Ό,τι κι αν ισχύει, είτε αναζητούμε εξηγήσεις στη μεταφυσική είτε στη φυσική, ένα είναι βέβαιο: το φαινόμενο μάς ξεπερνάει. Τα τεχνολογικά μέσα για τα οποία επαιρόμαστε ως είδος, είτε μιλάμε για την υπεραναπτυγμένη (και πλημμυρισμένη) Βρετανία είτε για την ψευτοαναπτυγμένη (και κατακαμένη) Ελλάδα, αποδεικνύονται πολύ φτωχά για να λύσουν υπέρ μας αυτό το «πολεμικό» επεισόδιο στον πανάρχαιο ανταγωνισμό φύσης και ανθρώπου. Παραδίδουμε στην επόμενη γενιά -στα παιδιά μας, όχι στα εγγόνια μας- μια χώρα κατεστραμμένη, πεθαμένη, πέρα από κάθε υπερβολή. Με κυριότερο σύμμαχο την παροιμιώδη ανικανότητα του κρατικού μηχανισμού και τον αμοραλισμό των πολιτικών ηγεσιών, που η έγνοια τους εξαντλείται στο εκλογικό κόστος της διαχειριστικής τους αδυναμίας, παρακολουθούμε εδώ κι ένα μήνα να καίγεται περίπου το ένα τέταρτο της χώρας. Η φωτιά καταπίνει κάθε καύσιμη ύλη που φυτρώνει στην αφυδατωμένη γη. Η καταστροφή δεν είναι μικρότερη απ’ αυτήν που θα προκαλούσε ένας μακροχρόνιος πόλεμος, ένας εμφύλιος, απλώς είναι διαφορετικός ο τρόπος αποτίμησής της. Δεν έχουμε τους χιλιάδες νεκρούς ενός πολέμου. Αλλά δεν τους έχουμε ΤΩΡΑ. Θα τους έχουμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο μέλλον. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια ετεροχρονισμένη γενοκτονία. Ο ετεροχρονισμός της μας επιτρέπει να συνεχίσουμε τις αμέριμνες διακοπές μας ή την αδιάκοπη αμεριμνησία μας.
Το φαινόμενο μάς ξεπερνάει, αλλά η εξήγησή του δεν είναι άχρηστη. Την ουσιαστικότερη εξήγηση προσωπικά τη βρίσκω σε μιαν εικόνα από τη φωτιά που καίει τη μισή Πελοπόννησο. Συμπυκνώνει την πανάρχαια προβληματική σχέση του είδους μας με το περιβάλλον. Ένα χωριό κάπου στην ορεινή Αχαΐα καίγεται, οι διασώστες φτάνουν για να απεγκλωβίσουν κατοίκους πριν τους καταπιεί η φωτιά. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, κολλημένη στο κατώφλι του σπιτιού της, αδιαφορεί στις εκκλήσεις των διασωστών και, μ’ ένα μείγμα οργής και στωικότητας, λέει: «Πού να πάω μακριά απ’ το σπίτι μου;». Η περιουσία, το βιος! Αυτός ο ακατάλυτος ανθρώπινος δεσμός με την ιδιοκτησία, που για ορισμένους πληρώθηκε με τίμημα τη ζωή τους, αποτελεί την κυριότερη έκφραση του ανελέητου ανταγωνισμού της φύσης με τον ανθρώπινο πολιτισμό εδώ και χιλιετίες. Η εκμετάλλευση της γης αποτελεί μία από τις κυριότερες συνιστώσες του οικονομικού μας πολιτισμού. Σ’ όλες τις εκφράσεις της, από τη νομαδική κτηνοτροφία της προϊστορίας μέχρι το τουριστικό real estate των ημερών μας, εξελίχθηκε σαν ληστρικός πόλεμος, χωρίς κανόνες. Αυτό που κάνει σήμερα η φωτιά στα περικυκλωμένα και διάσπαρτα από οικισμούς και ιδιοκτησίες δάση μέσα σε ελάχιστες ώρες, το προκαλούσαν κάποτε σε βάθος δεκαετιών, αργόσυρτα και ανεπαίσθητα, τα κοπάδια των κτηνοτρόφων. Η πρώτη αποψίλωση της Αττικής από την αρκετά πλούσια χλωρίδα της ανάγεται στους αρχαϊκούς χρόνους. Οι περιγραφές του Ηροδότου και του Παυσανία προκαλούν σοκ στους ανυποψίαστους σημερινούς κατοίκους του λεκανοπεδίου.
Εν ολίγοις, η δασική πυρκαγιά, η καταστροφική αφυδάτωση του εδάφους, η τρομακτική μείωση της βιοποικιλότητας δεν είναι πρωτοφανή φαινόμενα. Αλλά αποκτούν άλλη διάσταση στις συνθήκες της αστικοποίησης της υπαίθρου, της περικύκλωσης των δασών από νησίδες ιδιοκτησίας. Στον ανταγωνισμό φύσης και ιδιοκτησίας μοιάζει πια να έχουν εξαφανιστεί οι ουδέτερες, νεκρές ζώνες, με αποτέλεσμα και η πιο ήπια οικονομική δραστηριότητα δίπλα ή μέσα στα δάση να είναι ένας τεράστιος κίνδυνος.
Αυτός ο πόλεμος φύσης και ιδιοκτησίας, η σχέση λεηλασίας και αντεκδίκησης, έχει φτάσει πια σ’ ένα επικίνδυνο επίπεδο. Χρειαζόμαστε επειγόντως μια ανακωχή, κι ακόμη περισσότερο μια μακρόχρονη συνθήκη ειρήνης, μια μεγάλη περίοδο αποχής από οικονομικές δραστηριότητες που άλλοτε φαίνονταν αθώες ή που προβάλλονται ως όροι επιβίωσης των σύγχρονων κοινωνιών. Κι επειδή η φύση ό,τι ήταν να πει το είπε, η συνθήκη ειρήνης αναγκαστικά θα είναι μια μονομερής πρωτοβουλία. Θα παραδώσουμε τα όπλα στον «εχθρό», αφήνοντάς του ζωτικό χώρο και χρόνο. Πέρα από τα συνταγματικά φληναφήματα του τύπου «άπαξ δάσος, εσαεί δάσος», χρειάζεται ένα μακρόχρονο πλαίσιο περιορισμού της ιδιοκτησίας, στις πιο καταστροφικές εκδηλώσεις της. Μπορεί αυτό να αυξήσει το κόστος κτήσης της, μπορεί να προκαλέσει ευρύτατους αποκλεισμούς κοινωνικών στρωμάτων από τη δυνατότητα κατοχής και εκμετάλλευσης της γης. Αλλά είναι ζήτημα πολιτικό το είδος αποκλεισμών και περιορισμών που θα επιλέξουμε. Κι εδώ που φτάσαμε, στερημένοι τον αέρα που αναπνέουμε, τα διλήμματα είναι πολυτελή και βλακώδη. Η ιδιοκτησία της γης σ’ έναν κόσμο αβίωτο, ουσιαστικά ισοδυναμεί με κατάργησή της για όλους.
Χρειάζεται επίσης να επαναπροσδιορίσουμε τρία πράγματα ακόμη:
Πρώτον, να ξανασκεφτούμε την έννοια της προόδου. Εγκλωβισμένοι στις αξίες της μεγέθυνσης, έχοντας βιάσει ανεπανόρθωτα τη διαλεκτική σχέση ποσότητας και ποιότητας, επιταχύνουμε τα τσουνάμι της καταστροφής. Σε λίγα χρόνια η μακρόχρονη αποχή από αναπτυξιακές δραστηριότητες θα είναι μονόδρομος, έστω κι αν η ανθρώπινη ενοχή στην υπερθέρμανση του πλανήτη είναι μόνο μια επιστημονική εικασία και ζούμε απλώς τις απροσδιόριστες συνέπειες μιας ηλιακής έκρηξης. Η ετήσια αύξηση του ΑΕΠ, για την οποία επαίρεται κάθε υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης, θα είναι μέτρο καταστροφής. Πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι θα χρειαστεί να θέσουμε και στόχους συρρίκνωσης του κοινωνικού πλούτου, στις πιο καταστροφικές εκδηλώσεις του.
Δεύτερον, χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια του συμφέροντος. Του ατομικού, του συλλογικού, του εθνικού και του οικουμενικού. Αν τα επιστημονικά σενάρια για την κλιματική αλλαγή επαληθευτούν, σε μερικές δεκαετίες δεν θα έχει και μεγάλη σημασία αν είσαι ο Μπιλ Γκέιτς, ο Ουόρεν Μπάφετ, ένας άνεργος στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος ή ένας μελλοθάνατος κάτοικος του Νταρφούρ. Η φύση εκδικείται, απονέμοντας «κοινωνική δικαιοσύνη». Οι ιδιωτικοί παράδεισοι δύσκολα θα σώσουν τους κατόχους τους. Δεν προτείνω «ταξική ειρήνη». Αλλά ακόμη και με όρους τυχοδιωκτικού καπιταλισμού να σκεφτεί κανείς, η περιβαλλοντική καταστροφή επιβάλλει τρομακτικούς περιορισμούς στα περιθώρια κέρδους. Τα οργανωμένα, μεγάλα οικονομικά συμφέροντα χρειάζεται να συμβιβαστούν με την ιδέα γενναιόδωρων επενδύσεων στην περιβαλλοντική αποκατάσταση, έστω και για λόγους αυτοσυντήρησης. Ένας κόσμος που αργοπεθαίνει δεν αφήνει περιθώρια για αδιατάρακτους επιχειρηματικούς και οικονομικούς κύκλους.
Τρίτον, χρειάζεται να επανακαθορίσουμε την έννοια του εθνικού κινδύνου. Δαπανήθηκαν δισεκατομμύρια ευρώ στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, δαπανώνται ανάλογα ποσά για πολέμους που δεν έγιναν ποτέ ή για πολέμους που προκαλούνται μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουν τη δαπάνη και να συντηρήσουν την παρασιτική στρατιωτική γραφειοκρατία των αμυντικών συνασπισμών. Η αποδέσμευση πόρων από το «αμυντικό» σκάνδαλο και η διοχέτευσή τους σε προγράμματα περιβαλλοντικής προστασίας είναι στοιχειώδης κίνηση εθνικής αυτοσυντήρησης. Οι στρατόκαβλοι που παθαίνουν αλλεργία στην ιδέα ότι θα θυσιάσουμε ένα F16 για να πάρουμε δέκα πυροσβεστικά αεροπλάνα, είναι πραγματικοί προδότες.
Βεβαίως, όλα αυτά έχουν νόημα υπό τον όρο ότι έχουμε έστω και μια μικρή πιθανότητα να αποτρέψουμε τις καταστροφές που μας απειλούν. Αν η φύση έχει «αποφασίσει» να αφανίσει το πιο καταστρεπτικό είδος που πέρασε από τη Γη, όλα αυτά δεν είναι παρά ανούσια φλυαρία. Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε το τέλος πίνοντας Πίνα Κολάντα (ντεμοντέ, ε;) στην ακτή με τη θάλασσα να μας βρέχει τα ακροδάκτυλα και τον ουρανό να μας ραίνει με τα αποκαΐδια του δάσους.