Για να μπορέσει να αναπτυχθεί ελεύθερα ο ανταγωνισμός του ανθρώπου με τη μηχανή, οι προλετάριοι κατάργησαν τους σοφούς νόμους που έθεταν ανώτατα χρονικά όρια στη δουλειά των τεχνιτών των παλαιών συντεχνιών. Κατάργησαν τις γιορτές. Νομίζουν, άραγε, όπως τους λένε οι ψεύτες οικονομολόγοι, ότι οι παλαιότεροι παραγωγοί που δούλευαν μόνο πέντε μέρες την εβδομάδα ζούσαν μόνο με αέρα και νερό; Όχι βέβαια! Είχαν ελεύθερες ώρες για τις επίγειες απολαύσεις, για τον έρωτα και το γλεντοκόπι- τιμούσαν χαρούμενα τον φαιδρό θεό της Απραξίας. Η βλοσυρή Αγγλία, που ζει τώρα κάτω από το ζυγό του προτεσταντισμού, ονομαζόταν τότε «Εύθυμη Αγγλία».
Πολ Λαφάργκ, «Το δικαίωμα στην τεμπελιά»
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", από το 2000 στην Καθημερινή, 2007 - 2014 στον Επενδυτή. Από το 2019 η στήλη έκανε "επανεκκίνηση" στη Εφημερίδα των Συντακτών. Ηταν σαν να βρήκε τον φυσικό της χώρο. Ωστόσο, ο "χώρος" από τις αρχές του 2026 έπαψε να είναι "φυσικός". Η φιλοξενία στην ΕφΣυν διακόπηκε με μια απόλυση. To be continued, με την προσδοκία σύντομα ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ να βρει ξανά... πεδίο βολής.
20/07/2008
17/07/2008
Το πραγματικό σκάνδαλο (12/7/2008)
Εδώ που τα λέμε, έχω κι εγώ ζαλιστεί με τα εκατομμύρια. Όπως κάθε κοινός θνητός που θα ήθελε απλώς να τα έχει. Δηλαδή, να είναι στη θέση εκείνων που τα πήραν. Και τα παίρνουν. Αυτό, άλλωστε, είναι το βασικό αποτέλεσμα της τυπικής και άτυπης διαφάνειας που έχει επιβληθεί στις σχέσεις διαπλοκής κράτους και επιχειρήσεων, πολιτικής και οικονομίας. Ότι εξαλείφεται και το τελευταίο ηθικό πρόσχημα, εγκαταλείπεται και η απλή ρητορική υπεράσπιση του θεωρητικού πλαισίου κανόνων που υποτίθεται πως διέπουν τον καπιταλισμό-καζίνο. Κι έχει τη σημασία του- για την Ελλάδα τουλάχιστον- ότι αυτό συμβαίνει με μια διακυβέρνηση που υπερκατανάλωσε την ηθικο-πολιτική φλυαρία και πούλησε τον εαυτό της ως η απόλυτη ενσάρκωση του Καλού. Τώρα πια μιλάμε για το απόλυτο ξεβράκωμα.
Το τελευταίο- και ίσως πιο σπαρταριστό- επεισόδιο αυτού του συλλογικού ξεβρακώματος είναι η επίκληση της διακομματικής συναίνεσης, ως ισχυρού και ακλόνητου άλλοθι, για να βαπτισθούν οι μισθολογικές υποχρεώσεις και τα επιδόματα του υπουργείου Πολιτισμού προς τους εργαζομένους του «πολιτιστικές ενισχύσεις». Δεν έγινε και κανένα κακό, θα πείτε. Και οι μη εγκρατείς μοναχοί του Βυζαντίου βάπτιζαν το κρέας ψάρι για να παραβούν εκ του ασφαλούς τους κανόνες της νηστείας. Υποθέτως ότι δεν πήγαν στην κόλαση. Αυτό είναι, λοιπόν, το απόλυτο διακομματικό επίτευγμα της επιχείρησης «πνεύμα και ηθική». Η απάτη ανάγεται πια σε πολιτισμό.
Όταν το ηθικό πρόσχημα εξαλείφεται για τους πάνω, δεν έχει καμιά τύχη επιβίωσης και για τους κάτω. Αφού τα δώρα, οι χορηγίες, οι οικονομικές αβρότητες, τα φιλοδωρήματα, οι ευγενείς υπεξαιρέσεις, οι αριστοκρατικές κλοπές και οι επιχειρηματικές γενναιοδωρίες γίνονται modus vivendi για τους ηγέτες, τι άλλο να κάνουν οι ηγούμενοι από το να κοπιάρουν το σαβουάρ βιβρ της εξαπάτησης; Σε κάθε εκατομμύριο ευρώ που ενθυλακώνει ή ξεπλένει ένας αξιωματούχος, ένας επιχειρηματίας, ένας celebrity του δημοσίου χώρου, ενδεχομένως αντιστοιχεί άλλο ένα εκατομμύριο ευρώ φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής, μαύρου χρήματος, σπασμένο όμως σε χιλιάδες εικοσάευρα, δεκάευρα και πεντάευρα, όσα και οι φτωχοδιάβολοι διακινητές τους, που βρίσκονται έτσι συνένοχοι της συλλογικής απάτης. Σ’ αυτή τη διάχυση της «ανηθικότητας» στην οικονομική συμπεριφορά, η εξουσία βρίσκει ένα ασφαλές ιδεολογικό καταφύγιο για να μην την σαρώσει η βουή του κόσμου. Πρόκειται για το χυδαιότερο επιχείρημα απενοχοποίησης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας: όλοι κάνουν τα ίδια. Όλη η κοινωνία- υποτίθεται- είναι ένας μηχανισμός αυτοεξαπάτησης και αλληλοεξαπάτησης. Και οι ευθύνες είναι ισότιμες. Για τον εθνοπατέρα που διαχειρίζεται κατά βούληση δημόσιο χρήμα. Για τον δημόσιο υπάλληλο που τσεπώνει τα φιλοδωρήματα της διαφθοράς. Για τον μικρομεσαίο ιδιώτη που κλέβει το κράτος με απλή φορο-αποφυγή. Για τη συμβασιούχο που διασύρθηκε για μια μονιμοποίηση. Και για τον τσιγγάνο που τρυπώνει στην ουρά μπας και σουφρώσει ένα επίδομα πυροπλήκτου.
Η δικαιοσύνη είναι ο βασικός μηχανισμός που δίνει διαρκώς υπόσταση σ’ αυτό το χυδαίο επιχείρημα. Ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στ’ αλάτι. Στη φυλακή «η 35χρονη» (έστω και πριν προλάβει να γίνει 36χρονη), καθαροί οι υπουργοί Πολιτισμού. Στη φυλακή η Μπουρμπούλια, στον αφρό οι χρυσοκάνθαροι της χρηματιστηριακής κλοπής. Στα σίδερα οι μεγαλομανείς μικροδωρολήπτες, απαθείς και άφθαρτοι οι γαλαντόμοι δωροδόκοι. Ολόκληρη η νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία για τον εξισορροπητικό και καθαρτικό ρόλο της δικαιοσύνης εξαντλείται στην επικοινωνιακή εκτόνωση του κοινού περί δικαίου αισθήματος: λίγες χειροπέδες, λίγα σίδερα φυλακής, αρκετή ρητορεία για εμπιστοσύνη στους δικαστές και πολύ αρχείο όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι, όταν απειλούνται οι τα πρόσωπα-σύμβολα του παρεϊστικου εγχώριου καπιταλισμού μας.
Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες, βέβαια. Ακόμη και στα αναπτυγμένα και επηρμένα για την ακαμψία τους συστήματα δικαίου. Ο Ρόμαν Αμπράμοβιτς, ο κυνικός Ρώσος ολιγάρχης που σε λίγο θα αγοράσει και την Ιστορία, ομολογεί ενώπιον βρετανικού δικαστηρίου ότι η περιουσία των 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων που διαθέτει είναι προϊόν λαδωμάτων συμπατριωτών του κρατικών λειτουργών και ανταγωνιστών του ολιγαρχών. Και δεν συγκινείται κανείς. Ούτε το βρετανικό δικαστήριο (τι το ενδιαφέρει; Μια αστική διαφορά 5 δισ. δολαρίων με τον άλλο μαφιόζο του καπιταλισμού, τον Μπερεζόφσκι, εκδικάζει) ούτε η ρωσική δικαιοσύνη (τι την νοιάζει αν η περιουσία του ρωσικού λαού πέρασε στην μαφία της αγοράς για μια τηγανιά πατάτες;)
Σ’ όλο αυτό το αλισβερίσι, με τα εκατομμύρια να μοιράζονται σαν τον πασατέμπο, η ηθικολογία περισσεύει. Αλλά και περιττεύει. Είναι η συσκευασία μιας άλλης, πολύ σημαντικότερης απάτης, ενός άλλου πραγματικού και μείζονος σκανδάλου. Αυτό που λείπει από την εικόνα δεν είναι οι μίζες που αποσπάστηκαν, για παράδειγμα, από τον κοινωνικό πλούτο τον οποίο ιδιοποιήθηκε ο Αμπράμοβιτς στη Ρωσία. Το πραγματικό σκάνδαλο είναι ο ίδιος ο Αμπράμοβιτς και η κλπή του εθνικού πλούτου των Ρώσων. Και για να επιστρέψουμε στην δική μας εικόνα, το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι οι μίζες των 100 ή 200 εκατομμυρίων ευρώ που μοίρασε η Siemens σε εχθρούς και φίλους την τελευταία δεκαπενταετία. Αλλά τα 4-5 δισεκατομμύρια ευρώ προμήθειες που ανέλαβε ο μέγας εθνικός προμηθευτής. Τι απέγιναν αυτά τα λεφτά, σε τι μεταφράστηκαν για το μέσο φορολογούμενο, αν υποθέσουμε ότι αυτός αποδέχεται ως αναγκαίο κακό την πολιτική ποσόστωση της μίζας 10%; Τι έχει αποδώσει το έπος της ψηφιοποίησης των τηλεπικοινωνιών και της κρατικής διοίκησης που μονοπωλιακά διαχειρίστηκαν για χρόνια Siemens και Κόκκαλης; Τρίχες…Με όλη τη σημασία της λέξης. Ο ΟΤΕ κρατήθηκε πεισματικά σε μια τεχνολογική υστέρηση που καταδεικνύεται από την χαμηλή διείσδυση των ευρυζωνικών δικτύων στα ελληνικά νοικοκυριά. Αν δεν υπήρχε το ανταγωνιστικό πογκρόμ των εναλλακτικών παρόχων ενδεχομένως θα μέναμε κολλημένοι για χρόνια στο 1%. Ο ΟΣΕ έχει μείνει προσκολλημένος στη ρετρό γοητεία του αραμπά. Τα νοσοκομεία αγοράζουν εξοπλισμό παρωχημένης τεχνολογία . Η δημόσια ασφάλεια (πρώην ολυμπιακή ασφάλεια) εξυπηρετείται από συστήματα που δεν δουλεύουν ή όταν δουλεύουν αρνούνται να συνεργαστούν μεταξύ τους. Η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας εξαρτάται από προβληματικές τεχνολογίες που παρείχε ο εθνικός προμηθευτής στη ΔΕΗ. Εν ολίγοις, αυτά που για χρόνια έγραφε η Αριστέα (η γνωστή Αριστέα) και κάποιοι της απέδιδαν μανιοκαταδιωκτικά σύνδρομα, αποκτούν αίφνης μια συνοχή, γίνονται κομμάτι μιας εικόνας, της ιστορίας της τεχνολογικής μας παρακμής στην οποία καταδίκασε μια ολόκληρη κοινωνία η αποκλειστική πελατειακή σχέση μιας ομάδας πολιτικών με ένα πολυεθνικό μονοπώλιο και την εγχώρια καρικατούρα του.
Το πραγματικό σκάνδαλο στην υπόθεση Siemens (που μπορεί να λάβει κι άλλους τίτλους: υπόθεση Ιντρακομ, υπόθεση Raytheon κλπ) δεν είναι οι οικοσκευές που απέκτησαν δωρεάν οι τρακαδόροι εθνοπατέρες, αλλά η τρομακτική υστέρηση της χώρας, η καθυστέρηση ενός στοιχειώδους τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, η ληστεία χρόνου και χρήματος που θα έκανε αυτή την κοινωνία να μοιάζει λιγότερο με μελαγχολική τριτοκοσμική δημοκρατία, με νεόπλουτη τρόφιμο του ευρωπαϊκού πτωχοκομείου.
Όσοι – δηλαδή σχεδόν όλοι- έχουν την καθημερινή εμπειρία μιας συναλλαγής με το δημόσιο, μιας αγοράς υπηρεσιών από τον ΟΤΕ, ενός ταξιδιού με το τρένο, ενός απλού περιπάτου στο κέντρο της πόλης, εννοούν τι εννοώ.
Το τελευταίο- και ίσως πιο σπαρταριστό- επεισόδιο αυτού του συλλογικού ξεβρακώματος είναι η επίκληση της διακομματικής συναίνεσης, ως ισχυρού και ακλόνητου άλλοθι, για να βαπτισθούν οι μισθολογικές υποχρεώσεις και τα επιδόματα του υπουργείου Πολιτισμού προς τους εργαζομένους του «πολιτιστικές ενισχύσεις». Δεν έγινε και κανένα κακό, θα πείτε. Και οι μη εγκρατείς μοναχοί του Βυζαντίου βάπτιζαν το κρέας ψάρι για να παραβούν εκ του ασφαλούς τους κανόνες της νηστείας. Υποθέτως ότι δεν πήγαν στην κόλαση. Αυτό είναι, λοιπόν, το απόλυτο διακομματικό επίτευγμα της επιχείρησης «πνεύμα και ηθική». Η απάτη ανάγεται πια σε πολιτισμό.
Όταν το ηθικό πρόσχημα εξαλείφεται για τους πάνω, δεν έχει καμιά τύχη επιβίωσης και για τους κάτω. Αφού τα δώρα, οι χορηγίες, οι οικονομικές αβρότητες, τα φιλοδωρήματα, οι ευγενείς υπεξαιρέσεις, οι αριστοκρατικές κλοπές και οι επιχειρηματικές γενναιοδωρίες γίνονται modus vivendi για τους ηγέτες, τι άλλο να κάνουν οι ηγούμενοι από το να κοπιάρουν το σαβουάρ βιβρ της εξαπάτησης; Σε κάθε εκατομμύριο ευρώ που ενθυλακώνει ή ξεπλένει ένας αξιωματούχος, ένας επιχειρηματίας, ένας celebrity του δημοσίου χώρου, ενδεχομένως αντιστοιχεί άλλο ένα εκατομμύριο ευρώ φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής, μαύρου χρήματος, σπασμένο όμως σε χιλιάδες εικοσάευρα, δεκάευρα και πεντάευρα, όσα και οι φτωχοδιάβολοι διακινητές τους, που βρίσκονται έτσι συνένοχοι της συλλογικής απάτης. Σ’ αυτή τη διάχυση της «ανηθικότητας» στην οικονομική συμπεριφορά, η εξουσία βρίσκει ένα ασφαλές ιδεολογικό καταφύγιο για να μην την σαρώσει η βουή του κόσμου. Πρόκειται για το χυδαιότερο επιχείρημα απενοχοποίησης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας: όλοι κάνουν τα ίδια. Όλη η κοινωνία- υποτίθεται- είναι ένας μηχανισμός αυτοεξαπάτησης και αλληλοεξαπάτησης. Και οι ευθύνες είναι ισότιμες. Για τον εθνοπατέρα που διαχειρίζεται κατά βούληση δημόσιο χρήμα. Για τον δημόσιο υπάλληλο που τσεπώνει τα φιλοδωρήματα της διαφθοράς. Για τον μικρομεσαίο ιδιώτη που κλέβει το κράτος με απλή φορο-αποφυγή. Για τη συμβασιούχο που διασύρθηκε για μια μονιμοποίηση. Και για τον τσιγγάνο που τρυπώνει στην ουρά μπας και σουφρώσει ένα επίδομα πυροπλήκτου.
Η δικαιοσύνη είναι ο βασικός μηχανισμός που δίνει διαρκώς υπόσταση σ’ αυτό το χυδαίο επιχείρημα. Ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στ’ αλάτι. Στη φυλακή «η 35χρονη» (έστω και πριν προλάβει να γίνει 36χρονη), καθαροί οι υπουργοί Πολιτισμού. Στη φυλακή η Μπουρμπούλια, στον αφρό οι χρυσοκάνθαροι της χρηματιστηριακής κλοπής. Στα σίδερα οι μεγαλομανείς μικροδωρολήπτες, απαθείς και άφθαρτοι οι γαλαντόμοι δωροδόκοι. Ολόκληρη η νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία για τον εξισορροπητικό και καθαρτικό ρόλο της δικαιοσύνης εξαντλείται στην επικοινωνιακή εκτόνωση του κοινού περί δικαίου αισθήματος: λίγες χειροπέδες, λίγα σίδερα φυλακής, αρκετή ρητορεία για εμπιστοσύνη στους δικαστές και πολύ αρχείο όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι, όταν απειλούνται οι τα πρόσωπα-σύμβολα του παρεϊστικου εγχώριου καπιταλισμού μας.
Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες, βέβαια. Ακόμη και στα αναπτυγμένα και επηρμένα για την ακαμψία τους συστήματα δικαίου. Ο Ρόμαν Αμπράμοβιτς, ο κυνικός Ρώσος ολιγάρχης που σε λίγο θα αγοράσει και την Ιστορία, ομολογεί ενώπιον βρετανικού δικαστηρίου ότι η περιουσία των 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων που διαθέτει είναι προϊόν λαδωμάτων συμπατριωτών του κρατικών λειτουργών και ανταγωνιστών του ολιγαρχών. Και δεν συγκινείται κανείς. Ούτε το βρετανικό δικαστήριο (τι το ενδιαφέρει; Μια αστική διαφορά 5 δισ. δολαρίων με τον άλλο μαφιόζο του καπιταλισμού, τον Μπερεζόφσκι, εκδικάζει) ούτε η ρωσική δικαιοσύνη (τι την νοιάζει αν η περιουσία του ρωσικού λαού πέρασε στην μαφία της αγοράς για μια τηγανιά πατάτες;)
Σ’ όλο αυτό το αλισβερίσι, με τα εκατομμύρια να μοιράζονται σαν τον πασατέμπο, η ηθικολογία περισσεύει. Αλλά και περιττεύει. Είναι η συσκευασία μιας άλλης, πολύ σημαντικότερης απάτης, ενός άλλου πραγματικού και μείζονος σκανδάλου. Αυτό που λείπει από την εικόνα δεν είναι οι μίζες που αποσπάστηκαν, για παράδειγμα, από τον κοινωνικό πλούτο τον οποίο ιδιοποιήθηκε ο Αμπράμοβιτς στη Ρωσία. Το πραγματικό σκάνδαλο είναι ο ίδιος ο Αμπράμοβιτς και η κλπή του εθνικού πλούτου των Ρώσων. Και για να επιστρέψουμε στην δική μας εικόνα, το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι οι μίζες των 100 ή 200 εκατομμυρίων ευρώ που μοίρασε η Siemens σε εχθρούς και φίλους την τελευταία δεκαπενταετία. Αλλά τα 4-5 δισεκατομμύρια ευρώ προμήθειες που ανέλαβε ο μέγας εθνικός προμηθευτής. Τι απέγιναν αυτά τα λεφτά, σε τι μεταφράστηκαν για το μέσο φορολογούμενο, αν υποθέσουμε ότι αυτός αποδέχεται ως αναγκαίο κακό την πολιτική ποσόστωση της μίζας 10%; Τι έχει αποδώσει το έπος της ψηφιοποίησης των τηλεπικοινωνιών και της κρατικής διοίκησης που μονοπωλιακά διαχειρίστηκαν για χρόνια Siemens και Κόκκαλης; Τρίχες…Με όλη τη σημασία της λέξης. Ο ΟΤΕ κρατήθηκε πεισματικά σε μια τεχνολογική υστέρηση που καταδεικνύεται από την χαμηλή διείσδυση των ευρυζωνικών δικτύων στα ελληνικά νοικοκυριά. Αν δεν υπήρχε το ανταγωνιστικό πογκρόμ των εναλλακτικών παρόχων ενδεχομένως θα μέναμε κολλημένοι για χρόνια στο 1%. Ο ΟΣΕ έχει μείνει προσκολλημένος στη ρετρό γοητεία του αραμπά. Τα νοσοκομεία αγοράζουν εξοπλισμό παρωχημένης τεχνολογία . Η δημόσια ασφάλεια (πρώην ολυμπιακή ασφάλεια) εξυπηρετείται από συστήματα που δεν δουλεύουν ή όταν δουλεύουν αρνούνται να συνεργαστούν μεταξύ τους. Η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας εξαρτάται από προβληματικές τεχνολογίες που παρείχε ο εθνικός προμηθευτής στη ΔΕΗ. Εν ολίγοις, αυτά που για χρόνια έγραφε η Αριστέα (η γνωστή Αριστέα) και κάποιοι της απέδιδαν μανιοκαταδιωκτικά σύνδρομα, αποκτούν αίφνης μια συνοχή, γίνονται κομμάτι μιας εικόνας, της ιστορίας της τεχνολογικής μας παρακμής στην οποία καταδίκασε μια ολόκληρη κοινωνία η αποκλειστική πελατειακή σχέση μιας ομάδας πολιτικών με ένα πολυεθνικό μονοπώλιο και την εγχώρια καρικατούρα του.
Το πραγματικό σκάνδαλο στην υπόθεση Siemens (που μπορεί να λάβει κι άλλους τίτλους: υπόθεση Ιντρακομ, υπόθεση Raytheon κλπ) δεν είναι οι οικοσκευές που απέκτησαν δωρεάν οι τρακαδόροι εθνοπατέρες, αλλά η τρομακτική υστέρηση της χώρας, η καθυστέρηση ενός στοιχειώδους τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, η ληστεία χρόνου και χρήματος που θα έκανε αυτή την κοινωνία να μοιάζει λιγότερο με μελαγχολική τριτοκοσμική δημοκρατία, με νεόπλουτη τρόφιμο του ευρωπαϊκού πτωχοκομείου.
Όσοι – δηλαδή σχεδόν όλοι- έχουν την καθημερινή εμπειρία μιας συναλλαγής με το δημόσιο, μιας αγοράς υπηρεσιών από τον ΟΤΕ, ενός ταξιδιού με το τρένο, ενός απλού περιπάτου στο κέντρο της πόλης, εννοούν τι εννοώ.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (12/7/2008)
- Όμως, Ραφαέλ, δεν μου είπες ποιο είναι το τρελό όνειρό σου…
- Θέλω να φτιάξβω τη δική μου χρηματιστηριακή εταιρεία!
- Ορίστε;
- Μετοχές, ομόλογα, επενδύσεις…Θα το κάνω, Αντουάν, χάρη σε σένα θα χεστώ στο χρήμα!
Τελικά, οι γονείς του Ραφαέλ δεν το πήραν και τόσο άσχημα, του έδωσαν μάλιστα κι ένα εκατομμύριο για να τον βοηθήσουν στην έναρξη της επιχείρησης. Έκτοτε, ο Αντουάν έφερε στη συνείδηση του ετούτο το ανόητο έγκλημα: είχε φτιάξει έναν ακόμη καπιταλιστή. Είχε ανασηκώσει τους ώμους του όταν ο Ράφι του είχε πει ότι θα ήταν πάντα στη διάθεσή του να τον βοηθήσει σε περίπτωση ανάγκης, αλλά σήμερα χρωστούσε στην τράπεζα και δεν έβλεπε κανένα φραγμό να ασχοληθεί με οτιδήποτε για να κερδίσει χρήματα. Όταν κανείς διαπιστώνει ότι είναι ένας από τους λίγους που διατηρεί ηθικές αρχές στις ανθρώπινες σχέσεις του, τότε μπορεί να θεωρήσει δελεαστικό το να βυθιστεί στην ανηθικότητα, όχι από πεποίθηση ή για να αντλήσει ηδονή απ’ αυτό, αλλά απλώς για να μην υποφέρει πια, μιας και δεν υπάρχει χειρότερο βάσανο από τοπ να είσαι ένας άγγελος στην κόλαση, ενώ αν είσαι διάβολος παντού είσαι σαν στο σπίτι σου.
Μαρτέν Παζ, «Πώς έγινα βλάκας»
- Θέλω να φτιάξβω τη δική μου χρηματιστηριακή εταιρεία!
- Ορίστε;
- Μετοχές, ομόλογα, επενδύσεις…Θα το κάνω, Αντουάν, χάρη σε σένα θα χεστώ στο χρήμα!
Τελικά, οι γονείς του Ραφαέλ δεν το πήραν και τόσο άσχημα, του έδωσαν μάλιστα κι ένα εκατομμύριο για να τον βοηθήσουν στην έναρξη της επιχείρησης. Έκτοτε, ο Αντουάν έφερε στη συνείδηση του ετούτο το ανόητο έγκλημα: είχε φτιάξει έναν ακόμη καπιταλιστή. Είχε ανασηκώσει τους ώμους του όταν ο Ράφι του είχε πει ότι θα ήταν πάντα στη διάθεσή του να τον βοηθήσει σε περίπτωση ανάγκης, αλλά σήμερα χρωστούσε στην τράπεζα και δεν έβλεπε κανένα φραγμό να ασχοληθεί με οτιδήποτε για να κερδίσει χρήματα. Όταν κανείς διαπιστώνει ότι είναι ένας από τους λίγους που διατηρεί ηθικές αρχές στις ανθρώπινες σχέσεις του, τότε μπορεί να θεωρήσει δελεαστικό το να βυθιστεί στην ανηθικότητα, όχι από πεποίθηση ή για να αντλήσει ηδονή απ’ αυτό, αλλά απλώς για να μην υποφέρει πια, μιας και δεν υπάρχει χειρότερο βάσανο από τοπ να είσαι ένας άγγελος στην κόλαση, ενώ αν είσαι διάβολος παντού είσαι σαν στο σπίτι σου.
Μαρτέν Παζ, «Πώς έγινα βλάκας»
07/07/2008
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (5/7/2008)
Συνεχίζοντας να ψάχνω, βρήκα το σύστημα με τους πλασματικούς λογαριασμούς και στον λογαριασμό της κυρίας Σέλμαν βρήκα όχι μόνο τα πενήντα και τα τριάντα πέντε χιλιάδες μάρκα που είχαν μπει πρόσφατα, αλλά συνολικά εκατόν είκοσι χιλιάδες μάρκα, δηλαδή περίπου εκατό χιλιάδες περισσότερα απ’ ό,τι στον πραγματικό λογαριασμό της. Βρήκα κι όλους τους άλλους λογαριασμούς όπου οι φτωχοί μου Σοραβοί είναι πλούσιοι και τους λογαριασμούς όπου οι φτωχοί πεθαμένοι μου Σοραβοί είναι ζωντανοί και πλούσιοι.
«Δηλαδή, είναι απλό». Ήλπισα να επιδοκιμάσει ό,τι είχα καταλάβει.
«Ναι. Δεν είναι δύσκολο να ξεπλένεις λεφτά έτσι κι έχεις μια τράπεζα - με αυτόν ή πιθανώς με άλλους τρόπους. ΄Ετσι και μπουν λεφτά στην τράπεζα, μπορούν να επενδυθούν με στόχο να χαθούν. Τα περισσότερα λεφτά έχουν επενδυθεί στη Ρωσία.
Berhnard Schlink, «Τα ίχνη του χρήματος»
«Δηλαδή, είναι απλό». Ήλπισα να επιδοκιμάσει ό,τι είχα καταλάβει.
«Ναι. Δεν είναι δύσκολο να ξεπλένεις λεφτά έτσι κι έχεις μια τράπεζα - με αυτόν ή πιθανώς με άλλους τρόπους. ΄Ετσι και μπουν λεφτά στην τράπεζα, μπορούν να επενδυθούν με στόχο να χαθούν. Τα περισσότερα λεφτά έχουν επενδυθεί στη Ρωσία.
Berhnard Schlink, «Τα ίχνη του χρήματος»
Robin Food (5/7/2008)
Διαβάζοντας αυτό το κείμενο, διατρέχετε τον κίνδυνο να βρεθείτε συνεργοί στην τέλεση ποινικού αδικήματος. Κι εγώ, γράφοντάς το, κινδυνεύω να βρεθώ συναυτουργός εγκλήματος. Βλέπετε, η δικαιοσύνη εκτός από τυφλή -ή μονόφθαλμη, αλλήθωρη, κωφάλαλη, χωλή και με όλες τις αναπηρίες του κόσμου γενικώς- είναι και πολύ δημιουργική. Τα απλά «μαθηματικά» του ποινικού δικαίου που μάθαινα στα νιάτα μου έχουν περάσει πλέον στη σφαίρα του new age, της μεταφυσικής και της αστρολογίας.
Για να εξηγούμαι: αν κάποιος άγνωστος σας πλησιάσει χαμογελαστός στη λαϊκή, την ώρα που γεμίζετε το καρότσι σας με φρέσκα φασολάκια, ντομάτες και ζαρζαβατικά, και σας προσφέρει ένα πακέτο μακαρόνια δωρεάν, θα πείτε «όχι»; Αντιθέτως, θα τα πάρετε με ευχαρίστηση (100% αύξηση τιμής έχουν πάρει σε έναν χρόνο). Μπορεί να νομίσετε ότι είναι κάποια νέα καμπάνια προώθησης προϊόντων. Δεν θα σας προβληματίσει ιδιαίτερα το γεγονός ότι τα μακαρόνια δεν σας τα προσφέρει το κορίτσι του part time, με το προσεκτικά μακιγιαρισμένο της χαμόγελο, το διαφημιστικό styling και τα λεπτά χέρια. Απέναντί σας είναι ένας μαγκλαράς με μακριά ή ξυρισμένα μαλλιά, αξύριστος, με ελαφρά κιτρινισμένα δόντια, αλλόκοτο styling και μια πλεχτή κουκούλα κατεβασμένη στον λαιμό -κατακαλόκαιρο κασκόλ; θα αναρωτηθείτε-, αλλά τι σημασία έχει πώς είναι αυτός που σας προσφέρει κάτι δωρεάν; Το παίρνετε με ικανοποίηση και το καταναλώνετε αρκεί να μην είναι ληγμένο.
Κι όμως, αυτή η μικρή, ασήμαντη στιγμή αβροφροσύνης μπορεί να σας καταστήσει συνενόχους ενός εγκλήματος κατά της ιδιοκτησίας - το έγκλημα των εγκλημάτων εις βάρος του οικονομικού μας πολιτισμού. Μπορεί να κατηγορηθείτε για κλεπταποδοχή, υπόθαλψη εγκληματία, συναυτουργία σε τρομοκρατική ενέργεια ή, ποιος ξέρει τι άλλο, το οπλοστάσιο της δικαιοσύνης είναι πια κατάφορτο και έτοιμο να φορτώσει στον καθένα μας έναν ποινικό κώδικα.
Αυτοί οι παράξενοι τύποι που βγήκαν απροειδοποίητα στο προσκήνιο με τις επιδρομές στα ράφια των σούπερ μάρκετ δεν βγήκαν, βεβαίως, από το δάσος του Σέργουντ ούτε είναι οι απόγονοι του Robin Hood και των συντρόφων του. Robin Food θα ήταν ο τίτλος που ακριβέστερα θα τους αναλογούσε, μια και προτείνουν μια διέξοδο στην κρίση των τιμών στα τρόφιμα, αλλά όπως δηλώνουν οι ίδιοι στα τηλεγραφικά παμφλέτα τους κατά της ακρίβειας, ο στόχος τους δεν είναι η αναδιανομή του πλούτου ή η αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ένα συμβολικό χάπενινγκ είναι οι επιδρομές τους στα ράφια και στην πραγματικότητα δεν κοστίζουν τίποτα στις επιχειρήσεις σούπερ μάρκετ. Ή, τουλάχιστον, κοστίζουν πολύ λιγότερο από τα προϊόντα που οι επιχειρήσεις τα διαθέτουν ως προσφορές για μια καμπάνια τους ή τα πετάνε λόγω κακής συσκευασίας και λήξης ημερομηνίας κατανάλωσης.
Δεν ξέρω αν είναι αναρχικοί, Ταλιμπάν ή φονταμενταλιστές της αγοράς που τα έχουν πάρει στο κρανίο με τα καρτέλ και την καταστρατήγηση του «υγιούς ανταγωνισμού», αλλά νομίζω πως ελάχιστη σημασία έχει. Κι αν κάποια στιγμή τα λαγωνικά της ΕΛ.ΑΣ. συλλάβουν κάποιους από τους Robin Food, είναι ένα ερώτημα πώς ακριβώς θα τους αντιμετωπίσουν οι δικαστικές Αρχές που έχουν αποκτήσει μια ιδιάζουσα αντίληψη για το τι εστί κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, δωροδοκία, ληστεία, αρπαγή. Μια αντίληψη που συναρτά το βάρος του αδικήματος με το ποσό. Όσο πιο μικρό και ασήμαντο είναι το ποσό, τόσο πιο αμείλικτη η καταδίωξη και βαριά η ποινή. Το ακριβώς αντίστροφο απ’ όσα μάταια επιχειρούσε να αποδείξει ο ήρωας της «Όπερας της πεντάρας» Μακ Χιθ όταν αναρωτιόταν: «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας;».
Υπάρχει μια ατέλειωτη τέτοια σειρά ερωτημάτων που θα μπορούσε να θέσει κανείς. Και μάλιστα όχι μόνο με όρους ηθικής, αλλά με κριτήρια οικονομίας: Τι είναι η κλοπή μερικών πακέτων ζυμαρικών ή αλεύρων μπροστά στο κερδοσκοπικό πάρτι της αγοράς των τροφίμων; Τι είναι μια μικρή επιδρομή στα ράφια των σούπερ μάρκετ μπροστά στην επιδρομή του εμπορικού κέρδους στην τελική τιμή των αγαθών; Τι είναι η κλοπή μιας πιστωτικής κάρτας μπροστά στην αύξηση επιτοκίων που έκανε προχθές ο Τρισέ; Τι είναι η κλοπή ενός αυτοκινήτου μπροστά στη φοροκλοπή που ασκεί επίσημα το κράτος; Τι είναι το να αδειάσεις το ρεζερβουάρ ενός αυτοκινήτου μπροστά στην αφαίμαξη πλούτου που κάνουν οι πετρελαϊκές εταιρείες; Τι είναι η σπασμένη προθήκη ενός καταστήματος μπροστά στην ολυμπιακή αθλιότητα που σπατάλησε στη ματαιοδοξία τον πλούτο μιας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων; Τι είναι η φθορά ξένης περιουσίας μπροστά στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας; Τι είναι η καταπάτηση ξένης ιδιοκτησίας μπροστά στην καταπάτηση και την καταστροφή του φυσικού πλούτου; Τι είναι ένα κιλό κλεμμένες ντομάτες μπροστά στις μίζες που χώνουν στην κυβερνώσα πολιτική τάξη οι εθνικοί προμηθευτές;
Αναρίθμητα τα ερωτήματα που θα μπορούσαν να προστεθούν και αναπάντητα, από την εποχή που ο Ουγκό περιέγραφε στους «Αθλίους» του την περιπέτεια ζωής του Γιάννη Αγιάννη για ένα κλεμμένο ψωμί. Η μικροκλοπή ήταν πάντα ένα μέσο επιβίωσης για τους ανθρώπους που η μεγάλη κλοπή, η μαζική λεηλασία του πλούτου σε κάθε της μορφή (από τον λιμό μέχρι τον πόλεμο και από το κραχ μέχρι τον υψηλό πληθωρισμό) τους έφερνε στα πρόθυρα της απόγνωσης. Οι Σπαρτιάτες, ως γνωστόν, εκπαιδεύονταν στην κλοπή, όρο επιβίωσής τους άλλωστε στην ασκητική στρατιωτική ζωή που είχαν επιλέξει. Και οι Κλέφτες που δεν είχαν επιλέξει την ασφαλή διέξοδο των Αρματολών ανέδειξαν την κλοπή σε μορφή πάλης που μνημονεύουμε υπερήφανα κι εμείς, οι απόγονοί τους, ως στοιχείο της εθνικής μας μυθολογίας. Κι ακόμη μετά την απελευθέρωση, όταν οι ήρωες περιθωριοποιήθηκαν από το πολιτικό εκτόπλασμα του νεοσύστατου κράτους, η ληστεία (μαζί με μύρια όσα ποινικά αδικήματα) έγινε μέσο επιβίωσης αλλά και λανθάνουσας πολιτικής διαμαρτυρίας. Η «ληστοκρατία», με την οποία στιγμάτισε η νεοφώτιστη αστική υποκρισία τον τρόπο των απόκληρων, επιβίωσε της ανελέητης καταδίωξής της μέχρι το λυκαυγές του 20ού αιώνα. Κι ίσως, ως ασθενής μνήμη αλλά και ενστικτώδης αντίδραση, να έφτασε και ως τους σαλταδόρους της Κατοχής ή τις αλητοπαρέες που μπούκαραν μαζικά στις αποθήκες των μαυραγοριτών.
Τα όρια ανάμεσα στην κλοπή και στην πράξη επιβίωσης είναι λοιπόν απολύτως σχετικά. Και η ιστορία δεν είναι η μόνη επιχειρηματολογία γι’ αυτό. Πολύ περισσότερα επιχειρήματα δίνει η τρέχουσα πραγματικότητα της συνύπαρξης του εξωπραγματικού πλούτου με την αδιανόητη ένδεια. Αν, για παράδειγμα, ένα πεινασμένο και θυμωμένο πλήθος μιας λιμοκτονούσας αφρικανικής χώρας πέσει με βία στα φορτία μιας ανθρωπιστικής αποστολής ή ενός εμπορικού καταστήματος, κανείς δεν θα διανοηθεί να μιλήσει για έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας. Όλοι, και οι πιο επίσημοι και υπεράνω ιδεολογικής υποψίας παράγοντες και οργανισμοί θα μιλήσουν για ένα κοινωνικό πρόβλημα και οι πιο τολμηροί θα αντιστρέψουν την εικόνα μιλώντας για έγκλημα των διεθνών κερδοσκόπων εις βάρος της ανθρωπότητας. Όπως ακριβώς συνέβη, άλλωστε, πρόσφατα στις μικρές και μεγάλες εξεγέρσεις που προκάλεσε η επισιτιστική κρίση. Σκεφτείτε να έβγαινε ο ΟΗΕ και να κατήγγελλε τα πεινασμένα πλήθη ως κλέφτες και ληστές. Θα έψαχνε να βρει την… έδρα του.
Το ερώτημα, όμως, είναι για μας. Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε σε απόσταση ασφαλείας από τους φτωχοδιάβολους των αναπτυσσόμενων χωρών που κάνουν τις επιδρομές στα ράφια χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς και ποινικούς καταλογισμούς; Προς το παρόν, τίποτα απολύτως.
Άλλωστε, μέχρι την πολυπόθητη απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών δεν μπορούμε παρά να ζούμε με το ανθεκτικότερο σλόγκαν του οικονομικού μας πολιτισμού: άρπαξε να φας και κλέψε να ’χεις.
Για να εξηγούμαι: αν κάποιος άγνωστος σας πλησιάσει χαμογελαστός στη λαϊκή, την ώρα που γεμίζετε το καρότσι σας με φρέσκα φασολάκια, ντομάτες και ζαρζαβατικά, και σας προσφέρει ένα πακέτο μακαρόνια δωρεάν, θα πείτε «όχι»; Αντιθέτως, θα τα πάρετε με ευχαρίστηση (100% αύξηση τιμής έχουν πάρει σε έναν χρόνο). Μπορεί να νομίσετε ότι είναι κάποια νέα καμπάνια προώθησης προϊόντων. Δεν θα σας προβληματίσει ιδιαίτερα το γεγονός ότι τα μακαρόνια δεν σας τα προσφέρει το κορίτσι του part time, με το προσεκτικά μακιγιαρισμένο της χαμόγελο, το διαφημιστικό styling και τα λεπτά χέρια. Απέναντί σας είναι ένας μαγκλαράς με μακριά ή ξυρισμένα μαλλιά, αξύριστος, με ελαφρά κιτρινισμένα δόντια, αλλόκοτο styling και μια πλεχτή κουκούλα κατεβασμένη στον λαιμό -κατακαλόκαιρο κασκόλ; θα αναρωτηθείτε-, αλλά τι σημασία έχει πώς είναι αυτός που σας προσφέρει κάτι δωρεάν; Το παίρνετε με ικανοποίηση και το καταναλώνετε αρκεί να μην είναι ληγμένο.
Κι όμως, αυτή η μικρή, ασήμαντη στιγμή αβροφροσύνης μπορεί να σας καταστήσει συνενόχους ενός εγκλήματος κατά της ιδιοκτησίας - το έγκλημα των εγκλημάτων εις βάρος του οικονομικού μας πολιτισμού. Μπορεί να κατηγορηθείτε για κλεπταποδοχή, υπόθαλψη εγκληματία, συναυτουργία σε τρομοκρατική ενέργεια ή, ποιος ξέρει τι άλλο, το οπλοστάσιο της δικαιοσύνης είναι πια κατάφορτο και έτοιμο να φορτώσει στον καθένα μας έναν ποινικό κώδικα.
Αυτοί οι παράξενοι τύποι που βγήκαν απροειδοποίητα στο προσκήνιο με τις επιδρομές στα ράφια των σούπερ μάρκετ δεν βγήκαν, βεβαίως, από το δάσος του Σέργουντ ούτε είναι οι απόγονοι του Robin Hood και των συντρόφων του. Robin Food θα ήταν ο τίτλος που ακριβέστερα θα τους αναλογούσε, μια και προτείνουν μια διέξοδο στην κρίση των τιμών στα τρόφιμα, αλλά όπως δηλώνουν οι ίδιοι στα τηλεγραφικά παμφλέτα τους κατά της ακρίβειας, ο στόχος τους δεν είναι η αναδιανομή του πλούτου ή η αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ένα συμβολικό χάπενινγκ είναι οι επιδρομές τους στα ράφια και στην πραγματικότητα δεν κοστίζουν τίποτα στις επιχειρήσεις σούπερ μάρκετ. Ή, τουλάχιστον, κοστίζουν πολύ λιγότερο από τα προϊόντα που οι επιχειρήσεις τα διαθέτουν ως προσφορές για μια καμπάνια τους ή τα πετάνε λόγω κακής συσκευασίας και λήξης ημερομηνίας κατανάλωσης.
Δεν ξέρω αν είναι αναρχικοί, Ταλιμπάν ή φονταμενταλιστές της αγοράς που τα έχουν πάρει στο κρανίο με τα καρτέλ και την καταστρατήγηση του «υγιούς ανταγωνισμού», αλλά νομίζω πως ελάχιστη σημασία έχει. Κι αν κάποια στιγμή τα λαγωνικά της ΕΛ.ΑΣ. συλλάβουν κάποιους από τους Robin Food, είναι ένα ερώτημα πώς ακριβώς θα τους αντιμετωπίσουν οι δικαστικές Αρχές που έχουν αποκτήσει μια ιδιάζουσα αντίληψη για το τι εστί κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, δωροδοκία, ληστεία, αρπαγή. Μια αντίληψη που συναρτά το βάρος του αδικήματος με το ποσό. Όσο πιο μικρό και ασήμαντο είναι το ποσό, τόσο πιο αμείλικτη η καταδίωξη και βαριά η ποινή. Το ακριβώς αντίστροφο απ’ όσα μάταια επιχειρούσε να αποδείξει ο ήρωας της «Όπερας της πεντάρας» Μακ Χιθ όταν αναρωτιόταν: «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας;».
Υπάρχει μια ατέλειωτη τέτοια σειρά ερωτημάτων που θα μπορούσε να θέσει κανείς. Και μάλιστα όχι μόνο με όρους ηθικής, αλλά με κριτήρια οικονομίας: Τι είναι η κλοπή μερικών πακέτων ζυμαρικών ή αλεύρων μπροστά στο κερδοσκοπικό πάρτι της αγοράς των τροφίμων; Τι είναι μια μικρή επιδρομή στα ράφια των σούπερ μάρκετ μπροστά στην επιδρομή του εμπορικού κέρδους στην τελική τιμή των αγαθών; Τι είναι η κλοπή μιας πιστωτικής κάρτας μπροστά στην αύξηση επιτοκίων που έκανε προχθές ο Τρισέ; Τι είναι η κλοπή ενός αυτοκινήτου μπροστά στη φοροκλοπή που ασκεί επίσημα το κράτος; Τι είναι το να αδειάσεις το ρεζερβουάρ ενός αυτοκινήτου μπροστά στην αφαίμαξη πλούτου που κάνουν οι πετρελαϊκές εταιρείες; Τι είναι η σπασμένη προθήκη ενός καταστήματος μπροστά στην ολυμπιακή αθλιότητα που σπατάλησε στη ματαιοδοξία τον πλούτο μιας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων; Τι είναι η φθορά ξένης περιουσίας μπροστά στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας; Τι είναι η καταπάτηση ξένης ιδιοκτησίας μπροστά στην καταπάτηση και την καταστροφή του φυσικού πλούτου; Τι είναι ένα κιλό κλεμμένες ντομάτες μπροστά στις μίζες που χώνουν στην κυβερνώσα πολιτική τάξη οι εθνικοί προμηθευτές;
Αναρίθμητα τα ερωτήματα που θα μπορούσαν να προστεθούν και αναπάντητα, από την εποχή που ο Ουγκό περιέγραφε στους «Αθλίους» του την περιπέτεια ζωής του Γιάννη Αγιάννη για ένα κλεμμένο ψωμί. Η μικροκλοπή ήταν πάντα ένα μέσο επιβίωσης για τους ανθρώπους που η μεγάλη κλοπή, η μαζική λεηλασία του πλούτου σε κάθε της μορφή (από τον λιμό μέχρι τον πόλεμο και από το κραχ μέχρι τον υψηλό πληθωρισμό) τους έφερνε στα πρόθυρα της απόγνωσης. Οι Σπαρτιάτες, ως γνωστόν, εκπαιδεύονταν στην κλοπή, όρο επιβίωσής τους άλλωστε στην ασκητική στρατιωτική ζωή που είχαν επιλέξει. Και οι Κλέφτες που δεν είχαν επιλέξει την ασφαλή διέξοδο των Αρματολών ανέδειξαν την κλοπή σε μορφή πάλης που μνημονεύουμε υπερήφανα κι εμείς, οι απόγονοί τους, ως στοιχείο της εθνικής μας μυθολογίας. Κι ακόμη μετά την απελευθέρωση, όταν οι ήρωες περιθωριοποιήθηκαν από το πολιτικό εκτόπλασμα του νεοσύστατου κράτους, η ληστεία (μαζί με μύρια όσα ποινικά αδικήματα) έγινε μέσο επιβίωσης αλλά και λανθάνουσας πολιτικής διαμαρτυρίας. Η «ληστοκρατία», με την οποία στιγμάτισε η νεοφώτιστη αστική υποκρισία τον τρόπο των απόκληρων, επιβίωσε της ανελέητης καταδίωξής της μέχρι το λυκαυγές του 20ού αιώνα. Κι ίσως, ως ασθενής μνήμη αλλά και ενστικτώδης αντίδραση, να έφτασε και ως τους σαλταδόρους της Κατοχής ή τις αλητοπαρέες που μπούκαραν μαζικά στις αποθήκες των μαυραγοριτών.
Τα όρια ανάμεσα στην κλοπή και στην πράξη επιβίωσης είναι λοιπόν απολύτως σχετικά. Και η ιστορία δεν είναι η μόνη επιχειρηματολογία γι’ αυτό. Πολύ περισσότερα επιχειρήματα δίνει η τρέχουσα πραγματικότητα της συνύπαρξης του εξωπραγματικού πλούτου με την αδιανόητη ένδεια. Αν, για παράδειγμα, ένα πεινασμένο και θυμωμένο πλήθος μιας λιμοκτονούσας αφρικανικής χώρας πέσει με βία στα φορτία μιας ανθρωπιστικής αποστολής ή ενός εμπορικού καταστήματος, κανείς δεν θα διανοηθεί να μιλήσει για έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας. Όλοι, και οι πιο επίσημοι και υπεράνω ιδεολογικής υποψίας παράγοντες και οργανισμοί θα μιλήσουν για ένα κοινωνικό πρόβλημα και οι πιο τολμηροί θα αντιστρέψουν την εικόνα μιλώντας για έγκλημα των διεθνών κερδοσκόπων εις βάρος της ανθρωπότητας. Όπως ακριβώς συνέβη, άλλωστε, πρόσφατα στις μικρές και μεγάλες εξεγέρσεις που προκάλεσε η επισιτιστική κρίση. Σκεφτείτε να έβγαινε ο ΟΗΕ και να κατήγγελλε τα πεινασμένα πλήθη ως κλέφτες και ληστές. Θα έψαχνε να βρει την… έδρα του.
Το ερώτημα, όμως, είναι για μας. Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε σε απόσταση ασφαλείας από τους φτωχοδιάβολους των αναπτυσσόμενων χωρών που κάνουν τις επιδρομές στα ράφια χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς και ποινικούς καταλογισμούς; Προς το παρόν, τίποτα απολύτως.
Άλλωστε, μέχρι την πολυπόθητη απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών δεν μπορούμε παρά να ζούμε με το ανθεκτικότερο σλόγκαν του οικονομικού μας πολιτισμού: άρπαξε να φας και κλέψε να ’χεις.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη
Ή, π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...
-
ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : Τ ο παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκ...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...
-
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...