Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας
τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας
και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα
ήταν μια γερή χαρά, μια πλούσια τάξη
για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους.
Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιον θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα.
Γιώργου Σεφέρη, «Αστυάναξ» («Μυθιστόρημα»)
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", από το 2000 στην Καθημερινή, 2007 - 2014 στον Επενδυτή. Από το 2019 η στήλη έκανε "επανεκκίνηση" στη Εφημερίδα των Συντακτών. Ηταν σαν να βρήκε τον φυσικό της χώρο. Ωστόσο, ο "χώρος" από τις αρχές του 2026 έπαψε να είναι "φυσικός". Η φιλοξενία στην ΕφΣυν διακόπηκε με μια απόλυση. To be continued, με την προσδοκία σύντομα ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ να βρει ξανά... πεδίο βολής.
10/09/2007
03/09/2007
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (1/9/2007)
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Η ζωή της Φωτιάς μάγευε ανέκαθεν τον Ναώχ.
Όπως τα ζώα, χρειάζεται κι αυτή να φάει, τρέφεται με κλωνιά και με ξερά χορτάρια. Μεγαλώνει, κάθε φωτιά γεννιέται από άλλες φωτιές, κάθε φωτιά μπορεί να πεθάνει. (…) Kι απ’ την άλλη αφήνει να την κομματιάσεις επ’ άπειρο, το κάθε κομμάτι μπορεί να ζήσει. Μικραίνει όταν της στερείς από τροφή, γίνεται μικρή σαν μια μέλισσα, σαν μύγα, κι ωστόσο μπορεί να ξαναγεννηθεί πάνω σε ένα χορτάρι, να γίνει πελώρια σαν βάλτος. Είναι και δεν είναι ζώο. Δεν έχει ούτε ποδάρια ούτε κορμί, και ξεπερνάει τις αντιλόπες, δεν έχει φτερά και πετάει μεσ’ στα σύννεφα, δεν έχει στόμα και ξεφυσάει, μουρμουρίζει, μουγκρίζει, δεν έχει χέρια ούτε νύχια κι αδράχνει μια ολόκληρη έκταση. Ο Ναώχ την αγαπούσε, τη σιχαινότανε και τη φοβότανε. Παιδί, τον είχε δαγκάσει μερικές φορές, δεν είχε προτίμηση για κανέναν -έτοιμη να καταβροχθίσει αυτούς που τη συντηρούνε- πιο ύπουλη από ύαινα, πιο άγρια κι από τον πάνθηρα. Μα η παρουσία της είναι κάτι το εξαίσιο, σκορπάει την απονιά της κρύας νύχτας, αναπαύει από την κούραση και κάνει επίφοβη την αδυναμία των ανθρώπων.
Ζοζέφ Ρονύ, «Ο πόλεμος της φωτιάς»
Η ζωή της Φωτιάς μάγευε ανέκαθεν τον Ναώχ.
Όπως τα ζώα, χρειάζεται κι αυτή να φάει, τρέφεται με κλωνιά και με ξερά χορτάρια. Μεγαλώνει, κάθε φωτιά γεννιέται από άλλες φωτιές, κάθε φωτιά μπορεί να πεθάνει. (…) Kι απ’ την άλλη αφήνει να την κομματιάσεις επ’ άπειρο, το κάθε κομμάτι μπορεί να ζήσει. Μικραίνει όταν της στερείς από τροφή, γίνεται μικρή σαν μια μέλισσα, σαν μύγα, κι ωστόσο μπορεί να ξαναγεννηθεί πάνω σε ένα χορτάρι, να γίνει πελώρια σαν βάλτος. Είναι και δεν είναι ζώο. Δεν έχει ούτε ποδάρια ούτε κορμί, και ξεπερνάει τις αντιλόπες, δεν έχει φτερά και πετάει μεσ’ στα σύννεφα, δεν έχει στόμα και ξεφυσάει, μουρμουρίζει, μουγκρίζει, δεν έχει χέρια ούτε νύχια κι αδράχνει μια ολόκληρη έκταση. Ο Ναώχ την αγαπούσε, τη σιχαινότανε και τη φοβότανε. Παιδί, τον είχε δαγκάσει μερικές φορές, δεν είχε προτίμηση για κανέναν -έτοιμη να καταβροχθίσει αυτούς που τη συντηρούνε- πιο ύπουλη από ύαινα, πιο άγρια κι από τον πάνθηρα. Μα η παρουσία της είναι κάτι το εξαίσιο, σκορπάει την απονιά της κρύας νύχτας, αναπαύει από την κούραση και κάνει επίφοβη την αδυναμία των ανθρώπων.
Ζοζέφ Ρονύ, «Ο πόλεμος της φωτιάς»
Η αυτο- απο(σο)δόμηση του κράτους (1/9/2007)
Έπιασα τον εαυτό μου να συμπεριφέρεται σαν «τζάνκι». Έκανα ζάπινγκ μανιωδώς. Από την τηλεόραση στο ραδιόφωνο, από το ένα κανάλι στο άλλο, από την Αρεόπολη, στη Ζαχάρω, από τον Ταΰγετο στον Πάρνωνα, από την Ηλεία στην Εύβοια, από τις κραυγές αγωνίας στις φωνές οργής, από την απελπισία στον θυμό, από τους νεκρούς ανθρώπους στη νεκρή φύση. Δεν έχουμε ζήσει πόλεμο ως γενιά, κι ελάχιστες φορές, ίσως ποτέ, είχαμε την εμπειρία μιας καταστροφής που να εκτυλιχθεί μπροστά μας, έστω και με τη διαμεσολάβηση μιας τηλεοπτικής κάμερας, έστω και μέσα από τους παραμορφωτικούς καθρέφτες πανικόβλητων ρεπόρτερ, επίδοξων πολεμικών ανταποκριτών ή αυτοηρωποιούμενων τηλεαστέρων.
Εν αρχή ην ο φόβος. Η φρίκη μπροστά στην υποκατάσταση, η παράλυση που προκαλεί η σκέψη ότι μπορεί να συμβεί και σ’ εσένα, να χρειαστεί να προστατέψεις με το σώμα σου το παιδί σου, πριν οι φλόγες σε θερμοκρασία 1.000 βαθμών παγώσουν την οδύνη του τέλους. Ύστερα έρχεται η μαζική κατάθλιψη, η ιδέα ότι είμαστε απροστάτευτοι απέναντι σε φαινόμενα που μας ξεπερνούν, ακριβώς όπως οι πρωταγωνιστές του Γουέλς στον «Πόλεμο των κόσμων», που δέχονταν επίθεση από έναν εχθρό εξωγήινο, αόρατο αρχικά και ακατανίκητο. Η σκέψη επεκτείνεται στο μέλλον – με την απόσταση ασφαλείας που σε χωρίζει, προς το παρόν, από την καταστροφή, φαντάζεσαι τον εαυτό σου να διασχίζει με την ταχύτητα του «στρατηγού ανέμου» το φαιό τοπίο και να λες στο παιδί σου «εδώ ήταν κάποτε εθνικός δρυμός». Και αναρωτιέσαι «σε τι κόσμο φέρνουμε τα παιδιά μας». Το οικολογικό ολοκαύτωμα εξελίσσεται σε υπαρξιακό.
Ύστερα, έρχεται η επίκληση του κράτους. Η σκέψη ότι στον αποκρουστικό και αναπόφευκτο (;) Λεβιάθαν έχουμε εκχωρήσει τόσο πολύ από το εισόδημά μας, τόσες πολλές από τις ελευθερίες μας, τόση πολλή από τη συλλογική ισχύ μας, που δεν δικαιούται να παρακολουθεί με αβουλία και αμηχανία την καταστροφή. Ο όλεθρος της Πελοποννήσου και της Εύβοιας ήταν από τις ελάχιστες ευκαιρίες του κρατικού Λεβιάθαν να αποδείξει ότι είναι χρήσιμος, ότι αποτελεί το αναγκαίο κακό.
Έχουμε την πιο απτή απόδειξη ότι ισχύει το αντίθετο. Δικαίως, η υπουργός Εξωτερικών ανησύχησε για τη συντελούμενη αποδόμηση του κράτους στο ολοκαύτωμα του Αυγούστου. Ακόμη κι αν ίσχυε το ευφάνταστο μακαρθικό σενάριό της για τους «εσωτερικούς εχθρούς» που απεργάζονται την αποδόμηση του κράτους, επεκτείνοντας τα εμπρηστικά τους χάπενινγκ από το Σύνταγμα στις κορυφές των βουνών, αυτό θα αποτελούσε μια τραγική επιβεβαίωση της αχρηστίας του κράτους. Αν δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του απέναντι σε μερικές εκατοντάδες θερμόαιμων (που, κατά κανόνα, έχουν μεγαλύτερη οικολογική ευαισθησία από το ίδιο το κράτος), πώς θα μας υπερασπιστεί απέναντι στις επιβουλές υπαρκτών εχθρών και κακόβουλων συμμάχων;
Στην πραγματικότητα, το κράτος, στο παρανάλωμα του Αυγούστου, αυτο-αποδομήθηκε. Θα μπορούσα να πω ότι αυτο-σοδομήθηκε ακροβατικά, με τρόπο που θα ζήλευε κι ο πιο αρρωστημένος σκηνοθέτης πορνοταινίας. Το κράτος και όλοι οι μόνιμοι πολιτικοί του τρόφιμοι διέρρηξαν τον πυρήνα της ελάχιστης εμπιστοσύνης που συνέδεε τον Λεβιάθαν με τους πολίτες. Έχει μεσολαβήσει μια δεκαετία πλανητικής συσσώρευσης πόρων στο περίφημο πεδίο της ασφάλειας (κι αυτή βρίσκεται πράγματι στον πυρήνα αυτής τής κατά συνθήκη εμπιστοσύνης στο κράτος) εν ονόματι της τρομοκρατίας, των ασύμμετρων απειλών κι όλων των θεωριών συνωμοσίας που συντηρούν τον μύθο της κρατικής παντοδυναμίας. Ποτέ άλλοτε δεν δαπανήθηκαν τόσα χρήματα στην εθνική και διεθνή ασφάλεια. Και ποτέ άλλοτε δεν αποδείχθηκαν τόσο άχρηστα, πεταμένα στα σκουπίδια. Το σιδερόφραχτο κράτος αποδείχθηκε ανίκανο να σώσει τους πολίτες της υπερδύναμης στη Νέα Ορλεάνη απέναντι στην οργή του τυφώνα «Κατρίνα». Αποδείχθηκε ανίκανο να προστατεύσει τους ανθρώπους και το περιβάλλον τους στην περίπτωση του μένους της φωτιάς στην Πελοπόννησο, την Εύβοια και σε όλες τις δυστυχείς περιοχές της γραφικής μας Μπανανίας.
Πώς αντιδρούν το κράτος και οι πολιτικοί του τρόφιμοι σ’ αυτή την εκκωφαντική αποδόμηση του μύθου τους; Με την πιο εκτεταμένη επιχείρηση εξαγοράς του πόνου και της οργής των πληγέντων. Όσο κι αν είναι αναγκαία και αναπόφευκτη αυτή η μαζική εκστρατεία ανακούφισης των πυροπαθών, όσο κι αν είναι αναγκαίος αυτός ο πακτωλός πόρων για να επιβιώσουν οι άνθρωποι, ενταγμένος στην προεκλογική πλοκή είναι αδύνατο να αποτινάξει από πάνω του τη σφραγίδα της ανοικτής εξαγοράς. Πόσο κοστίζει μια ζωή; Μια σύνταξη. Πόσο κοστίζει η επιβίωση; Δεκατρία χιλιάρικα. Πόσο πάει η αποκατάσταση ενός νοικοκυριού; Μια επιδότηση, ένα άτοκο δάνειο, μια διαγραφή χρεών. Όλα έχουν την τιμή τους, στην price list του κράτους, που ξεπερνά σε γενναιοδωρία τον Σκρουτζ, μετά τη νύχτα των φαντασμάτων. Αλλά δεν είναι μια χειρονομία μεταμέλειας. Είναι μια κίνηση αυτοσυντήρησης, σε μία από τις μεγαλύτερες απειλές που αντιμετώπισε στη μεταπολεμική του ιστορία. Την απειλή της τελικής του απογύμνωσης. Είναι τόσος ο πανικός του Λεβιάθαν, που προτιμά να αυτο-ακρωτηριαστεί, να καταργήσει έναν ολόκληρο στρατό γραφειοκρατών, προκειμένου να φτάσει πιο γρήγορα στους αποδέκτες το τίμημα της εξαγοράς. Αν πάντα το κράτος λειτουργούσε με τις διαδικασίες-εξπρές που επέβαλε (ερήμην του νόμου) ο πρωθυπουργός για τους πυροπαθείς, περίπου τα δύο τρίτα των κρατικών υπαλλήλων θα έπρεπε να ψάχνουν για δουλειά. Αλλά, μην ανησυχείτε, η ανακούφιση είναι προσωρινή, η ταλαιπωρία μόνιμη.
Ενδεχομένως, να φαντάζει σχιζοφρενική αντίφαση αυτή η πολεμική φλυαρία κατά του κράτους από κάποιον, όπως ο υπογράφων, που κατά καιρούς έχει υπερασπιστεί τον «κρατισμό» απέναντι στην παντοδυναμία της «αγοράς». Αλλά η σχιζοφρένεια -αυτοκαθησυχάζομαι- δεν αφορά εμένα. Αφορά το κράτος και τον τρόπο που διαρκώς αυτοαναιρείται. Για χρόνια, οι ρέκτες του φιλελευθερισμού μαδούσαν σαν μαργαρίτα τα φύλλα, τα κλαδιά, τις ρίζες του κράτους, εν ονόματι της αποκρατικοποίησης. Το συκοφάντησαν ως ρίζα κάθε κακού, υποσχέθηκαν τη συρρίκνωσή του μέχρι ανυπαρξίας. Εμπέδωσαν σε μια μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας ότι δεν έχει λόγο να τροφοδοτεί τον πολυδάπανο, δυσκίνητο, άχρηστο μηχανισμό και μεθόδευσαν τον κατακερματισμό του και την εκποίησή του σε τεύχη. Τώρα, υπερασπίζονται το άχρηστο και επικίνδυνο κράτος με πάθος, μεθοδεύουν τη διόγκωσή του μέχρι σκασμού, το θέτουν στην υπηρεσία κάθε ατομικής ανάγκης και επιθυμίας. Το κράτος θα μας φτιάχνει τα σπίτια, θα μας αγοράζει την οικοσκευή, θα οργώνει τα χωράφια μας, θα ταΐζει τα ζώα μας, κάθε φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με την καταστροφή. Το κράτος της πελατείας αναγεννάται ως φοίνιξ εκ της τέφρας του. Αλλά οι περισσότεροι, καχύποπτοι πια, το περιμένουν με το δίκαννο, πριν γίνει Στυμφαλίδα Όρνιθα και τους κατασπαράξει πάλι. Αυτά πρέπει να τα σκοτώνεις από μικρά…
Εν αρχή ην ο φόβος. Η φρίκη μπροστά στην υποκατάσταση, η παράλυση που προκαλεί η σκέψη ότι μπορεί να συμβεί και σ’ εσένα, να χρειαστεί να προστατέψεις με το σώμα σου το παιδί σου, πριν οι φλόγες σε θερμοκρασία 1.000 βαθμών παγώσουν την οδύνη του τέλους. Ύστερα έρχεται η μαζική κατάθλιψη, η ιδέα ότι είμαστε απροστάτευτοι απέναντι σε φαινόμενα που μας ξεπερνούν, ακριβώς όπως οι πρωταγωνιστές του Γουέλς στον «Πόλεμο των κόσμων», που δέχονταν επίθεση από έναν εχθρό εξωγήινο, αόρατο αρχικά και ακατανίκητο. Η σκέψη επεκτείνεται στο μέλλον – με την απόσταση ασφαλείας που σε χωρίζει, προς το παρόν, από την καταστροφή, φαντάζεσαι τον εαυτό σου να διασχίζει με την ταχύτητα του «στρατηγού ανέμου» το φαιό τοπίο και να λες στο παιδί σου «εδώ ήταν κάποτε εθνικός δρυμός». Και αναρωτιέσαι «σε τι κόσμο φέρνουμε τα παιδιά μας». Το οικολογικό ολοκαύτωμα εξελίσσεται σε υπαρξιακό.
Ύστερα, έρχεται η επίκληση του κράτους. Η σκέψη ότι στον αποκρουστικό και αναπόφευκτο (;) Λεβιάθαν έχουμε εκχωρήσει τόσο πολύ από το εισόδημά μας, τόσες πολλές από τις ελευθερίες μας, τόση πολλή από τη συλλογική ισχύ μας, που δεν δικαιούται να παρακολουθεί με αβουλία και αμηχανία την καταστροφή. Ο όλεθρος της Πελοποννήσου και της Εύβοιας ήταν από τις ελάχιστες ευκαιρίες του κρατικού Λεβιάθαν να αποδείξει ότι είναι χρήσιμος, ότι αποτελεί το αναγκαίο κακό.
Έχουμε την πιο απτή απόδειξη ότι ισχύει το αντίθετο. Δικαίως, η υπουργός Εξωτερικών ανησύχησε για τη συντελούμενη αποδόμηση του κράτους στο ολοκαύτωμα του Αυγούστου. Ακόμη κι αν ίσχυε το ευφάνταστο μακαρθικό σενάριό της για τους «εσωτερικούς εχθρούς» που απεργάζονται την αποδόμηση του κράτους, επεκτείνοντας τα εμπρηστικά τους χάπενινγκ από το Σύνταγμα στις κορυφές των βουνών, αυτό θα αποτελούσε μια τραγική επιβεβαίωση της αχρηστίας του κράτους. Αν δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του απέναντι σε μερικές εκατοντάδες θερμόαιμων (που, κατά κανόνα, έχουν μεγαλύτερη οικολογική ευαισθησία από το ίδιο το κράτος), πώς θα μας υπερασπιστεί απέναντι στις επιβουλές υπαρκτών εχθρών και κακόβουλων συμμάχων;
Στην πραγματικότητα, το κράτος, στο παρανάλωμα του Αυγούστου, αυτο-αποδομήθηκε. Θα μπορούσα να πω ότι αυτο-σοδομήθηκε ακροβατικά, με τρόπο που θα ζήλευε κι ο πιο αρρωστημένος σκηνοθέτης πορνοταινίας. Το κράτος και όλοι οι μόνιμοι πολιτικοί του τρόφιμοι διέρρηξαν τον πυρήνα της ελάχιστης εμπιστοσύνης που συνέδεε τον Λεβιάθαν με τους πολίτες. Έχει μεσολαβήσει μια δεκαετία πλανητικής συσσώρευσης πόρων στο περίφημο πεδίο της ασφάλειας (κι αυτή βρίσκεται πράγματι στον πυρήνα αυτής τής κατά συνθήκη εμπιστοσύνης στο κράτος) εν ονόματι της τρομοκρατίας, των ασύμμετρων απειλών κι όλων των θεωριών συνωμοσίας που συντηρούν τον μύθο της κρατικής παντοδυναμίας. Ποτέ άλλοτε δεν δαπανήθηκαν τόσα χρήματα στην εθνική και διεθνή ασφάλεια. Και ποτέ άλλοτε δεν αποδείχθηκαν τόσο άχρηστα, πεταμένα στα σκουπίδια. Το σιδερόφραχτο κράτος αποδείχθηκε ανίκανο να σώσει τους πολίτες της υπερδύναμης στη Νέα Ορλεάνη απέναντι στην οργή του τυφώνα «Κατρίνα». Αποδείχθηκε ανίκανο να προστατεύσει τους ανθρώπους και το περιβάλλον τους στην περίπτωση του μένους της φωτιάς στην Πελοπόννησο, την Εύβοια και σε όλες τις δυστυχείς περιοχές της γραφικής μας Μπανανίας.
Πώς αντιδρούν το κράτος και οι πολιτικοί του τρόφιμοι σ’ αυτή την εκκωφαντική αποδόμηση του μύθου τους; Με την πιο εκτεταμένη επιχείρηση εξαγοράς του πόνου και της οργής των πληγέντων. Όσο κι αν είναι αναγκαία και αναπόφευκτη αυτή η μαζική εκστρατεία ανακούφισης των πυροπαθών, όσο κι αν είναι αναγκαίος αυτός ο πακτωλός πόρων για να επιβιώσουν οι άνθρωποι, ενταγμένος στην προεκλογική πλοκή είναι αδύνατο να αποτινάξει από πάνω του τη σφραγίδα της ανοικτής εξαγοράς. Πόσο κοστίζει μια ζωή; Μια σύνταξη. Πόσο κοστίζει η επιβίωση; Δεκατρία χιλιάρικα. Πόσο πάει η αποκατάσταση ενός νοικοκυριού; Μια επιδότηση, ένα άτοκο δάνειο, μια διαγραφή χρεών. Όλα έχουν την τιμή τους, στην price list του κράτους, που ξεπερνά σε γενναιοδωρία τον Σκρουτζ, μετά τη νύχτα των φαντασμάτων. Αλλά δεν είναι μια χειρονομία μεταμέλειας. Είναι μια κίνηση αυτοσυντήρησης, σε μία από τις μεγαλύτερες απειλές που αντιμετώπισε στη μεταπολεμική του ιστορία. Την απειλή της τελικής του απογύμνωσης. Είναι τόσος ο πανικός του Λεβιάθαν, που προτιμά να αυτο-ακρωτηριαστεί, να καταργήσει έναν ολόκληρο στρατό γραφειοκρατών, προκειμένου να φτάσει πιο γρήγορα στους αποδέκτες το τίμημα της εξαγοράς. Αν πάντα το κράτος λειτουργούσε με τις διαδικασίες-εξπρές που επέβαλε (ερήμην του νόμου) ο πρωθυπουργός για τους πυροπαθείς, περίπου τα δύο τρίτα των κρατικών υπαλλήλων θα έπρεπε να ψάχνουν για δουλειά. Αλλά, μην ανησυχείτε, η ανακούφιση είναι προσωρινή, η ταλαιπωρία μόνιμη.
Ενδεχομένως, να φαντάζει σχιζοφρενική αντίφαση αυτή η πολεμική φλυαρία κατά του κράτους από κάποιον, όπως ο υπογράφων, που κατά καιρούς έχει υπερασπιστεί τον «κρατισμό» απέναντι στην παντοδυναμία της «αγοράς». Αλλά η σχιζοφρένεια -αυτοκαθησυχάζομαι- δεν αφορά εμένα. Αφορά το κράτος και τον τρόπο που διαρκώς αυτοαναιρείται. Για χρόνια, οι ρέκτες του φιλελευθερισμού μαδούσαν σαν μαργαρίτα τα φύλλα, τα κλαδιά, τις ρίζες του κράτους, εν ονόματι της αποκρατικοποίησης. Το συκοφάντησαν ως ρίζα κάθε κακού, υποσχέθηκαν τη συρρίκνωσή του μέχρι ανυπαρξίας. Εμπέδωσαν σε μια μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας ότι δεν έχει λόγο να τροφοδοτεί τον πολυδάπανο, δυσκίνητο, άχρηστο μηχανισμό και μεθόδευσαν τον κατακερματισμό του και την εκποίησή του σε τεύχη. Τώρα, υπερασπίζονται το άχρηστο και επικίνδυνο κράτος με πάθος, μεθοδεύουν τη διόγκωσή του μέχρι σκασμού, το θέτουν στην υπηρεσία κάθε ατομικής ανάγκης και επιθυμίας. Το κράτος θα μας φτιάχνει τα σπίτια, θα μας αγοράζει την οικοσκευή, θα οργώνει τα χωράφια μας, θα ταΐζει τα ζώα μας, κάθε φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με την καταστροφή. Το κράτος της πελατείας αναγεννάται ως φοίνιξ εκ της τέφρας του. Αλλά οι περισσότεροι, καχύποπτοι πια, το περιμένουν με το δίκαννο, πριν γίνει Στυμφαλίδα Όρνιθα και τους κατασπαράξει πάλι. Αυτά πρέπει να τα σκοτώνεις από μικρά…
27/08/2007
Εκλογική ανυπακοή (25/8/2007)
Ανάμεσα στις διεθνείς σελίδες του πολιτικού τμήματος της εφημερίδας που έχετε στα χέρια σας, μπορείτε να διαβάσετε ένα ενδιαφέρον κείμενο Αμερικανού δημοσιογράφου που επιχειρεί να ιχνογραφήσει το προφίλ του προέδρου Μπους με όρους ψυχιατρικής. Αδυνατώντας να ερμηνεύσει πολιτικά την εμμονή στην παταγωδώς αποτυχημένη αντιτρομοκρατική του εκστρατεία και στον διαπιστωμένα χαμένο πόλεμο στο Ιράκ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Αμερικανός πρόεδρος ενδέχεται να πάσχει από ναρκισσιστική διαταραχή της προσωπικότητας. Αυτή είναι η ψυχαναλυτική διάγνωση για ένα άτομο που ανέχεται μόνο τον απεριόριστο θαυμασμό των άλλων, την κολακεία για τις δεξιότητές του, το δυνατό χειροκρότημα για τις αποφάσεις του.
Αναρωτιέμαι αν ο πρωθυπουργός διακατέχεται από ανάλογο σύνδρομο. Ειδικός δεν είμαι, αλλά τα κύματα αλαζονείας που εξέπεμπε σταθερά το Μέγαρο Μαξίμου, τουλάχιστον στο μισό της κυβερνητικής θητείας, αυτή την αίσθηση μου δημιουργούν. Το αποκορύφωμα ήταν ο τρόπος προκήρυξης των εκλογών. Εκτός του ότι διατάραξε τη θερινή μου ραστώνη κατά τη λήξη της, διέψευσε και την εκτίμησή μου ότι ο Κ. Καραμανλής θα είχε κάτι πιο ευφυές να αντιτάξει ως αντίδραση στην ακατάσχετη εκλογολογία και το παιχνίδι με τις ημερομηνίες του Σεπτέμβρη. Προσδοκούσα τουλάχιστον μια μπλόφα. Αντ’ αυτού, ανακοινώθηκε η ημερομηνία της 16ης Σεπτεμβρίου με έναν τρόπο που κινείται στα όρια της κοινοβουλευτικής εκτροπής. Μικρό το κακό, θα μου πείτε, δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που το συνταγματικό ευαγγέλιο χρησιμοποιείται ως χαρτί υγείας. Αλλά το κυριότερο μήνυμα αυτής της απόφασης ίσως έχει σχέση με την ψυχαναλυτική εικασία που διατύπωσα στην αρχή. Την ναρκισσιστική διαταραχή. Είναι σαν να λέει στους ψηφοφόρους που βρίσκονται μεταξύ ευφορίας του Αυγούστου και μελαγχολίας του Σεπτεμβρίου: «Σας έχω γραμμένους, δεν μ’ ενδιαφέρει αν σας ξεβολεύω από τη ρουτίνα σας, μου είναι αδιάφορο αν σας είναι αδιάφορες οι εκλογές, τσακιστείτε και γυρίστε πίσω, εγώ την ατζέντα μου δεν την αλλάζω. Δεν χρειάζεται να σκεφτείτε, δεν χρειάζεται να προβληματιστείτε, δεν χρειάζεται να διαβάσετε τίποτα, δείτε λίγο τηλεόραση και απλώς να πάτε να ψηφίσετε, γιατί χρειάζομαι άλλη μια τετραετία». Κάπως έτσι.
Κι αυτό ήταν ένα μόνο σύμπτωμα. Αλλά σημαντικό, αν υπολογίσει κανείς ότι ο Σεπτέμβριος έχει κι άλλα ρίσκα. Όχι μόνο τα ομόλογα, το πόρισμα Ζορμπά, τον πόλεμο των εξουσιών, της μίζας και της λάσπης. Έχει ρίσκα πιο ταπεινά και καθημερινά. Τους λογαριασμούς που περιμένουν σωρευμένοι στο γραμματοκιβώτιο τους ιδρωμένους παραθεριστές με τα άδεια πορτοφόλια. Τα σωρευμένα έξοδα για τις οικογένειες με παιδιά που πρέπει να ξηλωθούν για την έναρξη της σχολικής χρονιάς, για τα φροντιστήρια, τα ιδιαίτερα, τις ξένες γλώσσες, τα μπαλέτα, τα κολυμβητήρια, τα σχολικά είδη – κι ας τα πάρουν από τα Τζάμπο που είναι τζάμπα. Τα ραβασάκια της εφορίας που φτάνουν στα βουβά με αποκλειστικές ημερομηνίες εξόφλησης. Ο προϋπολογισμός δαπανών για τον χειμώνα που έρχεται. Οι διπλές απλήρωτες δόσεις των δανείων – τον Αύγουστο, βλέπετε, λείπατε αλλά δεν το είχατε πει στην τράπεζα. Ας προσέχατε. Όλα αυτά δημιουργούν ένα αίσθημα οικονομικής δυσφορίας που βρίσκεται στον αντίποδα της προθυμίας με την οποία ο μέσος παραθεριστής του Αυγούστου δίνει ό,τι έχει στο πορτοφόλι του για να περάσει καλά, έστω κι αν είναι δανεικό. Κι αυτή η απροσδιόριστη δυσφορία έχει το πολιτικό της κόστος.
Αλλά αυτά είναι ασημαντότητες που υπερβαίνουν τη στέρεη αυτοπεποίθηση του πρωθυπουργού, την απεριόριστη αυτοεκτίμησή του, το αίσθημα απόλυτου προορισμού (κοινωνικού, μεταφυσικού ή απλώς οικογενειακού, διαλέγετε και παίρνετε) με το οποίο πολιτεύεται, διαψεύδοντας τις προσδοκίες που ο ίδιος δημιούργησε για μια πολιτική κουλτούρα συνδιαλλαγής, σύνθεσης και κοινωνικού consensus (σημαντικής για όσους αφελείς ή καλόπιστους τουλάχιστον την πιστεύουν – για να είμαι ειλικρινής δεν περιλαμβάνομαι σ’ αυτούς).
Αντ’ αυτών, με μόνο διαπιστωμένο προσόν τη ρητορική του υπεροχή έναντι ενός ακόμη εκπαιδευόμενου αντιπάλου, έδωσε στο κυβερνητικό του πρόγραμμα τη μορφή μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας, λες και ο μόνος του προορισμός ήταν να εξυπηρετηθούν τα διαφημιστικά σποτ της προεκλογικής εκστρατείας. Πάρτε παράδειγμα την οικονομία. Ορίστηκε ως εθνικός στόχος η λογιστική εξυγίανση του δημοσίου ταμείου, το έλλειμμα ξαναϋπολογίστηκε, τριπλασιάστηκε για να ξαναμειωθεί - πάντα λογιστικά- στο επίπεδο που παραλείφθηκε. Επίτευγμα χωρίς καμιά επίπτωση στην πραγματική οικονομία, με εξαίρεση τη φορολογική επιδρομή στα πορτοφόλια των καταναλωτών. Με τον ίδιο τρόπο ξαναϋπολογίστηκαν η ανεργία και η απασχόληση, φούσκωσαν στατιστικά για να εξυπηρετηθεί μια στατιστική μείωση, στα όρια της εικονικής πραγματικότητας. Αν η ανεργία είχε μειωθεί πράγματι κατά το ένα τρίτο σε μια τριετία, θα έπρεπε να ζούμε μια ορατή παραγωγική κοσμογονία, με αντίστοιχη επίπτωση στο εισόδημα. Ακόμη και η αμοιβή της εργασίας θα είχε απογειωθεί, αφού, κατά την κυβέρνηση, οι επιχειρήσεις έχουν τρελαθεί να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς σ’ αυτά και το επίτευγμα της ανόδου της Σοφοκλέους, αλλά ποιος τολμά να μιλήσει για σκοινί στο σπίτι του κρεμασμένου (και το 90% των κοψοχέρηδων του 2000 που περιμένουν τη δικαίωσή τους παραμένουν κρεμασμένοι). Θα μπορούσε επίσης να μιλήσει κανείς για τους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά ακόμη και οι άπληστοι μεσοχωρίτες είναι πια καχύποπτοι γι’ αυτό το υπερεκτιμημένο φετίχ που δεν σημαίνει τίποτε και τις περισσότερες φορές περιέχει περισσότερη καταστροφή και λιγότερη δημιουργία.
Σ’ αυτήν τη φαντασιακή ναρκισσιστική ατζέντα, στην οποία η κυβέρνηση μετρά τις επιδόσεις της αυτάρεσκα σε πράγματα που κανείς δεν της έχει ζητήσει, θα πρέπει να προσθέσω την ακατάσχετη φιλολογία της διαφθοράς, τη μυθολογία της κάθαρσης και της διαφάνειας, τις χειροπέδες, τις δικογραφίες, τη μετατροπή της χώρας σ’ ένα απέραντο ανακριτικό γραφείο, τη μετάλλαξη της δικαστικής εξουσίας σε υπερεξουσία που βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία, που αποφασίζει βάσει πολιτικού timing, που επικοινωνεί κατά βούληση τις εμμονές και τις ιδεοληψίες της στα ΜΜΕ των νταβατζήδων, καταστρατηγώντας δικαιώματα υπόπτων, κατηγορουμένων και ενόχων. Ίσως πρόκειται για την πιο εντυπωσιακή επίδοση στη γαλάζια επανίδρυση του κράτους. Η πράσινη εξουσία δεν υπολειπόταν σε προσπάθειες ελέγχου των δικαστών, αλλά αυτή τη φορά μιλάμε κυριολεκτικά για τη δημιουργία ενός κράτους δικαστών που εκλαμβάνει τη συνταγματική ανεξαρτησία του ως υπεράνω όλων εξουσία, ελεύθερη από κρίσεις και με αποκλειστικά δικαιώματα αυτοελέγχου και «αυτοκάθαρσης».
Συμπερασματικά: ο κ. Καραμανλής πέτυχε όλους τους στόχους που είχε θέσει, ενδομύχως, στον εαυτό του. Είναι σαν τους στόχους που θέτει ο ασθενής στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Αλλά, εμένα, τον μέσο ψηφοφόρο, δεν με αφορούν. Κι επειδή ως ψηφοφόρος δεν θεωρώ ότι βρίσκομαι σε διατεταγμένη υπηρεσία για να απαλλάξω την κυβέρνηση από τις ανασφάλειές της, για να δώσω φιλί ζωής στον αντιπαραγωγικό διπολισμό του κομματικού συστήματος, για να συντηρήσω τη μυθολογία των σταθερών κυβερνήσεων με τις άνετες πλειοψηφίες που λειτουργούν απλώς ως ιντερμέδια των εκλογών και για πολλούς άλλους λόγους που είναι μάλλον αυτονόητοι, συνιστώ σ’ όλους τους ξαφνιασμένους και άθυμους παραθεριστές του Αυγούστου-ψηφοφόρους του Σεπτεμβρίου εκτεταμένη εκλογική ανυπακοή. Με ποιον τρόπο θα εκφραστεί είναι υπόθεση του καθενός. Ζητούμενο είναι οι συνήθεις νομείς της εξουσίας να αισθάνονται ανασφαλείς στις βεβαιότητές τους. Ελάχιστη προσφορά στην ανάπηρη δημοκρατία μας, σ’ εμάς τους ίδιους και ενδεχομένως σε όσους πάσχουν από ναρκισσιστική διαταραχή ή παρεμφερή νοσήματα.
Αναρωτιέμαι αν ο πρωθυπουργός διακατέχεται από ανάλογο σύνδρομο. Ειδικός δεν είμαι, αλλά τα κύματα αλαζονείας που εξέπεμπε σταθερά το Μέγαρο Μαξίμου, τουλάχιστον στο μισό της κυβερνητικής θητείας, αυτή την αίσθηση μου δημιουργούν. Το αποκορύφωμα ήταν ο τρόπος προκήρυξης των εκλογών. Εκτός του ότι διατάραξε τη θερινή μου ραστώνη κατά τη λήξη της, διέψευσε και την εκτίμησή μου ότι ο Κ. Καραμανλής θα είχε κάτι πιο ευφυές να αντιτάξει ως αντίδραση στην ακατάσχετη εκλογολογία και το παιχνίδι με τις ημερομηνίες του Σεπτέμβρη. Προσδοκούσα τουλάχιστον μια μπλόφα. Αντ’ αυτού, ανακοινώθηκε η ημερομηνία της 16ης Σεπτεμβρίου με έναν τρόπο που κινείται στα όρια της κοινοβουλευτικής εκτροπής. Μικρό το κακό, θα μου πείτε, δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που το συνταγματικό ευαγγέλιο χρησιμοποιείται ως χαρτί υγείας. Αλλά το κυριότερο μήνυμα αυτής της απόφασης ίσως έχει σχέση με την ψυχαναλυτική εικασία που διατύπωσα στην αρχή. Την ναρκισσιστική διαταραχή. Είναι σαν να λέει στους ψηφοφόρους που βρίσκονται μεταξύ ευφορίας του Αυγούστου και μελαγχολίας του Σεπτεμβρίου: «Σας έχω γραμμένους, δεν μ’ ενδιαφέρει αν σας ξεβολεύω από τη ρουτίνα σας, μου είναι αδιάφορο αν σας είναι αδιάφορες οι εκλογές, τσακιστείτε και γυρίστε πίσω, εγώ την ατζέντα μου δεν την αλλάζω. Δεν χρειάζεται να σκεφτείτε, δεν χρειάζεται να προβληματιστείτε, δεν χρειάζεται να διαβάσετε τίποτα, δείτε λίγο τηλεόραση και απλώς να πάτε να ψηφίσετε, γιατί χρειάζομαι άλλη μια τετραετία». Κάπως έτσι.
Κι αυτό ήταν ένα μόνο σύμπτωμα. Αλλά σημαντικό, αν υπολογίσει κανείς ότι ο Σεπτέμβριος έχει κι άλλα ρίσκα. Όχι μόνο τα ομόλογα, το πόρισμα Ζορμπά, τον πόλεμο των εξουσιών, της μίζας και της λάσπης. Έχει ρίσκα πιο ταπεινά και καθημερινά. Τους λογαριασμούς που περιμένουν σωρευμένοι στο γραμματοκιβώτιο τους ιδρωμένους παραθεριστές με τα άδεια πορτοφόλια. Τα σωρευμένα έξοδα για τις οικογένειες με παιδιά που πρέπει να ξηλωθούν για την έναρξη της σχολικής χρονιάς, για τα φροντιστήρια, τα ιδιαίτερα, τις ξένες γλώσσες, τα μπαλέτα, τα κολυμβητήρια, τα σχολικά είδη – κι ας τα πάρουν από τα Τζάμπο που είναι τζάμπα. Τα ραβασάκια της εφορίας που φτάνουν στα βουβά με αποκλειστικές ημερομηνίες εξόφλησης. Ο προϋπολογισμός δαπανών για τον χειμώνα που έρχεται. Οι διπλές απλήρωτες δόσεις των δανείων – τον Αύγουστο, βλέπετε, λείπατε αλλά δεν το είχατε πει στην τράπεζα. Ας προσέχατε. Όλα αυτά δημιουργούν ένα αίσθημα οικονομικής δυσφορίας που βρίσκεται στον αντίποδα της προθυμίας με την οποία ο μέσος παραθεριστής του Αυγούστου δίνει ό,τι έχει στο πορτοφόλι του για να περάσει καλά, έστω κι αν είναι δανεικό. Κι αυτή η απροσδιόριστη δυσφορία έχει το πολιτικό της κόστος.
Αλλά αυτά είναι ασημαντότητες που υπερβαίνουν τη στέρεη αυτοπεποίθηση του πρωθυπουργού, την απεριόριστη αυτοεκτίμησή του, το αίσθημα απόλυτου προορισμού (κοινωνικού, μεταφυσικού ή απλώς οικογενειακού, διαλέγετε και παίρνετε) με το οποίο πολιτεύεται, διαψεύδοντας τις προσδοκίες που ο ίδιος δημιούργησε για μια πολιτική κουλτούρα συνδιαλλαγής, σύνθεσης και κοινωνικού consensus (σημαντικής για όσους αφελείς ή καλόπιστους τουλάχιστον την πιστεύουν – για να είμαι ειλικρινής δεν περιλαμβάνομαι σ’ αυτούς).
Αντ’ αυτών, με μόνο διαπιστωμένο προσόν τη ρητορική του υπεροχή έναντι ενός ακόμη εκπαιδευόμενου αντιπάλου, έδωσε στο κυβερνητικό του πρόγραμμα τη μορφή μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας, λες και ο μόνος του προορισμός ήταν να εξυπηρετηθούν τα διαφημιστικά σποτ της προεκλογικής εκστρατείας. Πάρτε παράδειγμα την οικονομία. Ορίστηκε ως εθνικός στόχος η λογιστική εξυγίανση του δημοσίου ταμείου, το έλλειμμα ξαναϋπολογίστηκε, τριπλασιάστηκε για να ξαναμειωθεί - πάντα λογιστικά- στο επίπεδο που παραλείφθηκε. Επίτευγμα χωρίς καμιά επίπτωση στην πραγματική οικονομία, με εξαίρεση τη φορολογική επιδρομή στα πορτοφόλια των καταναλωτών. Με τον ίδιο τρόπο ξαναϋπολογίστηκαν η ανεργία και η απασχόληση, φούσκωσαν στατιστικά για να εξυπηρετηθεί μια στατιστική μείωση, στα όρια της εικονικής πραγματικότητας. Αν η ανεργία είχε μειωθεί πράγματι κατά το ένα τρίτο σε μια τριετία, θα έπρεπε να ζούμε μια ορατή παραγωγική κοσμογονία, με αντίστοιχη επίπτωση στο εισόδημα. Ακόμη και η αμοιβή της εργασίας θα είχε απογειωθεί, αφού, κατά την κυβέρνηση, οι επιχειρήσεις έχουν τρελαθεί να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς σ’ αυτά και το επίτευγμα της ανόδου της Σοφοκλέους, αλλά ποιος τολμά να μιλήσει για σκοινί στο σπίτι του κρεμασμένου (και το 90% των κοψοχέρηδων του 2000 που περιμένουν τη δικαίωσή τους παραμένουν κρεμασμένοι). Θα μπορούσε επίσης να μιλήσει κανείς για τους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά ακόμη και οι άπληστοι μεσοχωρίτες είναι πια καχύποπτοι γι’ αυτό το υπερεκτιμημένο φετίχ που δεν σημαίνει τίποτε και τις περισσότερες φορές περιέχει περισσότερη καταστροφή και λιγότερη δημιουργία.
Σ’ αυτήν τη φαντασιακή ναρκισσιστική ατζέντα, στην οποία η κυβέρνηση μετρά τις επιδόσεις της αυτάρεσκα σε πράγματα που κανείς δεν της έχει ζητήσει, θα πρέπει να προσθέσω την ακατάσχετη φιλολογία της διαφθοράς, τη μυθολογία της κάθαρσης και της διαφάνειας, τις χειροπέδες, τις δικογραφίες, τη μετατροπή της χώρας σ’ ένα απέραντο ανακριτικό γραφείο, τη μετάλλαξη της δικαστικής εξουσίας σε υπερεξουσία που βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία, που αποφασίζει βάσει πολιτικού timing, που επικοινωνεί κατά βούληση τις εμμονές και τις ιδεοληψίες της στα ΜΜΕ των νταβατζήδων, καταστρατηγώντας δικαιώματα υπόπτων, κατηγορουμένων και ενόχων. Ίσως πρόκειται για την πιο εντυπωσιακή επίδοση στη γαλάζια επανίδρυση του κράτους. Η πράσινη εξουσία δεν υπολειπόταν σε προσπάθειες ελέγχου των δικαστών, αλλά αυτή τη φορά μιλάμε κυριολεκτικά για τη δημιουργία ενός κράτους δικαστών που εκλαμβάνει τη συνταγματική ανεξαρτησία του ως υπεράνω όλων εξουσία, ελεύθερη από κρίσεις και με αποκλειστικά δικαιώματα αυτοελέγχου και «αυτοκάθαρσης».
Συμπερασματικά: ο κ. Καραμανλής πέτυχε όλους τους στόχους που είχε θέσει, ενδομύχως, στον εαυτό του. Είναι σαν τους στόχους που θέτει ο ασθενής στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Αλλά, εμένα, τον μέσο ψηφοφόρο, δεν με αφορούν. Κι επειδή ως ψηφοφόρος δεν θεωρώ ότι βρίσκομαι σε διατεταγμένη υπηρεσία για να απαλλάξω την κυβέρνηση από τις ανασφάλειές της, για να δώσω φιλί ζωής στον αντιπαραγωγικό διπολισμό του κομματικού συστήματος, για να συντηρήσω τη μυθολογία των σταθερών κυβερνήσεων με τις άνετες πλειοψηφίες που λειτουργούν απλώς ως ιντερμέδια των εκλογών και για πολλούς άλλους λόγους που είναι μάλλον αυτονόητοι, συνιστώ σ’ όλους τους ξαφνιασμένους και άθυμους παραθεριστές του Αυγούστου-ψηφοφόρους του Σεπτεμβρίου εκτεταμένη εκλογική ανυπακοή. Με ποιον τρόπο θα εκφραστεί είναι υπόθεση του καθενός. Ζητούμενο είναι οι συνήθεις νομείς της εξουσίας να αισθάνονται ανασφαλείς στις βεβαιότητές τους. Ελάχιστη προσφορά στην ανάπηρη δημοκρατία μας, σ’ εμάς τους ίδιους και ενδεχομένως σε όσους πάσχουν από ναρκισσιστική διαταραχή ή παρεμφερή νοσήματα.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (25/8/2007)
Οι θεσμοί αντιστράφηκαν κι άρχισε να εφαρμόζεται εντελώς το αντίθετό τους. (…) Μέσα σε μια στιγμή πραγματοποιήθηκε το όνειρο, ανεκδήλωτο, γενεών και γενεών, το πέρασμα δηλαδή στη χιλιετία της Συνειδητής Πολυσχιδούς Σχιζοφρένειας (ίνα εκπληρωθεί το ρηθέν του Κυρίου διά του προφήτου λέγοντος: αύτη έσεται η του μέλλοντος υγεία, το οποίο μεθερμηνευόμενο σήμαινε ότι εξέλιπε διά παντός ο μονοδιάστατος άνθρωπος. (…) Επικράτησε το δίκαιο των μελαγχολικών. Άρχισαν να νομοθετούν οι σιωπηλοί και οι μοναχικοί. Όλοι άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια τη γνώμη εκείνων που πριν τους είχαν κατατάξει στην κατηγορία των ανωμάλως διακειμένων. (….) Αποκαλύφθηκαν αίσχη και αίσχη, σε μια κρίση εθνικού αυτοκολασμού. (…) Η ερωτική ζωή τετρακοσίων τουλάχιστον πρωθυπουργών αποτέλεσε το θέμα οργιαστικών ταινιών στηριγμένων σε αδιάψευστα τεκμήρια. Δημόσιοι άνδρες, που δεν πρόλαβαν να το σκάσουν εγκαίρως στο εξωτερικό, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν ανώτατα αξιώματα και να προβούν σε εξομολογήσεις μπροστά σε αφρίζουσες μάζες λαού, που τους λιντσάριζαν και μετά τους έτρωγαν με την εκδικητική λύσσα των αδικημένων.
Δημήτρη Δημητριάδη, «Πεθαίνω σαν χώρα»
Δημήτρη Δημητριάδη, «Πεθαίνω σαν χώρα»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη
Ή, π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...
-
ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : Τ ο παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκ...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...
-
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...