30/05/2007

Κρατήστε και μερικά ασημικά στη σερβάντα

Αφού δηλώνουν ανίκανοι να διαχειριστούν αποτελεσματικά μια περιουσία 11 δισεκατομμυρίων ευρώ, γιατί πρέπει να τους εμπιστευτούμε τον εθνικό πλούτο των 160 δισεκατομμυρίων ευρώ;

Καμιά φορά οι λέξεις κυνηγούν τους ανθρώπους σαν τη σκιά τους. Ετσι συνέβη και με το Γιώργο Αλογοσκούφη. Βαριές, αλλά εύστοχες κουβέντες ξεστόμιζε πριν τρία χρόνια όταν το κυβερνοΠΑΣΟΚ ξεπουλούσε με discount ένα ποσοστό από τον ΟΤΕ, ένα άλλο από την Εθνική, ένα τρίτο από τη ΔΕΗ. Ότι επρόκειτο για τα ασημικά, ούτε λόγος. Της οικογένειας, όμως, δεν ήταν. Αν υποθέσουμε ότι εμείς, ως πολίτες, ψηφοφόροι, καταναλωτές και ενδεχομένως μέτοχοι των δημοσίων επιχειρήσεων, είμαστε η οικογένεια, αυτοί είναι απλώς οι διαχειριστές της πολυκατοικίας. Οι δημόσιες επιχειρήσεις περικλείουν πολύ εθνικό και κοινωνικό πλούτο- και πολλών γενεών υπεραξίες- για να τον σπαταλά κανείς χωρίς (έστω) μιαν απόφαση της συνέλευσης των ιδιοκτητών. Γι’ αυτό και πολλοί έδωσαν τότε δίκιο στον Αλογοσκούφη. Σ’ αυτόν, κι όχι στο πρόγραμμα της ΝΔ που πολλοί το είδαν, λίγοι το διάβασαν, ελάχιστοι το κατάλαβαν. Αλλωστε, τι να καταλάβει κανείς από αναλύσεις για το φύλο των αγγέλων. Μπορεί στο London School of Economics να ξέρουν καταλεπτώς τις διαφορές μεταξύ στρατηγικού συμμάχου, στρατηγικού εταίρου και στρατηγικού επενδυτή, αλλά όσοι δεν είχαν την ευτυχία να σπουδάσουν εκεί, τα ακούνε σαν σανσκριτικά. This is greek to me, που λένε κι οι αγγλοσάξονες.

Ας μιλήσουμε για τα ασημικά λοιπόν. Οι νοικοκυραίοι, τα καθωσπρέπει αστικά νοικοκυριά, τα ασημικά τους, τις ακριβές πορσελάνες και τα περσικά χαλιά και ακριβά κοσμήματα, δεν τα είχαν για καθημερινή χρήση, για να πίνουν το τσάι σ’ ασημένιο σερβίτσιο ή για να πηγαίνουν στο μπακάλη φορώντας διπλές σειρές μαργαριτάρια. Αυτά τα αδιάκριτα κοσμήματα της αστικής πολυτέλειας ήταν ένα είδος επένδυσης, μια κληρονομιά προορισμένη να περάσει από γενιά σε γενιά, δημιουργώντας ένα είδος οικογενειακού περιουσιακού χρονικού, πλασμένου από πολύτιμα αντικείμενα. Όπως έλεγε η γιαγιά μου, τα ασημικά και τα πολύτιμα κοσμήματα και τα ακριβά λευκαδίτικα κεντήματα και οι σμυρνέϊκες δαντέλες- κρυμμένα όλα προσεκτικά σε εφτασφράγιστα σεντούκια και κρυψώνες των σπιτιών- έσωσαν πολλές οικογένειες στην κατοχή από την πείνα και το θάνατο.

Δεν αντιμετωπίζουμε, βεβαίως, την πείνα και το θάνατο. Αλλά τα ασημικά μπορεί να φανούν χρήσιμα σε κάθε περίπτωση. Φανταστείτε το ακραίο σενάριο ενός πολέμου. Ενός πανευρωπαϊκού ή παγκόσμιου πολέμου. Κανείς δεν μπορεί να υποψιαστεί ποιοι θα είναι οι σύμμαχοι και ποιοι οι εχθροί μας. Στους δύο προηγούμενους πολέμους, οι προβλέψεις έπεσαν έξω. Ηταν πιο πιθανό ο Μεταξάς να βρεθεί στο πλευρό του φασιστικού Αξονα, λόγω ιδεολογικής όσμωσης, παρά στην πλευρά των συμμάχων. Σ’ έναν επόμενο πόλεμο, όμως; Είμαστε σίγουροι σε ποια πλευρά οι αυστριακοί ή ισπανοί ή γερμανοί «εθνικοί πρωταθλητές» που θα έλθουν να επενδύσουν στον ΟΤΕ; Πώς θα συναποφασίσουν ο στρατηγικός επενδυτής του κ. Αλογοσκούφη ή ο στρατηγικός σύμμαχος του κ. Σουφλιά μαζί με τον φτωχό συγγενή, το κράτος, τι θα γίνει με τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές της χώρας; Θα τις ρίξουν στον κλήρο; Θα επιτάξουν τις μετοχές του στρατηγικού εταίρου για να του αφαιρέσουν τη δυνατότητα μιας κακόβουλης επέμβασης;

Θα αντιτείνει κανείς, ότι στον πόλεμο το κεφάλαιο, όπως και οι προλετάριοι, δεν έχει πατρίδα. Σωστό, αλλά όχι πλήρες και ακριβές. Πατρίδα του κεφαλαίου είναι η αγορά, ο ζωτικός χώρος υλοποίησης των υπεραξιών (αυτό άλλωστε δεν είναι το ζητούμενο του υπουργού Οικονομίας;) Τι θα κάνει ο εταίρος-κράτος αν ο ιδιώτης συνεταίρος έχει συμφέροντα στις γραμμές του «εχθρού»; Μυστήριο…

Ας υποθέσουμε όμως ότι όλα αυτά εντάσσονται στη σφαίρα των ακραίων υποθέσεων και της μελλοντολογικής φαντασίας, που δεν ευσταθούν στην παρατεταμένη περίοδο ειρήνης που διανύουμε. Αφήνω στην άκρη και τα κλισέ για τους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας που θα έπρεπε να αποτελούν «φυσικά» μονοπώλια του κράτους ή το εξόφθαλμο επιχείρημα ότι σε καμιά μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία το κράτος δεν έχει αποχωρήσει πλήρως από τις επιχειρήσεις- εθνικούς πρωταθλητές των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας ή των μεταφορών. Απομένει ο πυρήνας των αποριών μας, για να πεισθούμε ότι η όλη αλογοσκούφεια επιχείρηση δεν είναι κάτι παραπάνω από μια φιλελεύθερη ιδεολογική εμμονή (ή, ενδεχομένως και από μια εμμονή πιο ιδιοτελή απ’ όσο φαίνεται- μακάρι να διεψευστούμε). Τι μας πείθει, λοιπόν, ότι η παρουσία του στρατηγικού επενδυτή εξ εσπερίας μπορεί να καταστήσει πιο κερδοφόρο τον ΟΤΕ; Πόσο υψηλότερη είναι η κερδοφορία των πιθανών εταίρων του ΟΤΕ που στις χώρες τους δρουν ως ημι-κρατικά μονοπώλια αλλά εδώ θα φορέσουν τη μάσκα του ιππότη ελεύθερου ανταγωνισμού; Τι παραπάνω θα καταφέρει ο στρατηγικός επενδυτής από τον κατασυκοφαντημένο, λεηλατημένο από σχέσεις διαπλοκής και γραφειοκρατίας κρατικό ΟΤΕ που παρ’ όλα αυτά, υπερασπίζεται την κυριαρχία του στην ελληνική αγορά σε συνθήκες πλήρους απελευθέρωσης; (Ιδού που μας κατάντησαν: να υπερασπιζόμαστε τον κρατικό καπιταλισμό της διαφθοράς, της τεχνολογικής καθυστέρησης και της δημόσιας ταλαιπωρίας. Ξύπνησαν τον κρατιστή μέσα μας…)

Βεβαίως, έχουν επιλέξει έναν εύκολο, εξασθενημένο αντίπαλο. Είναι αλήθεια ότι το κράτος- επιχειρηματίας έχει παταγωδώς αποτύχει. Εχει λεηλατηθεί από δεκαετίες πολιτικής και κομματικής χρήσης. Η σχέση ανάμεσα στο κόστος του και την αποδοτικότητά του είναι απογοητευτική. Αλλά ποιος φταίει γι’ αυτό; Το υψηλό εργασιακό κόστος; Ψέμα κραχτό, αφού ο μέσος μισθός στις ΔΕΚΟ υπολείπεται κατά πολύ του αντίστοιχου στις ομοειδείς ευρωπαϊκές επιχειρήσεις για τις οποίες υπάρχει φιλελεύθερος θαυμασμός και προσδοκία να μας αγοράσουν. Και ταυτόχρονα αλήθεια, αφού ο φορολογούμενος πληρώνει τις πελατειακές σχέσεις περιττών προσλήψεων της πολιτικής τάξης εδώ και δεκαετίες, αλλά και τις ακριβές επιλογές των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων με τα παχυλά εφάπαξ ως αντίτιμα της σιωπής. Φταίει μήπως το ερασιτεχνικό (ή διαπλεκόμενο) μάνατζμεντ; Καμιά αντίρρηση να συμφωνήσω, αλλά αυτό αφορά πάλι αποκλειστικά την πολιτική τάξη της εξουσίας, δικά τους παιδιά από τις κομματικές επετηρίδες των αποτυχημένων πολιτευτών ή των γαλαλοζοπράσινων γιάπις επιλέγουν για να διαχειριστούν, με παχυλές αμοιβές και δελεαστικά «τυχερά», δημόσιο πλούτο δισεκατομμυρίων ευρώ. Αλλά σ’ αυτό το επιχείρημα υπάρχει μια ομολογία πολιτικής αποτυχίας. Η φιλελεύθερη εξουσία ομολογεί την αδυναμία της να διαχειριστεί μια ημικρατική επιχείρηση και προσφεύγει σ’ όποιον περάσει πρώτος από το κρατικό δημοπρατήριο. Αφού δηλώνουν ανίκανοι, λοιπόν, να διαχειριστούν μια περιουσία 11 δισεκατομμυρίων ευρώ, γιατί πρέπει να τους εμπιστευτούμε τον εθνικό πλούτο των 160 δισεκατομμυρίων ευρώ; Και γιατί, πολύ περισσότερο, να τους εμπιστευτούμε τη διαχείριση δικαιωμάτων, κατακτήσεων, ανθρώπινων και κοινωνικών αναγκών;

Αν, λοιπόν, δεν πρόκειται απλά για μια ιδεολογική εμμονή, αν δεν έχουμε να κάνουμε με τίποτε περισσότερο από τον τυφλό δογματισμό της αγοράς με τον οποίο εμβολιάζεται συστηματικά η κοινωνία, απαξιώνοντας κάθε τι δημόσιο, συλλογικό, κρατικό, έχουμε να αντιμετωπίσουμε δύο άλλα ενδεχόμενα: Πρώτον, αντιμετωπίζουμε ένα ψυχαναγκαστικό σύνδρομο που έχει τις ρίζες του σε τραύματα της παιδικής ηλικίας. Προφανώς, στην σερβάντα του σπιτιού, η μαμά έκρυβε εκτός από τα ασημικά της οικογένειας και το βάζο με το γλυκό, με ρητές απαγορεύσεις πρόσβασης. Το παιδικό σύνδρομο της στέρησης, λοιπόν, εκτονώνεται στην εκποίηση όχι μόνο των ασημικών αλλά και της σερβάντας σούμπιτης. Αλλά αυτό είναι θέμα γιατρού, δωρεάν συνεδρίες δεν προσφέρουμε. Η δεύτερη εκδοχή είναι πιο γκρίζα: Μήπως κάποιος έχει υποσχεθεί τα ασημικά σε συγκεκριμένο συλλέκτη; Κι αν ναι, με τι αντάλλαγμα;

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Η πορνογραφία της καθημερινότητας

Τα κινητά μεταφέρουν με την ίδια προθυμία την πορνογραφία, όπως μεταφέρουν το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Το ότι βρέθηκαν με τόση ευκολία στα χέρια των εφήβων, είναι αποτέλεσμα μιας άλλης πορνογραφικής σχέσης που έχουμε με την κατανάλωση.

Θυμάμαι, τη δεύτερη δεκαετία της ζωής μου, όταν η πορνογραφία έκανε τα πρώτα της δειλά βήματα στις μεγάλες κινηματογραφικές αίθουσες. Υπήρχε μια ταινία, soft porno που κατάφερα και την είδα στη ζούλα, πίσω από μια μάντρα θερινού σινεμά. Ο τίτλος ήταν «Ποιος ευθύνεται για την πορνεία της 16χρονης Εύας;». Ηθικοπλαστικού περιεχομένου, με μια δόση μηνύματος προς τις οικογένειες οι οποίες επιπλήττονταν για την πλημμελή επιτήρηση των γόνων τους, την εποχή που η Δύση δονούνταν στους ρυθμούς του «sex, drugs, and rockn roll». Μεταξύ ηλίθιου διδακτισμού και κοινότοπων ερμηνειών για την παραβατική συμπεριφορά μιας έφηβης, η ταινία προσέφερε και μικρές δόσεις οφθαλμολαγνικής απόλαυσης- λίγο στήθος, λίγο μπούτι, λίγο γλουτό, λίγο σμίξιμο μελών σε ημίφωτα, όλα σε ελάχιστες, υπαινικτικές δόσεις, ικανές όμως να εκτινάξουν στα ύψη την εφηβική τεστοστερόνη. Επειτα, ήρθε ο Γκουσγκούνης, τα τσοντάδικα, ήρθαν και οι πραγματικές «φάσεις» - στις κοπάνες, τις εκδρομές, τα Σαββατοκύριακα- και η τεστοστερόνη ήρθε στα ίσα της. Τριάντα έτη μετά, δεν θα τολμούσα βεβαίως να απαντήσω με λεπτομέρειες στα ερωτήματα της κόρης μου «τι έκανες όταν ήσουν παιδί, μπαμπά» (όπως λέμε «τι έκανες στον πόλεμο, μπαμπά;», γιατί κι αυτό ένα είδος πολέμου είναι, με τη φύση και τη βιολογία μας). Ως παιδί της εποχής που μεγάλωνε στον απόηχο της λεγόμενης «σεξουαλικής απελευθέρωσης», θα φρόντιζα να λογοκρίνω κάθε «ηρωική» σκηνή ακατάλληλη δι’ ανηλίκους, εκπαιδευμένος άλλωστε κι ο ίδιος στην υποκρισία της ηθικής λογοκρισίας. Αυτός είναι ένας λογικός συμβιβασμός με τη βιολογία της ηλικίας και του «χάσματος των γενεών». Αλλά, προφανώς, δεν δικαιούμαι ούτε εγώ ούτε οι συνομίληκοί μου γονείς να παριστάνουμε τους κατάπληκτους, να βγαίνουμε απ’ τα ρούχα μας, για τα σεξουαλικά ήθη της σημερινής γενιάς εφήβων όπως παρουσιάζονται – με τις ίδιες αναλογίες υποκριτικού διδακτισμού και γαργαλιστικής πορνογραφίας της εποχής Γκουσγκούνη- από τη σύγχρονη τηλεοπτική τρομοκρατία. Η οποία παροτρύνει κουτοπόνηρα το μέσο γονιό απλώς να κλειδώσει το παιδί στο σπίτι.

Για να εξηγούμαστε λοιπόν, το μόνο που έχει προστεθεί στην πορνογραφική ζωή των σύγχρονων εφήβων, είναι πιθανώς το κινητό, το κομπιούτερ και το Ιντερνετ τα οποία απλώς υποκατέστησαν τα λαθρόβια soft porno της δεκαετίας του ’70, το σελουλόιντ και την οργιώδη φαντασία μας. Τα κινητά και τα PC μεταφέρουν με την ίδια προθυμία την πορνογραφία, όπως μεταφέρουν το κήρυγμα του Ευαγγελίου, τις Δέκα Εντολές ή το Κοράνι. Το ότι βρέθηκαν με μεγάλη ευκολία στα χέρια των εφήβων, είναι αποτέλεσμα μιας άλλης πορνογραφικής σχέσης που έχουμε αναπτύξει εμείς, οι γονείς τους, με την κατανάλωση. Πριν το κινητό φτάσει στα χέρια και του τελευταίου εφήβου, είχε περάσει από τα χέρια εκατομμυρίων ωρίμων και μεσηλίκων (εκ των τελευταίων πεσόντων κι εγώ). Η «κινητο-απαγόρευση» που επεξεργάζονται ως διέξοδο από το «Σαλό των σχολείων» οι νεοσυντηρητικοί νόες, προσβάλει εκτός από τους εφήβους και τη νοημοσύνη. Και την ίδια προσβολή αποτελεί η «τρομοκρατία» της πολιτικά ορθής εφηβείας του Αλέξη (δεν έχω τίποτε με το παιδί και τους γονείς του, αλλά ο Αλέξης της Βουλιαγμένης δεν είναι ο μέσος όρος, ούτε καν η «προχώ» μειοψηφία της ηλικίας του. Όπως έλεγε κι ο Πασχάλης- πάλι στην εποχή Γκουσγκούνη- «πίσω από τις λέξεις κρύβεται ο Αλέξης…» Αλλά ποιος κρύβεται πίσω από τις λέξεις του Αλέξη; Ολοι κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλο του καθωσπρεπισμού μας).

Η πορνογραφία, ως συνιστώσα του πολιτισμού και της καθημερινότητάς μας, προϋπάρχει και του κινητού και του Ιντερνετ. Όχι μόνο γιατί διαθέτουμε έναν προγονικό πολιτισμό που ανέδειξε την πορνογραφία σε τέχνη (και την καθαγίασε, συνδυάζοντάς την με το λυτρωτικό Αριστοφανικό χιούμορ, ή με τη φυσικότητα ενός φιλοσοφικού πλατωνικού διαλόγου, πριν ή μετά το όργιο). Αλλά γιατί ο πολιτικός και οικονομικός μας πολιτισμός βασίζεται σε ποικίλες πορνογραφικές σχέσεις, που καλύπτουν όλη τη γκάμα των ερωτικών αποκλίσεων. Ιδού ένα μικρό απάνθισμα του λεξικού της απόκλισης:

Αυνανισμός. Ως γνωστόν, με τη συνουσία γνωρίζεις και κανέναν άνθρωπο, αλλά με την αυτοϊκανοποίηση αυτοσυγκεντρώνεσαι. Ο αυνανισμός είναι μια πράξη βιολογικής αυτογνωσίας. Κι επειδή συνήθως μόνο ο εαυτός μας γνωρίζει τι αξίζουμε, η μέθοδος «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει» αποδίδει την καλύτερη λύση. Ρωτήστε και τους δικαστές που υπερέβησαν τα όρια της μισθωτής σκλαβιάς και της διαπραγμάτευσης για την τιμή της εργασίας τους και αποφάσισαν να καθορίζουν μόνοι τους τους μισθούς τους.

«Τράφικινγκ». Είναι ο διεθνής όρος για τη διασυνοριακή διακίνηση και εμπόριο σαρκός προς σεξουαλική εκμετάλλευση. Παγκοσμιοποιημένη εκδοχή της μαστροπείας. Ισχύει, ωστόσο, και σε εθνικό επίπεδο, και καλύτερο δείγμα ης αποτελεί ο τρόπος διαχείρισης των συμβασιούχων του δημοσίου τομέα. Όπως ο μαστροπός υπόσχεται στην Ρωσίδα ή Ουκρανή λαμπρή καλλιτεχνική καριέρα πριν την βγάλει στο κλαρί, έτσι και τα κόμματα εξουσίας έβγαλαν στο κλαρί στρατιές συμβασιούχων, αφού τους απόσπασαν την ψήφο τους κι ύστερα τους έριξαν στον Καιάδα των ανεξάρτητων δικαστηρίων.

Πορνεία. Το ότι κάθε μισθωτή εργασία είναι εκπόρνευση το έχουν πει και ο Μάρξ και η Πάολα με το «Κράξιμό» της, ενάμισυ αιώνα μετά το θείο Κάρολο. Η διαφορά είναι ότι στην καθεαυτό εκπόρνευση επιτρέπεται ακόμη η ερώτηση «Πόσο πάει;» (εδώ, στη γειτονιά μας, στη Συγγρού, σας διαβεβαιώνουμε ότι ισχύει απόλυτα), που σημαίνει τη δυνατότητα ελεύθερης διαπραγμάτευσης της τιμής της εργασίας. Στα άλλα είδη μισθωτής εκπόρνευσης, η διατίμηση γίνεται όλο και περισσότερο κυρίαρχη τάση, με τις παρεμβάσεις του κράτους (εισοδηματική πολιτική) και του υπερκράτους (Ευρωπαϊκή Ενωση).

Φετιχισμός. Απόκλιση που υπάρχει σε τόσες μορφές, όσα και τα ανθρώπινα μέλη και εκκρίματα. Στο πεδίο της οικονομικής καθημερινότητας, κυρίαρχη διάσταση είναι ο φετιχισμός του χρήματος, σε όλες τις εκδοχές του. Όταν ο μέσος καταναλωτής έχει μετρητό χρήμα στην τσέπη ή πιστωτική κάρτα με πιστωτικό όριο 10.000 ευρώ, αισθάνεται πλούσιος, κι ας χρωστάει τα διπλά και τρίδιπλα στην τράπεζα.

Τραβεστί. Δεν είναι δική μου έμπνευση η συσχέτιση «τρανσεξουαλισμού» και οικονομίας, καθώς έχει εισχωρήσει (διεισδύσει, αν θέλετε) εδώ και καιρό στον επίσημο πολιτικό λόγο. Δεν ξέρω αν πιο τραβεστί ήταν η οικονομία του Χριστοδουλάκη ή αυτή του Αλογοσκούφη, σε κάθε περίπτωση η δημιουργική λογιστική της προ και μετά Σημίτη εποχής (πάλι θυμήθηκα τον Σημίτη! Να το πω στο γιατρό μου…) ισοδυναμεί με κανονική χειρουργική επέμβαση στην Καζανμπλάνκα.

Σαδομαζοχισμός. Η επιτομή της σχέσης φορολογουμένου και κράτους. Οσο περισσότερο το πληρώνεις, τόσο λιγότερη ευχαρίστηση αντλείς απ’ αυτό.

Παιδοφιλία. Μπορεί να είμαστε διατεθειμένοι να οδηγήσουμε στην αγχόνη ή να ευνουχίσουμε έναν κανονικό παιδεραστή, αλλά ως κοινωνία του θεάματος θα οδηγήσουμε σε ρεκόρ τηλεθέασης την «εισαγγελάτεια» κλειδαρότρυπα στις τουαλέτες των σχολείων. Υστερα, θα την καταδικάσουμε δια των δημοσκοπήσεων και ανήσυχοι για ότι συμβαίνει έξω απ’ το σπίτι μας, αλλά ήσυχοι για την ασφάλεια εντός του, θα στείλουμε τα παιδιά νωρίς για ύπνο. «Όχι, σήμερα δεν θα δεις τηλεόραση, μη σε ξαναδώ να ψάχνεις στον Ιντερνετ και δος μου να ψάξω τα μηνύματα του κινητού σου». Μετά, θ’ αλλάξουμε πλευρό.

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Parti-kibi


«Τι είν’ η πατρίδα μας;» Μη μου πείτε ότι χωρεί εδώ μια απάντηση, ας αφήσουμε την πλάκα. Για κάποιους πατρίδα είναι χρέωση, για άλλους πίστωση. Για κάποιους είναι μια παρτίδα στο τζόγο του κέρδους, για άλλους η τακτική κι αναπόφευκτη προσέλευση στο γκισέ της εφορίας.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν αισθάνθηκα και τόσο καλά πριν δέκα μέρες, όταν είδα το φυλάκιο του τσολιά να γίνεται παρανάλωμα. Όχι ότι φοβήθηκα για τον εαυτό μου, εγώ ότι ήταν να πάθω το έπαθα σε άλλα πεδία μάχης, με πραγματικά πυρά. Γι’ αυτό κι εκτός από άγνωστος, είμαι και ανύπαρκτος, ανυπόστατος. Υπάρχω σε ένα σύμπαν συμβολικό, στη συλλογική φαντασίωση όσων αισθάνονται ότι τους συνδέουν γη, ιστορία και γλώσσα. Το μόνο που δεν είναι συμβολικό σ’ αυτή τη σχέση, είναι ο δικός μου θάνατος. Γι’ αυτό με πείραξε αυτή η μολότοφ.

Αλλά, με έχουν ενοχλήσει πολύ περισσότερο άλλα πράγματα. Στα 74 χρόνια που βρίσκομαι εκεί, άκαμπτος, ασάλευτος, μαρμαρωμένος, σαν να έχω βρει τον τέλειο και μοναδικό μου προορισμό, έχω αισθανθεί πολλές φορές την ανάγκη να αποκολληθώ από το μάρμαρο, να πετάξω την ασπίδα και το δόρυ και να πάρω το δάφνινο στεφάνι που καταθέτουν διάφοροι σοβαροί κι αγέλαστοι τύποι, να τους το φορέσω κολάρο. Για να μη σας πως ότι ευχαρίστως θα τους έριχνα και μολότοφ.

Πολλές από τις τιμές που μου έχουν αποδώσει με προσβάλλουν πολύ περισσότερο από τη μολότοφ που έσκασε λίγα μέτρα από το παγωμένο μνημείο μου. Εχει παρελάσει τόση υποκρισία, τόση γελοιότητα, τόσο ψέμα μπροστά μου! Πραξικοπηματίες στάθηκαν κορδωμένοι, σε στάση προσοχής, χωρίς ίχνος ενοχής για εγκλήματα που οι ίδιοι θεωρούν ύψιστη υπηρεσία στην πατρίδα. Βασιλείς που στραπατσάριζαν τα στραμπουλιγμένα ελληνικά τους κάτω από τη γερμανική γλώσσα τους. Πολιτικοί που με ευκολία βάφτισαν εθνικό συμφέρον τις άθλιες υπηρεσίες που πρόσφεραν σε εχθρούς και συμμάχους για να διατηρήσουν τα λίγα στρέμματα εξουσίας που διαχειρίζονταν. Δοσίλογοι που απόλαυσαν τους καρπούς της ανάπηρης ελευθερίας που εμείς τους εξασφαλίσαμε. Σύμμαχοι που με ιστορική αναίδεια βύθισαν τη χώρα σε εμφύλιο πόλεμο προκειμένου ν’ αποτρέψουν την εκτροπή της σε ανεπιθύμητες πολιτικές ατραπούς. Μακελάρηδες υπερπατριώτες που χωρίς καμιά αναστολή έστειλαν στον τάφο πολλούς άγνωστους στρατιώτες και άγνωστους πολίτες. Όπως καταλαβαίνετε, μετά βίας συγκρατήθηκα τόσα χρόνια στο μάρμαρο απέναντι σε τόσες υποκρισίες που έμοιαζαν με ατομικές βόμβες μπροστά στη μολότοφ που εκτόξευσε ένας έξαλλος έφηβος.

Από μιαν άποψη, σέβομαι την ειλικρίνεια μιας εύφλεκτης διακήρυξης. Βλέπετε, ο κουκουλοφόρος, αν χρειαστεί, θέλει δεν θέλει, εύκολα θα βρεθεί στην πλευρά του υπερασπιστή της πατρίδας, προορισμένος κι αυτός να ενσωματωθεί στο άυλο συλλογικό σώμα του νεκρού άγνωστου στρατιώτη. Οι τηλε-πατριώτες θα βολευτούν στα μετόπισθεν της αρπαχτής και της συνδιαχείρισης της εξουσίας.

Μάλλον πρέπει να απαντήσουμε σε ορισμένα βασικά ερωτήματα- εγώ χάθηκα με την απορία για την απάντησή τους. Όπως: «Τι είν’ η πατρίδα μας;» Μη μου πείτε ότι χωρεί εδώ μια απάντηση, ας αφήσουμε την πλάκα. Για κάποιους πατρίδα είναι χρέωση, για άλλους πίστωση. Για κάποιους μια παρτίδα στο τζόγο του κέρδους, για άλλους η τακτική κι αναπόφευκτη προσέλευση στο γκισέ της εφορίας. Κάποιοι έχουν μπερδέψει και την αρχαία γνώση: «Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης». Εδώ γίνεται ένας ανεπαίσθητος, αθώος αναγραμματισμός. «Αμύνεσθαι περί πάρτης». Όπως το λέει κι ο Σεφέρης: «Ο άνθρωπος… είναι άπληστος σαν το χόρτο/ σαν έρθει ο θέρος/ προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι». Σας διαβεβαιώ, όταν ο θάνατος έρχεται κατά πάνω σου με την ταχύτητα του φωτός, δεν είναι η πατρίδα που σε στραβώνει σαν εκτυφλωτική λάμψη, την «πάρτη» σου σκέφτεσαι που χάνεται. Τι να σας εξηγώ τώρα…Δεν εξηγείται η φρίκη του χαμού.

Ας μιλήσουμε περί πάρτης, λοιπόν. Τι είναι η πάρτη; Είναι η προσωπική πατρίδα καθενός- ίσως η μόνη νοητή και χειροπιαστή, με σύνορα ευδιάκριτα και αδιαμφισβήτητα, τα όρια της ύπαρξής μας, του σώματός μας, της σκέψης, των επιθυμιών μας. Είναι η επιθυμία να ζήσεις και να ευτυχήσεις, με όποιο λιτό ή ανοικονόμητο περιεχόμενο δίνεις στην ευτυχία. Απ’ αυτή την άποψη, η πάρτη ως πατρίδα, δεν έχει γεωγραφία. Οπου γης και πατρίς, θα μπορούσε να πει κανείς, και από καταβολής ανθρωπότητας αυτό επιβεβαιώνεται αιματηρά. Η ιστορία των εθνών είναι μια διαδοχή μετακινήσεων από τη μια πατρίδα στην άλλη, από τις όχθες του Ινδού στην ανατολική ακτή του Ατλαντικού κι από εκεί στην απέναντι ακτή. Αυτό είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, έστω κι αν οι σύντομες ατομικές ζωές μας δεν μας επιτρέπουν να το αντιληφθούμε πάντα. Το αντιλαμβάνονται ωστόσο όλοι οι κακήν κακώς διωγμένοι από τις πατρίδες τους που σκοντάφτουν σε τείχη ασφάλειας στις νέες τους πατρίδες. Αυτό που γι’ αυτούς είναι μια θανάσιμα επικίνδυνη κατάσταση, είναι απολύτως αυτονόητο για κάθε μορφή πλούτου.

Ενας οικονομικός μετανάστης από το Πακιστάν, μπορεί να σκοτωθεί από συμμορίες δουλεμπόρων στην Τουρκία, να πνιγεί σ’ ένα σαπιοκάραβο στο Αιγαίο, να συλληφθεί και να απελαθεί από την Ελλάδα. Ένα εκατομμύριο ευρώ, όμως, μπορεί να διακτινισθεί σε χρόνο dt από τη Νέα Υόρκη στη Σανγκάη κι από εκεί να βρεθεί σε δευτερόλεπτα στο Παρίσι και, χωρίς κανείς να του ζητήσει πατριωτικά πιστοποιητικά, ν’ αλλάζει τις πατρίδες μέσ’ στο εικοσιτετράωρο όπως οι κάτοχοί του εσώρουχα. Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα- το είχα ακούσει κι εγώ αυτό στον καιρό μου, αλλά δεν είχα δώσει σημασία, τώρα όμως έχει γίνει μια τρομακτική κυριολεξία. Ο εφοπλιστής έχει πατρίδα τους ωκεανούς, ο βιομήχανος τις χώρες με φτηνά εργατικά χέρια, ο χρηματιστής τις αγορές όλου του κόσμου, ο επενδυτής κάθε κομμάτι γης που υπόσχεται υπεραξίες στο υπέδαφός ή στην επιφάνειά της, από την Αφρική μέχρι τον Καύκασο και από την Αλάσκα μέχρι την Αυστραλία, ο πολιτικός την εκλογική του περιφέρεια, ο γραφειοκράτης το θλιβερό του χαρτοβασίλειο. Κι εμείς- ή μάλλον εσείς (γιατί εγώ έχω καθαρίσει προ πολλού); Η πατρίδα σας εξαντλείται στα λίγα τετραγωνικά του υποθηκευμένου διαμερίσματός σας, στον καταθετικό σας λογαριασμό, στην κληρονομιά που σας άφησε ο πατέρας σας, στην επιχείρηση που σας δίνει δουλειά. Σπάνια όλοι αυτοί μπορούν να βρεθούν στη θέση να υπερασπιστούν την ίδια πατρίδα- την ίδια πάρτη. Και στις εξαιρετικές περιπτώσεις που υπερασπίζονται το ίδιο πράγμα από μιαν καθολική επιβουλή- έναν παγκόσμιο πόλεμο, για παράδειγμα- το τίμημα και οι θυσίες κατανέμονται το ίδιο άνισα, αν και αντιστρόφως, ανάμεσα στους άγνωστους και ανώνυμους στρατιώτες και τους γνωστούς και επώνυμους στρατηγούς. Αυτό είναι γνωστό, κανείς δεν τρώει πια κουτόχορτο, κι εξηγεί πολύ από την οργή κάθε μολοτοφόρου, με κουκούλα ή άνευ.

Θα μπορούσε άραγε να είναι διαφορετικά τα πράγματα; Για μένα δεν έχει πια σημασία, το μέρισμά μου στην ιστορία είναι ένα κομμάτι παγωμένο μάρμαρο. Για σας όμως; Μπορώ να φανταστώ μια διαφορετική σύμβαση για το περιεχόμενο της πατρίδας, τέτοιο που να μη βρίσκεται σε κραυγαλέα αντίθεση με την πάρτη. Μιαν άλλη κατανομή του μερίσματος της ειρήνης, τέτοια που να κάνει ανεκτή την όποια θυσία μας αναλογεί, ως μέρισμα του πολέμου- αχρείαστο νάναι. Εσείς, οι υποψήφιοι άγνωστοι στρατιώτες, δεν έχετε να θυσιάσετε και πολλά πράγματα. Οι άλλοι όμως, οι άπληστοι πατριώτες, πρέπει να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να νιώσετε όλοι ότι υπάρχει κάτι κοινό να υπερασπιστείτε, πέρα από την πάρτη σας.

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Το χρήμα είναι πάντα πολιτικό και βρόμικο

«Γιατί κάτι από χαρτί, κυβερνά τον κόσμο;» με ρώτησε η Βέρα. Θα μπορούσα να της απαντήσω απλά: «Δεν ξέρω, ρώτα τον Πανάγο», αλλά αυτό θα άνοιγε ένα νέο κύκλο ερωτήσεων, ποιος είναι ο Πανάγος, τι θα πει βρόμικο χρήμα και πώς διακρίνεται από το «καθαρό», τι είναι το «πολιτικό χρήμα» και αν υπάρχει τα τελικά χρήμα «απολιτίκ»,


Η Βέρα με άφησε πάλι άφωνο, με το συνήθη τρόπο που μας αποστομώνουν τα παιδιά μας, παρ’ ότι εμείς οι αφελείς νομίζουμε ότι, στα επτά τους χρόνια είναι αρκετά προστατευμένα από τις θεμελιώδεις αθλιότητες του πολιτισμού μας.

Περιεργαζόταν ένα δεκάευρω, προορισμένο για τον κουμπαρά της, προϊόν πονηρής συναλλαγής με θείο της (γλυκό χαμόγελο έναντι χαρτζιλικίου). Ξαφνικά, διέκοψε την περισυλλογή της και με ρώτησε: «Πώς γίνεται κάτι που είναι από χαρτί να κυβερνά τον κόσμο;» Οφείλω να ομολογήσω, ότι εκτός από την έκπληξη για τη ευστοχία της φράσης, ένιωσα τρία επιπλέον πράγματα: Πρώτον, υπερηφάνεια, εμπεδώνοντας την πεποίθηση ότι η κόρη μου μας επιφυλάσσει το μέλλον μιας ιδιοφυούς φιλοσόφου ή οικονομολόγου. Δεύτερον, ικανοποίηση, διότι στη διαπίστωσή της ανιχνεύω τα αποτελέσματα του συστηματικού (και άδικου) εμβολιασμού της με τις ιδεοληψίες μου. Και τρίτον, αμηχανία, διότι μου είναι προφανώς αδύνατο να εξηγήσω σε μια επτάχρονη τις μαρξιστικο-ψυχαναλυτικές αντιλήψεις για το φετιχισμό του χρήματος, ή να της δώσω μια αρκετά εκλαϊκευμένη περίληψη του «Χρήματος» του Γκαλμπρέιθ. Απ’ αυτά τα τρία αισθήματα, κυριάρχησε τελικώς η αμηχανία. «Και τώρα, κύριε εξυπνάκια, τι λένε;»

Η αμηχανία εκφράστηκε με λεπτά σιωπής, τα οποία βεβαίως η Βέρα δεν άφησε ανεκμετάλλευτα, με προφανή πρόθεση να μειώσει έτι περαιτέρω τη θέση μου. Επιστράτευσα άτσαλα επιχειρήματα από την ιστορία του χρήματος, την μετάβαση από τα αστραφτερά πολύτιμα μέταλλα στις ονομαστικές αξίες, αλλά από το καχύποπτο βλέμμα της κατάλαβα ότι πρώτον, δεν καταλάβαινε, και δεύτερον, δεν πειθόταν. «Γιατί κάτι από χαρτί, κυβερνά τον κόσμο;». Θα μπορούσα να της απαντήσω απλά: «Δεν ξέρω, ρώτα τον Πανάγο», αλλά αυτό θα άνοιγε ένα νέο κύκλο ερωτήσεων, ποιος είναι ο Πανάγος, τι θα πει βρόμικο χρήμα και πώς διακρίνεται από το «καθαρό», τι είναι το «πολιτικό χρήμα» και αν υπάρχει τα τελικά χρήμα «απολιτίκ», ή μήπως το χρήμα είναι εξ ορισμού πολιτικό. Ετσι επέλεξα την τακτική της φυγής από τη μάχη. Αλλαξα συζήτηση, δελεάζοντάς την με θέματα που βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα της: παιχνίδι, διασκέδαση, διακοπές. Πράγματα που τελικά έχουν κι αυτά την τιμή τους.

Εκ των υστέρων, μ’ έπιασαν τύψεις. Βλέπετε, τη Βέρα την έχω καταστήσει προ πολλού, όπως κι εσείς τα παιδιά σας υποθέτω, μέρος του προβλήματος. Την εξασκώ συστηματικά, για παράδειγμα, μέσω του κουμπαρά της, ως μέλλοντα αποταμιευτή, στυλοβάτη του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αγαπημένη φίλη των τραπεζών, δανειστή του κράτους και υπάκουο χρηματοδότη του δημοσίου χρέους. Κάθε ευρώ που κουδουνίζει στον κουμπαρά της είναι μια αθέλητη επένδυση στις αξίες του πολιτισμού της αγοράς, παρά τη ρητορική υπονόμευση που στην πραγματικότητα δεν ξεπερνά τα όρια του άλλοθι ή του «ξεκαρφώματος».

Και βέβαια, αυτό αποτελεί μια βάναυση και άδικη εξαπάτηση της Βέρας που εξακολουθεί να πιστεύει ότι το χρήμα δεν έχει άλλο προορισμό από το να γίνεται παγωτά, σοκολάτες, τσίχλες, σουβλάκια, πίτσες, κοκαλάκια, «Barbie», φούστες, εκδρομές, ταξίδια, σινεμά, δώρα, βιβλία, λούνα πάρκ και ό,τι άλλο είναι απολύτως απαραίτητο για το βιοτικό της σύμπαν. Το οποίο δεν συμπίπτει καν με το δικό μας, που περιλαμβάνει βιολογικά προϊόντα διατροφής, λογαριασμούς, πιστωτικές κάρτες, χαροξεχασμένες μετοχές, μια τραπεζική κατάθεση με πρόθεση αγοράς ακινήτου στο απώτατο μέλλον, υποχρεώσεις προς συγγενείς και φίλους, υποχρεώσεις προς το κράτος.

Αυτό που αποσιωπούμε προς τη Βέρα είναι ότι το χρήμα έχει έναν άλλο θεμελιώδη προορισμό, εντελώς ανεξάρτητο από τις καλές προθέσεις μας. Να αποτελέσει το αποτύπωμα του κοινωνικού πλούτου και να γίνει ταυτόχρονα το μέσο κατανομής και ανακατανομής του. Για ποιο λόγο επιλέξαμε να δώσουμε σ’ αυτόν τον απόλυτο θεό (υπαρκτό όσο και κάθε άλλος θεός) του εμπορευματικού πολιτισμού την ευτελή μορφή του χαρτιού ή του φτηνού μετάλλου, είναι άλλη υπόθεση. Το ζωτικό είναι ότι οι καθημερινές συνειδήσεις δισεκατομμυρίων ανθρώπων είναι πεπεισμένες ότι το χρήμα κυβερνά τις ζωές τους. Το χρήμα τους θυμίζει ότι υπάρχουν. Και ο βαθμός ύπαρξής τους εξαρτάται από το πόσο χρήμα διαθέτουν. Ολοι αποτυπώνουν το ειδικό βάρος και την ισχύ τους σε έναν ισολογισμό με χρηματική αποτίμηση. Οι μισθωτοί, οι νοικοκυραίοι, οι επιχειρηματίες, οι τραπεζίτες, οι κυβερνήσεις, τα συνδικάτα, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κόμματα, τα κράτη, τα έθνη, οι διακρατικές ενώσεις.

Ετσι, το χρήμα, ένα συμβολικό μέσο ανταλλαγής, μια αποθήκη αξίας με συμβατική τιμή που δικαιολογεί την ύπαρξη των κεντρικών τραπεζιτών, τους παχυλούς μισθούς τους και την απίστευτη πολιτική τους ισχύ, μας έχει μετατρέψει όλους σε μικρούς Σάυλοκ. Σάυλοκ της Βενετίας, της Αθήνας, της Νέας Υόρκης, του Πεκίνου ή του Νταρφούρ, έτοιμους να ανταλλάξουμε το αποθεματικό μας με τη λίμπρα το κρέας μου μας αναλογεί. Και το κρέας, non olet pecunia sed sanguis (δεν μυρίζει χρήμα, αλλά αίμα). Το δανείζομαι για πολλοστή φορά από την Πατρίτσια Χάισμιθ.

Αλλά, αν μεταφέρω στη Βέρα, έστω και σε ωριμότερη ηλικία, όλο το απόσταγμα των ιδεοληψιών μου για το χρήμα, κινδυνεύω να εξευτελιστώ ως παντελώς αναξιόπιστος. Το επόμενο ερώτημα θα είναι: «Με τι ανταλλάσσεις, μπαμπά, τις ατέλειωτες ώρες απουσίας σου απ’ το σπίτι;» Κι ακόμη χειρότερα: «Πόσο καλύτερο θεωρείς τον εαυτό σου από τους Πανάγους που ανταλλάσσουν κι αυτοί ό,τι διαθέτουν- πολιτική επιρροή, απατεωνιά, αέρα κοπανιστό και ψέματα, ή απλώς καπιταλιστική τεχνογνωσία- με χρήμα, όλο και περισσότερο χρήμα;» Κι ακόμη περισσότερο: «Αν βρόμικο χρήμα είναι ο λεηλατημένος κοινωνικός πλούτος και αν πολιτικό χρήμα είναι η αμοιβή της εξουσίας για να κάνει τα στραβά μάτια, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι εσύ κάνεις κάτι καλύτερο από το να διαχειρίζεσαι χρήμα πολιτικό και βρόμικο; Λεηλατείς το κοινό μας παρόν (πριν καν σε βαρεθώ) και με εξαγοράζεις με χαρτζιλίκια και «ξεπέτες» του Σαββατοκύριακου για να κάνω τα στραβά μάτια την υπόλοιπη εβδομάδα».

Ευτυχώς, έχω ελάχιστες πιθανότητες να ακούσω τέτοια ερωτήματα από μιαν επτάχρονη. Το πιθανότερο είναι να δω τα μούτρα της Βέρας κατεβασμένα, με ζωγραφισμένο το θυμό, την επόμενη φορά που θα επιστρέψω στο σπίτι έπειτα από μια γερή δόση ληστρικής εκμετάλλευσης του εαυτού μου.

Μάλλον πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα: όλοι μας έχουμε βρόμικο χρήμα στα καθαρά πορτοφόλια μας. Αλλά εμείς τουλάχιστον το δηλώνουμε- αναπόφευκτα ως μισθωτοί σκλαβοι- και φορολογούμαστε γι’ αυτό. Οι γαλαζοπράσινοι Πανάγοι;

Υ.Γ. Φίλε Φ. Ακρως ενδιαφέρουσες οι δικές σου ιστορίες, του λαγού, της αλεπούς και του λύκου. Νομίζω ότι ενδιαφέρουν κι άλλους, πέρα από τους μυθοπλάστες. Γιατί να μην κυριολεκτήσουμε κιόλας; Στη διάθεσή σου για επικοινωνία (και όχι μόνο από επαγγελματική διαστροφή και σκανδαλοθηρία).

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Εγχειρίδιο εξόντωσης του νέου Μεσσία

Ο νέος Μεσσίας μπορούσε να γεννηθεί στα γκέτο του Μπρούκλιν, σ’ ένα εργατικό νοικοκυριό της Σανγκάης, σ’ ένα μισογκρεμισμένο χαμόσπιτο της Ραμάλα, σ’ ένα ερείπιο της Βηρυτού, σ’ έναν καταυλισμό λαθρομεταναστών στη Γερμανία…


Ολες οι προφητείες συμφωνούσαν ότι κι αυτός ο Μεσσίας θα γεννιόταν στην Ανατολή. Ολοι οι Μεσσίες μέχρι σήμερα γεννήθηκαν στην Ανατολή. Την Εγγύς, τη Μέση ή την Απω. Συμφωνούσαν επίσης ότι είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Οτι ο ιστορικός κύκλος βρισκόταν σε κείνη την κρίσιμη καμπή που προϊδεάζει για κάποιο συγκλονιστικό γεγονός, μια επαναστατική τομή που διαταράσσει την μελαγχολική, ελικοειδή εξέλιξη της ιστορίας. Δεν συμφωνούσαν πάντως οι προφήτες- φιλόσοφοι, θεοσοφικοί, αστρολόγοι, καφετζούδες, γκουρού των αγορών, μελλοντολόγοι- ότι ο νέος Μεσσίας θα ήταν ένας κήρυκας της αγάπης, ένας «θεός» συμφιλίωσης, όπως σχεδόν όλοι οι προηγούμενοι: ο Ιησούς, ο Μωάμεθ, ο Βούδας. Ο Μεσσίας θα προσαρμοζόταν στο θρίαμβο των νέων μικρών θεών που έρεαν ήδη στους χυμούς των ανθρώπων: των θεών της αγοράς και του ανταγωνισμού ως μοναδικών όρων επιβίωσής ατόμων, ομάδων, τάξεων, εθνών στην τρίτη μετά Χριστόν χιλιετία.

Ούτε τα πιο επικαιροποιημένα ωροσκόπια- με τον Πλούτωνα εκτός πλανητικού χάρτη πια- ούτε τα πιο σύγχρονα μαθηματικά μοντέλα, ούτε τα πιο εμπνευσμένα think tank, ούτε οι πιο προωθημένες θεωρίες περί ασύμμετρων απειλών έδιναν ένα σαφές στίγμα για τον τόπο γέννησης του νέου Μεσσία, πέρα από τη γενική βεβαιότητα ότι θα γεννιόταν κάπου στην Ανατολή. Αλλά, «τι εστί Ανατολή;» αναρωτιόντουσαν οι πιο ψαγμένοι μελλοντολόγοι. Κι η απάντηση ήταν μια αχανής έρημος άγνοιας, σχεδόν όση κι ο πλανήτης: Ανατολή είναι ότι ζει στη σκιά της δυτικής ευημερίας. Μ’ αυτή την έννοια ο νέος Μεσσίας μπορούσε να γεννηθεί σ’ ένα γκέτο του Μπρούκλιν, σ’ ένα εργατικό νοικοκυριό της Σανγκάης, σ’ ένα μισογκρεμισμένο χαμόσπιτο της Ραμάλα, σ’ ένα ερείπιο της Βηρυτού ή της Βαγδάτης, σ’ έναν καταυλισμό λαθρομεταναστών στη Γερμανία, σε ένα ξύλινο σκάφος που περνά την απόγνωση της Αφρικής στις ακτές της Ισπανίας.

Δεν είχαν προθέσεις Ηρώδη όλοι αυτοί που αναζητούσαν εναγωνίως τον ακριβή τόπο της γέννησης του νέου Μεσσία. Η τεχνολογία της σφαγής ήταν ξεπερασμένη: τη δουλειά την έκαναν συστηματικά, χρόνια τώρα, η εξαγωγή της δημοκρατίας στη Μέση Ανατολή, οι επεμβάσεις στο Ιράκ, η ανοικτή πληγή της Παλαιστίνης, οι μαζικές επενδύσεις στην Κίνα, ο εκδημοκρατισμός των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, η χρηματοδότηση των εμφυλίων στην Αφρική, οι κινήσεις των επενδυτικών κεφαλαίων από τη μια χώρα στην άλλη, οι μαζικές μετατοπίσεις υπεραξίας από τις χώρες της ανέχειας στις μητροπόλεις της απληστίας.

«Mission impossible», απεφάνθησαν οι χρυσοπληρωμένοι αναλυτές και κατάσκοποι σ’ ένα υπόγειο του Πενταγώνου. Το σενάριο μιας απαγωγής του νέου Μεσσία και της μεταφοράς του σε μυστική φυλακή, μέσω μυστικής πτήσης της CIA, φαινόταν αδύνατο. Μια πρόχειρη προβολή των λιγοστών δεδομένών απαιτούσε την απαγωγή περίπου πέντε εκατομμυρίων νεογνών σχεδόν σε όλα τα μέρη του πλανήτη. Και το κόστος θα απαιτούσε τουλάχιστον έναν ετήσιο αμερικανικό προϋπολογισμό.

Its very expensive”, συμφώνησαν και οι επιφανέστεροι οικονομέτρες και αναλογιστές, που απέρριπταν το σενάριο αφανισμού ολόκληρου του κοινωνικού ιστού από τον οποίο θα αναδυθεί ο νέος Μεσσίας: της χώρας του, της τάξης του, της φυλής του, της σέχτας του. Αλλωστε δεν είχαν κανένα στοιχείο για όλα αυτά.

«Γιατί δεν τον εξαγοράζουμε;» πρότειναν επιπόλαια οι διαχειριστές των σημαντικότερων hedge funds του πλανήτη, που επένδυαν με την ίδια άνεση στον πόλεμο και την ειρήνη, στην ευημερία και στην ανέχεια, στην ομορφιά και στην ασχήμια, στη δημιουργία και στην καταστροφή. Αν και γνώριζαν κατά βάθος ότι πρότειναν την πιο ριψοκίνδυνη επένδυση από καταβολής αγορών. Τουλάχιστον στη μετά Χριστόν, μετά Βούδα και μετά Μωάμεθ εποχή.

Ανησύχησε κι ο Θεός. Πώς είναι δυνατό να είχε διατυπωθεί μια προφητεία που δεν είχε παραγγείλει, πώς είναι δυνατό να γεννηθεί ένας Μεσσίας που δεν είχε στείλει αυτός, πώς γίνεται να διαταραχθεί η επίγεια και επουράνια τάξη πραγμάτων χωρίς την έγκρισή του; Ζήλεψε κι ο Υιός του Θεού, που αισθάνθηκε απειλή για τα πρωτοτόκιά του. Εστειλε, λοιπόν, ο Θεός αγγέλους να ψάξουν σπιθαμή προς σπιθαμή τη γη, να μπούν στο μυαλό κάθε ετοιμόγεννης γυναίκας. Ακόμη και με το διάβολο συμμάχησε για να στείλει καλικάντζαρους από τα έγκατα της γης να συνδράμουν το επουράνιο σχέδιο.

Με φόντο την απόλυτη αβεβαιότητα, ένα πολυμελές επιτελείο ψυχιάτρων, ψυχοκοινωνιολόγων, αστρολόγων, διπλωματών, μάγων, γεωπολιτικών αναλυτών, μαθηματικών, μηχανικών, κατασκόπων, ρουφιάνων, σε συνθήκες απόλυτης μυστικότητας διατύπωσε τρία σενάρια για το προφίλ του νέου Μεσσία.

Το «μαύρο» σενάριο, εκτιμούσε ότι θα γεννηθεί κάπου μεταξύ Παλαιστίνης, Ιράκ και Λιβάνου, από μια οικογένεια πάμπτωχων Αράβων. Θα έρθει στον κόσμο σ’ ένα μισο-ερειπωμένο μαιευτήριο, σε μια χώρα κατεστραμμένη, σε μια κοινωνία βουτηγμένη στην απελπισία, με απύθμενη οργή για όσα της επιφύλαξε η «ροή της ιστορίας». Ο νέος Μεσσίας θα ξεδίπλωνε γρήγορα όλα του τα ταλέντα, πολλοί θα επενδύσουν στην μόρφωσή του και τελικά θα γινόταν «τρομοκράτης», επικεφαλής ενός δικτύου πολύ πιο μαχητικού και επιστημονικά οργανωμένου απ’ την Αλ Κάιντα, απαλλαγμένου από τις θεοσοφικές εμμονές της.

Το δεύτερο, «γκρίζο» σενάριο, ήθελε το νέο Μεσσία να γεννιέται κάπου στην ανατολική Κίνα, σε μια από τις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές της μητροπόλεις, ανάμεσα στις τεράστιες βιομηχανικές ζώνες όπου ανθούν οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές επενδύσεις. Θα ξεκινούσε από μαθητευόμενος εργάτης των δέκα δολαρίων την ημέρα, αλλά θα εξελισσόταν σε έναν πλουτοκράτη με περιουσία δισεκατομμυρίων δολαρίων, αλλά και με πολιτικό όραμα για τη χώρα του. Ενδεχομένως να είναι ο ηγέτης της υπερδύναμης του 2020.

Το τρίτο, το «λευκό» σενάριο, τοποθετούσε τον άγνωστο Μεσσία σε μια μητρόπολη της παρακμάζουσας Δύσης. Θα γεννιόταν σε ένα ακριβό μαιευτήριο, αδρά πληρωμένο από ασφαλιστικό ταμείο και συμπληρωματική ιδιωτική ασφάλιση. Η μεσοαστική οικογένειά του θα του παρείχε κάθε ευκαιρία μόρφωσης. Ιδιωτικό σχολείο, πανεπιστήμιο, γλώσσες, μεταπτυχιακό στο Harvard ή στο MIT, ευρύτατη κουλτούρα, κοινωνικές εμπειρίες, ταξίδια σ’ ένα σωρό μέρη του πλανήτη, από τους παραδείσους της ευμάρειας μέχρι τις κολάσεις της φτώχειας και της λιμοκτονίας. Παρ’ όλα αυτά, το μέλλον δεν θα του επιφύλασσε τίποτε παραπάνω από μια θέση (καλοπληρωμένου βέβαια) μικρομεσαίου στελέχους πολυεθνικής εταιρείας. Μετά μια μάλλον στάσιμη καριέρα, και παρά την αξιέπαινη προσπάθεια επιβίωσης στον κανιβαλικό ανταγωνισμό, στα 30 και κάτι θα έμενε και χωρίς δουλειά, αποτέλεσμα μιας αναδιάρθρωσης της εταιρείας στην οποία και ο ίδιος, άθελά του, θα είχε συμβάλει. Θα συνέχιζε την εργασιακή του περιπλάνηση σε ανάλογες θέσεις, χωρίς ποτέ να απειλήσει τις κορυφές της διοικητικής ιεραρχίας και με μια διαρκή αγωνία για το συνταξιοδοτικό του μέλλον, διαρκώς απειλούμενο από τις αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις στα ασφαλιστικά συστήματα. Στα πενήντα και κάτι, θα έβγαζε απ’ τα συρτάρια του την ογκώδη διδακτορική του διατριβή για την «ρόλο της κατάργησης των ιεραρχικών συστημάτων διοίκησης και παραγωγής στην ορθολογικότερη κατανομή του παγκόσμιου πλούτου». Ολοι οι καθηγητές του θα την είχαν επιβραβεύσει. Και όλοι θα τον είχαν συμβουλεύσει να μην τη δημοσιεύσει ποτέ.

Τη νύχτα της γέννησης – την εικαζόμενη κατά την προφητεία νύχτα, τέλη Δεκέμβρη- κανένα αξιόλογο αστρονομικό φαινόμενο δεν καταγράφηκε στον ουρανό. Κανένας κομήτης δεν πέρασε κοντά στη γήινη ατμόσφαιρα, καμιά σύνοδος των πλανητών δεν συνέβη. Τρεις μάγοι του 21ου αιώνα – δεν βγήκαν στο δρόμο φυσικά με καμήλες, αυτά ήταν πια για ερασιτέχνες- σερφάριζαν στο Ιντερνετ για οποιαδήποτε πληροφορία θα έδινε ένδειξη για τη γέννηση του νέου Μεσσία. Αλλά διαπίστωναν μια καταφανέστατη παγκόσμια συνωμοσία σιωπής. Από μιαν άποψη τους ευχαριστούσε αυτό. Τους γέμιζε προσδοκία κι ελπίδα. «Καλύτερα να μην ξέρουμε ούτε εμείς», είπε ο Μελχιόρ. «Εξάλλου, αν ξέραμε θα μας έκλειναν στο Γκουντανάμο», είπε ο Βαλτάσαρ. «Ας ελπίσουμε ότι δεν το ξέρουν ούτε η μάνα του, ούτε ο πατέρας του, ούτε καν ο ίδιος», είπε ο Γάσπαρ. «Ας ελπίσουμε ότι δεν υπήρχε ούτε κρίνος, ούτε άγγελος, ούτε θεός στην ιστορία. Δεν ξέρεις από πού να φυλαχτείς πια», κατέληξε ο Μελχιόρ. Καλού κακού έκλεισαν και το κομπιούτερ.

Ο Μεσσίας ήρθε τελικά. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, αγγέλους, τρυφερά «ωσαννά», σκηνές λατρείας, ευαγγέλια και μανιφέστα. Θα περνούσαν χρόνια ώσπου να έκανε αισθητή την παρουσία του. Τους άφησε όλους να ζουν στην αγωνία τους. Ή στην προσδοκία τους.

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...