Κανονικά, θα έπρεπε να το γιορτάζω σήμερα. Και να είμαι το πρώτο θέμα στις ειδήσεις. Είμαι ο πρώτος άνθρωπος που συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής -δεν έχω τη ματαιοδοξία και για δεύτερον- και εξακολουθεί να εισπράττει τη σύνταξή του, μετά τη μεταρρύθμιση του σωτηρίου έτους 2008 και τις άλλες 12 που ακολούθησαν μέχρι το 2018. Εν έτει 2060 μ.Χ. (και 42 μ.Μ.- μετά Μεταρρύθμιση), οι αιωνόβιοι κάτοικοι είμαστε κάτι αρκετά συχνό σ’ αυτή τη χώρα και σ’ όλη τη Γηραιά Ήπειρο. Αλλά αισθανόμαστε ως αποδιοπομπαίοι τράγοι. Κι εγώ αισθάνομαι τύψεις, βαθύτατες τύψεις που τολμώ να ζω. Το βλέπω στα βλέμματα των παιδιών μου -που δουλεύουν ακόμη, αν και έχουν πατήσει τα 70- και πολύ περισσότερο των εγγονιών μου. Υπάρχει κάτι το επικριτικό στο ύφος τους, «πώς αντέχεις να ζεις ακόμη;» και μια σαφής υποσημείωση, ότι εγώ κι όλη μου η γενιά φταίμε που έχουν δεκαετίες εργάσιμου βίου ακόμη μπροστά τους. Για τα δισέγγονά μου, δεν το συζητώ. Τα περισσότερα δεν τα ’χω δει παρά μία φορά. Υποθέτω ότι δεν έχουν καμιά διάθεση να με γνωρίσουν. Μια φορά μόνο, πριν πέντε χρόνια, μου είχαν στείλει δώρα – τα άνοιξα με απίστευτη χαρά που εξατμίστηκε μόλις τα είδα: μια αμπούλα υδροκυανίου, μία επικίνδυνα κοφτερή λεπίδα, ένα χάπι βιάγκρα τριακονταπλάσιας δόσης κι ένα ψηφιακό παιχνίδι που είναι της μόδας: «Kill Granddad»!
Αλλιώς το φανταζόμουν αυτό το ρεκόρ επιβίωσης. Σαν μια ιστορική συνάντηση γενεών. Εγώ, τα παιδιά μου, τα εγγόνια και τα δισέγγονά μου, ίσως και τα τρισέγγονα, πάνω στο γενναιόδωρο τραπέζι της αλληλεγγύης. Το φανταζόμουν κυρίως σαν γιορτή, έναν θρίαμβο του πολιτισμού που, από γενιά σε γενιά, αποσπά όλο και μεγαλύτερο έδαφος από τον ζωτικό χώρο του θανάτου. Αλλά, όσο αυξάνει ο ζωτικός χώρος της ζωής τόσο περισσότερο βλέπω την κοινωνία να βυθίζεται στο πένθος. Παραλογισμός.
Οι προϊστορικοί άνθρωποι ζούσαν το πολύ 30 χρόνια. Από τα υπολείμματα των κοινοβίων τους έχουμε μάθει ότι, παρά την τρομακτική στενότητα πόρων, τα νεότερα μέλη κάθε κοινότητας αποχαιρετούσαν με οδύνη τα γηραιότερα που πέθαιναν. Αν σκέπτονταν αποκλειστικά το οικονομικό βάρος που συνεπαγόταν ένας υπερήλικας, θα έπρεπε να χαίρονται. Αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Προφανώς, χιλιάδες χρόνια πριν εφευρεθεί το κράτος πρόνοιας, προϋπήρχε η αξία της αλληλεγγύης, έστω και στο στενό πλαίσιο ενός ολιγάριθμου κοινοβίου. Υποθέτω πως οι Σπαρτιάτες είναι μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις της ιστορίας όπου η αλληλεγγύη ίσχυσε μόνον αντίστροφα: το άτομο όφειλε να θυσιαστεί στον Καιάδα για να μην επιβαρύνει με το αντιπαραγωγικό βάρος της ηλικίας ή της αναπηρίας του το κοινωνικό σύνολο. Τώρα, κι εγώ κι όλοι οι συνομήλικοί μου νιώθουμε τα βλέμματα των νεοτέρων να μας παροτρύνουν να πέσουμε σ’ έναν Καιάδα που, ευτυχώς, δεν έχει δημιουργηθεί.
Για να πω την αλήθεια, κανείς από μας τους αιωνόβιους δεν έχει την παραμικρή διάθεση για κάτι τέτοιο. Το αντίθετο. Η επιστήμη μάς έχει δώσει τη δυνατότητα να απολαμβάνουμε αρκετά πράγματα ακόμη, παρά το βαθύ γήρας. Χρώματα, γεύσεις, αρώματα. Ακόμη κι εκείνο το μπλε χάπι που κάποτε παίρναμε κρυφά από τα φαρμακεία έχει εξελιχθεί τόσο που επιτρέπει ακόμη και σ’ εμένα… Ξέρετε… Μια φορά τον μήνα, βέβαια, όχι παραπάνω.
Αυτή είναι και η σχιζοφρένεια του πολιτισμού μας. Όλα τα μεγάλα και μικρά θαύματα της βιοτεχνολογίας για τα οποία δούλεψε και η δική μου γενιά κατέληξαν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη και ποιοτικότερη ζωή – μικρές δόσεις αθανασίας, θα μπορούσε να πει κανείς. Αλλά, την ίδια στιγμή, τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, δημόσια και ιδιωτικά, δυσφορούσαν γι’ αυτές τις κατακτήσεις, έβλεπαν την παράταση του μέσου όρου ζωής σαν την επερχόμενη ολοκληρωτική καταστροφή. Εγώ, για παράδειγμα, εισπράττω σύνταξη εδώ και 40 χρόνια. Προηγουμένως δούλεψα άλλα 40 χρόνια, πλήρωσα τις εισφορές που μου αναλογούσαν. Και εισέφερα στο σύστημα και εις είδος: έκανα δύο παιδιά, τα οποία μόρφωσα και κατέστησα παραγωγικούς πολίτες, τα παιδιά μου έκαναν άλλα τέσσερα παιδιά κι αυτά με τη σειρά τους άλλα οκτώ. Άρα, στη διάρκεια του ασφαλιστικού μου βίου -εργασιακού και συνταξιουχικού- εισέφερα με 14 εργασιακές και ασφαλιστικές «μονάδες». Κι αυτό, κινούμενος εντός των μέσων όρων γεννητικότητας. Υπάρχουν αυτοί που έχουν εισφέρει και πάνω από τους μέσους όρους. Και υπάρχουν κι αυτοί που στο μεταξύ έχουν πεθάνει. Κι αυτοί εισέφεραν στο σύστημα με το έλλειμμα ζωής τους, αλλά κανείς δεν τους το αναγνωρίζει. Λοξοκοιτάζουν όλοι εμάς τους ζωντανούς.
Έτσι, κατάντησε η κοινωνία σχεδόν να γιορτάζει τους θανάτους και να θρηνολογεί στα δυο σημαντικότερα γεγονότα της ζωής ενός ανθρώπου: στη γέννησή του (θρηνούν προκαταβολικά για τα 45 χρόνια εργασίας και τα 35 χρόνια εκπαίδευσης και διά βίου κατάρτισης που τον περιμένουν) και στα εκατοστά του γενέθλια (εκεί θρηνούν όχι τον ίδιο, αλλά τους απογόνους του). Εγώ ως θρήνο για τα δικά μου γενέθλια εκλαμβάνω το γεγονός ότι το εικονοτηλέφωνο δεν χτύπησε σήμερα ούτε μια φορά, κανείς δεν μου έστειλε ευχετήριο e-mail, ούτε έλαβα έστω μια θετική τηλεσκέψη – τη νέα μόδα των ψηφιακών επικοινωνιών. Το αντίθετο μάλιστα: το μυαλό μου κατέκλυσαν αρνητικά ραδιοκύματα απ’ όλο το σόι. Στο στιλ: «Καλή ψυχή κωλόγερε».
Δεν βοήθησε, βλέπετε, ούτε ο αποικισμός της Σελήνης -μια πηδησιά τόπος κι αυτός, τι να σου κάνει- και για τον αποικισμό του Άρη δεν υπάρχει ιδιαίτερη προσφορά. Το πρόγραμμα γαιοποίησης δεν πάει και τόσο καλά. Κι εν τω μεταξύ, στη Γη αναπτύσσονται περίεργα έθιμα. Για παράδειγμα, τα ασφαλιστικά ταμεία πριμοδοτούν με μείωση εισφορών τις οικογένειες των υπέργηρων συνταξιούχων που αυτοκτονούν. Φυσικά, μεσολαβεί μια διαδικασία ζύμωσης εντός της οικογένειας και κανείς δεν ξέρει πόσοι ανάμεσα στους αυτόχειρες είναι θύματα καθαρών ψυχολογικών δολοφονιών. Επίσης, οι εταιρείες ιδιωτικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων καλύπτουν τα έξοδα κηδείας των συνταξιούχων που πεθαίνουν σε ηλικία κάτω του μέσου όρου ζωής βάσει συντελεστή. Ένας που πεθαίνει, για παράδειγμα, στα 75 κηδεύεται δωρεάν, ένας στα 90 έχει έκπτωση 10%-20%. Εγώ δεν δικαιούμαι πια καμιά έκπτωση. Σκασίλα μου κιόλας… Από τις νέες ασφαλιστικές δοξασίες προέκυψε και η μεγαλύτερη ανατροπή στα ταφικά έθιμα από τη νεολιθική εποχή. Ενώ όλοι οι άλλοι θάβονται ή καίγονται κανονικά, οι άνω των 90 πετάγονται σε χώρους «υγειονομικής ταφής», βορά των ορνέων, των γερακιών και άλλων αρπακτικών των οποίων ο πληθυσμός έχει αυξηθεί εντυπωσιακά, προς ικανοποίηση των οικολόγων. Σκασίλα μου πάλι.
Ωστόσο, δεν τους αδικώ. Αυτή η αντιστροφή στη σχέση ζωής και θανάτου, με την υπερπροσφορά της πρώτης να αντισταθμίζεται από μια τρομακτική ζήτηση του δεύτερου, είναι το τίμημα που πληρώνει η γενιά μου για τον τρόπο που πουλήσαμε τους αγέννητους και τους ανυποψίαστους νέους. Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας. Με πόση ευκολία δεχτήκαμε τότε, σαράντα χρόνια πριν, αυτή την ανιστόρητη συναλλαγή! Γλιτώσαμε δυο τρία συντάξιμα χρόνια εμείς και φορτώσαμε μια δεκαετία στους απογόνους μας. Κατά κάποιον τρόπο εμείς κηρύξαμε πρώτοι τον πόλεμο των γενεών, θυσιάζοντας την αλληλεγγύη της τάξης στην ιδιοτελή αλληλεγγύη της γενιάς. Αντί της κατανομής του χρήματος, διαπραγματευτήκαμε την κατανομή του χρόνου. Καθαρή βλακεία!
Τελικά, θα γιορτάσω τα εκατοστά μου γενέθλια στο ΚΑΠΗ. Έχουμε κανονίσει virtual όργιο, τούρτα, μπουφέ Ανταρκτικής -τελευταία λέξη της μόδας- και φυσικά περιμένω την έκπληξη των φίλων (που δεν είναι έκπληξη): birthday girl. Μια εβδομηντάρα θεά που το ’χει ρίξει στο στριπ τιζ για να συμπληρώσει τα ένσημα της σύνταξης.
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", από το 2000 στην Καθημερινή, 2007 - 2014 στον Επενδυτή. Από το 2019 η στήλη έκανε "επανεκκίνηση" στη Εφημερίδα των Συντακτών. Ηταν σαν να βρήκε τον φυσικό της χώρο. Ωστόσο, ο "χώρος" από τις αρχές του 2026 έπαψε να είναι "φυσικός". Η φιλοξενία στην ΕφΣυν διακόπηκε με μια απόλυση. To be continued, με την προσδοκία σύντομα ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ να βρει ξανά... πεδίο βολής.
03/12/2007
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (1/12/2007)
…Τότε, όμως, συνέβη κάτι απρόοπτο. Απρόοπτο και απρόβλεπτο: είχε ζήσει γύρω στα τρία τέταρτα του αιώνα, και η παραγωγική, ενεργή ζωή του είχε φύγει. Ούτε ασκούσε πια τη σαγήνη του παραγωγικού αρσενικού, ούτε ήταν ικανός να λοχεύσει τις χαρές του αρσενικού, και προσπαθούσε να μην τις λαχταράει και πολύ. Όταν ζούσε μόνος του, για πολύ λίγο είχε νιώσει ότι το ελλείπον συστατικό θα επέστρεφε με κάποιον τρόπο για να τον ξανακάνει απαραβίαστο και να του επαναεπιβεβαιώσει τη μαστοριά του. Ότι η από λάθος λαβωμένη δικαιοδοσία του θα επανορθωνόταν. Ότι θα μπορούσε να τα ξαναπιάσει όλα από το σημείο όπου είχε σταματήσει, μόλις πριν από λίγα χρόνια. Τώρα, όμως, φαινόταν πως, όπως κάθε ηλικιωμένος, είχε μπει στη διαδικασία να φυραίνει και να φυραίνει, και θα ’ταν αναγκασμένος να ζήσει τις άσκοπες μέρες του ως το τέλος χωρίς να ’χει αλλάξει το παραμικρό – τις άσκοπες μέρες, τις αβέβαιες νύχτες, την αδυναμία της εξοικείωσης με τη σωματική κατάπτωση, την τερματική θλίψη, το να μην έχεις να περιμένεις τίποτα. Έτσι τελειώνει, σκέφτηκε, κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορούσες να το ξέρεις.
Φίλιπ Ροθ, «Καθένας»
Φίλιπ Ροθ, «Καθένας»
26/11/2007
Η γραμμή της ζωής, στα τρία (24/11/2007)
Η γραμμή της ζωής στην παλάμη μας, είναι μία καμπύλη. Κατά τους χειρομάντες μας αποκαλύπτει την πεπρωμένη διάρκεια ζωής. Σε άλλους, φτάνει μέχρι τη ρίζα του καρπού, την απαρχή της κερκίδας. Αλλων, διακόπτεται απότομα κάπου στο μέσον της σαρκώδους βάσης που αποκαλείται θέναρ. Για τους πρώτους, η καμπύλη υπόσχεται ότι θα είναι κορακοζώητοι. ΟΙ δεύτεροι θα πρέπει να έχουν το νου τους.
Αυτά κατά τους χειρομάντες. Ο μέσος άνθρωπος, πάντως, φαντάζεται τη ζωή του όχι σαν μια δυσοίωνη ρυτίδα, αλλά σαν μια ευθεία γραμμή που αντιστοιχεί σε μια μέση διάρκεια ζωής, ανάλογη με το λεγόμενο προσδόκιμο επιβιώσεως. Οι πιο αισιόδοξοι της δίνουν μια τιμή που υπερβαίνει τα 80 χρόνια, οι πιο ρεαλιστές αντιλαμβάνονται ότι κάπου ανάμεσα στα 74 και τα 79 βρίσκεται η μερίδα ζωής που δικαιούνται, τουλάχιστον αν ζουν στην Ευρώπη ή στην Ελλάδα. Αν, λοιπόν, στο ξεκίνημα της ζωής σας, σας ανέθεταν να διαχειριστείτε αυτή τη νοητή γραμμή, πώς θα τη χωρίζατε; Δεν υπάρχουν και πολλές εναλλακτικές λύσεις.
Υποθέτω ότι ο μέσος νεοέλληνας του 2007 θεωρεί επαρκές να διαθέσει την πρώτη εικοσιπενταετία της ζωής του στην προετοιμασία της κοινωνικής ένταξης. Ν’ αποκτήσει γνώσεις, δεξιότητες, ένα στοιχειώδες σχέδιο ζωής. Η 25ετία αυτή είναι περίπου ανελαστική με βάση τα δεδομένα των εκπαιδευτικών συστημάτων, της αγοράς εργασίας, του κοινωνικού μοντέλου. Θεωρητικά, λοιπόν, το 25ο έτος της ζωής είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης του εργασιακού βίου ο οποίος είναι η επόμενη, λεόντεια και πιο παραγωγική μερίδα ζωής που αντιστοιχεί στο μέσο άνθρωπο. Αλλά, κι αυτή η πρώτη 25ετία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μια παραγωγική «μαύρη τρύπα». Το αντίθετο. Στην πραγματικότητα τα βρέφη, τα νήπια, τα παιδιά, οι μαθητές, οι φοιτητές, οι ειδικευόμενοι, οι περιπλανώμενοι άνεργοι νέοι προσφέρουν κοινωνική εργασία. Εισφέρουν στις κοινωνίες ένα πολύτιμο αγαθό χωρίς το οποίο θα βυθίζονταν σε παρακμή και αργό θάνατο. Τις ανανεώνουν, πλουτίζουν τις κουλτούρες τους, τροφοδοτούν με νέα μέλη όλες τις τάξεις και τα στρώματα, από τη βάση έως τις φυσικές ηγεσίες τους, είναι οι βασικοί αποδέκτες των μικρών και μεγάλων τεχνολογικών και πολιτιστικών επαναστάσεων που διατηρούν ζωντανά τα παραγωγικά ανακλαστικά των κοινωνιών. Απ’ την άποψη αυτή, η πρώτη παραγωγική εικοσιπενταετία της ζωής των ανθρώπων θα έπρεπε να είναι αμειβόμενη και ασφαλισμένη. Και είναι, αλλά στα εγχώρια δεδομένα, είναι τρομακτικά υποαμειβόμενη για τη μεγάλη πλειοψηφία των νέων. Και ανασφάλιστη. Το κενό το καλύπτει η οικογενειακή κοινωνική πρόνοια.
Ας διατρέξουμε και το υπόλοιπο της γραμμής της ζωής. Ακολουθεί, λοιπόν, το διάστημα του εργασιακού βίου. Πόσο πρέπει να του διαθέσουμε; Τα ασφαλιστικά μας δεδομένα προβλέπουν κατά μέσο όρο 30-35 χρόνια, με αποκλίσεις προς τα κάτω και προς τα πάνω για μεγάλες κατηγορίες πληθυσμού. Θεωρητικά, ο μέσος άνθρωπος θα προτιμούσε να είναι δραστήριος για πάντα, μέχρι ξαφνικά, απροειδοποίητα, γλυκά να τον αγγίξει ο θάνατος. Η εργασία, όπως και η ιδιοκτησία, μας θυμίζει ότι υπάρχουμε. Το βλέπουμε στους ανθρώπους που διανύουν την τρίτη ηλικία, στους γονείς και στους παππούδες μας. Παρ’ ότι είναι συνταξιούχοι, συνεχίζουν, όσο τους επιτρέπει η σωματική τους ικμάδα, τις δραστηριότητες που έχουν μάθει καλά.Ή, τουλάχιστον μια αξιοπρεπή προσομοίωσή τους. Απόμαχοι οικοδόμοι που βρίσκουν πάντα ένα μερεμέτι που θα γεμίσει τη μέρα τους, αγρότες που καταπονούνται στο ολίγων τετραγωνικών μποστάνι τους, κτηνοτρόφοι που διαθέτουν στα 2-3 ζωντανά τους το χρόνο που άλλοτε διέθεταν στα πολυπληθή κοπάδια τους, δάσκαλοι που διοχετεύουν τα παιδαγωγικά τους αποθέματα στα εγγόνια ή στα γειτονόπουλα, γιατροί, δικηγόροι, επιστήμονες και επώνυμοι κορακοζώητοι πολιτικοί που δίνουν τη γνώση και τη γνώμη τους σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα από τότε που πήραν σύνταξη. Πολλές φορές με ωράρια που είναι αδιανόητα για έναν οικονομικά ενεργό άνθρωπο. Εν όλιγοις, ο μέσος άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν να μην θέλει να σταματήσει ποτέ να είναι παραγωγικός. Πέστε, τώρα, στους ίδιους ανθρώπους ότι η εργασία που προσφέρουν ανιδιοτελώς, πέρα από παραγωγικούς καταναγκασμούς, χωρίς αμοιβή και ασφάλιση θα ενταχθεί στον καθ’ εαυτό εργασιακό τους βίο, αμειβόμενη και ασφαλισμένη, παρατείνοντας την συμβατική 35ετία κατά 5-10 χρόνια. Θα σας δαγκώσουν. Θα ξεσηκωθούν κι οι πέτρες. Δεν υπάρχει καμιά γεροντική παραξενιά σ’ αυτό. Αντίθετα, υπάρχει μια απόλυτα νεανική καχυποψία απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτο- το κράτος, τους αναλογιστές, τους ασφαλιστικούς φορείς, τους εργοδότες, τους επαγγελματίες συνδικαλιστές- τολμήσει να ανατρέψει τις βασικές προβλέψεις του μικρού σχεδίου που έχει καθένας μας για τη ζωή του. Έστω κι αν στην πραγματικότητα σπάνια αυτό το σχέδιο υλοποιείται στις λεπτομέρειές του είτε γιατί το ανατρέπει ένα απρόοπτο τέλος, είτε γιατί συνήθως ο οπτιμισμός του σχεδίου διαψεύδεται από τον πεσιμισμό της πραγματικότητας.
Ετσι, περνάμε στην τρίτη μεγάλη φέτα από τη γραμμή της ζωής, αυτήν που υποτίθεται καλείται να «ασφαλίσει» το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Από το κατά συνθήκη προσδόκιμο επιβιώσεως ο μέσος άνθρωπος οραματίζεται να αναλογεί στη φέτα αυτή τουλάχιστον μια δεκαπενταετία. Είναι το πιο σύντομο κομμάτι του βίου του. Αντιστοιχεί μόλις στο 20%-25%. Και, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να συρρικνωθεί απογοητευτικά, αφού τρίτη ηλικία είναι τόσο εκτεθειμένη στους βιολογικούς καταναγκασμούς. Αλλά θα έπρεπε να είναι απαλλαγμένο από κοινωνικούς καταναγκασμούς. Αν στη νεότητά του ο άνθρωπος προετοιμάζεται (και τελικά «εργάζεται») χάριν της κοινωνίας, αν στην ωριμότητά του παράγει πλούτο τον οποίο «μοιράζεται» θέλει-δεν θέλει με το κοινωνικό σύνολο (κατά κανόνα με ένα ληστρικό σύστημα διανομής), στην τρίτη φάση της ζωής του υπάρχει χάριν του εαυτού του (και εργάζεται, τεμπελιάζει, καταναλώνει, απολαμβάνει ή μοιράζεται κατά βούληση). Είναι για τον ίδιο λόγο άλλωστε που οι περισσότεροι επώνυμοι κι ανώνυμοι της οικονομικής, πνευματικής και πολιτικής ελίτ, οι οποίοι ουδέποτε είχαν αγωνίες για τα συντάξιμα χρόνια τους, τα όρια ηλικίας και το ύψος της σύνταξής τους, παραμένουν ενεργοί μέχρι βαθέως γήρατος, διαψεύδοντας ιατρικά προγνωστικά και δημογραφικές στατιστικές, αντλώντας απόλαυση από τη μόνη διάσταση που είχε η ζωή γι’ αυτούς: την άσκηση εξουσίας. Αλλά, όλη η ζωή, χωρίς φέτες και διαστήματα, χωρίς κοινωνικούς καταναγκασμούς και προθεσμίες.
Αυτό το ψυχολογικό υπόστρωμα αδυνατούν να κατανοήσουν οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές των ασφαλιστικών συστημάτων, οι αναλογιστές, αυτοί που πανικοβάλουν τις κοινωνίες για τη δημογραφική καταστροφή που μας απειλεί, αυτοί που από την ασφάλεια των επαύλεών τους κατακεραυνώνουν τα «ρετιρέ» της εργασίας (επ’ ευκαιρία, δεν τους έχει πει κανείς ότι τα ρετιρέ του χρυσού αιώνα της αντιπαροχής είναι πλέον σε απόλυτη παρακμή; Εξ όσων γνωρίζω, αγοράζονται πλέον μόνο από οικονομικούς μετανάστες). Αδυνατούν να κατανοήσουν ότι τη δύση της ζωής του ο μέσος άνθρωπος δεν έχει την πολυτέλεια να τη διαπραγματευτεί και να τη μοιραστεί με κανένα. Τη θέλει σε ένα πλαίσιο όσο πιο ασφαλές γίνεται- ασφαλές οικονομικά, χρονικά, κοινωνικά. Αλλιώς, τι άλλο νόημα έχει η Κοινωνική Ασφάλεια; Υ.Γ. Μια και ξεκίνησα με χειρομαντεία, επιτρέψτε μου να μαντέψω τι εξέλιξη θα έχει η σύγκρουση της κυβέρνησης με τα «ρετιρέ» της επαγγελματικής μου συντεχνίας. Σε κανα-δυο εβδομάδες βλέπω το σχέδιο ενοποίησης στο «ταμείο επιστημόνων» να αποσύρεται διακριτικά. Κι έπειτα, θα πέσει ασφαλιστική σιγή. Λέτε η όλη υπόθεση να είναι μια κουτοπόνηρη κίνηση μαζικής εξαγοράς των δημοσιογράφων;
Αυτά κατά τους χειρομάντες. Ο μέσος άνθρωπος, πάντως, φαντάζεται τη ζωή του όχι σαν μια δυσοίωνη ρυτίδα, αλλά σαν μια ευθεία γραμμή που αντιστοιχεί σε μια μέση διάρκεια ζωής, ανάλογη με το λεγόμενο προσδόκιμο επιβιώσεως. Οι πιο αισιόδοξοι της δίνουν μια τιμή που υπερβαίνει τα 80 χρόνια, οι πιο ρεαλιστές αντιλαμβάνονται ότι κάπου ανάμεσα στα 74 και τα 79 βρίσκεται η μερίδα ζωής που δικαιούνται, τουλάχιστον αν ζουν στην Ευρώπη ή στην Ελλάδα. Αν, λοιπόν, στο ξεκίνημα της ζωής σας, σας ανέθεταν να διαχειριστείτε αυτή τη νοητή γραμμή, πώς θα τη χωρίζατε; Δεν υπάρχουν και πολλές εναλλακτικές λύσεις.
Υποθέτω ότι ο μέσος νεοέλληνας του 2007 θεωρεί επαρκές να διαθέσει την πρώτη εικοσιπενταετία της ζωής του στην προετοιμασία της κοινωνικής ένταξης. Ν’ αποκτήσει γνώσεις, δεξιότητες, ένα στοιχειώδες σχέδιο ζωής. Η 25ετία αυτή είναι περίπου ανελαστική με βάση τα δεδομένα των εκπαιδευτικών συστημάτων, της αγοράς εργασίας, του κοινωνικού μοντέλου. Θεωρητικά, λοιπόν, το 25ο έτος της ζωής είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης του εργασιακού βίου ο οποίος είναι η επόμενη, λεόντεια και πιο παραγωγική μερίδα ζωής που αντιστοιχεί στο μέσο άνθρωπο. Αλλά, κι αυτή η πρώτη 25ετία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μια παραγωγική «μαύρη τρύπα». Το αντίθετο. Στην πραγματικότητα τα βρέφη, τα νήπια, τα παιδιά, οι μαθητές, οι φοιτητές, οι ειδικευόμενοι, οι περιπλανώμενοι άνεργοι νέοι προσφέρουν κοινωνική εργασία. Εισφέρουν στις κοινωνίες ένα πολύτιμο αγαθό χωρίς το οποίο θα βυθίζονταν σε παρακμή και αργό θάνατο. Τις ανανεώνουν, πλουτίζουν τις κουλτούρες τους, τροφοδοτούν με νέα μέλη όλες τις τάξεις και τα στρώματα, από τη βάση έως τις φυσικές ηγεσίες τους, είναι οι βασικοί αποδέκτες των μικρών και μεγάλων τεχνολογικών και πολιτιστικών επαναστάσεων που διατηρούν ζωντανά τα παραγωγικά ανακλαστικά των κοινωνιών. Απ’ την άποψη αυτή, η πρώτη παραγωγική εικοσιπενταετία της ζωής των ανθρώπων θα έπρεπε να είναι αμειβόμενη και ασφαλισμένη. Και είναι, αλλά στα εγχώρια δεδομένα, είναι τρομακτικά υποαμειβόμενη για τη μεγάλη πλειοψηφία των νέων. Και ανασφάλιστη. Το κενό το καλύπτει η οικογενειακή κοινωνική πρόνοια.
Ας διατρέξουμε και το υπόλοιπο της γραμμής της ζωής. Ακολουθεί, λοιπόν, το διάστημα του εργασιακού βίου. Πόσο πρέπει να του διαθέσουμε; Τα ασφαλιστικά μας δεδομένα προβλέπουν κατά μέσο όρο 30-35 χρόνια, με αποκλίσεις προς τα κάτω και προς τα πάνω για μεγάλες κατηγορίες πληθυσμού. Θεωρητικά, ο μέσος άνθρωπος θα προτιμούσε να είναι δραστήριος για πάντα, μέχρι ξαφνικά, απροειδοποίητα, γλυκά να τον αγγίξει ο θάνατος. Η εργασία, όπως και η ιδιοκτησία, μας θυμίζει ότι υπάρχουμε. Το βλέπουμε στους ανθρώπους που διανύουν την τρίτη ηλικία, στους γονείς και στους παππούδες μας. Παρ’ ότι είναι συνταξιούχοι, συνεχίζουν, όσο τους επιτρέπει η σωματική τους ικμάδα, τις δραστηριότητες που έχουν μάθει καλά.Ή, τουλάχιστον μια αξιοπρεπή προσομοίωσή τους. Απόμαχοι οικοδόμοι που βρίσκουν πάντα ένα μερεμέτι που θα γεμίσει τη μέρα τους, αγρότες που καταπονούνται στο ολίγων τετραγωνικών μποστάνι τους, κτηνοτρόφοι που διαθέτουν στα 2-3 ζωντανά τους το χρόνο που άλλοτε διέθεταν στα πολυπληθή κοπάδια τους, δάσκαλοι που διοχετεύουν τα παιδαγωγικά τους αποθέματα στα εγγόνια ή στα γειτονόπουλα, γιατροί, δικηγόροι, επιστήμονες και επώνυμοι κορακοζώητοι πολιτικοί που δίνουν τη γνώση και τη γνώμη τους σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα από τότε που πήραν σύνταξη. Πολλές φορές με ωράρια που είναι αδιανόητα για έναν οικονομικά ενεργό άνθρωπο. Εν όλιγοις, ο μέσος άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν να μην θέλει να σταματήσει ποτέ να είναι παραγωγικός. Πέστε, τώρα, στους ίδιους ανθρώπους ότι η εργασία που προσφέρουν ανιδιοτελώς, πέρα από παραγωγικούς καταναγκασμούς, χωρίς αμοιβή και ασφάλιση θα ενταχθεί στον καθ’ εαυτό εργασιακό τους βίο, αμειβόμενη και ασφαλισμένη, παρατείνοντας την συμβατική 35ετία κατά 5-10 χρόνια. Θα σας δαγκώσουν. Θα ξεσηκωθούν κι οι πέτρες. Δεν υπάρχει καμιά γεροντική παραξενιά σ’ αυτό. Αντίθετα, υπάρχει μια απόλυτα νεανική καχυποψία απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτο- το κράτος, τους αναλογιστές, τους ασφαλιστικούς φορείς, τους εργοδότες, τους επαγγελματίες συνδικαλιστές- τολμήσει να ανατρέψει τις βασικές προβλέψεις του μικρού σχεδίου που έχει καθένας μας για τη ζωή του. Έστω κι αν στην πραγματικότητα σπάνια αυτό το σχέδιο υλοποιείται στις λεπτομέρειές του είτε γιατί το ανατρέπει ένα απρόοπτο τέλος, είτε γιατί συνήθως ο οπτιμισμός του σχεδίου διαψεύδεται από τον πεσιμισμό της πραγματικότητας.
Ετσι, περνάμε στην τρίτη μεγάλη φέτα από τη γραμμή της ζωής, αυτήν που υποτίθεται καλείται να «ασφαλίσει» το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Από το κατά συνθήκη προσδόκιμο επιβιώσεως ο μέσος άνθρωπος οραματίζεται να αναλογεί στη φέτα αυτή τουλάχιστον μια δεκαπενταετία. Είναι το πιο σύντομο κομμάτι του βίου του. Αντιστοιχεί μόλις στο 20%-25%. Και, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να συρρικνωθεί απογοητευτικά, αφού τρίτη ηλικία είναι τόσο εκτεθειμένη στους βιολογικούς καταναγκασμούς. Αλλά θα έπρεπε να είναι απαλλαγμένο από κοινωνικούς καταναγκασμούς. Αν στη νεότητά του ο άνθρωπος προετοιμάζεται (και τελικά «εργάζεται») χάριν της κοινωνίας, αν στην ωριμότητά του παράγει πλούτο τον οποίο «μοιράζεται» θέλει-δεν θέλει με το κοινωνικό σύνολο (κατά κανόνα με ένα ληστρικό σύστημα διανομής), στην τρίτη φάση της ζωής του υπάρχει χάριν του εαυτού του (και εργάζεται, τεμπελιάζει, καταναλώνει, απολαμβάνει ή μοιράζεται κατά βούληση). Είναι για τον ίδιο λόγο άλλωστε που οι περισσότεροι επώνυμοι κι ανώνυμοι της οικονομικής, πνευματικής και πολιτικής ελίτ, οι οποίοι ουδέποτε είχαν αγωνίες για τα συντάξιμα χρόνια τους, τα όρια ηλικίας και το ύψος της σύνταξής τους, παραμένουν ενεργοί μέχρι βαθέως γήρατος, διαψεύδοντας ιατρικά προγνωστικά και δημογραφικές στατιστικές, αντλώντας απόλαυση από τη μόνη διάσταση που είχε η ζωή γι’ αυτούς: την άσκηση εξουσίας. Αλλά, όλη η ζωή, χωρίς φέτες και διαστήματα, χωρίς κοινωνικούς καταναγκασμούς και προθεσμίες.
Αυτό το ψυχολογικό υπόστρωμα αδυνατούν να κατανοήσουν οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές των ασφαλιστικών συστημάτων, οι αναλογιστές, αυτοί που πανικοβάλουν τις κοινωνίες για τη δημογραφική καταστροφή που μας απειλεί, αυτοί που από την ασφάλεια των επαύλεών τους κατακεραυνώνουν τα «ρετιρέ» της εργασίας (επ’ ευκαιρία, δεν τους έχει πει κανείς ότι τα ρετιρέ του χρυσού αιώνα της αντιπαροχής είναι πλέον σε απόλυτη παρακμή; Εξ όσων γνωρίζω, αγοράζονται πλέον μόνο από οικονομικούς μετανάστες). Αδυνατούν να κατανοήσουν ότι τη δύση της ζωής του ο μέσος άνθρωπος δεν έχει την πολυτέλεια να τη διαπραγματευτεί και να τη μοιραστεί με κανένα. Τη θέλει σε ένα πλαίσιο όσο πιο ασφαλές γίνεται- ασφαλές οικονομικά, χρονικά, κοινωνικά. Αλλιώς, τι άλλο νόημα έχει η Κοινωνική Ασφάλεια; Υ.Γ. Μια και ξεκίνησα με χειρομαντεία, επιτρέψτε μου να μαντέψω τι εξέλιξη θα έχει η σύγκρουση της κυβέρνησης με τα «ρετιρέ» της επαγγελματικής μου συντεχνίας. Σε κανα-δυο εβδομάδες βλέπω το σχέδιο ενοποίησης στο «ταμείο επιστημόνων» να αποσύρεται διακριτικά. Κι έπειτα, θα πέσει ασφαλιστική σιγή. Λέτε η όλη υπόθεση να είναι μια κουτοπόνηρη κίνηση μαζικής εξαγοράς των δημοσιογράφων;
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (24/11/2007)
Μάλιστα, κύριε Γκρέυ, οι θεοί φάνηκαν πολύ καλοί απέναντί σας. Αλλά, ό,τι δίνουν οι θεοί, το παίρνουν γρήγορα πίσω. Μονάχα λίγα χρόνια σας μένουν για να ζήσετε πραγματικά, ολοκληρωτικά, τέλεια. Όταν τα νιάτα σας θα ’χουν φύγει, θα έχουν πάρει μαζί τους και την ομορφιά σας, και τότε θ’ ανακαλύψετε ξαφνικά πως δεν σας απόμειναν περιθώρια θριάμβων, ή θα είσαστε υποχρεωμένος να ικανοποιείστε μ’ εκείνους τους ασήμαντους θριάμβους, που η ανάμνηση του παρελθόντος σας θα τους κάνει να φαίνονται πιο πικροί κι από ήττες. Ο κάθε μήνας που περνάει σας φέρνει κοντά σε κάτι φοβερό. Ο χρόνος σας ζηλεύει και πολεμάει τα κρίνα και τα τριαντάφυλλα της νιότης σας. Θα καταντήσετε χλομός, με μάγουλα βαθουλωμένα και σβησμένα μάτια. Θα υποφέρετε τρομερά…Α! ζήστε τα νιάτα σας τώρα που τα ‘χετε. Μη σκορπάτε το χρυσάφι των ημερών σας, δίνοντας πίστη στα λεγόμενα ανιαρών ανθρώπων, προσπαθώντας να βελτιώσετε τη θέση των απελπισμένων, πετώντας τη ζωή σας στους αμαθείς, τους κοινούς και τους χυδαίους. Πρόκειται γι’ αρρωστημένους στόχους, για ψεύτικα ιδανικά του καιρού μας. Ζήστε!
Οσκαρ Ουάιλντ, «Το πορτρέτο του Ντόεριαν Γκρέυ»
Οσκαρ Ουάιλντ, «Το πορτρέτο του Ντόεριαν Γκρέυ»
19/11/2007
Το μέτριο, το λίγο και το τίποτα (17/11/2007)
Εδώ και μήνες το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο πλημμυρίζει από μηνύματα. Δεκάδες μηνύματα κάθε μέρα. Μηνύματα αγνώστων που ακούνε σε περίεργα ονόματα, όπως Σάρον Τέιτ, Ντέιβιντ Χιουμ, Άνταμ Σμιθ (αναγνωρίσιμα μεν, αλλά δεν έχω το προνόμιο της επικοινωνίας με το υπερπέραν) ή ονόματα που κάτι θυμίζουν, όπως Κρις Πανταζής, Ναόμι Κίντμαν ή Χίλαρι Γουότς. Στην αρχή άνοιγα τα μηνύματα αυτά με αυτάρεσκη ευχαρίστηση και με την ψευδαίσθηση ότι η δημοφιλία μου έχει ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα. Με τον καιρό, κατάλαβα ότι όλοι αυτοί οι άγνωστοι «θαυμαστές» πρόσθεταν επίπονη δουλειά ξεκαθαρίσματος των (λίγων) χρήσιμων μηνυμάτων του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τα (άφθονα) σκουπίδια. Έμαθα κι εγώ τι εστί spam.
Όλοι οι απρόσκλητοι επιστολογράφοι αρχίζουν τα μηνύματά τους, πάντα στα αγγλικά, πάνω-κάτω ως εξής: «Θέλετε ν’ αλλάξετε τη ζωή σας;», ή «Μήπως δεν είστε αρκετά ευτυχισμένος;». Οι απαντήσεις που δίνουν μπορούν στατιστικά να χωριστούν ως εξής: 30% υπόσχονται χρήμα, πολύ χρήμα και 70% σεξ, καλύτερο και αχαλίνωτο σεξ. Στην πρώτη κατηγορία, τα μηνύματα προσφέρουν επενδυτικές ευκαιρίες. Αν, για παράδειγμα, διαθέσεις 100 ευρώ, μπορείς σε λίγους μήνες να τα εκατονταπλασιάσεις με τοποθετήσεις σε περίεργα ομόλογα και μετοχές, ή βοηθώντας να σωθεί η αμύθητη περιουσία ενός εγκλωβισμένου σε μια αφρικανική χώρα με αυταρχικό καθεστώς ή σε κατάσταση εμφυλίου. Στα μηνύματα αυτά, που αναδύουν έντονα οσμή απάτης, δεν δίνω καμία σημασία.
Με απασχολούν έντονα, όμως, τα μηνύματα της δεύτερης κατηγορίας, που υπόσχονται απογείωση της σεξουαλικής ζωής μου. Τα μισά προσφέρουν βιάγκρα και παρεμφερή μαντζούνια σε εξαιρετικές τιμές – και σ’ αυτά δεν δίνω ιδιαίτερη σημασία. Τα άλλα μισά, όμως; Επίμονα, βασανιστικά, πιεστικά μού προτείνουν μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων που υπόσχονται μεγέθυνση πέους. Εκεί φυτεύεται το σπέρμα της αμφιβολίας. Γιατί πιστεύουν αυτοί οι τύποι ότι μπορεί να μ’ ενδιαφέρει κάτι τέτοιο; Γιατί τόσο συστηματικά, καθημερινά, μου προτείνουν φυτικά εκχυλίσματα, ειδικά επιθέματα, χάπια ή συσκευές που, με εγγύηση επιστροφής χρημάτων, εξασφαλίζουν μεγέθυνση πέους έως και 40%; Τι ξέρουν που δεν ξέρω; Τι έχουν αντιληφθεί που δεν έχω αντιληφθεί εγώ;
Τις ανησυχίες για το μέγεθος τις έχω αφήσει πίσω μου αρκετές δεκαετίες, κάπου στα μέσα της εφηβείας, αλλά αυτά τα ηλίθια μηνύματα αποσταθεροποίησαν την υψηλή αυτοεκτίμησή μου ως προς αυτό. Ρώτησα ακόμη και τη γυναίκα μου (με κοίταξε λοξά, «πώς σου ’ρθε αυτό;»), τελικά με καθησύχασε ότι το μέγεθος το έβρισκε ιδεώδες, κι έτσι δεν υπέκυψα στον πειρασμό να πάρω και το υποδεκάμετρο (Θεέ μου! Πόσο χαμηλά έπεσα). Εξάλλου, υπάρχουν οι παλιές παρηγορητικές φιλοσοφίες που υπογραμμίζουν ότι το μέγεθος δεν είναι το παν, όπως και οι περί μέτρου αντιλήψεις των αρχαίων ημών προγόνων οι οποίοι, παρ’ ότι εμφορούνταν από πανηδονισμό και επαίρονταν ότι είναι sex machines, αγωνίες για το μέγεθος δεν είχαν, όπως προδίδουν τα αποκαλυπτικά γλυπτά που μας παρέδωσαν. Ακόμη κι οι θεοί απεικονίζονταν όχι ιδιαίτερα προικισμένοι…
Ωστόσο, το μικρόβιο έχει εισχωρήσει, τα spam επιμένουν και μαζί με τους ανώνυμους ψηφιακούς επιστολογράφους επιμένουν και οι «θεμελιώδεις αντιλήψεις» της κοινωνικοπολιτικής μας καθημερινότητας, έξω από τα όρια των σεξουαλικών μας εμμονών, ότι η ποσότητα μετράει και αδιαφορεί επιδεικτικά για την ποιότητα. Αίφνης, έχει τη σημασία του με ποιο μέγεθος έχασε ο υπέρβαρος Βενιζέλος από τον λεπτό Παπανδρέου σε μιαν αναμέτρηση που κατά τ’ άλλα ασχολείτο με την ποιότητα.
Υπάρχει, βεβαίως, η καθησυχαστική αντίληψη της διαλεκτικής για μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα, αλλά αυτή ενδεχομένως αφορά καταστάσεις πέρα από τον βιολογικό κύκλο ενός μέσου ανθρώπου που γεννιέται και πεθαίνει με συγκεκριμένα μεγέθη, εκτός αν παραδώσει εαυτόν στα χέρια ενός Μένγκελε…
Πιο ανησυχητική είναι η λατρεία του μεγέθους στο πεδίο της οικονομίας. Το φετίχ της ανάπτυξης έχει καταστεί μονόδρομος για όλες τις εθνικές οικονομίες, όλους τους επιχειρηματικούς ομίλους, κάθε οικονομική μονάδα, ακόμη και το μεμονωμένο νοικοκυριό. Είναι αντικείμενο της ψυχανάλυσης, βεβαίως, να διερευνήσει τη σχέση σεξ και οικονομίας, στύσης και ανάπτυξης, οργασμού και υπεραξίας. Οι ψυχολόγοι βάθους λένε ότι τα αρχέγονα ερωτικά ορμέμφυτα είναι η μόνη άμυνα στην ιδέα (και βεβαιότητα) του θανάτου, αλλά αυτό δεν συναρτάται με το μέγεθος του πέους ή οποιουδήποτε άλλου μέρους του σώματος (αν κινείται, τουλάχιστον, στους μέσους όρους). Αντίστοιχα, η αναπαραγωγική ισχύς μιας οικονομίας αποδεικνύεται από την ικανότητά της να εξασφαλίζει ένα ελάχιστο επίπεδο ευημερίας στα μέλη της και, θεωρητικά, η παγκόσμια οικονομία και πολλές από τις εθνικές, διαθέτουν πλούτο επαρκή για να εξασφαλίσουν στην πλειοψηφία αυτό το μέρισμα ευημερίας. Αλλά, εδώ υπεισέρχεται το πρόβλημα της κατανομής. Κι επειδή ο οικονομικός μας πολιτισμός αδυνατεί (ή απλώς αρνείται) να λύσει το πρόβλημα της κατανομής, δίνει τη μόνη εναπομένουσα απάντηση: μεγέθυνση. Ακριβώς όπως τα spam για penis enlargement με ματζούνια, επιθέματα και μαγικές συσκευές.
Μεγέθυνση, λοιπόν. Ακούγεται από τα επισημότερα χείλη, είναι η μανιέρα κάθε υπουργού Οικονομίας (μόνον οι κεντρικοί τραπεζίτες, συχνά, εκφράζουν τις αντιρρήσεις τους, φοβούνται την υπερθέρμανση των οικονομιών και βάζουν φρένο στον αναπτυξιακό τους οργασμό. Ποιος ξέρει γιατί. Ίσως έχουν ανατομικά κόμπλεξ). Είναι, επίσης, η μανιέρα κάθε πρωθυπουργού που κλίνει με αυταρέσκεια την «ανάπτυξη» σε όλες τις πτώσεις. Μόλις προ ημερών, ο κ. Καραμανλής, συμμετέχοντας σε εκδήλωση για τη βράβευση επιχειρηματιών με επιδόσεις μεγέθυνσης (οικονομικής, εννοείται), κάλεσε σε μια ευρεία «κοινωνική συμμαχία ενάντια στο μέτριο και το λίγο». Δεν γνωρίζω ποιο είναι το ψυχολογικό υπόστρωμα αυτής της καθολικής απέχθειας για το «μέτριο και στο λίγο», οφείλω όμως να υπενθυμίσω ότι ακόμη κι αν το λίγο είναι κάτι ανεπιθύμητο, το μέτριο συνάδει με τις αντιλήψεις των προγόνων μας: «μέτρον άριστον». Και κανείς δεν μπορεί να τους μεμφθεί ότι μειονέκτησαν σε ανάπτυξη, ευημερία και ακμή.
Είναι αλήθεια ότι ο Καραμανλής, όπως και κάθε ηγέτης οικονομίας του αναπτυγμένου και του αναπτυσσόμενου κόσμου, θα βρει πολλούς πρόθυμους για ένταξη στη «συμμαχία ενάντια στο μέτριο και το λίγο». Άπληστους μικροαστούς, ακόρεστους αεριτζήδες, λούμπεν μεγαλοαστούς. Καθωσπρέπει επενδυτές με μεγάλη όρεξη, επιχειρηματικούς ομίλους με επεκτατικά οράματα, μικρομάγαζα που θέλουν να εξελιχθούν σε αλυσίδες, εθνικούς πρωταθλητές που επιδιώκουν να γίνουν υπερεθνικοί γίγαντες. Αλλά και φτωχοδιάβολους που θέλουν το λίγο που τους αντιστοιχεί να γίνει μέτριο, μικρομεσαίους που φλέγονται να γίνουν γιγαντοτεράστιοι. Πού να τολμήσει κανείς να ψελλίσει σ’ όλους αυτούς ότι το μέγεθος δεν είναι το παν;
Μπορεί, ωστόσο, να τους προειδοποιήσει για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι άλλοι κυνηγοί της υπερμεγέθυνσης και της υπερανάπτυξης, στο πεδίο της libido πλέον. Καλά τα μαντζούνια, αλλά πάντα ελλοχεύουν οι κίνδυνοι του πριαπισμού και της ελεφαντίασης. Και οι δύο είναι σοβαρές παθήσεις που μετατρέπουν την απόλαυση σε φρικτή οδύνη. Στην οικονομία, πριαπισμός και ελεφαντίαση μπορεί να λέγονται αλλιώς: φούσκα, υπερθέρμανση και τελικά κραχ. Μετά το λίγο, το μέτριο, το πολύ και το τεράστιο μπορεί να ακολουθήσει το τίποτα.
Όλοι οι απρόσκλητοι επιστολογράφοι αρχίζουν τα μηνύματά τους, πάντα στα αγγλικά, πάνω-κάτω ως εξής: «Θέλετε ν’ αλλάξετε τη ζωή σας;», ή «Μήπως δεν είστε αρκετά ευτυχισμένος;». Οι απαντήσεις που δίνουν μπορούν στατιστικά να χωριστούν ως εξής: 30% υπόσχονται χρήμα, πολύ χρήμα και 70% σεξ, καλύτερο και αχαλίνωτο σεξ. Στην πρώτη κατηγορία, τα μηνύματα προσφέρουν επενδυτικές ευκαιρίες. Αν, για παράδειγμα, διαθέσεις 100 ευρώ, μπορείς σε λίγους μήνες να τα εκατονταπλασιάσεις με τοποθετήσεις σε περίεργα ομόλογα και μετοχές, ή βοηθώντας να σωθεί η αμύθητη περιουσία ενός εγκλωβισμένου σε μια αφρικανική χώρα με αυταρχικό καθεστώς ή σε κατάσταση εμφυλίου. Στα μηνύματα αυτά, που αναδύουν έντονα οσμή απάτης, δεν δίνω καμία σημασία.
Με απασχολούν έντονα, όμως, τα μηνύματα της δεύτερης κατηγορίας, που υπόσχονται απογείωση της σεξουαλικής ζωής μου. Τα μισά προσφέρουν βιάγκρα και παρεμφερή μαντζούνια σε εξαιρετικές τιμές – και σ’ αυτά δεν δίνω ιδιαίτερη σημασία. Τα άλλα μισά, όμως; Επίμονα, βασανιστικά, πιεστικά μού προτείνουν μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων που υπόσχονται μεγέθυνση πέους. Εκεί φυτεύεται το σπέρμα της αμφιβολίας. Γιατί πιστεύουν αυτοί οι τύποι ότι μπορεί να μ’ ενδιαφέρει κάτι τέτοιο; Γιατί τόσο συστηματικά, καθημερινά, μου προτείνουν φυτικά εκχυλίσματα, ειδικά επιθέματα, χάπια ή συσκευές που, με εγγύηση επιστροφής χρημάτων, εξασφαλίζουν μεγέθυνση πέους έως και 40%; Τι ξέρουν που δεν ξέρω; Τι έχουν αντιληφθεί που δεν έχω αντιληφθεί εγώ;
Τις ανησυχίες για το μέγεθος τις έχω αφήσει πίσω μου αρκετές δεκαετίες, κάπου στα μέσα της εφηβείας, αλλά αυτά τα ηλίθια μηνύματα αποσταθεροποίησαν την υψηλή αυτοεκτίμησή μου ως προς αυτό. Ρώτησα ακόμη και τη γυναίκα μου (με κοίταξε λοξά, «πώς σου ’ρθε αυτό;»), τελικά με καθησύχασε ότι το μέγεθος το έβρισκε ιδεώδες, κι έτσι δεν υπέκυψα στον πειρασμό να πάρω και το υποδεκάμετρο (Θεέ μου! Πόσο χαμηλά έπεσα). Εξάλλου, υπάρχουν οι παλιές παρηγορητικές φιλοσοφίες που υπογραμμίζουν ότι το μέγεθος δεν είναι το παν, όπως και οι περί μέτρου αντιλήψεις των αρχαίων ημών προγόνων οι οποίοι, παρ’ ότι εμφορούνταν από πανηδονισμό και επαίρονταν ότι είναι sex machines, αγωνίες για το μέγεθος δεν είχαν, όπως προδίδουν τα αποκαλυπτικά γλυπτά που μας παρέδωσαν. Ακόμη κι οι θεοί απεικονίζονταν όχι ιδιαίτερα προικισμένοι…
Ωστόσο, το μικρόβιο έχει εισχωρήσει, τα spam επιμένουν και μαζί με τους ανώνυμους ψηφιακούς επιστολογράφους επιμένουν και οι «θεμελιώδεις αντιλήψεις» της κοινωνικοπολιτικής μας καθημερινότητας, έξω από τα όρια των σεξουαλικών μας εμμονών, ότι η ποσότητα μετράει και αδιαφορεί επιδεικτικά για την ποιότητα. Αίφνης, έχει τη σημασία του με ποιο μέγεθος έχασε ο υπέρβαρος Βενιζέλος από τον λεπτό Παπανδρέου σε μιαν αναμέτρηση που κατά τ’ άλλα ασχολείτο με την ποιότητα.
Υπάρχει, βεβαίως, η καθησυχαστική αντίληψη της διαλεκτικής για μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα, αλλά αυτή ενδεχομένως αφορά καταστάσεις πέρα από τον βιολογικό κύκλο ενός μέσου ανθρώπου που γεννιέται και πεθαίνει με συγκεκριμένα μεγέθη, εκτός αν παραδώσει εαυτόν στα χέρια ενός Μένγκελε…
Πιο ανησυχητική είναι η λατρεία του μεγέθους στο πεδίο της οικονομίας. Το φετίχ της ανάπτυξης έχει καταστεί μονόδρομος για όλες τις εθνικές οικονομίες, όλους τους επιχειρηματικούς ομίλους, κάθε οικονομική μονάδα, ακόμη και το μεμονωμένο νοικοκυριό. Είναι αντικείμενο της ψυχανάλυσης, βεβαίως, να διερευνήσει τη σχέση σεξ και οικονομίας, στύσης και ανάπτυξης, οργασμού και υπεραξίας. Οι ψυχολόγοι βάθους λένε ότι τα αρχέγονα ερωτικά ορμέμφυτα είναι η μόνη άμυνα στην ιδέα (και βεβαιότητα) του θανάτου, αλλά αυτό δεν συναρτάται με το μέγεθος του πέους ή οποιουδήποτε άλλου μέρους του σώματος (αν κινείται, τουλάχιστον, στους μέσους όρους). Αντίστοιχα, η αναπαραγωγική ισχύς μιας οικονομίας αποδεικνύεται από την ικανότητά της να εξασφαλίζει ένα ελάχιστο επίπεδο ευημερίας στα μέλη της και, θεωρητικά, η παγκόσμια οικονομία και πολλές από τις εθνικές, διαθέτουν πλούτο επαρκή για να εξασφαλίσουν στην πλειοψηφία αυτό το μέρισμα ευημερίας. Αλλά, εδώ υπεισέρχεται το πρόβλημα της κατανομής. Κι επειδή ο οικονομικός μας πολιτισμός αδυνατεί (ή απλώς αρνείται) να λύσει το πρόβλημα της κατανομής, δίνει τη μόνη εναπομένουσα απάντηση: μεγέθυνση. Ακριβώς όπως τα spam για penis enlargement με ματζούνια, επιθέματα και μαγικές συσκευές.
Μεγέθυνση, λοιπόν. Ακούγεται από τα επισημότερα χείλη, είναι η μανιέρα κάθε υπουργού Οικονομίας (μόνον οι κεντρικοί τραπεζίτες, συχνά, εκφράζουν τις αντιρρήσεις τους, φοβούνται την υπερθέρμανση των οικονομιών και βάζουν φρένο στον αναπτυξιακό τους οργασμό. Ποιος ξέρει γιατί. Ίσως έχουν ανατομικά κόμπλεξ). Είναι, επίσης, η μανιέρα κάθε πρωθυπουργού που κλίνει με αυταρέσκεια την «ανάπτυξη» σε όλες τις πτώσεις. Μόλις προ ημερών, ο κ. Καραμανλής, συμμετέχοντας σε εκδήλωση για τη βράβευση επιχειρηματιών με επιδόσεις μεγέθυνσης (οικονομικής, εννοείται), κάλεσε σε μια ευρεία «κοινωνική συμμαχία ενάντια στο μέτριο και το λίγο». Δεν γνωρίζω ποιο είναι το ψυχολογικό υπόστρωμα αυτής της καθολικής απέχθειας για το «μέτριο και στο λίγο», οφείλω όμως να υπενθυμίσω ότι ακόμη κι αν το λίγο είναι κάτι ανεπιθύμητο, το μέτριο συνάδει με τις αντιλήψεις των προγόνων μας: «μέτρον άριστον». Και κανείς δεν μπορεί να τους μεμφθεί ότι μειονέκτησαν σε ανάπτυξη, ευημερία και ακμή.
Είναι αλήθεια ότι ο Καραμανλής, όπως και κάθε ηγέτης οικονομίας του αναπτυγμένου και του αναπτυσσόμενου κόσμου, θα βρει πολλούς πρόθυμους για ένταξη στη «συμμαχία ενάντια στο μέτριο και το λίγο». Άπληστους μικροαστούς, ακόρεστους αεριτζήδες, λούμπεν μεγαλοαστούς. Καθωσπρέπει επενδυτές με μεγάλη όρεξη, επιχειρηματικούς ομίλους με επεκτατικά οράματα, μικρομάγαζα που θέλουν να εξελιχθούν σε αλυσίδες, εθνικούς πρωταθλητές που επιδιώκουν να γίνουν υπερεθνικοί γίγαντες. Αλλά και φτωχοδιάβολους που θέλουν το λίγο που τους αντιστοιχεί να γίνει μέτριο, μικρομεσαίους που φλέγονται να γίνουν γιγαντοτεράστιοι. Πού να τολμήσει κανείς να ψελλίσει σ’ όλους αυτούς ότι το μέγεθος δεν είναι το παν;
Μπορεί, ωστόσο, να τους προειδοποιήσει για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι άλλοι κυνηγοί της υπερμεγέθυνσης και της υπερανάπτυξης, στο πεδίο της libido πλέον. Καλά τα μαντζούνια, αλλά πάντα ελλοχεύουν οι κίνδυνοι του πριαπισμού και της ελεφαντίασης. Και οι δύο είναι σοβαρές παθήσεις που μετατρέπουν την απόλαυση σε φρικτή οδύνη. Στην οικονομία, πριαπισμός και ελεφαντίαση μπορεί να λέγονται αλλιώς: φούσκα, υπερθέρμανση και τελικά κραχ. Μετά το λίγο, το μέτριο, το πολύ και το τεράστιο μπορεί να ακολουθήσει το τίποτα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Πουλιέμαι σαν χώρα
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 7/9/2026 Εχει δίκιο τελικά ο Μητσοτάκης. Η χώρα αλλάζει. Χέρια... Πώς θα λέγεται άραγε η Ελλάδα σε δέκα- είκοσι χρόνια...
-
ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : Τ ο παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκ...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...
-
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...