25/08/2008

Αχινοσαλάτα (23/8/2008)

Πέντε μαύρα στίγματα. Αχνά, σχεδόν αόρατα πια στη βάση του δεξιού αντίχειρα. Η εκδίκηση του αχινού. Τι του ’κανα; Δεν είχα καμιά κακή πρόθεση εις βάρος του. Άλλωστε, η συνάντησή μας ήταν τυχαία. Αυτός βρέθηκε στον δρόμο μου, όχι εγώ στον δικό του. Εν πάση περιπτώσει, αυτά τα πέντε μαύρα στίγματα, οι μικροσκοπικές αιχμές της εκδίκησής του, είναι η πιο ζωηρή -και σχεδόν γλυκά οδυνηρή- υπόμνηση του τέλους εποχής. Η εκδίκηση του αχινού, υποδόρια και διακριτική, ίσως είναι μια απειροελάχιστη απάντηση σε όσα υφίσταται η θάλασσα κι ο κόσμος της από το αδηφάγο είδος των παραθεριστών. Εγώ, πάντως, τον έχω σε εκτίμηση τον αχινό. Τρελαίνομαι για αχινοσαλάτα.

Του οφείλω, επίσης, του ανυποψίαστου αχινού ότι άνοιξε μια διέξοδο για να γεμίσει με φλυαρίες αυτή η σελίδα. Ξέρετε, η αμηχανία του γραφιά μετά τις διακοπές. Τι να γράψεις; Γράψε κάτι για τις διακοπές, τόσα πράγματα είδες, τόσα άκουσες, τόσα γεύτηκες και μύρισες. ‘Όπως όταν ήμασταν παιδιά. Έκθεση ιδεών: Πώς επέρασα το καλοκαίρι. «Εγώ το καλοκαίρι επήγα στα Σούρμενα…». Μη γελάς, τη δεκαετία του ’60 τα Σούρμενα ήταν σχεδόν θέρετρο. Έπεφτε και η σχετική σάλτσα. Και μετά εξετίθετο η παιδική στατιστική: πόσα μπάνια έκανες, πόσα παγωτά έφαγες, πόσες φορές πήγες σινεμά. Και πόσους αχινούς πάτησες- γιατί όχι;- και οι αχινοί με τα εκατοντάδες πόδια τους έχουν μια θέση στον θερινό απολογισμό.

Τώρα γίνεται αλλιώς η στατιστική του θέρους. Πού πήγες, πόσο πλήρωσες, πόσο βρήκες τη βενζίνη, εφάρμοζαν εκεί το πλαφόν; Πόσο είχε το σουβλάκι; Και πόσο το ψαράκι; All inclusive ή κατσαρόλα στο δείγμα κουζίνας; Πόσα μέτρα απείχε η παραλία, πόσο είχε η ξαπλώστρα; Ο ΄Αρης, πάλι, θα το έλεγε αλλιώς: «Είχαμε αύξηση της κίνησης 3%, αύξηση των αφίξεων 7% και ενίσχυση του τουριστικού εισοδήματος πάνω από 8%». Καλό κι αυτό, αλλά δεν λέει αν περάσαμε καλά.

Μετράει πολύ η στατιστική της ψυχολογίας στις διακοπές. Έτσι καθώς αποκόβεσαι από τον καταναγκασμό της επιβίωσης και παραδίδεσαι, έστω και για λίγα εικοσιτετράωρα, στη νωχέλεια της απόλαυσης, είσαι επικίνδυνα εκτεθειμένος στην κυκλοθυμία της ύπαρξης. Ευτυχία να σε καίει ο ήλιος (μα ο ήλιος είναι μια απειλή), ευτυχία να σ’ αγκαλιάζει το νερό (όχι στα βαθιά, θα πνιγείς), ευτυχία να πίνεις τη βότκα σου μ’ ένα φεγγάρι ολοστρόγγυλο ν’ ανοίγει λεωφόρο στο πέλαγος, προβολέα της επιθυμίας (Οπ! Τι έγινε; Τι είναι αυτή η σκιά στην πανσέληνο; Κρύβεται, χάνεται! Προγραμματισμένη έκλειψη είναι, μην κάνεις έτσι, ακόμη κι η Λίτσα Πατέρα το έχει υπενθυμίσει, αμόρφωτε). Στρογγυλές οι απολαύσεις της μέσης ηλικίας και ακριβές πια, αλλά βολεύεσαι μ’ αυτές, όπως στους ανατομικούς καναπέδες του μπαρ, αν και λίγα μέτρα πιο κάτω υπάρχουν χιλιόμετρα χλιαρής και μαλακής αμμουδιάς, πρόθυμης να φιλοξενήσει όσα αποθέματα εφηβείας σού απομένουν. Αλλά πού εσύ. Θρονιασμένος εκεί, κρυφοκοιτάζεις μια παρέα εφήβων που διάλεξαν παραλία, άναψαν και μιαν αδύναμη φωτιά, λένε πονηρά αστεία και κάνουν ατέλειωτη φασαρία. Σ’ ενοχλεί ή ζηλεύεις τους πόθους που κρύβονται πίσω από τις κραυγές γέλιου; Καλοπροαίρετος φθόνος. Μικρό μνημόσυνο στη δική σου νιότη, που έκανε τα ίδια και δεν ανησυχούσε για τις τιμές.
Ο αχινός υπενθυμίζει την παρουσία του στον δεξιό αντίχειρα. Είναι ο μικρός του θρίαμβος, για λίγες μέρες ακόμη. Μέχρι η ηλεκτρική σκούπα να ρουφήξει και τους τελευταίους κόκκους άμμου που έχουν εισβάλει σε κάθε πτυχή του αυτοκινήτου. Μέχρι να πεταχτούν τα τελευταία κοχύλια που μάζεψες επιμελώς από τον βυθό κι οι πέτρες που συνέλεγε σαν πολύτιμα ορυκτά από την ακτή η κόρη σου. Μόνο για τους λογαριασμούς και τις αποδείξεις δείχνεις πια τόση συλλεκτική επιμέλεια. Ακόμη κι οι φωτογραφίες μάλλον θα μείνουν ξεχασμένες στον γυαλιστερό, μικρό ψηφιακό τους τάφο.

Κάπου αλλού ήθελα να το πάω, αλλά ας όψεται ο αχινός. Δεν είναι ο μόνος που τσιμπάει. Τσιμπάνε κι οι αχινοί της ξηράς. Ακούνε στο όνομα «ελληνικό τουριστικό προϊόν». Κάτι μου λέει ότι ο υπουργός το θεωρεί εξαίρετο, έξτρα παρθένο, και ο νυν και οι πρώην κι οι επόμενοι. Λογικό, αν έχουν συνηθίσει μόνο σε σουίτες πεντάστερες. Ούτε την υπηρέτρια της μαμάς τους δεν θα ’στελναν στ’ αχούρια όπου δοξάζεται η επιχειρηματικότητα της αρπαχτής των τριών μηνών. Δεν λέω, υπάρχουν και συμπαθητικά αχούρια, υπάρχουν και ανεκτά ενδιαιτήματα για τους πληβείους των άστεων, για τους παραθεριστές της μιας εβδομάδας, άντε, δέκα ημερών το πολύ. Αλλά ο κανόνας είναι άλλος. Οι διαχωριστικές γραμμές των πόλεων τον Αύγουστο μεταφέρονται σχεδόν αυτούσιες στα παραθαλάσσια θέρετρα. Υπάρχουν κι εκεί δυο Ελλάδες – ίσως και περισσότερες, αν υπολογίσουμε τις μέσες λύσεις που προσφέρονται για τον αποσυντιθέμενο μεσαίο χώρο. Οι δυο, τρεις, τέσσερις Ελλάδες του παραθερισμού παρακολουθούν με καταθλιπτική συνέπεια την εισοδηματική κλίμακα και την κοινωνική πυραμίδα. Απολαμβάνεις μόνον ότι πληρώνεις. Στην πραγματικότητα, πολύ λιγότερα απ’ αυτά.

Δεν θα ’λεγα ότι είμαι απ’ αυτούς που υποφέρουν, ελπίζω ότι δεν θα ολισθήσω στον πάτο της πυραμίδας. Ωστόσο, φέτος μπήκα στον πειρασμό της φειδούς. Φραγή εισερχομένων τροφών, λιγότερη μάσα – για κάποιο λόγο οι νεοέλληνες έχουμε αναγάγει τις διακοπές σε γκουρμέ εμπειρία. Επέλεξα, λοιπόν, τη λύση του ελεγχόμενου κόστους που αποκαλείται all inclusive. Το all μην το πάρετε τοις μετρητοίς, ένα πρωινό κι ένα βραδινό γεύμα. Η τιμή ενδιαφέρουσα. Διέσχισα σχεδόν όλη την ηπειρωτική Ελλάδα για να φτάσω σε μια περιοχή που θεωρείται η κορυφή της εγχώριας τουριστικής βιομηχανίας. Η ιντερνετική μόστρα φαινόταν πειστική. Το ίδιο και η προφορική επικοινωνία. Η πρώτη επαφή με τη Γη της παραθεριστικής Επαγγελίας ήταν ένα σοκ. Δυο χιλιόμετρα ακτής κατειλημμένης από μικρομέγαλα καταλύματα βαβυλωνιακού ρυθμού, περίπου σαν την Αχαρνών στο χαμηλό της. Το δεύτερο σοκ επήλθε μόλις αντικρίσαμε το «ξενοδοχείο»: τρεις τριώροφες πολυκατοικίες με δείγματα μπαλκονιών που έβλεπαν σ’ έναν ακάλυπτο χώρο ελάχιστων τετραγωνικών. Λίγο ν’ άπλωνες το χέρι σου, χαιρετούσες τον γείτονα. Δεν πειράζει, ο τουρισμός μάς φέρνει πιο κοντά. Τρίτο σοκ, το εσωτερικό των «διαμερισμάτων». Κρεβάτι στην κουζίνα, προσκέφαλο κάτω από ένα παράθυρο από το οποίο παρέλαυναν όλοι οι ένοικοι του «παραδείσου». Τέταρτο σοκ, το μενού: προκατεψυγμένη πίτσα, μακαρόνια με κέτσαπ, ίχνη κρέατος άγνωστης βιολογίας και απαράμιλλης δυσωδίας. Το Υγειονομικό θα είχε πολύ δουλειά να κάνει εκεί. Το πέμπτο σοκ το έπαθε ο επιχειρηματίας του ελληνικού τουριστικού θαύματος όταν του ανακοίνωσα ότι την κάνουμε οικογενειακώς. Ήταν κι έτοιμος για τσαμπουκά, γιατί θεωρούσε απαράδεκτο να αφήσει κενό έστω κι ένα τετραγωνικό μέτρο από την ανθρωποποθήκη του. «Εσύ είσαι παράξενος, όλοι οι άλλοι είναι ευχαριστημένοι», με αποστόμωσε, αλλά δεν ήταν ιδέα μου η διάχυτη μελαγχολία στα πρόσωπα των Βαλκάνιων -κυρίως- πελατών του.

Μπορεί εγώ πράγματι να είμαι παράξενος, ίσως φταίνε και οι ακαμψίες της μέσης ηλικίας, κι εγώ έχω κοιμηθεί σε ταράτσες στα νιάτα μου, αλλά τουλάχιστον τις πλήρωνα για ταράτσες κι αυλές. Μπορείς να περάσεις καλά και σε μια σπηλιά, μια σκήτη ή να τη βγάλεις σαν στυλίτης, αλλά απ’ τη στιγμή που η απόλαυση και η αναψυχή από ιδιωτική υπόθεση γίνονται προϊόν ενός κλάδου που κομπάζει ότι αποτελεί τη βαριά βιομηχανία της οικονομίας μας, ρωτάς αναγκαστικά για την ποιότητα. Και η ποιότητα και αυτής της επηρμένης βιομηχανίας ακολουθεί τον κανόνα του αεριτζιδισμού, της αρπαχτής, του μήνα που τρέφει τους έντεκα. Το ελληνικό τουριστικό προϊόν, μοιρασμένο ανάμεσα στην αυθαιρεσία του γιγαντισμού και την απληστία του επαρχιώτικου μικροκαπιταλισμού, είναι άθλιο για μια χώρα τόσο ευνοημένη από τα στοιχεία της φύσης.

Για όσους έχουν αντίρρηση, προσφέρω γεύμα με ορντέβρ αχινοσαλάτα. Και τ’ αγκάθια all inclusive. Μισή εκδίκηση του αχινού, μισή δική μου.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (23/8/2008)

Εγώ όταν θα μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος…

Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα,
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλεια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους,
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς,
κουρτινάκια φτεράκιζαν κατά έξω,
νάυλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.

Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες- αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω σε τρέιλερ κουρνιασμένες,
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γλάροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέριο.
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο εσωλέμβιε.
Είσαι μες στην αρμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.

Κική Δημουλά, «Βροχή επιστροφής», συλλογή «Το τελευταίο σώμα μου»

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (23/8/2008)

Εγώ όταν θα μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος…

Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα,
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλεια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους,
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς,
κουρτινάκια φτεράκιζαν κατά έξω,
νάυλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.

Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες- αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω σε τρέιλερ κουρνιασμένες,
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γλάροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέριο.
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο εσωλέμβιε.
Είσαι μες στην αρμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.

Κική Δημουλά, «Βροχή επιστροφής», συλλογή «Το τελευταίο σώμα μου»

09/08/2008

Η παραγωγική αργία (9/8/2008)

«Αργία μήτηρ πάσης κακίας;» Ποιος το είπε αυτό; Και γιατί του δώσαμε δίκιο, έτσι, χωρίς ενδοιασμό; Τίποτε δεν αποδεικνύουν ο αποκεφαλισμός της Σαντορίνης, η δολοφονία της Μυκόνου, το αμόκ του Ηρακλείου. Ατυχείς οι συνειρμοί που συνδέουν το καλοκαίρι και τα νησιά, τα παραθεριστικά θέρετρα, τους νωχελικούς άπραγους αδειούχους με αμαρτίες και παρεκτροπές. Άλλωστε, οι μπράβοι της Μυκόνου δολοφόνησαν εν ώρα εργασίας. Αυτή τελικά ήταν η δουλειά τους. Για τους άλλους αιματηρούς δράστες τον λόγο έχει η ψυχιατρική και μόνο. Πάσα κακία, λοιπόν, διασκορπίζεται ομοιόμορφα στο χρόνο, στη διαδοχή των εποχών, στις πόλεις, στα χωριά, στις παραλίες, στα θέρετρα του Αυγούστου. Απλώς, το καλοκαίρι τις προσέχουμε πιο πολύ.

Δεν θα υπερασπιστώ για μια ακόμη φορά την τεμπελιά, στις μικρές ή μεγαλύτερες δόσεις της που μας αναλογούν όλη τη διάρκεια του παραγωγικού έτους. Άλλωστε, για όσους με γνωρίζουν- φίλους, συναδέλφους, συγγενείς- καθίσταμαι αναξιόπιστος και γραφικός. Δεν δείχνω άνθρωπος που πιστεύει βαθιά στο παραγωγικό περιεχόμενο της τεμπελιάς. Τείνω να γίνω παράδειγμα προς αποφυγήν. Αλλά αφήστε το αυτό.

Αναρωτιέμαι αν αναρωτιέστε και σεις: πώς γίνεται αυτό το μικρό παραγωγικό θαύμα του Αυγούστου; Αν είστε στην πόλη, αντιλαμβάνεστε ότι λείπουν οι μισοί. Αν είστε στην ύπαιθρο βλέπετε ότι προφανώς έχουν μεταφερθεί εκεί. Για τα μπάνια του λαού, τα ηλιόλουτρα της σάρκας, τα οφθαλμόλουτρα του βλέμματος. Πάντως, λίγοι είναι στις δουλειές τους. Λιγότεροι στους δρόμους των πόλεων, μισοάδεια τα μέσα μεταφοράς, κρατικές υπηρεσίες σχεδόν κενές, εργοστάσια σε υπολειτουργία, καταστήματα με πινακίδες που δίνουν ραντεβού μετά το Δεκαπενταύγουστο. Λείπουν τα αφεντικά, λείπουν και οι μισθωτοί σκλάβοι. Λείπουν οι μάνατζερ, λείπουν και οι γενικών καθηκόντων. Λείπουν οι προϊστάμενοι, λείπουν και οι υφιστάμενοι. Και όσοι μένουν πίσω λουφάρουν όσο μπορούν. Καλά κάνουν. Δεν είναι καμιά ελληνική ιδιομορφία. Και στο Μιλάνο αν πας Αυγουστιάτικα το πολύ να συναντήσεις γιαπωνέζους τουρίστες. Σχεδόν όλο το βόρειο ημισφαίριο, ίσως το ένα τρίτο της ευημερούσας ανθρωπότητας είναι «κλειστόν λόγω διακοπών». Για λίγες μέρες, λίγες εβδομάδες, δεν έχει σημασία, πάντως λείπει. Αλλά σε κανέναν δεν λείπει τίποτε. Αν το 50% του εργασιακού πληθυσμού δεν είναι στον πάγκο του, στην αλυσίδα παραγωγής του, στη βάρδια του, στο γραφείο του, πώς γίνεται και δεν πεινάμε, δεν ζεσταινόμαστε, δεν μας λείπουν τα καύσιμα, τα αγαθά της ψυχαγωγίας, της ενημέρωσης; Η οικονομία, αυτός ο πολύπλοκος μηχανισμός παραγωγής χρήσιμων και άχρηστων αγαθών που γεμίζουν το στομάχι μας ή την πλήξη μας, δουλεύει στο ρελαντί. Σαν αυτοκίνητο σε στάση, με την υπόκριση του μουρμουρητού ενός αθόρυβου κλιματιστικού. Μήπως, τελικά, η αργία είναι πιο παραγωγική απ’ όσο μας έχουν πείσει;

Παίζεται. Ισχυρισμός προς απόδειξη. Πολύ περισσότερο που η αργία, η σχόλη, οι διακοπές, τα ταξίδια συνοδεύονται πάντα από μια καταναλωτική έξαρση. Στις διακοπές τρώμε πολύ χωριάτικη σαλάτα, πολλά ψάρια, πολλά κρέατα. Ικανοποιούμε συμβατικές ή ακραίες επιθυμίες για τις οποίες σε άλλη περίπτωση θα σκεπτόμασταν το κόστος τους. Θέλουμε περισσότερες ντομάτες, περισσότερο αλκοόλ, περισσότερη βενζίνη. Και τα βρίσκουμε. Ακριβότερα ή φθηνότερα, δεν είναι της παρούσης, πάντως είναι εκεί. Όπου και να μεταφέρουμε την άπληστη ύπαρξή μας. Στη Γαύδο ή στη Σαμοθράκη. Στα Κανάρια νησιά ή στο Πουκέ. Επομένως, δεν ευσταθεί το επιχείρημα ότι στον καυτό μήνα Αύγουστο η κατανάλωση πέφτει ευθέως ανάλογα με την παραγωγικότητα. Κάθε άλλο. Η κατανάλωση απλώς μετακομίζει.

Μετακομίζει, βεβαίως, και η παραγωγή. Η τουριστική βιομηχανία, με την έντονη εποχικότητα που τη διακρίνει σε χώρες σαν τη δική μας είναι μια δεύτερη πιθανή εξήγηση γι’ αυτό το μυστηριώδες παραγωγικό ισοζύγιο του Αυγούστου. Μερικές εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κάθε χρόνο αποικίζουν τα νησιά για τρεις- τέσσερις μήνες και τα μετατρέπουν σε μικρές παραγωγικές κολάσεις. Άλλοι γιατί θέλουν μ’ ένα παπά να θάψουν πέντε-έξι και να βγάλουν τα έξοδα της χρονιάς κι όχι μόνο (σαν τα μυρμήγκια του μύθου). Κι άλλοι γιατί είναι υποχρεωμένοι να προσαρμοστούν στις ιδιατερότητες της εγχώριας τουριστικής βιομηχανίας. Παρτ τάιμ επιχειρηματίες, πάρτ τάιμ εργαζόμενοι. Όμως, αυτή η εποχική, μαζική μετακόμιση της παραγωγής και της απασχόλησης παρά θιν’ αλός τους θερινούς μήνες δεν εξηγεί όλο το παραγωγικό ισοζύγιο του Αυγούστου. Μπορεί να καλύπτει το 20%, το 30% της απασχόλησης που πάει διακοπές και ένα αντίστοιχο ποσοστό της παραγωγής που χάνεται. Αλλά το υπόλοιπο; Πού πάει διάολε;

Θα υπήρχε μια πειστική απάντηση στο ερώτημα αν, για παράδειγμα, οι χώρες του ευημερούντος (αν και παραπαίοντος τελευταία) καπιταλισμού ανακοίνωναν περιχαρείς κάθε καλοκαίρι ότι η παραγωγή τους μειώθηκε 10%, 20%, ότι το ΑΕΠ τους συρρικνώθηκε, οι υπεραξίες κάνουν βουτιές στις παραλίες, σαν να είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Αλλά, όχι. Καμιά δεν το κάνει. Αντιθέτως, ο πολύπλοκος οικονομικός μηχανισμός εξακολουθεί να δουλεύει σαν εργοστάσιο συνεχούς πυράς. Και δεν μας λείπει τίποτε. Δεν πεινάμε, δεν καιγόμαστε, δεν μένουμε από νερό και ρεύμα. Δεν ακούμε καν τη γκρίνια της επιχειρηματικής ελίτ που κυνηγά τον ήλιο και τη θάλασσα πάνω στα σκάφη της.

Μήπως αυτοί, οι λίγοι που μένουν πίσω, δουλεύουν πολύ; Μήπως δουλεύουν για δύο και για τρεις ο καθένας, επιτελώντας ένα μικρό άθλο παραγωγικότητας; Παίζει κι αυτό, αλλά εξηγεί ίσως ένα ακόμη 20%-30% του παραγωγικού ελλείμματος που προκαλεί η φυγή των αδειούχων του Αυγούστου. Κι αν ισχύει θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε πώς ακριβώς ανταμείβονται οι παραγωγοί που κλωνοποιούν τους εαυτούς τους, πολλαπλασιάζουν τα χέρια και τα πόδια τους ή αυξάνουν τον όγκο του εγκεφάλου τους για να καλύψουν και τους απόντες.

Μήπως πάλι συμβαίνει κάτι αντίστοιχο όλο τον υπόλοιπο, εκτός θερινής ραστώνης, χρόνο; Μήπως δηλαδή το χειμώνα και την άνοιξη και το φθινόπωρο υπάρχει ένα περίσσευμα παραγωγικότητας, ένας υπερβάλλων εργασιακός ζήλος που αποθηκεύει αξίες και υπεραξίες για τη μικρή ανάπαυλα του Αυγούστου; Κάτι σαν μέρμηγκες του Αισώπου, αλλά από την ανάποδη. Αν συμβαίνει αυτό, σημαίνει ότι μας πιάνουν κώτσους. Διότι υποτίθεται ότι η άδεια είναι ένας εκχωρημένος χρόνος, αλλά τώρα ανακαλύπτουμε ότι είναι απλώς μιας προκαταβεβλημένη εργασία. Ας κάνουμε ότι δεν το καταλάβαμε, για να μη χαλάσουμε την ατμόσφαιρα των διακοπών. Άλλωστε, κι αυτό να ισχύει πάλι δεν εξηγεί παρά ένα μικρό ποσοστό του παραγωγικού ελλείμματος του θέρους.

Τι συμβαίνει τελικά; Ίσως κάτι πολύ απλό, που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας. Υπάρχει μια περίσσεια εργασίας και εργάσιμου χρόνου, μια περιττή παραγωγική προσφορά που παρέχουμε όλο το χρόνο, χειμώνα-καλοκαίρι που δεν καλύπτει καμιά παραγωγική ανάγκη, καμιά πίεση από την πλευρά της κατανάλωσης, καμιά πιεστική απαίτηση από την πλευρά της αγοράς. Ένας χρόνος παραγωγικά νεκρός, σπαταλημένος σε επιχειρηματικές εμμονές και φιλελεύθερες ιδεοληψίες. Ένας εργασιακός χρόνος που αν καταργηθεί εδώ και τώρα δεν θα λείψει σε κανένα. Δεν θα προκαλέσει καμιά κρίση προσφοράς και αντίθετα, μπορεί και να απαλλάξει τον οικονομικό μας πολιτισμό από κρίσεις υπερπαραγωγής. Μπορούμε εδώ και τώρα να πούμε αντίο στο οκτάωρο όχι υπέρ του δεκάωρου, αλλά προς ένα χαλαρό εξάωρο ή πεντάωρο. Μπορούμε εδώ και τώρα να ορίσουμε στους δύο μήνες το χρόνο των διακοπών κι αργότερα στους τρεις, ν’ αυξήσουνε τις αργίες, να εφεύρουμε γιορτές θρησκευτικές, εθνικές, προσωπικές και σε κανένα να μη λείψει τίποτε. Γιατί η αργία είναι τελικά παραγωγική.

Προς το παρόν το σύστημα, οι φωτεινοί παντογνώστες του οικονομικού μας πολιτισμού δουλεύουν ακριβώς για το αντίθετο. Ο κ, Σαρκοζί κατάργησε το 35ωρο, οι ευρωκράτες θέλουν να παρατείνουν τον εργασιακό βίο μέχρι βαθέος γήρατος. Αυτή η απέχθειά τους στην αργία, τη ραστώνη, τη νωχέλεια είναι νοσηρή. Μάλλον χρειάζονται διακοπές. Διαρκείας. Ας τους τις δώσουμε.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (9/8/2008)

Θέλεις να με σώσεις;
Είμαι τεμπέλης όταν αγαπώ, τεμπέλης όταν παίζω
Τεμπέλης με το κορίτσι μου χίλιες φορές τη μέρα
Είμαι τεμπέλης όταν μιλάω, τεμπέλης όταν περπατάω
Τεμπέλης όταν χορεύω, τεμπέλης όταν συζητάω

Χασμουρητά βγαίνουν ορμητικά απ’ το στόμα μου
Τίποτε δεν κάνω, τίποτε ποτέ. Πώς σου φαίνομαι τώρα;
Δεν θα ήταν τρελό, δεν θα ήταν υπέροχο
Τεμπέλα, τυχερή κυρία, να κάνουμε έρωτα και να χορεύουμε όλη την ώρα;

Είμαι τεμπέλης και μοχθηρός. Θέλεις να με σώσεις;
Κάποιοι έχουν το χρήμα και κάποιων οι ζωές είναι όμορφες
Κάποιοι παίρνουν αποφάσεις κι άλλοι καθαρίζουν τους δρόμους. Τώρα, φαντάσου πώς είναι, φαντάσου πώς ακούγεται
Φαντάσου ότι η ζωή είναι τέλεια κι όλα δουλεύουν στην εντέλεια

Φαντάσου ότι υπάρχει ένα κορίτσι, φαντάσου ότι υπάρχει δουλειά
Φαντάσου πως υπάρχει μια απάντηση, φαντάσου πως υπάρχει Θεός
Φαντάσου ότι είμαι ο διάβολος, φαντάσου ότι είμαι ένας άγιος
Τεμπέλικο χρήμα, τεμπέλικος έρωτας, τεμπέλης έξω από το χώρο

Τεμπέλης στα χέρια, τεμπέλης στο κρεβάτι
Είμαι τεμπέλης στο παιχνίδι, τεμπέλης στη δουλειά
Εχω τεμπέλικο μυαλό, μάτι νωθρό, είμαι τεμπέλης για πατέρας


Δύσκολοι άνδρες, δύσκολες ζωές
Δύσκολο να τα κρατάς όλα μέσα σου
Όμορφοι καιροί, καλός Θεός
Είμαι τόσο τεμπέλης που τώρα σταματώ


David Byrne, “Lazy”

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...