Saturday, February 7, 2026

Η μεγάλη πλατεία της ανθρωπότητας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 7-8/2/2026


Εχω ξαναπάει στο Μιλάνο, πάνω από τριάντα χρόνια πριν, αλλά έτυχε πριν από λίγες μέρες να ξαναβρεθώ εκεί, στην οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας, στον βιομηχανικό Βορρά που κάποτε ήταν το τεράστιο πεδίο του ιταλικού βιομηχανικού θαύματος, ίσως πολύ πιο προχωρημένου και εκλεπτυσμένου από το υπερεκτιμημένο γερμανικό θαύμα. Το Μιλάνο, που ως Μεδιόλανον ήταν και το εφαλτήριο νομιμοποίησης και ραγδαίας επικράτησης του χριστιανισμού πριν από 14 αιώνες προς τη Δύση και την καθ' ημάς Ανατολή, στη διάρκεια του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον Μεγάλο Πόλεμο ήταν το «ενδιαίτημα» ενός νεανικού και δραστήριου προλεταριάτου, που σε μεγάλο βαθμό γοητεύτηκε από την Αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα, άλλοτε κυρίαρχο πολιτικά στον ιταλικό Βορρά, σήμερα κυριαρχούμενο από νεοφασιστικά και κρυπτοφασιστικά μορφώματα. 


Νεφοσκεπές, μουντό, κρύο, το Μιλάνο διατηρεί πολλά από τα στοιχεία της βιομηχανικής ακμής της Ιταλίας, ένα τεράστιο κέντρο διερχομένων από και προς τις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις, τις Fiat cities, τις Guzzi cities, τις Pirelli cities, τα μεγάλα μεγέθη ευρωπαϊκής και σοφιστικέ εφαρμογής του φορντισμού, που τόσο έγκαιρα, τόσο διορατικά, τόσο πρώιμα μελέτησε ο Γκράμσι στα ανύποπτα χρόνια της φυλακής και της φασιστικής επέλασης και τόσο όμορφα και αινιγματικά απεικόνισε ο Αντονιόνι στις ταινίες του τη δεκαετία του 1960, κυρίως στην τριλογία της αποξένωσης με την αείμνηστη θεά, Μόνικα Βίτι. 


Το Μιλάνο παραμένει οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας και έδρα της άλλοτε κραταιάς Confindustria, του πανίσχυρου συνδέσμου των Ιταλών βιομηχάνων που διαμόρφωσε και το μεταπολεμικό κομματικό σύστημα στη χώρα, με βασική επιδίωξη να μην μπει ποτέ στη διακυβέρνηση το πανίσχυρο PCI, τουλάχιστον πριν αυτό περάσει στο θολό πεδίο του «ιστορικού συμβιβασμού». Σήμερα, όμως, το Μιλάνο έχει κι αυτό τουριστικοποιηθεί με ποικίλους τρόπους, όλη η μητροπολιτική περιφέρεια εδώ και μήνες είναι πλημμυρισμένη από τις διαφημίσεις των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων που υποτίθεται ότι φιλοξενούνται από το Μιλάνο, αν και οι πίστες των αγώνων είναι στην Cortina, τέσσερις ώρες μακριά. 

Το κέντρο του τουριστικού Μιλάνου, λοιπόν, είναι φυσικά ο καθεδρικός ναός Duomo, μια επιβλητική γοτθική εκκλησία που συναγωνίζεται επάξια την Παναγία των Παρισίων και κατασκευάστηκε όπως κι αυτή στη διάρκεια έξι αιώνων, αρχικά ως επίδειξη της θεόσταλτης ισχύος της δυναστείας των Σφόρτσα, στη συνέχεια ως αναπόδραστο καθήκον όλων των ηγεμόνων και καθεστώτων μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα. Κατά κάποιο τρόπο, ο καθεδρικός Duomo του Μιλάνου και η επιβλητική μεγάλη πλατεία που τον περιβάλλει, με τα μουσεία που φιλοξενούν μεταξύ άλλων Ντα Βίντσι και Μπραμάντε, με στοά των πολυτελών αγορών Gucci, Dior, Prada στις τιμές των οποίων ενσαρκώνεται η εύστοχη επισήμανση του Ανταμ Σμιθ ότι η κυριότερη λειτουργία του πλούτου για τους πλούσιους έγκειται στην επίδειξή του (παπούτσια 1.000 ευρώ, τσάντα από 3.000 και πάνω, τζάκετ 5.000 ευρώ κοκ.), είναι μια πλατεία διασταύρωσης όλης της βιοποικιλότητας των ανθρωπίνων πλασμάτων, με τα διαφορετικά εισοδήματα, τις διαφορετικές αντιλήψεις, τους διαφορετικούς στόχους, αλλά με την ίδια συναίσθηση: η Duomo του Μιλάνου είναι το κέντρο ενός μικρού σύμπαντος στο οποίο μπορεί κανείς να προβάλει το «θέλω» και να καταβάλει το «έχω» του. Μπορεί να δει μέρος του εσωτερικού ναού για 10 ευρώ, μπορεί να δει και το περιστύλιό του με σημαντικά έργα για 20 ευρώ, μπορεί να ανέβει στις ταράτσες του και να απολαύσει το πανόραμα του Μιλάνο για 50-100 ευρώ, μπορεί να σταθεί έξω και να βγάλει σέλφι μπροστά στην επιβλητική πρόσοψη για 0 ευρώ. 



Αλλά μπορεί και να σταθεί, για μία ώρα, όρθιος, σιωπηλός, με μια σημαία της Παλαιστίνης στα χέρια ή ένα πλακάτ που καταγγέλλει τη γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστινίων. Οπως ο Αντόνιο, της φωτογραφίας, περίπου 60 ετών, και ακόμη καμιά 30αριά μεσήλικες, γυναίκες και άνδρες, που από τον περασμένο Ιούνιο, κάθε μέρα από τις 6 μέχρι τις 7 το απόγευμα, την ώρα που κλείνει η Duomo για το κοινό, στέκονται με τις παλαιστινιακές σημαίες και τα πλακάτ μπροστά στον καθεδρικό, σε δύο σειρές, σιωπηλοί μεν, αλλά κραυγαλέα εύγλωττοι. «Γιατί είστε εδώ;», ρώτησα τον πρώτο της μιας σειράς και λίγο πιο κάτω και τον τελευταίο, συμπτωματικά και οι δύο με το όνομα Αντόνιο ή Τονίνο. «Per la umanita», ήταν η απάντηση και των δύο, για την ανθρωπότητα ή για την ανθρωπιά, παίζουν και τα δύο στη μετάφραση, αν και δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο. Για οκτώ μήνες, 240 μέρες, 240 ώρες αυτές οι παλαιστινιακές σημαίες τής -αραιής, είναι αλήθεια- ανθρώπινης αλυσίδας, που ίσως και να ενοχλούν τους τουρίστες και τις βραδινές φωτογραφίσεις τους μπροστά στο μεγαλειώδες, γεμάτο γοτθικό στόμφο κτίριο, θυμίζουν ότι υπάρχουμε, λίγο πριν πνίξουμε τις τύψεις μας σε μια προσιτή και χορταστική πίτσα, ένα καλομαγειρεμένο ζυμαρικό, μια caprese με φρέσκια μοτσαρέλα κι ένα ποτήρι κρασί. 


Βεβαίως, αν απομακρυνθεί κάποιος από την αλυσίδα της ανθρωπιάς και κατευθυνθεί προς την αριστερή πλευρά της Duomo, θα ανακαλύψει ότι το μεγαλείο των θεών, των αγίων, των δουκών, των ηγεμόνων, των αρχιεπισκόπων, των παπών που θέλησαν να αφήσουν ένα αδρό αποτύπωμά τους στο επιβλητικό κτίριο έχει υποκύψει στον ήχο του χρήματος. Οχι των κερμάτων που πέφτουν στα δεκάδες κουτιά εντός του ναού «υπέρ απόρων», «υπέρ συντήρησης γλυπτών», «υπέρ αρχιεπισκοπής», αλλά των δεκάδων χιλιάδων που μπορεί να κοστίζει η διαφήμιση των McDonalds ή της ταινίας για τη «Μελάνια» του Τραμπ, που προβάλλονται εναλλάξ, με πολλές άλλες, πάνω στα τεράστια πανό που κρέμονται από τις ταράτσες του ναού. Κανείς δεν προσβάλλεται, κανενός η πίστη δεν θίγεται, μάλλον αρκεί η εξήγηση που πέφτει στο τέλος της λούπας των φωτεινών διαφημίσεων: «Τα διαφημιστικά μηνύματα στον ναό έχουν σκοπό τη συγκέντρωση πόρων για τη συντήρησή του». Υποθέτουμε ότι αν για λίγα δευτερόλεπτα προβαλλόταν στο ίδιο σημείο η παλαιστινιακή σημαία, η Μελόνι θα διέταζε τη σύλληψη όλων των εμπλεκομένων και ο Σαλβίνι ίσως και τον βομβαρδισμό της Duomo. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Εδώ η σιωπή του θανάτου είναι πίστη

μιας αστικής σιωπής ανθρώπων που παρέμειναν


άνθρωποι, μιας πλήξης που μέσα στην πλήξη

του Πάρκου, διακριτική αλλάζει: και η πόλη

που, αδιάφορη, την περιορίζει ανάμεσα


σε τρώγλες και σε Εκκλησίες, ασεβής μέσα στον οίκτο,

χάνει εκεί τη λάμψη της. 


Πιερ Πάολο Παζολίνι, «Οι στάχτες του Γκράμσι» (1954). 

Μετάφραση Κοσμά Κοψάρη (vakxikon.gr)




No comments:

Post a Comment