09/08/2008

Η παραγωγική αργία (9/8/2008)

«Αργία μήτηρ πάσης κακίας;» Ποιος το είπε αυτό; Και γιατί του δώσαμε δίκιο, έτσι, χωρίς ενδοιασμό; Τίποτε δεν αποδεικνύουν ο αποκεφαλισμός της Σαντορίνης, η δολοφονία της Μυκόνου, το αμόκ του Ηρακλείου. Ατυχείς οι συνειρμοί που συνδέουν το καλοκαίρι και τα νησιά, τα παραθεριστικά θέρετρα, τους νωχελικούς άπραγους αδειούχους με αμαρτίες και παρεκτροπές. Άλλωστε, οι μπράβοι της Μυκόνου δολοφόνησαν εν ώρα εργασίας. Αυτή τελικά ήταν η δουλειά τους. Για τους άλλους αιματηρούς δράστες τον λόγο έχει η ψυχιατρική και μόνο. Πάσα κακία, λοιπόν, διασκορπίζεται ομοιόμορφα στο χρόνο, στη διαδοχή των εποχών, στις πόλεις, στα χωριά, στις παραλίες, στα θέρετρα του Αυγούστου. Απλώς, το καλοκαίρι τις προσέχουμε πιο πολύ.

Δεν θα υπερασπιστώ για μια ακόμη φορά την τεμπελιά, στις μικρές ή μεγαλύτερες δόσεις της που μας αναλογούν όλη τη διάρκεια του παραγωγικού έτους. Άλλωστε, για όσους με γνωρίζουν- φίλους, συναδέλφους, συγγενείς- καθίσταμαι αναξιόπιστος και γραφικός. Δεν δείχνω άνθρωπος που πιστεύει βαθιά στο παραγωγικό περιεχόμενο της τεμπελιάς. Τείνω να γίνω παράδειγμα προς αποφυγήν. Αλλά αφήστε το αυτό.

Αναρωτιέμαι αν αναρωτιέστε και σεις: πώς γίνεται αυτό το μικρό παραγωγικό θαύμα του Αυγούστου; Αν είστε στην πόλη, αντιλαμβάνεστε ότι λείπουν οι μισοί. Αν είστε στην ύπαιθρο βλέπετε ότι προφανώς έχουν μεταφερθεί εκεί. Για τα μπάνια του λαού, τα ηλιόλουτρα της σάρκας, τα οφθαλμόλουτρα του βλέμματος. Πάντως, λίγοι είναι στις δουλειές τους. Λιγότεροι στους δρόμους των πόλεων, μισοάδεια τα μέσα μεταφοράς, κρατικές υπηρεσίες σχεδόν κενές, εργοστάσια σε υπολειτουργία, καταστήματα με πινακίδες που δίνουν ραντεβού μετά το Δεκαπενταύγουστο. Λείπουν τα αφεντικά, λείπουν και οι μισθωτοί σκλάβοι. Λείπουν οι μάνατζερ, λείπουν και οι γενικών καθηκόντων. Λείπουν οι προϊστάμενοι, λείπουν και οι υφιστάμενοι. Και όσοι μένουν πίσω λουφάρουν όσο μπορούν. Καλά κάνουν. Δεν είναι καμιά ελληνική ιδιομορφία. Και στο Μιλάνο αν πας Αυγουστιάτικα το πολύ να συναντήσεις γιαπωνέζους τουρίστες. Σχεδόν όλο το βόρειο ημισφαίριο, ίσως το ένα τρίτο της ευημερούσας ανθρωπότητας είναι «κλειστόν λόγω διακοπών». Για λίγες μέρες, λίγες εβδομάδες, δεν έχει σημασία, πάντως λείπει. Αλλά σε κανέναν δεν λείπει τίποτε. Αν το 50% του εργασιακού πληθυσμού δεν είναι στον πάγκο του, στην αλυσίδα παραγωγής του, στη βάρδια του, στο γραφείο του, πώς γίνεται και δεν πεινάμε, δεν ζεσταινόμαστε, δεν μας λείπουν τα καύσιμα, τα αγαθά της ψυχαγωγίας, της ενημέρωσης; Η οικονομία, αυτός ο πολύπλοκος μηχανισμός παραγωγής χρήσιμων και άχρηστων αγαθών που γεμίζουν το στομάχι μας ή την πλήξη μας, δουλεύει στο ρελαντί. Σαν αυτοκίνητο σε στάση, με την υπόκριση του μουρμουρητού ενός αθόρυβου κλιματιστικού. Μήπως, τελικά, η αργία είναι πιο παραγωγική απ’ όσο μας έχουν πείσει;

Παίζεται. Ισχυρισμός προς απόδειξη. Πολύ περισσότερο που η αργία, η σχόλη, οι διακοπές, τα ταξίδια συνοδεύονται πάντα από μια καταναλωτική έξαρση. Στις διακοπές τρώμε πολύ χωριάτικη σαλάτα, πολλά ψάρια, πολλά κρέατα. Ικανοποιούμε συμβατικές ή ακραίες επιθυμίες για τις οποίες σε άλλη περίπτωση θα σκεπτόμασταν το κόστος τους. Θέλουμε περισσότερες ντομάτες, περισσότερο αλκοόλ, περισσότερη βενζίνη. Και τα βρίσκουμε. Ακριβότερα ή φθηνότερα, δεν είναι της παρούσης, πάντως είναι εκεί. Όπου και να μεταφέρουμε την άπληστη ύπαρξή μας. Στη Γαύδο ή στη Σαμοθράκη. Στα Κανάρια νησιά ή στο Πουκέ. Επομένως, δεν ευσταθεί το επιχείρημα ότι στον καυτό μήνα Αύγουστο η κατανάλωση πέφτει ευθέως ανάλογα με την παραγωγικότητα. Κάθε άλλο. Η κατανάλωση απλώς μετακομίζει.

Μετακομίζει, βεβαίως, και η παραγωγή. Η τουριστική βιομηχανία, με την έντονη εποχικότητα που τη διακρίνει σε χώρες σαν τη δική μας είναι μια δεύτερη πιθανή εξήγηση γι’ αυτό το μυστηριώδες παραγωγικό ισοζύγιο του Αυγούστου. Μερικές εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κάθε χρόνο αποικίζουν τα νησιά για τρεις- τέσσερις μήνες και τα μετατρέπουν σε μικρές παραγωγικές κολάσεις. Άλλοι γιατί θέλουν μ’ ένα παπά να θάψουν πέντε-έξι και να βγάλουν τα έξοδα της χρονιάς κι όχι μόνο (σαν τα μυρμήγκια του μύθου). Κι άλλοι γιατί είναι υποχρεωμένοι να προσαρμοστούν στις ιδιατερότητες της εγχώριας τουριστικής βιομηχανίας. Παρτ τάιμ επιχειρηματίες, πάρτ τάιμ εργαζόμενοι. Όμως, αυτή η εποχική, μαζική μετακόμιση της παραγωγής και της απασχόλησης παρά θιν’ αλός τους θερινούς μήνες δεν εξηγεί όλο το παραγωγικό ισοζύγιο του Αυγούστου. Μπορεί να καλύπτει το 20%, το 30% της απασχόλησης που πάει διακοπές και ένα αντίστοιχο ποσοστό της παραγωγής που χάνεται. Αλλά το υπόλοιπο; Πού πάει διάολε;

Θα υπήρχε μια πειστική απάντηση στο ερώτημα αν, για παράδειγμα, οι χώρες του ευημερούντος (αν και παραπαίοντος τελευταία) καπιταλισμού ανακοίνωναν περιχαρείς κάθε καλοκαίρι ότι η παραγωγή τους μειώθηκε 10%, 20%, ότι το ΑΕΠ τους συρρικνώθηκε, οι υπεραξίες κάνουν βουτιές στις παραλίες, σαν να είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Αλλά, όχι. Καμιά δεν το κάνει. Αντιθέτως, ο πολύπλοκος οικονομικός μηχανισμός εξακολουθεί να δουλεύει σαν εργοστάσιο συνεχούς πυράς. Και δεν μας λείπει τίποτε. Δεν πεινάμε, δεν καιγόμαστε, δεν μένουμε από νερό και ρεύμα. Δεν ακούμε καν τη γκρίνια της επιχειρηματικής ελίτ που κυνηγά τον ήλιο και τη θάλασσα πάνω στα σκάφη της.

Μήπως αυτοί, οι λίγοι που μένουν πίσω, δουλεύουν πολύ; Μήπως δουλεύουν για δύο και για τρεις ο καθένας, επιτελώντας ένα μικρό άθλο παραγωγικότητας; Παίζει κι αυτό, αλλά εξηγεί ίσως ένα ακόμη 20%-30% του παραγωγικού ελλείμματος που προκαλεί η φυγή των αδειούχων του Αυγούστου. Κι αν ισχύει θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε πώς ακριβώς ανταμείβονται οι παραγωγοί που κλωνοποιούν τους εαυτούς τους, πολλαπλασιάζουν τα χέρια και τα πόδια τους ή αυξάνουν τον όγκο του εγκεφάλου τους για να καλύψουν και τους απόντες.

Μήπως πάλι συμβαίνει κάτι αντίστοιχο όλο τον υπόλοιπο, εκτός θερινής ραστώνης, χρόνο; Μήπως δηλαδή το χειμώνα και την άνοιξη και το φθινόπωρο υπάρχει ένα περίσσευμα παραγωγικότητας, ένας υπερβάλλων εργασιακός ζήλος που αποθηκεύει αξίες και υπεραξίες για τη μικρή ανάπαυλα του Αυγούστου; Κάτι σαν μέρμηγκες του Αισώπου, αλλά από την ανάποδη. Αν συμβαίνει αυτό, σημαίνει ότι μας πιάνουν κώτσους. Διότι υποτίθεται ότι η άδεια είναι ένας εκχωρημένος χρόνος, αλλά τώρα ανακαλύπτουμε ότι είναι απλώς μιας προκαταβεβλημένη εργασία. Ας κάνουμε ότι δεν το καταλάβαμε, για να μη χαλάσουμε την ατμόσφαιρα των διακοπών. Άλλωστε, κι αυτό να ισχύει πάλι δεν εξηγεί παρά ένα μικρό ποσοστό του παραγωγικού ελλείμματος του θέρους.

Τι συμβαίνει τελικά; Ίσως κάτι πολύ απλό, που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας. Υπάρχει μια περίσσεια εργασίας και εργάσιμου χρόνου, μια περιττή παραγωγική προσφορά που παρέχουμε όλο το χρόνο, χειμώνα-καλοκαίρι που δεν καλύπτει καμιά παραγωγική ανάγκη, καμιά πίεση από την πλευρά της κατανάλωσης, καμιά πιεστική απαίτηση από την πλευρά της αγοράς. Ένας χρόνος παραγωγικά νεκρός, σπαταλημένος σε επιχειρηματικές εμμονές και φιλελεύθερες ιδεοληψίες. Ένας εργασιακός χρόνος που αν καταργηθεί εδώ και τώρα δεν θα λείψει σε κανένα. Δεν θα προκαλέσει καμιά κρίση προσφοράς και αντίθετα, μπορεί και να απαλλάξει τον οικονομικό μας πολιτισμό από κρίσεις υπερπαραγωγής. Μπορούμε εδώ και τώρα να πούμε αντίο στο οκτάωρο όχι υπέρ του δεκάωρου, αλλά προς ένα χαλαρό εξάωρο ή πεντάωρο. Μπορούμε εδώ και τώρα να ορίσουμε στους δύο μήνες το χρόνο των διακοπών κι αργότερα στους τρεις, ν’ αυξήσουνε τις αργίες, να εφεύρουμε γιορτές θρησκευτικές, εθνικές, προσωπικές και σε κανένα να μη λείψει τίποτε. Γιατί η αργία είναι τελικά παραγωγική.

Προς το παρόν το σύστημα, οι φωτεινοί παντογνώστες του οικονομικού μας πολιτισμού δουλεύουν ακριβώς για το αντίθετο. Ο κ, Σαρκοζί κατάργησε το 35ωρο, οι ευρωκράτες θέλουν να παρατείνουν τον εργασιακό βίο μέχρι βαθέος γήρατος. Αυτή η απέχθειά τους στην αργία, τη ραστώνη, τη νωχέλεια είναι νοσηρή. Μάλλον χρειάζονται διακοπές. Διαρκείας. Ας τους τις δώσουμε.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (9/8/2008)

Θέλεις να με σώσεις;
Είμαι τεμπέλης όταν αγαπώ, τεμπέλης όταν παίζω
Τεμπέλης με το κορίτσι μου χίλιες φορές τη μέρα
Είμαι τεμπέλης όταν μιλάω, τεμπέλης όταν περπατάω
Τεμπέλης όταν χορεύω, τεμπέλης όταν συζητάω

Χασμουρητά βγαίνουν ορμητικά απ’ το στόμα μου
Τίποτε δεν κάνω, τίποτε ποτέ. Πώς σου φαίνομαι τώρα;
Δεν θα ήταν τρελό, δεν θα ήταν υπέροχο
Τεμπέλα, τυχερή κυρία, να κάνουμε έρωτα και να χορεύουμε όλη την ώρα;

Είμαι τεμπέλης και μοχθηρός. Θέλεις να με σώσεις;
Κάποιοι έχουν το χρήμα και κάποιων οι ζωές είναι όμορφες
Κάποιοι παίρνουν αποφάσεις κι άλλοι καθαρίζουν τους δρόμους. Τώρα, φαντάσου πώς είναι, φαντάσου πώς ακούγεται
Φαντάσου ότι η ζωή είναι τέλεια κι όλα δουλεύουν στην εντέλεια

Φαντάσου ότι υπάρχει ένα κορίτσι, φαντάσου ότι υπάρχει δουλειά
Φαντάσου πως υπάρχει μια απάντηση, φαντάσου πως υπάρχει Θεός
Φαντάσου ότι είμαι ο διάβολος, φαντάσου ότι είμαι ένας άγιος
Τεμπέλικο χρήμα, τεμπέλικος έρωτας, τεμπέλης έξω από το χώρο

Τεμπέλης στα χέρια, τεμπέλης στο κρεβάτι
Είμαι τεμπέλης στο παιχνίδι, τεμπέλης στη δουλειά
Εχω τεμπέλικο μυαλό, μάτι νωθρό, είμαι τεμπέλης για πατέρας


Δύσκολοι άνδρες, δύσκολες ζωές
Δύσκολο να τα κρατάς όλα μέσα σου
Όμορφοι καιροί, καλός Θεός
Είμαι τόσο τεμπέλης που τώρα σταματώ


David Byrne, “Lazy”

04/08/2008

Η ιστορία της πτωχής Αγόρως (02/08/2008)

Σήμερα το κατάστημα διαθέτει παραμύθι.

Σε μια εποχή όχι μακρινή από τη δική μας, σε μια περιοχή αρκετά κοντινή μας, σε ένα χωριό (σχεδόν κεφαλοχώρι) ζούσε μια νέα εκπάγλου καλλονής, λυγερόκορμη, αεράτη, αντικείμενο πόθου όλου του ανδρικού πληθυσμού της περιφέρειας. Αγορά ήταν τ’ όνομά της, Αγόρω ή Αγορίτσα τη φωνάζαν στην ντοπιολαλιά (και δεν της άρεσε καθόλου αυτό, γιατί είχε υψηλούς στόχους στη ζωή της). Περιζήτητη ήταν, αλλά όχι και πολύφερνη, κάτω του μεσαίου το οικογενειακό της εισόδημα. Αλλά η ομορφιά της ήταν αρκετό εισιτήριο για να καλοπαντρευτεί. «Κοίτα να τακτοποιηθείς», της έλεγε η μάνα της, αλλά η Αγόρω δεν το ’χε καθόλου σκοπό. Ήθελε να χορτάσει μέχρι σκασμού την ελευθερία της. Όλη μέρα σεργιανούσε, στα παζάρια, στις εμποροπανηγύρεις και ζωοπανηγύρεις, στους πάγκους των υπαίθριων πωλητών, στις προθήκες των καταστημάτων νεοτερισμών, στις μικρές και μεγάλες τρύπες που αποτελούσαν το υποτυπώδες εμπορικό κέντρο του χωριού. Κι όλοι την τρώγαν (αφού τη γδύναν) με τα μάτια τους.

Αλλά ή Αγόρω δεν είχε μάτια για κανέναν. Ούτε για τον μπακάλη, ούτε για τον μανάβη, ούτε για τον φούρναρη. Απέρριπτε με αλαζονεία όλα τα προξενιά. Μάταια η μάνα της προσπαθούσε να την πείσει να το σκεφτεί τουλάχιστον. Και πιο πολύ να ρίξει ένα βλέφαρο στον καλύτερο του χωριού. Ο Κράτος ήταν πρωτευουσιάνος με ρίζες στο χωριό και την ήθελε σαν τρελός. Κι είχε και περιουσία ατράνταχτη – και ακίνητα και αυτοκίνητα και άλογα και μουλάρια και μποστάνια και χωράφια. Ο Κράτος ήταν καλό παιδί, λίγο μπούλης βέβαια, ελαφρά παχύσαρκος και δυσκίνητος, ίσως και κάπως βλάκας, αλλά έλιωνε για την Αγορά, αφήστε δε που με την περιουσία του θα ζούσαν ζωή και κότα. Βλέπετε, η Αγόρω δεν είχε προίκα της προκοπής. Τα ρούχα της, τα εσώρουχά της, ένα γιούκο με ασπρόρουχα, μερικά κεντήματα και υφαντά… Αυτά. «Α, πα πα πα», έλεγε ανένδοτη η Αγόρω. «Εγώ θα ζήσω ελεύθερη ζωή. Free market, mammy. Κάτω ο προστατευτισμός. Νταβά στο κεφάλι μου δεν βάζω!» Κι η προξενήτρα που ’φερνε πεσκέσια και προξενιά του Κράτου έφευγε άπρακτη, με τα χέρια ξερά.

Η Αγορίτσα -που στο μεταξύ είχε απαγορεύσει σε όλους δια ροπάλου να τη φωνάζουν με τα επαρχιώτικα υποκοριστικά της- ξεκίνησε για την περιπέτεια που είχε επιλέξει. Παράτησε τα παζάρια, τους γραφικούς πάγκους των μικροπωλητών και τα μπεζεστένια των χωριών και βγήκε στην πόλη. Όπου έκανε, είναι αλήθεια, μεγάλο σουξέ. «Free market», διαλαλούσε στα πολυκαταστήματα, τα Mall, τις υπεραγορές, τις εμπορικές αλυσίδες, τους εμπορικούς πεζοδρόμους με τα βαριά brand names και τις λαμπερές φίρμες που πρόφερε με την ελαφρώς επαρχιώτικη αξάν της. Λιγότερο από Prada δεν ανεχόταν στο κορμί της, κάτω από Bvlgari δεν έβαζε στον καρπό της και για τον λαιμό και τ’ αυτιά σπανίως συμβιβαζόταν με Βιλδιρίδη, κι αυτό μόνον κατόπιν παραγγελίας και αποκλειστικής σχεδίασης. Η κραιπάλη της Αγόρως άρχιζε από πρωίας, με συστηματικό shopping therapy στα εμπορικά κέντρα, όπου έσκαγε με αεροπλανικές πιρουέτες, κάνοντας τους λυσσασμένους αρσενικούς να τα δίνουν όλα για πάρτη της. Το μεσημέρι έπαιρνε το lunch της στα πιο μουράτα ρεστοράν της πόλης, περιστοιχιζόμενη πάντα από έγκαυλους θαυμαστές και το βράδυ την έβγαζε στα νυχτερινά της παραλιακής, σπανίως καθήμενη, συνήθως σε τσακίρ κέφι πάνω στα τραπέζια, αλαλάζοντας «free market» και άδοντας παράφωνα το σουξέ της: «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη Αγορά, παρά σαράντα χρόνια στου Κράτου τα δεσμά». Χύνονταν στο άκουσμα του άσματος και στα λικνίσματα της Αγόρως οι πολυάριθμοι θαυμαστές της: κληρονόμοι παλαιών τζακιών, ανυποψίαστοι διαχειριστές νέων τζακιών, αεριτζήδες, νεογιάπηδες, μάνατζερ αυτοδίδακτοι ή με σπουδές στο εξωτερικό, κάτοχοι μεταπτυχιακού στα χρηματοικονομικά, ευτραφείς ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί, νεο-σοσιαλ-φιλελεύθεροι πολιτικοί που έσκιζαν τα Boss πουκάμισά τους στο άκουσμα του κουπλέ από το τελευταίο σουξέ της παραλιακής: «Του ιάπιδος (σ.σ.: εκ του γιάπις) ο τράχηλος κράτος δεν υποφέρει». Κι όταν αισθάνονταν κάτι αέρινο να τους θωπεύει ηδονικά ανάμεσα στα σκέλια, ήξεραν ότι δεν ήταν ο γαλατάς, αλλά το αόρατο χέρι της Αγοράς…

Αυτόν τον βίο διήγε η Αγορά, η ορμή της οποίας ήταν πλέον αδύνατο να περιοριστεί στα εθνικά σύνορα και -όπως ήταν φυσικό- ξεκίνησε διεθνή καριέρα με απρόβλεπτη επιτυχία. Εκτός του τίτλου της εθνικής σταρ, με τη γοητεία της απέσπασε εύκολα τον τίτλο της Μις Ευρώπη και τελικά της Μις Υφήλιος. Κινούνταν με άνεση μεταξύ Μυκόνου και Σαν Τροπέ το καλοκαίρι, Ελβετικών Άλπεων και Αράχοβας τον χειμώνα. Η ακόρεστη δίψα της για shopping έσβηνε πλέον μόνο στην λεωφόρο Σανς Ελιζέ στο Παρίσι, στην 5th Avenue στη Νέα Υόρκη, σπανιότερα στη Φρανκφούρτη και στο Λονδίνο και τα ψυχαγωγικά της ενδιαφέροντά της είχαν στραφεί και στις μετοχές, στα ευρωπαϊκά, ασιατικά και αμερικανικά χρηματιστήρια, στα προθεσμιακά συμβόλαια πετρελαίου, στις εξαγορές, στις συγχωνεύσεις και στις απολύσεις, που έγιναν μάλιστα αγαπημένο της σπορ. Η Αγόρω ήταν πια μια παγκοσμιοποιημένη γκόμενα.

Ο πολυτελής βίος που διήγε κίνησε, βεβαίως, κάποια στιγμή το ενδιαφέρον των ελεγκτικών Αρχών στις χώρες που κινούνταν με άνεση, ιδιαίτερα των φορολογικών και των επιτροπών ανταγωνισμού, μιας και δεν ήταν σαφές τι ακριβώς επαγγέλλετο η Αγόρω και πώς δικαιολογούσε τις απίστευτες δαπάνες της. Αλλά η Αγορά αντεπεξήλθε επιτυχώς με τη γοητεία της και αυτή την περιπέτεια, με το ύφος μιας περήφανης, άδικα διωκόμενης celebrity και με τις απαραίτητες προμήθειες.

Κάπως έτσι πέρασε η χρυσή εικοσαετία της Αγόρως. Η ελευθερία, όμως, έχει και το τίμημά της. Η πληθωρική κραιπάλη και κατανάλωση είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση της άλλοτε αέρινης ύπαρξης σε όλες τις διαστάσεις του χωροχρόνου. Με τα χρόνια η Αγόρω έγινε πληθωρική, ευτραφής και τελικά παχύδερμη. Έπειτα άρχισε να πλήττεται από αλλεπάλληλες κυκλικές κρίσεις βουλιμίας και νευρικής ανορεξίας. Φούσκωνε, ξεφούσκωνε και τελικά το δέρμα της έκατσε πάνω στον σκελετό της σαν τσαλακωμένος πλισές. Το φωτεινό της πρόσωπο χαράχτηκε από τα ίχνη του χρόνου. Και να τα λίφτινγκ, να οι λιποαναρροφήσεις, οι αναδομήσεις, τα κολλαγόνα, οι μεταρρυθμίσεις, οι αυτορρυθμίσεις, οι απορρυθμίσεις…Όχι ο Φουστάνος, ούτε ο Πιταγκί ήταν εις θέσιν να κάνει το θαύμα του. Φυσικά, αυτή η κρίση είχε και το μοιραίο της αποτέλεσμα: τα εκατομμύρια θαυμαστών της Αγόρως έχασαν κάθε ενθουσιασμό γι’ αυτήν – άλλωστε δεν ήταν σε θέση να κάνει πια ούτε τις αεροπλανικές πιρουέτες της (το αόρατο χέρι της είχε πια αρθρίτιδα). Και, τελικά, ήλθε και εκείνη η κρίση νοσταλγίας για την πατρίδα της και το πατρικό της, όπου είχε ρίξει μαύρη πέτρα.

«Στα ’λεγα, θα μείνεις στο ράφι», της είπε η μάνα της, όχι με χαιρεκακία, αλλά με τρυφερότητα και πόνο, μόλις την αντίκρισε, αγνώριστη και αλλόκοτα παραμορφωμένη από τον χρόνο και τις κραιπάλες. «Ο μανάβης; Ο μπακάλης; Ο φούρναρης;», ήταν οι πρώτες ερωτήσεις που έκανε η Αγόρω, αποφασισμένη να πουλήσει τις τελευταίες υποψίες γοητείας που είχαν απομείνει πάνω της. «Τους έφαγε κι αυτούς η απελευθέρωση, σαν και σένα. Είναι υπάλληλοι στο σούπερ μάρκετ», είπε η μάνα της. «Και ο… Κράτος;», ρώτησε δειλά αλλά με μιαν ελπίδα η Αγόρω, ξέροντας ότι ήταν ο μεγάλος του έρωτας. «Ο Κράτος; Μπακούρι έμεινε. Την περισσότερη περιουσία του την έχει πουλήσει. Έχει, βέβαια, εισοδήματα… Αλλά, δεν ξέρω…». «Να δίναμε μίζα στην προξενήτρα;», ρώτησε αθώα η Αγόρω (που στο μεταξύ άρχισε να συνηθίζει το παλιό υποκοριστικό της).

Η συνάντηση Κράτους και Αγοράς μετά είκοσι έτη είχε φόρτιση και εκπλήξεις. Ο Κράτος δεν είδε στην όψη της Αγοράς τη μούσα των εφηβικών του ονειρώξεων, και η Αγόρω αντίκρισε έναν Κράτο συρρικνωμένο, ισχνό, γερασμένο, αλλά και με μια μικρή δόση γοητείας πάνω του. «Θα με προστατεύεις;», ρώτησε με κάποια αγωνία η Αγόρω. «Ό,τι έχω είναι και δικό σου. Δεν είναι πολλά, αλλά έχω τον τρόπο μου», απάντησε ξέπνοα ο Κράτος. Και ρίχτηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Μιας αγκαλιάς που έπνιξε τα τελευταία ίχνη απελευθέρωσης που τους κρατούσαν όλα αυτά τα χρόνια μακριά.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (02/08/2008)

Πόσο διασκεδαστική θα ήταν η κωμωδία των νεοπροσήλυτων που παίζεται τώρα στην παγκόσμια θεατρική σκηνή, αν δεν είχε την πικρή γεύση της πραγματικότητας! Όχι οι εργαζόμενοι, όχι οι σοσιαλδημοκράτες ή οι κομμουνιστές, όχι οι φτωχοί και οι δικαιούχοι της κοινωνικής πρόνοιας, αλλά τα αφεντικά των τραπεζών και οι κορυφαίοι μάνατζερ της παγκόσμιας οικονομίας ζητούν να παρέμβει το κράτος, για να σώσει την οικονομία από τον εαυτό της. Είναι πρώτος απ’ όλους ο Τζόζεφ Λίπσκι, διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και γνωστός φονταμενταλιστής της αγοράς, εκείνος που τώρα, με μια δραματική έκκληση, προτρέπει ξαφνικά τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να κάνουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που κήρυττε μέχρι τώρα, δηλαδή να εμποδίσουν την κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας με μαζικά προγράμματα δημόσιων δαπανών. Παντού έγινε ξαφνικά σαφές ότι χωρίς το κράτος δεν μπορεί να λειτουργήσει τίποτα.

Ούλριχ Μπεκ, «Οι προφήτες της αγοράς» (από τη στήλη «Σημειωματάριο Ιδεών», της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας»)

28/07/2008

Arbeit Macht Frei (26/07/2008)

Υπάρχουν πολλοί συνένοχοι στον θεμελιώδη μύθο για τον απελευθερωτικό χαρακτήρα της εργασίας και διατρέχουν σχεδόν όλη την ιδεολογική και πολιτική κλίμακα Δεξιάς - Αριστεράς. Οι ανθρωπολόγοι και οι κοινωνιολόγοι -συμπεριλαμβανομένου και του θείου Ένγκελς- μας έπεισαν για το νρόλο της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου. Οι θεολόγοι -ιδιαίτερα της χριστιανικής κοσμοθεωρίας- πρόσθεσαν στην εργασία τον ρόλο της δύναμης αποτροπής από το πεδίο της αμαρτίας. Οι προτεστάντες, ακόμη περισσότερο, προσέδωσαν στην εργασία την ακτινοβολία μιας δύναμης εξαγνισμού και της έδωσαν τον χαρακτήρα ενός εγκόσμιου ασκητισμού που νομιμοποιεί τον πλούτο. Σ’ αυτό συνέκλιναν με τους θεμελιωτές της αστικής πολιτικής οικονομίας που αναγνώρισαν την εργασία ως τη βασική -αν όχι και μόνη- πηγή πλούτου, αλλά και με τον μαρξισμό, που έδωσε απόλυτο χαρακτήρα σ’ αυτή τη συνάρτηση. Και οι ναζί απογείωσαν την «απελευθερωτική» κουλτούρα της εργασίας, απαλλάσσοντας κυριολεκτικά από το μαρτύριο της υλικής ζωής τα εκατομμύρια ανθρώπων που εξόντωσαν στα στρατόπεδα «εργασίας», με το σαρκαστικό σύνθημα στις πύλες τους: Arbeit Macht Frei (η εργασία απελευθερώνει).

Οι προκαταρκτικές αυτές παρατηρήσεις, αν και κινούνται στα όρια της εγκυκλοπαιδικής κοινοτοπίας, μας εισάγουν στην πιο ανατριχιαστική είδηση της εβδομάδας: 142 Ιάπωνες εργαζόμενοι πεθαίνουν κάθε χρόνο από υπερβολική εργασία. Στατιστική επίσημη, μετρήσιμη από κρατικούς φορείς σε μια χώρα υπεράνω αντικαπιταλιστικής υποψίας. Έχει, δε, όπως μάθαμε, και την επίσημη ορολογία της: φαινόμενο ή σύνδρομο «καρόσι».

Μας παρηγορεί ενδεχομένως η ιδέα ότι οι Ιάπωνες έχουν, έτσι και αλλιώς, μια παράδοση αυτοκαταστροφικής -αυτοχειριακής, για την ακρίβεια- σχέσης όχι μόνο με την εργασία, αλλά και με άλλες διαστάσεις της ζωής: το καθήκον, τη μάθηση, την κατανάλωση, την εγκράτεια, τις διακοπές. Α, ναι, ειδικά με τις διακοπές, που οι Ιάπωνες αποφεύγουν ως θανάσιμο αμάρτημα σε σημείο ώστε κυβερνήσεις αλλά και επιχειρήσεις να προσφεύγουν σε κίνητρα ή και εξαναγκασμό των εργαζομένων σε διακοπές. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτή η ροπή τους δεν είναι ένας ανατολίτικος εξωτισμός, αλλά μια φανατική, ακραία μετάγγιση του προτεσταντικού πνεύματος του καπιταλισμού στη βουδιστική ή κομφουκιανή Ανατολή.

Έτσι μάθαμε ότι η εργασία μπορεί να παράγει ακόμη και στις μέρες μας μικρά, ατομικά ολοκαυτώματα που επί της ουσίας δικαιώνουν το αιματηρό χιούμορ των ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η απελευθερωτική διάσταση της εργασίας έχει πάντα μια μακρινή συγγένεια με τον θάνατο.

Η αλήθεια είναι ότι η ανθρωπότητα δεν αποδέχθηκε ποτέ με ευκολία, χωρίς διαμαρτυρίες και αντιστάσεις αυτή τη βεβαιότητα. Κι αυτό καταδεικνύεται από κινήσεις ιστορικών διαστάσεων, όπως οι αγώνες για τη μείωση του ωραρίου, αλλά και από στάσεις ατομικές, καθημερινές, ανεπαίσθητες. Αν ήμασταν πεισμένοι ότι η εργασία (ιδιαίτερα στην εκδοχή της ως μισθωτή σκλαβιά) μας απελευθερώνει, δεν θα μετρούσαμε με άγχος τα λεπτά πριν από τη λήξη του οκταώρου, ούτε τις μέρες μέχρι την επόμενη αργία ή μέχρι τη φυγή για τις θερινές διακοπές. Εδώ υπάρχει μια αντίστροφη βεβαιότητα: η ενδόμυχη πεποίθηση ότι, αν δεν απελευθερωθούμε από τον «απελευθερωτή» έστω και για λίγο, θα μας μαζεύουν με τα κουτάλια. Άρα, οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε ακόμη και υποσυνείδητα ότι η εργασία περιέχει πάντα και μια μικρή ή μεγαλύτερη δόση θανάτου. Και αντίστροφα, ότι η διακοπή της εργασίας -και οι διακοπές- αναπληρώνουν τα ελλείμματα ζωής που προκαλεί ο εργασιακός καταναγκασμός.

Γι’ αυτό και, παρ’ ότι κανείς από τους θεωρητικούς και απολογητές του οικονομικού μας πολιτισμού δεν έχει παραιτηθεί επισήμως από το δόγμα της «απελευθερώτριας εργασίας», η ιστορική τάση είναι ο αργός θάνατος της ίδιας της εργασίας. Ουδέποτε συμμερίστηκε κανείς, βέβαια, την υπεραισιόδοξη πρόβλεψη του κ. Ρίφκιν για το «Τέλος της εργασίας», αλλά η αλήθεια είναι ότι σε κλίμακα δεκαετιών και αιώνων η εργασία αποδυναμώνεται τουλάχιστον στο σκέλος της χρονικής της διάρκειας. Κι αυτή η ιστορική τάση διόλου τυχαία συνοδεύεται από τη συνεχή αύξηση του προσδόκιμου επιβιώσεως.

Σ’ αυτή την ιστορική τάση, της σταδιακής απελευθέρωσης από τον «απελευθερωτή», αντιστέκονται πολλοί. Αίφνης, λίγα εικοσιτετράωρα μετά τις ανακοινώσεις για το μικρό εργασιακό ολοκαύτωμα στην Ιαπωνία, στη Γαλλία οι εθνοπατέρες ψήφιζαν με χέρια και με πόδια την ουσιαστική κατάργηση του 35ωρου. Αυτή η μικρή κατάκτηση άντεξε μόλις μια δεκαετία στις ασφυκτικές πιέσεις των δυνάμεων της αγοράς. Τώρα, η συγκυρία της υποβόσκουσας οικονομικής ύφεσης έδωσε την ευκαιρία της χαριστικής βολής (ιδού πάλι η κουλτούρα των ναζί και του «Arbeit Macht Frei» να τρυπώνει στον ναό της δημοκρατίας). Η επίσημη αιτιολογία για την παράκαμψη του 35ωρου είναι πως μειώνει την ανταγωνιστικότητα των γαλλικών επιχειρήσεων. Σ’ αυτό το επιχείρημα υπάρχει, ωστόσο, και η πολύ ενδιαφέρουσα ομολογία ότι η εργασία (άρα οι εργαζόμενοι) είναι ο βασικός παράγοντας ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Κι όταν ο επιχειρηματικός κόσμος και η επίσημη πολιτική μιλούν για ανταγωνιστικότητα, εννοούν δύο πράγματα: μεγαλύτερα μερίδια αγοράς, υψηλότερα ποσοστά κέρδους. Έτσι, η εργασία αναδεικνύεται πράγματι σε απελευθερωτή, όχι εκείνου που την παρέχει, αλλά αυτού που την αγοράζει.

Όχι μόνο στην Ανατολή, λοιπόν, αλλά και στη δονούμενη από μεταρρυθμιστικό οίστρο Δύση αυξάνονται οι μικρές «δόσεις θανάτου» που περιέχονται στην εργασία με την τάση επιμήκυνσης του ωραρίου, αλλά και επιμήκυνσης του εργασιακού βίου εν ονόματι της επιβίωσης των ασφαλιστικών συστημάτων. Πρόκειται για τάσεις αφύσικες, αντιιστορικές και -τολμώ να πω- ανάλογα τερατώδεις με τις ιδεολογικές συντεταγμένες του ναζισμού που θεωρήθηκε μια εξαίρεση, μια θλιβερή παρένθεση στον δυτικό πολιτισμό (αυτό δεν είναι, βεβαίως, παρά ένας βολικός μύθος). Τα τεχνολογικά άλματα που έφεραν οι μεταπολεμικές δεκαετίες έχουν πράγματι καταστήσει θεωρητικά εφικτή τη συρρίκνωσή της σχεδόν μέχρι «θανάτου» ή τη μεταμόρφωσή της σε μια νωχελική, διασκεδαστική καθημερινότητα. Οι μελλοντολόγοι περιγράφουν ένα κοινωνικό σύμπαν στο οποίο οι άνθρωποι, απαλλαγμένοι από τον καταναγκασμό του χρόνου και του χώρου, θα μπορούν να παράγουν αξίες και υπεραξίες εκατομμυρίων χωρίς καν να μετακινηθούν από το σπίτι τους, χωρίς το ασφυκτικό πλαίσιο ενός ωραρίου. Περιγράφουν δηλαδή παραγωγή πλούτου χωρίς εργασία. Για την ακρίβεια, από την εργασία κρατούν το αμιγώς απελευθερωτικό της περιεχόμενο, πετούν τις αλυσίδες της, της προσδίδουν τη διάσταση απόλαυσης που θα καθιστούσε ακόμη και τον τζίτζικα το πιο φιλόπονο πλάσμα του σύμπαντος.

Πού είναι αυτό το μέλλον που αφαιρεί από την εργασία τις μικρές και μεγάλες «δόσεις θανάτου» που μας επιφυλάσσει και τις αντικαθιστά με γενναίες δόσεις ζωής και απόλαυσης; Προς το παρόν, στην τολμηρή φαντασία των μελλοντολόγων, στην ανυποψίαστη δημιουργικότητα των τεχνολόγων που απλώνουν στο άπειρο τα σύνορα του ψηφιακού μας σύμπαντος, στα οράματα των ανθρώπων που θεωρούν ότι η στενωπός των αγορών δεν είναι μονόδρομος.

Ξέρουμε πάντως ποιοι εμποδίζουν αυτό το μέλλον: οι λίγοι που έχουν ήδη απαλλαγεί από τον καταναγκασμό της εργασίας χάρη στην εργασιακή δουλεία ή εθελοδουλεία που έχουν επιβάλει στους υπόλοιπους. Έχουν πολλές μορφές: του μεταρρυθμιστή, του τεχνοκράτη της οικονομίας και της πολιτικής, ή του κηφήνα που αντλεί απόλαυση από τη συσσώρευση ισχύος και πλούτου, δηλαδή από την ιδιοποιημένη εργασία των άλλων.
Πράγματι, λοιπόν, arbeit macht frei. Αλλά το θέμα είναι, ποιους;

Requiem for a dream

 Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης    ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026   Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...