16/12/2023

Μικρή ανασκόπηση ενός αιώνα

 Η Εφημερίδα των Συντακτών 16-17/12/2023


«Μονό ή διπλό τάφο πήρατε;». «Διπλό». «Ωραία, είναι 180 ευρώ». 

Αυτές οι λίγες λέξεις μιας σύντομης συναλλαγής στο δημοτικό κατάστημα δήμου της Αιτωλοακαρνανίας (είχαν προηγηθεί τα συλλυπητήρια, στους μικρούς τόπους τα νέα διαδίδονται αστραπιαία) είναι ο τυπικός επίλογος μιας ζωής σχεδόν ενός αιώνα. Είχαν προηγηθεί το σύντομο πέρασμα από το κρεβάτι του νοσοκομείου, η ληξιαρχική πράξη θανάτου, η κηδεία, η ταφή, ο καφές στο καφενείο του χωριού, το τραπέζι της παρηγοριάς σε συγγενείς και φίλους, ό,τι εν πάση περιπτώσει απαιτεί το κλείσιμο των λογαριασμών ενός ανθρώπου στο μεγάλο βιβλίο του κόσμου.

 Ολοι είχαν έναν καλό λόγο να πουν για τον εκλιπόντα, που έφυγε «πλήρης ημερών», αν και δεν ξέρω πώς μετριέται η «πληρότητα». Θεωρητικά ο Γ. που πέθανε στα 96 του χρόνια ξεγέλασε στατιστικές, προσδόκιμα επιβίωσης, συνταξιοδοτικά συστήματα. Το ισοζύγιο ζωής - θανάτου του πρέπει να θεωρηθεί πλεονασματικό. Εξ ου και το κλισέ: «Τα χρόνια του να πάρετε. Και την υγεία του». Ακριβές το δεύτερο. Ο Γ. δεν επιβάρυνε παρά ελάχιστα το σύστημα υγείας. Ενα ολιγοήμερο πέρασμα από το νοσοκομείο, το πρώτο και τελευταίο της ζωής του, μερικά χάπια πίεσης, μια εγχείρηση καταρράκτη και κάποιες επισκέψεις στον γιατρό για τα βασικά. 

«Τα χρόνια του να πάρουμε». Ως ποσότητα ήταν πράγματι χορταστικά. Αλλά ως ποιότητα; Εχει αναλογιστεί κανείς τι ακριβώς έχει ζήσει ένας άνθρωπος που γεννήθηκε το 1928 και πέθανε στα τέλη του 2023; Τι σοκ, τι δοκιμασίες ατομικές και συλλογικές, τι κρίσεις, τι απώλειες, τι ανατροπές επιφύλασσε κάθε χρονιά στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, του Μεγάλου Πολέμου, της Κατοχής, του Εμφυλίου, της μετεμφυλιακής ανωμαλίας, της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης, της χούντας, της μεταπολίτευσης, του ευρωπαϊσμού, του εκσυγχρονισμού, της αναπτυξιακής φενάκης, της κρατικής χρεοκοπίας, των μνημονίων, της πανδημίας και των νέων κρίσεων; Πώς εξατομικεύτηκε και συμπυκνώθηκε η ταραγμένη εκατονταετία στη ζωή του ίδιου και των δικών του; 

Καθώς είχα την τύχη να γίνω κομμάτι της ζωής του σχεδόν αιωνόβιου Γ. (ως σώγαμπρος, κατά το κλισέ), μπορώ να πω ότι από τα σπαράγματα των γλαφυρών αφηγήσεων που, με τη βαριά και χωρίς πολλά φωνήεντα ντοπιολαλιά, μου διέθεσε κάπως μπορώ να ανασυνθέσω στιγμιότυπα από τη σύντομη ιστορία του αιώνα που έζησε. Οι ιστορίες των εκατομμυρίων αφανών είναι η αφανής ιστορία της χώρας. 

Ο Γ. γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα χωριό της ορεινής Ευρυτανίας. Κτηνοτρόφοι κι αγρότες η οικογένεια κι όλο του το σόι. Γίδια, πρόβατα, άλογα, χωράφια για κριθάρια, στάρια, όσπρια η περιουσία τους. Σκληροί και παγεροί οι χειμώνες τους, με πολλή δουλειά τα καλοκαίρια τους, τα σπίτια τους πέτρινα, στενόχωρα αλλά πάντα φιλόξενα για κάθε περαστικό, συγγενή ή φίλο. Λίγα γράμματα κατάφερε να μάθει στις λίγες τάξεις του Δημοτικού που πήγε. Υστερα τον άρπαξε η ανάγκη της ζωής και των ζώων. Είχε ταλέντο στη βοσκή και στη φροντίδα τους, οι τέσσερις πρώτες δεκαετίες της ζωής του ήταν αφιερωμένες στα κοπάδια του που τάιζαν τον ίδιο κι όλη την οικογένεια, την παλιά της παιδικής και εφηβικής ηλικίας και την καινούργια, της ενήλικης. Παρά τις στερήσεις και τις ελλείψεις που επιφύλασσε η ξεχασμένη από το κράτος ορεινή Ευρυτανία, θα ήταν μάλλον ευτυχισμένος αν έκλεινε τον κύκλο της ζωής του εκεί ως κτηνοτρόφος, έστω κι αν χρειαζόταν δέκα ώρες δρόμος με τα μουλάρια ή τα πόδια για να βρεθεί στο πλησιέστερο νοσοκομείο, στο Αγρίνιο, αν παρίστατο ανάγκη. Στον Εμφύλιο επιστρατεύτηκε, τρία χρόνια πέρασε είτε μαγειρεύοντας για τους συστρατιώτες του, είτε ακολουθώντας αποσπάσματα που έψαχναν να ξετρυπώσουν από τις κρύπτες τους τούς τελευταίους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού. Ακολούθησε μια δεκαετία σχετικά ήρεμης, αν και στερημένης βουκολικής ζωής, πάντρεψε αδερφές και αδερφούς, παντρεύτηκε κι ο ίδιος, τα δυο πρώτα του παιδιά η γυναίκα του τα γέννησε στο σπίτι ή στο χωράφι, αδιανόητη η μεταφορά σε μαιευτήριο. 

Υστερα, ήρθε το σοκ της ανάπτυξης. Τα υδροηλεκτρικά έργα, το φράξιμο των νερών του Αχελώου, κάτω από τα οποία χρειάστηκε να πνιγούν ολόκληρα χωριά, περιουσίες, σπίτια, χωράφια και ζωές. Ο Γ. μάς αφηγούνταν συχνά απίστευτες ιστορίες βίας που συνόδευσαν τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις όχι μόνο των ιδιοκτησιών, αλλά ολόκληρων των ζωών των κτηνοτροφικών οικογενειών που ξαφνικά έπρεπε να τα παρατήσουν όλα, να ξεριζωθούν από τον τόπο τους, να γίνουν μετανάστες στην ίδια την πατρίδα τους, να αλλάξουν επαγγέλματα και τρόπους επιβίωσης. Ο εξηλεκτρισμός και ο παραγωγικός εκσυγχρονισμός, για τον οποίο επαίρονται οι ηγεσίες της μεταπολεμικής Ελλάδας, είναι μια ιστορία ασύλληπτης οικονομικής και κοινωνικής βίας, την οποία προφανώς αγνοεί ο χρυσοπληρωμένος πρόεδρος της ιδιωτικής σήμερα ΔΕΗ. 

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο Γ., η οικογένειά του και εκατοντάδες φιλικές και συγγενικές οικογένειες μετανάστευσαν κοντά στο Αγρίνιο. Οι αποζημιώσεις για τα απαλλοτριωμένα κτήματα και για τα ξεπαστρεμένα κοπάδια ασήμαντες. Τους παραχώρησαν κάτι απομακρυσμένα ρυζοχώραφα και οικόπεδα, υποτίθεται για να χτίσουν τα νέα σπίτια τους. Αλλά κι αυτό ακόμη απαγορευόταν. Νύχτα προσπαθούσαν να στήσουν με τσιμεντόλιθους και τσίγκινες στέγες πρόχειρα παραπήγματα, γιατί τη μέρα έρχονταν Πολεοδομία και Αστυνομία και τα γκρέμιζαν. Πού θα ζούσαν, πώς θα ζούσαν, ζευγάρι με τρία μικρά παιδιά; Λεπτομέρεια άνευ σημασίας για το αναπτυξιακό έπος.

 Κι έτσι, ο βοσκός Γ. αναγκάστηκε στα 40 και κάτι να γίνει εργάτης στα οδικά έργα και καπνοκαλλιεργητής. Να μάθει τι σημαίνουν τα κλεμμένα ένσημα, τα πετσοκομμένα από τους εργολάβους μεροκάματα, να ανακαλύψει τι σημαίνει εργατικό ατύχημα μέσα στην αποπνικτική γαλαρία, τι σημαίνει απεργία και συνδικάτο. Να μάθει ακόμη τι σημαίνει παζάρι με τον καπνέμπορα που ψάχνει ευκαιρία να κλέψει στο ζύγι ή στην τιμή, να δει τα ανήλικα παιδιά του να δουλεύουν στα καπνά, να ανταγωνίζονται ποιο θα αρμαθιάσει πιο γρήγορα τα καπνόφυλλα, να ζει με την αγωνία της καλής σοδειάς ή μιας καταστροφής από τις αναποδιές του καιρού. Να μάθει τι σημαίνει στεγαστικό δάνειο, δόσεις, αποταμίευση, χρέη, φευγιό των παιδιών στην Αθήνα, περικοπές στη σύνταξη έπειτα από 45 χρόνια δουλειάς, επιβίωση με φτωχοεπιδόματα, αιματηρή οικονομία για χαρτζιλικώματα των εγγονιών. Να συνηθίσει τις πρόωρες απώλειες, τους θανάτους συγγενών και φίλων που μεταμόρφωσαν τη ρούγα των «ξενομεριτών» από τα πλημμυρισμένα χωριά της Ευρυτανίας σε έναν σχεδόν έρημο πια από ανθρώπους δρόμο...

Τα χρόνια του να πάρουμε. Αλλά χωρίς τα βάσανά του, γίνεται; Μάλλον δεν γίνεται. 

ΚΙΜΠΙ 

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Αλλες βολές στέκεται αμ’ πάν’ στο καραούλι και παραφυλάει. Και σα με βλέπει να χαζοψάχνομαι, έρχεται και μου δείχνει το καρτελάκι με το νούμερο. Τάχατες άμα θες τίποτα, σήκωσε αυτό. Δεν τα μπορώ ’γώ αυτά τα πράγματα. Και τι είμαστε δηλαδής για να ’χουμε νούμερα; Εδώ ακόμη και τα ζωντανά έχνε ονόματα και μ’ αυτά τα φωνάζουμε, όχι με το δύο και με το τρία. Μωρέ, δεν πάει στο διάολο λέω ’γώ, το παλιοκέρατο το βερνικωμένο. Ούλο έτσι κάμει και πληρώνεται κι αμ’ πάν’ γι’ αυτή τη δλεια. Για να κάθεται με σκωμένο τ’ αφρύδι ψηλά στο σκαμνί και να το παίζει καμπόσος. Αλλο πράγμα απ’ αυτό δεν κάμει και σταγόνα ιδρώτα δεν έχει η μασκάλη του. Τι να πω; Αμα τ’ αρέσει αυτή η δλεια, να την έχει να τη χαίρεται. Αλλά ξέρω ’γώ από ποιους είναι αυτός. Απ’ αυνούς που τους αρέσει να παιδεύνε τον κοσμάκη. Τον κάθε καψερό π’ άφησε το κονάκι του κι ήρθε απ’ την άλλη άκρη της γης να βγάλει το ψωμάκι του. Εμένα πάντως σ’ εργοστάσιο μου ’παν ότι θα πιάσω δλεια, όχι σε κάτεργο. 

Κώστα Μπαρμπάτση, «Λυκοχαβιά και άλλες ιστορίες»


03/12/2023

Το πράσινο μίλι

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 2-3/12/2023


Είμαι ένας βαρύς ρυπαντής του περιβάλλοντος. Το αυτοκίνητο που κυκλοφορώ, εικοσαετίας και βάλε, παλιάς τεχνολογίας, καίει τ’ άντερά του και προφανώς εκπέμπει τα ανάλογα. Το περιβαλλοντικό μου αποτύπωμα είναι βαθύ και ελάχιστα με εξιλεώνει η φιλότιμη προσπάθεια ανακύκλωσης συσκευασιών στους υπό εξαφάνιση μπλε κάδους, που ούτως ή άλλως καταλήγουν κυρίως στις παραδοσιακές χωματερές. Εκτός κι αν μεσολαβήσει κάποιο οικονομικό θαύμα ή κάποιος ελεήμων ευεργέτης, πιθανότατα με το ίδιο αυτοκίνητο θα τη βγάλω μέχρι να απαγορευτεί η κυκλοφορία του ή να μου αφαιρεθεί το δίπλωμα, λόγω ηλικίας. Μέχρι τότε θα είμαι ένας βαρύς ρυπαντής του περιβάλλοντος, και κάθε φορά που οδηγώ θα απολαμβάνω το γουργούρισμα μιας γηραιάς μηχανής εσωτερικής καύσης και τον κραδασμό που προκαλεί σε ένα αμάξωμα που οι αρμοί του χαλαρώνουν όλο και περισσότερο. 

Στις Β. Αμαλίας, Β. Σοφίας, Πανεπιστημίου, Σταδίου, που μας κληροδοτεί μόνιμα μποτιλιαρισμένες ο απερχόμενος δήμαρχος (και λόγω του περιπατητικού του τραγέλαφου) έχω την ευκαιρία στα φανάρια να δω μπρος, πίσω, δεξιά κι αριστερά μου αρκετούς συνενόχους στο μικρό, κοινό περιβαλλοντικό μας έγκλημα. Μικρές και μεγάλες γηραιές γκρανκάσες γουργουρίζουν στο ρελαντί εκλύοντας τα δέοντα. Δεν νομίζω, βεβαίως, ότι είναι λιγότερο ένοχες από τα 200.000 καινούργια αυτοκίνητα που μπαίνουν σε κυκλοφορία κάθε χρόνο, από τότε που «ήρθε η ανάπτυξη» του Κυριάκου. Μιλάμε για έναν τζίρο πάνω από 4 δισ. ευρώ. Πού βρίσκεται όλο αυτό το χρήμα; 

Παρατηρώ τους κώλους των αυτοκινήτων. Οι εξατμίσεις στα νέα μοντέλα εξαφανίζονται όλο και περισσότερο πίσω από μάσκες και προφυλακτήρες, μαζί με τις εκπομπές που είναι πια αόρατες. Σπάνια βλέπεις πια τολύπες γκρι ή μαύρου ατμού που κάποτε έκαναν τη ρύπανση ορατή, σε κάθε επιδεικτική γκαζιά ή ακόμη και στο ρελαντί ενός κακοσυντηρημένου αυτοκινήτου που «έκαιγε λάδια». Πάντως, αν τις παρατηρήσεις καλά, οι εξατμίσεις είναι εκεί, τεκμήρια της περιβαλλοντικής συνενοχής, μαζί με το παρηγορητικό γουργούρισμα των μηχανών. 

Σε κάποια αυτοκίνητα δεν βλέπω εξάτμιση. Πού διάολο είναι κρυμμένη; Κι ο θόρυβος της μηχανής τους δεν είναι γουργούρισμα, ένα ανεπαίσθητο ζουζούνισμα ακούγεται, σαν να πετάει κουνούπι, σφήκα το πολύ. Είναι συνήθως ογκώδη και ψηλά. Απαστράπτοντα. Είναι ηλεκτρικά. Φυσικά και δεν έχουν εξάτμιση, ηλίθιε! Αν εξαιρέσεις το συμπαθητικό κουβαδάκι της Σιτροέν, δεν υπάρχει κανένα μοντέλο κάτω από 30.000 ευρώ και τα πιο ευπώλητα κινούνται στα 50.000 ευρώ και πάνω. Πέντε χρόνια δουλειάς αμειβόμενου με τον κατώτατο μισθό. Η κρατική επιδότηση δεν βελτιώνει ιδιαίτερα την κατάσταση, αν και απλώς επιβεβαιώνει την υποψία ότι η «πράσινη συμφωνία» που με τόση περιβαλλοντική περηφάνια προωθεί η Ε.Ε., ενθαρρύνοντας και τις επιδοτήσεις ηλεκτρικών αυτοκινήτων, είναι υπόθεση των πλουσίων και των υπερπλουσίων. Δεν ξεπερνούν τα 10.000 τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που αγοράζονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, 5% βαριά το μερίδιο αγοράς στο σύνολο των πωλήσεων Ι.Χ. Η περιβαλλοντική υπευθυνότητα είναι υπόθεση του πλουσιότερου 5% με 10% του πληθυσμού, που μπορεί να φτιάξει και τη μονάδα φόρτισης στην άνετη μονοκατοικία του, αντί να περιμένει το κράτος και τις εταιρείες να αναπτύξουν επαρκές δίκτυο φορτιστών, αντίστοιχο των (ή εντός των) βενζινάδικων. Οπως έλεγε και μια από τις ηρωίδες των «Παράσιτων» του Μπο Τζουν Χο, «αν είχα όλα αυτά τα χρήματα, θα ήμουν κι εγώ καλή. Κι ακόμη καλύτερη. Το χρήμα είναι σαν το ηλεκτρικό σίδερο. Ισιώνει όλες τις τσαλακωματιές». Σωστά. Τι σημασία έχει αν είσαι εταιρεία εξόρυξης πετρελαίου και αερίου, άρα τροφοδότης όλων των ρύπων που εκπέμπουν καθημερινά δισεκατομμύρια αυτοκίνητα με κινητήρες βενζίνης ή πετρελαίου; Σημασία έχει πως διαθέτεις αρκετό πλούτο για να ενορχηστρώσεις εσύ την πράσινη μετάβαση, τον ρυθμό, τη χωροταξία και το ταξικό πρωτόκολλο της απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Και ναι, ως εκ τούτου, ο επικεφαλής της κρατικής εταιρείας πετρελαίου των Εμιράτων είναι ο καταλληλότερος για πρόεδρος της φετινής Διάσκεψης για το Κλίμα, της COP28. 

Το χρήμα όχι μόνο ισιώνει τις τσαλακωματιές, αλλά μετατρέπει τους κατεξοχήν ενόχους της κλιματικής κρίσης σε «στρατηγούς» της υποτιθέμενης αποτροπής της. Τα θύματά της, οι φτωχοδιάβολοι του Τρίτου Κόσμου που δεν έχουν ιδέα για πράσινες μεταβάσεις και συμφωνίες και επιβιώνουν ως ανυποψίαστοι ρυπαντές του περιβάλλοντος, είναι υποχρεωμένοι να διανύσουν το «πράσινο μίλι» προς την καταστροφή των ενδιαιτημάτων και των χωρών τους με το στίγμα των ενόχων και καταδικασμένων. Ακριβώς όπως ο αθώος Τζον Κόφι διέσχισε το τελευταίο πράσινο μίλι του μέχρι την ηλεκτρική καρέκλα, στην ταινία του Φρανκ Τάραμποτ και στο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ. 

Σύμπτωση καθαρή το γεγονός ότι εκεί η πράσινη διαδρομή προς τον θάνατο καταλήγει σε μια περιβαλλοντικά καθαρή διαδικασία εκτέλεσης. Ηλεκτρική, χωρίς εκλύσεις, εκπομπές και εκκρίματα. Αν εξαιρέσει κανείς τις ανεπαίσθητες ποσότητες διοξειδίου από καμένη ανθρώπινη σάρκα, όταν ο δήμιος θέλει να «παίξει» με την επιθανάτια αγωνία του καταδικασμένου (στην ταινία υπάρχει μια τέτοια σαδιστική απόκλιση), η ηλεκτρική καρέκλα μπορεί να συγκαταλεγεί στις τεχνολογίες πράσινης μετάβασης. Ιδιαίτερα αν διασφαλίζει ότι το ρεύμα που διοχετεύεται στο σώμα του μελλοθάνατου προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Δεν ξέρω αν θα το δούμε κι αυτό. Φυλακές μελλοθάνατων και θαλάμους εκτέλεσης πιστοποιημένα για το χαμηλό περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα. 

Καθώς η ανθρωπότητα διασχίζει το πράσινο μίλι της προς την κλιματική κατάρρευση και οι ηγεσίες των κυβερνήσεων και των πολυεθνικών υποδύονται πως κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για την αποτρέψουν, όπως τώρα καλή ώρα στο Ντουμπάι, σε ακόμη μια ρυπαρή παγκόσμια σύνοδο αντι-ρύπανσης (COP28), έχει σημασία να πάμε μερικά βήματα πίσω. Στη στιγμή που οι πλούσιοι, οι πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ του πλανήτη μετατοπίστηκαν από την πεισματική άρνηση της κλιματικής κρίσης και το ανελέητο λόμπινγκ εις βάρος της επιστημονικής τεκμηρίωσής της στην ανακάλυψη επενδυτικών και κερδοσκοπικών ευκαιριών στην υποτιθέμενη προσπάθεια της αποτροπής της. Τα αιτήματα και οι προειδοποιήσεις των κινημάτων, των υπανάπτυκτων χωρών που έβλεπαν τη γη τους να αποψιλώνεται, των φτωχότερων στρωμάτων που υπέστησαν τις πρώτες σαρωτικές εκδηλώσεις της κλιματικής κρίσης «απαλλοτριώθηκαν» από τους πάνω και εκτράπηκαν στο αντίθετό τους ή σε κάτι που υποδύεται το πράσινο. Η υπόθεση της κλιματικής κρίσης, αντί να ανατίθεται στους θύτες της, πρέπει να ανακτηθεί από τα θύματά της. Ειδάλλως, διασχίζουμε απλώς το πράσινο μίλι - και με γοργά βήματα. 

ΚΙΜΠΙ 

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Θα 'θελα να 'μουν πράσινος, πράσινα να μιλούσα

πράσινα να κοιμόμουνα, πράσινα να ξυπνούσα


Στα πράσινά μου όνειρα πράσινα μουρμουρίζω

πρασίνισες, αγάπη μου, και δε σ' αναγνωρίζω


Ελα να πρασινίσουμε και πράσινα να σμίξουμε

κι από την πρασινάδα μας θα φάει κι η γελάδα μας


θα 'θελα να 'σουν πράσινη, πράσινα να φιλούσες

πράσινα να με αγάπαγες, πράσινα να ρωτούσες


Γιατί δεν είσαι πράσινος, γαλάζιε έρωτά μου,

και πρασινίζεις κόκκινα στη μαύρη αγκαλιά μου;


Γιάννη Κακουλίδη, Χάρρυ Κλυνν, «Το πράσινο τραγούδι» (δίσκος «Πατάτες», 1981) 


25/11/2023

Η 15ετία της πολιτικής Black Friday

Efsyn.gr, 25/11/2023


Επί της ουσίας δεν είχε τόσο άδικο ο Μητσοτάκης να παρομοιάσει τις εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ και τη διάσπασή του με εκπτώσεις Black Friday. Οσο άκομψο, κρύο και αγενές κι αν ήταν το σκονάκι που του πασάρανε, άλλο τόσο περιγράφει μια μακρόχρονη κατάσταση στο πολιτικό και κομματικό σύστημα. Μια κατάσταση όχι ακριβώς εκπτώσεων, με τη έννοια του κουρέματος της αρχικής ονομαστικής τιμής ενός αγαθού, αλλά μιας γενικής έκπτωσης της πολιτικής και της επιδραστικότητας του κομματικού ανταγωνισμού στη διακυβέρνηση της χώρας, των χωρών, του κόσμου. Η Black Friday της πολιτικής και των κομμάτων έχει διάρκεια τουλάχιστον 15 ετών και δεν έχει αφήσει χωρίς εκπτώσεις και κουρέματα κανένα κόμμα. Ούτε τη Ν.Δ. του καθησυχασμένου στον θρίαμβό του Μητσοτάκη.

Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο και δεν είναι κυρίως πολιτικό. Θα τοποθετούσα (με μεγάλο βαθμό αυθαιρεσίας, ομολογώ) την απαρχή του φαινομένου στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και σε όσα την ακολούθησαν. Η κρίση αυτή κατεδάφισε βεβαιότητες και εφησυχασμούς δεκαετιών. Εφερε τα τότε κόμματα εξουσίας μπροστά σε πρωτοφανή διλήμματα, που κανένα «μάνιουαλ» διακυβέρνησης, νεοφιλελεύθερο ή νεοκεϊνσιανό, δεξιό ή σοσιαλδημοκρατικό, δεν είχε προβλέψει. Κι αυτά τα διλήμματα διαπέρασαν όλο τον οικουμενικό καπιταλισμό. Από την αμερικανική μητρόπολή του μέχρι την αλαφιασμένη Ευρώπη. Προσπαθήστε να θυμηθείτε ποιοι ήταν αστέρες της διεθνούς πολιτικής πριν από 15 χρόνια και πού βρίσκονται σήμερα. Οχι απλώς γιατί γεράσανε και αποσύρθηκαν. Αλλά γιατί χάσανε και διασύρθηκαν.

Η χρηματοπιστωτική κρίση
και η κρίση χρέους που την ακολούθησε άλλαξε ριζικά το οικονομικό παράδειγμα. Ειδικά στην Ευρωπαϊκή Ενωση, που με πειραματόζωο κυρίως την Ελλάδα και δευτερευόντως τις άλλες μνημονιακές χώρες, θεσμοθέτησε το πιο ακραίο μείγμα «ορντολιμπεραλισμού»: πλήρης απορρύθμιση της οικονομίας και των αγορών, αλλά με κρατικό αυταρχισμό και άνωθεν/έξωθεν ρύθμιση. Τα τρία μνημόνια με τα οποία μετασχηματίστηκε βίαια η παραγωγική βάση και η κοινωνία της Ελλάδας είναι η πεμπτουσία αυτού του μείγματος.

Το πολιτικό προσωπικό και τα κόμματα που κλήθηκαν να διαχειριστούν τα πρωτοφανή μέτρα και την αναστολή της κρατικής κυριαρχίας στο όνομα του δανεισμού και της αποτροπής της κρατικής χρεοκοπίας, χρεοκόπησαν τα ίδια, το ένα μετά το άλλο. Η περίφημη «εσωτερική υποτίμηση» που επέβαλαν στην ελληνική οικονομία ΔΝΤ, Ε.Ε. και ΕΚΤ για το κομματικό σύστημα της χώρας, μεταφράστηκε σε μια Black Friday διαρκείας, στην οποία οι εκπτώσεις έφτασαν ακόμη και το 100%. Πού είναι το ΛΑΟΣ, η ΔΗΜΑΡ και οι ΑΝ.ΕΛΛ. που έγιναν κυβερνητικοί εταίροι των μνημονιακών κυβερνήσεων; Πού πήγε το ΠΑΣΟΚ του 44% το 2009; Πώς βυθίστηκε η Ν.Δ. στο εκλογικό ναδίρ του 18,8% τον Μάιο του 2012; Πού πήγε το 10% της Χρυσής Αυγής στις ευρωεκλογές του 2014; Πού πήγε το πρόθυμο «Ποτάμι» και ο ηγέτης του; Ποια ήταν η τύχη της ΛΑΕ του 2015, του ΜέΡΑ25 τα επόμενα χρόνια; Τι απέγινε ο κραταιός δικομματισμός της Μεταπολίτευσης; Και γιατί ο ατελής δικομματισμός τής μετά το 2015 περιόδου όχι απλώς έμεινε ατελής, αλλά κατέληξε στην ηγεμονία Μητσοτάκη και στον κατακερματισμό που τον πλαισιώνει στα αριστερά και στα δεξιά του;

Στις 13 εκλογικές αναμετρήσεις που μεσολάβησαν από το 2008 μέχρι σήμερα –και οι εκλογές είναι μόνο μία ένδειξη αυτού που έχει συντελεστεί– εκατομμύρια πολίτες διέτρεξαν όλο το πολιτικό φάσμα, από την άκρα Δεξιά μέχρι την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Οι μεταπηδήσεις τους από το ένα κόμμα στο άλλο ήταν το θυμικό αποτύπωμα των βίαιων αλλαγών που γίνονταν στη ζωή τους. Σχεδόν ο μισός οικονομικά ενεργός πληθυσμός βρέθηκε για κάποια περίοδο σε κατάσταση ανεργίας, που έφτασε στο 30%. Μικρές και μεγάλες περιουσίες αλλάξανε χέρια. Οικογένειες έχασαν τα σπίτια τους ή ζουν εδώ και χρόνια με την αγωνία του πλειστηριασμού και τους εκβιασμούς του εισπράκτορα. Μικροεπιχειρηματίες έχασαν τα μαγαζιά τους και τις μικρές ή μεγάλες πολυτέλειες που τους είχε χαρίσει η περίοδος της πιστοληπτικής αμεριμνησίας. Νέοι άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ελλάδα αναζητώντας δουλειά στο εξωτερικό. Η φτώχεια εισέβαλε βίαια ακόμη και στα άλλοτε ευημερούντα μεσαία στρώματα. Η παραγωγική και επιχειρηματική βάση της χώρας άλλαξε χέρια. Αλλοτε κραταιοί όμιλοι, ιδιωτικοί και κρατικοί, ελέγχονται από νέα και κυρίως ξένα «τζάκια». Και ο καπιταλισμός της πλατφόρμας γέμισε ταχύτατα τα μεγάλα κενά που άφησε πίσω του ο μνημονιακός, άναρχος οικονομικός μετασχηματισμός της χώρας.

Δεν συνέβη μόνο στην Ελλάδα
, σε αναλογίες καταγράφηκαν ανάλογες τεκτονικές αλλαγές κυρίως στον ευρωπαϊκό Νότο (Ιταλία, Ισπανία είναι ίσως τα εγγύτερα παραδείγματα), αλλά μόνο εδώ έγιναν τόσο βίαια, εκτεταμένα και αγκάλιασαν (ασφυκτικά έως θανάσιμα) τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας. Η οποία πέρασε από τεράστιες πολιτικές μεταπτώσεις: από τους αγανακτισμένους του 2011, στις μεγάλες προσδοκίες του 2014 και του 2015. Από την κορύφωση του δημοψηφίσματος, στην προσγείωση του τρίτου μνημονίου. Από την περίοδο «τσάι και συμπάθεια» με την Αριστερά, στο πείραμα με το σκληρό νεοφιλελεύθερο πρότζεκτ του Μητσοτάκη. Κανένα κόμμα, καμιά πολιτική δύναμη, ούτε καν η Ν.Δ. του τροπαιούχου Κυριάκου, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι στη διάρκεια αυτής της δεκαπενταετίας διέθετε μια κοινωνική συμμαχία με συνοχή και αντοχή στις μνημονιακές και μεταμνημονιακές «κακουχίες». Με εξαίρεση την «ανακαινισμένη» επιχειρηματική ελίτ, που πλέει πια σε πελάγη κερδοφορίας και αναπτυξιακής ανάτασης και έχει κάνει τις βασικές πολιτικές επιλογές της, όλα τα άλλα κοινωνικά στρώματα απλώς επιπλέουν σε πελάγη ρευστότητας. Η σχέση τους με την πολιτική έχει γίνει περιστασιακή, συγκυριακή, οι προσδοκίες χαμηλές, οι ιδεολογικές ταυτίσεις όλο και πιο χαλαρές, η αίσθηση ότι η διακυβέρνηση της χώρας ούτως ή άλλως είναι στον αυτόματο πιλότο και ότι οι προγραμματικές διαφορές ανάμεσα στα κόμματα γίνονται όλο και πιο επουσιώδεις είναι διάχυτη.

Αυτή πάνω κάτω είναι η βάση της πολιτικής Black Friday, που επιφέρει εκπτώσεις-σοκ στις τιμές όλου του κομματικού συστήματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η έσχατη διάσπασή του, η θεαματική συρρίκνωση της επιρροής του είναι συμπτώματα της μακράς περιόδου εκπτώσεων που επιβάλλουν οι απογοητευμένοι και αποθαρρημένοι «καταναλωτές» της πολιτικής και υιοθετεί με παράδοξη προθυμία το μάρκετινγκ του κομματικού μας σύμπαντος. Αλλά σε αυτό το σκηνικό κανείς σ’ αυτό το σύμπαν δεν μπορεί να νιώθει ασφαλής. Ούτε η Ν.Δ. Η αίσθηση πως κανείς και τίποτα δεν απειλεί την ηγεμονία της μπορεί ταχύτατα να αποδειχτεί πλάνη. Εστω κι αν η επόμενη απειλή μπορεί να έρθει από τα ακροδεξιά της.




ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ



Μαντλίν Ασερ: …Οι άντρες, συντριβάνια σπέρματος, κι οι γυναίκες, εργοστάσια που βγάζουν τι; Ενα εξαθλιωμένο εργατικό δυναμικό, που μόνο εργάζεται και ξοδεύει τα λιγοστά που βγάζει καταναλώνοντας. Και τι τους διδάσκουμε να θέλουν; Απιαστα σπίτια. Αμάξια που δηλητηριάζουν τον αέρα. Πλαστικά μιας χρήσης, ρούχα που φτιάχνονται από νηστικά παιδιά σε χώρες του τρίτου κόσμου, και τα θέλουν τόσο πολύ, που ικετεύουν γι’ αυτά, ουρλιάζουν γι’ αυτά, επιμένουν γι’ αυτά. Και το πρόβλημα είμαστε εμείς; Αυτά τα γαμημένα τέρατα, αυτοί οι γαμημένοι καταναλωτές, τα γαμημένα στόματα. Δείχνουν λες και εμείς είμαστε το πρόβλημα. Εκείνοι μας εφηύραν.

Μάικ Φλάναγκαν, «Η πτώση του οίκου των Ασερ» (η σειρά στο Netflix)


Υ,Γ, Η στήλη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ αυτό το σαββατοκύριακο μόνο στην ηλεκτρονική έκδοση της "ΕφΣυν", λόγω συνωστισμού ύλης στην έντυπη.

12/11/2023

Η εικαζόμενη συναίνεση και τα λύτρα του Predator

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 11-12/11/2023

 Στην ταινία «How to have sex» της Βρετανίδας Μόλι Μάνινγκ Γουόκερ, που παίζεται εδώ και δύο εβδομάδες στους κινηματογράφους, μια παρέα τριών κοριτσιών από τη Βρετανία, στο κατώφλι της τυπικής ενηλικίωσης, έρχονται στην Ελλάδα, στα Μάλια της Κρήτης, για διακοπές και ξεσάλωμα. Το ξεσάλωμα περιλαμβάνει τα πάντα (όχι απαραίτητα ήλιο και θάλασσα): αλκοόλ, ουσίες, πάρτι και χορό μέχρι τελικής πτώσης, γνωριμίες και σεξ. Σεξ με οποιονδήποτε τους αρέσει ή δεν τους αρέσει, αλλά προσφέρεται. Σεξ, όχι απαραίτητα για την έλξη, την επιθυμία, την απόλαυση, αλλά για την επιβεβλημένη εμπειρία που θα τις εισαγάγει στον κόσμο των ενηλίκων. Κάτι σαν δοκιμασία μύησης που επιτρέπει την ένταξη σε ομάδες και κύκλους συνομιλήκων, όπου το στάτους, η δημοφιλία και η αποδοχή καθεμιάς/καθενός είναι ευθέως ανάλογη με τον αριθμό εμπειριών που έχει συλλέξει. Η Τάρα, κεντρική φιγούρα της ιστορίας, μπαίνει με ένα μείγμα δισταγμού, καταναγκασμού και αποφασιστικότητας στη δοκιμασία της ερωτικής μύησης, αλλά η εμπειρία είναι τραυματική, το λεπτό σύνορο μεταξύ συγκατάθεσης και κακοποίησης παραβιάζεται από τον τυχαίο και θεωρητικά εμπειρότερο παρτενέρ της που εκλαμβάνει τη σιωπή, την απουσία ενός «όχι», μιας κραυγής, μιας βίαιης απώθησης ως συναίνεση. 

Πάνω στο θολό πεδίο της εικαζόμενης συναίνεσης συντελούνται καθημερινά μικρά και μεγάλα εγκλήματα. Και η αναφορά στην ταινία είναι ένα πρόσχημα, μια αφορμή για να μπούμε σε μια μαζική παραβίαση του ορίου της συγκατάθεσης που συντελείται εδώ και πολλά χρόνια εις βάρος δισεκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν στον κόσμο του Ιντερνετ και των σόσιαλ μίντια. Είναι εντυπωσιακό το πώς η προστασία που υποτίθεται ότι θέλησαν να μας παράσχουν οι παρεμβάσεις των κρατικών και ρυθμιστικών αρχών, εθνικών ή διεθνών, από απειλούμενες παραβιάσεις της ιδιωτικότητας, των προσωπικών δεδομένων μας, του δικαιώματος να λέμε «όχι» σε μια επιθετική ή παραπλανητική συμπεριφορά των κυρίαρχων του Διαδικτύου, έχει μετατραπεί στο ακριβώς αντίθετό της. Σε μια ολοκληρωτική έκθεσή μας σε αλγοριθμικές πρακτικές που εικάζουν τη συναίνεσή μας. 

Στη δεκαετία του 2000, όταν επιβλήθηκαν οι πρώτες ευρωπαϊκές οδηγίες προστασίας των προσωπικών δεδομένων, χιλιάδες επιχειρήσεις γέμισαν τα έντυπα με υποχρεωτικές καταχωρίσεις δηλώσεων συμμόρφωσης στους νέους κανόνες. Κι έτσι, υποτίθεται ότι καθάρισαν, θεσμοθετήθηκαν και οι ανάλογες ανεξάρτητες αρχές επιτήρησης, κι όλοι υποδυόμαστε ότι τα προσωπικά μας δεδομένα είναι ασφαλή. Οποιαδήποτε χρήση τους είχε την «εικαζόμενη συναίνεσή» μας, έστω κι αν αυτή ήταν ένα απλό «τικάρισμα» σε ένα έντυπο ανάμεσα σε δεκάδες που απαιτούσαν την υπογραφή μας. 

Με τον καιρό και την ιλιγγιώδη ανάπτυξη των ψηφιακών εφαρμογών, η γραφειοκρατία της εικαζόμενης συναίνεσης κατέστη σχεδόν περιττή. Τα προσωπικά δεδομένα μας ήταν διαθέσιμα, άθελά μας, σε δεκάδες άλλες εφαρμογές που συλλέγονταν σε τεράστιες βάσεις δεδομένων, διαθέσιμες και για πώληση σε πολλούς ενδιαφερόμενους. Και τα δεδομένα μας δεν ήταν τόσο το «όνομα, διεύθυνση, τηλέφωνο», όσο οι συνήθειες, τα γούστα, τα ενδιαφέροντα, οι ιδιοτροπίες μας, το ίχνος των οποίων αφήναμε κατά την καθημερινή περιπλάνησή μας στον ωκεανό του διαδικτύου. 

Οταν κι αυτό ξεπέρασε ένα ανεκτό επίπεδο ενόχλησης και επικινδυνότητας, ήρθαν το δεύτερο και το τρίτο κύμα ρύθμισης αυτής ανεξέλεγκτης αγοράς συλλογής προσωπικών ενδιαφερόντων (όχι μόνο δεδομένων πλέον). Ηρθαν νέοι κανόνες από την Ε.Ε., υποτιθέμενο τελευταίο οχυρό στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, και τότε εκατομμύρια ιστότοποι ενημέρωσης, ψυχαγωγίας ή εμπορικών συναλλαγών πλημμύρισαν με cookies, που χωρίς την ενεργοποίησή τους, πάντα με βάση την «εικαζόμενη συναίνεσή» μας, είναι αδύνατη η πλοήγηση σε αυτές ή η τουλάχιστον η χρήση όλων των δυνατοτήτων τους. Αναρωτηθείτε: πόσες φορές τη μέρα πατάτε «αποδοχή» στο μήνυμα κάθε ιστοσελίδας που σας προειδοποιεί για τη χρήση cookies; Και πόσες φορές αποφεύγετε τη «μερική αποδοχή», γιατί πρέπει να διαβάσετε έναν σκασμό ακατανόητες τεχνικές λεπτομέρειες; Ολη η «εικαζόμενη συναίνεση» για να κάνετε απλώς τη δουλειά σας τελειώνει με ένα απλό κλικ. Ακολουθεί ένας βομβαρδισμός χρήσιμων ή άχρηστων διαφημιστικών μηνυμάτων, ενίοτε στα όρια του διανοητικού βιασμού, αλλά τι να κάνουμε, αυτή η εικαζόμενη συναίνεση ταΐζει όχι μόνο τις GAFAM, τους άρχοντες του ίντερνετ, αλλά και χιλιάδες μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις που σιτίζονται από τα διαφημιστικά ψιχία που τους κατανέμουν οι κολοσσοί. Ετσι, άλλο έναν προστατευτικό μηχανισμό, με τη βούλα της Ε.Ε., οι μάγοι των αλγορίθμων τον μετέτρεψαν σε ολετήρα της ιδιωτικότητας. 

Το τελευταίο επεισόδιο της ψηφιακής μας περιπέτειας γράφεται τις μέρες αυτές, με τον εκβιασμό που ασκεί ο Ζούκερμπεργκ της Meta, του Φου Μπου, του Ινσταγκραμ και των λοιπών μέσων κοινωνικής υποδούλωσης σε εκατομμύρια Ευρωπαίους χρήστες τους. Εγραψε ο Γ. Μπαζαίος το εξαιρετικά κατατοπιστικό «Χαράτσι ή… παρακολούθηση» («Εφ.Συν.» 10/11/2023), αλλά όσοι είναι χρήστες των σόσιαλ θα έχουν ήδη διαπιστώσει τον (εκ)βιασμό: ή συναινείτε στη χρήση των δεδομένων σας για τον βομβαρδισμό σας για εξατομικευμένες διαφημίσεις ή πληρώνετε για χρήση του Φου Μπου και του Ινστραγκραμ χωρίς αυτές. Είναι ένας προκλητικός σαρκασμός της υποτιθέμενης απόπειρας της Ε.Ε. να βάλει φρένο στην ανεξέλεγκτη επεξεργασία των δεδομένων και της συμπεριφοράς μας στα σόλιαλ από την πολυεθνική, αλλά ως βασίλειο ελεύθερης αγοράς, που δεν επέτρεψε να μπει πλαφόν ούτε στο ρεύμα στη χειρότερη ενεργειακή κρίση της ιστορίας της, αποκλείεται η Ε.Ε. να πει όχι στο «δικαίωμα» του Ζούκερμπεργκ να τιμολογεί όσο θέλει τη ρητή άρνηση συναίνεσης στον προσωποποιημένο διαφημιστικό «βιασμό» μας. Τα 10 ή 15 ευρώ που ζητάει τον μήνα είναι τα λύτρα για την ελευθερία από την επιτήρηση, την παρακολούθηση, τον εμπορικό χαφιεδισμό. 

Το επόμενο βήμα θα είναι οι έμποροι της επιτήρησης και των λογισμικών παρακολούθησης, των Predator, Pegasus και λοιπών, να ζητούν αμοιβή μη παγίδευσης των επικοινωνιών μας. Αρνηση καταβολής θα αποτελεί εικαζόμενη συναίνεση. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Ο ανθρώπινος νους δεν είναι, όπως το ChatGPT και τα παρόμοια του, μια βαρετή στατιστική μηχανή για την αντιστοίχιση μοτίβων, που συλλέγει εκατοντάδες terabyte δεδομένων και προεκθέτει την πιο πιθανή απάντηση συνομιλίας ή την πιο πιθανή απάντηση σε μια επιστημονική ερώτηση. Αντίθετα, το ανθρώπινο μυαλό είναι ένα εκπληκτικά αποτελεσματικό και κομψό σύστημα που λειτουργεί με μικρές ποσότητες πληροφοριών. Επιδιώκει να μη συμπεράνει ωμούς συσχετισμούς μεταξύ των δεδομένων αλλά να δημιουργήσει εξηγήσεις […] Ας σταματήσουμε να το αποκαλούμε (σ.σ. το ChatGPT) «Τεχνητή Νοημοσύνη» και ας το ονομάσουμε αυτό που είναι: «λογισμικό λογοκλοπής». Μη δημιουργείτε τίποτα, αντιγράψτε υπάρχοντα έργα από υπάρχοντες καλλιτέχνες και αλλάξτε το αρκετά για να ξεφύγετε από τους νόμους περί πνευματικών δικαιωμάτων. 

Νόαμ Τσόμσκι, «Η ψευδής προσδοκία του ChatGPT», New York Times, 8/3/2023

04/11/2023

Οι τράπεζες ως στρατηγικοί κακοπληρωτές

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 4-5/11/2023


Οι αριθμοί δεν λένε πάντα την αλήθεια ή δεν λένε όλη την αλήθεια, αλλά μερικές φορές είναι η μοναδική ένδειξη για να καταλάβουμε πού πατάμε και πού βαδίζουμε. Εχουμε και λέμε λοιπόν: βγαίνουν οι διοικήσεις των τραπεζών η μια μετά την άλλη και ανακοινώνουν περιχαρείς αυξήσεις εσόδων από τόκους και προμήθειες 50% και πάνω, αντίστοιχες αυξήσεις κερδών και θηριώδεις μειώσεις των «κόκκινων» δανείων που μένουν στα χαρτοφυλάκιά τους, ξεφορτώνοντας τα σαπάκια στα φαντ και στους σέρβισερς που θα κάνουν τη λοιπή βρομοδουλειά. Προαναγγέλλουν επίσης, και κάποιες ήδη το έχουν κάνει, την πλήρη επανιδιωτικοποίησή τους, με την περίφημη αποεπένδυση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), δηλαδή την πώληση κοψοχρονιά των μεριδίων που έχει το Δημόσιο στις τράπεζες για τα σχεδόν 50 δισ. ευρώ που έβαλε από το 2011 και μετά για τις ανακεφαλαιοποιήσεις τους, δηλαδή τη διάσωσή τους. Το παρουσιάζουν δε αυτό ως μια μείζονα δική τους επιτυχία, λες και τα χρήματα που έβαλε το Δημόσιο και θα πληρωθούν μέχρι τελευταίου σεντ από τους φορολογούμενους μέχρι και το 2060 μ.Χ. κόπηκαν από το περίφημο λεφτόδενδρο, που δεν υπάρχει για κανέναν άλλο πλην του χρηματοπιστωτικού Λεβιάθαν. 

Τι μας κόστισαν τα τρία κύματα ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, εκτός από τον πόνο και την καταστροφή που μοίρασαν γενναιόδωρα στην ελληνική κοινωνία, μαζί με τους λοιπούς μνημονιακούς ολετήρες; Τυπικά περίπου 46 δισ. ευρώ, αλλά καθώς έρχεται η ώρα της απο-κεφαλαιοποίησης (αποεπένδυσης) για το Δημόσιο, πρέπει να δούμε τι θα μείνει στο κρατικό ταμείο. Ειδικά όταν συναλλάσσεσαι με τράπεζες και το τελευταίο ευρώ μετράει, σωστά; Σκεφτείτε ότι μπορεί να έχετε έναν ξεχασμένο λογαριασμό από εποχής δραχμής, για παράδειγμα, με ένα υπόλοιπο 90 λεπτών και η καλή τράπεζα να εξακολουθεί να σας στέλνει ενημερώσεις και προειδοποιήσεις απενεργοποίησής του, τόσο λεπτολόγες είναι. Ερχονται λοιπόν δύο αναλυτές του ΚΕΠΕ, που δεν το λες και «δεξαμενή» της μαρξιστικής σκέψης, και κάνουν τον πρώτο αδρό υπολογισμό: α) τα 46 δισ. ευρώ που έχει βάλει το Δημόσιο στις τράπεζες ισοδυναμούν με το 170% των ιδίων κεφαλαίων τους, πράγμα που τις καθιστά «οιονεί Δημόσιο» (θου Κύριε…), β) με βάση τη σημερινή κεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών, η πλήρης πώληση των μεριδίων του Δημοσίου σε αυτές το αργότερο μέχρι το 2025 θα φέρει ζημιά πάνω από 40 δισ. ευρώ, μια και τα έσοδα που θα μείνουν στο κρατικό ταμείο δεν θα ξεπερνούν τα 4 δισ. ευρώ, γ) με βάση τη διεθνή εμπειρία και πρακτική στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, ο απολογισμός αυτής της καταστροφής πρέπει να γίνει δημόσια και με πλήρη διαφάνεια. Ακόμη και στις ΗΠΑ, που έδωσαν πολλαπλάσια για να σώσουν όσες τράπεζες δεν άφησαν να χρεοκοπήσουν (σχεδόν 700 δισ. δολάρια), στο τέλος έμεινε κι ένα κέρδος 45 δισ. δολαρίων για το Δημόσιο.

Δεν έχω την παραμικρή ελπίδα και προσδοκία ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, οι ίδιες οι τράπεζες και οι επόπτες τους στη Φρανκφούρτη ή στην Αθήνα, που ζουν τον μύθο του ελληνικού success story, θα μπουν στον κόπο του απολογισμού και καταλογισμού για τη ζημιά που υφίσταται το Δημόσιο, που θα μπορούσε να θεωρηθεί και διασπάθιση δημόσιου χρήματος για την οποία κάποιος/κάποιοι θα έπρεπε να πληρώσουν (εκτός από τους μλκς που θα ξεπληρώνουμε το χρέος). Αλλά αν αυτή είναι μια ηθικά και πολιτικά αποδεκτή συναλλαγή για τον τραπεζικό μας πολιτισμό, δηλαδή το κράτος να δανείζει τις τράπεζες με 46 δισ. και να αποδέχεται τη διαγραφή του 90% της αξίωσής του, ότι δηλαδή με 3-4 δισ. ευρώ πάει, ξόφλησαν οι τράπεζες, γιατί να μην καταστεί αυτό κανόνας και για τα δάνεια των «κόκκινων» δανειοληπτών; Από τα περίπου 100 δισ. «σαπάκια», έναντι των οποίων οι ίδιες οι τράπεζες και τα αντ’ αυτών γεράκια κυνηγάνε νοικοκυριά και περιουσίες, με 10 δισ. ευρώ θα καθάριζαν όλοι, σωστά; Τίμια εξήγηση δεν είναι; Εξάλλου, δεν είναι κρίμα οι αγαπημένες μας τράπεζες, που βλέπουν δολιότητα και σκοτεινούς σχεδιασμούς πίσω από κάθε αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων, να κολλήσουν τη ρετσινιά των κατεξοχήν στρατηγικών κακοπληρωτών της οικονομικής μπανανίας μας; 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Ληστέψανε την τράπεζα

και τι με νοιάζει εμένα

δεν είμαι με κανέναν.

Σου λέω καλά της κάνανε

γιατί μας προκαλούσε...

γεμάτη εκατομμύρια, 

ενώ κι ο Θεός πεινούσε!


Περαστικοί, αδιάφορα,

εκάτσαν κι εκοιτούσαν.

Του διευθυντή της οι κοιλιές,

κι αυτούς τους ενοχλούσαν.


Κάποιος πανικοβλήθηκε

μπας κι ήτανε ο γυιος του

κι ο ιδρωμένος λογιστής,

μπας κι ήταν ανεψιός του

κι όσο για τον ταμία

που πήγε ν' αμυνθεί,

όταν αναρωτήθηκε 

για ποιον και το γιατί,

«στα τέτοια μου» ψιθύρισε

και γέμισε τις τσάντες.


Παύλος Σιδηρόπουλος,  «Αντε... και καλή τύχη μάγκες!»


Requiem for a dream

 Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης    ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026   Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...