02/06/2007

Η τυραννία της επίδοσης

Ως πατέρας αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε απόσταση ασφαλείας από την οδυνηρή εμπειρία των εισαγωγικών εξετάσεων που μόλις βίωσαν καμιά ογδονταριά χιλιάδες έφηβοι, οι γονείς τους και αρκετοί συγγενείς τους. Ανάλογη απόσταση (όχι ασφαλείας, αλλά ηλικίας) με χωρίζει από την εποχή που πέρασα την εμπειρία ο ίδιος. Πολύ πιο ανάλαφρη, είναι αλήθεια. Υπάρχει μάλιστα το παράδοξο δεδομένο ότι στην εποχή μου, τέλη της δεκαετίας του ’70, είχαμε να διαχειριστούμε ως υποψήφιοι φοιτητές μιαν ύλη απεριόριστη και απροσδιόριστη. Αναμετριόμασταν περίπου με το άγνωστο και ως εκ τούτου τα βασικά μας όπλα ήταν το θράσος της αγνοίας μας (ή της ημιμάθειάς μας) και ενδεχομένως η κρίση μας. Με τη γενιά της νέας χιλιετίας συμβαίνει το αντίστροφο. Οσο πιο αυστηρά προσδιορισμένη και περιορισμένη είναι η ύλη, τόσο το μεταίχμιο επιτυχίας και αποτυχίας πέφτει σαν λαιμητόμος στον πόντο, στο χιλιοστό. Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες.

Το εξεταστικό σύστημα και όλος ο μηχανισμός αξιολόγησης των μαθητών είναι τελείως απαξιωμένος στη συνείδηση του μέσου γονιού. Είτε από ένστικτο, είτε από απλή γονεϊκή ματαιοδοξία, όλοι μας λίγο πολύ αισθανόμαστε ότι το εκπαιδευτικό σύστημα αδικεί τα παιδιά μας, όχι μόνο όταν τα βαθμολογεί κάτω από τη βάση, αλλά και όταν τα επιβραβεύει με «άριστα». Υψηλό τίμημα για χαμηλό αντίκρισμα. Αλλά, αν και ψυλλιασμένοι (και συχνότερα αγανακτισμένοι για το γεγονός ότι πληρώνουμε πανωπροίκια, επειδή αυτά που έχουμε ήδη πληρώσει δεν αποδίδουν), πέφτουμε όλοι μας στην παγίδα της επίδοσης. Γονείς και παιδιά ζούμε κάτω από την απόλυτη τυραννία της.

Συμβαίνει πιθανώς και σε σας, συμβαίνει και σε μένα και καθώς το συνειδητοποιώ αισθάνομαι σαν τον ήρωα του Ιονέσκο, στο «Ρινόκερο». Τελικά δεν είναι και τόσο άσχημο να είσαι παχύδερμο…

Η κόρη μου η Βέρα μια ανάσα από το κατώφλι των οκτώ χρόνων, στην ίδια απόσταση ασφαλείας με μένα από την οδυνηρή εμπειρία των εισαγωγικών του μέλλοντός μας. Προς το παρόν, ανθίσταται σθεναρά στην τυραννία της επίδοσης, τα αποθέματα ανταγωνισμού που διαθέτει τα φυλάει ως επί το πλείστον για το παιχνίδι. Οι επιδόσεις της εκεί την απασχολούν πραγματικά, την βασανίζουν-αισθάνεται πιο συχνά δυστυχισμένη όταν «χάνει» σε μιαν αναμέτρηση στην αυλή του σχολείου, παρά στην αίθουσα διδασκαλίας. Μετράει τις μέρες για να τελειώσει το σχολείο, όπως οι φαντάροι τη θητεία τους και οι φυλακισμένοι την ποινή τους. Δεν έχει ακόμη αντιληφθεί τι την περιμένει στη δεκαπενταετία (τουλάχιστον) εκπαίδευσης που έχει μπροστά της. Κι εν τω μεταξύ κι εγώ, ανεπαισθήτως, απεκδύομαι το κοστούμι της αντισυμβατικότητας και βομβαρδίζω το παρθένο ακόμη σύμπαν των αξιών της με το μικρόβιο της επίδοσης. Καταχωνιάζω στις συμβάσεις των «πρέπει» και της καθημερινότητας τα στομφώδη «εγκώμια στην αποτυχία» που έχω πλέξει ακόμη και σ’ αυτήν εδώ τη στήλη. «Βέρα, διάβασες; Εγραψες την αντιγραφή σου; Τι παλιογράμματα είναι αυτά; Γιατί τα «σκέφτομαι και γράφω» έχουν γίνει τόσο σύντομα; …Πω,πω, τι λάθος είναι αυτό στα μαθηματικά; Πόσο θα γράψεις στο τεστ των αγγλικών;» Και, βροχή οι απειλές, οι χαρακτηρισμοί, οι ηθικοί εκβιασμοί για τα ακριβά τιμήματα της αποτυχίας, για το χαμένο χρόνο μπροστά στην τηλεόραση, για ό,τι ξεφεύγει από τη γραμμή της εκπαιδευτικής παραγωγικότητας…Δεν με αναγνωρίζω πια. «Ρινόκερως». Πλήρως υποταγμένος στην τυραννία της επίδοσης.

Θα μπορούσα, άραγε, να κάνω διαφορετικά; Δεν αναζητώ άλλοθι για να ελαφρύνω τη συνείδησή μου, εξήγηση ζητώ. Αν αποφασίσει κανείς να κινηθεί έξω από την νόρμα του εξαναγκασμού, εκτός της κλίμακας επιτυχίας- αποτυχίας, το πιθανότερο είναι ότι οδηγεί τον εαυτό του και, επομένως, και τους φερέλπιδες βλαστούς του στον πάτο της εικόνας. Η παγίδα είναι ακριβώς εκεί. Ο μηχανισμός αξιολόγησης στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι ο πρώτος αδρός ταξικός διαχωρισμός μιας κοινωνικής ομάδας που θεωρητικά βρίσκεται ακόμη στον αστερισμό των ίσων ευκαιριών και δυνατοτήτων. Ο μέσος προλετάριος, ο μέσος μικροαστός θέλει ακριβώς να αποφύγει την πιστή αναπαραγωγή του κοινωνικού προτύπου που καταδίκασε τον ίδιο στη θέση που σιχτιρίζει. Κι έτσι πέφτει στην παγίδα της επίδοσης. Εφόδια, εφόδια κι άλλα εφόδια, γνώσεις, δεξιότητες, επιδόσεις είναι τα πράγματα που οφείλει να κληροδοτήσει στους απογόνους του, παρ’ ότι τίποτε δεν αποδεικνύει ότι η πρόσληψή τους είναι ένας μηχανισμός κοινωνικής εκτίναξης. Διαθέτουμε αρκετούς αριστούχους υποψηφίους, πολλούς καλούς φοιτητές που θα βγουν γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι, αλλά αποκλείεται όλοι αυτοί να γίνουν καλοπληρωμένοι επιστήμονες που στα σαράντα τους θα διαθέτουν βίλα στην Εκάλη, γραφείο στο Κολωνάκι, εξοχικό στη Μύκονο, σκάφος και παχυλά επενδυτικά χαρτοφυλάκια. Το πιθανότερο είναι η πυραμίδα της επιτυχίας, που εμείς στα νιάτα μας ζηλεύαμε, να αναστραφεί και να έχουμε μαζική προλεταριοποίηση στα επαγγέλματα της άλλοτε αξιοζήλευτης κορυφής της.

Αυτό που συμβαίνει με τα παιδιά μας, το γεγονός ότι οι επενδύσεις μας στις επιδόσεις τους τείνουν να γίνουν αντιστρόφως ανάλογες των αποδόσεών τους, αποτελεί μιαν ακόμη ένδειξη ότι η επίδοση, η επιτυχία, είναι μια υπερβολικά μυθοποιημένη αξία. Είμαστε μια κοινωνία των επιδόσεων, ένας πολιτισμός της επιτυχίας. Πήραμε τοις μετρητοίς την υπόδειξη των Λατίνων: altius, citius, fortius. Αλλά ακόμη κι αυτοί, έπεσαν από ψηλά, πιο γρήγορα και πιο δυνατά. Κατέρρευσαν μεγαλοπρεπώς.

Η τυραννία της επίδοσης επιβραβεύει την ποσότητα, το μέγεθος, αδιαφορώντας για την ποιότητα. Όλα αξιολογούνται και βαθμολογούνται. Η οικονομία, η ανάπτυξη, τα δημοσιονομικά μεγέθη, η επιχειρηματικότητα, οι επενδύσεις, τα ασφαλιστικά συστήματα, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα τηλεοπτικά δελτία, η ραδιοφωνική ενημέρωση, οι ψυχαγωγικές εκπομπές, τα κόμματα, οι πολιτικοί, οι εργαζόμενοι, οι καλλιτέχνες, οι διαφημιστές. Δεν υπάρχει σχεδόν δραστηριότητα για την οποία να μην έχει θεσπιστεί και ένα είδος βράβευσης και επιβράβευσης. Ακόμη και τα απλούστατα προσόντα που μας έδωσε η φύση και η τύχη- ένα ωραίο πρόσωπο, δυο όμορφες γάμπες, μια καλή φωνή, μια εξαιρετικά υψηλή δόση τεστοστερόνης- μετρώνται, διαγωνίζονται, βραβεύονται. Μια ατέλειωτη στρατιά αξιολογητών, από τον ΟΟΣΑ μέχρι τους ανεκδιήγητους κριτές του «Ελλάδα έχεις ταλέντο» (κάποιος πρέπει να τους ρωτήσει με ποιο δικό τους ταλέντο κρίνουν τα ταλέντα των άλλων), βγάζει το παντεσπάνι της από τη μέτρηση επιδόσεων. Μια ειδική τάξη ανθρώπων πλουτίζει από την τυραννία της επίδοσης, αν και η ίδια δεν επιδίδεται σε τίποτε, δεν αξιολογείται από κανένα και τελικά δεν παράγει τίποτε.

Το μόνο που δεν μετριέται είναι αν όλες αυτές οι συστηματικά μετρούμενες επιδόσεις, ατομικές ή συλλογικές, μας μαθαίνουν κάτι για το πώς θα μετρήσουμε το απόλυτο ζητούμενο: την ανθρώπινη ευτυχία. Την απόλαυση της καθημερινότητας. Την ικανοποίηση που αντλούμε από τη ζωή.

Ισως γι’ αυτό, στη δύση της διαδρομής τους, ακόμη κι οι πιο επιτυχημένοι, οι άνθρωποι των υψηλών επιδόσεων, των ασύλληπτων υπεραξιών και της λαμπερής δημοσιότητας είναι αδύνατο να καταλήξουν σ’ ένα θετικό ισοζύγιο ζωής χωρίς την (ακριβοπληρωμένη) βοήθεια του ψυχαναλυτή τους. Μοιάζουν με τον «Πολίτη Κέην» του Ορσον Ουέλς, που έσβησε δεκαετίες ευδαιμονίας, ισχύος και επιχειρηματικού πρωταθλητισμού με μιαν αθώα παιδική ανάμνηση, αποτυπωμένη σε μια και μόνη λέξη γραμμένη πάνω σ’ ένα έλκηθρο: «Rosebad».

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

30/05/2007

Το χαρτοφυλάκιο του praetoris urbani

Οι praetores urbanes μπορούν- ακριβώς όπως και οι Ρωμαίοι πρόγονοί τους- να ασκούν με συνοπτικές διαδικασίες, σ’ ένα πεζοδρόμιο, όλες τις εξουσίες σε συσκευασία μιας: να νομοθετήσουν, να δικάσουν και να «εκτελέσουν» επι τόπου την «ποινή» εις βάρος οποιουδήποτε. Φανταστείτε τι οικονομίες κλίμακας συντελούνται από μια τέτοια πυρηνική σύντηξη εξουσιών.

Εντάξει, η βία είναι μαμή της ιστορίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μπάιρον (ο ημέτερος, όχι του Μεσολογγίου) γράφει, τώρα, ιστορία. Ούτε πολύ περισσότερο οι υφιστάμενοί του αστυνομικοί που εξάντλησαν την δύναμη του ροπάλου, της πυγμής και της κλωτσιάς τους στο κεφάλι ενός εικοσιτετράχρονου. Φυσικά, δεν έπρεπε να εκπλαγούμε απ’ αυτήν την εκρηκτική έκφραση κρατικής βίας. Αλλά τα ανακλαστικά μας έχουν προσαρμοστεί πλέον σε τηλεοπτικά μόνο ερεθίσματα. Ισως αν δεν υπήρχε εκείνο το καταραμένο βίντεο κανείς να μην είχε πάρει μυρωδιά. Ο Βύρων θα έδρεπε δάφνες για το άψογο σαβουάρ βιβρ των «πραιτόρων». Ούτε συγνώμες, ούτε μεταθέσεις, ούτε άβολα ξεκαρφώματα. Και οι ίδιοι οι «πραίτορες» θα αφοσιώνονταν απερίσπαστοι στο επενδυτικό τους χαρτοφυλάκιο. ο οποίο, ως γνωστόν, εμπλουτίζεται εσχάτως με την γενναιοδωρία της πολιτικής ηγεσίας: αναγνωρίσεις συντάξιμων χρόνων, επιδόματα επικινδυνότητας, διορθώσεις στο μισθολόγιο…Δεν λέω ότι οι μπάτσοι έγιναν αίφνης πλούσιοι, αλλά, οπωσδήποτε, έχει διανυθεί αρκετή απόσταση από την εποχή του «τρεις κι εξήντα παίρνετε και τον κόσμο δέρνεται». Αυτοί δεν παίρνουν πια τρεις κι εξήντα, αλλά ο κόσμος εξακολουθεί να δέρνεται.

Και μάλλον έτσι θα πορευτούμε για πολύ καιρό ακόμη. Και δεν θα μας διασώσει η λατινομάθεια του Μπάιρον, η οποία ωστόσο προσθέτει μια λεπτομέρεια πρόσφορη για ενδιαφέρουσες ιστορικές συγκρίσεις. Βλέπετε, οι «πραίτορες ουρμπάνες» ήταν από τα πρώτα ανώτατα κρατικά αξιώματα που κατάφεραν να κατακτήσουν οι πληβείοι της Ρώμης στη μακραίωνη ταξική τους αναμέτρηση με τους πατρικίους. Αυτό τους έδωσε αργότερα τη δυνατότητα να αναρριχηθούν και στο αξίωμα του ύπατου, ακόμη και του δικτάτορα. Δεν ξέρω αν οι πατρίκιοι της σύγχρονης πολιτικής μας ζωής θέλουν να το ρισκάρουν, αλλά διατρέχουν κι αυτόν τον κίνδυνο όταν επενδύουν τόσα πολλά στη βία, το φόβο και την αστυνόμευση. (Δεν είμαστε πια στη δεκαετία του ’60, στην εποχή που ο Παζολίνι, στην αναμέτρηση των φοιτητών με την αστυνομία επέλεγε – αφήνοντας εμβρόντητη την αριστερά- να είναι με την πλευρά των δεύτερων, γιατί «οι αστυνομικοί ήταν τα παιδιά των προλετάριων και οι φοιτητές τα παιδιά των αστών»). Τώρα, ο μεσαίος χώρος τα έχει κάνει όλα ίσωμα. Είμαστε όλοι παιδιά του «μεσαίου χώρου» και το μερίδιο ισχύος που μπορεί να μας εμπιστευτούν, μπορεί να γίνει μηχανισμός άλωσης της εξουσίας. Ρίξτε μια ματιά στη βουλή, στα ανώτατα κλιμάκια της κρατικής γραφειοκρατίας, στις ηγεσίες των ΔΕΚΟ. Δεν επανδρώνονται πια μόνο από πατρικίους και τους απογόνους τους. Παιδιά πληβείων, αγροτών, προλετάριων υπερασπίζονται μια χαρά το κράτος, τα ταξικά τείχη, το καθεστώς. Είναι κι οι ίδιοι πια καθεστώς. Φοβού τους πραίτορες, λοιπόν, Μπάιρον…

Την ίδια συμβουλή θα έπρεπε να δώσει κανείς, πριν δεκατρία χρόνια, στον Μητσοτό τον επίτιμο, που -χωρίς τις λατινικές φιοριτούρες του Βύρωνα- έλεγε στους αστυνομικούς με στόμφο «εσείς είστε το κράτος». Οσο κράτος είναι και οι praetores urbanes, που μπορούν- ακριβώς όπως και οι Ρωμαίοι πρόγονοί τους- να ασκούν με συνοπτικές διαδικασίες, σ’ ένα πεζοδρόμιο, όλες τις εξουσίες σε συσκευασία μιας: να νομοθετήσουν, να δικάσουν και να «εκτελέσουν» επι τόπου την «ποινή» εις βάρος οποιουδήποτε υπόπτου. Φανταστείτε τι οικονομίες κλίμακας συντελούνται από μια τέτοια πυρηνική σύντηξη εξουσιών. Γλιτώνεις τους μισθούς των βουλευτών, των νομοτεχνών, των δικαστικών, των γραφειοκρατών και όλων όσοι μεσολαβούν για να εκτελέσουν την τελική «ποινή» που αναλογεί στο μέσο ανυποψίαστο πολίτη: την άσκηση της κρατικής βίας.

Γιατί, υπάρχει μεγάλη συσσώρευση βίας στον σύγχρονο κρατικό Λεβιάθαν. Ένα μεγάλο απόθεμα θεσμικού (και αθέσμιτου) αυταρχισμού που δεν μας επιτρέπει να απορούμε όταν ένα ακατέργαστο όργανο της τάξης επενδύει το προσωπικό του χαρτοφυλάκιο βίας σ’ έναν ύποπτα κινούμενο νεαρό με ατημέλητη περιβολή. Η βία εκφράζεται ακόμη και στις πιο επιβλητικές τελετουργίες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Στη νομοθετική υπερ-ρύθμιση και κάθε λεπτομέρειας της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Στην πολυνομία που κάνουν αδιαπέραστο, αντιφατικό και αλληλοαναιρούμενο για το μέσο πολίτη το νομοθετικό οπλοστάσιο του κράτους. Στις υπερεξουσίες των δικαστών που από εγγυητές του συντάγματος και των νόμων μετατρέπονται σε ευκαιριακούς ερμηνευτές τους, κατά το ρεύμα της πολιτικής συγκυρίας. Στο κοινοτικό υπερκράτος που νομοθετεί από τις Βρυξέλες και το Στρασβούργο τη συστηματική περιστολή δικαιωμάτων εν ονόματι της ασφάλειας. Στην παράτα των συνταγματικών αναθεωρήσεων που μετατρέπουν το σύνταγμα σ’ ένα άνευρο κουρελόχαρτο, παίγνιο του κομματικού συστήματος. Στις πολιτικές που ουδείς ψηφοφόρος έκρινε και ενέκρινε, αλλά τις βρίσκει μετεκλογικά μπροστά του. Στην κωμωδία των ανεξάρτητων αρχών που εμφανίστηκαν ως ελπιδοφόρα αντίβαρα του κράτους για να εξελιχθούν σε γραφικά (και γραφειοκρατικά) κακέκτυπά του. Και φυσικά, στον τρόπο που ντοπάρουν και κολακεύουν οι αρμόδιοι υπουργοί άλλοτε τα σώματα ασφαλείας, ως αυθεντικούς praetores urbanes και άλλοτε τους δικαστικούς, ως αρχάγγελους της κάθαρσης και εξυγιαντές της δημόσιας ζωής, censores των δημοσίων ηθών. Δεν νομίζετε ότι υπάρχει άφθονη βία σ’ όλα αυτά, πολύ πιο αξιοπρόσεκτη από …το ξύλο της αρκούδας σ’ ένα πεζοδρόμιο της Θεσσαλονίκης;

Και η βία αυτή, που στερεί σταδιακά από τον πολίτη και τις τελευταίες μικρές δυνατότητες επίδρασης στην εξουσία, γίνεται πιο κραυγαλέα με φόντο το ξεσάλωμα της οικονομίας της αγοράς, την καταθλιπτική κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στις οικονομικές πολιτικές. Η ρητορική του νεοφιλελευθερισμού, δυο- τρεις δεκαετίες πριν, όταν ακόμη εμφανιζόταν σαν μια προκλητική, ρηξικέλευθη αίρεση του καπιταλισμού, υποσχόταν λιγότερο κράτος, ελάχιστο κράτος, ίσως και εξαφάνιση του κράτους, με όρους που ούτε οι πιο ευφάνταστοι αντεξουσιαστές δεν είχαν τολμήσει να διατυπώσουν. Και λιγότερο κράτος, σημαίνει λιγότερη βία, λιγότερη αστυνομία, λιγότερη ρύθμιση, περισσότερη αυτορύθμιση. Αν δεν πρόκειται απλώς για μια κραχτή απάτη, η ρητορική του νεοφιλελευθερισμού για το λιγότερο κράτος, αποδεικνύεται μια αυταπάτη. Περισσότερο από ποτέ φαίνεται ότι η ελευθερία των αγορών έχει ανάγκη την κρατική βία, στην αιματηρή ή στην καθωσπρέπει, θεσμική εκδοχή της. Λογικό κι αναμενόμενο, αν σκεφτεί κανείς τους ρυθμούς κα τη συχνότητα με την οποία οι φιλελευθεροποιημένες οικονομίες παράγουν κοινωνικά απορρίμματα και τελικά πολλαπλασιάζουν τους (οιονεί) εχθρούς τους.

Τελικά, το χαρτοφυλάκιο των praitorum urbanium περιέχει υπεραξίες βίας που ούτε οι ίδιοι έχουν ακόμη διανοηθεί. Το επίδομα επικινδυνότητας (της δικής τους, όχι της δικής μας) ίσως αποδειχθεί πολύ ταπεινό αίτημα για να αντισταθμίσει τη βία που θα χρειαστεί να διοχετεύσουν. Το αόρατο χέρι της αγοράς (λυπαμαι, θείε Σμιθ), δεν κάνει τίποτε χωρίς το ορατό (και βαρύ) χέρι του χωροφύλακα.

Εμείς πάλι, φιλήσυχοι, ανήσυχοι ή ανυπάκουοι πολίτες, μάλλον χρειαζόμαστε επίδομα τηλεοπτικής κάλυψης. Ώστε να κυκλοφορούμε με τις κάμερες και τα κινητά μας για να απαθανατίσουμε τον τυχαίο ξυλοδαρμό μας.

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Επτά φόνοι στο φόρουμ

Μπλε, πράσινα, κόκκινα πανεπιστήμια

"Το μόνο κόκκινο πανεπιστήμιο είναι αυτό που καίγεται», έλεγαν οι ευφάνταστοι Γάλλοι φοιτητές του Μάη του ’68, και η αλήθεια είναι ότι έβαλαν αρκετές φωτιές μέσα κι έξω από τα πανεπιστήμια μέχρι να πάρουν οι σχολές τους την επιθυμητή απόχρωση. Δεν τους προέκυψε πάντως το αποτέλεσμα, παρ’ ότι έγιναν συμπαθείς στους έκπληκτους Γάλλους μικροαστούς και αστούς γονείς τους, στους καχύποπτους προλετάριους, στους άκαμπτους πολιτικούς, στους ανελαστικούς συνδικαλιστές. Αλλά ο δικός τους Μάης βρήκε μιαν απροσδόκητη θέση στην επίσημη ιστορία. Τα συνθήματά τους, που σήμερα θα κινητοποιούσαν τα υπερευαίσθητα ανακλαστικά μυστικών υπηρεσιών και αντιτρομοκρατικών μηχανισμών, διεμβόλισαν οριζοντίως το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα. Οι πρωταγωνιστές του Μάη έτυχαν μιας εντυπωσιακής επιβράβευσης στο ευρωπαϊκό πολιτικό στερέωμα- έγιναν βουλευτές, υπουργοί, εκδότες, στελέχη επιχειρήσεων- κι όλοι οι κρυφοί και φανεροί θαυμαστές τους φάνηκαν αρκετά πρόθυμοι να ξεχάσουν τις επικίνδυνες παρεκτροπές του παρελθόντος: τον κόκκινο Ντάνι πάνω στα οδοφράγματα, τον Γιόσκα Φίσερ να βγάζει γλώσσα στους μπάτσους, τον Ρούντι Ντούτσκε να εκτοξεύει μια περιποιημένη κοκτέιλ μολότοφ κι άλλους πολλούς σε ριψοκίνδυνες διασταυρώσεις ακόμη και με το αντάρτικο πόλεων της δεκαετίας του ’70.

Το ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει πολλά στους σημερινούς εξηντάρηδες που κάποτε απείλησαν να κάνουν κόκκινα- απ’ τη φωτιά- τα πανεπιστήμια. Τα οποία όχι μόνο δεν απαίτησαν αποζημιώσεις για τις παράπλευρες απώλειες που υπέστησαν, αλλά σ’ ένα βαθμό συμμορφώθηκαν στις υποδείξεις των νεαρών «αποστατών» της τάξης τους. Οφείλουμε στους «Μάηδες» μια νέα άνθιση των ανθρωπιστικών σπουδών, μιαν έκρηξη ιδεών που σάρωσε αμφιθέατρα και ακαδημαϊκά σπουδαστήρια, έναν εμβολιασμό των θετικών σπουδών με κείνη την ελάχιστη δόση ανθρωπιστικών αξιών που τις εξέτρεψε από το μονόδρομο της αγοράς και του στενού επαγγελματισμού. Τα πανεπιστήμια προς στιγμήν ανέκτησαν λίγη από τη λάμψη της αναγέννησης και του διαφωτισμού που τα γέννησαν, αρκετούς αιώνες πριν, μαζί με την άνθιση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων.

Σαράντα χρόνια μετά, από τα κόκκινα πανεπιστήμια του Μάη του ’68, απέμεινε μόνο ένα κόκκινο φωτάκι στην είσοδό τους, να θυμίζει την κραυγαλέα εκπόρνευσή τους στο πεδίο της αγοραίας οικονομίας. Εκπόρνευση δύο ταχυτήτων, αλλά μιας ουσίας. Εκπορνεύτηκαν από το κράτος και τους υπερκρατικούς οργανισμούς που τα ποδηγέτησαν ιδεολογικά και πολιτικά, με πατερναλιστικά θεσμικά πλαίσια, χρηματοδοτικές εξαρτήσεις, κραυγαλέες διοικητικές επεμβάσεις και με την παραγωγή μιας επιστημονικής γραφειοκρατίας που στηρίζει τα ιερά και τα όσια του καπιταλισμού. Για το ξεκάρφωμα, αφήνουμε και καμιά αιρετική φωνή ν’ ακούγεται πού και πού, επιτρέπουμε την ύπαρξη μερικών «ερυθρών» ακαδημαϊκών νησίδων.

Αλλά, τα πανεπιστήμια εκπορνεύτηκαν και από την αγορά και Την επιθετική επιχειρηματικότητα, με το δέλεαρ της πρόσθετης χρηματοδότησης ή της μαζικής παραγωγής πτυχιούχων. Δεν χρειάστηκε άρθρο 16, δεν χρειάστηκαν νόμοι-πλαίσια, δεν χρειάστηκαν ηχηρές μεταρρυθμίσεις και απορυθμίσεις. Στην Ευρώπη- και πολύ περισσότερο στις ΗΠΑ- η «έκδοση» των πανεπιστημίων έγινε αθόρυβα, Πρώτα, με τη συστηματική απεμπόληση όλο και περισσότερων στοιχείων «οικουμενικότητας» από τα πάλαι ποτέ Universities. Κι έπειτα με την απευθείας βιομηχανοποίηση της γνώσης, με τη δημιουργία καταστημάτων πώλησης επιστημονικών προσόντων και επαγγελματικών δεξιοτήτων. Ο,τι πληρώνεις παίρνεις.

Τα κόκκινα πανεπιστήμια έγιναν ροζ, λοιπόν. Με όλο τον συμβολισμό του χρώματος. Η Ελλάδα έμεινε μέχρι στιγμής προστατευμένη από αυτού του είδους την εκπόρνευση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και έρευνας. Αλλά δεν γλίτωσε από άλλες ασθένειες- τις παιδικές ασθένειες ενός ξεθυμασμένου Μάη που έφτασε εδώ με καθυστέρηση σχεδόν μιας εικοσαετίας και από το μοναδικό ουμανιστικό του περιεχόμενο, άφησε μόνο την καρικατούρα της πολιτικής συμμετοχής. Η οποία εξελίχθηκε σε χλωμή συνδιαχείριση και συναλλαγή. Κι έτσι γνωρίσαμε και τα πράσινα πανεπιστήμια. Τα αιτήματα ενός πολύχρωμου, ρωμαλέου κινήματος που στα 1980 ξέφυγε από την ρουτίνα του οικονομισμού και έθεσε ζητήματα ποιότητας και προσανατολισμού της γνώσης, χωνεύτηκαν τελικά στην ψευδαίσθηση της συμμετοχής και ευτελίστηκαν σε διακομματική νομή της μικροεξουσίας στα πανεπιστήμια- με την αριστερά προκλητικά συνένοχη. Πριν εικοσιπέντε χρόνια, βεβαίως, οι αλλαγές αυτές- η κατάργηση της έδρας και της καθηγητικής παντοδυναμίας, η φοιτητική συμμετοχή- ήταν μια κοσμογονία σε μικροκλίμακα. Αλλά πάλι άφηναν στον απυρόβλητο την ουσία: το πρόβλημα της δημοκρατικής διαχείρισης της γνώσης και όχι των επίπλων, των κτιρίων, των κονδυλίων και των θώκων που καταλάμβαναν οι καρεκλοκένταυροι της ακαδημαϊκής εξουσίας. Που στη συνέχεια, εξασκημένοι στη μικροπολιτική του ΑΕΙ, έγιναν αστέρες και της πολιτικής εξουσίας και της κρατικής γραφειοκρατίας. Ρίξτε μια ματιά στο κοντινό παρελθόν των μελών του σημερινού υπουργικού συμβουλίου, στις ηγεσίες των ΔΕΚΟ και των τραπεζών και βγάλτε τα συμπεράσματά σας.

Κι ήρθε η ώρα των μπλε πανεπιστημίων. Επένδυσε πολλά η σημερινή πολιτική ηγεσία στην πλήρη κατεδάφιση των παρηκμασμένων θεσμών της «αλλαγής». Σιγά το δύσκολο, βέβαια. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους θεσμούς έχουν αυτοκατεδαφιστεί- πολιορκημένοι από μικρά και μεγάλα σκάνδαλα και απομακρυσμένοι από τις νέες γενιές φοιτητών που μπαίνουν με το άγχος για ένα «πτυχίο με αξία». Τ’ ακούμε και σήμερα αυτό το «αίτημα της κοινωνίας» που εμβολιάζει έτσι με μια θανατηφόρα δόση αγοράς τον προορισμό της γνώσης. Πτυχίο με αξία, σημαίνει πτυχίο με τιμή αγοράς και πώλησης. Η τιμή αγοράς, για τα ελληνικά δεδομένα, είναι το κόστος προπαρασκευής των υποψηφίων για την εισαγωγή σε μια καλή σχολή. Στην καλύτερη περίπτωση 60.000 ευρώ για τρία χρόνια φροντιστηρίου. Η μέση ελληνική οικογένεια πληρώνει ήδη δίδακτρα για να μπουν τα παιδιά της στα πανεπιστήμια, χάρη στην παγκόσμια πρωτοτυπία της παραπαιδείας. Αλλά η τιμή πώλησης του πτυχίου και του πτυχιούχου, ποια είναι; Ποιος την καθορίζει; Η αγορά, φυσικά. Προσφορά και ζήτηση. Και το κράτος έχει φροντίσει να σπείρει με ανώτατες σχολές όλη την επικράτεια, έτσι ώστε η προσφορά να εξασφαλίζεται αθρόα και η τιμή του πτυχίου χαμηλή. Κι επειδή η φιλελεύθερη κουστωδία πιστεύει τόσο βαθιά στην οικονομία της αγοράς, φροντίζει να εισαγάγει και μέτρα διατίμησης των πτυχίων, με το επαίσχυντο σύστημα αξιολόγησης των ιδρυμάτων βάσει του οποίου θα εκδοθεί και ο τιμοκατάλογος των πτυχιούχων. Τόσο καλά.

Εννοείται, ότι το μπλε πανεπιστήμιο, αν εξελιχθεί όπως το φαντάζονται οι κατ’ εξακολούθησιν μεταρρυθμιστές, δεν έχει καμιά σχέση με τον κοινωνικό προορισμό του. Αντί να διαχειριστεί τη γνώση ως συλλογικό αγαθό της κοινωνίας και της ανθρωπότητας, αντί να την κεφαλαιοποιήσει, να την εμπλουτίσει και να την επιστρέψει στους φυσικούς της αποδέκτες σαν εφαρμοσμένη γνώση, σαν αγαθά, υπηρεσίες, επιστημονικά επιτεύγματα, την κατακερματίζει, την ιδιωτικοποιεί, την κόβει σε μετοχές. Αλλες φουσκωμένες με τις υπεραξίες ενός μεγαλογιατρού που παίρνει 150 ευρώ για δέκα λεπτά εξέταση κι άλλες ευτελισμένες στα επίπεδα ενός penny stock, στο επίπεδο ενός ανέργου επιστήμονα με μεταπτυχιακό και τρεις γλώσσες που ευχαρίστως δέχεται μια θέση στο γκισέ τράπεζας, με το μισθό ανειδίκευτου.

Μοιραία, λοιπόν, οι looser αυτού του εκσυγχρονισμού που κάνει περήφανους τους «μεταρρυθμιστές», ευχαρίστως θα μετέτρεπαν τα μπλε πανεπιστήμια σε κόκκινα. Με ό,τι φλογερό μπορεί να σημαίνει αυτό.

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Χρόνος, ο μικρός, σκληρός θεός


(Είναι γύρω στα πενήντα. Φορά μια φθαρμένη κόκκινη ρόμπα. Κάθεται μπροστά σ’ έναν καθρέφτη – ο καθρέφτης έχει ένα διαγώνιο ράγισμα που τέμνει το πρόσωπό της σε δύο ασύμμετρα τμήματα. Κοιτάζεται συνοφρυωμένη, αναποφάσιστη. Φέρνει τα δάκτυλά της στο μέτωπο, τσιτώνει το δέρμα. Κάνει το ίδιο τεντώνοντας το πρόσωπο πίσω από τ’ αυτιά της, ύστερα κάτω απ’ το πηγούνι της. Επειτα, αφήνει το δέρμα να πέσει κουρασμένο πάνω στα οστά του προσώπου της. Τα χέρια της κρέμονται μετέωρα στο πλάι. Σηκώνει το βλέμμα της, τα μάτια της καρφώνονται σ’ ένα ρολόι – οι δείκτες στο έντεκα και μισή. Αρχίζει να μιλά, σαν να απευθύνεται στο ρολόι:)

« …Αν είχες μάγουλα, θα σου άστραφτα δυο χαστούκια. Αν είχες πρόσωπο θα το γέμιζα γρατζουνιές. Αλλά, η ζωή σου κρεμιέται από μια μπαταρία. Αν στη βγάλω, σταματάς. Μπορώ απλώς να σε σπάσω, να σου βγάλω τους δείκτες. Μπορώ να σε γυρίσω πίσω, να δείχνεις ό,τι ώρα θέλω εγώ.

…Αρνούμαι πλέον να τον παρακολουθήσω αυτόν τον μαζοχισμό. Δεν θα υποκύψω σε αυτή την ηλίθια λατρεία. Κάθε χρόνο να πρέπει να γιορτάσω την αλλαγή σου. Να χαρώ το φορτίο της φθοράς που μου προσθέτεις… Καταλόγισέ μου ό,τι θέλεις. Ότι με κατέλαβε ο πανικός του αμετάκλητα επερχόμενου γήρατος. Ότι το ισοζύγιο παρελθόντος και μέλλοντος γέρνει πια επικίνδυνα υπέρ του πρώτου. Αλλά, όχι, δεν είμαι υποχρεωμένη να σε προσκυνάω σαν έναν μικρό, αλαζονικό, απίστευτα εγωπαθή θεό που κρατά για τον εαυτό του το αποκλειστικό προνόμιο της αέναης αναγέννησης, αφήνοντας στους πιστούς του την κατάρα της φθοράς. Αγαπητέ χρόνε, μισητέ σύντροφε της ζωής, κόβω τις σχέσεις μου μαζί σου. Αρνούμαι να μετριέμαι με τα επινοημένα μέτρα σου.

(Ανεβαίνει πάνω στην καρέκλα. Κατεβάζει το ρολόι. Αφαιρεί το γυάλινο κάλυμμα. Βάζει το δάκτυλο μπροστά στο δευτερολεπτοδείκτη, που πάλλεται ανεπαίσθητα, αδύναμος να προχωρήσει).

…Για ποιο λόγο πρέπει να μετράω την αντίστροφη μέτρησή μου; Για ποιο λόγο ΕΣΥ πρέπει να μου την υπενθυμίζεις κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε μέρα, κάθε ώρα και λεπτό, με όλες τις βασανιστικές μορφές που έχει εφεύρει η μαζοχιστική ανθρώπινη φαντασία; Με τη χρονολόγηση της ιστορίας (σε ολυμπιάδες, σε χρόνους προ και μετά Χριστόν, σε έτη Μεδίνας, τι σημασία έχει;) Με τα ημερολόγια που πάνω τους διαγράφουμε κάθε μέρα που αφαιρούμε από τις ζωές μας (παλιότερα απλώς τα έσκιζα και για παρηγοριά διάβαζα κάθε ανόητο θυμοσοφικό τετράστιχο)… Με τους λεπτοδείκτες του ρολογιού να μετακινούνται ασταμάτητα και πάντα δεξιόστροφα (ευτυχώς, έχουν γίνει πια σχεδόν αθόρυβα, παλιότερα έπρεπε ν’ ακούω μεσ’ στην νύχτα στην εκείνο το αμείλικτο «τικ-τακ». Σαν να σου ψιθυρίζει κάποιος στο αυτί: «ο χρόνος που σας απομένει είναι 2 δισεκατομμύρια, 115 εκατομμύρια, διακόσιες τριανταπέντε χιλιάδες δευτερόλεπτα». Κι αυτά με βάση το καλό σενάριο).

Λοιπόν, είναι παράδοξο αυτό που έχει συμβεί ανάμεσα σε μας και σε ΣΕΝΑ. Θα ήθελα να ξεκαθαρίσουμε μια για πάντα τους λογαριασμούς μας μαζί σου. Τουλάχιστον να ξεκαθαρίσω ΕΓΩ τους δικούς μου λογαριασμούς μαζί σου. Αλλ’ αυτό μπορεί να γίνει μόνο σαν μια σύμβαση συλλογική. Επτά δισεκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα, συμφιλιωμένα με την ιδέα της θνητότητάς μας, να σταματήσουμε να ΣΕ μετράμε, να σταματήσουμε ν’ αλλάζουμε χρόνο, μήνα, μέρα, να αρκεστούμε απλώς στην εναλλαγή των εποχών (και στην αλλαγή της εποχής) και να είμαστε έτοιμοι να υποστούμε τις παρενέργειες αυτής της μικρής α-χρονικής επανάστασης: άνθρωποι χωρίς ηλικία, συναλλαγές χωρίς ημερομηνία, χρηματιστήρια χωρίς ωράρια λειτουργίας, αξίες χωρίς περίοδο πραγματοποίησης, υπεραξίες χωρίς χρόνο υλοποίησης, προϊόντα χωρίς ημερομηνία λήξης. Τι απίστευτο, παραγωγικό χάος! Προφανώς, δεν είμαστε έτοιμοι σαν είδος να αντέξουμε τόση ελευθερία από τους ελάχιστους καταναγκασμούς. Είναι αδύνατο πια να αρκεστούμε στο αδιάκοπο «τικ-τακ» του βιολογικού μας, αλάνθαστου ρολογιού.

(Τώρα, λυγίζει τον λεπτοδείκτη και τον δείκτη της ώρας σε ορθές γωνίες. Ξεριζώνει με ευκολία το δευτερολεπτοδείκτη από τον άξονα- ακούγεται ο ανεπαίσθητος μεταλλικός θόρυβος της πτώσης του στο πάτωμα).

…Σε έχουμε εφεύρει, δεν είσαι παρά μια ανύπαρκτη κατάσταση, η μόνη σου διάσταση είναι αυτή της ταχύτητας με την οποία διασχίζουν τα φωτόνια το σύμπαν. Ακόμη κι αν δεν την μετρούσαμε Κι εμάς δεν μας αρκούσε το ασύλληπτο, το θεωρητικά αφηρημένο, φροντίσαμε να σου δώσουμε σάρκα και οστά, να σε σπιτώσουμε μέσα σε μετρήσιμες διαστάσεις, δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες για να ‘ναι αμετάκλητη η αίσθηση της πορείας μας προς το προδιαγεγραμμένο τέλος. Κι ακόμη χειρότερα: το γιορτάζουμε κι όλας! Με δισεκατομμύρια κινέζικα λαμπιόνια να φωτίζουν το υπαρξιακό μας έρεβος, με δισεκατομμύρια νότες σε άπειρους συνδυασμούς να νανουρίζουν το δέος μας, με σκιώδεις, άχαρες θεότητες να μας απαγορεύουν χαιρέκακα την απόλαυση της στιγμής και να μας θυσιάζουν αφειδώς στην δική τους αιωνιότητα…Τι βλακεία!

«Ο χρόνος είναι χρήμα»…Ναι, αλλά στην κυριολεξία. Ο χρόνος είναι αποδοτικός για τους ωρολογοποιούς. Για τους κατασκευαστές ημερολογίων. Για τους διασκεδαστές της τεράστιας παράτας. Ισως και για τους τραπεζίτες. «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός»….Σαν λαϊκός τραγουδιστής πάνω στην πίστα, με τα πλήθη των αγνώστων να συνεορτάζουν το νέο έτος σαν αδέλφια. Σαν τηλεοπτική διαφήμιση του νέου εορτοδανείου. Ιδού το νέο έτος καταφτάνει σαν ξαναμμένος τηλεοπτικός παρουσιαστής, σαν χορεύτρια χορού της κοιλιάς, σαν δήμαρχος πάνω στην εξέδρα της πλατείας με τους συνωθούμενους χειροκροτητές να μετρούν αντίστροφα: «Δέκα, εννέα, οκτώ, επτά, έξι….» Μηδέν. Πυροτεχνήματα, μεγάφωνα στη διαπασών, μιξοφρυξολύδιοι ρυθμοί σε χιπ-χοπ μεταγραφή. Επειτα, μηδέν. Τελικά μόνο το μηδέν μένει. Είμαι υποχρεωμένη να γιορτάσω κι εγώ γι’ αυτό το μηδέν;»

(Τα χέρια της τώρα κινούνται βίαια, σπασμωδικά. Το ρολόι έχει απομείνει χωρίς δείκτες. Ξηλώνει με μανία το γυάλινο κάλυμμα- πέφτει στο πάτωμα και θρυμματίζεται. Βγάζει τον άψυχο, χωρίς μπαταρία μηχανισμό- τον πατάει με το παπούτσι της. Υστερα κάθεται πάλι μπροστά στον ραγισμένο καθρέφτη- το πρόσωπό της πάλι χωρισμένο σε δύο ασύμμετρα κομμάτια. Κτυπά το κινητό της. «Είναι δώδεκα παρά πέντε, ακόμη δεν είσαι έτοιμη; Κατέβα!» ακούγεται από την άλλη άκρη της γραμμής).

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Η μέρα που έχασα το χρώμα μου

Για όσους ενδεχομένως βαριούνται να διαβάσουν μέχρι τέλους το παρόν πόνημα-Σαββατοκύριακο γαρ, δεν σας αξίζουν σχοινοτενείς αναγνωστικές καταπονήσεις- λύνω εξ αρχής το γρίφο του τίτλου. Η μέρα που έχασα το χρώμα μου είναι η σημερινή. Μέχρι πριν ένα μήνα ήμουν σομόν. Από σήμερα είμαι λευκός.

Ο αποχρωματισμός μου δεν είναι αποτέλεσμα εμβάπτισης σε χλωρίνη ή άλλο λευκαντικό, αλλά προϊόν μιας μετακόμισης. Η στήλη αυτή, που από σήμερα τίθεται στην κρίση σας, φιλοξενείτο μέχρι προ εβδομάδων, κάθε Κυριακή για μερικά χρόνια στο σομόν οικονομικό ένθετο εγκρίτου λευκής εφημερίδας. Από σήμερα στεγάζεται στο λευκό οικονομικό ένθετο της ανα χείρας σομόν εφημερίδας. Λευκό-σομόν, σομόν –λευκό. Θεωρείστε, λοιπόν, αυτό το κείμενο ένα είδος συστατικής επιστολής. Χρωματιστής.

Πολύ θα γούσταρα, βέβαια, αυτή η μεταγραφή να γίνει με όρους τηλεοπτικού σταρ σύστεμ ή ποδοσφαιρικού παζαριού – «ο Κίμπι στον Κόσμο του Επενδυτή!», «χορός εκατομμυρίων για το συμβόλαιο του Ελεύθερου Σκοπευτή!», να μερικοί τίτλοι που θα μπορούσαν να τονώσουν το ναρκισσισμό μου- αλλά δυστυχώς δεν έχω στόφα φίρμας λαϊκής (πόσο σ’ έχω πικράνει, μητέρα..). Και –ευτυχώς- ο κόσμος των εφημερίδων παραμένει ακόμη μια όαση μισθωτών σκλάβων που διασώζουν τη χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας (σ’ ένα βαθμό. Μη λέμε κι υπερβολές). Αλλά η μετακόμιση έγινε με τον ταπεινό κι αθόρυβο τρόπο που μετακομίζει κάθε μικροαστικό ή προλεταριακό νοικοκυριό (πού να βάλουμε το τραπέζι; Πού θα μπούν τα κρεββάτια; Θα βάψουμε; - Ναι, όλο λευκό για να φωτίσει ο χώρος. Ασήμαντες ανησυχίες που δεν σας αφορούν ως αναγνώστες- εκτός αν έτυχε να μετακομίσετε κι εσείς αυτή την περίοδο. Αλλά sic transit Gloria mundi. Με ασήμαντες μετακομίσεις, μετακινήσεις, μεταναστεύσεις. Η σημασία φωλιάζει στα ανύποπτα).

Λευκός, λοιπόν, πλέον και ουχί σομόν, αναρωτιέμαι από πού προήλθε αυτός ο χρωματικός κώδικας που ορίζει το σομόν ως χρώμα της οικονομίας και το λευκό ως χρώμα της πολιτικής. Μια σύμβαση ξενέρωτης αγγλοσαξωνικής έμπνευσης είναι, που δεν υπάρχει λόγος να τηρηθεί ως ευαγγέλιο. Εξ ού και έχω κάθε λόγο να συγχαρώ αυτή την εφημερίδα που ανατρέπει αυτή τη χρωματική παράδοση για τη σχέση πολιτικής και οικονομίας. Κι ας κινδυνεύω να κατηγορηθώ για κραχτό γλείψιμο διεύθυνσης και ιδιοκτησίας, πριν καλά-καλά διαβώ το κατώφλι της εφημερίδας. (Με το δεξί ή τ’ αριστερό; Εγώ πάντα με τ’ αριστερό κάνω ποδαρικά κι εγκαίνια, για λόγους ιδεοληψίας. Σ’ ευχαριστώ, ω εταιρεία).

Για να διασκεδάσω τυχόν δυσμενείς εντυπώσεις, θα πρότεινα μιαν ακόμη πιο ριζοσπαστική ανατροπή στους χρωματικούς κώδικες της ενημέρωσης και δη της οικονομικής. Αν θέλουμε να είμαστε συνεπέστεροι προς τη σύντομη ιστορία του καπιταλισμού, το χρώμα που του ταιριάζει περισσότερο είναι το πράσινο. Τα οικονομικά ένθετα –και τα έκθετα- των εφημερίδων θα έπρεπε να βαφτούν όλα πράσινα (προς το βεραμάν ή το λαχανί, για να διαβάζονται στοιχειωδώς) μιας και η διεθνής οικονομία, εδώ και πολλές δεκαετίες είναι κυρίως δολαριακή. Μπορεί το ευρώ ν’ αυτοκτονήσει απ’ αυτή τη διαπίστωση (κοινό μυστικό), αλλά- τι να κάνουμε; Πρώτον, δεν έχει ένα σταθερό χρώμα, όλη την ίριδα άδειασαν στα χαρτονομίσματά του, και δεύτερον, δεν έχει και τίποτε άλλο σταθερό να επιδείξει. Είναι η ασταθέστερη σταθερά του ευρω-συνονθυλεύματος που θα την πληρώνει ακριβά – σε επιτόκια- ο μέσος ευρωπαίος για την επόμενη διετία.

Εξ άλλου- τι άλλη χρεία μαρτύρων έχουμε για το φαιοπράσινο χρώμα της διεθνούς οικονομίας; - ακόμη κι η Χεζμπολά με δολάρια γλεντάει το χουνέρι που επεφύλαξε στο Ισραήλ και στους Αμερικανούς. Με δολάρια αγόραζε τους «Κατιούσα» που κατά εκατοντάδες εκτόξευσε στο Τελ Αβίβ. Με δολάρια κάνει και τώρα την επινίκια κοινωνική της πολιτική υπέρ των αστέγων Λιβανέζων.

Το πράσινο λοιπόν ταιριάζει στον πολιτισμό της αγοράς- άρα και στην ενημέρωσή της, ωστόσο αυτή η διαπίστωση δεν είναι και πρόταση προς την εφημερίδα να μπογιατίσουμε λαχανί-φυτρί τις οικονομικές σελίδες. Καθότι το πράσινο είναι πολλαπλά λεηλατημένο από αλλότριες δυνάμεις. Πρώτον, από την εγχώρια σοσιαλδημοκρατία που το 1981 μας είχε φέρει περίπου στα πρόθυρα σοσιαλιστικής επανάστασης (πέρασε και δεν κόλλησε) και για την επόμενη εικοσαετία μας υπέβαλε σε γερές, πλην μιθριδατικές, δόσεις φιλελεύθερης προσαρμογής. Απ’ ότι βλέπω ο ο ήλιος ο πράσινος έχει χάσει μεν το χρώμα του, αλλά δεν έχει βρει νέο. Παίζει μεταξύ σομόν, πορτοκαλί, γαλάζιου- δεν ξέρω έχω μια σύγχυση. Δεύτερον, το πράσινο έχει εδώ και δεκαετίες υιοθετηθεί από τους χαρωπούς οικολόγους ως χρώμα τους, αλλά δεν αντιλαμβάνομαι πια τους λόγους. Ποιος είπε ότι το δάσος είναι ντε και καλά πράσινο; Το μαύρο- γκρι αρζάν της Κασσάνδρας, της Μάνης και των λοιπών μνημείων του real estate τι είναι;

Μια και ο λόγος περί μαύρου, το μαύρο είναι μια εναλλακτική λύση ως ταιριαστή απόχρωση της οικονομίας της αγοράς. Η οποία τυγχάνει από τις αρχές του 20ου αιώνα μια κατ’ εξοχήν πετρελαϊκή οικονομία. Εμένα δεν θα με χάλαγε ένα μαύρο οικονομικό ένθετο, ενδεχομένως να βοηθούσε να ξεπεράσω τους αναγνωστικούς φραγμούς της προϊούσης πρεσβυωπίας. Αλλά μαύρο χαρτί; Λερώνει πολύ- θα μετέτρεπε σε χρηματιστηριακά προϊόντα εκτός από το μελάνι τα σαπούνια και λοιπά προϊόντα καθαρισμού. Τη λύση του χρυσού – επιστροφή στις σταθερές, παραδοσιακές αξίες- δεν τη συζητώ ως μάλλον ακριβή και αισθητικά πολύ μπαρόκ.

Ατέλειωτη είναι η παλέτα, αλλά ας μείνουμε στα βασικά χρώματα. Το μπλε απορρίπτεται εξ ορισμού- αρκετό έχουμε γύρω μας, πάνω μας (Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!) και στην αβέβαιη εθνική μας ταυτότητα. Αρκετό και στην γαλάζια διακυβέρνηση της χώρας. Το κόκκινο, δεν τολμώ να το προτείνω- «η σημαία της λογικής κόκκινη είναι», θα ‘λεγε ο Μπρεχτ, «το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο», έλεγαν κι οι «Μάηδες», προσυπογράφω μεν γιατί χρειάζεται μια γερή δόση ορθολογισμού ο ανορθολογισμός της αγοράς. Αλλά, δυστυχώς, το κόκκινο είναι το κατ’ εξοχήν συκοφαντημένο χρώμα. Ας το αφήσουμε ήσυχο μερικά χρόνια για να ξεχάσει.

Απομένει το λευκό. Κάποιοι θα ήθελαν να το συνδέσουν με τη λευκότητα της αγοράς, την αθωότητα του κέρδους, την ιερότητα του ελεύθερου ανταγωνισμού, την παρθενία των κανόνων του καπιταλισμού. Συνήθως, πρόκειται γι’ αυτούς που σπάνε άγαρμπα αυτή την παρθενιά και μάλιστα ως κοινοί βιαστές. Εγώ θα έδινα άλλη ερμηνεία στην λευκότητα ενός οικονομικού ενθέτου και στη σομόν απόχρωση του πολιτικού εκθέτου. Ας υποθέσουμε ότι είναι μια άλλη αντίληψη για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής, λιγότερο υποταγμένη στους δογματισμούς της αγοράς, πιο καχύποπτη απέναντι στη δύσπεπτη πρόοδο και την αχώνευτη ανάπτυξη. Χωρίς ψευδαισθήσεις για αποστείρωση της οικονομίας από τα πολιτικά μικροβία και με την μόνη ρεαλιστική προσέγγιση: ότι η πολιτική, όπως και ο έρωτας, περνά απ’ το στομάχι. Αλλων το στομάχι είναι αδηφάγο, κι άλλων χορτάτο με ταπεινά πινάκια φακής. Να γιατί ούτε το τέλος της ιστορίας επήλθε ούτε της πάλης των τάξεων- κι ο Φουκουγιάμα γαργάρα την έκανε τη φανφάρα του- κι αυτό πρέπει να χωνέψουν καλά και η οικονομία και η πολιτική, και οι σομόν και λευκές αποχρώσεις τους.

Ετσι θα πορευτεί αυτή η στήλη και η «θυγατρική» της, με λοξές ματιές στην οικονομική ορθοδοξία και την πολιτική ανορθοδοξία. Δεν ξέρω πόσο σαφής ήταν αυτή η φλύαρη συστατική επιστολή για όσους άντεξαν να τη διαβάσουν μέχρι τέλους- δεν έχει και καύσωνα σήμερα. Θα φροντίσω να κάνουμε όσο πιο διασκεδαστικές τις αναγνώσεις της πολιτικής οικονομίας- αρκεί οι πολιτικοί και οικονομολόγοι να πάψουν να μας κλέβουν το μεροκάματο με την αβελτηρία τους. Economics- and politics- for pleasure.

ΥΓ Η στήλη δέχεται παρατηρήσεις, ιδέες, κρίσεις και κανονικά βρισίδια στην κατωτέρω ηλεκτρονική διεύθυνση αλλά και απλές, χειροποίητες επιστολές στην διεύθυνση της εφημερίδας. Σε λευκό χαρτί, παρακαλώ.

ΚΙΜΠΙ

Kibi2g@yahoo.gr

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...