Saturday, February 21, 2026

Ποιον ενοχλεί η λέξη «κομμουνιστής»;

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 21-23/2/2026


"Οι Κυνηγοί" μπροστά στην άφθαρτη σορό του αντάρτη.

Την περασμένη Τρίτη, αφού έχει γίνει η αποκάλυψη των φωτογραφικών ντοκουμέντων από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών πατριωτών από τους ναζί στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, που η ύπαρξή τους κανέναν δεν έπρεπε να εκπλήξει με δεδομένη τη σαδομαζοχιστική αφοσίωση της ναζιστικής βιομηχανίας θανάτου στη γραφειοκρατία και στη διεξοδική καταγραφή κάθε εγκλήματος που διεκπεραίωναν ως νόμιμο καθήκον, ανέβασα κι εγώ μιαν άλλη φωτογραφία στο φου μπου. Μια φωτογραφία από την ταινία «Κυνηγοί» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, του 1977. Είναι η φωτογραφία έξι κυνηγών που βρίσκουν ένα πτώμα μέσα στα χιόνια. Τη συνόδευσα με την εξής ανάρτηση: «Σε όσους έχουν απορίες ή κενά για την ερμηνεία της αμήχανης αντίδρασης της Ακροδεξιάς, της Δεξιάς, του ακραίου Κέντρου και σχεδόν όλης της εγχώριας ελίτ απέναντι στα τεκμήρια της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών (σ.σ. ποιος ενοχλείται από τη λέξη;) της Καισαριανής, συστήνω ανεπιφύλακτα τη θαυμάσια κινηματογραφική αλληγορία του Αγγελόπουλου "Οι Κυνηγοί" (1977). Την έχει το Cinobo, μαζί με όλες τις ταινίες του Theo. Για λεπτομέρειες επιφυλάσσομαι, στον "Ελεύθερο Σκοπευτή", στην "Εφ.Συν." του προσεχούς ΣΚ».

Το φου μπου, με την ανελέητη αλγοριθμική νοημοσύνη του, αφοσιωμένη στη δήθεν πολιτική ορθότητα που ανταγωνίζεται επάξια τη ναζιστική λογιστική του θανάτου, απέκρυψε τη φωτογραφία με το μήνυμα: «Ευαίσθητο περιεχόμενο. Η φωτογραφία καλύπτεται για να μπορούν να αποφασίζουν οι χρήστες αν θέλουν να τη δουν». Πόσο δημοκρατικό και πολιτισμένο, πόσο τρυφερό και φροντιστικό διαβάζεται-ακούγεται... Βεβαίως, σ' αυτή τη λογοκριτική παρέμβαση, που αδυνατεί να ξεχωρίσει τη φωτογραφία μιας ταινίας από μια πραγματική σκηνή θανάτου, υπάρχει η παρηγορητική διάσταση πως τελικά η τεχνητή νοημοσύνη είναι ακόμη αρκετά ανόητη. 

Κι επειδή τον λόγο μου τον τηρώ, πάμε στην ουσία της ταινίας του Theo, παραγνωρισμένης κατ' εμέ, αν και εξαιρετικά ευφυούς πολιτικά, σε ιδέα και σενάριο -μαζί με τον Αγγελόπουλο- του Στρατή Καρρά. Χοντρικά συμβαίνουν τα εξής: Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1977, σε ένα ορεινό, χιονισμένο τοπίο, κάπου στη Β. Ελλάδα, ίσως κοντά στα σύνορα με Βουλγαρία, πρώην Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, έξι κυνηγοί -ένας βιομήχανος, ένας πολιτικός, ένας στρατιωτικός, ένας εργολάβος, ένας πρώην νομάρχης, ένας ξενοδόχος- βρίσκουν θαμμένο στο χιόνι το πτώμα ενός αντάρτη του εμφυλίου πολέμου, απίστευτα διατηρημένο κι άταφο σχεδόν τριάντα χρόνια. Τον μεταφέρουν στο ξενοδοχείο, όπου τους περιμένουν γυναίκες ή ερωμένες τους που προετοιμάζονται για το πρωτοχρονιάτικο πάρτι, τον αποθέτουν σε ένα τροχήλατο τραπέζι που μοιάζει με καρότσι νεκροτομείου, κι εκεί, ενώπιον του άταφου και άφθαρτου νεκρού, ένας ένας, μία μία, αυτοί οι προφανείς κι επιφανείς εκπρόσωποι της ελληνικής άρχουσας τάξης που είχαν φροντίσει να εξαφανίσουν ή να διαστρεβλώσουν τις μεγάλες αναμετρήσεις της σκληρής δεκαπενταετίας που άρχισε με τη δικτατορία του Μεταξά και τέλειωσε με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας το 1949, έρχονται αντιμέτωποι με την αιφνιδιαστικά ανασυρμένη, άφθαρτη σαν τη σορό του νεκρού αντάρτη ιστορική μνήμη. 

"Οι Κυνηγοί" μπροστά στο πτώμα της μνήμης. 

Εδώ θα έλεγα «η συνέχεια επί της οθόνης», αλλά με τις κινηματογραφικές αλληγορίες του Αγγελόπουλου αυτό δεν έχει νόημα, η απαιτητική παρακολούθησή τους, πέρα από εικαστική απόλαυση, είναι παιχνίδι αποκωδικοποίησης και μια εμπειρία στοχασμού - άσχετο αν σε κάποιους δεν αρέσει. Η ταινία εξελίσσεται σε ένα είδος δίκης, ή ανάκρισης, όπου καθένας από τους πυλώνες ισχύος και εξουσίας καταθέτει μια μαρτυρία, ψέμα ή αλήθεια, έναν υπαινιγμό για τον ρόλο του στην ιστορία που κατέληξε στον νεκρό αντάρτη. Οχι απαραίτητα τον συγκεκριμένο. Αλλά όλους τους νεκρούς, τους κυνηγημένους, τους φυλακισμένους, τους δολοφονημένους, τους εξόριστους της προπολεμικής, πολεμικής και μεταπολεμικής Ελλάδας. Από τους 200 εκτελεσμένους από τους ναζί κομμουνιστές της Καισαριανής μέχρι τους εκτελεσμένους από το μετεμφυλιακό καθεστώς κομμουνιστές Μπελογιάννη, Μπάτση, Πλουμπίδη, Καλούμενο, Αργυριάδη και τους πάνω από 3.500 εκτελεσμένους των έκτακτων στρατοδικείων. Στους «Κυνηγούς» του Αγγελόπουλου, το πρωτοχρονιάτικο πάρτι της ελληνικής ελίτ διακόπτεται από κάτι απρόσμενο: ανακαλύπτουν ότι το πτώμα λείπει, κι έπειτα αντικρίζουν ολοζώντανο τον νεκρό αντάρτη, επικεφαλής μιας ομάδας ανταρτών με προτεταμένα όπλα που αντιστρέφουν την ιστορία: Οι «Κυνηγοί» της εξουσίας έρχονται αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο να δικαστούν και να καταδικαστούν. Αλλά, ευτυχώς γι' αυτούς, δεν ήταν παρά ένας εφιάλτης. Το επόμενο πρωινό παίρνουν το πτώμα και το ξαναθάβουν κάτω από το χιόνι. 

Ο εφιάλτης των νικητών της ιστορίας, αναστημένος, ολοζώντανος. 

Αυτό ακριβώς εξηγεί την αμήχανη αντίδραση της εγχώριας ελίτ στην αποκάλυψη των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 της Καισαριανής, αυτό ερμηνεύει την ενόχλησή της στην αναφορά της ιδεολογικής και πολιτικής τους ταυτότητας, στη λέξη κομμουνιστής, αλλά δεν υπάρχει άλλη λέξη, γιατί αυτό ήταν οι 200, ήταν κομμουνιστές, ως μέλη είτε του ΚΚΕ είτε άλλων οργανώσεων, γι' αυτό ήταν φυλακισμένοι από τη δικτατορία του Μεταξά, γι' αυτό ο δικτάτορας αρνήθηκε την προσφορά των φυλακισμένων κομμουνιστών να πάνε στο αλβανικό μέτωπο, γι' αυτό η κατοχική «κυβέρνηση» τους παρέδωσε στους Γερμανούς, γι' αυτό η ναζιστική διοίκηση προανήγγειλε ηχηρά, ως προπαγανδιστική τρομοκρατία, την εκτέλεση «200 κομμουνιστών» σε αντίποινα για την ΕΛΑΣίτικη ενέδρα στους Μολάους, γι' αυτό ο «Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος» κλείνει την τρομοκρατική προειδοποίησή του με την υπόμνηση ότι «υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος αυτού Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς». 

Αυτοί οι «Ελληνες εθελονταί», ή εν πάση περιπτώσει οι χορηγοί τους, οι πολιτικοί φίλοι τους, οι χρηματοδότες τους, οι μέντορές τους, οι ηγέτες τους, οι ξένοι προστάτες τους, οι απόγονοί τους, οι εργοδότες τους, αποτέλεσαν το συνονθύλευμα των νικητών μιας μακράς πολιτικής, κοινωνικής αλλά και διεθνούς αναμέτρησης. Εγκαταστάθηκαν ως οικονομικό και πολιτικό καθεστώς, με όλες τις ακραίες παραλλαγές του, στη μεταπολεμική Ελλάδα κι ευθύνονται για ό,τι είναι αυτή η χώρα σήμερα. 

Οι άλλοι, οι ηττημένοι, οι κομμουνιστές, οι συνοδοιπόροι τους, στην πραγματικότητα δεν δοκιμάστηκαν ποτέ - λίγα, αλλά πρωτοπόρα για τις συνθήκες πολέμου και κατοχής πρόλαβαν να εφαρμόσουν στις περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας. Ηττήθηκαν, τιμωρήθηκαν, διαψεύστηκαν διπλά: μία από τους δηλωμένους εχθρούς τους, μία από τους εικαζόμενους φίλους τους. Ηταν χιλιάδες, ήταν ο ανθός αυτής της χώρας, οι περισσότεροι δεν είχαν διαβάσει το Μανιφέστο, το Κράτος κι Επανάσταση, φυσικά ούτε το Κεφάλαιο, δεν ήξεραν να τραγουδούν τη Διεθνή, κάποιοι δεν ήξεραν καν να βάζουν την υπογραφή τους. Αλλά ένιωθαν κομμουνιστές. Κατάλαβαν και πίστεψαν κάτι απλούστατο, σχεδόν αυτονόητο: πως ο άνθρωπος μπορεί να ευτυχήσει όταν δεν θα χρειάζεται να χωρίσει τίποτα με τον διπλανό του, τον γείτονα, τον χωριανό του, τον συνάδελφο, τον συμπατριώτη, τον συνάνθρωπό του, όταν δεν θα αφήνει κανένα χώρο για αδικία και καταπίεση. Και είναι «κομμουνισμός» αυτό; Ισως είναι ακριβώς αυτό. Κι ίσως γι' αυτό η λέξη ακόμη ενοχλεί. Κι ας έχει βολικά ταυτιστεί ο υπαρκτός κι ανύπαρκτος «κομμουνισμός» με τις θλιβερές καρικατούρες του, τις απεχθείς δικτατορίες που φοράνε τη σκευή του. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Eίμαι κομμουνιστής

Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ώς τα νύχια,

αγάπη θα πει βλέπω, σκέφτομαι, κατανοώ,

αγάπη θα πει το παιδί που γεννιέται,

το φως που πλημμυρίζει

αγάπη θα πει να δέσεις μια κούνια στ’ άστρα

αγάπη θα πει να χύνεις τ’ ατσάλι μ’ απέραντο μόχθο

Είμαι κομμουνιστής.

Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ώς τα νύχια…


Ναζίμ Χικμέτ, «Οι ρομαντικοί» 


No comments:

Post a Comment