Πρώτα ήρθαν για τους κομμουνιστές
και δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής
Έπειτα ήρθαν για τους συνδικαλιστές
και δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν συνδικαλιστής
Ύστερα ήρθαν για τους Εβραίους
και δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν Εβραίος
Έπειτα ήρθαν για μένα
και δεν είχε μείνει κανείς για να μιλήσει για μένα
Μάρτιν Νιεμέλερ (Γερμανός, ποιητής και αντιναζιστής θεολόγος, λουθηρανός πάστορας, 1892- 1984)
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", από το 2000 στην Καθημερινή, 2007 - 2014 στον Επενδυτή. Από το 2019 η στήλη έκανε "επανεκκίνηση" στη Εφημερίδα των Συντακτών. Ηταν σαν να βρήκε τον φυσικό της χώρο. Ωστόσο, ο "χώρος" από τις αρχές του 2026 έπαψε να είναι "φυσικός". Η φιλοξενία στην ΕφΣυν διακόπηκε με μια απόλυση. To be continued, με την προσδοκία σύντομα ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ να βρει ξανά... πεδίο βολής.
21/05/2011
14/05/2011
Μηδενίζοντας το κοντέρ (14/5/2011)
Πέφτουμε στο κενό χωρίς φρένο. Και είναι άγνωστο πότε θα πιάσουμε πάτο. Η πιο φαντεζί ένδειξη αυτής της εξέλιξης είναι οι δημόσιες ομολογίες ευρωκρατών, επιτηρητών, αναλυτών, κυβερνητικών ότι η συνταγή δεν βγαίνει. Ωστόσο, το ουσιαστικότερο σύμπτωμα είναι η προϊούσα κοινωνική αποσύνθεση, άκρως επικίνδυνη, που εκδηλώνεται όχι απαραίτητα στο κεντρικό σήμερα πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, την κρίση χρέους, αλλά σε παρεμπίπτοντα πεδία. Ένας ειδεχθής φόνος, για παράδειγμα, στο παρηκμασμένο κέντρο της Αθήνας γίνεται αφορμή και πρόσχημα για να βγουν τα τρωκτικά στο φως, ανάγοντας σε κεντρική αντίθεση της κοινωνίας το δίπολο «Έλληνες- αλλοδαποί». Ένας φόνος ανυποψίαστου μετανάστη φέρει τη σφραγίδα της ρατσιστικής αντεκδίκησης. Στην Αθήνα, περνούν «μέρες και νύχτες των κρυστάλλων», με πρωτοφανές πογκρόμ των φασιστοειδών εις βάρος κάθε μετανάστη με σκουρόχρωμη επιδερμίδα. Μια απεργιακή διαδήλωση μετατρέπεται σε μάχη, με παρ’ ολίγον νεκρούς και σοβαρά τραυματίες. Αυτά τα διάχυτα συμπτώματα κοινωνικής απονομιμοποίησης έρχονται να συμπληρώσουν την ήδη καταγεγραμμένη απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος. Μια ακόμη δημοσκόπηση εμφανίζει τους πολίτες να συσσωρεύονται στον «κανένα» και στο «τίποτα». Σ’ αυτή την εξέλιξη, οι διαμεσολαβητές της «λαϊκής βούλησης» αντιδρούν με τον τρόπο που σάρκαζε ο Μπρεχτ: «Αφού ο λαός έχασε την εμπιστοσύνη του στους πολιτικούς, γιατί δεν τον διαλύουν για να εκλέξουν έναν άλλο;». Αυτό περίπου δεν εκφράζει η φιλολογία περί αναγκαστικής διακομματικής συναίνεσης που με τόση αγωνία ζητούν πλέον επίσημα οι επιτηρητές-δανειστές μας, ακόμη και μέσα στην ελληνική Βουλή;
Εδώ που φτάσαμε η λύση είναι μία: να μηδενίσουμε το κοντέρ. Έτσι κι αλλιώς, η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη από την προ «μνημονιακής σωτηρίας» περίοδο. Και ο μηδενισμός του κοντέρ, δηλαδή η συζήτηση από το μηδέν όλων των εναλλακτικών λύσεων, με τα ρίσκα τους και τις αβεβαιότητές τους, είναι πράξη αυτοσυντήρησης και ευθύνης. Το ψεύδος του μονόδρομου έχει καταρρεύσει. Και στα μάτια της κοινωνίας και στις ομολογίες των επιτηρητών, «σωτήρων» και πιστωτών. Αυτοί αλληλοσπαράσσονται για τη συνταγή καταστροφής, αλλά ο πραγματικός κίνδυνος είναι να μετατρέψουν τον δικό τους αλληλοσπαραγμό σε δικό μας εμφύλιο.
Το πρώτο που πρέπει να επιβάλουμε ως κοινωνία είναι ένα φρένο. Φρένο στην επιδείνωση της κρίσης χρέους, φρένο και στις πολιτικές που υποδύονται τη θεραπεία, αν και αποτελούν συνταγή επιτάχυνσης του πιστοληπτικού θανάτου της χώρας. Το δεύτερο είναι να ιεραρχήσουμε προτεραιότητες. Στο δικό μου, ΙΧ μανιφέστο, οι προτεραιότητες είναι οι εξής:
Πρώτον. Το πρόβλημά μας είναι πρωτίστως πρόβλημα δημοκρατίας, εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Δεν νοείται, ακόμη και στο πλαίσιο της ανάπηρης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, να θεωρείς αποδεκτό το εξωθεσμικό κονκλάβιο του Λουξεμβούργου, όπου άνθρωποι που δεν εκπροσωπούν τίποτα και κανέναν συζητούν εναλλακτικές «θεραπείες» για το πειραματόζωο Ελλάδα, αλλά να θεωρείς καταστροφική την έκφραση της λαϊκής βούλησης, με εκλογές, με δημοψήφισμα ή με όποιον άλλο συντεταγμένο τρόπο. Θα προκύψει χάος και ακυβερνησία; Πιθανώς, για κάποια περίοδο. Αλλά είναι προτιμότερο ένα διαρκές κοινωνικό χάος, προϊόν των νεοφιλελεύθερων συνταγών; Είναι προτιμότερη η μετατροπή της χώρας σε προτεκτοράτο των πιστωτών;
Δεύτερον. Να εντοπίσουμε το πρόβλημα. Και το πρόβλημα δεν είναι η κρίση χρέους. Αυτή είναι το θανάσιμο σύμπτωμα. Το πρόβλημα είναι το οικονομικό μοντέλο που μετατρέπει συστηματικά κοινωνίες, έθνη και οικονομικές ενώσεις σε υποχείρια των άναρχων και αρρύθμιστων αγορών. Είτε μιλούμε για τις αγορές ομολόγων είτε για τα CDS που στοιχηματίζουν στις χρεοκοπίες χωρών είτε για τους οίκους αξιολόγησης, το δεδομένο είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες έχουν παραδώσει άνευ όρων στη διεθνή της τοκογλυφίας τη διαχείριση της χρηματοδότησης και του χρέους των χωρών. Είναι θέμα πολιτικής βούλησης να ανακτήσουν τον έλεγχο του χρήματος και των μηχανισμών δημιουργίας του.
Τρίτον. Ο έλεγχος του χρήματος και των πηγών του, είτε μιλούμε για μεμονωμένη χώρα είτε για νομισματική ένωση, φέρνει στο προσκήνιο τη νοσηρή σχέση κράτους και τραπεζικής πίστης. Οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. με μεγάλη άνεση αποφάσισαν να αποδεσμεύσουν άφθονο χρήμα των φορολογουμένων για διασώσουν τις τράπεζες, θύτες και «θύματα» της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-2008. Έτσι παρήγαγαν μια ευρωπαϊκή (και παγκόσμια) κρίση χρέους. Τώρα, εμφανίζονται απρόθυμες να διαθέσουν τα ανάλογα για τη διάσωση των υπερχρεωμένων χωρών, επικαλούμενες πάλι τον τραπεζικό κίνδυνο. «Θα καταρρεύσουν οι τράπεζες», είναι το επιχείρημα με το οποίο αποκρούουν την πίεση για ανάκτηση του χρέους. Και είναι προτιμότερο να καταρρεύσουν οι κοινωνίες υπό την πίεση μιας ύφεσης χωρίς ημερομηνία λήξης;
Τέταρτον. Να μετρήσουμε το «σύμπτωμα». Τι χρωστάμε, σε ποιους το χρωστάμε, με ποιους όρους το δανειστήκαμε. Ποιο μέρος του υπηρετούσε πραγματικές δανειακές ανάγκες και ποιο στην πραγματικότητα υπηρετούσε ανάγκες των ίδιων των πιστωτών ή των προμηθευτών της χώρας. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι αυτό είναι πολυτέλεια αποτελεί εθελοτυφλία. Η ιστορία του ελληνικού χρέους έχει δύο διαστάσεις: τη διάσταση της εξάρτησης της χώρας από τις «πολυτελείς» ή υπερτιμολογημένες προμήθειες (όπως καταδεικνύουν και τα διερευνώμενα σκάνδαλα μίζας) Ευρωπαίων ή υπερατλαντικών «συμμάχων», και τη διάσταση της εκρηκτικής επέκτασης του πιστωτικού συστήματος την τελευταία εικοσιπενταετία. Το κρατικό χρέος εξέθρεψε τις σχέσεις διαπλοκής των κομμάτων εξουσίας με τους προμηθευτές και, μαζί με το υπερτροφικό ιδιωτικό χρέος, έθρεψε και τις σημερινές ιδιωτικές τράπεζες, που τη δεκαετία του ’80 ή δεν υπήρχαν ή ήσαν ασήμαντες. Οι τράπεζες αυτές είναι στην ουσία κρατικές. Το να πληρώσουν μέρος του χρέους είναι στοιχειώδες. Σαν να επιστρέφουν δανεικά, και μάλιστα καθυστερημένα. Θα αντέξουν; Θα καταρρεύσουν κάποιες; Πιθανό. Αλλά, είναι προτιμότερο να καταρρεύσουν οι άνθρωποι;
Πέμπτον. Η μέτρηση του χρέους είναι η «απογραφή» ή «καταγραφή» που πραγματικά χρειαζόμαστε εδώ και τώρα. Και πρέπει να γίνει με συντεταγμένο, διαφανή τρόπο, και μάλιστα με το κύρος της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Και καθώς η ιστορία του κρατικού χρέους είναι εν μέρει και η ιστορία του πολιτικού συστήματος, των πολιτικών που μετέτρεψαν τη χώρα σε χωματερή χρεογράφων, η «απογραφή» αυτή μπορεί να λειτουργήσει αποκαλυπτικά για τις σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης και τελικά λυτρωτικά και καθαρτικά για τα κόμματα εξουσίας που τις ανέπτυξαν.
Έκτον. Όταν βρεθούμε μπροστά στο πρόβλημα, μετρημένο και κοστολογημένο με σχετική ακρίβεια, μπορούμε να περάσουμε στις εναλλακτικές λύσεις. Να επιλέξουμε, δηλαδή, ποιο μέρος του είναι διαπραγματεύσιμο με όρους ηθικούς και πολιτικούς και ποιο αδιαπραγμάτευτο. Αυτό θα απαιτούσε μια αναστολή πληρωμής του χρέους, με αναντίρρητα ρίσκα εγχώρια και διεθνή, αλλά πόσο μεγαλύτερα είναι τα ρίσκα αυτά από τα καταστροφικά αποτελέσματα του μνημονιακού μονόδρομου; Υπάρχει, άλλωστε, η εμπειρία δεκάδων χωρών που έχουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αναδιαπραγματευτεί μικρό ή μεγάλο μέρος του χρέους τους. Ποιος από τους υπερκινητικούς τεχνοκράτες μπήκε στον κόπο να ψάξει αν η εμπειρία τους μας είναι σε κάτι χρήσιμη;
Έβδομο. Το βασικό επιχείρημα όσων αρνούνται να κουβεντιάσουν έστω και φιλολογικά εμπειρίες αναδιαπραγμάτευσης και διαγραφής κρατικών χρεών είναι ότι βρισκόμαστε προ του ιστορικά πρωτότυπου δεδομένου μιας κρίσης χρέους στο πλαίσιο της νομισματικής ένωσης. Άρα, μια «αναδιάρθρωση» θα είχε χαοτικά αποτελέσματα σε όλη την Ευρώπη και παγκόσμια. Η διαπίστωση είναι σωστή, το συμπέρασμα, όμως, συζητήσιμο. Χαοτικά θα είναι τα αποτελέσματα αν οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης αφήσουν τη διαχείριση και «αξιολόγηση» της αναδιαπραγμάτευσης αυτής στις χαοτικές αγορές, όπου δρουν αντίρροπες, ανταγωνιστικές δυνάμεις. Αλλά, τι εμποδίζει τις κυβερνήσεις να «παγώσουν» την καταστροφική επίδραση των αγορών μέχρι να επέλθει η κατάσταση της νέας ισορροπίας;
Όγδοο. Επειδή, όμως, η Ε.Ε. έχει τις κυβερνήσεις και ηγεσίες που έχει, αυτές εξακολουθούν να δρουν ασύνταχτα και ανταγωνιστικά και έχουν μετατρέψει τη «σωτηρία» σε μια τιμωρία χωρίς τέλος, τι μπορεί να κάνει μια μεμονωμένη χώρα-μέλος της Ευρωζώνης; Η μία εναλλακτική είναι να επιλέξει συμμάχους μεταξύ των ανταγωνιζόμενων «ηγεμόνων» της Ε.Ε. και τελικά το είδος υποτέλειας που θα της επιβάλουν. Μνημόνιο επιμήκυνσης ή μνημόνιο νέου δανεισμού; Τι δίλημμα κι αυτό! Υπάρχει άλλη εναλλακτική; Βεβαίως. Η αδιανόητη: εθνικό νόμισμα, μια γερή δόση προστατευτισμού και, κυρίως, ένα στέρεο πρόγραμμα παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας. Που πρέπει να αποφασίσει αν θα παραμείνει σούπερ μάρκετ γερμανικών προϊόντων και ξενοδοχείο Γάλλων τουριστών ή θα αποκτήσει μια παραγωγική ταυτότητα που θα εξασφαλίζει πρώτα επάρκεια αγαθών και υπηρεσιών για την εγχώρια αγορά κι έπειτα ένα αξιοπρεπές, διακριτό στίγμα στη διεθνή αγορά. Έχει ρίσκα αυτή η εναλλακτική; Πολλά! Αλλά, πόσο πιο ακίνδυνη έχει αποδειχτεί μέχρι σήμερα η επιλογή που βυθίζει την οικονομία σε μακρόχρονη ύφεση, τη χώρα σε ανυποληψία, την εργασία σε μαζική ανεργία, την Ευρώπη σε οριζόντια λιτότητα και τις κοινωνίες της σε επικίνδυνα φλερτ με τον εθνικισμό, την ξενοφοβία, τον ρατσισμό και τον βίαιο κοινωνικό αυτοματισμό;
Εδώ που φτάσαμε η λύση είναι μία: να μηδενίσουμε το κοντέρ. Έτσι κι αλλιώς, η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη από την προ «μνημονιακής σωτηρίας» περίοδο. Και ο μηδενισμός του κοντέρ, δηλαδή η συζήτηση από το μηδέν όλων των εναλλακτικών λύσεων, με τα ρίσκα τους και τις αβεβαιότητές τους, είναι πράξη αυτοσυντήρησης και ευθύνης. Το ψεύδος του μονόδρομου έχει καταρρεύσει. Και στα μάτια της κοινωνίας και στις ομολογίες των επιτηρητών, «σωτήρων» και πιστωτών. Αυτοί αλληλοσπαράσσονται για τη συνταγή καταστροφής, αλλά ο πραγματικός κίνδυνος είναι να μετατρέψουν τον δικό τους αλληλοσπαραγμό σε δικό μας εμφύλιο.
Το πρώτο που πρέπει να επιβάλουμε ως κοινωνία είναι ένα φρένο. Φρένο στην επιδείνωση της κρίσης χρέους, φρένο και στις πολιτικές που υποδύονται τη θεραπεία, αν και αποτελούν συνταγή επιτάχυνσης του πιστοληπτικού θανάτου της χώρας. Το δεύτερο είναι να ιεραρχήσουμε προτεραιότητες. Στο δικό μου, ΙΧ μανιφέστο, οι προτεραιότητες είναι οι εξής:
Πρώτον. Το πρόβλημά μας είναι πρωτίστως πρόβλημα δημοκρατίας, εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Δεν νοείται, ακόμη και στο πλαίσιο της ανάπηρης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, να θεωρείς αποδεκτό το εξωθεσμικό κονκλάβιο του Λουξεμβούργου, όπου άνθρωποι που δεν εκπροσωπούν τίποτα και κανέναν συζητούν εναλλακτικές «θεραπείες» για το πειραματόζωο Ελλάδα, αλλά να θεωρείς καταστροφική την έκφραση της λαϊκής βούλησης, με εκλογές, με δημοψήφισμα ή με όποιον άλλο συντεταγμένο τρόπο. Θα προκύψει χάος και ακυβερνησία; Πιθανώς, για κάποια περίοδο. Αλλά είναι προτιμότερο ένα διαρκές κοινωνικό χάος, προϊόν των νεοφιλελεύθερων συνταγών; Είναι προτιμότερη η μετατροπή της χώρας σε προτεκτοράτο των πιστωτών;
Δεύτερον. Να εντοπίσουμε το πρόβλημα. Και το πρόβλημα δεν είναι η κρίση χρέους. Αυτή είναι το θανάσιμο σύμπτωμα. Το πρόβλημα είναι το οικονομικό μοντέλο που μετατρέπει συστηματικά κοινωνίες, έθνη και οικονομικές ενώσεις σε υποχείρια των άναρχων και αρρύθμιστων αγορών. Είτε μιλούμε για τις αγορές ομολόγων είτε για τα CDS που στοιχηματίζουν στις χρεοκοπίες χωρών είτε για τους οίκους αξιολόγησης, το δεδομένο είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες έχουν παραδώσει άνευ όρων στη διεθνή της τοκογλυφίας τη διαχείριση της χρηματοδότησης και του χρέους των χωρών. Είναι θέμα πολιτικής βούλησης να ανακτήσουν τον έλεγχο του χρήματος και των μηχανισμών δημιουργίας του.
Τρίτον. Ο έλεγχος του χρήματος και των πηγών του, είτε μιλούμε για μεμονωμένη χώρα είτε για νομισματική ένωση, φέρνει στο προσκήνιο τη νοσηρή σχέση κράτους και τραπεζικής πίστης. Οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. με μεγάλη άνεση αποφάσισαν να αποδεσμεύσουν άφθονο χρήμα των φορολογουμένων για διασώσουν τις τράπεζες, θύτες και «θύματα» της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-2008. Έτσι παρήγαγαν μια ευρωπαϊκή (και παγκόσμια) κρίση χρέους. Τώρα, εμφανίζονται απρόθυμες να διαθέσουν τα ανάλογα για τη διάσωση των υπερχρεωμένων χωρών, επικαλούμενες πάλι τον τραπεζικό κίνδυνο. «Θα καταρρεύσουν οι τράπεζες», είναι το επιχείρημα με το οποίο αποκρούουν την πίεση για ανάκτηση του χρέους. Και είναι προτιμότερο να καταρρεύσουν οι κοινωνίες υπό την πίεση μιας ύφεσης χωρίς ημερομηνία λήξης;
Τέταρτον. Να μετρήσουμε το «σύμπτωμα». Τι χρωστάμε, σε ποιους το χρωστάμε, με ποιους όρους το δανειστήκαμε. Ποιο μέρος του υπηρετούσε πραγματικές δανειακές ανάγκες και ποιο στην πραγματικότητα υπηρετούσε ανάγκες των ίδιων των πιστωτών ή των προμηθευτών της χώρας. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι αυτό είναι πολυτέλεια αποτελεί εθελοτυφλία. Η ιστορία του ελληνικού χρέους έχει δύο διαστάσεις: τη διάσταση της εξάρτησης της χώρας από τις «πολυτελείς» ή υπερτιμολογημένες προμήθειες (όπως καταδεικνύουν και τα διερευνώμενα σκάνδαλα μίζας) Ευρωπαίων ή υπερατλαντικών «συμμάχων», και τη διάσταση της εκρηκτικής επέκτασης του πιστωτικού συστήματος την τελευταία εικοσιπενταετία. Το κρατικό χρέος εξέθρεψε τις σχέσεις διαπλοκής των κομμάτων εξουσίας με τους προμηθευτές και, μαζί με το υπερτροφικό ιδιωτικό χρέος, έθρεψε και τις σημερινές ιδιωτικές τράπεζες, που τη δεκαετία του ’80 ή δεν υπήρχαν ή ήσαν ασήμαντες. Οι τράπεζες αυτές είναι στην ουσία κρατικές. Το να πληρώσουν μέρος του χρέους είναι στοιχειώδες. Σαν να επιστρέφουν δανεικά, και μάλιστα καθυστερημένα. Θα αντέξουν; Θα καταρρεύσουν κάποιες; Πιθανό. Αλλά, είναι προτιμότερο να καταρρεύσουν οι άνθρωποι;
Πέμπτον. Η μέτρηση του χρέους είναι η «απογραφή» ή «καταγραφή» που πραγματικά χρειαζόμαστε εδώ και τώρα. Και πρέπει να γίνει με συντεταγμένο, διαφανή τρόπο, και μάλιστα με το κύρος της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Και καθώς η ιστορία του κρατικού χρέους είναι εν μέρει και η ιστορία του πολιτικού συστήματος, των πολιτικών που μετέτρεψαν τη χώρα σε χωματερή χρεογράφων, η «απογραφή» αυτή μπορεί να λειτουργήσει αποκαλυπτικά για τις σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης και τελικά λυτρωτικά και καθαρτικά για τα κόμματα εξουσίας που τις ανέπτυξαν.
Έκτον. Όταν βρεθούμε μπροστά στο πρόβλημα, μετρημένο και κοστολογημένο με σχετική ακρίβεια, μπορούμε να περάσουμε στις εναλλακτικές λύσεις. Να επιλέξουμε, δηλαδή, ποιο μέρος του είναι διαπραγματεύσιμο με όρους ηθικούς και πολιτικούς και ποιο αδιαπραγμάτευτο. Αυτό θα απαιτούσε μια αναστολή πληρωμής του χρέους, με αναντίρρητα ρίσκα εγχώρια και διεθνή, αλλά πόσο μεγαλύτερα είναι τα ρίσκα αυτά από τα καταστροφικά αποτελέσματα του μνημονιακού μονόδρομου; Υπάρχει, άλλωστε, η εμπειρία δεκάδων χωρών που έχουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αναδιαπραγματευτεί μικρό ή μεγάλο μέρος του χρέους τους. Ποιος από τους υπερκινητικούς τεχνοκράτες μπήκε στον κόπο να ψάξει αν η εμπειρία τους μας είναι σε κάτι χρήσιμη;
Έβδομο. Το βασικό επιχείρημα όσων αρνούνται να κουβεντιάσουν έστω και φιλολογικά εμπειρίες αναδιαπραγμάτευσης και διαγραφής κρατικών χρεών είναι ότι βρισκόμαστε προ του ιστορικά πρωτότυπου δεδομένου μιας κρίσης χρέους στο πλαίσιο της νομισματικής ένωσης. Άρα, μια «αναδιάρθρωση» θα είχε χαοτικά αποτελέσματα σε όλη την Ευρώπη και παγκόσμια. Η διαπίστωση είναι σωστή, το συμπέρασμα, όμως, συζητήσιμο. Χαοτικά θα είναι τα αποτελέσματα αν οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης αφήσουν τη διαχείριση και «αξιολόγηση» της αναδιαπραγμάτευσης αυτής στις χαοτικές αγορές, όπου δρουν αντίρροπες, ανταγωνιστικές δυνάμεις. Αλλά, τι εμποδίζει τις κυβερνήσεις να «παγώσουν» την καταστροφική επίδραση των αγορών μέχρι να επέλθει η κατάσταση της νέας ισορροπίας;
Όγδοο. Επειδή, όμως, η Ε.Ε. έχει τις κυβερνήσεις και ηγεσίες που έχει, αυτές εξακολουθούν να δρουν ασύνταχτα και ανταγωνιστικά και έχουν μετατρέψει τη «σωτηρία» σε μια τιμωρία χωρίς τέλος, τι μπορεί να κάνει μια μεμονωμένη χώρα-μέλος της Ευρωζώνης; Η μία εναλλακτική είναι να επιλέξει συμμάχους μεταξύ των ανταγωνιζόμενων «ηγεμόνων» της Ε.Ε. και τελικά το είδος υποτέλειας που θα της επιβάλουν. Μνημόνιο επιμήκυνσης ή μνημόνιο νέου δανεισμού; Τι δίλημμα κι αυτό! Υπάρχει άλλη εναλλακτική; Βεβαίως. Η αδιανόητη: εθνικό νόμισμα, μια γερή δόση προστατευτισμού και, κυρίως, ένα στέρεο πρόγραμμα παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας. Που πρέπει να αποφασίσει αν θα παραμείνει σούπερ μάρκετ γερμανικών προϊόντων και ξενοδοχείο Γάλλων τουριστών ή θα αποκτήσει μια παραγωγική ταυτότητα που θα εξασφαλίζει πρώτα επάρκεια αγαθών και υπηρεσιών για την εγχώρια αγορά κι έπειτα ένα αξιοπρεπές, διακριτό στίγμα στη διεθνή αγορά. Έχει ρίσκα αυτή η εναλλακτική; Πολλά! Αλλά, πόσο πιο ακίνδυνη έχει αποδειχτεί μέχρι σήμερα η επιλογή που βυθίζει την οικονομία σε μακρόχρονη ύφεση, τη χώρα σε ανυποληψία, την εργασία σε μαζική ανεργία, την Ευρώπη σε οριζόντια λιτότητα και τις κοινωνίες της σε επικίνδυνα φλερτ με τον εθνικισμό, την ξενοφοβία, τον ρατσισμό και τον βίαιο κοινωνικό αυτοματισμό;
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (14/5/2011)
Το μηδέν θα κάνω κύκλο
κι εκεί μέσα θα χορεύω
κι ας μην ξέρω πού πηγαίνω
κι ας μην ξέρω τι γυρεύω
Τη ζωή μου μηδενίζω
πάει να πει πως ξαναρχίζω
Τη ζωή μου μηδενίζω
Πίσω δεν ξαναγυρίζω
Βάλαμε φωτιά στα φρένα
Και μας έμεινε το γκάζι
Με ταχύτητες μεγάλες
Μοναχά η γη αλλάζει.
Έτσι μόνο η γη αλλάζει
Με ταχύτητες μεγάλες
Βάλαμε φωτιά στα φρένα
Και μας έμεινε το γκάζι.
Στάχτη γίνανε τα πάντα
Κάηκε το παρελθόν μου
Όλη μου η περιουσία
Στην καρδιά και στο μυαλό μου.
Τη ζωή μου μηδενίζω,
Πάει να πει πως ξαναρχίζω,
Τη ζωή μου μηδενίζω,
Πίσω δεν ξαναγυρίζω...
«Το μηδέν», στίχοι Λάκη Λαζόπουλου, σύνθεση Θάνου Μικρούτσικου
κι εκεί μέσα θα χορεύω
κι ας μην ξέρω πού πηγαίνω
κι ας μην ξέρω τι γυρεύω
Τη ζωή μου μηδενίζω
πάει να πει πως ξαναρχίζω
Τη ζωή μου μηδενίζω
Πίσω δεν ξαναγυρίζω
Βάλαμε φωτιά στα φρένα
Και μας έμεινε το γκάζι
Με ταχύτητες μεγάλες
Μοναχά η γη αλλάζει.
Έτσι μόνο η γη αλλάζει
Με ταχύτητες μεγάλες
Βάλαμε φωτιά στα φρένα
Και μας έμεινε το γκάζι.
Στάχτη γίνανε τα πάντα
Κάηκε το παρελθόν μου
Όλη μου η περιουσία
Στην καρδιά και στο μυαλό μου.
Τη ζωή μου μηδενίζω,
Πάει να πει πως ξαναρχίζω,
Τη ζωή μου μηδενίζω,
Πίσω δεν ξαναγυρίζω...
«Το μηδέν», στίχοι Λάκη Λαζόπουλου, σύνθεση Θάνου Μικρούτσικου
07/05/2011
ΒΛΕΠΩ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΟΥ (7/5/2011)
Ελάχιστοι άνθρωποι στη Δύση λυπήθηκαν για τη δολοφονία του Μπιν Λάντεν. Αρκετά περισσότεροι πρέπει να λυπήθηκαν στην Ανατολή, στον αραβικό και τον ισλαμικό κόσμο, όπου το αίσθημα της αδικίας που όπλισε τον ισλαμικό εξτρεμισμό είναι ίσως ακόμη πιο έντονο απ’ όσο το 2001. Ωστόσο, και αυτοί που λυπήθηκαν, και αυτοί που δεν λυπήθηκαν, και αυτοί που το καταχάρηκαν αντέδρασαν έτσι για τους λάθος λόγους. Στο θρίλερ της δολοφονίας Μπιν Λάντεν (αν υποθέσουμε ότι πράγματι έγινε, αν δούμε ντοκουμέντα της εκτέλεσης κι αν υποθέσουμε ότι οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες δεν έχουν στήσει μία ακόμα «συνωμοσία του αιώνα») υπάρχει μια σαφής πολιτισμική εκτροπή ιστορικών διαστάσεων την οποία χωνεύουμε αμάσητη, ανυποψίαστοι για την καταστροφή που προοιωνίζεται.
ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ βρίσκεται στις φωτογραφίες που ο Λευκός Οίκος, με περισσή αλαζονεία και αμοραλισμό, έδωσε στη δημοσιότητα: ο Αμερικανός πρόεδρος, η υπουργός Εξωτερικών, οι αξιωματούχοι του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών έχουν προσηλωμένα τα βλέμματά τους σε ένα μόνιτορ στο οποίο υποτίθεται ότι παρακολουθούν live την επιχείρηση δολοφονίας του Μπιν Λάντεν. Η αμερικανική κοινωνία είναι εξοικειωμένη με live μεταδόσεις δολοφονιών, ακόμη και πρόεδροί της έχουν δολοφονεί μπροστά σε φωτογραφικές ή τηλεοπτικές κάμερες, αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό. Ο φωτογραφικός φακός έχει πιάσει κάποιες ανεπαίσθητες αποχρώσεις στα βλέμματα των κορυφαίων της αμερικανικής ηγεσίας που δείχνουν πιθανά αγωνία, σασπένς, νευρικότητα, πάντως όχι απέχθεια. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ξέρει πόσος ρεαλισμός και πόση σκηνοθεσία υπάρχει στις φωτογραφίες αυτές. Άλλωστε, δεν ξέρουμε καν αν πράγματι παρακολουθούν κάτι και τι είναι αυτό.
ΥΠΑΡΧΕΙ ένα σαφέστατο μήνυμα στις σκηνές αυτές. Θυμίζουν λίγο την τελετουργία εκτέλεσης μιας θανατικής καταδίκης, αλλά αποσιωπούν ότι δεν έχει παρεμβληθεί καμιά δημόσια δίκη, καμιά ακροαματική διαδικασία, καμιά απόδοση ποινής από τη θεσμοθετημένη δικαστική διαδικασία. Το μήνυμα των φωτογραφιών είναι ότι οι πρωταγωνιστές τους είναι και δικαστές, και ένορκοι, και εκτελεστές της ποινής. Η απόλυτη ώσμωση των εξουσιών. Αυτοί έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, εν ονόματι όχι μόνο 300 εκατομμυρίων Αμερικανών, αλλά 6 δισεκατομμυρίων πολιτών του κόσμου, να αποφασίσουν αν τελέστηκε ένα έγκλημα, ποιος το τέλεσε, πώς θα δικαστεί και θα καταδικαστεί, πώς θα εκτελεστεί η ποινή του. Η αμερικανική και η διεθνής κοινή γνώμη δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην τελετουργία αυτή. Τους ανακοινώνεται απλώς το αποτέλεσμα. Οι δικαστές- δήμιοι θα αποφασίσουν τι άλλο πρέπει να γνωρίζει η ανθρωπότητα για τους τίτλους τέλους στο δεκαετές θρίλερ που κόστισε δεκάδες χιλιάδες ζωές σε αρκετές χώρες, πρωτίστως στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν, στο Ιράκ. Οι δήμιοι, που αποφάσισαν ότι «έτσι απονέμεται δικαιοσύνη», αποφασίζουν και για τα τεκμήρια απονομής της που θα παρουσιάσουν. Και παρ’ ότι στις πιο πρόσφατες απόπειρες «απονομής δικαιοσύνης» άνοιγαν κι ένα παράθυρο «ζωντανής μετάδοσης» στο παγκόσμιο κοινό (με τις τηλεοπτικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Λιβύη), αυτοί τη φορά κράτησαν για τον εαυτό τους την «απόλαυση» της ζωντανής παρακολούθησης. Η δολοφονία Μπιν Λάντεν πήρε έτσι τον χαρακτήρα ενός θεάματος για την ελίτ της «αυτοκρατορίας».
ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ και πολλή σκέψη το τι σημαίνει αυτή η τελετουργία για την περίφημη «διεθνή νομιμότητα», έτσι κι αλλιώς προ πολλού πουκάμισο αδειανό. Καθώς η στρατιωτική και οικονομικής ισχύς γίνεται πλέον το μοναδικό κριτήριο για να συγκεντρώσει μια χούφτα ανθρώπων στα χέρια της «όλες τις εξουσίες που πηγάζουν από τον λαό», αλλά και αυτές που πηγάζουν από τις διεθνείς σχέσεις, από άποψη νομικού πολιτισμού επιστρέφουμε περίπου στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τους Ναζί να «απονέμουν δικαιοσύνη» σε όλη την Ευρώπη για τις αδικίες που υπέστησαν μετά τον Α΄ Πόλεμο.
Η «ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ» αυτού του είδους απονέμεται σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Στη Λιβύη, αίφνης, οι ηγέτες της αυτοκρατορίας αποφασίζουν ποιος θα πεθάνει και ποιος θα ζήσει εν ονόματι της προστασίας των αμάχων, των οποίων οι «τυχαίοι θάνατοι» αποτελούν, υποτίθεται, την εξαίρεση των χειρουργικής ακριβείας βομβαρδισμών. Αλλά, το αν ισχύει πράγματι αυτό το ξέρουν μόνο οι ίδιοι. Ποιων τον θάνατο έχουν παρακολουθήσει live το ξέρουν πάλι οι ίδιοι και οι ίδιοι θα αποφασίσουν, με μια «ανεξάρτητη επιτροπή έρευνας» που θα συγκροτήσουν, για ποιους ακριβώς θανάτους θα μας ενημερώσουν εκ των υστέρων.
ΥΠΑΡΧΕΙ μια ανατριχιαστική αναλογία ανάμεσα στο «Βλέπω τον θάνατό σου Νο 40» που παίζεται στο Πακιστάν, στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη, ανάμεσα στο θέαμα της πειρατικής εκτέλεσης ενός ανθρώπου, έστω κι αν πρόκειται για τον χειρότερο εγκληματία όλων των εποχών, και στον τρόπο που «απονέμεται δικαιοσύνη» στην παγκόσμια κοινωνία των αγορών. Αν στη θέση του «τρομοκράτη» μπει η χώρα που «εγκληματεί» ενάντια στη δημοσιονομική ορθοδοξία των χαμηλών ελλειμμάτων και του ελεγχόμενου χρέους, αν στη θέση των δικαστών-δημίων μπουν οι ευρωκράτες, οι αλαζονικοί ηγεμόνες της Ευρωζώνης και οι χρυσοκάνθαροι των αγορών και της τραπεζοκρατίας που αποφασίζουν πώς τιμολογείται -σε spreads και σε αποδόσεις CDS- το δημοσιονομικό «έγκλημα» κάθε χώρας, κι αν στη θέση της εκτέλεσης του «εγκληματία» τεθεί ο αργός πιστοληπτικός θάνατος της χώρας, τι έχουμε; Το κουίζ δεν θέλει καν απάντηση. Ίσως χρειάζεται μόνο μια διαφορετική σκηνοθεσία κι ένα διαφορετικό casting στους ρόλους των αυτόκλητων δικαστών- δημίων που υποβάλλουν την ελληνική, την ιρλανδική και την πορτογαλική κοινωνία σε διπλή τιμωρία, ηθική και οικονομική. Ηθική, από τη στιγμή που στήθηκαν στο εδώλιο της διαπόμπευσης ως PIGS, «γουρούνια» της κατά τα λοιπά ενάρετης και καθαρής Ευρώπης και με συνοπτικές διαδικασίες, με μόνους ενόρκους τους κατεξοχήν ενόχους της ευρωπαϊκής κρίσης κρατικού χρέους, τους οίκους της τραπεζικής πίστης και τους συναυτουργούς τους, τους κερδοσκόπους, αποφάνθηκαν για την ενοχή των κοινωνιών, δηλαδή για την πιστωτική τους αφερεγγυότητα. Και οικονομική τιμωρία, από τη στιγμή που οι δήμιοι άρχισαν να εφαρμόζουν τη θανατική καταδίκη των κοινωνιών πριν καν αυτή αποφασιστεί. Αποδοκιμάζοντας μέσω των ιερών αγορών ακόμα και τα πιο σκληρά μέτρα λιτότητας, συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους και εκποίησης του δημόσιου πλούτου. Κραυγάζοντας ύστερα από κάθε κύμα κυβερνητικών ανακοινώσεων: «Κι άλλα, κι άλλα!». Σαν το αιμοδιψές πλήθος του Κολοσσαίου που απαιτούσε μονομαχίες μέχρι τελικής πτώσεως και δεν συγχωρούσε τον ελάχιστο οίκτο στον νικητή.
ΣΑΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ υπερβολική η αναλογία ανάμεσα στην εκτέλεση Οσάμα και στον πιστοληπτικό θάνατο των υπερχρεωμένων χωρών της Ε.Ε.; Κι όμως, η τελετουργία της οικονομικής εξόντωσης της ελληνικής κοινωνίας εδώ και έναν χρόνο δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει την αμερικανική πειρατεία στο Πακιστάν. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, ιδιαίτερα αυτοί του σκληρού πυρήνα της Ευρωζώνης, παρακολουθούν σχεδόν με χαιρεκακία την Ελλάδα να βυθίζεται στην ύφεση και την ανεργία, και τις αγορές να την απομακρύνουν όλο και περισσότερο από το μέλι του δανεισμού. Ακριβώς όπως οι ένοικοι του Λευκού Οίκου, με νευρικά αλλά συναισθηματικά αμέτοχα πρόσωπα, παρακολουθούν όσα η κάμερα του εκτελεστή του Μπιν Λάντεν καταγράφει. Κι όμως, είναι στο χέρι τους να σταματήσουν τους εκτελεστές. Μια πολιτική τους απόφαση μπορεί να ακυρώσει το παιχνίδι των οίκων αξιολόγησης, το διπλό παιχνίδι των τραπεζών με τα CDS, τα στοιχήματα της διεθνούς κερδοσκοπίας πάνω στην ελληνική χρεοκοπία, τα ομόλογα και τα spreads. Αν μάλιστα είχαν την παραμικρή διάθεση να αποκαταστήσουν την «οικονομική δικαιοσύνη», θα έπρεπε να έχουν προ πολλού αντιστρέψει τους ρόλους μεταξύ ενόχων και ενόρκων αυτού του ιδιότυπου έκτακτου πιστωτικού στρατοδικείου που έχουν στήσει. Στο εδώλιο των κατηγορουμένων θα έπρεπε να κάθονται αυτοί που αποδεδειγμένα προκάλεσαν τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007, την ίδια που μέσα από τις αλλεπάλληλες μεταλλάξεις της κατέληξε σαν ελληνική κρίση. Θα έπρεπε επίσης να κάθονται αυτοί που μετέτρεψαν το ευρώ και τους κανόνες του σε μηχανισμό παραγωγικής αφαίμαξης των ασθενών κρίκων της ΟΝΕ και μεταφοράς πλεονασμάτων στις ηγεμονεύουσες χώρες. Κι αν θέλουμε να μετατρέψουμε τη μεταφορά σε κυριολεξία, θα έπρεπε να απονείμουν «δικαιοσύνη» με την ταχύτητα και την ψυχρότητα με την οποία σχεδίασαν και εκτέλεσαν τον «άρχοντα του τρόμου». Με μια εισβολή κομάντος στα άδυτα του δημοσιονομικού τρόμου, στα dealing rooms μερικών από τις έγκριτες ευρωτράπεζες που πουλάνε στοιχήματα ελληνικής χρεοκοπίας, την ώρα που οι διοικήσεις τους κλαίγονται για το πόσο θα τους κοστίσει ένα «κούρεμα».
Αλλά τι να περιμένει κανείς από ηγεσίες τόσο ταγμένες στη «δικαιοσύνη» της αυτοκρατορίας του χρήματος; Άλλωστε, ακούγοντας την κ. Μέρκελ να δηλώνει «ευτυχής για την εν ψυχρώ εκτέλεση του Μπιν Λάντεν», δεν σας θύμισε πόσο ευτυχής δήλωνε για τα «αποφασιστικά μέτρα που παίρνει η ελληνική κυβέρνηση»; Δηλαδή, τα μέτρα μας…
ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ βρίσκεται στις φωτογραφίες που ο Λευκός Οίκος, με περισσή αλαζονεία και αμοραλισμό, έδωσε στη δημοσιότητα: ο Αμερικανός πρόεδρος, η υπουργός Εξωτερικών, οι αξιωματούχοι του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών έχουν προσηλωμένα τα βλέμματά τους σε ένα μόνιτορ στο οποίο υποτίθεται ότι παρακολουθούν live την επιχείρηση δολοφονίας του Μπιν Λάντεν. Η αμερικανική κοινωνία είναι εξοικειωμένη με live μεταδόσεις δολοφονιών, ακόμη και πρόεδροί της έχουν δολοφονεί μπροστά σε φωτογραφικές ή τηλεοπτικές κάμερες, αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό. Ο φωτογραφικός φακός έχει πιάσει κάποιες ανεπαίσθητες αποχρώσεις στα βλέμματα των κορυφαίων της αμερικανικής ηγεσίας που δείχνουν πιθανά αγωνία, σασπένς, νευρικότητα, πάντως όχι απέχθεια. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ξέρει πόσος ρεαλισμός και πόση σκηνοθεσία υπάρχει στις φωτογραφίες αυτές. Άλλωστε, δεν ξέρουμε καν αν πράγματι παρακολουθούν κάτι και τι είναι αυτό.
ΥΠΑΡΧΕΙ ένα σαφέστατο μήνυμα στις σκηνές αυτές. Θυμίζουν λίγο την τελετουργία εκτέλεσης μιας θανατικής καταδίκης, αλλά αποσιωπούν ότι δεν έχει παρεμβληθεί καμιά δημόσια δίκη, καμιά ακροαματική διαδικασία, καμιά απόδοση ποινής από τη θεσμοθετημένη δικαστική διαδικασία. Το μήνυμα των φωτογραφιών είναι ότι οι πρωταγωνιστές τους είναι και δικαστές, και ένορκοι, και εκτελεστές της ποινής. Η απόλυτη ώσμωση των εξουσιών. Αυτοί έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, εν ονόματι όχι μόνο 300 εκατομμυρίων Αμερικανών, αλλά 6 δισεκατομμυρίων πολιτών του κόσμου, να αποφασίσουν αν τελέστηκε ένα έγκλημα, ποιος το τέλεσε, πώς θα δικαστεί και θα καταδικαστεί, πώς θα εκτελεστεί η ποινή του. Η αμερικανική και η διεθνής κοινή γνώμη δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην τελετουργία αυτή. Τους ανακοινώνεται απλώς το αποτέλεσμα. Οι δικαστές- δήμιοι θα αποφασίσουν τι άλλο πρέπει να γνωρίζει η ανθρωπότητα για τους τίτλους τέλους στο δεκαετές θρίλερ που κόστισε δεκάδες χιλιάδες ζωές σε αρκετές χώρες, πρωτίστως στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν, στο Ιράκ. Οι δήμιοι, που αποφάσισαν ότι «έτσι απονέμεται δικαιοσύνη», αποφασίζουν και για τα τεκμήρια απονομής της που θα παρουσιάσουν. Και παρ’ ότι στις πιο πρόσφατες απόπειρες «απονομής δικαιοσύνης» άνοιγαν κι ένα παράθυρο «ζωντανής μετάδοσης» στο παγκόσμιο κοινό (με τις τηλεοπτικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Λιβύη), αυτοί τη φορά κράτησαν για τον εαυτό τους την «απόλαυση» της ζωντανής παρακολούθησης. Η δολοφονία Μπιν Λάντεν πήρε έτσι τον χαρακτήρα ενός θεάματος για την ελίτ της «αυτοκρατορίας».
ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ και πολλή σκέψη το τι σημαίνει αυτή η τελετουργία για την περίφημη «διεθνή νομιμότητα», έτσι κι αλλιώς προ πολλού πουκάμισο αδειανό. Καθώς η στρατιωτική και οικονομικής ισχύς γίνεται πλέον το μοναδικό κριτήριο για να συγκεντρώσει μια χούφτα ανθρώπων στα χέρια της «όλες τις εξουσίες που πηγάζουν από τον λαό», αλλά και αυτές που πηγάζουν από τις διεθνείς σχέσεις, από άποψη νομικού πολιτισμού επιστρέφουμε περίπου στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τους Ναζί να «απονέμουν δικαιοσύνη» σε όλη την Ευρώπη για τις αδικίες που υπέστησαν μετά τον Α΄ Πόλεμο.
Η «ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ» αυτού του είδους απονέμεται σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Στη Λιβύη, αίφνης, οι ηγέτες της αυτοκρατορίας αποφασίζουν ποιος θα πεθάνει και ποιος θα ζήσει εν ονόματι της προστασίας των αμάχων, των οποίων οι «τυχαίοι θάνατοι» αποτελούν, υποτίθεται, την εξαίρεση των χειρουργικής ακριβείας βομβαρδισμών. Αλλά, το αν ισχύει πράγματι αυτό το ξέρουν μόνο οι ίδιοι. Ποιων τον θάνατο έχουν παρακολουθήσει live το ξέρουν πάλι οι ίδιοι και οι ίδιοι θα αποφασίσουν, με μια «ανεξάρτητη επιτροπή έρευνας» που θα συγκροτήσουν, για ποιους ακριβώς θανάτους θα μας ενημερώσουν εκ των υστέρων.
ΥΠΑΡΧΕΙ μια ανατριχιαστική αναλογία ανάμεσα στο «Βλέπω τον θάνατό σου Νο 40» που παίζεται στο Πακιστάν, στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη, ανάμεσα στο θέαμα της πειρατικής εκτέλεσης ενός ανθρώπου, έστω κι αν πρόκειται για τον χειρότερο εγκληματία όλων των εποχών, και στον τρόπο που «απονέμεται δικαιοσύνη» στην παγκόσμια κοινωνία των αγορών. Αν στη θέση του «τρομοκράτη» μπει η χώρα που «εγκληματεί» ενάντια στη δημοσιονομική ορθοδοξία των χαμηλών ελλειμμάτων και του ελεγχόμενου χρέους, αν στη θέση των δικαστών-δημίων μπουν οι ευρωκράτες, οι αλαζονικοί ηγεμόνες της Ευρωζώνης και οι χρυσοκάνθαροι των αγορών και της τραπεζοκρατίας που αποφασίζουν πώς τιμολογείται -σε spreads και σε αποδόσεις CDS- το δημοσιονομικό «έγκλημα» κάθε χώρας, κι αν στη θέση της εκτέλεσης του «εγκληματία» τεθεί ο αργός πιστοληπτικός θάνατος της χώρας, τι έχουμε; Το κουίζ δεν θέλει καν απάντηση. Ίσως χρειάζεται μόνο μια διαφορετική σκηνοθεσία κι ένα διαφορετικό casting στους ρόλους των αυτόκλητων δικαστών- δημίων που υποβάλλουν την ελληνική, την ιρλανδική και την πορτογαλική κοινωνία σε διπλή τιμωρία, ηθική και οικονομική. Ηθική, από τη στιγμή που στήθηκαν στο εδώλιο της διαπόμπευσης ως PIGS, «γουρούνια» της κατά τα λοιπά ενάρετης και καθαρής Ευρώπης και με συνοπτικές διαδικασίες, με μόνους ενόρκους τους κατεξοχήν ενόχους της ευρωπαϊκής κρίσης κρατικού χρέους, τους οίκους της τραπεζικής πίστης και τους συναυτουργούς τους, τους κερδοσκόπους, αποφάνθηκαν για την ενοχή των κοινωνιών, δηλαδή για την πιστωτική τους αφερεγγυότητα. Και οικονομική τιμωρία, από τη στιγμή που οι δήμιοι άρχισαν να εφαρμόζουν τη θανατική καταδίκη των κοινωνιών πριν καν αυτή αποφασιστεί. Αποδοκιμάζοντας μέσω των ιερών αγορών ακόμα και τα πιο σκληρά μέτρα λιτότητας, συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους και εκποίησης του δημόσιου πλούτου. Κραυγάζοντας ύστερα από κάθε κύμα κυβερνητικών ανακοινώσεων: «Κι άλλα, κι άλλα!». Σαν το αιμοδιψές πλήθος του Κολοσσαίου που απαιτούσε μονομαχίες μέχρι τελικής πτώσεως και δεν συγχωρούσε τον ελάχιστο οίκτο στον νικητή.
ΣΑΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ υπερβολική η αναλογία ανάμεσα στην εκτέλεση Οσάμα και στον πιστοληπτικό θάνατο των υπερχρεωμένων χωρών της Ε.Ε.; Κι όμως, η τελετουργία της οικονομικής εξόντωσης της ελληνικής κοινωνίας εδώ και έναν χρόνο δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει την αμερικανική πειρατεία στο Πακιστάν. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, ιδιαίτερα αυτοί του σκληρού πυρήνα της Ευρωζώνης, παρακολουθούν σχεδόν με χαιρεκακία την Ελλάδα να βυθίζεται στην ύφεση και την ανεργία, και τις αγορές να την απομακρύνουν όλο και περισσότερο από το μέλι του δανεισμού. Ακριβώς όπως οι ένοικοι του Λευκού Οίκου, με νευρικά αλλά συναισθηματικά αμέτοχα πρόσωπα, παρακολουθούν όσα η κάμερα του εκτελεστή του Μπιν Λάντεν καταγράφει. Κι όμως, είναι στο χέρι τους να σταματήσουν τους εκτελεστές. Μια πολιτική τους απόφαση μπορεί να ακυρώσει το παιχνίδι των οίκων αξιολόγησης, το διπλό παιχνίδι των τραπεζών με τα CDS, τα στοιχήματα της διεθνούς κερδοσκοπίας πάνω στην ελληνική χρεοκοπία, τα ομόλογα και τα spreads. Αν μάλιστα είχαν την παραμικρή διάθεση να αποκαταστήσουν την «οικονομική δικαιοσύνη», θα έπρεπε να έχουν προ πολλού αντιστρέψει τους ρόλους μεταξύ ενόχων και ενόρκων αυτού του ιδιότυπου έκτακτου πιστωτικού στρατοδικείου που έχουν στήσει. Στο εδώλιο των κατηγορουμένων θα έπρεπε να κάθονται αυτοί που αποδεδειγμένα προκάλεσαν τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007, την ίδια που μέσα από τις αλλεπάλληλες μεταλλάξεις της κατέληξε σαν ελληνική κρίση. Θα έπρεπε επίσης να κάθονται αυτοί που μετέτρεψαν το ευρώ και τους κανόνες του σε μηχανισμό παραγωγικής αφαίμαξης των ασθενών κρίκων της ΟΝΕ και μεταφοράς πλεονασμάτων στις ηγεμονεύουσες χώρες. Κι αν θέλουμε να μετατρέψουμε τη μεταφορά σε κυριολεξία, θα έπρεπε να απονείμουν «δικαιοσύνη» με την ταχύτητα και την ψυχρότητα με την οποία σχεδίασαν και εκτέλεσαν τον «άρχοντα του τρόμου». Με μια εισβολή κομάντος στα άδυτα του δημοσιονομικού τρόμου, στα dealing rooms μερικών από τις έγκριτες ευρωτράπεζες που πουλάνε στοιχήματα ελληνικής χρεοκοπίας, την ώρα που οι διοικήσεις τους κλαίγονται για το πόσο θα τους κοστίσει ένα «κούρεμα».
Αλλά τι να περιμένει κανείς από ηγεσίες τόσο ταγμένες στη «δικαιοσύνη» της αυτοκρατορίας του χρήματος; Άλλωστε, ακούγοντας την κ. Μέρκελ να δηλώνει «ευτυχής για την εν ψυχρώ εκτέλεση του Μπιν Λάντεν», δεν σας θύμισε πόσο ευτυχής δήλωνε για τα «αποφασιστικά μέτρα που παίρνει η ελληνική κυβέρνηση»; Δηλαδή, τα μέτρα μας…
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (7/5/2011)
(Ο Γκούντερ Φρανκ) υπολόγισε τι σημαίνει για μια χιλιανή οικογένεια να προσπαθεί να επιβιώσει με αυτό που ο Πινοτσέτ θεωρούσε «επαρκή μισθό διαβίωσης». Περίπου το 74% του μισθού διοχετευόταν μόνο στην αγορά ψωμιού, με αποτέλεσμα οι οικογένειες να περικόπτουν «πολυτέλειες όπως το γάλα και τα εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών για να πηγαίνουν στη δουλειά τους… Επιπλέον, πολλά παιδιά δεν είχαν τη δυνατότητα να πίνουν γάλα στο σχολείο, καθώς μία από τις πρώτες ενέργειες της χούντας ήταν να καταργήσει το πρόγραμμα διανομής γάλακτος στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Αυτό, σε συνδυασμό με την οικογενειακή οικονομική ανέχεια, είχε σαν αποτέλεσμα ολοένα και περισσότερα παιδιά να λιποθυμούν στις τάξεις, ενώ πολλά σταμάτησαν να πηγαίνουν στο σχολείο. Ο Γκούντερ Φρανκ θεώρησε ότι υπήρχε άμεση σχέση ανάμεσα στις βάναυσες οικονομικές πολιτικές που είχαν επιβληθεί από τους πρώην συμφοιτητές του και στη βία που είχε εξαπολύσει ο Πινοτσέτ. Οι συνταγές του Φρίντμαν ήταν τόσο στραγγαλιστικές, ώστε ο αποστάτης του Σικάγου να γράψει πως δεν μπορούσαν «να υλοποιηθούν ή να επιβληθούν, χωρίς τα δύο στοιχεία στα οποία βασίζονταν: τη στρατιωτική ισχύ και την πολιτική τρομοκρατία».
Ναόμι Κλάιν, «Το δόγμα του σοκ»
Ναόμι Κλάιν, «Το δόγμα του σοκ»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Requiem for a dream
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...
-
ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : Τ ο παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκ...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...
-
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...