύκλου. Η οικονομία εξελίσσεται σε μια περιοχή αλληλοδιαψευδόμενων διαπιστώσεων, όπως απέδειξε και η τελευταία κρίση. Η οποία, επίσης, επανέφερε στο προσκήνιο, έστω και για λίγο, την ηθική και φιλοσοφική προσέγγιση του πλούτου και των μηχανισμών παραγωγής του. Μας επανέφερε στην αντίληψη του Αριστοτέλη που διακρίνει την «οικονομική» τέχνη παραγωγής πλούτου από τη «χρηματιστική» τέχνη, την οποία θεωρεί «καπηλική» και ηθικά απαράδεκτη. Το χρήμα δεν γεννάει χρήμα. Πολύ περισσότερο το ανύπαρκτο χρήμα. Η εργασία -σε κάθε εκδοχή της- παραμένει η υλική δύναμη που μεταμορφώνει τον κόσμο, από καταβολής ανθρωπότητας. Είναι το αρχέγονο μέτρο του κοινωνικού πλούτου. Όλα τα άλλα δεν είναι παρά ενσαρκώσεις της και «εργαλεία» διανομής και τελικά τερατώδους ανισοκατανομής του προϊόντος της. Αυτή την άνιση κατανομή- στα όρια της ληστείας- την απογείωσε η ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (του μηχανισμού «κοπής» ψεύτικου χρήματος) στον καπιταλισμό. Δεν είναι μια στρέβλωση του συστήματος. Μάλλον είναι η ίδια η φύση του. Είναι η πιο μεταφυσική, η πιο «μαγική» ιδιοποίηση του προϊόντος της εργασίας (και δη της υπεραξίας, για να θυμηθούμε τον θείο Κάρολο).
«Μιλάμε για καπιταλισμό», σημειώνει εντός παρενθέσεως ο φίλος αναγνώστης Δ.Π. Γι’ αυτό μιλάω κι εγώ και δεν έχω καμία αυταπάτη ότι, αν με κάποιο μαγικό τρόπο οι πολιτικές ελίτ του κόσμου αποφασίσουν να αποδυναμώσουν το «νομισματοκοπείο του ψεύδους», ο οικονομικός μας πολιτισμός θα μετατραπεί σε μια οικονομία φιλάνθρωπων που αντί να δανείζουν, δωρίζουν από το περίσσευμα του πλούτου τους. Ευχαριστώ για τον διάλογο.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (5/12/2009)
Οι περισσότεροι άνθρωποι φαντάζονται ότι, αν όλα τα δάνεια εξοφλούνταν, η κατάσταση της οικονομίας θα βελτιώνονταν. Σίγουρα αυτό ισχύει σε ατομικό επίπεδο. Ακριβώς όπως έχουμε περισσότερα χρήματα για να ξοδέψουμε όταν οι δόσεις του δανείου μας τελειώσουν, νομίζουμε ότι αν όλοι μας εξοφλούσαμε τα χρέη μας, θα υπήρχαν περισσότερα χρήματα για όλους. Αλλά η αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο. Δεν θα υπήρχαν καθόλου χρήματα. Ορίστε... Είμαστε εξαρτημένοι ολοκληρωτικά από τη συνεχώς ανανεώσιμη τραπεζική πίστωση ώστε να υπάρχουν χρήματα. Χωρίς δάνεια, δεν υπάρχουν χρήματα. Το οποίο είναι αυτό ακριβώς που συνέβη κατά την παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929. Η παροχή χρημάτων μειώθηκε δραματικά, καθώς η παροχή δανείων στέρεψε.
Paul Grignon, «Το χρήμα ως χρέος»
Paul Grignon, «Το χρήμα ως χρέος»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Requiem for a dream
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...
-
ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : Τ ο παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκ...
-
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...