Σήμερα το κατάστημα διαθέτει παραμύθι.
Σε μια εποχή όχι μακρινή από τη δική μας, σε μια περιοχή αρκετά κοντινή μας, σε ένα χωριό (σχεδόν κεφαλοχώρι) ζούσε μια νέα εκπάγλου καλλονής, λυγερόκορμη, αεράτη, αντικείμενο πόθου όλου του ανδρικού πληθυσμού της περιφέρειας. Αγορά ήταν τ’ όνομά της, Αγόρω ή Αγορίτσα τη φωνάζαν στην ντοπιολαλιά (και δεν της άρεσε καθόλου αυτό, γιατί είχε υψηλούς στόχους στη ζωή της). Περιζήτητη ήταν, αλλά όχι και πολύφερνη, κάτω του μεσαίου το οικογενειακό της εισόδημα. Αλλά η ομορφιά της ήταν αρκετό εισιτήριο για να καλοπαντρευτεί. «Κοίτα να τακτοποιηθείς», της έλεγε η μάνα της, αλλά η Αγόρω δεν το ’χε καθόλου σκοπό. Ήθελε να χορτάσει μέχρι σκασμού την ελευθερία της. Όλη μέρα σεργιανούσε, στα παζάρια, στις εμποροπανηγύρεις και ζωοπανηγύρεις, στους πάγκους των υπαίθριων πωλητών, στις προθήκες των καταστημάτων νεοτερισμών, στις μικρές και μεγάλες τρύπες που αποτελούσαν το υποτυπώδες εμπορικό κέντρο του χωριού. Κι όλοι την τρώγαν (αφού τη γδύναν) με τα μάτια τους.
Αλλά ή Αγόρω δεν είχε μάτια για κανέναν. Ούτε για τον μπακάλη, ούτε για τον μανάβη, ούτε για τον φούρναρη. Απέρριπτε με αλαζονεία όλα τα προξενιά. Μάταια η μάνα της προσπαθούσε να την πείσει να το σκεφτεί τουλάχιστον. Και πιο πολύ να ρίξει ένα βλέφαρο στον καλύτερο του χωριού. Ο Κράτος ήταν πρωτευουσιάνος με ρίζες στο χωριό και την ήθελε σαν τρελός. Κι είχε και περιουσία ατράνταχτη – και ακίνητα και αυτοκίνητα και άλογα και μουλάρια και μποστάνια και χωράφια. Ο Κράτος ήταν καλό παιδί, λίγο μπούλης βέβαια, ελαφρά παχύσαρκος και δυσκίνητος, ίσως και κάπως βλάκας, αλλά έλιωνε για την Αγορά, αφήστε δε που με την περιουσία του θα ζούσαν ζωή και κότα. Βλέπετε, η Αγόρω δεν είχε προίκα της προκοπής. Τα ρούχα της, τα εσώρουχά της, ένα γιούκο με ασπρόρουχα, μερικά κεντήματα και υφαντά… Αυτά. «Α, πα πα πα», έλεγε ανένδοτη η Αγόρω. «Εγώ θα ζήσω ελεύθερη ζωή. Free market, mammy. Κάτω ο προστατευτισμός. Νταβά στο κεφάλι μου δεν βάζω!» Κι η προξενήτρα που ’φερνε πεσκέσια και προξενιά του Κράτου έφευγε άπρακτη, με τα χέρια ξερά.
Η Αγορίτσα -που στο μεταξύ είχε απαγορεύσει σε όλους δια ροπάλου να τη φωνάζουν με τα επαρχιώτικα υποκοριστικά της- ξεκίνησε για την περιπέτεια που είχε επιλέξει. Παράτησε τα παζάρια, τους γραφικούς πάγκους των μικροπωλητών και τα μπεζεστένια των χωριών και βγήκε στην πόλη. Όπου έκανε, είναι αλήθεια, μεγάλο σουξέ. «Free market», διαλαλούσε στα πολυκαταστήματα, τα Mall, τις υπεραγορές, τις εμπορικές αλυσίδες, τους εμπορικούς πεζοδρόμους με τα βαριά brand names και τις λαμπερές φίρμες που πρόφερε με την ελαφρώς επαρχιώτικη αξάν της. Λιγότερο από Prada δεν ανεχόταν στο κορμί της, κάτω από Bvlgari δεν έβαζε στον καρπό της και για τον λαιμό και τ’ αυτιά σπανίως συμβιβαζόταν με Βιλδιρίδη, κι αυτό μόνον κατόπιν παραγγελίας και αποκλειστικής σχεδίασης. Η κραιπάλη της Αγόρως άρχιζε από πρωίας, με συστηματικό shopping therapy στα εμπορικά κέντρα, όπου έσκαγε με αεροπλανικές πιρουέτες, κάνοντας τους λυσσασμένους αρσενικούς να τα δίνουν όλα για πάρτη της. Το μεσημέρι έπαιρνε το lunch της στα πιο μουράτα ρεστοράν της πόλης, περιστοιχιζόμενη πάντα από έγκαυλους θαυμαστές και το βράδυ την έβγαζε στα νυχτερινά της παραλιακής, σπανίως καθήμενη, συνήθως σε τσακίρ κέφι πάνω στα τραπέζια, αλαλάζοντας «free market» και άδοντας παράφωνα το σουξέ της: «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη Αγορά, παρά σαράντα χρόνια στου Κράτου τα δεσμά». Χύνονταν στο άκουσμα του άσματος και στα λικνίσματα της Αγόρως οι πολυάριθμοι θαυμαστές της: κληρονόμοι παλαιών τζακιών, ανυποψίαστοι διαχειριστές νέων τζακιών, αεριτζήδες, νεογιάπηδες, μάνατζερ αυτοδίδακτοι ή με σπουδές στο εξωτερικό, κάτοχοι μεταπτυχιακού στα χρηματοικονομικά, ευτραφείς ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί, νεο-σοσιαλ-φιλελεύθεροι πολιτικοί που έσκιζαν τα Boss πουκάμισά τους στο άκουσμα του κουπλέ από το τελευταίο σουξέ της παραλιακής: «Του ιάπιδος (σ.σ.: εκ του γιάπις) ο τράχηλος κράτος δεν υποφέρει». Κι όταν αισθάνονταν κάτι αέρινο να τους θωπεύει ηδονικά ανάμεσα στα σκέλια, ήξεραν ότι δεν ήταν ο γαλατάς, αλλά το αόρατο χέρι της Αγοράς…
Αυτόν τον βίο διήγε η Αγορά, η ορμή της οποίας ήταν πλέον αδύνατο να περιοριστεί στα εθνικά σύνορα και -όπως ήταν φυσικό- ξεκίνησε διεθνή καριέρα με απρόβλεπτη επιτυχία. Εκτός του τίτλου της εθνικής σταρ, με τη γοητεία της απέσπασε εύκολα τον τίτλο της Μις Ευρώπη και τελικά της Μις Υφήλιος. Κινούνταν με άνεση μεταξύ Μυκόνου και Σαν Τροπέ το καλοκαίρι, Ελβετικών Άλπεων και Αράχοβας τον χειμώνα. Η ακόρεστη δίψα της για shopping έσβηνε πλέον μόνο στην λεωφόρο Σανς Ελιζέ στο Παρίσι, στην 5th Avenue στη Νέα Υόρκη, σπανιότερα στη Φρανκφούρτη και στο Λονδίνο και τα ψυχαγωγικά της ενδιαφέροντά της είχαν στραφεί και στις μετοχές, στα ευρωπαϊκά, ασιατικά και αμερικανικά χρηματιστήρια, στα προθεσμιακά συμβόλαια πετρελαίου, στις εξαγορές, στις συγχωνεύσεις και στις απολύσεις, που έγιναν μάλιστα αγαπημένο της σπορ. Η Αγόρω ήταν πια μια παγκοσμιοποιημένη γκόμενα.
Ο πολυτελής βίος που διήγε κίνησε, βεβαίως, κάποια στιγμή το ενδιαφέρον των ελεγκτικών Αρχών στις χώρες που κινούνταν με άνεση, ιδιαίτερα των φορολογικών και των επιτροπών ανταγωνισμού, μιας και δεν ήταν σαφές τι ακριβώς επαγγέλλετο η Αγόρω και πώς δικαιολογούσε τις απίστευτες δαπάνες της. Αλλά η Αγορά αντεπεξήλθε επιτυχώς με τη γοητεία της και αυτή την περιπέτεια, με το ύφος μιας περήφανης, άδικα διωκόμενης celebrity και με τις απαραίτητες προμήθειες.
Κάπως έτσι πέρασε η χρυσή εικοσαετία της Αγόρως. Η ελευθερία, όμως, έχει και το τίμημά της. Η πληθωρική κραιπάλη και κατανάλωση είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση της άλλοτε αέρινης ύπαρξης σε όλες τις διαστάσεις του χωροχρόνου. Με τα χρόνια η Αγόρω έγινε πληθωρική, ευτραφής και τελικά παχύδερμη. Έπειτα άρχισε να πλήττεται από αλλεπάλληλες κυκλικές κρίσεις βουλιμίας και νευρικής ανορεξίας. Φούσκωνε, ξεφούσκωνε και τελικά το δέρμα της έκατσε πάνω στον σκελετό της σαν τσαλακωμένος πλισές. Το φωτεινό της πρόσωπο χαράχτηκε από τα ίχνη του χρόνου. Και να τα λίφτινγκ, να οι λιποαναρροφήσεις, οι αναδομήσεις, τα κολλαγόνα, οι μεταρρυθμίσεις, οι αυτορρυθμίσεις, οι απορρυθμίσεις…Όχι ο Φουστάνος, ούτε ο Πιταγκί ήταν εις θέσιν να κάνει το θαύμα του. Φυσικά, αυτή η κρίση είχε και το μοιραίο της αποτέλεσμα: τα εκατομμύρια θαυμαστών της Αγόρως έχασαν κάθε ενθουσιασμό γι’ αυτήν – άλλωστε δεν ήταν σε θέση να κάνει πια ούτε τις αεροπλανικές πιρουέτες της (το αόρατο χέρι της είχε πια αρθρίτιδα). Και, τελικά, ήλθε και εκείνη η κρίση νοσταλγίας για την πατρίδα της και το πατρικό της, όπου είχε ρίξει μαύρη πέτρα.
«Στα ’λεγα, θα μείνεις στο ράφι», της είπε η μάνα της, όχι με χαιρεκακία, αλλά με τρυφερότητα και πόνο, μόλις την αντίκρισε, αγνώριστη και αλλόκοτα παραμορφωμένη από τον χρόνο και τις κραιπάλες. «Ο μανάβης; Ο μπακάλης; Ο φούρναρης;», ήταν οι πρώτες ερωτήσεις που έκανε η Αγόρω, αποφασισμένη να πουλήσει τις τελευταίες υποψίες γοητείας που είχαν απομείνει πάνω της. «Τους έφαγε κι αυτούς η απελευθέρωση, σαν και σένα. Είναι υπάλληλοι στο σούπερ μάρκετ», είπε η μάνα της. «Και ο… Κράτος;», ρώτησε δειλά αλλά με μιαν ελπίδα η Αγόρω, ξέροντας ότι ήταν ο μεγάλος του έρωτας. «Ο Κράτος; Μπακούρι έμεινε. Την περισσότερη περιουσία του την έχει πουλήσει. Έχει, βέβαια, εισοδήματα… Αλλά, δεν ξέρω…». «Να δίναμε μίζα στην προξενήτρα;», ρώτησε αθώα η Αγόρω (που στο μεταξύ άρχισε να συνηθίζει το παλιό υποκοριστικό της).
Η συνάντηση Κράτους και Αγοράς μετά είκοσι έτη είχε φόρτιση και εκπλήξεις. Ο Κράτος δεν είδε στην όψη της Αγοράς τη μούσα των εφηβικών του ονειρώξεων, και η Αγόρω αντίκρισε έναν Κράτο συρρικνωμένο, ισχνό, γερασμένο, αλλά και με μια μικρή δόση γοητείας πάνω του. «Θα με προστατεύεις;», ρώτησε με κάποια αγωνία η Αγόρω. «Ό,τι έχω είναι και δικό σου. Δεν είναι πολλά, αλλά έχω τον τρόπο μου», απάντησε ξέπνοα ο Κράτος. Και ρίχτηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Μιας αγκαλιάς που έπνιξε τα τελευταία ίχνη απελευθέρωσης που τους κρατούσαν όλα αυτά τα χρόνια μακριά.
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", από το 2000 στην Καθημερινή, 2007 - 2014 στον Επενδυτή. Από το 2019 η στήλη έκανε "επανεκκίνηση" στη Εφημερίδα των Συντακτών. Ηταν σαν να βρήκε τον φυσικό της χώρο. Ωστόσο, ο "χώρος" από τις αρχές του 2026 έπαψε να είναι "φυσικός". Η φιλοξενία στην ΕφΣυν διακόπηκε με μια απόλυση. To be continued, με την προσδοκία σύντομα ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ να βρει ξανά... πεδίο βολής.
04/08/2008
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (02/08/2008)
Πόσο διασκεδαστική θα ήταν η κωμωδία των νεοπροσήλυτων που παίζεται τώρα στην παγκόσμια θεατρική σκηνή, αν δεν είχε την πικρή γεύση της πραγματικότητας! Όχι οι εργαζόμενοι, όχι οι σοσιαλδημοκράτες ή οι κομμουνιστές, όχι οι φτωχοί και οι δικαιούχοι της κοινωνικής πρόνοιας, αλλά τα αφεντικά των τραπεζών και οι κορυφαίοι μάνατζερ της παγκόσμιας οικονομίας ζητούν να παρέμβει το κράτος, για να σώσει την οικονομία από τον εαυτό της. Είναι πρώτος απ’ όλους ο Τζόζεφ Λίπσκι, διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και γνωστός φονταμενταλιστής της αγοράς, εκείνος που τώρα, με μια δραματική έκκληση, προτρέπει ξαφνικά τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να κάνουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που κήρυττε μέχρι τώρα, δηλαδή να εμποδίσουν την κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας με μαζικά προγράμματα δημόσιων δαπανών. Παντού έγινε ξαφνικά σαφές ότι χωρίς το κράτος δεν μπορεί να λειτουργήσει τίποτα.
Ούλριχ Μπεκ, «Οι προφήτες της αγοράς» (από τη στήλη «Σημειωματάριο Ιδεών», της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας»)
Ούλριχ Μπεκ, «Οι προφήτες της αγοράς» (από τη στήλη «Σημειωματάριο Ιδεών», της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας»)
28/07/2008
Arbeit Macht Frei (26/07/2008)
Υπάρχουν πολλοί συνένοχοι στον θεμελιώδη μύθο για τον απελευθερωτικό χαρακτήρα της εργασίας και διατρέχουν σχεδόν όλη την ιδεολογική και πολιτική κλίμακα Δεξιάς - Αριστεράς. Οι ανθρωπολόγοι και οι κοινωνιολόγοι -συμπεριλαμβανομένου και του θείου Ένγκελς- μας έπεισαν για το νρόλο της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου. Οι θεολόγοι -ιδιαίτερα της χριστιανικής κοσμοθεωρίας- πρόσθεσαν στην εργασία τον ρόλο της δύναμης αποτροπής από το πεδίο της αμαρτίας. Οι προτεστάντες, ακόμη περισσότερο, προσέδωσαν στην εργασία την ακτινοβολία μιας δύναμης εξαγνισμού και της έδωσαν τον χαρακτήρα ενός εγκόσμιου ασκητισμού που νομιμοποιεί τον πλούτο. Σ’ αυτό συνέκλιναν με τους θεμελιωτές της αστικής πολιτικής οικονομίας που αναγνώρισαν την εργασία ως τη βασική -αν όχι και μόνη- πηγή πλούτου, αλλά και με τον μαρξισμό, που έδωσε απόλυτο χαρακτήρα σ’ αυτή τη συνάρτηση. Και οι ναζί απογείωσαν την «απελευθερωτική» κουλτούρα της εργασίας, απαλλάσσοντας κυριολεκτικά από το μαρτύριο της υλικής ζωής τα εκατομμύρια ανθρώπων που εξόντωσαν στα στρατόπεδα «εργασίας», με το σαρκαστικό σύνθημα στις πύλες τους: Arbeit Macht Frei (η εργασία απελευθερώνει).
Οι προκαταρκτικές αυτές παρατηρήσεις, αν και κινούνται στα όρια της εγκυκλοπαιδικής κοινοτοπίας, μας εισάγουν στην πιο ανατριχιαστική είδηση της εβδομάδας: 142 Ιάπωνες εργαζόμενοι πεθαίνουν κάθε χρόνο από υπερβολική εργασία. Στατιστική επίσημη, μετρήσιμη από κρατικούς φορείς σε μια χώρα υπεράνω αντικαπιταλιστικής υποψίας. Έχει, δε, όπως μάθαμε, και την επίσημη ορολογία της: φαινόμενο ή σύνδρομο «καρόσι».
Μας παρηγορεί ενδεχομένως η ιδέα ότι οι Ιάπωνες έχουν, έτσι και αλλιώς, μια παράδοση αυτοκαταστροφικής -αυτοχειριακής, για την ακρίβεια- σχέσης όχι μόνο με την εργασία, αλλά και με άλλες διαστάσεις της ζωής: το καθήκον, τη μάθηση, την κατανάλωση, την εγκράτεια, τις διακοπές. Α, ναι, ειδικά με τις διακοπές, που οι Ιάπωνες αποφεύγουν ως θανάσιμο αμάρτημα σε σημείο ώστε κυβερνήσεις αλλά και επιχειρήσεις να προσφεύγουν σε κίνητρα ή και εξαναγκασμό των εργαζομένων σε διακοπές. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτή η ροπή τους δεν είναι ένας ανατολίτικος εξωτισμός, αλλά μια φανατική, ακραία μετάγγιση του προτεσταντικού πνεύματος του καπιταλισμού στη βουδιστική ή κομφουκιανή Ανατολή.
Έτσι μάθαμε ότι η εργασία μπορεί να παράγει ακόμη και στις μέρες μας μικρά, ατομικά ολοκαυτώματα που επί της ουσίας δικαιώνουν το αιματηρό χιούμορ των ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η απελευθερωτική διάσταση της εργασίας έχει πάντα μια μακρινή συγγένεια με τον θάνατο.
Η αλήθεια είναι ότι η ανθρωπότητα δεν αποδέχθηκε ποτέ με ευκολία, χωρίς διαμαρτυρίες και αντιστάσεις αυτή τη βεβαιότητα. Κι αυτό καταδεικνύεται από κινήσεις ιστορικών διαστάσεων, όπως οι αγώνες για τη μείωση του ωραρίου, αλλά και από στάσεις ατομικές, καθημερινές, ανεπαίσθητες. Αν ήμασταν πεισμένοι ότι η εργασία (ιδιαίτερα στην εκδοχή της ως μισθωτή σκλαβιά) μας απελευθερώνει, δεν θα μετρούσαμε με άγχος τα λεπτά πριν από τη λήξη του οκταώρου, ούτε τις μέρες μέχρι την επόμενη αργία ή μέχρι τη φυγή για τις θερινές διακοπές. Εδώ υπάρχει μια αντίστροφη βεβαιότητα: η ενδόμυχη πεποίθηση ότι, αν δεν απελευθερωθούμε από τον «απελευθερωτή» έστω και για λίγο, θα μας μαζεύουν με τα κουτάλια. Άρα, οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε ακόμη και υποσυνείδητα ότι η εργασία περιέχει πάντα και μια μικρή ή μεγαλύτερη δόση θανάτου. Και αντίστροφα, ότι η διακοπή της εργασίας -και οι διακοπές- αναπληρώνουν τα ελλείμματα ζωής που προκαλεί ο εργασιακός καταναγκασμός.
Γι’ αυτό και, παρ’ ότι κανείς από τους θεωρητικούς και απολογητές του οικονομικού μας πολιτισμού δεν έχει παραιτηθεί επισήμως από το δόγμα της «απελευθερώτριας εργασίας», η ιστορική τάση είναι ο αργός θάνατος της ίδιας της εργασίας. Ουδέποτε συμμερίστηκε κανείς, βέβαια, την υπεραισιόδοξη πρόβλεψη του κ. Ρίφκιν για το «Τέλος της εργασίας», αλλά η αλήθεια είναι ότι σε κλίμακα δεκαετιών και αιώνων η εργασία αποδυναμώνεται τουλάχιστον στο σκέλος της χρονικής της διάρκειας. Κι αυτή η ιστορική τάση διόλου τυχαία συνοδεύεται από τη συνεχή αύξηση του προσδόκιμου επιβιώσεως.
Σ’ αυτή την ιστορική τάση, της σταδιακής απελευθέρωσης από τον «απελευθερωτή», αντιστέκονται πολλοί. Αίφνης, λίγα εικοσιτετράωρα μετά τις ανακοινώσεις για το μικρό εργασιακό ολοκαύτωμα στην Ιαπωνία, στη Γαλλία οι εθνοπατέρες ψήφιζαν με χέρια και με πόδια την ουσιαστική κατάργηση του 35ωρου. Αυτή η μικρή κατάκτηση άντεξε μόλις μια δεκαετία στις ασφυκτικές πιέσεις των δυνάμεων της αγοράς. Τώρα, η συγκυρία της υποβόσκουσας οικονομικής ύφεσης έδωσε την ευκαιρία της χαριστικής βολής (ιδού πάλι η κουλτούρα των ναζί και του «Arbeit Macht Frei» να τρυπώνει στον ναό της δημοκρατίας). Η επίσημη αιτιολογία για την παράκαμψη του 35ωρου είναι πως μειώνει την ανταγωνιστικότητα των γαλλικών επιχειρήσεων. Σ’ αυτό το επιχείρημα υπάρχει, ωστόσο, και η πολύ ενδιαφέρουσα ομολογία ότι η εργασία (άρα οι εργαζόμενοι) είναι ο βασικός παράγοντας ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Κι όταν ο επιχειρηματικός κόσμος και η επίσημη πολιτική μιλούν για ανταγωνιστικότητα, εννοούν δύο πράγματα: μεγαλύτερα μερίδια αγοράς, υψηλότερα ποσοστά κέρδους. Έτσι, η εργασία αναδεικνύεται πράγματι σε απελευθερωτή, όχι εκείνου που την παρέχει, αλλά αυτού που την αγοράζει.
Όχι μόνο στην Ανατολή, λοιπόν, αλλά και στη δονούμενη από μεταρρυθμιστικό οίστρο Δύση αυξάνονται οι μικρές «δόσεις θανάτου» που περιέχονται στην εργασία με την τάση επιμήκυνσης του ωραρίου, αλλά και επιμήκυνσης του εργασιακού βίου εν ονόματι της επιβίωσης των ασφαλιστικών συστημάτων. Πρόκειται για τάσεις αφύσικες, αντιιστορικές και -τολμώ να πω- ανάλογα τερατώδεις με τις ιδεολογικές συντεταγμένες του ναζισμού που θεωρήθηκε μια εξαίρεση, μια θλιβερή παρένθεση στον δυτικό πολιτισμό (αυτό δεν είναι, βεβαίως, παρά ένας βολικός μύθος). Τα τεχνολογικά άλματα που έφεραν οι μεταπολεμικές δεκαετίες έχουν πράγματι καταστήσει θεωρητικά εφικτή τη συρρίκνωσή της σχεδόν μέχρι «θανάτου» ή τη μεταμόρφωσή της σε μια νωχελική, διασκεδαστική καθημερινότητα. Οι μελλοντολόγοι περιγράφουν ένα κοινωνικό σύμπαν στο οποίο οι άνθρωποι, απαλλαγμένοι από τον καταναγκασμό του χρόνου και του χώρου, θα μπορούν να παράγουν αξίες και υπεραξίες εκατομμυρίων χωρίς καν να μετακινηθούν από το σπίτι τους, χωρίς το ασφυκτικό πλαίσιο ενός ωραρίου. Περιγράφουν δηλαδή παραγωγή πλούτου χωρίς εργασία. Για την ακρίβεια, από την εργασία κρατούν το αμιγώς απελευθερωτικό της περιεχόμενο, πετούν τις αλυσίδες της, της προσδίδουν τη διάσταση απόλαυσης που θα καθιστούσε ακόμη και τον τζίτζικα το πιο φιλόπονο πλάσμα του σύμπαντος.
Πού είναι αυτό το μέλλον που αφαιρεί από την εργασία τις μικρές και μεγάλες «δόσεις θανάτου» που μας επιφυλάσσει και τις αντικαθιστά με γενναίες δόσεις ζωής και απόλαυσης; Προς το παρόν, στην τολμηρή φαντασία των μελλοντολόγων, στην ανυποψίαστη δημιουργικότητα των τεχνολόγων που απλώνουν στο άπειρο τα σύνορα του ψηφιακού μας σύμπαντος, στα οράματα των ανθρώπων που θεωρούν ότι η στενωπός των αγορών δεν είναι μονόδρομος.
Ξέρουμε πάντως ποιοι εμποδίζουν αυτό το μέλλον: οι λίγοι που έχουν ήδη απαλλαγεί από τον καταναγκασμό της εργασίας χάρη στην εργασιακή δουλεία ή εθελοδουλεία που έχουν επιβάλει στους υπόλοιπους. Έχουν πολλές μορφές: του μεταρρυθμιστή, του τεχνοκράτη της οικονομίας και της πολιτικής, ή του κηφήνα που αντλεί απόλαυση από τη συσσώρευση ισχύος και πλούτου, δηλαδή από την ιδιοποιημένη εργασία των άλλων.
Πράγματι, λοιπόν, arbeit macht frei. Αλλά το θέμα είναι, ποιους;
Οι προκαταρκτικές αυτές παρατηρήσεις, αν και κινούνται στα όρια της εγκυκλοπαιδικής κοινοτοπίας, μας εισάγουν στην πιο ανατριχιαστική είδηση της εβδομάδας: 142 Ιάπωνες εργαζόμενοι πεθαίνουν κάθε χρόνο από υπερβολική εργασία. Στατιστική επίσημη, μετρήσιμη από κρατικούς φορείς σε μια χώρα υπεράνω αντικαπιταλιστικής υποψίας. Έχει, δε, όπως μάθαμε, και την επίσημη ορολογία της: φαινόμενο ή σύνδρομο «καρόσι».
Μας παρηγορεί ενδεχομένως η ιδέα ότι οι Ιάπωνες έχουν, έτσι και αλλιώς, μια παράδοση αυτοκαταστροφικής -αυτοχειριακής, για την ακρίβεια- σχέσης όχι μόνο με την εργασία, αλλά και με άλλες διαστάσεις της ζωής: το καθήκον, τη μάθηση, την κατανάλωση, την εγκράτεια, τις διακοπές. Α, ναι, ειδικά με τις διακοπές, που οι Ιάπωνες αποφεύγουν ως θανάσιμο αμάρτημα σε σημείο ώστε κυβερνήσεις αλλά και επιχειρήσεις να προσφεύγουν σε κίνητρα ή και εξαναγκασμό των εργαζομένων σε διακοπές. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτή η ροπή τους δεν είναι ένας ανατολίτικος εξωτισμός, αλλά μια φανατική, ακραία μετάγγιση του προτεσταντικού πνεύματος του καπιταλισμού στη βουδιστική ή κομφουκιανή Ανατολή.
Έτσι μάθαμε ότι η εργασία μπορεί να παράγει ακόμη και στις μέρες μας μικρά, ατομικά ολοκαυτώματα που επί της ουσίας δικαιώνουν το αιματηρό χιούμορ των ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η απελευθερωτική διάσταση της εργασίας έχει πάντα μια μακρινή συγγένεια με τον θάνατο.
Η αλήθεια είναι ότι η ανθρωπότητα δεν αποδέχθηκε ποτέ με ευκολία, χωρίς διαμαρτυρίες και αντιστάσεις αυτή τη βεβαιότητα. Κι αυτό καταδεικνύεται από κινήσεις ιστορικών διαστάσεων, όπως οι αγώνες για τη μείωση του ωραρίου, αλλά και από στάσεις ατομικές, καθημερινές, ανεπαίσθητες. Αν ήμασταν πεισμένοι ότι η εργασία (ιδιαίτερα στην εκδοχή της ως μισθωτή σκλαβιά) μας απελευθερώνει, δεν θα μετρούσαμε με άγχος τα λεπτά πριν από τη λήξη του οκταώρου, ούτε τις μέρες μέχρι την επόμενη αργία ή μέχρι τη φυγή για τις θερινές διακοπές. Εδώ υπάρχει μια αντίστροφη βεβαιότητα: η ενδόμυχη πεποίθηση ότι, αν δεν απελευθερωθούμε από τον «απελευθερωτή» έστω και για λίγο, θα μας μαζεύουν με τα κουτάλια. Άρα, οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε ακόμη και υποσυνείδητα ότι η εργασία περιέχει πάντα και μια μικρή ή μεγαλύτερη δόση θανάτου. Και αντίστροφα, ότι η διακοπή της εργασίας -και οι διακοπές- αναπληρώνουν τα ελλείμματα ζωής που προκαλεί ο εργασιακός καταναγκασμός.
Γι’ αυτό και, παρ’ ότι κανείς από τους θεωρητικούς και απολογητές του οικονομικού μας πολιτισμού δεν έχει παραιτηθεί επισήμως από το δόγμα της «απελευθερώτριας εργασίας», η ιστορική τάση είναι ο αργός θάνατος της ίδιας της εργασίας. Ουδέποτε συμμερίστηκε κανείς, βέβαια, την υπεραισιόδοξη πρόβλεψη του κ. Ρίφκιν για το «Τέλος της εργασίας», αλλά η αλήθεια είναι ότι σε κλίμακα δεκαετιών και αιώνων η εργασία αποδυναμώνεται τουλάχιστον στο σκέλος της χρονικής της διάρκειας. Κι αυτή η ιστορική τάση διόλου τυχαία συνοδεύεται από τη συνεχή αύξηση του προσδόκιμου επιβιώσεως.
Σ’ αυτή την ιστορική τάση, της σταδιακής απελευθέρωσης από τον «απελευθερωτή», αντιστέκονται πολλοί. Αίφνης, λίγα εικοσιτετράωρα μετά τις ανακοινώσεις για το μικρό εργασιακό ολοκαύτωμα στην Ιαπωνία, στη Γαλλία οι εθνοπατέρες ψήφιζαν με χέρια και με πόδια την ουσιαστική κατάργηση του 35ωρου. Αυτή η μικρή κατάκτηση άντεξε μόλις μια δεκαετία στις ασφυκτικές πιέσεις των δυνάμεων της αγοράς. Τώρα, η συγκυρία της υποβόσκουσας οικονομικής ύφεσης έδωσε την ευκαιρία της χαριστικής βολής (ιδού πάλι η κουλτούρα των ναζί και του «Arbeit Macht Frei» να τρυπώνει στον ναό της δημοκρατίας). Η επίσημη αιτιολογία για την παράκαμψη του 35ωρου είναι πως μειώνει την ανταγωνιστικότητα των γαλλικών επιχειρήσεων. Σ’ αυτό το επιχείρημα υπάρχει, ωστόσο, και η πολύ ενδιαφέρουσα ομολογία ότι η εργασία (άρα οι εργαζόμενοι) είναι ο βασικός παράγοντας ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Κι όταν ο επιχειρηματικός κόσμος και η επίσημη πολιτική μιλούν για ανταγωνιστικότητα, εννοούν δύο πράγματα: μεγαλύτερα μερίδια αγοράς, υψηλότερα ποσοστά κέρδους. Έτσι, η εργασία αναδεικνύεται πράγματι σε απελευθερωτή, όχι εκείνου που την παρέχει, αλλά αυτού που την αγοράζει.
Όχι μόνο στην Ανατολή, λοιπόν, αλλά και στη δονούμενη από μεταρρυθμιστικό οίστρο Δύση αυξάνονται οι μικρές «δόσεις θανάτου» που περιέχονται στην εργασία με την τάση επιμήκυνσης του ωραρίου, αλλά και επιμήκυνσης του εργασιακού βίου εν ονόματι της επιβίωσης των ασφαλιστικών συστημάτων. Πρόκειται για τάσεις αφύσικες, αντιιστορικές και -τολμώ να πω- ανάλογα τερατώδεις με τις ιδεολογικές συντεταγμένες του ναζισμού που θεωρήθηκε μια εξαίρεση, μια θλιβερή παρένθεση στον δυτικό πολιτισμό (αυτό δεν είναι, βεβαίως, παρά ένας βολικός μύθος). Τα τεχνολογικά άλματα που έφεραν οι μεταπολεμικές δεκαετίες έχουν πράγματι καταστήσει θεωρητικά εφικτή τη συρρίκνωσή της σχεδόν μέχρι «θανάτου» ή τη μεταμόρφωσή της σε μια νωχελική, διασκεδαστική καθημερινότητα. Οι μελλοντολόγοι περιγράφουν ένα κοινωνικό σύμπαν στο οποίο οι άνθρωποι, απαλλαγμένοι από τον καταναγκασμό του χρόνου και του χώρου, θα μπορούν να παράγουν αξίες και υπεραξίες εκατομμυρίων χωρίς καν να μετακινηθούν από το σπίτι τους, χωρίς το ασφυκτικό πλαίσιο ενός ωραρίου. Περιγράφουν δηλαδή παραγωγή πλούτου χωρίς εργασία. Για την ακρίβεια, από την εργασία κρατούν το αμιγώς απελευθερωτικό της περιεχόμενο, πετούν τις αλυσίδες της, της προσδίδουν τη διάσταση απόλαυσης που θα καθιστούσε ακόμη και τον τζίτζικα το πιο φιλόπονο πλάσμα του σύμπαντος.
Πού είναι αυτό το μέλλον που αφαιρεί από την εργασία τις μικρές και μεγάλες «δόσεις θανάτου» που μας επιφυλάσσει και τις αντικαθιστά με γενναίες δόσεις ζωής και απόλαυσης; Προς το παρόν, στην τολμηρή φαντασία των μελλοντολόγων, στην ανυποψίαστη δημιουργικότητα των τεχνολόγων που απλώνουν στο άπειρο τα σύνορα του ψηφιακού μας σύμπαντος, στα οράματα των ανθρώπων που θεωρούν ότι η στενωπός των αγορών δεν είναι μονόδρομος.
Ξέρουμε πάντως ποιοι εμποδίζουν αυτό το μέλλον: οι λίγοι που έχουν ήδη απαλλαγεί από τον καταναγκασμό της εργασίας χάρη στην εργασιακή δουλεία ή εθελοδουλεία που έχουν επιβάλει στους υπόλοιπους. Έχουν πολλές μορφές: του μεταρρυθμιστή, του τεχνοκράτη της οικονομίας και της πολιτικής, ή του κηφήνα που αντλεί απόλαυση από τη συσσώρευση ισχύος και πλούτου, δηλαδή από την ιδιοποιημένη εργασία των άλλων.
Πράγματι, λοιπόν, arbeit macht frei. Αλλά το θέμα είναι, ποιους;
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (26/07/2008)
Μικρός άκουγα από μακριά τα μουγκρητά των σιδερένιων θηρίων. Οι άνθρωποι εδώ, για να τραφούν και να θρέψουν τις οικογένειές τους, μεταμόρφωναν τόνους θλίψης σε κανόνια, βαγόνια, έλικες. Αγιότητα σημαίνει να μην έχεις επιλογή. Επί έναν αιώνα, μυριάδες άγιοι δραπέτευαν από τα εργοστάσια που χασμουριόντουσαν. Ο ξεθωριασμένος ουρανός έβαφε τα ρούχα τους. Ήταν σκλάβοι, αλλά ήταν άγιοι. Ο πόνος των ανθρώπων συνιστά το αληθινό τους μεγαλείο. Το αόρατο τούς αγιάζει. Όλη τους η νιότη θυσιάστηκε για να έρθουν στον κόσμο σαγόνια ατμομηχανών και ωμοπλάτες κανονιών -κομμάτια που, όταν τα ανακαλύπτουμε σήμερα παρατημένα στην ύπαιθρο, δείχνουν την έμφυτη μοχθηρία τους- απανθρακωμένοι, θα ’λεγες, σκελετοί ζώων, με σκουριασμένους κυνόδοντες. Οι υψικάμινοι, όταν τις κοιτάμε, ακόμα κι από απόσταση, κάνουν το πρόσωπό μας να πυρώνει, λες και μας έφτυσε ξάφνου ο διάβολος, έξω φρενών που οι άνθρωποι πήραν το αίμα του για να το χύσουν σε καλούπια. Μια μέρα άκουσα ένα φίλο μου να αναπολεί τη δουλειά του στη σκιά των υψικαμίνων. Ο τρόμος και ο θαυμασμός διαμέριζαν τα λόγια του, αφαιρώντας τους κάθε σαφήνεια. Είχε ζήσει μια εμπειρία μυστικιστική, άφατη. Η σιωπή πίνει την αλήθεια της ζωής μας.
Κριστιάν Μπομπέν, «Αιχμάλωτος του λίκνου»
Κριστιάν Μπομπέν, «Αιχμάλωτος του λίκνου»
20/07/2008
Summer time (19/7/2008)
Εγώ τώρα είμαι αλλού. Δεν το αναφέρω για να πουλήσω εκδούλευση ή αυτοθυσία. Απλώς για να αντιληφθείτε το mood της σημερινής συνεισφοράς μου: φεγγαράδα, σχεδόν πανσέληνος, που ανοίγει μια πλατιά λεωφόρο στη σκοτεινή θάλασσα. Μεταμεσονύκτια ησυχία σ’ έναν μικρό παραθαλάσσιο οικισμό. Τριζόνια, βόμβος κλιματιστικών κι ο ανάλαφρος παφλασμός των κυμάτων. Που και που ακούγεται κι η μηχανή ενός αυτοκινήτου. Ό,τι πιο θορυβώδες είναι τα αλυχτίσματα των σκυλιών κι οι καβγάδες των γάτων- απροειδοποίητα, κατά κύματα, τουλάχιστον μια φορά την ώρα, σκίζουν τη σιωπή της νύχτας, σ’ έναν περίεργο συντονισμό, μια ζωική επικοινωνία επαγρύπνησης. Αλλά ούτε οι σκύλοι και οι γάτες είναι ικανοί να ανατρέψουν το σκηνικό: ο κάματος των αδειούχων αδειάζει ήρεμα στα στρώματα των rooms to let.
Το σκηνικό δεν είναι τυπικό, το ομολογώ. Θα μπορούσε να περιλαμβάνει πιο trendy ηχοχρώματα: κονβόι αυτοκινήτων και μηχανών που πηγαινοέρχονται ασταμάτητα, ηχητικές δονήσεις από τα «μπιτ» και τα μιξο-φρυξο-λύδια άσματα των μπαρ, θορυβώδεις παρέες, μισομεθυσμένους τουρίστες που εκτονώνουν θυμό και χαρά αδιακρίτως, φώτα, πολλά φώτα, μικρογραφίες μητροπόλεων μεταφυτευμένες στην ύπαιθρο. Δεν είναι του είδους μου, δεν είναι της ηλικίας μου. Αισθάνομαι πάντως προνομιούχος μ’ αυτή τη γενναία δόση σιωπής.
Ωστόσο, η σιωπή και ο θόρυβος των τουριστικών θέρετρων είναι συστατικά της ίδιας συνταγής: των διακοπών που, αν και αποτελούν την εγγύτερη ενσάρκωση του δικαιώματος στην τεμπελιά, βιώνεται σαν ένα επίπονο καθήκον. Το ταξίδι και οι διακοπές εξελίσσονται στην απόλυτη νεύρωση της εποχής μας. Φυσικά, αυτό δεν αφορά τους πάντες και δεν αφορά σε κάθε περίπτωση εκείνο το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού, στην Αφρική, την Ασία, τη Λατινική Αμερική που είναι καταδικασμένο να μην ξεμυτίσει ποτέ από το στενό ενδιαίτημά του.
Για μας τους υπόλοιπους, τους τυχερούς, η κατάσταση διαμορφώνεται περίπου όπως περιγράφεται στην διαφήμιση της τράπεζας με τον τύπο που δεν χαλαρώνει με τίποτα και τον ενοχλούν τα πάντα: οι ρακέτες, τα κουβαδάκια των παιδιών, οι προτηγανισμένες πατάτες, το κουβεντολόι της παρέας στη διπλανή ομπρέλα. Η διαφήμιση έχει έναν προφανή, ωμό ρεαλισμό αφού υπονοεί πως ό,τι πληρώνεις παίρνεις και στις διακοπές. Και ομολογεί ότι και η τεμπελιά- το είδος, η ποσότητα, η ποιότητά της- είναι συνάρτηση της ρευστότητάς σου. Όσο περισσότερο χρήμα διαθέτεις, όσο λιγότερο χρήμα χρωστάς, τόσο καλύτερα μπορείς να απολαύσεις την ποσόστωση τεμπελιάς που σου αναλογεί. Αυτό βέβαια, αν το επεκτείνουμε στο απώτατο άκρο του, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι απόλυτο δικαίωμα στην τεμπελιά έχουν όσοι διαθέτουν απεριόριστο χρήμα, άρα, όσοι δεν έχουν λόγο να εργάζονται ποτέ. Αλλά γι’ αυτούς οι διακοπές είναι ένα κενό περιεχομένου δικαίωμα. Δεν έχουν τίποτα να διακόψουν, εκτός αν θεωρήσουμε εργασιακό χρόνο αυτόν που διαθέτουν για να μετρήσουν το χρήμα τους και ν’ αποφασίσουν αλλαγές στον τρόπο διαχείρισής του ώστε να γίνει αποδοτικότερο, άρα να τους εξασφαλίσει αδιάκοπες διακοπές όλο το χρόνο.
Παρ’ όλα αυτά, ακόμη κι αυτοί δεν ξεφεύγουν από τον κανόνα της νεύρωσης του ταξιδιού- χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι τους λυπόμαστε γι’ αυτό. Επειδή «το καλοκαίρι ρίχνουν στην πυρά τους μοναχικούς», επειδή αυτή την εποχή «η ευτυχία είναι υποχρεωτική», με κάποιο τρόπο πρέπει να εξασφαλίσουν κι οι δυστυχείς Κροίσοι ότι υπάρχει μια στοιχειώδης διαφορά ανάμεσα στην πισίνα του σπιτιού τους και την πισίνα του ξενοδοχείου, ανάμεσα στην κατειλημμένη παραλία της εξοχικής τους κατοικίας και στην παραλία των διακοπών τους, ανάμεσα στη χλιδή του σπιτιού τους και στην πολυτέλεια του ενοικιαζόμενου καταλύματος. Γι’ αυτό και η τουριστική βιομηχανία ανταγωνίζεται στο να προσθέτει στο εμπόρευμά της όχι μόνο προσιτά πακέτα για τους μεσοαστούς των μητροπόλεων, αλλά και γενναίες δόσεις εξωτισμού, απόστασης, ιδιωτικότητας, κινδύνου, εξτρεμισμού ακόμη και παραδοξότητας για τους Κροίσους του παγκόσμιου χωριού. Αν, για παράδειγμα, ισχύει ο κίνδυνος για το σύμπλεγμα των Μαλδίβων εκατοντάδες ατόλες να χαθούν κάτω από τη θάλασσα λόγω της κλιματικής αλλαγής και της ανόδου της στάθμης των υδάτων, να είστε βέβαιοι ότι αυτό θα αποτελέσει το επόμενο απόλυτο τουριστικό προϊόν: ποιος θα πληρώσει περισσότερα για να είναι ο τελευταίος κάτοικος της ατόλης που του χρόνου θα την καταπιεί η θάλασσα;
Αλλά, δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με τη θερινή νεύρωση των Κροίσων. Η δική μας είναι αρκετή για να μας απασχολήσει για τα επόμενα καλοκαίρια της ζωής μας. Κι επειδή οι περισσότεροι, ως μισθωτοί σκλάβοι ή αγχωμένοι μικροαστοί, ανήκουμε πράγματι στον κανόνα της τραπεζικής διαφήμισης που προαναφέραμε, θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι υπόσταση δίνουμε εμείς στο δικαίωμα στην τεμπελιά που μας αναλογεί.
Είναι δεδομένο ότι έχουμε χάσει προ πολλού τη φυσική μας ροπή προς την τεμπελιά, τη μόνη δεξιότητα με την οποία γεννιόμαστε. Το επισήμανε γλαφυρά εδώ και 125 χρόνια ο Λαφάργκ, περιγράφοντας τον καταστροφικό εγκλωβισμό του κόσμου της εργασίας στο «δικαίωμα στη δουλειά».
Αυτή η ρηξικέλευθη αλλά μελαγχολική ιδέα, με την οποία ουδέποτε συμφιλιώθηκαν η Αριστερά, η σοσιαλδημοκρατία και τα συνδικάτα, είναι ορατή περισσότερο από ποτέ σήμερα, στον τρόπο που οι εργασιακές νευρώσεις γίνονται πυρήνας της νεύρωσης των διακοπών. Το κινητό τηλέφωνο γίνεται μια νοητή επέκταση του εργασιακού τοπίου στην παραλία, οι συγκυριακές παρέες των θερέτρων συστήνονται με τις επαγγελματικές τους ταυτότητες, η επικοινωνία τους είναι αδιανόητη χωρίς να επιστρατευτούν οι εργασιακοί κώδικες, τα άγχη, οι ανταγωνισμοί, τα κουτσομπολιά της δουλειάς. Κανείς ή ελάχιστοι αναλαμβάνουν το ρίσκο να σφαλίσουν τις πόρτες προς τον έξω κόσμο. Οι περισσότεροι θέλουν να πιστεύουν ότι ο κόσμος είναι δύσκολο να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς αυτούς. Αν και στην πραγματικότητα φοβούνται ακριβώς το αντίθετο. Το «δικαίωμα στη δουλειά» νικά και στις διακοπές.
Αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς. Καθώς το καλοκαίρι από εποχή γίνεται εμπόρευμα (όπως εύστοχα είπε πρόσφατα ο Βασίλης Αλεξάκης), τα κόστη που συσσωρεύει δημιουργούν πρόσθετη υποχρέωση εργασίας. Ακόμη κι η διαφήμιση της τράπεζας το υπαινίσσεται. Η ανέμελη, απαλλαγμένη από πιστωτικά άγχη, θερινή ραστώνη προϋποθέτει την ανάληψη μιας ακόμη δανειακής υποχρέωσης η οποία πώς αλλιώς μπορεί να εξοφληθεί παρά με εργασία.
Βλέπετε, η μικρή δόση τεμπελιάς που δικαιούμαστε δεν υλοποιείται αλλιώς παρά με το χέρι στην τσέπη. Βιώνουμε τις διακοπές όχι σαν μια περιοχή ελευθερίας, αλλά σαν ένα τοπίο κατειλημμένο που πρέπει να εξαγοράσουμε κάθε τετραγωνικό χρήσης του. Πωλείται καλοκαίρι all inclusive. Πωλείται ο ήλιος και ο ίσκιος. Πωλείται η ζέστη και η δροσιά. Το κύμα και η νηνεμία. Ο άνεμος και η απανεμιά. Η ησυχία και η φασαρία. Η εγγύτητα και η απόσταση. Ο ερημητισμός και ο κοσμοπολιτισμός. Ο μινιμαλισμός και η χλιδή. Η λιτότητα και η αφθονία. Ό,τι πληρώνεις παίρνεις. Έτσι, ο νεκρός, ελεύθερος χρόνος συμπτύσσεται σε διάρκεια και προσαρμόζεται σε περιεχόμενο στα όρια του διαθέσιμου χρήματος ή της δόσης του διακοποδανείου σου. Και τελικά αυτοαναιρείται ως προς το σκέλος της ελευθερίας.
Περιττό να πούμε ότι ο Λαφάργκ θα είχε έναν πρόσθετο λόγο ν’ αυτοκτονήσει αν ανακάλυπτε ότι το δικαίωμα του οποίου μοιράζεται το κοπιράιτ με τον τζίτζικα έχει εξελιχθεί σ’ ένα καθήκον παρελκόμενο της εργασίας. Θα μου πείτε: αν ίσχυε κάτι διαφορετικό, οι διακοπές θα είχαν δια νόμου καταργηθεί. Σωστό κι αυτό.
Στο μεταξύ το φεγγάρι χάθηκε, η θάλασσα βυθίστηκε στο σκοτάδι και η σιωπή βάθυνε περισσότερο στο ήσυχο θέρετρο του Ιουλίου. Τα στρώματα ρουφάνε και τα τελευταία ίχνη κούρασης, πριν στείλουν ξανά τους αδειούχους στο καθήκον της απόλαυσης. Παρ’ όλα αυτά περνάω καλά.
Το σκηνικό δεν είναι τυπικό, το ομολογώ. Θα μπορούσε να περιλαμβάνει πιο trendy ηχοχρώματα: κονβόι αυτοκινήτων και μηχανών που πηγαινοέρχονται ασταμάτητα, ηχητικές δονήσεις από τα «μπιτ» και τα μιξο-φρυξο-λύδια άσματα των μπαρ, θορυβώδεις παρέες, μισομεθυσμένους τουρίστες που εκτονώνουν θυμό και χαρά αδιακρίτως, φώτα, πολλά φώτα, μικρογραφίες μητροπόλεων μεταφυτευμένες στην ύπαιθρο. Δεν είναι του είδους μου, δεν είναι της ηλικίας μου. Αισθάνομαι πάντως προνομιούχος μ’ αυτή τη γενναία δόση σιωπής.
Ωστόσο, η σιωπή και ο θόρυβος των τουριστικών θέρετρων είναι συστατικά της ίδιας συνταγής: των διακοπών που, αν και αποτελούν την εγγύτερη ενσάρκωση του δικαιώματος στην τεμπελιά, βιώνεται σαν ένα επίπονο καθήκον. Το ταξίδι και οι διακοπές εξελίσσονται στην απόλυτη νεύρωση της εποχής μας. Φυσικά, αυτό δεν αφορά τους πάντες και δεν αφορά σε κάθε περίπτωση εκείνο το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού, στην Αφρική, την Ασία, τη Λατινική Αμερική που είναι καταδικασμένο να μην ξεμυτίσει ποτέ από το στενό ενδιαίτημά του.
Για μας τους υπόλοιπους, τους τυχερούς, η κατάσταση διαμορφώνεται περίπου όπως περιγράφεται στην διαφήμιση της τράπεζας με τον τύπο που δεν χαλαρώνει με τίποτα και τον ενοχλούν τα πάντα: οι ρακέτες, τα κουβαδάκια των παιδιών, οι προτηγανισμένες πατάτες, το κουβεντολόι της παρέας στη διπλανή ομπρέλα. Η διαφήμιση έχει έναν προφανή, ωμό ρεαλισμό αφού υπονοεί πως ό,τι πληρώνεις παίρνεις και στις διακοπές. Και ομολογεί ότι και η τεμπελιά- το είδος, η ποσότητα, η ποιότητά της- είναι συνάρτηση της ρευστότητάς σου. Όσο περισσότερο χρήμα διαθέτεις, όσο λιγότερο χρήμα χρωστάς, τόσο καλύτερα μπορείς να απολαύσεις την ποσόστωση τεμπελιάς που σου αναλογεί. Αυτό βέβαια, αν το επεκτείνουμε στο απώτατο άκρο του, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι απόλυτο δικαίωμα στην τεμπελιά έχουν όσοι διαθέτουν απεριόριστο χρήμα, άρα, όσοι δεν έχουν λόγο να εργάζονται ποτέ. Αλλά γι’ αυτούς οι διακοπές είναι ένα κενό περιεχομένου δικαίωμα. Δεν έχουν τίποτα να διακόψουν, εκτός αν θεωρήσουμε εργασιακό χρόνο αυτόν που διαθέτουν για να μετρήσουν το χρήμα τους και ν’ αποφασίσουν αλλαγές στον τρόπο διαχείρισής του ώστε να γίνει αποδοτικότερο, άρα να τους εξασφαλίσει αδιάκοπες διακοπές όλο το χρόνο.
Παρ’ όλα αυτά, ακόμη κι αυτοί δεν ξεφεύγουν από τον κανόνα της νεύρωσης του ταξιδιού- χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι τους λυπόμαστε γι’ αυτό. Επειδή «το καλοκαίρι ρίχνουν στην πυρά τους μοναχικούς», επειδή αυτή την εποχή «η ευτυχία είναι υποχρεωτική», με κάποιο τρόπο πρέπει να εξασφαλίσουν κι οι δυστυχείς Κροίσοι ότι υπάρχει μια στοιχειώδης διαφορά ανάμεσα στην πισίνα του σπιτιού τους και την πισίνα του ξενοδοχείου, ανάμεσα στην κατειλημμένη παραλία της εξοχικής τους κατοικίας και στην παραλία των διακοπών τους, ανάμεσα στη χλιδή του σπιτιού τους και στην πολυτέλεια του ενοικιαζόμενου καταλύματος. Γι’ αυτό και η τουριστική βιομηχανία ανταγωνίζεται στο να προσθέτει στο εμπόρευμά της όχι μόνο προσιτά πακέτα για τους μεσοαστούς των μητροπόλεων, αλλά και γενναίες δόσεις εξωτισμού, απόστασης, ιδιωτικότητας, κινδύνου, εξτρεμισμού ακόμη και παραδοξότητας για τους Κροίσους του παγκόσμιου χωριού. Αν, για παράδειγμα, ισχύει ο κίνδυνος για το σύμπλεγμα των Μαλδίβων εκατοντάδες ατόλες να χαθούν κάτω από τη θάλασσα λόγω της κλιματικής αλλαγής και της ανόδου της στάθμης των υδάτων, να είστε βέβαιοι ότι αυτό θα αποτελέσει το επόμενο απόλυτο τουριστικό προϊόν: ποιος θα πληρώσει περισσότερα για να είναι ο τελευταίος κάτοικος της ατόλης που του χρόνου θα την καταπιεί η θάλασσα;
Αλλά, δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με τη θερινή νεύρωση των Κροίσων. Η δική μας είναι αρκετή για να μας απασχολήσει για τα επόμενα καλοκαίρια της ζωής μας. Κι επειδή οι περισσότεροι, ως μισθωτοί σκλάβοι ή αγχωμένοι μικροαστοί, ανήκουμε πράγματι στον κανόνα της τραπεζικής διαφήμισης που προαναφέραμε, θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι υπόσταση δίνουμε εμείς στο δικαίωμα στην τεμπελιά που μας αναλογεί.
Είναι δεδομένο ότι έχουμε χάσει προ πολλού τη φυσική μας ροπή προς την τεμπελιά, τη μόνη δεξιότητα με την οποία γεννιόμαστε. Το επισήμανε γλαφυρά εδώ και 125 χρόνια ο Λαφάργκ, περιγράφοντας τον καταστροφικό εγκλωβισμό του κόσμου της εργασίας στο «δικαίωμα στη δουλειά».
Αυτή η ρηξικέλευθη αλλά μελαγχολική ιδέα, με την οποία ουδέποτε συμφιλιώθηκαν η Αριστερά, η σοσιαλδημοκρατία και τα συνδικάτα, είναι ορατή περισσότερο από ποτέ σήμερα, στον τρόπο που οι εργασιακές νευρώσεις γίνονται πυρήνας της νεύρωσης των διακοπών. Το κινητό τηλέφωνο γίνεται μια νοητή επέκταση του εργασιακού τοπίου στην παραλία, οι συγκυριακές παρέες των θερέτρων συστήνονται με τις επαγγελματικές τους ταυτότητες, η επικοινωνία τους είναι αδιανόητη χωρίς να επιστρατευτούν οι εργασιακοί κώδικες, τα άγχη, οι ανταγωνισμοί, τα κουτσομπολιά της δουλειάς. Κανείς ή ελάχιστοι αναλαμβάνουν το ρίσκο να σφαλίσουν τις πόρτες προς τον έξω κόσμο. Οι περισσότεροι θέλουν να πιστεύουν ότι ο κόσμος είναι δύσκολο να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς αυτούς. Αν και στην πραγματικότητα φοβούνται ακριβώς το αντίθετο. Το «δικαίωμα στη δουλειά» νικά και στις διακοπές.
Αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς. Καθώς το καλοκαίρι από εποχή γίνεται εμπόρευμα (όπως εύστοχα είπε πρόσφατα ο Βασίλης Αλεξάκης), τα κόστη που συσσωρεύει δημιουργούν πρόσθετη υποχρέωση εργασίας. Ακόμη κι η διαφήμιση της τράπεζας το υπαινίσσεται. Η ανέμελη, απαλλαγμένη από πιστωτικά άγχη, θερινή ραστώνη προϋποθέτει την ανάληψη μιας ακόμη δανειακής υποχρέωσης η οποία πώς αλλιώς μπορεί να εξοφληθεί παρά με εργασία.
Βλέπετε, η μικρή δόση τεμπελιάς που δικαιούμαστε δεν υλοποιείται αλλιώς παρά με το χέρι στην τσέπη. Βιώνουμε τις διακοπές όχι σαν μια περιοχή ελευθερίας, αλλά σαν ένα τοπίο κατειλημμένο που πρέπει να εξαγοράσουμε κάθε τετραγωνικό χρήσης του. Πωλείται καλοκαίρι all inclusive. Πωλείται ο ήλιος και ο ίσκιος. Πωλείται η ζέστη και η δροσιά. Το κύμα και η νηνεμία. Ο άνεμος και η απανεμιά. Η ησυχία και η φασαρία. Η εγγύτητα και η απόσταση. Ο ερημητισμός και ο κοσμοπολιτισμός. Ο μινιμαλισμός και η χλιδή. Η λιτότητα και η αφθονία. Ό,τι πληρώνεις παίρνεις. Έτσι, ο νεκρός, ελεύθερος χρόνος συμπτύσσεται σε διάρκεια και προσαρμόζεται σε περιεχόμενο στα όρια του διαθέσιμου χρήματος ή της δόσης του διακοποδανείου σου. Και τελικά αυτοαναιρείται ως προς το σκέλος της ελευθερίας.
Περιττό να πούμε ότι ο Λαφάργκ θα είχε έναν πρόσθετο λόγο ν’ αυτοκτονήσει αν ανακάλυπτε ότι το δικαίωμα του οποίου μοιράζεται το κοπιράιτ με τον τζίτζικα έχει εξελιχθεί σ’ ένα καθήκον παρελκόμενο της εργασίας. Θα μου πείτε: αν ίσχυε κάτι διαφορετικό, οι διακοπές θα είχαν δια νόμου καταργηθεί. Σωστό κι αυτό.
Στο μεταξύ το φεγγάρι χάθηκε, η θάλασσα βυθίστηκε στο σκοτάδι και η σιωπή βάθυνε περισσότερο στο ήσυχο θέρετρο του Ιουλίου. Τα στρώματα ρουφάνε και τα τελευταία ίχνη κούρασης, πριν στείλουν ξανά τους αδειούχους στο καθήκον της απόλαυσης. Παρ’ όλα αυτά περνάω καλά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη
Ή, π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...
-
ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : Τ ο παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκ...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...
-
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...