Η Εφημερίδα των Συντακτών, 14-15/2/2026
Την αρχή της ιστορίας μπορείς να την πάρεις από όπου θες. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ας πούμε, όταν η «Ελευθεροτυπία» των 100 (;) συντακτών, που την πήρε ο Κίτσος και την έκανε μια κανονική Ι.Χ. εφημερίδα, έφυγε από την Πανεπιστημίου κι ήρθε για καμιά δεκαριά χρόνια στην Κολοκοτρώνη 8, Σύνταγμα, με πίσω αυλή την πλατεία Καρύτση, πριν μετακομίσει στα μινωικά παλάτια της Μίνωος, στον Νέο Κόσμο, Θεός σχωρέστα κι αυτά, μαζί με τα τυπογραφεία, τα αρχεία, τους τίτλους κι όλα τα διαμοιρασθέντα ιμάτια του εσταυρωμένου ιστορικού εντύπου.
Οδός Κολοκοτρώνη 8, λοιπόν, με το άγαλμα του έφιππου Θεοδώρου, του στρατηγού της Τριπολιτσάς, πλάτη σε μας, γιατί το μπροστινό του κοιτάζει ανατολικά και το ξίφος γυμνό δείχνει κατά τον Λυκαβηττό, που δεν τον λες κι απάτητη κορφή για να το πάρεις ως υπόδειξη ηρωικής εφόρμησης. Πιο σωστά έπρεπε το άγαλμα να κοιτάζει προς το Σύνταγμα και το ξίφος να δείχνει προς τα τότε Ανάκτορα, νυν Βουλή, γιατί ο Γέρος του Μωριά δεν τα είχε και πολύ σε υπόληψη τα φλογερά και ριζοσπαστικά Συντάγματα της Επανάστασης, ούτε το πρώτο Σύνταγμα της βασιλευομένης Ελλάδας, αυτό του 1844 – «σύντριμμα» τα αποκαλούσε όλα με κάθε ευκαιρία. Ο στρατάρχης το είχε το αυταρχικό μέσα του, εδώ που τα λέμε, και σε κείνη την ιστορική άλωση έκανε κανονικό κι ανελέητο μακελειό εναντίον δικαίων και αδίκων.
Υπάρχει ένας γοητευτικός συνδυασμός ετερόκλητων ιστορικών στοιχείων στην ευρύτερη περιοχή: το Σύνταγμα με τις πάμπολλες μεταμορφώσεις του, η Παλιά Βουλή, η νέα Βουλή, ο Αη Γιώργης του Καρύκη ή Καρύτση, γνήσιο ελληνοβυζαντινό αρχιτεκτόνημα της βαυαρικής Ελλάδας, με τα κομμάτια που αποκολλήθηκαν πριν πέντε χρόνια από το καμπαναριό του, χωρίς ευτυχώς να σκοτώσουν κανέναν, ακόμη άφτιαχτα, το διατηρητέο κτίριο του ΤΣΜΕΔΕ που το δίνουν για ξενοδοχείο, αλλά απεγνωσμένα εδώ κι έναν χρόνο προσπαθούν να το σώσουν οι συνταξιούχοι μηχανικοί, μια φορά τη βδομάδα κάνουν μια εκδήλωση στο πεζοδρόμιο μπροστά στο κτίριο, με μουσική, ποίηση, κείμενα, ενώ η μονίμως μποτιλιαρισμένη Κολοκοτρώνη τούς προσφέρει έξτρα ακροατήριο, στα λίγα λεπτά ακινητοποίησης των αυτοκινήτων. Κι έπειτα, είναι το αρχηγείο του πρώην ΔΟΛ στη Χρήστου Λαδά, που τώρα έγινε βιοκλιματικό –και καλά– κτίριο της ΔΕΗ, τα μαγαζιά της πλατείας Καρύτση, η τελευταία φουρνιά τους έπειτα από το καταστροφικό πέρασμα του covid 19 που έκλεισε τους προκατόχους, το θέατρο Μουσούρη, η «Δραχμή» με τραπεζάκια μέσα-έξω, τα μαγαζιά της στοάς, κι αυτά της οδού Καρύτση με τις αδιάκοπες οβιδιακές μεταμορφώσεις τους –μόνο το βιβλιοπωλείο της Ιεράς Διακονίας μένει ακλόνητο–, η εξαιρετική μπιραρία στη γωνία το κτιρίου μας που συχνά μας φιλοδωρούσε με την τσίκνα από τα τηγανίσματα και ψησίματα μεζέδων που χτύπαγαν μέσω των φωταγωγών τα ρουθούνια μας, κι έπειτα όλα αυτά τα μαγαζιά της Κολοκοτρώνη, από Σταδίου μέχρι Αιόλου, από τη Rolex μέχρι τα σουβλατζίδικα, τα άπειρα καφέ, τα μπαράκια, το νεοφερμένο μπεργκεράδικο που έκλεισε το ακριβώς απέναντί του και πλημμυρίζει τη γειτονιά με μια φρικτή μυρωδιά καμένου λίπους, αλλά και το παμπάλαιο καφεκοπτείο Αρμενάκου, που όταν καβουρντίζει κόκκους καφέ από Κένυα ή Κολομβία, όλη η περιοχή ευωδιάζει κι ευτυχώς υπερκαλύπτει τη δυσοσμία του απροσδιόριστης προέλευσης τηγανόλαδου στο οποίο εμβαπτίζονται δεκάδες κιλά πατάτας κάθε μέρα στο μπεργκεράδικο.
Σε αυτό το συνονθύλευμα αγοράς, εστίασης και αναψυχής, που συγκεντρώνει πλέον το ενδιαφέρον και των τουριστών που μένουν στα πάμπολλα Airbnb της περιοχής, δυο βήματα από τα επίκεντρα της καθημερινής ιστορίας του δρόμου –τα Προπύλαια, η Σταδίου, η Πανεπιστημίου, η Βασιλίσσης Σοφίας, ο απαγορευμένος πλέον Αγνωστος Στρατιώτης, οι πλατείες Συντάγματος και Κλαυθμώνος που τις έχουν οργώσει εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές και δεκάδες χιλιάδες άνδρες των ΜΑΤ για δεκαετίες, με σημάδια συγκρούσεων, με οδοστρώματα εμποτισμένα από τα τοξικά των δακρυγόνων, τις βενζίνες των μολότοφ ή το καθαρό νεράκι του «Αίαντα», με πεζοδρόμια που έχουν βαφτεί με αίμα διαδηλωτών, από τα χρόνια του Οθωνα μέχρι τις μέρες μας– βρισκόταν εδώ και 13 χρόνια η «Εφημερίδα των Συντακτών».
Κολοκοτρώνη 8, 2ος και 7ος όροφος τα πρώτα 12 χρόνια, 3ος και 4ος τον τελευταίο χρόνο. Η θέση της στρατηγικά επιτελική. Αν εξαιρέσει κανείς τον καθημερινό αγώνα για θέση στάθμευσης, που προσωπικά μου έχει κοστίσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό σε κλήσεις, το κτίριο είναι «στο κέντρο των γεγονότων». Αυτών τουλάχιστον που έρχονται στον αφρό, γιατί τα πολλά και σημαντικά γεγονότα υπάρχουν παντού και τα βαθύτερα και καθοριστικά φωλιάζουν στ’ ανύποπτα.
Μετακομίζουμε, όχι γιατί χωρίζουμε, που θα έλεγε το λαϊκό άσμα, αλλά γιατί ο νέος βασικός μέτοχος της εταιρείας έχει ένα μεγάλο σύγχρονο κτίριο στην Ακτή Κονδύλη, όπου συστεγάζονται κι άλλες εταιρείες του, προφανώς με καλύτερες υποδομές από τα ετοιμόρροπα γραφειάκια μας και τις τρεκλίζουσες καρέκλες μας.
Αλλά παρ’ όλα αυτά, εμένα τουλάχιστον, θα μου λείψει το «χρέπι» μας, που στέγασε καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής δημοσιογραφίας: της «Ελευθεροτυπίας» στη Μεταπολίτευση και της «Εφημερίδας των Συντακτών» στα χρόνια των μνημονίων. Λίγοι από τους μεγαλύτερους ίσως έχουν βιώματα κι από τις δύο φάσεις χρήσης του κολοκοτρωνέικου κτιρίου, και δη του 2ου ορόφου, και του 7ου, με το τεράστιο μπαλκόνι και την αξιολάτρευτη θέα στην Ακρόπολη (και ολίγον στον Λυκαβηττό). Εγώ έζησα μόνο τα τελευταία σχεδόν εφτά χρόνια, σχέση με την «Ελευθεροτυπία» δεν είχα. Αλλά κι αυτά τα εφτά χρόνια μού ήταν αρκετά για να αγαπήσω με έναν παράδοξο, σχεδόν μαζοχιστικό τρόπο, τα γραφεία με τις φθαρμένες, σαρακοφαγωμένες επιφάνειες, τα πληκτρολόγια που μετατρέπονταν σε βιότοπους από τα φαγητά και τα ποτά που έπεφταν πάνω, τους τοίχους που καθένας διακοσμούσε κατά βούληση με τους «ήρωές» του, άλλος τον Τσε, άλλος τον Κάστρο, άλλος τον Τρότσκι, τον Λένιν, τον Μάο, τον Καζαντζίδη, τις ζωγραφιές ή τις φωτογραφίες των παιδιών τους, ή μερικά θαυμάσια εξώφυλλα της «Εφ.Συν.». Θα μου λείψει η ατημελισιά και η αταξία, με τις στίβες εφημερίδων και βιβλίων σε διαδρόμους, το γραφείο-κλουβί των συναδέλφων της διόρθωσης με φόντο μια ταπετσαρία που απεικόνιζε μια Σπανιόλα –ο αστικός μύθος λέει ότι μάλλον σ' αυτόν τον χώρο γυρίστηκαν τσόντες τη χρυσή εποχή του ελληνικού πορνό–, αλλά και το σούπερ ντούπερ στούντιο που στήσαμε με τη βοήθεια των αναγνωστών, θα μου λείψουν ακόμα και τα ίχνη των ηχηρών καβγάδων επί της ύλης και του πνεύματος της «Εφ.Συν.» που φτάναν μέχρι και στους ανυποψίαστους θαμώνες της Καρύτση, γιατί η αυτοδιαχείριση και η συνεταιριστική δημοκρατία τα είχε κι αυτά: τον λεκέ στον τοίχο από κάποιο υγρό που εκτοξεύθηκε από θυμό, το σημάδι στο πλακάκι από κάποιο ποτήρι που δεν έπεσε κατά λάθος στο πάτωμα, το βούλιαγμα στην επιφάνεια ενός γραφείου που έφαγε γροθιά.
Αυτό, λοιπόν, είναι το τελευταίο κολοκοτρωνέικο κείμενο της στήλης. Από την ερχόμενη εβδομάδα γινόμαστε του λιμανιού. Και του σαλονιού; Θα δείξει.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργον μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε τον δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέρα των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ημέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε...
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, «Λόγος στην Πνύκα», 1838

No comments:
Post a Comment