«Είναι φανερό πως πέρασες όλη τη ζωή σου στην εξοχή», αποκρίθηκε η Ρουκέτα, «αλλιώς θα ’πρεπε να ξέρεις ποια είμαι. Όμως σε συγχωρώ για την άγνοιά σου. Θα ’ταν άδικο να περιμένω άλλους ανθρώπους να είναι το ίδιο διακεκριμένοι με μένα. Χωρίς αμφιβολία, θα έμενες έκπληκτη αν σου έλεγα πως μπορώ να πετάξω στον ουρανό κι ύστερα να κατέβω μέσα σε μια χρυσή βροχή».
«Δεν το νομίζω και τόσο σπουδαίο», είπε η πάπια, «αφού δεν βλέπω σε τι θα χρησίμευε αυτό. Τώρα, αν όργωνες ας πούμε τα χωράφια όπως το βόδι, ή αν έσερνες ένα κάρο σαν άλογο ή αν φύλαγες τα πρόβατα τουλάχιστον σαν μαντρόσκυλο, θα ’λεγα πως κάτι ήσουνα».
«Φτωχό μου πλάσμα», φώναξε η Ρουκέτα με τρομαχτικό τόνο στη φωνή της, «βλέπω πως ανήκεις στια κατώτερες τάξεις. Ένα πρόσωπο της δικής μου θέσης ποτέ δεν είναι χρήσιμο. Εμείς έχουμε ορισμένα προσόντα κι αυτό είναι αρκετό. Εγώ προσωπικά δεν συμπαθώ καθόλου την εργατικότητα κανενός είδους, κι ακόμη χειρότερα αυτές που ανέφερες. Αλήθεια, πάντα είχα τη γνώμη πως η σκληρή δουλειά είναι μονάχα για τους απόκληρους της κοινωνίας».
Όσκαρ Ουάιλντ, «Μια διακεκριμένη ρουκέτα»
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", από το 2000 στην Καθημερινή, 2007 - 2014 στον Επενδυτή. Από το 2019 η στήλη έκανε "επανεκκίνηση" στη Εφημερίδα των Συντακτών. Ηταν σαν να βρήκε τον φυσικό της χώρο. Ωστόσο, ο "χώρος" από τις αρχές του 2026 έπαψε να είναι "φυσικός". Η φιλοξενία στην ΕφΣυν διακόπηκε με μια απόλυση. To be continued, με την προσδοκία σύντομα ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ να βρει ξανά... πεδίο βολής.
23/12/2007
17/12/2007
Σημειώσεις για μια πορεία (15/12/2007)
Σκούριασαν, φαίνεται, τα επαναστατικά και συνδικαλιστικά μου ανακλαστικά. Με ξάφνιασε η πλημμυρίδα στο κέντρο της Αθήνας για το ασφαλιστικό την περασμένη Τετάρτη. Και καθώς πέρασε με καθυστέρηση σχεδόν μιας μέρας από τον παραμορφωτικό φακό της τηλοψίας, έμεινε το ζωντανό της αποτύπωμα να κλέβει την παράσταση. Χαλαρή και πολύχρωμη σε συγκρότηση, εντυπωσιακή σε όγκο, πλαδαρή και αντιφατική σε συνθήματα, μάλλον θα καταγραφεί σαν μια από τις επιβλητικότερες κοινωνικές αντιδράσεις των τελευταίων δεκαετιών. Αρκεί να διαψεύσει τη ρουτίνα της συνδικαλιστικής επετηρίδας που ορίζει στα συνδικάτα να κλείνουν με αγωνιστικά προσχήματα τον απεργιακό ισολογισμό της χρονιάς, πριν ο κόσμος σκορπίσει στις αγορές των Χριστουγέννων, στα χαρτοπαικτικά καρέ και στα επιτραπέζια λαϊκο-ποπ ξεφαντώματα στου Τερζή ή στης Κοκκίνου.
Οι εκτιμήσεις λένε πως η πορεία μπορεί να ήταν και διπλάσια από την αντίστοιχη πριν δέκα χρόνια, στην ασφαλιστική «εξέγερση» κατά του νομοσχεδίου Γιαννίτση. Οπότε, ίσως επιβεβαιωθεί με κάποιο τρόπο η φιλολογία περί του ομωνύμου συνδρόμου που απειλεί τον κ. Μαγγίνα. Αν και ο υπουργός Απασχόλησης απειλείται προς το παρόν από άλλο σύνδρομο. Ινδικό. Κάμα Σούτρα. Και ενδέχεται, αν η αόρατη μεταρρύθμισή του τυλιχτεί σε μια κόλλα χαρτί, την επιτυχία να την πιστωθεί τελικά όχι αυτό το ενδιαφέρον σκίρτημα της κοινωνίας του καναπέ, αλλά τα εκδοτικά λαγωνικά που έχουν αναλάβει εργολαβικά να αποδομήσουν ηθικά το πρόσωπο και όχι απαραίτητα την πολιτική του. Είναι κι αυτό ένα σύμπτωμα της εποχής. Ως νεοέλληνες έχουμε εναποθέσει στα πρωτοσέλιδα, στα δελτία των 8 και στις κρυφές κάμερες τις πολιτικές διορθώσεις και αποκαθηλώσεις. Ετσι, η πολιτική εξουσία βρίσκει στα Μέσα το άλλοθι μιας υποχώρησης στα- έστω και κουρασμένα- κινήματα.
Αλλά, μερικές φορές, τα κινήματα έχουν αξία καθεαυτά. Για τρεισήμισι ώρες περνούσε η πορεία μπροστά από τη βουλή. Νωρίτερα, η κυκλοφορία στους δρόμους θύμιζε Κυριακή ή αργία. Συνωστισμός στο μετρό, κόσμος που κατέβαινε στο κέντρο και όχι απαραίτητα για ψώνια. Η σύνθεση των διαδηλωτών ενδιαφέρουσα. Ανάμεσά τους και άνθρωποι που δεν έχουν και την καλύτερη γνώμη για την «κακή συνήθεια» να διακόπτεται η κυκλοφορία. Ή άνθρωποι που έχουν χρόνια να βρεθούν στο δρόμο. Επαγγελματίες χωρίς τις στολές και τα αξεσουάρ του επαγγέλματος και άλλοι με πλήρη εξάρτυση. Μηχανικοί που άφησαν τους χαρτοφύλακές τους στα γραφεία. Δικηγόροι, χωρίς τα κοστούμια και τα ταγέρ, ή με τις γραβάτες στην τσέπη. Ιπτάμενοι της Ολυμπιακής με τις στολές και τα πηλίκιά τους. Δημοσιογράφοι και τεχνικοί των ΜΜΕ με σφυρίχτρες. Αναρχικοί με το πανό τους και το αντισυνδικαλιστικό τους αντίλογο- όχι απαραίτητα με μολότοφ. Συνταξιούχοι που δεν έχουν λόγους ν’ ανησυχούν πια, αλλά κάποιο ένστικτο αλληλεγγύης τους ώθησε στην ταλαιπωρία. Γιατροί χωρίς ακουστικά και λευκές στολές. Εργαζόμενοι των ιδιωτικών εταιρειών κινητής τηλεφωνίας. Επαγγελματίες συνδικαλιστές που αντιμετώπιζαν μάλλον με έκπληξη το γεγονός ότι, κάτω από τα συνήθως μοναχικά πανό τους, υπήρχαν και οι άνθρωποι που εκπροσωπούν. Μπλοκ της νεολαίας ΠΑΣΟΚ μ’ ένα τεράστιο πανό με το σύνθημα «όχι στην ανασφάλιστη εργασία» (λέγε με Λαύριο). Τα γνωστά, αλλά πάντα ακατάληπτα, εξωκοινοβουλευτικά αρχικά. Και νέοι, αρκετοί νέοι της γενιάς των 700 ευρώ. Εκλεισε η πορεία τον κύκλο της στο Σύνταγμα, έφυγα κι εγώ προς Βασιλίσσης Σοφίας, πάνω στην ώρα άλλαζε κι η φρουρά στον Αγνωστο Στρατιώτη, ένας από τους Εύζωνες σκόρπιζε στο πεζοδρόμιο μαύρες χοντρές κλωστές σε κάθε θορυβώδες βήμα μου. Από την κάλτσα του ήταν, απ’ το τσαρούχι του; Θα σας γελάσω…Απλώς το προσθέτω ως detail που συμπληρώνει το φωτορεπορτάζ.
Αυτή είναι, βέβαια, η μακροσκοπική, πανοραμική εικόνα της κινητοποίησης που με ξάφνιασε ευχάριστα. Αν ζουμάρουμε στις λεπτομέρειες, αν μπούμε στο μικρόκοσμο αυτής της οιονεί κοινωνικής αντιπολίτευσης, τα πράγματα αλλάζουν. Ενδεχομένως να ανακαλύψουμε, αντί της κοινωνικής αντιπολίτευσης, μια κοινωνία που αντιπολιτεύεται μαζοχιστικά, σχεδόν αυτιστικά τον εαυτό της. Ιδού μερικές υποσημειώσεις, στο περιθώριο της γενικής εντύπωσης για την πορεία της Τετάρτης.
Πρώτον. Η γενική αντίδραση στην άνευ σχεδίου κυβερνητική επιδρομή καλύπτει μια πανσπερμία μικρο-αντιστάσεων, που δεν βρίσκονται πάντα στην πλευρά της προόδου. Ενδεχομένως να αναδύουν ένα βαθύτατο συντηρητισμό, τον οποίο μάλιστα κολακεύουν τα συνδικάτα. Το σύνθημα «κάτω τα χέρια από τα ταμεία», αίφνης, τι σημαίνει; Ότι κάθε κλάδος υπερασπίζεται το «μαγαζάκι» του, κάθε επαγγελματική ομάδα ετοιμάζεται να στήσει οδοφράγματα και να αναδείξει «Γαβριάδες» υπέρ των ασφαλιστικών μικροπρονομίων της και ότι, τελικά, καθένας περιχαρακώνεται στη συντεχνία του. Συντεχνία έναντι όλων. Εναντι των άλλων κλάδων αλλά και έναντι των άλλων γενιών. Από εκεί προκύπτει και το παράδοξο των δημοσκοπήσεων. Η κοινωνία εμφανίζεται θετική σε μια γενική μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, αλλά απορρίπτει τις κυβερνητικές ακριτομυθίες για αλλαγές εντός κάθε κοινωνικής ομάδας και κλάδου.
Δεύτερον. Η υπεράσπιση του ασφαλιστικού κατακερματισμού –κάθε κλάδος και ταμείο, κάθε ομάδα και επικουρικό- αποτελεί το καλύτερο υπέδαφος για την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης και υποθάλπει τον κατακερματισμό της εργασίας. Η ενοποίηση του ασφαλιστικού παζλ μπορεί να είναι και καλό πράγμα, ανεξάρτητα από τις ληστρικές κυβερνητικές προθέσεις. Αντίθετα, ένα γενικό σύνθημα του τύπου «η συγχώνευση των ταμείων είναι καταστροφή», χωρίς διευκρινίσεις και όρους, είναι βαθύτατα αντιδραστικό καθώς νομιμοποιεί αποκλεισμούς και διαιρέσεις, καταλύει την αλληλεγγύη εντός της κοινωνικής ομάδας και καθαγιάζει την εργασιακή ζούγκλα, με εργαζόμενους που δουλεύουν δίπλα- δίπλα, κάνουν την ίδια δουλειά και στο ίδιο ωράριο αλλά αμείβονται και ασφαλίζονται άνισα.
Τρίτον. Η διατήρηση δεκάδων ταμείων και εκατοντάδων διαφορετικών ασφαλιστικών «συμβολαίων» για κάθε κοινωνική ομάδα, κατηγορία και γενιά, εξαφανίζει το ένα και μοναδικό «συμβόλαιο» που θα έπρεπε να δεσμεύει κράτος και κεφάλαιο απέναντι στην εξ ορισμού αδύναμη εργασία. Μια αντίθεση που, παρά την «κοινωνικοποίηση» του καπιταλισμού της αγοράς, παραμένει ενεργή, εξαφανίζεται πίσω από δεκάδες υπαρκτές μεν αλλά δευτερεύουσες αντιθέσεις, ανάμεσα σε ρετιρέ, ισόγεια και υπόγεια της εργασίας. Το κεφάλαιο μένει στην ταράτσα, κρυμμένο, καλά προστατευμένο σ’ αυτή την ατέρμονα διαπραγμάτευση για τη μεταρρύθμιση των ασφαλιστικών συστημάτων στην οποία προσέρχονται το κράτος ως εξαντλημένος φιλάνθρωπος και η εργασία ως συνένοχος μιας λεηλασίας εις βάρος των φορολογουμένων. Το γεγονός ότι προηγήθηκαν δεκαετίες καταλήστευσης εισφορών και κοινωνικών πόρων εν ονόματι της «ανάπτυξης» προκαλώντας τη χρηματοδοτική κρίση του συστήματος πριν καν ξεμυτίσει η δημογραφική, με κάποιο μαγικό τρόπο έχει χαθεί από την εικόνα. Η αλήθεια, όμως, είναι αυτή: τα χρόνια που επιχειρηματικές ηγεσίες των χωρών της κεντρικής Ευρώπης επένδυαν στα δικά τους «κοινωνικά συμβόλαια» καταβάλλοντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο τίμημα για το κράτος πρόνοιας που όλοι ζηλεύουμε, οι εγχώριοι συνάδελφοί τους περί άλλα τύρβαζαν. Εστηναν γλέντια με τα αποθεματικά των ασφαλιστικών οργανισμών, τους κοινωνικούς και κοινοτικούς πόρους και άφηναν το κράτος να κάνει τη βρομοδουλειά του «κοινωνικού εταίρου». Και τα συνδικάτα προσέφεραν τη συνένοχη σιωπή τους.
Ισως γι’ αυτό έχει αξία η τοποθέτηση του προέδρου του ΣΕΒ, την παραμονή της απεργίας, την οποία παραθέτω αυτούσια στη «θυγατρική» στήλη «Θεωρίες για την υπεραξία». Διαβάστε την με προσοχή. Πέρα από την αίσθηση που αναδύει ότι ο μεγαλύτερος εργοδοτικός φορέας της χώρας σχεδόν επικροτεί την απεργία, υπογραμμίζει ότι ταυτόχρονα δεν θεωρεί εαυτόν μέρος του προβλήματος, αλλά μόνον μέρος της λύσης του. Και ρίχνει όλα του τα (πάντα ευγενή) πυρά στην αμήχανη κυβέρνηση.
Θα μπορούσε κανείς να προσυπογράψει την ανακοίνωση αυτή, ακόμη κι αν είναι αναρχοσυνδικαλιστής. Και ν’ απαιτήσει να γίνει πράγματι ο διάλογος για το ασφαλιστικό υπόθεση των «δυνάμεων της εργασίας», όπως λέει ο πρόεδρος του ΣΕΒ. Μόνον που θα πρέπει η πλευρά που εκπροσωπεί να μην προσέλθει στο διάλογο ως Πόντιος Πιλάτος, αλλά ως συνένοχος του προβλήματος.
Οι εκτιμήσεις λένε πως η πορεία μπορεί να ήταν και διπλάσια από την αντίστοιχη πριν δέκα χρόνια, στην ασφαλιστική «εξέγερση» κατά του νομοσχεδίου Γιαννίτση. Οπότε, ίσως επιβεβαιωθεί με κάποιο τρόπο η φιλολογία περί του ομωνύμου συνδρόμου που απειλεί τον κ. Μαγγίνα. Αν και ο υπουργός Απασχόλησης απειλείται προς το παρόν από άλλο σύνδρομο. Ινδικό. Κάμα Σούτρα. Και ενδέχεται, αν η αόρατη μεταρρύθμισή του τυλιχτεί σε μια κόλλα χαρτί, την επιτυχία να την πιστωθεί τελικά όχι αυτό το ενδιαφέρον σκίρτημα της κοινωνίας του καναπέ, αλλά τα εκδοτικά λαγωνικά που έχουν αναλάβει εργολαβικά να αποδομήσουν ηθικά το πρόσωπο και όχι απαραίτητα την πολιτική του. Είναι κι αυτό ένα σύμπτωμα της εποχής. Ως νεοέλληνες έχουμε εναποθέσει στα πρωτοσέλιδα, στα δελτία των 8 και στις κρυφές κάμερες τις πολιτικές διορθώσεις και αποκαθηλώσεις. Ετσι, η πολιτική εξουσία βρίσκει στα Μέσα το άλλοθι μιας υποχώρησης στα- έστω και κουρασμένα- κινήματα.
Αλλά, μερικές φορές, τα κινήματα έχουν αξία καθεαυτά. Για τρεισήμισι ώρες περνούσε η πορεία μπροστά από τη βουλή. Νωρίτερα, η κυκλοφορία στους δρόμους θύμιζε Κυριακή ή αργία. Συνωστισμός στο μετρό, κόσμος που κατέβαινε στο κέντρο και όχι απαραίτητα για ψώνια. Η σύνθεση των διαδηλωτών ενδιαφέρουσα. Ανάμεσά τους και άνθρωποι που δεν έχουν και την καλύτερη γνώμη για την «κακή συνήθεια» να διακόπτεται η κυκλοφορία. Ή άνθρωποι που έχουν χρόνια να βρεθούν στο δρόμο. Επαγγελματίες χωρίς τις στολές και τα αξεσουάρ του επαγγέλματος και άλλοι με πλήρη εξάρτυση. Μηχανικοί που άφησαν τους χαρτοφύλακές τους στα γραφεία. Δικηγόροι, χωρίς τα κοστούμια και τα ταγέρ, ή με τις γραβάτες στην τσέπη. Ιπτάμενοι της Ολυμπιακής με τις στολές και τα πηλίκιά τους. Δημοσιογράφοι και τεχνικοί των ΜΜΕ με σφυρίχτρες. Αναρχικοί με το πανό τους και το αντισυνδικαλιστικό τους αντίλογο- όχι απαραίτητα με μολότοφ. Συνταξιούχοι που δεν έχουν λόγους ν’ ανησυχούν πια, αλλά κάποιο ένστικτο αλληλεγγύης τους ώθησε στην ταλαιπωρία. Γιατροί χωρίς ακουστικά και λευκές στολές. Εργαζόμενοι των ιδιωτικών εταιρειών κινητής τηλεφωνίας. Επαγγελματίες συνδικαλιστές που αντιμετώπιζαν μάλλον με έκπληξη το γεγονός ότι, κάτω από τα συνήθως μοναχικά πανό τους, υπήρχαν και οι άνθρωποι που εκπροσωπούν. Μπλοκ της νεολαίας ΠΑΣΟΚ μ’ ένα τεράστιο πανό με το σύνθημα «όχι στην ανασφάλιστη εργασία» (λέγε με Λαύριο). Τα γνωστά, αλλά πάντα ακατάληπτα, εξωκοινοβουλευτικά αρχικά. Και νέοι, αρκετοί νέοι της γενιάς των 700 ευρώ. Εκλεισε η πορεία τον κύκλο της στο Σύνταγμα, έφυγα κι εγώ προς Βασιλίσσης Σοφίας, πάνω στην ώρα άλλαζε κι η φρουρά στον Αγνωστο Στρατιώτη, ένας από τους Εύζωνες σκόρπιζε στο πεζοδρόμιο μαύρες χοντρές κλωστές σε κάθε θορυβώδες βήμα μου. Από την κάλτσα του ήταν, απ’ το τσαρούχι του; Θα σας γελάσω…Απλώς το προσθέτω ως detail που συμπληρώνει το φωτορεπορτάζ.
Αυτή είναι, βέβαια, η μακροσκοπική, πανοραμική εικόνα της κινητοποίησης που με ξάφνιασε ευχάριστα. Αν ζουμάρουμε στις λεπτομέρειες, αν μπούμε στο μικρόκοσμο αυτής της οιονεί κοινωνικής αντιπολίτευσης, τα πράγματα αλλάζουν. Ενδεχομένως να ανακαλύψουμε, αντί της κοινωνικής αντιπολίτευσης, μια κοινωνία που αντιπολιτεύεται μαζοχιστικά, σχεδόν αυτιστικά τον εαυτό της. Ιδού μερικές υποσημειώσεις, στο περιθώριο της γενικής εντύπωσης για την πορεία της Τετάρτης.
Πρώτον. Η γενική αντίδραση στην άνευ σχεδίου κυβερνητική επιδρομή καλύπτει μια πανσπερμία μικρο-αντιστάσεων, που δεν βρίσκονται πάντα στην πλευρά της προόδου. Ενδεχομένως να αναδύουν ένα βαθύτατο συντηρητισμό, τον οποίο μάλιστα κολακεύουν τα συνδικάτα. Το σύνθημα «κάτω τα χέρια από τα ταμεία», αίφνης, τι σημαίνει; Ότι κάθε κλάδος υπερασπίζεται το «μαγαζάκι» του, κάθε επαγγελματική ομάδα ετοιμάζεται να στήσει οδοφράγματα και να αναδείξει «Γαβριάδες» υπέρ των ασφαλιστικών μικροπρονομίων της και ότι, τελικά, καθένας περιχαρακώνεται στη συντεχνία του. Συντεχνία έναντι όλων. Εναντι των άλλων κλάδων αλλά και έναντι των άλλων γενιών. Από εκεί προκύπτει και το παράδοξο των δημοσκοπήσεων. Η κοινωνία εμφανίζεται θετική σε μια γενική μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, αλλά απορρίπτει τις κυβερνητικές ακριτομυθίες για αλλαγές εντός κάθε κοινωνικής ομάδας και κλάδου.
Δεύτερον. Η υπεράσπιση του ασφαλιστικού κατακερματισμού –κάθε κλάδος και ταμείο, κάθε ομάδα και επικουρικό- αποτελεί το καλύτερο υπέδαφος για την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης και υποθάλπει τον κατακερματισμό της εργασίας. Η ενοποίηση του ασφαλιστικού παζλ μπορεί να είναι και καλό πράγμα, ανεξάρτητα από τις ληστρικές κυβερνητικές προθέσεις. Αντίθετα, ένα γενικό σύνθημα του τύπου «η συγχώνευση των ταμείων είναι καταστροφή», χωρίς διευκρινίσεις και όρους, είναι βαθύτατα αντιδραστικό καθώς νομιμοποιεί αποκλεισμούς και διαιρέσεις, καταλύει την αλληλεγγύη εντός της κοινωνικής ομάδας και καθαγιάζει την εργασιακή ζούγκλα, με εργαζόμενους που δουλεύουν δίπλα- δίπλα, κάνουν την ίδια δουλειά και στο ίδιο ωράριο αλλά αμείβονται και ασφαλίζονται άνισα.
Τρίτον. Η διατήρηση δεκάδων ταμείων και εκατοντάδων διαφορετικών ασφαλιστικών «συμβολαίων» για κάθε κοινωνική ομάδα, κατηγορία και γενιά, εξαφανίζει το ένα και μοναδικό «συμβόλαιο» που θα έπρεπε να δεσμεύει κράτος και κεφάλαιο απέναντι στην εξ ορισμού αδύναμη εργασία. Μια αντίθεση που, παρά την «κοινωνικοποίηση» του καπιταλισμού της αγοράς, παραμένει ενεργή, εξαφανίζεται πίσω από δεκάδες υπαρκτές μεν αλλά δευτερεύουσες αντιθέσεις, ανάμεσα σε ρετιρέ, ισόγεια και υπόγεια της εργασίας. Το κεφάλαιο μένει στην ταράτσα, κρυμμένο, καλά προστατευμένο σ’ αυτή την ατέρμονα διαπραγμάτευση για τη μεταρρύθμιση των ασφαλιστικών συστημάτων στην οποία προσέρχονται το κράτος ως εξαντλημένος φιλάνθρωπος και η εργασία ως συνένοχος μιας λεηλασίας εις βάρος των φορολογουμένων. Το γεγονός ότι προηγήθηκαν δεκαετίες καταλήστευσης εισφορών και κοινωνικών πόρων εν ονόματι της «ανάπτυξης» προκαλώντας τη χρηματοδοτική κρίση του συστήματος πριν καν ξεμυτίσει η δημογραφική, με κάποιο μαγικό τρόπο έχει χαθεί από την εικόνα. Η αλήθεια, όμως, είναι αυτή: τα χρόνια που επιχειρηματικές ηγεσίες των χωρών της κεντρικής Ευρώπης επένδυαν στα δικά τους «κοινωνικά συμβόλαια» καταβάλλοντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο τίμημα για το κράτος πρόνοιας που όλοι ζηλεύουμε, οι εγχώριοι συνάδελφοί τους περί άλλα τύρβαζαν. Εστηναν γλέντια με τα αποθεματικά των ασφαλιστικών οργανισμών, τους κοινωνικούς και κοινοτικούς πόρους και άφηναν το κράτος να κάνει τη βρομοδουλειά του «κοινωνικού εταίρου». Και τα συνδικάτα προσέφεραν τη συνένοχη σιωπή τους.
Ισως γι’ αυτό έχει αξία η τοποθέτηση του προέδρου του ΣΕΒ, την παραμονή της απεργίας, την οποία παραθέτω αυτούσια στη «θυγατρική» στήλη «Θεωρίες για την υπεραξία». Διαβάστε την με προσοχή. Πέρα από την αίσθηση που αναδύει ότι ο μεγαλύτερος εργοδοτικός φορέας της χώρας σχεδόν επικροτεί την απεργία, υπογραμμίζει ότι ταυτόχρονα δεν θεωρεί εαυτόν μέρος του προβλήματος, αλλά μόνον μέρος της λύσης του. Και ρίχνει όλα του τα (πάντα ευγενή) πυρά στην αμήχανη κυβέρνηση.
Θα μπορούσε κανείς να προσυπογράψει την ανακοίνωση αυτή, ακόμη κι αν είναι αναρχοσυνδικαλιστής. Και ν’ απαιτήσει να γίνει πράγματι ο διάλογος για το ασφαλιστικό υπόθεση των «δυνάμεων της εργασίας», όπως λέει ο πρόεδρος του ΣΕΒ. Μόνον που θα πρέπει η πλευρά που εκπροσωπεί να μην προσέλθει στο διάλογο ως Πόντιος Πιλάτος, αλλά ως συνένοχος του προβλήματος.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (15/12/2007)
«Ο ΣΕΒ συμμερίζεται την εύλογη κοινωνική ανησυχία και ανασφάλεια που εκφράζει η αυριανή γενική απεργία. Οι δυνάμεις της εργασίας –εργοδότες και εργαζόμενοι– έχουν κάθε λόγο να αξιώνουν μία ολοκληρωμένη και βιώσιμη λύση του Ασφαλιστικού. Έχουν κάθε λόγο να αντιτίθενται στην επιβολή αποσπασματικών μέτρων, τα οποία «μπαλώνουν» συγκυριακά και στην ουσία μεταθέτουν το πρόβλημα διογκώνοντάς το.
Αξιώνουμε, ακόμη, έναν ουσιαστικό και όχι προσχηματικό διάλογο, στον οποίο να προσέλθουν όλοι με ανοιχτά χαρτιά. Η μέχρι σήμερα διαδικασία διαλόγου καλλιέργησε, δυστυχώς, τη δυσπιστία και έδωσε άλλοθι στην υπεκφυγή.
Ο ΣΕΒ θεωρεί ότι η αυριανή απεργία αναδεικνύει την ανάγκη για κοινές πρωτοβουλίες και δράσεις των κοινωνικών εταίρων, με στόχο ένα ασφαλιστικό σύστημα, το οποίο να αποτελεί πυλώνα κοινωνικής ασφάλειας, σιγουριάς και δικαιοσύνης».
Δήλωση του προέδρου του ΣΕΒ Δ. Δασκαλόπουλου, 11/12/2007
Αξιώνουμε, ακόμη, έναν ουσιαστικό και όχι προσχηματικό διάλογο, στον οποίο να προσέλθουν όλοι με ανοιχτά χαρτιά. Η μέχρι σήμερα διαδικασία διαλόγου καλλιέργησε, δυστυχώς, τη δυσπιστία και έδωσε άλλοθι στην υπεκφυγή.
Ο ΣΕΒ θεωρεί ότι η αυριανή απεργία αναδεικνύει την ανάγκη για κοινές πρωτοβουλίες και δράσεις των κοινωνικών εταίρων, με στόχο ένα ασφαλιστικό σύστημα, το οποίο να αποτελεί πυλώνα κοινωνικής ασφάλειας, σιγουριάς και δικαιοσύνης».
Δήλωση του προέδρου του ΣΕΒ Δ. Δασκαλόπουλου, 11/12/2007
10/12/2007
Χρήσιμα αντικείμενα, για τα σκουπίδια (8/12/2007)
Αναρωτιέμαι συχνά τι πρέπει να απαντήσω στην κόρη μου όταν μου θέσει το ερώτημα: «Τι να γίνω όταν μεγαλώσω;» Προς το παρόν, διανύει την περίοδο της αθωότητας. Θέλει να γίνει τοπ μόντελ ή τραγουδίστρια ή παρουσιάστρια τηλεόρασης ή γιατρός χωρίς σύνορα ή γενετίστρια που θα βρει το ελιξίριο της νιότης ή κομμώτρια ή βομβίστρια του αντιεξουσιαστικού πεδίου. Της έχω εξηγήσει ότι αυτό δεν είναι επάγγελμα, αλλά δεν δίνει σημασία. Όλα αυτά, ανάλογα με τα φεγγάρια της. Κάποια στιγμή το ερώτημα θα τεθεί πιο στέρεα και θα απαιτεί απαντήσεις πέρα από τις παρορμήσεις των οκτώ χρόνων της. Γιατί, αναζητώντας το επάγγελμα του μέλλοντος το 2007, πρέπει να πιθανολογήσει κανείς ποιες από τις σημερινές παραδοσιακές ή μοδάτες κι ακριβοπληρωμένες εξειδικεύσεις θα έχουν επιβιώσει το 2027. Οι μελλοντολόγοι της απασχόλησης υπολογίζουν ότι ο κύκλος ακμής (ή και ζωής) ενός επαγγέλματος θα γίνεται όλο και πιο σύντομος, όσο ο αρχέγονος καταμερισμός εργασίας εξελίσσεται σε εξουθενωτικό κατακερματισμό της.
Υπάρχουν πάντως ορισμένα επαγγέλματα που αποκτούν μιαν ιδιαίτερη αντοχή στο χρόνο. Αίφνης, σκέφτομαι το επάγγελμα του παλιατζή ή του ρακοσυλλέκτη. Μάλλον βιαστήκαμε να τα κατατάξουμε στα επαγγέλματα που χάνονται, όπως για παράδειγμα ο παπουτσής, ο γανωτζής, ο πεταλωτής, ο χαλκιάς και άλλες τέχνες που κοσμούσαν τα αναγνωστικά των παιδικών μας χρόνων. Έχω την υποψία ότι ο παλιατζής είναι το επάγγελμα του μέλλοντος. Δεν είμαι σίγουρος αν θα χειραγωγήσω την κόρη μου προς αυτό (η γονεϊκή μου ματαιοδοξία, προς το παρόν, δεν το αντέχει), αλλά αυτή είναι μια ρεαλιστική διαπίστωση με βάση το ρυθμό που παράγουμε, καταναλώνουμε και απορρίπτουμε τα αντικείμενα της κατανάλωσής μας.
Ενδεχομένως, ο παλιατζής του μέλλοντος δεν θα έρχεται με το τρίκυκλο ή το ημιφορτηγό στα σοκάκια της γειτονιάς μας. Δεν θα διαλαλεί τις υπηρεσίες του από το φορητό του μεγάφωνο, εναλλάσσοντας τη φωνή του με στροφές από το τελευταίας εσοδείας λαϊκο-πόπ σουξεδάκι. Θα καταφθάνει σαν τεράστιο φορτηγό που θα παραλαμβάνει από τους ειδικούς κάδους τα στοιβαγμένα χαρτιά, πλαστικά, γυαλιά ή αλουμίνια. Θα έρχεται με ειδικό όχημα που θα φορτώνει τις άχρηστες ηλεκτρικές συσκευές ή τα «τελειωμένα» αυτοκίνητα. Το ραντεβού για την παραλαβή των λαφύρων της κατανάλωσής σας θα είναι απαραίτητο. Και ο παλιατζής θα φορά ολοκάθαρη φόρμα εργασίας, θα έχει γνώσεις χημικού μηχανικού ή ανάλογες (ενδεχομένως και το αντίστοιχο πτυχίο) και θα δίνει εντολές από το κομπιούτερ του για την αξιολόγηση κάθε αντικειμένου. Αλλωστε, αυτό που περιγράφω εδώ ως εικόνα του μέλλοντός μας, σε ορισμένες χώρες είναι εν μέρει παρόν.
Βρέθηκα προ ημερών σε ένα κατάστημα κινητής τηλεφωνίας. Εκατοντάδες κινητά τηλέφωνα και αξεσουάρ αραδιασμένα στις προθήκες του. Χωρισμένα σε κατηγορίες, με χαρακτηριστικά που περιγράφονταν με ακατάληπτες –για μένα- ορολογίες. Η ερώτηση που έκανε ο μέσος υποψήφιος αγοραστής ήταν πότε κυκλοφόρησε κάθε μοντέλο. Απ’ όσο κατάλαβα, το παλαιότερο ήταν μόλις δύο ετών. Το νεότερο, μόλις δύο εβδομάδων. Ουσιαστικά, κάθε κινητό τηλέφωνο προανήγγελλε ήδη από τα «στοιχεία ταυτότητάς» του τον επερχόμενο θάνατό του, την ημερομηνία λήξης του. Ο κύκλος ζωής του δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο. Αλλωστε, και οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας προσυπογράφουν τη «θανατική καταδίκη» κάθε προϊόντος τους πολύ πριν τα «φτύσει» πραγματικά με τις πολιτικές επιδότησης συσκευής. «Εξ άλλου σε ένα χρόνο θα έχετε πάλι δικαίωμα αναβάθμισης….», λένε χωρίς προσχήματα οι πωλητές. Σε μια γωνιά του καταστήματος υπάρχει ειδικό stand ανακύκλωσης συσκευών και αξεσουάρ. Κινητά, φορτιστές, μπαταρίες, χαντς φρι, μπλου τουθ βρίσκονται κατά δεκάδες συσσωρευμένα εκεί αν και δεν έχει έρθει η ώρα του «φυσικού θανάτου» τους. Προηγείται ο «κοινωνικός» τους θάνατος χάρη στον ακόρεστο μηχανισμό δημιουργίας αγαθών με ρυθμό που υπερβαίνει το ρυθμό δημιουργίας των αναγκών. Ακόμη κι οι διαφημιστές των προϊόντων έχουν παραιτηθεί από τη διαφήμιση της διάρκειας ζωής ενός προϊόντος. Κανείς δεν ισχυρίζεται πια ότι το ψυγείο, η τηλεόραση ή το αυτοκίνητο που πουλάει είναι «για μια ζωή». Αυτά που κάποτε αποκαλούσαμε «διαρκή καταναλωτικά αγαθά» έχασαν το βασικό χαρακτηριστικό τους. Δεν το αποκλείω διόλου στο εγγύς μέλλον το after sale service που διαφημίζουν προς το παρόν οι κατασκευαστές ως τελευταία λέξη του marketing να αντικατασταθεί από το after using recycling και ο ανταγωνισμός τους να μεταφερθεί από το πεδίο της παραγωγής και της κατανάλωσης, στο πεδίο της διαχείρισης των απορριμμάτων.
Προς το παρόν, αντιμετωπίζουμε τη διαχείριση των απορριμμάτων και την ανακύκλωση με τα αθώα μάτια της οικολογίας και της προστασίας του περιβάλλοντος. Τα αντιμετωπίζουμε μόνο ως παρενέργειες της κατανάλωσης και είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε το μερίδιο συνενοχής που μας αναλογεί. Είμαστε έτοιμοι να την εξαγοράσουμε με πράξεις ευαισθησίας. Φυσικά, υπάρχει αυτή η συνενοχή. Κανείς δεν μας βάζει το πιστόλι στον κρόταφο για ν’ αλλάζουμε κινητό κάθε χρόνο, αυτοκίνητο κάθε πέντε χρόνια και ακίνητο κάθε είκοσι. Αλλά αυτής της δικής μας συνενοχής, προηγείται μια άλλη ισχυρότερη ενοχή. Η κατασκευαστική βιομηχανία έχει πλέον ανάγκη τη βιομηχανία της καταστροφής (και ανακύκλωσης) των προϊόντων της. Καθώς ο επιχειρηματικός κύκλος μικραίνει, στενεύουν και τα όρια ζωής κάθε αγαθού. Ο ανταγωνισμός εκμηδενίζει την ανταλλακτική του αξία πριν μειωθεί η αξία χρήσης του. Το κινητό που πετιέται με άνεση (και ίσως με ένα αίσθημα οικολογικής ορθότητας) στα σταντ της ανακύκλωσης μπορεί να έχει μιαν αξία χρήσης για πολλά χρόνια ακόμη. Θα ήταν πολύτιμο, μάλιστα, στις παρθένες ακόμη αγορές της ψηφιακής εποχής, στην Αφρική ή στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας. Αλλά ακόμη και ο καταναλωτής της ανεπτυγμένης Δύσης δεν έχει προλάβει να αξιοποιήσει, μέχρι να το πετάξει, το 100% των δυνατοτήτων του. Κατά κάποιο τρόπο, λοιπόν, η βιομηχανία των ψηφιακών (και όχι μόνον αυτών) προϊόντων έχει ανάγκη κάποιον που θα νομιμοποιεί τη σύντμηση του κύκλου ζωής κάθε αγαθού, τον «βίαιο» θάνατό του. Κι αυτό το συνεργό τον βρίσκει στο «πρόσωπο» του παλιατζή. Που φυσικά, μπορεί να έχει τη μορφή του γραφικού επαγγελματία, αλλά μπορεί να πάρει και τη διάσταση της γιγάντιας βιομηχανίας ανακύκλωσης.
Το μέλλον είναι γραμμένο στα σκουπίδια μας, λοιπόν. Στη διαχείρισή τους συναντώνται οι ανάγκες και οι ανησυχίες πολλών: της κατασκευαστικής βιομηχανίας που θα ανταγωνίζεται όλο και περισσότερο για ταχύτερη κυκλοφορία των προϊόντων της αλλά και για φθηνότερες πρώτες ύλες. Των περιβαλλοντικών οργανώσεων που αγωνιούν για το οικολογικό ολοκαύτωμα και την εξάντληση των πόρων του πλανήτη. Των καταναλωτών που θυσιάζουν τα τελευταία αποθέματα εισοδήματος σε θνησιγενή αγαθά. Και των γονιών που, επιτέλους, βρίσκουν μια ορατή διέξοδο για το επαγγελματικό μέλλον των παιδιών τους.
Εγώ, τουλάχιστον, το σκέφτομαι σοβαρά για την κόρη μου. Υποθέτω ότι θα έχει τις αντιρρήσεις της, αλλά κάποια πιο «πρεστιζάτη» ονομασία θα βρεθεί συν τω χρόνω για τα επαγγέλματα του μέλλοντος, τους παλιατζήδες και τους ρακοσυλλέκτες.
Υπάρχουν πάντως ορισμένα επαγγέλματα που αποκτούν μιαν ιδιαίτερη αντοχή στο χρόνο. Αίφνης, σκέφτομαι το επάγγελμα του παλιατζή ή του ρακοσυλλέκτη. Μάλλον βιαστήκαμε να τα κατατάξουμε στα επαγγέλματα που χάνονται, όπως για παράδειγμα ο παπουτσής, ο γανωτζής, ο πεταλωτής, ο χαλκιάς και άλλες τέχνες που κοσμούσαν τα αναγνωστικά των παιδικών μας χρόνων. Έχω την υποψία ότι ο παλιατζής είναι το επάγγελμα του μέλλοντος. Δεν είμαι σίγουρος αν θα χειραγωγήσω την κόρη μου προς αυτό (η γονεϊκή μου ματαιοδοξία, προς το παρόν, δεν το αντέχει), αλλά αυτή είναι μια ρεαλιστική διαπίστωση με βάση το ρυθμό που παράγουμε, καταναλώνουμε και απορρίπτουμε τα αντικείμενα της κατανάλωσής μας.
Ενδεχομένως, ο παλιατζής του μέλλοντος δεν θα έρχεται με το τρίκυκλο ή το ημιφορτηγό στα σοκάκια της γειτονιάς μας. Δεν θα διαλαλεί τις υπηρεσίες του από το φορητό του μεγάφωνο, εναλλάσσοντας τη φωνή του με στροφές από το τελευταίας εσοδείας λαϊκο-πόπ σουξεδάκι. Θα καταφθάνει σαν τεράστιο φορτηγό που θα παραλαμβάνει από τους ειδικούς κάδους τα στοιβαγμένα χαρτιά, πλαστικά, γυαλιά ή αλουμίνια. Θα έρχεται με ειδικό όχημα που θα φορτώνει τις άχρηστες ηλεκτρικές συσκευές ή τα «τελειωμένα» αυτοκίνητα. Το ραντεβού για την παραλαβή των λαφύρων της κατανάλωσής σας θα είναι απαραίτητο. Και ο παλιατζής θα φορά ολοκάθαρη φόρμα εργασίας, θα έχει γνώσεις χημικού μηχανικού ή ανάλογες (ενδεχομένως και το αντίστοιχο πτυχίο) και θα δίνει εντολές από το κομπιούτερ του για την αξιολόγηση κάθε αντικειμένου. Αλλωστε, αυτό που περιγράφω εδώ ως εικόνα του μέλλοντός μας, σε ορισμένες χώρες είναι εν μέρει παρόν.
Βρέθηκα προ ημερών σε ένα κατάστημα κινητής τηλεφωνίας. Εκατοντάδες κινητά τηλέφωνα και αξεσουάρ αραδιασμένα στις προθήκες του. Χωρισμένα σε κατηγορίες, με χαρακτηριστικά που περιγράφονταν με ακατάληπτες –για μένα- ορολογίες. Η ερώτηση που έκανε ο μέσος υποψήφιος αγοραστής ήταν πότε κυκλοφόρησε κάθε μοντέλο. Απ’ όσο κατάλαβα, το παλαιότερο ήταν μόλις δύο ετών. Το νεότερο, μόλις δύο εβδομάδων. Ουσιαστικά, κάθε κινητό τηλέφωνο προανήγγελλε ήδη από τα «στοιχεία ταυτότητάς» του τον επερχόμενο θάνατό του, την ημερομηνία λήξης του. Ο κύκλος ζωής του δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο. Αλλωστε, και οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας προσυπογράφουν τη «θανατική καταδίκη» κάθε προϊόντος τους πολύ πριν τα «φτύσει» πραγματικά με τις πολιτικές επιδότησης συσκευής. «Εξ άλλου σε ένα χρόνο θα έχετε πάλι δικαίωμα αναβάθμισης….», λένε χωρίς προσχήματα οι πωλητές. Σε μια γωνιά του καταστήματος υπάρχει ειδικό stand ανακύκλωσης συσκευών και αξεσουάρ. Κινητά, φορτιστές, μπαταρίες, χαντς φρι, μπλου τουθ βρίσκονται κατά δεκάδες συσσωρευμένα εκεί αν και δεν έχει έρθει η ώρα του «φυσικού θανάτου» τους. Προηγείται ο «κοινωνικός» τους θάνατος χάρη στον ακόρεστο μηχανισμό δημιουργίας αγαθών με ρυθμό που υπερβαίνει το ρυθμό δημιουργίας των αναγκών. Ακόμη κι οι διαφημιστές των προϊόντων έχουν παραιτηθεί από τη διαφήμιση της διάρκειας ζωής ενός προϊόντος. Κανείς δεν ισχυρίζεται πια ότι το ψυγείο, η τηλεόραση ή το αυτοκίνητο που πουλάει είναι «για μια ζωή». Αυτά που κάποτε αποκαλούσαμε «διαρκή καταναλωτικά αγαθά» έχασαν το βασικό χαρακτηριστικό τους. Δεν το αποκλείω διόλου στο εγγύς μέλλον το after sale service που διαφημίζουν προς το παρόν οι κατασκευαστές ως τελευταία λέξη του marketing να αντικατασταθεί από το after using recycling και ο ανταγωνισμός τους να μεταφερθεί από το πεδίο της παραγωγής και της κατανάλωσης, στο πεδίο της διαχείρισης των απορριμμάτων.
Προς το παρόν, αντιμετωπίζουμε τη διαχείριση των απορριμμάτων και την ανακύκλωση με τα αθώα μάτια της οικολογίας και της προστασίας του περιβάλλοντος. Τα αντιμετωπίζουμε μόνο ως παρενέργειες της κατανάλωσης και είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε το μερίδιο συνενοχής που μας αναλογεί. Είμαστε έτοιμοι να την εξαγοράσουμε με πράξεις ευαισθησίας. Φυσικά, υπάρχει αυτή η συνενοχή. Κανείς δεν μας βάζει το πιστόλι στον κρόταφο για ν’ αλλάζουμε κινητό κάθε χρόνο, αυτοκίνητο κάθε πέντε χρόνια και ακίνητο κάθε είκοσι. Αλλά αυτής της δικής μας συνενοχής, προηγείται μια άλλη ισχυρότερη ενοχή. Η κατασκευαστική βιομηχανία έχει πλέον ανάγκη τη βιομηχανία της καταστροφής (και ανακύκλωσης) των προϊόντων της. Καθώς ο επιχειρηματικός κύκλος μικραίνει, στενεύουν και τα όρια ζωής κάθε αγαθού. Ο ανταγωνισμός εκμηδενίζει την ανταλλακτική του αξία πριν μειωθεί η αξία χρήσης του. Το κινητό που πετιέται με άνεση (και ίσως με ένα αίσθημα οικολογικής ορθότητας) στα σταντ της ανακύκλωσης μπορεί να έχει μιαν αξία χρήσης για πολλά χρόνια ακόμη. Θα ήταν πολύτιμο, μάλιστα, στις παρθένες ακόμη αγορές της ψηφιακής εποχής, στην Αφρική ή στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας. Αλλά ακόμη και ο καταναλωτής της ανεπτυγμένης Δύσης δεν έχει προλάβει να αξιοποιήσει, μέχρι να το πετάξει, το 100% των δυνατοτήτων του. Κατά κάποιο τρόπο, λοιπόν, η βιομηχανία των ψηφιακών (και όχι μόνον αυτών) προϊόντων έχει ανάγκη κάποιον που θα νομιμοποιεί τη σύντμηση του κύκλου ζωής κάθε αγαθού, τον «βίαιο» θάνατό του. Κι αυτό το συνεργό τον βρίσκει στο «πρόσωπο» του παλιατζή. Που φυσικά, μπορεί να έχει τη μορφή του γραφικού επαγγελματία, αλλά μπορεί να πάρει και τη διάσταση της γιγάντιας βιομηχανίας ανακύκλωσης.
Το μέλλον είναι γραμμένο στα σκουπίδια μας, λοιπόν. Στη διαχείρισή τους συναντώνται οι ανάγκες και οι ανησυχίες πολλών: της κατασκευαστικής βιομηχανίας που θα ανταγωνίζεται όλο και περισσότερο για ταχύτερη κυκλοφορία των προϊόντων της αλλά και για φθηνότερες πρώτες ύλες. Των περιβαλλοντικών οργανώσεων που αγωνιούν για το οικολογικό ολοκαύτωμα και την εξάντληση των πόρων του πλανήτη. Των καταναλωτών που θυσιάζουν τα τελευταία αποθέματα εισοδήματος σε θνησιγενή αγαθά. Και των γονιών που, επιτέλους, βρίσκουν μια ορατή διέξοδο για το επαγγελματικό μέλλον των παιδιών τους.
Εγώ, τουλάχιστον, το σκέφτομαι σοβαρά για την κόρη μου. Υποθέτω ότι θα έχει τις αντιρρήσεις της, αλλά κάποια πιο «πρεστιζάτη» ονομασία θα βρεθεί συν τω χρόνω για τα επαγγέλματα του μέλλοντος, τους παλιατζήδες και τους ρακοσυλλέκτες.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (8/12/2007)
…Στο ντους χρησιμοποιώ κατ’ αρχάς ένα υδατενεργό καθαριστικό τζελ και στη συνέχεια ένα καθαριστικό σώματος από μέλι και αμύγδαλο, ενώ στο πρόσωπο ένα απολεπιστικό καθαριστικό τζελ. Το σαμπουάν Βιτάλ Σασούν είναι ιδιαίτερα καλό για την απομάκρυνση των στρωμάτων στεγνωμένου ιδρώτα, των αλάτων, των λιπών, των ρύπων που μεταφέρονται από τον αέρα και της βρομιάς, τα οποία βαραίνουν τα μαλλιά και τα κολλάνε στο κεφάλι, πράγμα που σε κάνει να φαίνεσαι μεγαλύτερος. …Το σαββατοκύριακο προτιμώ να χρησιμοποιώ το σαμπουάν Γκρεν Νάτσουραλ Ρηβαϊταλάζινγκ, το κοντίσιονέρ του και το συμπλήρωμα θρεπτικών ουσιών Νιούτριεντ Κόμπλεξ. Πρόκεται για ενώσεις οι οποίες περιέχουν D- πανθενόλη που είναι παράγοντας βιταμινών Β, πολυσορβικό οξύ 8(0) που είναι καθαριστικό για το δέρμα του κεφαλιού και φυσικά βότανα. Το σαββατοκύριακο σχεδιάζω να πάω στο Μπλούμινγκντέϊλ’ς και ακολουθώντας τη συμβουλή της Εβελυν να αγοράσω ένα Γιουροπήαν Σάπλεμεντ και σαμπουάν της Φολτέν για τα αδύνατα μαλλιά…Επίσης, το Βίβατζεν Χαιρ Ενρίτσμεντ, που εμποδίζει την επικάθιση μετάλλων και παρατείνει τον κύκλο ζωής των μαλλιών…
Μπρετ Ηστον Ελλις, «Αμερικανική Ψύχωση»
Μπρετ Ηστον Ελλις, «Αμερικανική Ψύχωση»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Πουλιέμαι σαν χώρα
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 7/9/2026 Εχει δίκιο τελικά ο Μητσοτάκης. Η χώρα αλλάζει. Χέρια... Πώς θα λέγεται άραγε η Ελλάδα σε δέκα- είκοσι χρόνια...
-
ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : Τ ο παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκ...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...
-
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...