Saturday, September 26, 2020

Τα θανάσιμα διλήμματα του Λεβιάθαν

ΕΦΣΥΝ, 26-27/9/2020


Εχει δίκιο ο Μητσοτάκης. Απόλυτο δίκιο. Αυτό είναι το δίλημμα: Αυτοπροστασία η καραντίνα. Δίλημμα αναπόφευκτο, σαν το δίλημμα του σκαντζόχοιρου: να πεθάνω μόνος από το κρύο ή να αποδεχτώ τα τραύματα που θα μου προκαλέσει η ακάνθινη ζεστασιά των άλλων σκαντζόχοιρων; Δίλημμα θανάσιμο σαν των εξεγερμένων του ’21 –αν ελέχθη, όσο ελέχθη, απ’ όποιους ελέχθη– και όλων των εξεγερμένων του κόσμου και της Ιστορίας, σε κάθε αιματηρή αναμέτρηση με την τυραννία: Ελευθερία ή θάνατος. Σας φαίνεται πως μαγαρίζουμε τα ιερά και τα όσια με ανιστόρητες συγκρίσεις; Κι όμως, σκεφτείτε πόσο κοντά στον θάνατο μας φέρνει –τουλάχιστον κάποιους από μας– η αναμέτρηση με δυο εχθρούς, έναν αόρατο κι έναν ορατό: τον αφανή κορονοϊό και την κραυγαλέα παραλυσία μιας διακυβέρνησης που και δεν θέλει και δεν μπορεί.

Ο Μητσοτάκης έχει απόλυτο δίκιο
. Το δίλημμα είναι αυτοπροστασία ή θάνατος, από τη στιγμή που ο μέγας Λεβιάθαν, αυτή η περίπλοκη κατασκευή την οποία οι ανθρώπινες κοινωνίες εξόπλισαν με κυριαρχία μέχρι να βρουν τρόπους και μορφές αναίμακτης και ευτυχούς αυτοκυριαρχίας, εμφανίζεται ως εξαρθρωμένο ανδρείκελο, ανίκανο κι απρόθυμο να προσφέρει το αγαθό για το οποίο είναι προορισμένος: μια στοιχειώδη ασφάλεια, την αίσθηση ότι δίπλα στην ατομική ευθύνη και στα μέτρα αυτοπροστασίας που καθένας ενστικτωδώς αναλαμβάνει αν δεν έχει φάει πετριά ή δεν είναι βυθισμένος σε βλακώδεις πλάνες, υπάρχει μια πολιτική κοινότητα –το κράτος, ντε!– που αναλαμβάνει τη συλλογική ευθύνη και παίρνει μέτρα κοινωνικής προστασίας.

Εχει δίκιο ο Μητσοτάκης
. Και το δίλημμα που έθεσε σε 11 εκατομμύρια κατοίκους αυτής της χώρας, σε 4 εκατομμύρια πολίτες της ασφυκτικά εποικισμένης Αθήνας, είναι η πιο θρασεία, ειλικρινής, αφελής, κυνική, χαζοχαρούμενη, τραγελαφική κι επικίνδυνη ομολογία ανικανότητας και αβουλίας. Είναι σχεδόν σαν μισή παραίτηση από τη διακυβέρνηση. Τόσο ξεδιάντροπη και αληθινή, που αναρωτιέμαι αν στο επόμενο διάγγελμα, στην επόμενη κάθοδο από το όρος Σινά με δέκα, είκοσι, τριάντα εντολές ή μόνο μία και φαρμακερή –«εξαφανιστείτε στα σπίτια σας, ρε!»–, εκτός από αναγγελία γενικευμένης καραντίνας, μας επιφυλάσσει και την ανακοίνωση μιας κανονικής παραίτησης και διάλυσης της Βουλής.

Για να εξηγούμαστε
: Η καραντίνα δεν είναι ένα εξ ορισμού κακό πράγμα για να το χρησιμοποιείς ανοήτως ως απειλή και εκβιασμό. Οπως μας προστάτεψε τον Μάρτιο και Απρίλιο, έτσι αν χρειαστεί κι όσο χρειαστεί θα ξανακλειστούμε. Θα φάμε καρτερικά στη μάπα τα πέτσινα αγαπησιάρικα μηνύματα «μένουμε σπίτι», θα ξαναπιάσουμε τους περιπάτους με άδεια της υπηρεσίας, θα ξεθεώσουμε τα σκυλιά στις βόλτες, θα λιώσουμε στο διάβασμα (λέμε τώρα), στο ίντερνετ, στην τηλεόραση, θα επιδοθούμε στη ληστρική τηλε-εκμετάλλευση του εαυτού μας, καρφωμένοι στην καρέκλα και στην οθόνη του PC άνευ ωραρίου. Αλλά μετά; Θα λογαριαστούμε, πράγματι; Θα είναι εκεί ο αυστηρός και βλοσυρός μας Λεβιάθαν να αναπληρώσει το χαμένο εισόδημα, τον χαμένο χρόνο, το χαμένο χρήμα, τον χαμένο τζίρο, τις χαμένες θέσεις εργασίας, τις χαμένες προθεσμίες, τις χαμένες παραγγελίες, τους χαμένους πελάτες, τους χαμένους προμηθευτές;

Οχι, είναι η απάντηση που δίνει ορθά-κοφτά ο δικός μας, εξαρθρωμένος κι άβουλος Λεβιάθαν, αυτή η καρικατούρα αυταρχικής, αυτάρεσκης, πελατειακής, ετσιθελικής διακυβέρνησης που ξεκίνησε ορμητικά ως αναπτυξιακός οδοστρωτήρας και κατάντησε ξηλωμένος ασφαλτοτάπητας. Οχι, λένε οι διαχειριστές του κρατικού θησαυροφυλακίου, γιατί αν σας στηρίξουμε και δαπανήσουμε υπερβολικά σήμερα, αύριο θα χρειαστεί να σας τα πάρουμε διπλά και τριπλά πίσω. Επομένως, το παρεπόμενο θανάσιμο δίλημμα, μετά το «αυτοπροστασία ή καραντίνα», είναι το «να είμαστε εγκρατείς σήμερα ή να σας βάλουμε φόρους και λιτότητα αύριο;». Κι εδώ, η ατομική ευθύνη επιστρατεύεται ως βολικό επιχείρημα για να αποκρουστούν αιτήματα, πιέσεις και αγωνιώδεις εκκλήσεις από ανέργους, επισφαλείς και οικονομικά τσακισμένους. Ολοι αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως τρόφιμοι του Πρυτανείου, παρασιτικές ομάδες που «και πολλά τους δώσαμε τον Απριλομάη, τώρα, ας τα βγάλουν πέρα μόνοι τους».

Κι αυτό το τελευταίο
εκβιαστικό δίλημμα σέρνει από πίσω του ένα παρελκόμενο. Ακόμη πιο πονηρό, θανάσιμο αλλά και ακριβό. Γιατί γαντζώνεται πάνω στο χρήμα που από του χρόνου (υποτίθεται ότι) θα ρεύσει άφθονο από τους ευρωπαϊκούς κρουνούς. Τα 70 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου κοινοτικού προϋπολογισμού, του υπερ-Λεβιάθαν των Βρυξελλών. Για μια οικονομία κατεστραμμένη από τη δεκαετή μνημονιακή εξυγίανση και ξαναχτυπημένη από την πανδημία, είναι πολλά τα λεφτά, Κυριάκο. Κι αν αυτά τα λεφτά γεννούν κάποια αμυδρή ελπίδα στήριξης σ’ αυτούς που σήμερα εκβιάζονται με τα διλήμματα «αυτοπροστασία ή καραντίνα» και «εγκράτεια σήμερα ή λιτότητα αύριο», ο δικός μας Λεβιάθαν τούς κόβει προκαταβολικά τον βήχα (όχι από Covid, ελπίζουμε). Ασκεί, όπως νομίζει, τον απόλυτο εκβιασμό: «Κράτος ή αγορά;».

Σαν να μην έχει μεσολαβήσει
το σοκ της πανδημίας, λες και δεν είδαμε τον εσμό των αντικρατιστών και νεοφιλελεύθερων να γλείφουν εκεί που έφτυναν, να εκλιπαρούν τις κυβερνήσεις να εκτινάξουν ελλείμματα και χρέη, τις κεντρικές τράπεζες να τυπώσουν χρήμα αφειδώς, να προσκυνούν το μισητό κράτος, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα ή σαν να είναι η κρίση κιόλας παρελθόν, ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος: «Κράτος ή αγορά;». Κι η απάντηση, που γαργαλάει τις ελπίδες και ιδιοτέλειες των αφελών, είναι –περίπου– ότι τα 70 δισ. δεν θα πάνε κυρίως σε ένα σχέδιο αναστήλωσης του κράτους, του ΕΣΥ, του εκπαιδευτικού συστήματος, των σαθρών υποδομών, αλλά στους συνήθεις υπόπτους. Θα ταΐσουν τις «ατομικές ευθύνες» των ίδιων που έκαναν βίλες, πισίνες και αποτυχημένες μπίζνες τα 100 δισ. κοινοτικών ενισχύσεων της προηγούμενης εικοσαετίας ή ομοειδών διαδόχων τους. Το αν θα είναι πράσινες ή ψηφιακές οι μπίζνες αυτή τη φορά, δεν κάνει τη διαφορά.
Περιμένετε την τελική εκδοχή του «αναπτυξιακού σχεδίου Πισσαρίδη» και θα δείτε πως θα γελάσουμε. Αν και μάλλον θα χρειαστεί να κλάψουμε.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Ιδού, λοιπόν, η γένεση εκείνου του μεγάλου Λεβιάθαν ή μάλλον (για να μιλήσουμε με μεγαλύτερο σεβασμό) εκείνου του θνητού θεού στον οποίο οφείλουμε, ύστερα από τον αθάνατο Θεό, την ειρήνη και τη διαφέντεψή μας. Διότι χάρη στην εξουσιοδότηση, η οποία του δόθηκε από κάθε μέλος της πολιτικής κοινότητας, έχει στη διάθεσή του τόση εξουσία και δύναμη, ώστε επισείοντας τες να μπορεί να κατευθύνει τη βούληση όλων προς τους σκοπούς της εσωτερικής ειρήνης και της αμοιβαίας αρωγής έναντι των εξωτερικών εχθρών.

Τόμας Χομπς, «Λεβιάθαν, ή Υλη, Μορφή και Εξουσία μιας Εκκλησιαστικής και Λαϊκής Πολιτικής Κοινότητας»

 

Saturday, September 19, 2020

Η τούρτα του Γουόρεν Μπάφετ

ΕφΣυν, 19-20/9/2020


Ο Γουόρεν Μπάφετ έγινε 90 ετών. Αποκλείεται να μην τον ξέρετε, αλλά και να μην τον ξέρετε, τα παγκόσμια ΜΜΕ θα φροντίσουν να τον μάθετε μέσα από τις αγιογραφίες που φιλοτεχνούν με τη μέγιστη επιμέλεια για κάθε άνθρωπο που η προσωπική ή εταιρική του περιουσία ξεπερνά μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτομάτως εντάσσεται στις λίστες των υπερπλουσίων, που μοιάζουν με τα συναξάρια των χριστιανών αγίων, οσίων και μαρτύρων. Μόνο που αντί για μαρτύρια, θαύματα κι ευεργεσίες, μας πληροφορούν για την αξία των επενδυτικών τους χαρτοφυλακίων, τις εξαγορές, τα χρηματιστηριακά τους ανδραγαθήματα, τα ακριβά τους διαζύγια, τα πολυτελή τους γούστα ή τον λιτό βίο που συνοδεύει την τεράστια περιουσία τους. Α, και τις φιλανθρωπίες τους. Τη γενναιοδωρία με την οποία μοιράζουν λεφτά σε κοινωφελείς σκοπούς. Σ’ αυτό μοιάζουν κάπως με τους αγίους των συναξαρίων που μοίραζαν τις περιουσίες τους στους αθλίους της εποχής τους, πριν αφιερωθούν στην πίστη τους. Μόνο που οι άγιοι των συναξαρίων του Forbes το ρίχνουν στη φιλανθρωπία εκ του ασφαλούς, αφού η περιουσία τους απογειωθεί κι ένα ευφυές σύστημα φοροαπαλλαγών ερεθίσει τη γενναιοδωρία τους.

Ο Μπάφετ έγινε 90 ετών. Να τα χιλιάσει ο άνθρωπος, το λέω και το εννοώ χωρίς ίχνος ταξικής μνησικακίας, χωρίς τον σαρκασμό του ψοφοδεούς Καραγκιόζη που ευχόταν στον πολυχρονεμένο του πασά «ο θεός να του κόβει μέρες (του πασά) και να του δίνει χρόνια (του Καραγκιόζη)». Να τα χιλιάσει, γιατί ο χρόνος κι ο κύκλος του καθενός είναι λαχνός ατομικός και μοναδικός. Προφανώς ο Μπάφετ έχει χίλιες φορές περισσότερες πιθανότητες να τα χιλιάσει από μένα και πολύ περισσότερο από ένα παιδί που γεννιέται τώρα στο Τσαντ ή στη Σιέρα Λεόνε, αλλά κανείς μας δεν ζει στις στατιστικές και τις πιθανότητες, καθένας κολυμπά στη δική του πισίνα τύχης και αναγκαιότητας. Καθένας μπορεί να τα χιλιάσει ή να τα κακαρώσει στο επόμενο δευτερόλεπτο.
Ο Μπάφετ έγινε 90, αλλά το περιουσιακό του ενδιαίτημα, η Berkshire Hathaway Inc., υπήρξε πριν απ’ αυτόν και πιθανότατα θα υπάρχει πολύ μετά απ’ αυτόν, ως απόηχος του βιομηχανικού καπιταλισμού των προηγούμενων αιώνων, ώς πολυσχιδές υβρίδιο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού της εποχής μας, με απροσδόκητες επιδράσεις στην καθημερινότητά μας. (Οσο άγνωστη κι αν είναι η Berkshire Hathaway στους περισσότερους Νεοέλληνες, στους παλιότερους κάτι θα θυμίζουν οι κάλτσες και τα καλσόν Berkshire που τις μεταπολεμικές δεκαετίες μεταμόρφωναν τα απεριποίητα και κουρασμένα πόδια των μανάδων μας σε αντικείμενα ανδρικού πόθου.)

Ο Μπάφετ έγινε 90,
και το γεγονός έδωσε αφορμή στους αγιο-βιογράφους του μιας ανακεφαλαίωσης της ζωής και της επιχειρηματικής του διαδρομής ως συμπύκνωσης του θριάμβου του καπιταλισμού. «Ο πιο τυχερός άνθρωπος που θα έχει γεννηθεί ποτέ στον κόσμο μέχρι σήμερα θα είναι το μωρό που θα γεννηθεί στις μέρες μας στις ΗΠΑ», λέει ο Μπάφετ εξαίροντας τη δύναμη του καπιταλισμού. «Το 1791, είχαμε πληθυσμό 4 εκατομμυρίων, δεν έβλεπες τριγύρω κάτι για το οποίο ήθελες να μιλήσεις. Σήμερα βλέπεις 75 εκατομμύρια ιδιόκτητα σπίτια. Βλέπεις 260 εκατομμύρια οχήματα. Βλέπεις σπουδαία κολέγια, εξαιρετικά νοσοκομεία. Βλέπεις το διαδίκτυο. Ολα αυτά συνέβησαν μέσα από το σπουδαίο σύστημα του καπιταλισμού. Αυτό δεν συνέβη επειδή οι Αμερικανοί ήταν πιο έξυπνοι, ούτε επειδή δεν δούλεψαν περισσότερο. Είχαμε ένα σύστημα που δούλεψε».

Να πω πως έχω αντίρρηση
, ψέματα θα πω. Το σύστημα δούλεψε. Δούλεψε, θριάμβευσε, έγινε οικουμενικό, καταλαμβάνοντας κάθε σπιθαμή της Γης. Με ιδιομορφίες, γεωγραφικές ή εθνικές εκδοχές, αποκλίσεις, πάντως ο καπιταλισμός είναι παντού, σε πείσμα του αντικαπιταλισμού μας. Δεν ξέρω πόσα παιδιά σ’ όλο τον κόσμο που γεννιούνται σήμερα μπορεί να είναι το ίδιο τυχερά με τα Αμερικανόπουλα, αλλά στο ίδιο σύστημα ανήκουν και οι αποτυχίες, έτσι δεν είναι; Είναι εύκολο, όταν είσαι στην κορυφή της ζωής, της δόξας, του πλούτου, να βλέπεις το ποτήρι όχι απλά μισογεμάτο, αλλά ξέχειλο. 

Ειδικά όταν είσαι
η παγκόσμια υπερδύναμη και μπορείς να διαβουκολείς τον πλούτο των εθνών από τη Wall Street, όταν μπορείς να ελέγχεις την τροφή των ανθρώπων από το χρηματιστήριο του Σικάγου, όταν κρατάς τα κλειδιά του παγκόσμιου ψηφιακού χωριού από την ασφάλεια της Σίλικον Βάλεϊ, αισθάνεσαι ότι το «σύστημα» δουλεύει. Ακόμη και στις χειρότερες κρίσεις του δουλεύει. Για ποιον δουλεύει, όμως; Κι αν του πιστώσουμε τα 75 εκατ. ιδιόκτητων σπιτιών και τα αντίστοιχα ικανοποιημένα αμερικανικά νοικοκυριά, σε ποιον θα χρεώσουμε τους 600.000 άστεγους και τα 40 εκατ. σε κίνδυνο έξωσης και αστεγίας; Γιατί οι ευτυχισμένοι πιστώνονται στο «σύστημα», ενώ οι δυστυχισμένοι, οι αποτυχημένοι, οι «λούζερ», οι αποκλεισμένοι, οι φτωχοί κατανέμονται στην κακή μοίρα ή στην προσωπική ανικανότητά τους;

Κι έπειτα, αν απλωθούμε στον ιστορικό χρόνο του σπουδαίου καπιταλισμού, στον οποίο με ιδεολογική και ταξική έπαρση αποδίδει ο Μπάφετ κάθε θαύμα της σύγχρονης εποχής -το διαδίκτυο, τα καλά νοσοκομεία, την εξάλειψη των επιδημιών, την αύξηση του προσδόκιμου ζωής-, σε ποιους θα αποδώσουμε τις αθλιότητές του; Το δουλεμπόριο που προμήθευσε με βαμβάκι τα πρώτα κλωστήρια της Berkshire, τις γενοκτονίες των πληθυσμών της Αφρικής που εξασφάλιζαν την ακατάπαυστη ροή πρώτων υλών, χρυσού, διαμαντιών, καουτσούκ, κακάο, τους δυο παγκόσμιους πολέμους που έχτισαν τη βιομηχανία χάλυβα, τον ρατσισμό που επιβιώνει τρομακτικά στο κέντρο του παγκόσμιου καπιταλισμού; Πράγματι, το σύστημα δούλεψε και δουλεύει. Αλλά μαζί και χάρη και στα πιο απεχθή επιτεύγματά του.

Είναι βολικό να αξιολογείς
ένα σύστημα από την ασφάλεια των κορυφαίων επιτευγμάτων του. «Το σύστημα δουλεύει», λέει ο Μάγος της Ομάχα με τα 85 δισ. δολάρια προσωπική περιουσία. «Το σύστημα δουλεύει», υποθέτουμε ότι θα είπε ο φαραώ Ακενατόν αντικρίζοντας τις κοιλάδες των πυραμίδων, θεμελιωμένων σε ποταμούς αίματος σκλάβων. «Ναι, το σύστημα δουλεύει», είπε κι ο αυτοκράτορας Γουάν Λι επιβλέποντας το Σινικό Τείχος των 8.000 χιλιομέτρων και της απλήρωτης δουλειάς εκατομμυρίων στρατιωτών και αιχμαλώτων στο πέρασμα 1.000 χρόνων. «Τελικά, το σύστημα δουλεύει», θα είπε και ο Περικλής βλέποντας το θαύμα της Ακρόπολης -όσο πρόλαβε-, χτισμένο με τη δουλειά των άφθονων δούλων και με το κλεμμένο ταμείο της Δηλιακής Συμμαχίας. «Πράγματι, το σύστημα δουλεύει», έλεγαν αυτάρεσκα και οι Σοβιετικοί ηγέτες όταν ολοκλήρωσαν τον εξηλεκτρισμό της ΕΣΣΔ ή όταν έστειλαν τον Γκαγκάριν στο Διάστημα, αποδεχόμενοι ως αναγκαίο τίμημα τα γκουλάγκ ή την έλλειψη βασικών αγαθών από το τραπέζι των νοικοκυριών.

Ολα τα συστήματα δουλεύουν
μέχρι να καταρρεύσουν. Τα συστήματα τα κάνουν οι άνθρωποι. Οταν το ισοζύγιο ικανοποίησης-δυσφορίας γέρνει υπέρ της δεύτερης, τα συστήματα αποσταθεροποιούνται, παρακμάζουν, καταρρέουν κάτω από το ίδιο τους το βάρος ή ανατρέπονται. Τα συστήματα τα χτίζουν και τα κατεδαφίζουν οι άνθρωποι. Αυτή είναι η ταπεινή και απλοϊκή εισφορά της στήλης στην τούρτα γενεθλίων του Γουόρεν Μπάφετ.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 
 
Υπάρχει ταξικός πόλεμος, πράγματι, αλλά είναι η τάξη μου, η τάξη των πλουσίων που κάνει τον πόλεμο και κερδίζουμε.

Γουόρεν Μπάφετ, συνέντευξη στους New York Times, 2006

Saturday, September 12, 2020

Οι όμορφες φούσκες, όμορφα σκάνε

 Εφημερίδα των Συντακτών, 12-13/9-2020

Τελικά, η πιθανότητα να φέρνω γρουσουζιά είναι ισχυρή. Γι’ αυτό συνιστώ προσοχή σ’ όποιον πιάσω στο στόμα μου. Είπα δυο-τρεις καλές κουβέντες (λέμε τώρα) για την Tesla, για την Appe, για τη Microsoft, για την Alphabet (Google) κι εδώ και δυο βδομάδες πάνε κατά διαόλου. Οι μετοχές τους πέφτουν του σκοτωμού. Βεβαίως, όταν έχεις καταγράψει άνοδο 500% σε ένα χρόνο (Tesla) το να χάσεις το ένα πέμπτο των κερδών σου δεν το λες και καταστροφή. Αντε, όμως, να το πεις αυτό στον ταλαντούχο κ. Μασκ που εδώ και μία εβδομάδα είναι με αντικαταθλιπτικά. Αντε να το πεις στον Μπέζος της Amazon, στον Ζούκερμπεργκ του Facebook. Εχθρός του καλού είναι το καλύτερο, εχθρός του πολύ είναι το περισσότερο κι εχθρότερος όλων είναι το απεριόριστο. Μ’ αυτόν τον ονειρο-εφιάλτη κοιμούνται και ξυπνούν οι κυνηγοί του πλούτου, που θεωρούν ότι όλη η υπόλοιπη ανθρωπότητα τους χρωστάει και τους οφείλει απεριόριστη μεγέθυνση.

Αν, για παράδειγμα, λείπει μία μόλις ρουπία για να φτιάξει ο Τζεφ Μπέζος το στρογγυλό του ρεκόρ των 200 δισ. δολαρίων προσωπική περιουσία, αν πρέπει να την πάρει από τον τελευταίο Ινδό «ανέγγιχτο», θα το κάνει. Οχι απαραίτητα από απανθρωπιά κι αναλγησία. Αλλά γιατί έτσι απαιτεί το ασανσέρ της λίστας Forbes. Αυτό το χρηματιστήριο κύρους, πρεστίζ, ανταγωνισμού ισχύος, συσσώρευσης κι επίδειξης πλούτου έχει τη δική του αυτόνομη ζωή, συχνά ανεξάρτητη ακόμη και από τις επιδόσεις των μετοχών, τα ντιλ, τις επενδύσεις, τις παραγωγικές και εμπορικές επιτυχίες.

Οι αναλυτές, οι τεχνοκράτες
της οικονομίας και των αγορών, οι κεντροτραπεζίτες και οι υπουργοί Οικονομικών παρακολουθούν ως το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο αυτό που γίνεται στο οκτάμηνο της παγκόσμιας πανδημίας και της βαθύτερης ύφεσης στην ιστορία του σύγχρονου καπιταλισμού, τουλάχιστον από τότε που αυτή μετριέται με μια στοιχειώδη αξιοπιστία. Το αμερικανικό Χρηματιστήριο -και σε πολύ μικρότερο βαθμό μερικά ακόμη μεγάλα χρηματιστήρια- γίνεται ξανά μια χοάνη συσσώρευσης πλούτου από όλο τον κόσμο. Η συνολική κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, μαζί με τον τεχνολογικό δείκτη Nasdaq, έχει ξεπεράσει σε αξία τα 35 τρισ. δολάρια. Αυτό αντιστοιχεί σχεδόν στο 180% του αμερικανικού ΑΕΠ, ακόμη κι αν υπολογίσουμε την πτώση των μετοχών τις τελευταίες μέρες. Είναι επίσης το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ, παρά την πρωτοφανή συρρίκνωσή του το πρώτο εξάμηνο του έτους λόγω της πανδημίας. Κι ένα τεράστιο τμήμα του, πάνω από 7 τρισ. δολάρια, συσσωρεύτηκε εκεί το τελευταίο εξάμηνο, στη διάρκεια της μεγάλης καραντίνας, του lockdown, των αναστολών εργασίας για σχεδόν 2 δισ. εργαζόμενους, των μαζικών απολύσεων, της τεράστιας απώλειας εισοδημάτων και μισθών.

Τυχαίο; Δεν νομίζω.
Μπορεί ο μηχανισμός συσσώρευσης του πλούτου μέσω των χρηματιστηριακών αγορών να είναι πολύ πιο περίπλοκος από όσο εγώ, ο απλοϊκός και προχειρολόγος, προσπαθώ να τον παρουσιάσω, αλλά να μην έχετε καμιά αμφιβολία ότι ο απεριόριστος πλούτος του Μπέζος και του Μασκ (σ.σ. η συνεχής αναφορά στα ονόματα δεν είναι τυχαία, δοκιμάζω αν πράγματι μπορώ να τους φέρω γρουσουζιά) κινείται στα ίδια συγκοινωνούντα δοχεία με την απεριόριστη ένδεια του μέσου Σομαλού (σ.σ. για αντίστοιχους λόγους εδώ αποφεύγω τη χρήση ονόματος, ποτέ δεν ξέρεις…).

Μπορεί, πράγματι, οι πλουσιότεροι του πλανήτη να αγοράζουν ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μπορεί όντως η πανδημία να ενισχύει την εξάρτησή μας από τις παγκόσμιες διαδικτυακές εταιρείες, αλλά αυτό ελάχιστα δικαιολογεί τη χρηματιστηριακή φούσκα του τεχνολογικού δείκτη, πίσω από την οποία είναι βέβαιο ότι τεράστια κερδοσκοπικά κεφάλαια από κάθε γωνιά του πλανήτη κάνουν ξανά παιχνίδι με τα call options, τα στοιχήματα αγοράς ή πώλησης μετοχών σε συγκεκριμένες τιμές κι άλλα περίπλοκα κερδοσκοπικά προϊόντα. Πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί το έργο; Πόσες φορές το έχουν δει οι υποτιθέμενοι θεματοφύλακες των κεφαλαιαγορών; Τι έχουν διδαχτεί κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες, που από το 2008 έχουν μπουκώσει με τρισεκατομμύρια δολάρια ή ευρώ τους πολυεθνικούς κολοσσούς για να τα μπαζώνουν ή να τα παίζουν στα χρηματιστήρια; Πόσοι Κουτσολιούτσοι ασύλληπτοι, ανέλεγκτοι, αποθεωμένοι από τους παπαγάλους των αγορών μεσουρανούν εδώ και τώρα στη Νέα Υόρκη, στη Φρανκφούρτη, στο Τόκιο και στη Σανγκάη σερφάροντας θριαμβευτικά πάνω στα κύματα των μετοχών; Πόσοι απολαμβάνουν τις τεράστιες, όμορφες φούσκες τους μέχρι να ξανασκάσουν στα μούτρα μας (κατά κανόνα όχι στα δικά τους, εκτός αν επιλεγούν ως Κουτσολιούτσοι και αποδιοπομπαίοι τράγοι βάρδιας);

Ετσι δουλεύει
η μηχανή και κανείς δεν τολμάει να την πειράξει, παρά τα στραπάτσα της τελευταίας εικοσαετίας. 


Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί στο πολύ εγγύς μέλλον -κι εννοώ μέχρι τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές- είναι μια τριπλή καταστροφή: Πρώτα, ένα εκκωφαντικό σκάσιμο της τελευταίας χρηματιστηριακής φούσκας στις ΗΠΑ, με ισχυρή μεταδοτικότητα σε όλο τον κόσμο, χειρότερη κι από αυτή του κορονοϊού. Δεύτερον, μια θεαματική διάψευση των προσδοκιών για ανακουφιστική ανάκαμψη των οικονομιών το δεύτερο τρίμηνο -μέχρι στιγμής οι καταμετρητές του κόσμου μάς νανουρίζουν ότι όλα θα πάνε καλύτερα από τούδε και στο εξής. Το τρίτο και φαρμακερό θα είναι να διαψευστεί η ρεαλιστική εκτίμηση ήττας του Τραμπ-«όλα τα κάναμε τέλεια» και να μας εύρει ο ντουβρουτζάς μιας επανεκλογής του. Αυτό θα ήταν η τέλεια φούσκα, η τέλεια καταιγίδα, η τέλεια καταστροφή. Ο Τραμπ είναι ο μεγάλος τροφοδότης της αμερικανικής φούσκας, ο Τραμπ είναι επίσης αυτός που μπορεί να προκαλέσει το καταστρεπτικό σκάσιμό της. Και ο Τραμπ είναι αυτός που μπορεί να μετατρέψει την πανδημία του Covid- 19 σε υγειονομικό ολοκαύτωμα. Και η επαναλαμβανόμενη χρήση του ονόματος του Τραμπ γίνεται με την κρυφή ελπίδα να πιάσει το ξόρκι της γρουσουζιάς...


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Τα τελευταία 40 χρόνια, τα οργανωμένα θεσμικά πλαίσια αυτής της αντίστασης στην εξαχρειωτική αποστολή του κεφαλαίου έχουν συντριβεί, αφήνοντας πίσω τους ένα αλλόκοτο μείγμα παλιών και νέων θεσμών, οι οποίοι δυσκολεύονται να αρθρώσουν μια συγκροτημένη ένσταση ή ένα συνεκτικό εναλλακτικό πρόγραμμα. Πρόκειται για μια κατάσταση που προμηνύει συμφορές τόσο για το κεφάλαιο όσο και για τον λαό. Οδηγεί σε μια πολιτική του τύπου «μετά από μένα το χάος», στην οποία οι πλούσιοι φαντασιώνονται ότι μπορούν να αποπλεύσουν ασφαλείς, με τις πάνοπλες και γεμάτες προμήθειες κιβωτούς τους, αφήνοντας εμάς τους υπόλοιπους να τα βγάλουμε πέρα με τον κατακλυσμό. Ωστόσο, οι πλούσιοι δεν θα μπορέσουν ποτέ να επιπλεύσουν σε έναν κόσμο φτιαγμένο από το κεφάλαιο, διότι πλέον στην κυριολεξία δεν υπάρχει κρυψώνα γι’ αυτούς.

Ντέιβιντ Χάρβεϊ, «Το αίνιγμα του κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισμού»

Saturday, September 5, 2020

Βγάλτε τα πέρα μόνοι σας

Εφημερίδα των Συντακτών, 5-6/9/2020

Ο Πατέλης, ο Κυρανάκης και μερικοί ακόμα αμετροεπείς ρέκτες του κανιβαλικού ατομικισμού αποτελούν μάλλον τις πιο γραφικές -τζημέρειες- εκδοχές ενός ευρύτερου φαινομένου που ο κορονοϊός απειλεί να το καταστήσει κυρίαρχο. Ισως δώσαμε στους δυο τους, παραπάνω προσοχή από αυτήν που άξιζαν, αν κι έχει τη χρησιμότητά του ο απλοϊκός μέχρι ανοησίας τρόπος που εκφράζουν μια παγκόσμια στρατηγική στην οποία συγκλίνουν αυθορμήτως οι πιο αλλοπρόσαλλες περσόνες και οι πιο ετερόκλητες πολιτικές του πλανήτη: Ο Μπολσονάρο στη Βραζιλία και ο Μόντι στην Ινδία, που παραδίδουν τον πάμφτωχο πληθυσμό των χωρών τους σε υγειονομικό ολοκαύτωμα. Ο Τραμπ, που εγκαταλείπει τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας εξωθώντας σε απαξίωση σειρά διεθνών οργανισμών οι οποίοι συνθέτουν το πλαίσιο διεθνούς συνεργασίας 75 μεταπολεμικών χρόνων. Ο Μασκ της Tesla, που με το τρόπαιο της χρηματιστηριακής απογείωσής του, εισβάλλει στον ανταγωνισμό των εμβολίων. Ο Γκέιτς, ο Ζούκερμπεργκ, ο Μπέζος που από την ασφάλεια των τρισεκατομμυρίων δολαρίων τους και των δισεκατομμυρίων πλανητικών υπηκόων τους εναλλάσσονται σε ρόλους ευαγγελιστών της επιστημονικής αλήθειας και αγαθών κηρύκων της φιλανθρωπίας, την ώρα που στρατιές νομικών και λογιστών τους επινοούν τεχνάσματα φοροαποφυγής εκατοντάδων δισεκατομμυρίων. Και μαζί τους όλες οι καλοσυνάτες φατσούλες που έχουν μετατρέψει το δόγμα της (υπαρκτής) ατομικής ευθύνης σ’ έναν ψυχολογικό μηχανισμό εξάλειψης της πολιτικής ευθύνης.

Οχι, δεν επιχειρώ ν
α συνθέσω την τρισχιλιοστή θεωρία συνωμοσίας για την προέλευση του κορονοϊού και της πανδημίας. Η αντίληψη του κοινωνικού δαρβινισμού, που αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του κοινωνικού και πολιτικού ήθους του προαναφερθέντος (ενδεικτικά) συνονθυλεύματος, προϋπήρξε της πανδημίας. Είναι ένας εδώ και δεκαετίες ανοιχτός λογαριασμός στον οποίο επένδυσαν πολλά νεοσυντηρητισμός και νεοφιλελευθερισμός σε μιαν εκτός σχεδίου, αλλά διόλου παράδοξη σύγκλισή τους. Το σοκ του Μεγάλου Πολέμου και ο ανταγωνισμός των μεταπολεμικών μπλοκ που επικράτησαν μέχρι το 1989 στην Ευρώπη, επέβαλαν μια μοναδική ισορροπία ανάμεσα στον ανηλεή ανταγωνισμό που απαιτούσε η καπιταλιστική ανάπτυξη και στη συνεργασία που επέβαλλε το ανθρώπινο ένστικτο της συλλογικής επιβίωσης. Αυτή η μεταπολεμική κληρονομιά, αποτυπωμένη τόσο στα μοντέλα κοινωνικού κράτους που διαμορφώθηκαν στην Ευρώπη, όσο και στους μηχανισμούς διεθνούς ασφάλειας, έφερε στο προσκήνιο τις έννοιες της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Εννοιες που διαπερνούν τις περισσότερες διεθνείς συμβάσεις των τελευταίων 70 χρόνων, με κορυφαία τη Διακήρυξη της Φιλαδέλφειας, την ιδρυτική πράξη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας.

Φαίνεται ως ιστορικό παράδοξο το πώς αυτή η τόσο ξένη στο πνεύμα του καπιταλισμού και της «ατομικής ευθύνης» έννοια της αλληλεγγύης διασώθηκε και διαπέρασε Συντάγματα, καταστατικούς χάρτες, οικουμενικές διακηρύξεις, νομοθετήματα, κοινωνικά και ασφαλιστικά συστήματα, μηχανισμούς κοινωνικής πρόνοιας, εθνικά συστήματα περίθαλψης και υγείας, προϋπολογισμούς και φορολογικά συστήματα αναδιανομής πλούτου. Ο Alain Supiot, κορυφαίος Ευρωπαίος νομικός, εξηγεί με αποκαλυπτικό τρόπο την απροσδόκητη επίδραση της κοινωνικής δικαιοσύνης στις μεταπολεμικές κοινωνίες στο βιβλίο του «Το Πνεύμα της Φιλαδέλφειας: Η κοινωνική δικαιοσύνη απέναντι στην ολοκληρωτική αγορά».

Προφανώς δεν πρόκειται
για μια μεταφυσική υπέρβαση της ταξικής πάλης ή του πολιτικού ανταγωνισμού Δεξιάς - Αριστεράς. Ισα ίσα, η επιβίωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης αποτελεί αντανάκλαση και αυτών ακριβώς των παραγόντων στους ευρωπαϊκούς -κυρίως- κοινωνικούς μετασχηματισμούς και στα μεταπολεμικά μοντέλα διακυβέρνησης. Δεν πρόκειται για έναν πολιτικό θρίαμβο της Αριστεράς ή για μια ιδεολογική κυριαρχία του Σοσιαλισμού, αλλά για μια διάσταση της κεϊνσιανής συναίνεσης που επικράτησε μεταπολεμικά, για έναν συμβιβασμό που επέτρεψε στο σύστημα να δουλέψει χωρίς να καταδικάσει στην απόλυτη εξαθλίωση την τεράστια πλειονότητα της κοινωνίας.

Το ξήλωμα αυτών των ενοχλητικών εννοιών
-και των ακόμη πιο ενοχλητικών θεσμών που τις υπηρετούν- έχει αρχίσει προ πολλού. Ενας συρφετός από διανοούμενους εμβαπτισμένους στις κυνικές ιδέες της σχολής του Σικάγου, από ακριβοπληρωμένους τεχνοκράτες που εναλλάσσονται σε ρόλους εταιρικών στελεχών και πολιτικών συμβούλων και από αναρριχώμενους νεοφώτιστους του νεοφιλελευθερισμού που λίγδωσε τ’ άντερό τους, κατέλαβαν κάθε αρμό εξουσίας, ισχύος και επιρροής σε κόμματα, θεσμούς, κρατικούς και υπερκρατικούς μηχανισμούς, δεξαμενές σκέψεις. Απέναντι στο «πνεύμα της Φιλαδέλφειας», που διακήρυσσε ότι «η διαρκής ειρήνη δεν δύναται να εδραιωθεί, ειμή μόνον εάν βασίζεται επί της κοινωνικής δικαιοσύνης», ορθώθηκε το θατσερικό δόγμα: «Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν άτομα που παλεύουν άγρια να επιβιώσουν». Απέναντι στα αιτήματα για κοινωνικές πολιτικές ενίσχυσης των φτωχότερων στρωμάτων, αντιτάχθηκε η αντίληψη ότι οι επιδοματικές πολιτικές κάνουν τους ανθρώπους νωθρούς, τεμπέληδες και βλάκες (εδώ και χρόνια τα επισημότερα κείμενα της Ε.Ε. μιλούν για την «παγίδα των επιδομάτων» ανεργίας και πρόνοιας). Απέναντι στην απαίτηση για αναδιανεμητική φορολογία, αντιπαρατάσσεται η απαίτηση απαλλαγής της επιχειρηματικότητας από τους επαχθείς φόρους που πνίγουν τις επενδύσεις.

Με λίγα λόγια, το μήνυμα του συρφετού της ατομικής ευθύνης είναι απλό, όπως αυτό που περιμένει την κατά Θανάση Παπακωνσταντίνου Περσεφόνη στην είσοδο του Αδη: «Και να σου πλησιάζουνε, ανδρείκελα που μοιάζουνε./ Περίεργα κοιτάνε, μα δε με βοηθάνε./“Βγάλ' τα πέρα μοναχή σου, όπως κάναμ’ όλοι μας,/ ωχ! ωχ! ω! γαμώ το πορτοφόλι μας”».

Είμαστε στην αιχμή μιας τελικής αναμέτρησης. Η πανδημία, παρ' ότι αποτελεί κατ’ εξοχήν πεδίο εθνικής και διεθνούς συνεργασίας, για το επιθετικότερο τμήμα του νεοφιλελεύθερου συρφετού θεωρείται ιδεώδης ευκαιρία απαλλαγής από τα «αντιπαραγωγικά καρκινώματα» της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης· εξαφάνισής τους από κάθε θεσμό και μηχανισμό του κράτους και των διεθνών οργανισμών. Ο συρφετός διακηρύσσει ξεδιάντροπα: «Αφήνουμε προς το παρόν το κράτος να κάνει τη βρόμικη και δαπανηρή δουλειά αντιμετώπισης του Covid-19. Μετά θα λογαριαστούμε μια και καλή, ξηλώνοντας τα τελευταία απομεινάρια ψευδο-ανθρωπισμού. Μετά βγάλτε τα πέρα μόνοι σας! Είμαστε βέβαιοι ότι οι ευφυείς, υγιείς, ωραίοι, δυνατοί, ευέλικτοι και ανταγωνιστικοί θα τα καταφέρουν μια χαρά. Αληθινή δικαιοσύνη είναι η επιβίωση των άξιων».


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

 
Η λέξη «φτωχός», σε διάφορες αφρικανικές γλώσσες, δεν σημαίνει αυτό που αντιλαμβάνεται η Παγκόσμια Τράπεζα (ημερήσιο εισόδημα κατώτερο των δυο δολαρίων): φτωχός είναι «εκείνος που διαθέτει λιγοστό κόσμο πλάι του», που δεν μπορεί να υπολογίζει στην αλληλεγγύη του άλλου… Μια καλή σύνταξη και μια καλή ιατροφαρμακευτική ασφάλεια επιτρέπουν σε κάποιον ηλικιωμένο να μην εξαρτάται από τους κατιόντες του για να επιβιώσει, γεγονός που συνιστά αναντίλεκτα πρόοδο. Ομως αυτά δεν επαρκούν για να τον θωρακίσουν έναντι μιας θανάσιμης μοναξιάς, όπως απέδειξε το 2003 η εμπειρία του ευρωπαϊκού καύσωνα… Κανένα σύστημα κοινωνικής ασφάλειας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις δαπάνες που παράγονται από μια κοινωνία αποτελούμενη αποκλειστικά από μοναχικά άτομα… Το δίκαιο της κοινωνικής ασφάλειας, όχι μόνο δεν πρέπει να αγνοεί τις ποικίλες εκφράσεις της άτυπης αλληλεγγύης, αλλά οφείλει και να τις ενισχύει. 

 
Alain Supiot, «Το Πνεύμα της Φιλαδέλφειας»

Saturday, August 29, 2020

Χαμένες γενιές

Εφημερίδα των Συντακτών, 29-30/8/2020



«…Και στη μικρή θ’ αφήσουμε το χωράφι στη θάλασσα». Τα παλιά χρόνια όλοι οι γονείς άφηναν κάτι στα παιδιά τους. Δηλαδή, ποια παλιά χρόνια; Ανέκαθεν. Από τότε που υπάρχει κληρονομικό δίκαιο. Και οι πιο φτωχοί φρόντιζαν ν’ αφήσουν κάτι στα παιδιά τους. Ενα μικρό χωράφι, μια μικρή αποταμίευση, ένα σπίτι, δυο ζευγάρια σεντόνια, ένα ρολόι, ένα κομπολόι, ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, μια τέχνη. Ηταν μια υπόθεση ιδιοκτησίας αλλά και μνήμης. Συσσώρευσης αλλά και αλληλεγγύης. Ετσι πορεύτηκε ο κόσμος για αιώνες, έτσι διασώθηκε κι ο καπιταλισμός από μια ανθρωπιστική αποσύνθεση, πριν την ώρα του. Ακόμη και την εποχή της αιματηρής πρωταρχικής συσσώρευσης που αποσπούσε βίαια τα παιδιά από τους γονείς τους για να κάνει κυριολεξία την έννοια του προλετάριου, του ανθρώπου που δεν είχε τίποτε άλλο δικό του εκτός από τους απογόνους του, διασωζόταν μια ελάχιστη έγνοια για τα τρυφερά παιδιά που παραδίδονταν σαν κρέας για τα κλωστήρια, τα βυρσοδεψεία, τα ορυχεία ή τα καμίνια: μερικές συμβουλές, ένα manual επιβίωσης, μια φορεσιά για να τα προστατέψει από το κρύο και την ασφυκτική ζέστη. 


Ούτε καν οι μεγάλοι πόλεμοι των δύο προηγούμενων αιώνων κατάφεραν να διακόψουν αυτή την αρχέγονη και ζωτική για την αναπαραγωγή κάθε κοινωνικού συστήματος αρχή της αλληλεγγύης των γενεών. Οι έφηβοι και οι νέοι άνδρες ρίχνονταν κατά εκατομμύρια σαν κρέας στην πολεμική μηχανή του κιμά, αλλά στη θέση τους εκατομμύρια νέες γυναίκες γίνονταν αποδέκτριες της γονικής μέριμνας, όχι πάντα εκφρασμένης με τρυφερότητα, συχνά εκδηλωμένης με ανδροκρατική βία και καταναγκασμό, αλλά πάντως με μια πρόθεση στοιχειώδους αλληλεγγύης γενεών. 


Πάνω σ’ αυτή
την ουσιαστικά βιολογική διαδικασία αναπαραγωγής της ανθρωπότητας, όσο κι αν ακούγεται σήμερα στερεοτυπική, αναχρονιστική και παρωχημένη, όσο κι αν φαίνεται να ευτελίζει τη σχέση γονέων και παιδιών, παππούδων κι εγγονών, τρίτης και πρώτης ηλικίας στο επίπεδο ενός συμβολαίου, μιας διαθήκης, μιας γονικής παροχής, μιας δωρεάς κι οποιασδήποτε άλλης οικονομικής συναλλαγής («Ανάθεμά τα τα τάλαρα», που θα ‘λεγε κι η κυρα-Επιστήμη, «ανάθεμά τα τάλαρα» που θα ‘λεγε κι ο Αντρέας στο αριστούργημα του Θεοτόκη, αλλά πόσο διαφορετικά ο ένας απ’ τον άλλο), βασίστηκε λίγο-πολύ κι αυτό που λέμε κοινωνικό κράτος. Η αλληλεγγύη των γενεών είναι ο σκληρός πυρήνας του. Και αλληλεγγύη όχι μονοσήμαντη, από τους κατιόντες προς τους ανιόντες, αλλά αμφίπλευρη: μπορεί οι νέοι να πληρώνουν τις συντάξεις των ηλικιωμένων, αλλά και οι δεύτεροι, ως φορολογούμενοι κι ασφαλισμένοι, έχουν πληρώσει τη μόρφωση, την εκπαίδευση, την κατάρτιση των νεότερων - για να περιοριστούμε μόνο στη σχέση των γενεών ως συντελεστών της παραγωγικής διαδικασίας. 


Λοιπόν, είμαστε στην απαρχή της πλήρους κατάλυσης και εξάλειψης αυτής της αρχέγονης σταθεράς. Νιώθω υπόλογος και τρομακτικά ανίκανος απέναντι στην κόρη μου, που στο ξεκίνημα της ενήλικης ζωής της δεν έχω να της προσφέρω σχεδόν τίποτα που να της εξασφαλίζει ότι θα τα πάει λίγο καλύτερα από μένα. Η γενιά της -η Ζ, Υ, Χ κι όπως αλλιώς την ονομάσουν οι τεχνοκράτες της κοινωνικής μηχανικής, μέχρι εξαλείψεως του λατινικού αλφάβητου (τι θα γίνει μετά; Θα προσφύγουν στο κινέζικο;)- είναι κυριολεκτικά η πρώτη εδώ και πολλές δεκαετίες που οι προϋποθέσεις κοινωνικής και παραγωγικής ένταξής της είναι πολύ χειρότερες από των γονιών και των παππούδων της.
Κι αυτό είναι αντιστρόφως ανάλογο των προσόντων και των δεξιοτήτων της, τουλάχιστον στο πλαίσιο του λεγόμενου δυτικού κόσμου. Είναι κοσμοπολίτες, πολύγλωσσοι, φορτωμένοι με πτυχία, μεταπτυχιακά και πιστοποιημένα προσόντα και δεξιότητες, επιμελημένα βιογραφικά στα οποία καταγράφεται και η πιο σύντομη επαφή τους με εργασιακή εμπειρία, είναι δικτυωμένοι, φορτωμένοι με απίστευτους όγκους πληροφοριών (αν και συχνά ανεπεξέργαστες καταλήγουν σε αποπληροφόρηση, σύγχυση και μερική ή ολική άγνοια), κι όμως είναι εκτεθειμένοι σε μια κυριολεκτική και γυμνή προλεταριοποίηση. 


Το 2010, στην κρίση χρέους με επίκεντρο και πρωταγωνίστρια την ελληνική κοινωνία, πιστέψαμε ότι αυτό συνέβη για πρώτη και τελευταία φορά. Φτωχοποιήθηκαν ταυτόχρονα οι τρεις γενιές που συμβατικά συγκροτούν το δημογραφικό όλο μιας κοινωνίας, αλλά υποθέσαμε ότι αυτό θα ήταν απλώς ένα μεγάλο διάλειμμα, μια χαμένη δεκαετία που στο τέλος της θα περίμενε, τουλάχιστον την επόμενη γενιά, τα παιδιά και τα εγγόνια μας, τους Millennials, τη γενιά Υ κι όπως αλλιώς την ονομάσουμε, μια εποχή ανόδου, ευφορίας, βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, αύξησης του εισοδήματος, πολλαπλασιασμού των ευκαιριών. 


Ο κορονοϊός διέψευσε
κι αυτή την προσδοκία με δύο τρόπους, εξίσου καταστροφικούς: πρώτα, πρόσθεσε στην προηγούμενη χαμένη δεκαετία, σ’ αυτήν που μέχρι τώρα θεωρούσαμε «μια χαμένη γενιά», μερικές ακόμη χαμένες δεκαετίες και μία (τουλάχιστον) ακόμη χαμένη γενιά. Δεύτερο, κατέστησε αυτή την εξέλιξη κυριολεκτικά παγκόσμια. Η ομοιομορφία με την οποία επιδεινώνονται οι συνθήκες οικονομικής και παραγωγικής ένταξης των νέων ανθρώπων στην Ευρώπη, στην Ασία ή στην Αμερική δεν είναι καθόλου παρηγορητική. Ισα ίσα είναι τρομακτική. 


Κι ακόμη πιο τρομακτική
είναι η αδυναμία η δική μας, των ανιόντων τους, να ανακουφίσουμε στο ελάχιστο τον ανήφορο που έχουν μπροστά τους τα παιδιά μας. Με μια μικρή αποταμίευση, μια μαγιά για την εκκίνηση, κάτι αντίστοιχο μ’ αυτό που οι δικοί μας γονείς και παππούδες, αν και τσακισμένοι από τη δική τους χαμένη δεκαετία πολέμου κι εμφυλίου, κατάφεραν να μας προσφέρουν.
Είναι τρομακτικό και συνάμα ντροπιαστικό, αντί της αλληλεγγύης και τρυφερότητας που τους οφείλουμε, να ανταγωνιζόμαστε τα παιδιά μας στην επιβίωση.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

«Οχι!» του 'πε μ' απόφαση· «εδώ είναι ο χωρισμός μας. Θα πάω σε ξένα μέρη, σε ξένον κόσμο, σ' άλλους τόπους· θα δουλέψω για με και για να κουναρήσω το παιδί που θα γεννηθεί. Θα μου δώσει η μάνα γράμματα για να 'βρω αλλού εργασία· θα τα πάρει από τες κυράδες της. Οχι, δεν έρχομαι! Είμαι δουλεύτρα· ποιόνε έχω ανάγκη;». Κι έπειτα από μία στιγμή σα ν' απαντούσε σε κάποια της σκέψη εξαναφώναξε: «Δεν έρχομαι, δεν έρχομαι!».
Ο Αντρέας την εκοίταξε ξεταστικά κι εκατάλαβε πως όλα τα λόγια θα 'ταν χαμένα.
«Ανάθεμά τα τα τάλαρα!», εφώναξε πάλι απελπισμένος. «Πάει η ευτυχία μου!».
Κι εβγήκε στο δρόμο.
Κωνσταντίνου Θεοτόκη, «Η τιμή και το χρήμα»

 

Saturday, August 22, 2020

H Apple ως συνεκδοχή του μέλλοντός μας

 Εφημερίδα των Συντακτών, 22-23/8/2020

Κλήρωσε το Τζόκερ 2,3 εκατ. ευρώ, μου το 'λεγε η γυναίκα μου, «παίξε κανένα Τζόκερ μπας και γίνει κανένα θαύμα», ‘σα πέρα εγώ, πάει η ευκαιρία, βρέχει εκατομμύρια και κρατάω ομπρέλα. Εκ των υστέρων βέβαια επινοώ ένα άλλοθι βολικό, ότι στατιστικά ουδόλως συμφέρει να ρίξεις λεφτά στον τζόγο, τα πολλά και σίγουρα είναι στο χρηματιστήριο. Οχι της Αθήνας βέβαια -πλάκα κάνεις;-, στη Wall Street, στη Σανγκάη, στο Τόκιο, όπου γίνεται πάρτι τρελό, ο κόσμος καίγεται από την Covid-19, οι οικονομίες βουλιάζουν στα σκατά, οι κυβερνήσεις παρακολουθούν ζαλισμένες την ύφεση να απογειώνεται, κι εκεί οι μετοχές εκτοξεύονται σε διαστημικά επίπεδα, σαν να μην τρέχει τίποτα. Στο παράλληλο σύμπαν των χρηματιστηρίων δεν υπάρχει πανδημία, θάνατοι, αγωνία, υπάρχει ο κανόνας «when you see blood, buy, buy, buy!». 50% η ετήσια άνοδος του Nasdaq, 11% του Nikkei, 17% του Shanghai, το μεγαλύτερο μέρος τους πραγματοποιημένο στο επτάμηνο των 23 εκατ. κρουσμάτων και των 800.000 θανάτων.

Τι Τζόκερ μου λες λοιπόν, μετοχές της Apple έπρεπε να αγοράσω, αν άφηνε η ΔΕΗ, οι δόσεις της Εφορίας, τα ασφάλιστρα, τα κοινόχρηστα, το τηλέφωνο, το νερό, οι δανειακές δόσεις -για να μείνουμε στα βασικά-, αν υποθέσουμε ότι έχουμε εκπαιδευτεί επαρκώς στην επιβίωση με τα ελάχιστα. Διότι, όπως σωστά χτύπησε το καμπανάκι ο Μπάμπης, η Apple έγινε η πρώτη εταιρεία στην ιστορία του καπιταλιστικού καζίνου που ξεπέρασε σε κεφαλαιοποίηση τα 2 τρισ. δολάρια, 2,022 τώρα που μιλάμε. Αυτό σημαίνει χοντρικά δέκα φορές το ελληνικό ΑΕΠ ή το 1/10 του αμερικανικού ΑΕΠ ή το 1/8 του ΑΕΠ της Ε.Ε., τέσπα, όπως κι αν το μετρήσουμε η Apple είναι σχεδόν μια ήπειρος μόνη της, κι αν είχα κάνει το κουμάντο μου κι είχα αγοράσει μερικές μετοχές της πέρσι τέτοιο καιρό, θα είχα υπερδιπλασιάσει τα λεφτά μου - 120% έχει ανέβει η μετοχή της.

Κατά κάποιο παράδοξο τρόπο η καταστροφική τροχιά του κορονοϊού από την αρχή του χρόνου σηματοδοτείται από δύο εκ πρώτης όψεως άσχετα γεγονότα, που ενδιαφέρουν μόνο τους αλογομούρηδες των μετοχών. Τον Γενάρη η Alphabet -η Google δηλαδή- ξεπέρασε σε κεφαλαιοποίηση το 1 τρισ. δολάρια (σ.σ. η στήλη είχε επισημάνει το γεγονός στις 18/1 - «Το αλφάβητο, η alphabet και το αλγοριθμικό καζίνο»-, απαραίτητη αυτοαναφορική, ναρκισσιστική υπενθύμιση, του στιλ «εμείς σας τα είχαμε πει», «τα έχουμε γράψει αυτά» κ.λπ., που καταλήγει στο μάλλον αυτοκαταστροφικό συμπέρασμα ότι, εφόσον όλα έχουν γραφεί, λεχθεί και προβλεφθεί, τα ΜΜΕ δεν έχουν λόγω ύπαρξης και οι δημοσιογράφοι πρέπει να αλλάξουν δουλειά - κλείνει η παρένθεση). Και τον Αύγουστο η Apple έκανε το δικό της ιστορικό υψηλό των 2 τρισ. δολαρίων. Προφανώς προσεχώς θα συμβούν αντίστοιχα κοσμοϊστορικά με την Amazon, την Tesla (η μετοχή της έχει ανέβει 800% σε έναν χρόνο) και όλα τα αστέρια του Nasdaq και της ψηφιακής οικονομίας που είναι οι μοχθηροί θριαμβευτές της πανδημίας.

Θα μπορούσε να λεχθεί και για οποιονδήποτε άλλο από τους παγκόσμιους ψηφιακούς κολοσσούς, αλλά για λόγους συμβολισμού και συγκυρίας η Apple διεκδικεί τον τίτλο: είναι η συνεκδοχή του μέλλοντός μας - του όποιου μέλλοντος και για όσους αφήσει ο κύκλος της πανδημίας. Συμβολικά ο Nasdaq, ο δείκτης των μετοχών υψηλής τεχνολογίας, πνίγει με τη σκόνη του τον Dow Jones, 48% κέρδη ο πρώτος, μόλις 5,5% ο δεύτερος στη χρηματιστηριακή φρενίτιδα του τελευταίου χρόνου, κι αυτό μπορεί να θεωρηθεί ακόμα ένας συμβολισμός για τον θρίαμβο του νέου ψηφιακού καπιταλισμού εις βάρος του παρακμάζοντος βιομηχανικού. Αλλά αυτό θα αποτελούσε μια μάλλον απλοϊκή ερμηνεία της εξέλιξης. Στην πραγματικότητα είμαστε παρατηρητές -και άθελά μας συναυτουργοί- μιας δραστικής μετάλλαξης του όλου καπιταλισμού σε ένα υβρίδιο στο οποίο το κυρίαρχο τεχνολογικό πρότυπο απορροφά και μεταβολίζει όλα τα υπόλοιπα - από τις αποστολές στο διάστημα μέχρι τον τουρισμό στα νησιά και από την υποθαλάσσια εξόρυξη υδρογονανθράκων μέχρι την καλλιέργεια του μαϊντανού - σε ένα ενιαίο αλγοριθμικό σύμπαν που κυβερνά και την παραγωγή και την κατανάλωση και την προσφορά και τη ζήτηση. Ετσι η ψηφιακή τεχνολογία, που κατά τους πιονιέρους της -μεταξύ τους και του μακαρίτη Στιβ Τζομπς της Apple- υποτίθεται ότι θα επέφερε τον εκδημοκρατισμό του καπιταλισμού, γίνεται ο μοχλός της πιο ολοκληρωτικής εκδοχής του.

Πάρτε τα δύο πιο λαμπρά αστέρια του γενναίου νέου κόσμου, την Apple και την Tesla. Τα προϊόντα της πρώτης, παρά τη δημοφιλία τους, απευθύνονται σε λιγότερο από το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι τιμές του iPhone 12 κυμαίνονται από 700 έως 1.200 ευρώ, τα Mac Pro πάνε από 6.000 ευρώ και πάνω. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα της Tesla απευθύνονται σε ακόμα λιγότερους, προς το παρόν στο πλουσιότερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι μετοχές των δύο εταιρειών απογειώνονται ακριβώς γιατί σε συνθήκες πρωτοφανούς κρίσης, που έχει οδηγήσει ένα τεράστιο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού σε φτωχοποίηση, σε απώλεια της δουλειάς και του εισοδήματός του, υπάρχουν αρκετοί πλούσιοι για να εκτινάσσουν τις πωλήσεις της Tesla και της Apple.

Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για παράλληλο σύμπαν. Το ένα προϋποθέτει το άλλο. Ο μαζικός αποκλεισμός πληθυσμού από στοιχειώδεις όρους επιβίωσης -μια θέση εργασίας, ένα εισόδημα αξιοπρεπούς διαβίωσης, πρόσβαση σε ένα επαρκές δημόσιο σύστημα υγείας, εκπαίδευση και διαρκής κατάρτιση στις ιλιγγιωδώς αναπτυσσόμενες νέες τεχνολογίες- είναι και προϋπόθεση και αποτέλεσμα της συσσώρευσης τεράστιου πλούτου σε όλο και μικρότερες ομάδες πληθυσμού μέσω του δαιμόνιου αλγοριθμικού καζίνου. Η Covid-19 είναι η πεταλούδα που πέταξε στo Κουπερτίνο της Καλιφόρνιας (το βασίλειο της Apple) προκαλώντας σεισμό στο Σεντσέν της Κίνας (το ενδιαίτημα της Huawei). Είναι ο επιταχυντής της μετάβασης στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό του μέλλοντός μας, όπου η Apple, η Tesla, η Huawei, η Microsoft, αλλά και η Johnson & Johnson ή η Deutsche Bank θα είναι υπερκράτη πάνω από τα κράτη, με τα εκατομμύρια τηλεργαζόμενους και τηλεκαταναλωτές υπηκόους τους διασπαρμένους σε όλες τις ηπείρους.

Αυτό εν μέρει τρομάζει ακόμα και τις υπεράνω αντικαταπιταλιστικής υποψίας κυβερνήσεις, που αναλώνονται ανεπιτυχώς σε έναν μαραθώνιο δαπανών και φόρων, αλλά είναι από χέρι χαμένες γιατί τις απεριόριστες ελευθερίες που παρείχαν στους κολοσσούς του τουρμπο-καπιταλισμού τώρα τις βρίσκουν μπροστά τους.

Η Apple είναι η συνεκδοχή του δυστοπικού μέλλοντός μας και το μισοδαγκωμένο μήλο της είναι το σαρκαστικό κλείσιμο του ματιού στις ερμηνείες του προπατορικού αμαρτήματος: είναι η περιέργεια που μας εξόρισε από τον Παράδεισο, αλλά και έξω απ’ αυτόν τα κουτσοβολέψαμε. Η απληστία όμως σκοτώνει. Κι όχι τους άπληστους.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Και είπεν ο όφις τη γυναικί· ου θανάτω αποθανείσθε· ήδει γαρ ο Θεός, ότι η αν ημέρᾳ φάγητε απ᾿ αυτού, διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοὶ και έσεσθε ως θεοί, γινώσκοντες καλόν και πονηρόν. και είδεν η γυνή, ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίον εστί του κατανοήσαι, και λαβούσα από του καρπού αυτού έφαγε· και έδωκε και τω ανδρί αυτής μετ' αυτής, και έφαγον. και διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο, και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν, και έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα.
Μωυσή, «Γένεσις, Γ, 4-7»

Friday, August 14, 2020

Το Αιγαίο και τα ψάρια του, τα κανόνια και το κρέας τους

 Εφημερίδα των Συντακτών, 14-16/8-2020

Με το παρόν επιχειρείται εισπήδησις, που θα έλεγαν και οι ιεράρχες, αν δεν είχαν μπλέξει τα άμφια με τα φισεκλίκια, διχασμένοι ανάμεσα στο εθνικοπατριωτικό σάλπισμα υπέρ βωμών και καλωδίων και στον εξορκισμό του ενσαρκωμένου σε λοιμωξιολόγο εξαποδό, ο οποίος παραπλανά τους πιστούς ότι ο Covid-19 μεταδίδεται με την αγία λαβίδα στη θεία μετάληψη - θου Κύριε. Αλλά, πράγματι, το πόνημα αποτελεί εισπήδηση, όχι με την έννοια του εκκλησιαστικού πρωτοκόλλου, αλλά με την οπτική της ναυτοσύνης και δη στην πειρατική εκδοχή της. Εισπήδηση λοιπόν, κανονικό ρεσάλτο δηλαδή, στα πεδία της θαλάσσιας πολιτικο-στρατιωτικής διπλωματίας, όπου πέφτει άγριο πήδημα, στα όρια του βιασμού της κοινής λογικής και του πολιτικού ρεαλισμού.


Κατ’ αρχήν, το Αιγαίο
ανήκει στα ψάρια του. Και το Αιγαίο και η Aνατολική Μεσόγειος και όλα τα πελάγη και οι ωκεανοί, που αποτελούν το φυσικό ενδιαίτημα των ψαριών και λοιπών θαλάσσιων ειδών πολύ πριν το είδος μας αποφασίσει να οικοπεδοποιήσει κάθε λεύγα θάλασσας, υγρής ή παγωμένης. Ο ευφυής αναρχικός σαρκασμός στις εξάρσεις της ελληνοτουρκικής διένεξης της δεκαετίας του ’80 παραμένει επίκαιρος και τελικά η μόνη απόλυτα ειλικρινής (παρά την πολιτική της αφέλεια) προσέγγιση σε ένα θέμα που η πολιτική, η διπλωματία, η εμπορευματοποίηση και η στρατιωτικοποίηση του πλανήτη έχει κάνει πιο περίπλοκο απ’ όσο πραγματικά είναι. Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του, όχι με την έννοια της «βαθιάς οικολογίας» που θεωρεί άξια επιβίωσης μόνο την αυτοαναπαραγόμενη αμοιβάδα, αλλά γιατί αυτό ίσχυσε επί χιλιετίες οικονομικού πολιτισμού και ναυσιπλοΐας. Ακόμα κι οι Ρωμαίοι που χαρακτήρισαν τη Μεσόγειο «Mare Nostrum», αν και εφευρέτες του Δικαίου, δεν διανοήθηκαν να θεμελιώσουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στη θάλασσα: απλώς εξέφραζαν την αυταρέσκειά τους και μετέτρεψαν τη Μεσόγειο σε λίμνη τους, όταν η αυτοκρατορία τους κατέλαβε και την τελευταία σπιθαμή εδάφους σε νότια Ευρώπη, βόρεια Αφρική και Μικρά Ασία.

Κι έτσι έμεινε για αιώνες
η θάλασσα αδέσποτη και χωρίς ιδιοκτήτες. Ακόμη και την εποχή των εξερευνήσεων και της αποικιοποίησης των πέραν της Ευρώπης ηπείρων, ουδείς διενοήθη -ούτε καν οι αδηφάγοι Αγγλοι ή οι άπληστοι Ολλανδοί- να οικοπεδοποιήσει τους ωκεανούς και τα πελάγη. Εμειναν σκοτεινά, μυστηριώδη κι επίφοβα, γιατί ακόμη κι οι ναυτικές υπερδυνάμεις όλο και σε κάποια γοργόνα πάνω θα έπεφταν και θα έδιναν τη λάθος απάντηση στην ερώτηση-παγίδα «ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;», όλο και κάποια λευκή φάλαινα φυσητήρας θα έδινε θανάσιμη και αμετάκλητη απάντηση σ’ έναν κάπτεν Αχαάβ για την κυριαρχία στη θάλασσα. Οποιος έχεις διαβάσει το «Μόμπι Ντικ», καταλαβαίνει γιατί το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του και στα θηλαστικά και στα μαλάκια και στα οστρακόδερμά του.

Αυτό λίγο-πολύ το 'ξεραν ακόμη κι οι αποικιοκράτες στην κορύφωση του ανταγωνισμού για την «ανακάλυψη» και κατάληψη των υπερπόντιων κτήσεων, αποδεχόμενοι τη ρεαλιστική αρχή της «ελευθερίας των θαλασσών» (Mare Liberum) του Hugo Grotius που έλεγε το εξής απλούστατο: η θάλασσα δεν ανήκει σε κανέναν, δεν νοείται εθνική κυριαρχία πάνω της, κάθε έθνος δικαιούται να ταξιδεύει στα νερά της και το μόνο δικαίωμα που μπορεί να διεκδικεί έναντι των άλλων εθνών είναι αυτό της αβλαβούς διέλευσης. Τα υπόλοιπα ήταν υπόθεση της θάλασσας, που αν ήθελε σ’ άφηνε να τη διαπλεύσεις ήρεμα, αν γούσταρε σε κατάπινε ώσπου να πεις «φάλαινα».

Εξ ου και ο Σκαρίμπας εξήρε αθυρόστομα την προαιώνια -και ερήμην ανθρώπων- ΑΟΖ θάλασσας και θαλασσίων ειδών με τον περίφημο στίχο: «γεια σου πουτάνα θάλασσα που σε γαμούν τα ψάρια, που σε γαμεί κι ο κάβουρας με τα στραβά ποδάρια». Φυσικά, αυτό υπερεκτιμά κάπως τις δυνάμεις των αλιευμάτων, που ενίοτε καταλήγουν στο τηγάνι ή στη σχάρα, αλλά κι εμείς μάλλον υπερτιμούμε τις δυνατότητές μας απέναντι στους καραδοκούντες Μόμπι Ντικ.

Πότε περάσαμε από τη Mare Liberum στη Mare Clausum; Από τον 17ο αιώνα υπήρξαν πολλοί, με πρώτους τους Αγγλους, που επιχείρησαν να αμφισβητήσουν τη βολική για όλους «ελευθερία των θαλασσών», επιχειρώντας να θεμελιώσουν δικαίωμα κρατικής κυριαρχίας στη θάλασσα, τουλάχιστον με την εμβέλεια των κανονιών που είχαν στα καράβια τους. Αλλά επειδή αυτή η εμβέλεια μετά βίας ξεπερνούσε τα 200-300 μέτρα, η κυριαρχία στη θάλασσα ήταν χωρίς νόημα. Πιο αποτελεσματική ήταν η κρατικά χορηγούμενη πειρατεία.

Τα πράγματα άλλαξαν στον 20ό αιώνα, όταν η δίψα για πετρέλαιο και η τεχνολογία εκμετάλλευσης των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων συναντήθηκαν με το άλμα στην τεχνολογία του πολέμου. Που όχι απλώς αύξησε την εμβέλεια των κανονιών, αλλά έδωσε τη δυνατότητα να κάνουν τη βρομοδουλειά με κατανάλωση λιγότερου ανθρώπινου κρέατος (αυτό ήταν ένα από τα κεκτημένα της πολεμικής τεχνολογίας μετά την αιματηρή εμπειρία δύο παγκοσμίων πολέμων). Το Δίκαιο της Θάλασσας, στο οποίο όλοι ομνύουν, είναι κατά κάποιον τρόπο προϊόν της συνάντησης των βιομηχανιών των υδρογονανθράκων και του πολέμου, από την οποία προέκυψε η ιδέα της πλήρους εμπορευματοποίησης, οικοπεδοποίησης και ουσιαστικά ιδιωτικοποίησης της θάλασσας όχι μόνο στην επιφάνεια, αλλά και κάτω από τον βυθό της. Το Δίκαιο της Θάλασσας και των κρατικών κυριαρχιών σ’ αυτήν είναι το αποτύπωμα μιας άγριας, ανταγωνιστικής αγοράς βυθού που θα έκανε και τον Μόμπι Ντικ να τρέμει από τρόμο.

Αυτά τα στοιχειώδη είναι καλό να τα ξέρουν όσοι είναι έτοιμοι να ζωστούν με φισεκλίκια και να γίνουν μπουρλοτιέρηδες για υφαλοκρηπίδες, αιγιαλίτιδες, χωρικά ύδατα, ΑΟΖ, επήρειες, σεισμικές έρευνες, καλώδια κι όσα ακατάληπτα συγκροτούν τη φαντασιακή πατριδοκαπηλική αρλούμπα περί προαιώνιων κυριαρχικών δικαιωμάτων, βωμών, εστιών και κυμάτων, πίσω από την οποία κρύβονται οι έμποροι εθνών, συνόρων, υδρογονανθράκων και όπλων. Ολα είναι υπόθεση παζαριού -ανατολίτικου ή δυτικότροπου, μικρή σημασία έχει- κι αργά ή γρήγορα η ελληνοτουρκική (ή η ελληνο-τουρκο-λιβανο- κυπρο-συρο-αιγυπτιο-λιβυο-παλαιστινο-ισραηλινή) διαφορά για τις θαλάσσιες κυριαρχίες στην Ανατολική Μεσόγειο θα καταλήξει σ’ ένα τραπέζι διαπραγμάτευσης. Είτε προηγηθεί σύρραξη είτε όχι. Διαλέξτε αν θέλετε πρώτα να ταΐσετε τα κανόνια με φρέσκια ανθρώπινη σάρκα, εφόσον το θεωρείτε αρκούντως πατριωτικό. Αυτό το αναπόφευκτο παζάρι είναι το απλό, κοινό, ανομολόγητο μυστικό όλου του πολιτικού συστήματος, οριζοντίως. Οσο το κρύβει, συμβάλλει στην εξαπάτηση μιας κοινωνίας που ματαιοπονεί σαν τον Αχαάβ να εκδικηθεί για ένα κομμένο πόδι. Με τον κίνδυνο να χαθεί ολόκληρος.

ΥΓ.: Τις βλέπω τις κρεμάλες να στήνονται στο Σύνταγμα, έτοιμες για τα εύθραυστα λαιμουδάκια μας.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

 
Ο αέρας ανήκει σε αυτήν την κατηγορία πραγμάτων (σ.σ. res communis=κοινά τοις πάσι) για δύο λόγους. Πρώτον, δεν είναι δεκτικός στην κατοχή και, δεύτερον, η κοινή χρήση του προορίζεται για όλους τους ανθρώπους. Για τους ίδιους λόγους η θάλασσα ανήκει από κοινού σε όλους. Γιατί είναι τόσο απεριόριστη που δεν μπορεί να γίνει ιδιοκτησία κανενός-καμίας, και επειδή είναι προορισμένη για χρήση από όλους, είτε το θεωρούμε από την άποψη της ναυσιπλοΐας είτε από την άποψη της αλιείας.
Hugo Grotius, «Mare Liberum» (Η ελευθερία των θαλασσών), 1609