20/01/2024

Οι φάσεις της ζωής και η αφασία της πολιτικής

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 19-20/1/2024


 Στην ταινία του Θόδωρου Μαραγκού «Μάθε παιδί μου γράμματα» (1981), ο Δημοσθένης (ο μακαρίτης Κώστας Τσάκωνας) κάνει την ανασκόπηση της ζωής του με τη θρυλική ατάκα: «Εξι χρόνια στο Δημοτικό. Εξι χρόνια στο Γυμνάσιο, δώδεκα. Εξι χρόνια στο Πολυτεχνείο, δεκαοχτώ. Εξι χρόνια στο εξωτερικό, είκοσι τέσσερα. Και έξι χρόνια μέχρι που να πάω σχολείο, τριάντα. Μέχρι τα τριάντα έξι που είμαι, ακόμα άλλα έξι χρόνια. Πού πήγανε; Τι γίνανε έξι χρόνια;»

 Προφανώς ο νυν υπουργός Παιδείας Κυριάκος Πιερρακάκης, γεννημένος το 1983, δύο χρόνια αφότου η ταινία έκανε πάταγο, με πάνω από 320.000 εισιτήρια, δεν την έχει δει. Ή κι αν την έχει δει αδυνατεί να συλλάβει το νόημά της. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγήσει κανείς την ευκολία με την οποία απεφάνθη, μιλώντας σε φόρουμ για την τεχνητή νοημοσύνη, ότι «η ζωή τριών φάσεων έχει τελειώσει». Οπου τρεις φάσεις της ζωής, ο παραδοσιακός διαχωρισμός μεταξύ μάθησης, εργασίας και συνταξιοδότησης. 

Ο συλλογισμός του υπουργού είναι απλός: η τεχνολογία είναι ο βασικός επιταχυντής των εξελίξεων στην παραγωγική διαδικασία, τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα θα ζήσουν πάνω από 100 χρόνια και θα χρειαστούν δεξιότητες για δουλειές κι επαγγέλματα που δεν υπάρχουν ακόμη, άρα το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να προσαρμοστεί σ’ αυτή την προοπτική. Δεν μας εξήγησε ο υπουργός πόσες και ποιες είναι οι φάσεις της νέου τύπου ζωής που πρέπει να τρέξει πίσω από τον επιταχυντή τεχνολογία. Υποθέτουμε ότι εννοεί μια επιμήκυνση της μαθησιακής φάσης, με βαθιά διείσδυσή της στην εργασιακή φάση (χοντρικά αυτό που λέμε διά βίου μάθηση), ένα θόλωμα ή και εξαφάνιση των ορίων μεταξύ εκπαίδευσης και απασχόλησης, και επίσης μια ακόμη μεγαλύτερη επιμήκυνση της εργασιακής φάσης, με μετάθεση της συνταξιοδότησης όλο και πλησιέστερα στο νέο προσδόκιμο επιβίωσης, τα 100 χρόνια και κάτι που υπολογίζει -και σωστά- ο υπουργός. Οι Γερμανοί τεχνοκράτες θεωρούν θέμα χρόνου τη μετάθεση του ορίου συνταξιοδότησης στα 70 και κάτι. 


Αν ο Τσάκωνας ζούσε, ως Δημοσθένης του «Μάθε παιδί μου γράμματα», θα ήταν σήμερα 80 και κάτι και θα είχε να αντιμετωπίσει μια πιο δύσκολη αριθμητική: «6 χρόνια στο Δημοτικό, 6 χρόνια στο Γυμνάσιο/Λύκειο, 6 χρόνια στο Πανεπιστήμιο, 6 χρόνια στα μεταπτυχιακά, 6 χρόνια στην επανακατάρτιση, 16 στη διά βίου εκπαίδευση, 22 στην πλήρη απασχόληση, 74 μαζί με τα 6 πριν πάω σχολείο. Μέχρι τα 80 που είμαι, μένουν άλλα 6, αλλά ακόμη δεν έχω πάρει σύνταξη. Πού πήγαν τα άλλα έξι;» Κι αυτό αν υποθέσουμε ότι θα του έλειπαν μόνο έξι. Είναι απίθανο ο κ. Πιερρακάκης να μπορούσε να του λύσει την απορία για το πού και πώς κατακερματίστηκε και χάθηκε μια ολόκληρη «φάση ζωής». 

Η διαπίστωση του υπουργού Παιδείας πως η ζωή των τριών φάσεων έχει τελειώσει δεν έχει την παραμικρή χρησιμότητα. Αν είχε ζήσει ως ενήλικας στη δεκαετία του ’80 θα είχε την ευκαιρία να καταλάβει ότι τέτοια κανονικότητα δεν υπήρξε ποτέ, τουλάχιστον όχι για τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας. Ολες οι φάσεις της ζωής είχαν χάσματα, ρήγματα, απότομες διακοπές. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν άβατο για τα φτωχότερα στρώματα, άρα η μαθησιακή φάση διακοπτόταν για τους περισσότερους το πολύ στα 16 χρόνια, κι αμέσως μετά ανοιγόταν μπροστά τους η αχανής εργασιακή φάση, που μπορεί να είχε κρίσεις, ανεργία και τεχνολογικά σοκ. 

Α ναι, η τεχνολογία ήταν πάντα επιταχυντής, κύριε Πιερρακάκη, δεν έγινε τώρα λόγω ψηφιακής μετάβασης. Αν ζούσε στη δεκαετία του ’80 ο υπουργός, ίσως είχε την εμπειρία της αποβιομηχάνισης, της παρακμής της κλωστοϋφαντουργίας, των λουκέτων στα λιγοστά δείγματα εγχώριας βαριάς βιομηχανίας που άφηναν κατά δεκάδες χιλιάδες εργάτες άνεργους, οι οποίοι έπρεπε να γίνουν κάτι άλλο: υπάλληλοι δήμων, να πάνε στις κατασκευές, στο εμπόριο, στον τουρισμό, στις υπηρεσίες. Κι όσοι ήταν μεγαλύτεροι και δεν είχαν το περιθώριο της επανακατάρτισης, συσσωρεύονταν στον προθάλαμο του συνταξιοδοτικού συστήματος, με τα όρια ηλικίας να ακροβατούν μεταξύ του χαμηλού προσδόκιμου ζωής -μόλις 75 το 1980- και της πρόωρης απόσυρσης των περιττών από την αγορά εργασίας. 

Ας ρωτήσει ο υπουργός Παιδείας τους επιζώντες του Μεγάλου Πολέμου ή της μεταπολεμικής περιόδου τι περιλάμβαναν οι τρεις φάσεις της ζωής τους: θανάτους, απώλειες, εξορίες, αποκλεισμούς από το εκπαιδευτικό σύστημα ή την αγορά εργασίας, πιστοποιητικά φρονημάτων, μετανάστευση, εσωτερική κι εξωτερική, τρένα που μετέφεραν τους ανθρώπους στο Σαρλερουά ή στη Στουτγάρδη, πλοία που τους άδειαζαν στο Σίδνεϊ ή στη Νέα Υόρκη, με μια βαλίτσα και μηδενικές δεξιότητες. Κάποιοι δεν ξέραν να γράφουν τ’ όνομά τους. 

Κι αν αυτό του φαίνεται πολύ μακρινό, εξωτικό και ξεχασμένο, ας ρωτήσει τη γενιά των μνημονίων σε ποια φάση ζωής εντάσσει τα δέκα και πλέον χαμένα χρόνια της χρεοκοπημένης οικονομίας και της φτωχοποιημένης κοινωνίας. Δέκα χρόνια που συγχώνευσαν για εφήβους, ενήλικες και υπερήλικες τις τρεις φάσεις της ζωής σε μία: τη φάση της απόγνωσης και του μεγάλου θυμού, που σχεδόν εξάλειψε το χάσμα των γενεών, αφού σχεδόν όλοι βουτήχτηκαν στον ίδιο σκατόλακκο. 

Φυσικά και έρχεται το νέο, μεγάλο τεχνολογικό σοκ. Η αυτοματοποίηση της παραγωγής και η τεχνητή νοημοσύνη αχρηστεύουν μαζικά δεξιότητες και επαγγέλματα. Ακόμη και το ΔΝΤ «ανησυχεί» για τα εκατοντάδες εκατομμύρια θέσεις εργασίας που θα καταργηθούν όσο οι πολυεθνικοί όμιλοι ενσωματώνουν τεχνολογικές δυνατότητες που υποκαθιστούν ακόμη και τη σκέψη, τη φαντασία και την ανθρώπινη επινοητικότητα. Κανονικά θα έπρεπε όλοι να πανηγυρίζουμε γι’ αυτή την εξέλιξη, που υπόσχεται απαλλαγή από βαριές και βαρετές εργασίες. Μια δίκαιη και ορθολογική κατανομή των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης φέρνει δραματική μείωση της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας. Δουλειά μιας ώρας θα μπορούσε να αντιστοιχεί στα εξοντωτικά 16ωρα της πρωταρχικής συσσώρευσης του 18ου αιώνα ή στα 10ωρα του βιομηχανικού έπους του 19ου και του 20ού, που παρήγαν μαζικά πρώτες ύλες, αγαθά και πτώματα. Ξέρουμε, όμως, ότι για πολλές δεκαετίες αυτό δεν θα συμβεί. Η απαλλοτρίωση της τεχνητής νοημοσύνης από τους μεγάλους άρπαγες μετασχηματίζει τις τρεις φάσεις της ζωής σε σκοτεινά επεισόδια του «Μαύρου Καθρέφτη». Και ο υπουργός Παιδείας απλώς μας προπονεί γι’ αυτά, μας τα παρουσιάζει ως μοιραία και μη αναστρέψιμα δεδομένα. 

Αλλά δουλειά της πολιτικής και των πολιτικών, δουλειά των τεχνοκρατών της διακυβέρνησης δεν είναι να διαπιστώνουν αυτά που ήδη ξέρουμε και καταλαβαίνουμε. Δουλειά τους είναι να αποτρέπουν, να φρενάρουν ή να επιταχύνουν τις κινήσεις και αποφάσεις των χιλιάδων επιταχυντών της τεχνολογίας, που αποφασίζουν για πάρτη τους, με βάση τους κερδοσκοπικούς στόχους τους, μετατρέποντας τα θαύματα της ανθρώπινης διάνοιας σε τεράστιες κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις. Η αφασία της πολιτικής είναι η χειρότερη απειλή για τις φάσεις της ζωής, είτε είναι τρεις είτε δεκατρείς.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: HAL, παρά την τεράστια ευφυΐα σου, απογοητεύεσαι ποτέ από την εξάρτησή σου από τους ανθρώπους για την εκτέλεση των πράξεών σου;

HAL 9000: Ούτε στο παραμικρό. Μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους. Εχω μια δημιουργική σχέση με τον δρα Πουλ και τον δρα Μπάουμαν. Οι αρμοδιότητες της αποστολής μου εκτείνονται σε όλη τη λειτουργία του διαστημόπλοιου και έτσι είμαι συνεχώς απασχολημένος. Χρησιμοποιώ τον εαυτό μου στον μέγιστο δυνατό βαθμό, κι αυτό είναι το μόνο που νομίζω ότι κάθε συνειδητή οντότητα ελπίζει να κάνει.

Στάνλεϊ Κιούμπρικ, Αρθουρ Κλαρκ. «2001, Οδύσσεια του Διαστήματος»

14/01/2024

Η Μπέλα Μπάξτερ στο Αουσβιτς

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 13-14/1/2024



 Στις εορταστικές και μεθεόρτιες μαζώξεις φίλων και συγγενών δεν έλειψαν και κάποιες σiνεφίλ συζητήσεις, με τις αισθητικές και ιδεολογικές διαφωνίες αναπόφευκτες, για τα δυο κινηματογραφικά γεγονότα των ημερών: τα «Χαμένα κορμιά» του Γιώργου Λάνθιμου και τη «Ζώνη ενδιαφέροντος» του Τζόναθαν Γκλέιζερ. 

Εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχει το παραμικρό σημείο επαφής ανάμεσα στις δυο ταινίες, εκτός από το γεγονός ότι για διαφορετικούς λόγους και οι δυο έχουν πάμπολλες διακρίσεις και βραβεύσεις στα κινηματογραφικά φεστιβάλ. Σε όλα τα άλλα διαφέρουν. 

Η πρώτη είναι μια κωμωδία πυκνής δράσης και σαρκασμού, στην οποία τα πάντα λέγονται και δείχνονται στη στιλπνή, άλλοτε ασπρόμαυρη άλλοτε εκτυφλωτικά έγχρωμη εικόνα της οθόνης. Η δεύτερη είναι μια περίπλοκη οπτικοακουστική εμπειρία, της οποίας η ιστορία που αφηγείται ή υπονοεί εκτυλίσσεται εντός και κυρίως εκτός κινηματογραφικού κάδρου. Η πρώτη είναι η συναρπαστική, σουρεαλιστική περιπλάνηση της Μπέλα Μπάξτερ από τον ψυχρό ευρωπαϊκό Βορρά στον ζεστό μεσογειακό Νότο και, αντίστροφα, μια εκρηκτική εναλλαγή τοπίων, χρωμάτων και συναισθημάτων. Η δεύτερη εξαντλείται σε μερικές δεκάδες στρέμματα κήπων, αλσυλίων και ενός μικρού ποταμού που περιβάλλει το ειδυλλιακό ενδιαίτημα της οικογένειας του διοικητή του μεγαλύτερου ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης και του πιο «παραγωγικού» εργοστασίου θανάτου, του Ρούντολφ Ες (του διοικητή, όχι του στρατηγού). Η ταινία του Λάνθιμου (και το βιβλίο του Αλιστερ Γκρέι) μπορεί να «διαβαστεί» σαν μια ελλειπτική ανασκόπηση της ατελούς πορείας της ανθρωπότητας προς τη χειραφέτηση από τη σκοπιά της γυναίκας. Η ταινία του Γκλέιζερ φωτίζει, αντιθέτως, τη βύθιση της ανθρωπότητας στο πιο ζοφερό σημείο της ιστορίας της. 

Δείτε τις ταινίες, δεν θα πω πολλές λεπτομέρειες. Αλλωστε για το «Poor Things» έχουν γραφτεί τόσα που είναι σαν να έχουν δει την ταινία κι αυτοί που δεν την έχουν δει. Αντίθετα, για τη «Ζώνη ενδιαφέροντος» όσα έχουν γραφτεί και λεχθεί είναι μάλλον αδύνατο να υποκαταστήσουν την εμπειρία της θέασης. Η συσχέτιση των δυο ταινιών δεν είναι απαραίτητη, πιθανότατα είναι εντελώς άσχετες μεταξύ τους και η επιχείρηση διασταύρωσης δεν υπηρετεί τίποτα άλλο εκτός από τη δική μου διαστροφή. 

Υπάρχει λοιπόν κάτι κοινό ανάμεσα στις δυο ταινίες; Ναι, θα έλεγα εγώ. Είναι η διαχείριση του ανθρώπινου σώματος ως αναλώσιμου υλικού. Η Μπέλα Μπάξτερ είναι το κατασκεύασμα ενός ιδιοφυούς επιστήμονα, ενός ακόμη ημίτρελου Φρανκενστάιν, που και ο ίδιος είναι το τερατώδες αποτέλεσμα πειραμάτων του πατέρα του στο σώμα του, «στο όνομα της επιστήμης, της προόδου και της ανάπτυξης». Μόνο που το «σώμα» Μπέλα Μπάξτερ, αφού περνάει όλα τα στάδια της κατά Φρόιντ (ή Πιαζέ) ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης (στοματικό, πρωκτικό, φαλλικό κ.λπ.), ανακαλύπτει την ελευθερία της βούλησης, της επιλογής και της αυτοδιάθεσής της. Ακόμη κι όταν διαθέτει το σώμα της ως εμπόρευμα, δηλαδή εκπορνεύεται μαθαίνοντας ότι το χρήμα είναι πολύ ισχυρότερο μέσο από τον πόθο στη σεξουαλική συναλλαγή, το κάνει με όρους αυτοκυριαρχίας. Η Μπέλα Μπάξτερ γίνεται κύρια του σώματός της, έστω κι αν είναι προϊόν μιας τερατώδους συναρμολόγησης. 

Στη «Ζώνη ενδιαφέροντος» τα ανθρώπινα σώματα που πρωταγωνιστούν στα κινηματογραφικά κάδρα, ο διοικητής του Αουσβιτς Ρ. Ες, η γυναίκα του Χέντγουικ, τα παιδιά τους, το υπηρετικό προσωπικό (Εβραίοι κρατούμενοι) που τους ταΐζει, τους καθαρίζει, που περιποιείται το σπίτι, τους κήπους, τα παρτέρια με τα λουλούδια και τα κηπευτικά, όλα όσα συνθέτουν τον μικρό τους παράδεισο, έχουν σχεδόν πάντα τα βλέμματα αποστραμμένα από το «εργοστάσιο σωμάτων» που δουλεύει ακατάπαυστα ακριβώς πίσω από την αυλή τους. 

Οταν «ο μπαμπάς πάει στη δουλειά» και τα παιδιά ετοιμάζονται για το σχολείο ή παίζουν στον κήπο, βλέπουμε στο βάθος, πίσω από φράχτες και μάντρες, καμινάδες να εκλύουν ακατάπαυστα το προϊόν της «μαζικής ανάλωσης σωμάτων» από τους θαλάμους αερίων. Στο συγκρότημα Αουσβιτς εξοντώθηκαν με το αέριο Zyklon B πάνω από 1 εκατομμύριο άνθρωποι. Ο ίδιος ο Ες, στη δίκη του λίγο πριν καταδικαστεί σε θάνατο και απαγχονιστεί μπροστά στον οικογενειακό του «παράδεισο», ανέλαβε την «ευθύνη» για 2,5 και όχι 3,5 εκατ. θανάτους όπως του απέδιδαν, στα στρατόπεδα που διοίκησε ή επόπτευσε. Η αφοσίωσή του στην ακρίβεια για την παραγωγικότητα στα εργοστάσια «ανάλωσης σωμάτων» μας αφήνει άφωνους, αν και στην ταινία «η δουλειά του μπαμπά και συζύγου» σπάνια επηρεάζει την ήρεμη καθημερινότητα. 

Αν εξαιρέσει κανείς μερικά στιγμιότυπα –τη συζήτηση με τους μηχανικούς της κατασκευαστικής εταιρείας που παρουσιάζουν στον «διοικητή» τα σχέδια επέκτασης των θαλάμων αερίων ώστε να αυξηθεί η παραγωγικότητα σε θανάτους και να λυθεί το «πρόβλημα» της ταχύτερης καύσης των σωμάτων, τα απόμακρα ουρλιαχτά που ταράζουν τον ύπνο της πεθεράς, μη εξοικειωμένης από τις οχλήσεις ενός «εργοστασίου συνεχούς πυράς», τον πανικό του πατέρα όταν βρίσκει ένα μπουκάλι Zyklon στο ήσυχο ποταμάκι που βουτάνε τα παιδιά του και ο ίδιος ψαρεύει, την ένταση που προκαλεί η ξαφνική μετάθεσή του και την ανακούφιση που διαδέχεται τη θριαμβική επιστροφή του ως καταλληλότερου για τη «δουλειά», την απειλή που εκτοξεύει η οικοδέσποινα στην απρόσεκτη υπηρέτρια πως «θα ζητήσει από τον άντρα της να σκορπίσει τη στάχτη της σε όλη την Πολωνία»– όλα κυλούν ήρεμα στο περιποιημένο σπίτι της οικογένειας Ες. Στα 100 λεπτά και κάτι της ταινίας δεν βλέπουμε κανέναν θάνατο live. Ακούμε μόνο τον μακρινό απόηχο εκατοντάδων χιλιάδων θανάτων. Αυτοί που ζουν και δρουν εντός του κινηματογραφικού κάδρου ξέρουν τι γίνεται έξω από αυτό και όχι απλώς το αποδέχονται απαθώς, αλλά το θεωρούν προϋπόθεση του ευτυχούς βίου τους. Αλλά κι εμείς ξέρουμε τι γίνεται εκτός κάδρου. Για την ακρίβεια, ξέρουμε πως ό,τι βλέπουμε στερείται νοήματος. Το νόημα υπάρχει σε αυτό που δεν βλέπουμε, σε αυτό που ξέρουμε ότι γίνεται, αλλά προσποιούμαστε ότι δεν μας αφορά ή είναι τόσο μακρινό που είναι αδύνατο να το αποτρέψουμε ή να επιδράσουμε σε αυτό. Στη μηχανή εξόντωσης εκατομμυρίων σωμάτων. 

Ανάμεσα στα αόρατα, εξαερούμενα σώματα του Αουσβιτς και το «αυτοκυρίαρχο» σώμα της Μπέλα Μπάξτερ, ανάμεσα στα «χαμένα κορμιά» του Ολοκαυτώματος και το απελευθερωμένο κορμί του «Poor Things» υπάρχει μια υπόρρητη συνομιλία, πέρα και πάνω από τις προθέσεις των δημιουργών τους. Ευτυχώς για την Μπέλα Μπάξτερ, έζησε απλώς σε ένα παραμύθι και σχεδόν μισό αιώνα πριν από τον Ες. Αν είχε συγχρονιστεί με αυτόν και εκατομμύρια συμπατριώτες του, είναι βέβαιο ότι θα είχε οδηγηθεί στο Αουσβιτς, με ένα μαύρο τρίγωνο στο πανωφόρι της. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

…Ο εικοστός αιώνας έχει δημιουργήσει μια κατηγορία ανθρώπων που ήταν πραγματικά απόκληροι, που πάντως δεν ανήκαν σε καμία διεθνώς αναγνωρισμένη κοινότητα, τους πρόσφυγες και τους ανιθαγενείς, που στην πράξη δεν μπορούν να θεωρηθούν πολιτικά υπεύθυνοι για οτιδήποτε. Από πολιτική άποψη, ανεξάρτητα από τον ομαδικό ή ατομικό τους χαρακτήρα, είναι οι απολύτως αθώοι· και είναι ακριβώς αυτή η απόλυτη αθωότητα που τους καταδικάζει σε μια θέση έξω, όπως λέμε, από την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Εάν υπάρχει αυτό που αποκαλούμε συλλογική, δηλαδή έμμεση, ενοχή, αυτή θα αντιστοιχούσε στην περίπτωση της συλλογικής, δηλαδή της έμμεσης, αθωότητας. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι είναι οι μόνοι που δεν ευθύνονται για τίποτα· και, παρότι αντιλαμβανόμαστε συνήθως την ευθύνη, ιδιαίτερα τη συλλογική ευθύνη, ως ένα βάρος, ακόμη και ως ένα είδος τιμωρίας, πιστεύω ότι μπορεί να δειχθεί πως το τίμημα που πληρώνεται για τη συλλογική μη-ευθύνη είναι κατά πολύ υψηλότερο.


Χάνα Αρεντ, «Collective Responsibility» («Συλλογική ευθύνη», Schocken Books, Νέα Υόρκη, 2003, σε μετάφραση Δημήτρη Καψάλη, από τον ιστότοπο https://www.respublica.gr)


06/01/2024

Ακρίβεια εναντίον πληθωρισμού, αλήθεια εναντίον μούφας

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 5-7/1/2024


Πάντως, επάρκεια στην αγορά υπάρχει.

 Τώρα που οι καταναλωτές, ξεπαραδιασμένοι από τη λιτή ευωχία και γαστριμαργία των γιορτών, επιστρέφουν στην άπληστη ρουτίνα των οφειλών, με τις δόσεις της Εφορίας, του ΕΝΦΙΑ, των τραπεζικών δανείων, τα τέλη κυκλοφορίας και τα νέα, «φθηνά» τιμολόγια ρεύματος να περιμένουν να πάρουν το αίμα τους πίσω μέχρι τα τέλη Φλεβάρη, ίσως έχει ενδιαφέρον να παραλλάξουμε τη σαρκαστική παροιμία της μνημονιακής εποχής: «Γιατί στο τέλος του μισθού μένει τόσος μήνας;». Και η παραλλαγή που προτείνω είναι η εξής: «Γιατί στο τέλος του πληθωρισμού μένει τόση ακρίβεια;»

Η πληθωριστική κρίση της τελευταίας διετίας, εκτός του ότι άδειασε τις τσέπες δισεκατομμυρίων ανθρώπων και γέμισε τα ταμεία μερικών χιλιάδων επιχειρηματικών ομίλων και των ιδιοκτητών τους (πληθωρισμός κερδών, για να μην ξεχνιόμαστε, ονομάστηκε το φαινόμενο ακόμη και από τους καθωσπρέπει κεντρικούς τραπεζίτες), αποκάλυψε κάτι μυστηριώδες: ο πληθωρισμός μπορεί να φεύγει, αλλά η ακρίβεια να μένει. Το στατιστικό μέγεθος που μετρούν οι κυβερνήσεις και οι «ανεξάρτητες» (και αυτές!) στατιστικές αρχές μπορεί να συρρικνώνεται, αλλά οι τιμές να μένουν εκεί που αναρριχήθηκαν ή και να αυξάνονται. Με λίγα λόγια, άλλο πληθωρισμός και άλλο ακρίβεια. 

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Νοέμβριο έκλεισε μόλις στο 3%, από το διψήφιο ποσοστό που είχε εκτοξευτεί πριν από δύο χρόνια. Αλλά αυτό δεν μας κατέστησε κατά τι πλουσιότερους ή εν πάση περιπτώσει πιο «βιώσιμους». Αυτό που αποκαλείται τελευταία από Αμερικανούς αναλυτές «λαϊκός πληθωρισμός» (people’s inflation), δηλαδή οι τιμές των βασικών αγαθών και υπηρεσιών για τροφή και στέγαση, εξακολουθεί και ξεκοκαλίζει τουλάχιστον το 50% του μέσου εισοδήματος μισθωτών και άλλων βιοποριζόμενων με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Δεν θέλει και καμιά σοφία, ούτε ειδική επιστημονική γνώση να καταλάβει κανείς το γιατί. Ας πάρουμε το απλούστερο παράδειγμα. Την τιμή του ψωμιού, του χωριάτικου, τύπου 70%, που λένε. Το 2021 η ταπεινή φραντζολίτσα στον φούρνο ετιμάτο περίπου 80 λεπτά. Σήμερα δεν τη βρίσκεις κάτω από 1,20. Η ΕΛΣΤΑΤ μπορεί να μετράει τον ετήσιο πληθωρισμό του ψωμιού στο 10% ή 15%, αλλά η πραγματική ανατίμησή του από το 2021 είναι 50%. Πόσο αυξήθηκε ο μέσος μισθός το ίδιο διάστημα; Ακόμη και με βάση τους φτιασιδωμένους κυβερνητικούς υπολογισμούς, η συνολική αύξησή του από το 2019 δεν ξεπερνά το 13%. Το ίδιο μετράει άλλωστε η ΕΛΣΤΑΤ για το μέσο διαθέσιμο εισόδημα: αύξηση 13,4% στην τετραετία. Αν βάλεις δίπλα και τον στατιστικό πληθωρισμό της ίδιας περιόδου, περίπου 14,5%, βγαίνει μία η άλλη. Βολικό, έτσι; Αλλά τι σχέση έχει αυτό το ποσοστό με τις αθροιστικές ανατιμήσεις 50% έως 100% στο ψωμί, στο λάδι, στα φρούτα, στα λαχανικά, στα ζυμαρικά, στο γάλα, στα νοίκια, στο ρεύμα, αλλά και στο ίδιο το χρήμα (το κόστος δανεισμού), δηλαδή σε όλα αυτά από τα οποία εξαρτάται η επιβίωση των ανθρώπων; Καμία. 

Ετσι, την ώρα που οι κεντρικοί τραπεζίτες βαυκαλίζονται ότι με τις αυξήσεις επιτοκίων τιθασεύουν το τέρας, επαναφέρουν τον πληθωρισμό όλο και πιο κοντά στον ιερό στόχο του 2% και διατηρούν την ευρωστία των νομισμάτων τους στις αγορές, τα δικά μας νομίσματα και χαρτονομίσματα, σε φυσική ή άυλη εκδοχή, είναι σκοροφαγωμένα, πληθωριστικά και με υπονομευμένη αγοραστική δύναμη. Γιατί σημασία δεν έχει ποια είναι η τιμή ενός αγαθού, αλλά αν μπορείς να το αγοράσεις με τα λεφτά που έχεις στην τσέπη ή στην πιστωτική σου. Αν η στατιστική, η οικονομική και νομισματική πολιτική προσγειώνονταν στο επίπεδο των φτωχότερων και μέσων νοικοκυριών θα σταματούσαν να μετράνε το μυστικιστικό και ανώφελο για την πλειονότητα μέγεθος και θα μετρούσαν τα δύο άλλα, που αποτυπώνουν την ταξική άβυσσο του οικονομικού πολιτισμού μας: τον «λαϊκό πληθωρισμό» και τον «πληθωρισμό των κερδών». 

Η προσήλωση της πολιτικής, οικονομικής και τεχνοκρατικής ελίτ στον στατιστικό πληθωρισμό είναι ένα απατηλό τρικ που οδηγεί σε ακραίες πλάνες. Ας πάρουμε δύο παραδείγματα. Στην Αργεντινή του φασίζοντος Μιλέι ο πληθωρισμός είναι 161% και στην Τουρκία του Ερντογάν 64%. Στο Νότιο Σουδάν ο πληθωρισμός είναι αρνητικός, -3,3% κατέγραψε η τελευταία μέτρηση, αλλά δεν βγήκαν να πανηγυρίσουν από χαρά οι 10,5 εκατ. κάτοικοί του, που ζουν με κατά κεφαλήν ΑΕΠ 1.700 δολάρια τον χρόνο. Ο πληθωρισμός πράγματι διαβρώνει το εισόδημα των ανθρώπων, το ίδιο και η εξασθένηση του εθνικού νομίσματος, όχι όμως ως στατιστικό μέγεθος, αλλά ως πραγματική μείωση της αγοραστικής δύναμης και των μισθών τους. Ο αρνητικός πληθωρισμός (αποπληθωρισμός) του Ν. Σουδάν δεν καθιστά τους κατοίκους του 50 φορές πλουσιότερους από τους Αργεντίνους ή 20 φορές από τους Τούρκους. 

Αλλωστε, για να μην πάμε τόσο μακριά, σε άλλες ηπείρους, ας ρίξουμε μια ματιά στα νέα τιμολόγια ρεύματος, που η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη «φθήνια» τους, λέει και έχουμε φάει τόσους λωτούς που δεν θυμόμαστε ούτε ότι τους φάγαμε. Μετά τη διετία τρόμου με τη ρήτρα αναπροσαρμογής και τις αναγκαστικές κρατικές επιδοτήσεις, έσκασαν μύτη τιμολόγια περίπου 14 λεπτά την κιλοβατώρα (στα πράσινα). Σαμπάνιες! Οι πάροχοι ανακοίνωσαν χρεώσεις κάτω από τις αναμενόμενες. «Σ’ ευχαριστώ, ω εταιρεία, εν αφθονία μού παρέχεις σπίτι, τροφή και κιλοβατώρες!». Η πρώην δημόσια ΔΕΗ λίγο φθηνότερη, οι βασικοί ανταγωνιστές της ελάχιστα ακριβότεροι, άρα πρέπει να κάνουμε τουμπεκί, γιατί και ο πληθωρισμός του ρεύματος ελέγχεται. Πλάκα μάς κάνουν; Το αληθινό μέτρο, όμως, είναι το εξής: Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2019, η υπό κατάρρευση (κατά Χατζηδάκη) ΔΕΗ χρέωνε 9,4 λεπτά την κιλοβατώρα και 7 το νυχτερινό. Πόση αύξηση είναι μέχρι τα 14 λεπτά; 35%; Περίπου. Τόσο, λοιπόν, πρέπει να πέσουν κι οι τιμές του ρεύματος για να καταλάβει ο μέσος άνθρωπος ότι έπεσε και ο «πληθωρισμός της ενέργειας». Κι άλλο τόσο και περισσότερο πρέπει να ψαλιδιστεί ο «πληθωρισμός των κερδών», που τελικά αποδεικνύεται η βασική, αν όχι η μόνη εκδοχή πληθωρισμού, όπως αποδεικνύει το πάρτι κερδοφορίας και μερισμάτων στους μετόχους, που με τη μέγιστη αλαζονεία προβάλλουν από τρίμηνο σε τρίμηνο οι επιχειρηματικοί όμιλοι που έχουν τον έλεγχο της πείνας και της επιβίωσής μας. 

Ο πληθωρισμός μάς έκανε γενικά φτωχότερους, αλλά μας έκανε λίγο πλουσιότερους σε γνώση και κατανόηση. Μάθαμε τουλάχιστον να ξεχωρίζουμε τον πληθωρισμό από την ακρίβεια και την αλήθεια από τη μούφα. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Λέγεται ότι ο Λένιν δήλωσε ότι ο καλύτερος τρόπος για να καταστραφεί το καπιταλιστικό σύστημα ήταν να ευτελιστεί το νόμισμα. Με μια συνεχή διαδικασία πληθωρισμού, οι κυβερνήσεις μπορούν να δημεύουν, κρυφά και απαρατήρητα, ένα σημαντικό μέρος του πλούτου των πολιτών τους. Με αυτή τη μέθοδο όχι μόνο κατάσχουν πλούτο, αλλά τον κατάσχουν αυθαίρετα. Και, ενώ αυτή η διαδικασία εξαθλιώνει τους πολλούς, στην πραγματικότητα καθιστά πλουσιότερους ορισμένους. Η θέα αυτής της αυθαίρετης αναδιανομής του πλούτου πλήττει όχι μόνο την ασφάλεια, αλλά και την εμπιστοσύνη στην ισότητα της υπάρχουσας διανομής του πλούτου. Εκείνοι στους οποίους το σύστημα φέρνει απροσδόκητα κέρδη, πολύ πέρα από τις προσδοκίες ή τις επιθυμίες τους, γίνονται «κερδοσκόποι», που είναι το αντικείμενο του μίσους της αστικής τάξης, την οποία ο πληθωρισμός εξαθλιώνει όχι λιγότερο από το προλεταριάτο. Καθώς ο πληθωρισμός προχωρά και η πραγματική αξία του νομίσματος ανεβοκατεβαίνει βίαια από μήνα σε μήνα, όλες οι σταθερές σχέσεις μεταξύ οφειλετών και πιστωτών, που αποτελούν το απόλυτο θεμέλιο του καπιταλισμού, διαταράσσονται τόσο πολύ που σχεδόν χάνουν το νόημά τους. Και η διαδικασία της απόκτησης πλούτου εκφυλίζεται σε τζόγο και λαχειοφόρο αγορά. 

Τζον Μέιναρντ Κέινς, «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης»


31/12/2023

Σας αδικήσαμε, κύριε Σόιμπλε

Η Εφημερίδα των Συντακτών  30-31/12/2023


Το πιστεύω αυτό που λέω στον τίτλο για τον μακαρίτη, καταχρηστικώς αποκαλούμενο «κύριο», αν και μόλις αποδημήσαντα. Τον αδικήσαμε με όλους τους δυνατούς τρόπους. Και εξακολουθούμε να τον αδικούμε, αποκαλύπτοντας ένα τρομακτικό έλλειμμα κατανόησης για το πέρασμά του από την ιστορία της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, για το πολιτικό, ταξικό και ιδεολογικό φορτίο αυτού του περάσματος. Τον αδίκησε, βέβαια, και το γεγονός ότι η οκταετία της θητείας του ως υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας και άτυπου «τσάρου» της ευρωζώνης ταυτίζεται με τον κλονισμό που προκάλεσε στην Ε.Ε. η χρηματοπιστωτική κρίση και με την τιμωρία των μνημονίων, πρωτίστως στην Ελλάδα, δευτερευόντως στην Ιρλανδία και τον λοιπό ευρωπαϊκό Νότο.

Διαβάζοντας τις διακηρύξεις απέχθειας και χαιρεκακίας για τον θάνατο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στα σόσιαλ μίντια, παρακολουθώντας την αμετροέπεια των χαρακτηρισμών με τους οποίους τον λούζουν χιλιάδες άνθρωποι (αν και οφείλω να ομολογήσω ότι ουκ ολίγες φορές κατέφυγα κι εγώ σε εύκολους χαρακτηρισμούς - έδινε, βλέπετε, πολλές αφορμές ο μακαρίτης), διαπιστώνω με ανησυχία ότι μάλλον δεν καταλάβαμε και πολλά πράγματα για το τι μας συνέβη από το 2010 και μετά. Φυσικά ο Σόιμπλε, όπως και η άσπονδη φίλη του Ανγκελα Μέρκελ, ήταν βασικός συντελεστής όσων μας συνέβησαν, αλλά όχι με τον τρόπο κι όχι για τους λόγους που ίσως νομίζουμε. Εχουμε και λέμε, λοιπόν:

• Ο Σόιμπλε δεν ήταν ένας κυνικός διώκτης των αδύναμων χωρών και των φτωχών τάξεων, αλλά ένας αδιάλλακτος εκπρόσωπος της γερμανικής επιχειρηματικής ελίτ και της επιβολής της ισχύος της εντός και εκτός Ευρώπης. Αν το δεύτερο προϋπέθετε το πρώτο, είναι υπόθεση συγκυρίας. Αν ο μακαρίτης τύχαινε να είναι υπουργός Οικονομικών τη δεκαετία του 1990 ή του 2000 είναι εξαιρετικά πιθανό να υποστήριζε με θέρμη τον φθηνό δανεισμό προς την Ελλάδα και τον χαρτοπόλεμο εορτοδανείων και διακοποδανείων προς το πόπολο, εφόσον αυτό διευκόλυνε τη διείσδυση των γερμανικών τραπεζών σ’ αυτή τη βαλκανική κόγχη της Ε.Ε. και τις πωλήσεις αυτοκινήτων made in Germany.

• Ο μακαρίτης δεν ήταν ούτε εκ γενετής λάτρης της λιτότητας ούτε οπαδός της ελευθερίας των αγορών. Ηταν ένα γνήσιο ιδεολογικό και πολιτικό προϊόν της «σχολής του Φράιμπουργκ» (όπου γεννήθηκε και σπούδασε) και του ορντολιμπεραλισμού, του «φιλελευθερισμού με κανόνες», που είναι το θεμέλιο διακυβέρνησης της Γερμανίας μετά τον πόλεμο. Ο Σόιμπλε δεν ήταν ποτέ νεοφιλελεύθερος ούτε σκληρός μονεταριστής και επέδρασε μαζί με όλη τη γερμανική Χριστιανοδημοκρατία και το μεγαλύτερο μέρος της Σοσιαλδημοκρατίας ώστε ο γερμανικός «κανόνας» οικονομικής διακυβέρνησης να γίνει και ευρωπαϊκός κανόνας. Και το πέτυχε. Πεμπτουσία του, το πανηλίθιο (κατά Ρομάνο Πρόντι) Σύμφωνο Σταθερότητας για τα όρια ελλείμματος και χρέους, που μένει γερμανικό (και εν τέλει «σοϊμπλικό), παρά την πολλοστή μεταρρύθμισή του.

• Ο Σόιμπλε ήταν ακραιφνής πολέμιος και ταυτόχρονα μεγάλος προωθητής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οσο αντιφατικό κι αν φαίνεται αυτό, αποδεικνύεται από την ακολουθία των γεγονότων στη διάρκεια της κρίσης χρέους, που συνέπεσε με τη θητεία του. Με απόλυτο κριτήριο την υπεράσπιση της τάξης του και της γερμανικής ηγεμονίας στην Ε.Ε., φρέναρε με πάθος κάθε προσπάθεια επίσπευσης της οικονομικής ενοποίησης (μεταξύ άλλων, της περίφημης τραπεζικής ένωσης), πριν σιγουρευτεί ότι οι γερμανικές τράπεζες είναι ώριμες να την αφομοιώσουν. Κι έγινε ακραίος φεντεραλιστής όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο αυτοδιάλυσης της Ε.Ε. και της ευρωζώνης μέσα στον θεσμικό χυλό στον οποίο κινούνταν, επινοώντας την πολιτική απάτη του μονομερούς GRexit. Η απειλή αποπομπής της Ελλάδας από την Ε.Ε. και την ευρωζώνη το 2015 καταγράφεται ως η κορυφαία στιγμή ενότητας 27 χωρών της Ε.Ε. (και της Βρετανίας, που αποχώρησε μετά τρία χρόνια) ενάντια στην 28η, και όλων των θεσμικών τους οργάνων (Συμβουλίου, Ευρωκοινοβουλίου, Επιτροπής, ΕΚΤ) γύρω από ένα κραυγαλέο ψεύδος. Για το οποίο ουδείς, ούτε ο Γιούνκερ που υποστήριξε δημόσια την ύπαρξη μιας μυστηριώδους (και άφαντης μέχρι σήμερα) μελέτης 1.000 σελίδων περί αποπομπής από το ευρώ, έχει λογοδοτήσει. Κι αυτή η κορυφαία στιγμή ευρωπαϊκής ενότητας έχει τη σφραγίδα του μακαρίτη.

• Ο Σόιμπλε δεν ήταν εχθρός της Ελλάδας. Απλώς είδε έγκαιρα σ’ αυτήν το ιδεώδες πειραματόζωο, το κατάλληλο δομικό υλικό για τη μετάλλαξη της ευρωζώνης από ένα ακυβέρνητο συνονθύλευμα, με μόνα συνεκτικά υλικά το ευρώ και την «ανεξάρτητη» Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε μια κανονική ένωση που θα διαθέτει όχι μόνο νομισματική, αλλά και πολιτική κυριαρχία σε κάθε κράτος-μέλος. Το γεγονός ότι αυτό κόστισε στην Ελλάδα κοινωνική δυστυχία, οικονομική εξαθλίωση, κατάρρευση του κοινωνικού κράτους και πλήρη αναδόμηση του πολιτικού συστήματος ήταν απλώς παράπλευρη απώλεια. Πόλεμος χωρίς θυσίες δεν νοείται. Στον μακαρίτη (ή και σε αυτόν), πάντως, οφείλεται το ότι σήμερα η ευρωζώνη διαθέτει αυστηρούς κανόνες οικονομικής διακυβέρνησης που ξεκινούν από την έγκριση κάθε εθνικού προϋπολογισμού από τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. και φτάνουν στη μακρόχρονη οικονομική επιτήρηση κάθε χώρας που έχει δανειστεί από το ευρωπαϊκό «ΔΝΤ», τον ESM. Με λίγα λόγια, στον Σόιμπλε οφείλουμε ότι τα έκτακτα και εξωθεσμικά «μνημόνια» που επιβλήθηκαν βίαια στην Ελλάδα έχουν γίνει θεσμική κανονικότητα για κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε.

• Τέλος, είναι καθαρή παρεξήγηση η εντύπωση πως ο Σόιμπλε ήταν πολέμιος κάθε προσπάθειας αμοιβαιοποίησης των κρατικών χρεών στην Ε.Ε. Ηταν πράγματι αλλεργικός σε κάθε απόπειρα μεταφοράς του χρέους των άλλων στη Γερμανία, ενδεχομένως και σε μερικές ακόμη χώρες-οικονομικούς δορυφόρους της. Αλλά ως αφοσιωμένος εκπρόσωπος της επιχειρηματικής ολιγαρχίας και του ιδιότυπου κρατικού καπιταλισμού της χώρας του, είχε εγκαίρως μεριμνήσει από το 2011 (ως άτυπος «τσάρος» του Ecofin και του άτυπου Eurogroup) να θεσπιστεί η Γενική Ρήτρα Διαφυγής από το κατά τα λοιπά απαραβίαστο Σύμφωνο Σταθερότητας, που για τέσσερα συναπτά έτη από την πανδημία και μετά έδωσε αφενός στη Γερμανία τη δυνατότητα να φουσκώσει κατά το δοκούν το χρέος της και αφετέρου στην Ε.Ε. να προβεί στο απονενοημένο διάβημα του κοινού δανεισμού του Ταμείου Ανάκαμψης για 800 δισεκατομμυριάκια. Φυσικά, η γερμανική προνοητικότητα, με τη σφραγίδα Μέρκελ και Σόιμπλε, είχε εξοπλίσει ήδη από το 2007 με τα κατάλληλα ερμηνευτικά παραθυράκια το «σύνταγμα» της Ε.Ε., τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Κι αυτά τα παράθυρα επέτρεψαν αυτό που διακηρύχτηκε ως αδιανόητο υπέρ της Ελλάδας το 2010 και τα κατοπινά πέτρινα χρόνια, να γίνει αυτονόητο υπέρ της Γερμανίας και της Ε.Ε. το 2020.

Τον αδικήσαμε τον μακαρίτη τον Βόλφγκανγκ. Και ιδιαίτερα όσοι θεωρούν αδιανόητη τη ζωή χωρίς ευρώ και εκτός ευρωζώνης θα πρέπει να σκέφτονται διπλά τα εις βάρος του αναθέματα. Αυτό που θεωρούν παράδεισό τους ή, εν πάση περιπτώσει, βιώσιμο ενδιαίτημα, είναι (και) δικό του δημιούργημα. Κι αυτός θα στέκεται για πολύ ακόμη ως αρχάγγελος στην πύλη του. Ή ως ο Αϊ-Βασίλης του.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Η Ιστορία μάς δείχνει πολλά πράγματα. Δείχνει γιατί το «Πάτερ Ημών» περιλαμβάνει την παράκληση: «Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν». Στην εποχή μου, οι διατριβές γράφονταν με το χέρι ή δακτυλογραφούνταν στη γραφομηχανή. Στο παρελθόν έπρεπε να βουτηχτείς στη λογοτεχνία, να βρεις τα βιβλία και να εντοπίσεις τα αποσπάσματα. Σήμερα κάνεις «κλικ» στη Wikipedia ή στο Google και έχεις όλα όσα χρειάζεσαι. Αυτό μάλλον καθιστά πιο δύσκολο το να αντισταθείς στον πειρασμό.

Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, συνέντευξη στο Spiegel, 19/11/2011

25/12/2023

Η κ. Ευφορία στο χάος του σούπερ μάρκετ

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 23-26/12/2023



Η κ. Ευφορία πάντοτε ένιωθε μεγάλη δυσφορία σχεδόν για τα πάντα, αλλά πολύ περισσότερο για το όνομά της. Υπήρχαν ένα σωρό ονόματα με πρώτο συνθετικό το «ευ», Ευφροσύνη, Ευσταθία, Ευθυμία, Ευτυχία, ορισμένα από αυτά ήταν και καθωσπρέπει χριστιανικά ονόματα, αλλά Ευφορία; Ποιου είδους συνωμοσία εις βάρος της είχαν στο κεφάλι τους ο διανοούμενος νονός της, που ποτέ δεν τον χώνεψε, και οι αφελείς γονείς της που συμφώνησαν; Κι ο τρελός παπάς που τη βάφτισε γιατί το δέχτηκε; Ηξερε καμιά αγία, οσία ή μάρτυρα που κάηκε στην πυρά για την πίστη της με τέτοιο όνομα; Ετσι, για σχεδόν εφτά δεκαετίες σήκωνε το όνομά της σαν σταυρό μαρτυρίου. Οι φιλότιμες προσπάθειες να το περιορίσει ως τυπική αναγραφή στην ταυτότητα και να επιβάλει σε όλους να την αποκαλούν απλώς «Εφη» δεν έπιασαν, όλοι επέμειναν να τη φωνάζουν Ευφορία, ακόμη και οι εγγονές της, αν και σε καμιά δεν δόθηκε το όνομά της, που υποτίθεται πως άρεσε και στα παιδιά της. Αν τους άρεσε, γιατί δεν το έδωσαν; 

Φυσικά και την ενοχλούσε επιπλέον και η συνήχηση με την «εφορία», ανεξαρτήτως φορολογικού συστήματος, μειώσεων ή αυξήσεων στους φόρους. Ολοι έκαναν ένα χοντρό ή διακριτικό αστείο με το όνομά της, «εσείς υποθέτουμε πως ποτέ δεν χρωστάτε στην εφορία, αυτή σας χρωστάει, έτσι;». Κρυάδες! Αλλά το κυριότερο ήταν ότι στο πέρασμα των χρόνων σχεδόν ποτέ δεν ένιωσε, με κάποια διάρκεια, λίγο από αυτό που υποτίθεται ότι εκφράζει το όνομά της. Το αντίθετο. Η δυσφορία ήταν αυτό που κυριαρχούσε. Οχι με την οικογένειά της, τον άντρα της, τα παιδιά και τα εγγόνια της που της έδωσαν αρκετές χαρές, αλλά με αυτό που λέμε «βίο». Ο «βίος» της, εξαρτημένος τόσο πολύ από το πενιχρό βιος της, κινήθηκε πάντα σε κλίμακες στέρησης και συνετής εγκράτειας. 

Ως εκ τούτου, η εβδομαδιαία επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ, από τότε που ήταν εργαζόμενη, μητέρα και νοικοκυρά, μέχρι τώρα, που είναι συνταξιούχος, χήρα και γιαγιά, ήταν πάντα μια καλά προετοιμασμένη και υπολογισμένη επιχείρηση. Ιδιαίτερα όταν επρόκειτο για τις αγορές των γιορτών και του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού, που πάντα είχε έναν βαθμό συγκρατημένης υπερβολής και λιτής πολυτέλειας. Συν τοις άλλοις, η συγκέντρωση της μεγάλης οικογένειας (τα παιδιά της, ο γαμπρός, η νύφη, τα εγγόνια της και η αδελφή της, που είναι μόνη και πάντα την καλεί), συνήθως τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, επέβαλλε και την επιπλέον μέριμνα να καλυφθούν οι γαστριμαργικές ιδιοτροπίες περίπου δέκα ανθρώπων. Ο ένας δεν τρώει χοιρινό, της άλλης της μυρίζει το αρνί, η μεγάλη εγγονή σιχαίνεται το τυρί κ.ο.κ. Αλλά κανείς δεν έπρεπε να μείνει νηστικός και παραπονεμένος στο τραπέζι. Επομένως, το χρονικό της εορταστικής καταναλώσεως απαιτούσε μια καλά καταρτισμένη λίστα αγορών. 

 Με τη λίστα στα χέρια και το μεγάλο καρότσι ως τεθωρακισμένο ιδιωτικής χρήσεως, η κ. Ευφορία, γεμάτη δυσφορία, αρχίζει την εκστρατεία της στους μεγάλους διαδρόμους του σούπερ μάρκετ. Ξεκινά από τα κρέατα, όπου τα πράγματα είναι σαφή. Είδος και τιμή. Ούτε κόκκινα, ούτε κίτρινα, ούτε πολύχρωμα ταμπελάκια. Απλώς, όλα είναι ακριβότερα τουλάχιστον 15% από πέρσι. Δεν θα πάρει γαλοπούλα, οι μισοί δεν την τρώνε, ίσως ένα κοκοράκι «αλανιάρικο» (11 ευρώ το κιλό!). Μήπως καλύτερα ένα ρολό κοτόπουλο, που το τρώνε και τα μικρά (10 το κιλό); Ενα χεράκι αρνί (11,5 το κιλό), για χοιρινό καλύτερα να πάρει μερικές μπριζόλες λαιμού, εννοείται Ολλανδίας, είναι 30% φτηνότερες από τα ντόπια. Πάει το πρώτο ογδοντάρι, αλλά χαλάλι, Χριστούγεννα είναι. 

Στα τυριά, με τον αριθμό προτεραιότητας στο χέρι, αρχίζει το μπέρδεμα. Αυτά τα κόκκινα ταμπελάκια με τη «μόνιμη μείωση τιμής 5%» σαν να χορεύουν από τη μια μέρα στην άλλη πάνω στα μπαστούνια και τα κεφάλια με τις γραβιέρες και τα κίτρινα τυριά. Κι έπειτα, είναι και οι προσφορές «μείον 20%», κι αυτές σε κιτρινοκόκκινα ταμπελάκια, και παραδίπλα άλλα ταμπελάκια για τυριά που μπαίνουν στο «καλάθι» του νοικοκυριού. «Αυτό το γκούντα που το δίνετε μειωμένο 5%, την περασμένη εβδομάδα το πήρα 5,90 και τώρα το έχετε 6,20, πού είναι η μείωση;» διαμαρτύρεται η κυρία που προηγείται της κ. Ευφορίας. «Μήπως πήρατε άλλη μάρκα;» απαντά ο υπάλληλος στα τυριά, και αμέσως μετά ρωτά τη συνάδελφό του «ρε συ, αυτό το κόκκινο ταμπελάκι πού πάει; Στο έμενταλ ή στο ένταμ;» κι αυτή συμβουλεύεται αμέσως τη λίστα. «Ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, στη μοτσαρέλα, δίπλα», του λέει. Η κ. Ευφορία είναι αποφασισμένη να αποφύγει αυτή τη δοκιμασία. Ο,τι γράφει η λίστα της, ό,τι παίρνει πάντα. Κι όσο πάει. 

Στα αλλαντικά δεν θα σταθεί πολύ, μισό κιλό λουκάνικο με πράσο για μεζέ (μείον 1,5 ευρώ, διαφημίζει το ταμπελάκι, αλλά ποιος θυμάται την αρχική τιμή της περασμένης βδομάδας;) και δέκα φέτες ζαμπόν για το σουφλέ ζυμαρικών - αρέσει στα μικρά. Μπαίνει στον πειρασμό να πάρει μια συσκευασία με την ένδειξη «προϊόν κοντά στην ημερομηνία λήξης», μισή τιμή, αλλά κάνει πίσω και ζητά να της κόψουν από εκείνο με την προσφορά «μείον 20%». 

Επειτα αρχίζει η οδύσσεια της περιήγησης στις λεωφόρους του σούπερ μάρκετ. Η κ. Ευφορία πρέπει να βάζει και να βγάζει διαρκώς τα γυαλιά της μεταξύ της λίστας της και των πολύχρωμων ετικετών στα ράφια με τα προϊόντα. Κόκκινο ταμπελάκι «μόνιμης μείωσης τιμής» στο ένα πακέτο με φαρφάλες, «καλάθι νοικοκυριού» στο παραδίπλα, «στα 2 το 1 δώρο» στο από κάτω ράφι, «μείον 50%, προϊόν κοντά στην ημερομηνία λήξης» στο παρακάτω. «Δυο πακέτα ζυμαρικά θέλω να πάρω και οι τιμές τους έχουν γίνει σαν τη ρήτρα αναπροσαρμογής», μονολογεί η κ. Ευφορία. Και ο διπλανός της περιπλανώμενος καταναλωτής γελάει, γελάει κι η ίδια ικανοποιημένη με το αστειάκι της, κι αυτή είναι η πρώτη ελάχιστη στιγμή ευφορίας στη μισή και κάτι ώρα αγοραστικής δυσφορίας που έχει περάσει.

 Στα κρασιά και τα αναψυκτικά τα πράγματα είναι λιγότερο περίπλοκα, αλλά στα απορρυπαντικά και τα καθαριστικά γίνεται της κολάσεως. Αυτή η κόλαση είναι ο παράδεισος της ετικέτας. Ετικέτες Αδωνη, ετικέτες Σκρέκα, ετικέτες των εταιρειών, ετικέτες του σούπερ μάρκετ. «Δύο στην τιμή του ενός», βλέπει η κ. Ευφορία στο υγρό πιάτων που σταθερά παίρνει, αλλά όταν βλέπει την τελική τιμή καταλαβαίνει το τρικ. «Την περασμένη βδομάδα το είχατε 2,98 το ένα, τώρα λέτε στα 2 το 1 δώρο, αλλά με 4 ευρώ», λέει στην πλησιέστερη υπάλληλο που γονατισμένη τροφοδοτεί τα ράφια. Αυτή σηκώνει τους ώμους δηλώνοντας άγνοια. Η κ. Ευφορία δεν είναι τύπος που θα τα βάλει με υπάλληλο - κι η ίδια άλλωστε έχει για δεκαετίες δουλέψει ως πωλήτρια με εργοδότες που έκαναν παιχνίδι με τις τιμές, αλλά είναι η πρώτη φορά που καταλαβαίνει, παρά τα λιγοστά αγγλικά της, τι εστί shrinkflation και πόσο δαιμόνιες έχουν γίνει οι πρακτικές των εταιρειών για να βγάλουν από τη μύγα ξίγκι. Αλλά δεν θα το λύσει τώρα το ζήτημα, χρονιάρες μέρες.

 Στο ταμείο, ωστόσο, όταν διαπίστωσε ότι το οικογενειακό τραπέζι ρούφηξε σχεδόν το 25% της σύνταξής της, η κ. Ευφορία έπεσε σε πιο κυνικές σκέψεις. «Του χρόνου θα τους τραπεζώσω με ντελίβερι, θα έρθει πιο φτηνά. Και σ’ όποιον αρέσει».


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

 «Πώς να μην εξάπτομαι», είπε ο θείος, «αφού ζω σ’ έναν κόσμο γεμάτο ηλιθίους; Ακούς εκεί… Καλά Χριστούγεννα! Να τα βράσω τα Καλά Χριστούγεννα! Και τι είναι για σένα τα Χριστούγεννα; Να σου πω εγώ; Μια εποχή που πληρώνεις λογαριασμούς χωρίς να ’χεις λεφτά! Μια εποχή που σου φορτώνει ένα χρόνο στην πλάτη, αλλά δεν σε κάνει ούτε μια ώρα πλουσιότερο! Μια εποχή που ανοίγεις τα λογιστικά σου βιβλία, κι από τους δώδεκα μήνες του χρόνου που πέρασε, βγάζεις παθητικό και στους δώδεκα! Αν ήταν στο χέρι μου», συνέχισε οργισμένος ο Σκρουτζ, «θα έβραζα μαζί με την πουτίγκα τον κάθε ανόητο που παίρνει τους δρόμους και εύχεται Καλά Χριστούγεννα δεξιά κι αριστερά, κι έπειτα θα τον έθαβα με μια σφήνα από γκι στην καρδιά!»

Τσαρλς Ντίκενς, «Ο ύμνος των Χριστουγέννων»


Requiem for a dream

 Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης    ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026   Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...