Μάλλον είναι η καταλληλότερη στιγμή. Η κυβέρνηση των μεταρρυθμιστών έχει την ευκαιρία να πραγματοποιήσει την πρώτη -και ίσως τη μόνη- πραγματική μεταρρύθμιση. Το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, τέως υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (ή «Αντεθνικής Σπατάλης», όπως λέει και ο φίλος μου ο Πρόεδρος) μπορεί και τυπικά να αυτοκαταργηθεί. Έχει επί της ουσίας καταργηθεί προ πολλού ως προς τις περισσότερες συνιστώσες αυτού που αποκαλείται «οικονομική πολιτική». Μπορεί να περιοριστεί στο μόνο που πραγματικά απασχολεί τον πολυπλόκαμο και δυσκίνητο μηχανισμό του: τη φοροτεχνία και τη λογιστική.
Αν επιχειρήσουμε έναν πρόχειρο, αδρό απολογισμό της φιλελεύθερης διαχείρισης των 4,5 χρόνων, θα καταλήξουμε στο ιχνογράφημα ενός πρωτοφανούς φαύλου κύκλου που επιχείρησε να μεγαλουργήσει πάνω στο τίποτα: δημοσιονομική απογραφή - αναθεώρηση ελλείμματος - κοινοτική επιτήρηση - πρόσθετοι φόροι - μείωση ελλείμματος - αναθεώρηση ΑΕΠ - βύθιση φορολογικών εσόδων - επιστροφή της δημιουργικής λογιστικής - νέα αύξηση ελλείμματος - νέοι φόροι - απειλή νέας επιτήρησης. Σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο μπορεί να προσθέσει κανείς κι άλλα θεμελιώδη μεγέθη, με πρώτο το δημόσιο χρέος, το οποίο εξακοντίστηκε, από 201 δισ. ευρώ το 2004, στα 252 δισ. φέτος, μέχρι στιγμής, χωρίς να αποκλείεται επιδείνωση μέχρι το τέλος της χρονιάς.
Αυτός ο λογιστικός, ηράκλειος άθλος είναι μια άνευ ουσίας και προστιθεμένης αξίας διαδικασία που διαχειρίζεται απλώς αριθμούς. Ο υπουργός Οικονομίας δίνει στις δραστηριότητες του ίδιου και των επιτελών του βαρύγδουπους τίτλους, όπως «πρώτη φάση δημοσιονομικής εξυγίανσης», «δεύτερη φάση δημοσιονομικής εξυγίανσης» κ.ο.κ. Είναι πλέον, ή βέβαιον, ότι θα χρειαστεί και τρίτη και τέταρτη φάση, αν δοθεί ευκαιρία συνέχισης της διακυβέρνησης στους αμέριμνους ενοίκους του Μαξίμου. Κι επειδή τα οικονομικά φαίνεται ότι αποτελούν terra incognita για τον νοικοκύρη της κυβέρνησης, τα έχει εμπιστευτεί απολύτως σε ελαχίστους που διαθέτουν τη σχετική ακαδημαϊκή πιστοποίηση. Η οποία προφανώς δεν αρκεί για να πετύχεις, έστω, και ως νεοφιλελεύθερος υπουργός Οικονομίας.
Ας επιχειρήσουμε μια μεταφυσική αφαίρεση και ας υποθέσουμε ότι δεν μας ενδιαφέρει η κατεύθυνση, η φιλοσοφία, το κοινωνικό περιεχόμενο της οικονομικής πολιτικής (αν και, σε τελευταία ανάλυση, αυτά είναι τα μόνα που μας ενδιαφέρουν). Και ας μετρήσουμε ως ψυχροί τεχνοκράτες την οικονομική πολιτική της τελευταίας τετραετίας ως προς την αποτελεσματικότητά της. Το αποτέλεσμα είναι οικτρό. Όχι μόνο γιατί λεηλατήθηκε φορολογικά εισόδημα, κοινωνικός πλούτος τζάμπα και βερεσέ, για να επιστρέψουν οι αριθμοί που γοητεύουν τους οικονομικούς υπουργούς και τους κεντρικούς τραπεζίτες στην αθλιότητα που τους άφησε το επάρατον ΠΑΣΟΚ. Αλλά κυρίως γιατί, από αυτό που αποκαλείται «οικονομική πολιτική», δεν έχει μείνει παρά μόνο το τσόφλι. Η λοκομοτίβα του κράτους έχει αυτοπεριοριστεί στον ρόλο του φοροτέχνη, του λογιστή. Τίποτε άλλο! Μια πολυτελής δημοσιονομική γραφειοκρατία ασχολείται αποκλειστικά με την αστυνόμευση και τον εντοπισμό εισοδήματος, την εφεύρεση φόρων, την περιστολή δημοσίων δαπανών και την πληρωμή τόκων του δημοσίου χρέους. Ως εκεί. Τελεία. Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι η άσκηση φορολογικής πολιτικής και πολιτικής δημοσίων δαπανών είναι μια ουσιώδης διαδικασία διατήρησης, αύξησης και δικαιότερης αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου, εδώ, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, αυτό δεν ισχύει. Μόνος προορισμός του διαρκώς μεταλλασσόμενου φορολογικού συστήματος είναι η συντήρηση του όλο και πιο υψηλού κόστους του.
Το υπουργείο Οικονομίας θυμίζει πια λογιστήριο μικρομεσαίας επιχείρησης που πασχίζει να διατηρήσει το ισοζύγιο στο βιβλίο εσόδων - εξόδων. Υπολείπονται τα έσοδα; Προσθέτουμε φόρους. Ξεφεύγουν τα έξοδα; Προσθέτουμε κι άλλους φόρους. Ξεφεύγουν τα χρέη μας; Δανειζόμαστε κι άλλα. Δεν μας κάνουν πίστωση οι τράπεζες; Κόβουμε δαπάνες. Το χειρότερο είναι ότι ακόμη και σ’ αυτή τη μίζερη λογιστική αποτυγχάνουν θεαματικά.
Η ηλικία μου επιτρέπει να έχω ένα επαρκές απόθεμα μνήμης για τα έργα και ημέρες σχεδόν όλων των οικονομικών επιτελείων των κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης. Καμιά φορολογική συνταγή απ’ όσες χρησιμοποιήθηκαν δεν είχε χαρακτηριστικά κοινωνικής δικαιοσύνης, μιας θαρραλέας παρέμβασης για την αναδιανομή του πλούτου. Όλες, ωστόσο, περιείχαν έναν στόχο, αναπτυξιακό ή σταθεροποιητικό, και εξέφραζαν μια κοινωνική συμμαχία, που επιθυμούσε να εκφράσει η εκάστοτε κυβέρνηση τόσο με τη φορολογική της πολιτική όσο και με τις άλλες συνιστώσες της οικονομικής της πολιτικής. Οι κυβερνήσεις, γαλάζιες ή πράσινες, άλλοτε έτειναν χείρα συνεργασίας στα παλαιά τζάκια, άλλοτε έκλειναν το μάτι στα νέα τζάκια, κατά καιρούς τα έβαζαν με νησίδες του παρασιτικού κεφαλαίου κι άλλοτε του πρόσφεραν ιδεολογική και κοινωνική νομιμοποίηση, άλλοτε στρέφονταν στους μικρομεσαίους ή συγκρούονταν με τα λεγόμενα «ρετιρέ» της μισθωτής εργασίας για να κερδίσουν την εύνοια των ισογείων της. Σε όλες τις περιπτώσεις, πάντως, λίγο ή πολύ, η φορολογική πολιτική που εφάρμοζαν, πέρα από τον εισπρακτικό της χαρακτήρα, περιέκλειε και μια πολιτική στρατηγική. Ενδεχομένως και ένα όραμα για το μοντέλο καπιταλισμού που ήθελε κάθε κυβέρνηση. Θυμηθείτε τον «σοσιαλμανή» Παπαληγούρα, τον «σταθεροποιητή» Αρσένη, τον «γενναιόδωρο» Τσοβόλα, τον «εκποιητή» Μάνο, τον «θεσμικό» Παπαδόπουλο, τον «αγοραίο» Χριστοδουλάκη. Θυμηθείτε την ένταξη στην ΕΟΚ, την πράσινη «αλλαγή», την ΟΝΕ, τον σημιτικό εκσυγχρονισμό. Όλες οι φορολογικές πολιτικές, άδικες, κακές, αναποτελεσματικές -δεν έχει τόση σημασία- εξέφραζαν πάντως έναν στόχο, μια στρατηγική. Και συμπλήρωναν ένα ευρύτερο σχέδιο για το οικονομικό μοντέλο, φιλελεύθερης ή σοσιαλδημοκρατικής εκδοχής, προστατευτικής ή «απελευθερωτικής» απόκλισης.
Πέστε μου, τώρα, ποιο σχέδιο, ποια κοινωνική συμμαχία, ποιο οικονομικό μοντέλο εκφράζει ο αλογοσκούφιος φορολογικός οίστρος; Όποιος το ανακαλύψει κερδίζει φοροαπαλλαγή και επιστροφή φόρου. Καθώς όλη η οικονομική πολιτική έχει συμπυκνωθεί σε ένα λογιστικό βιβλίο και σε μια βροχή ρυθμίσεων και νομοσχεδίων που εφευρίσκουν νέους φόρους και μηχανισμούς είσπραξής τους, δεν υπάρχει κανένας άλλος αναγνωρίσιμος αναπτυξιακός, στρατηγικός στόχος. Πώς φαντάζονται τον εγχώριο παρεΐστικο καπιταλισμό τους; Θέλουν να γίνει η Ελλάδα χρηματοπιστωτικό κέντρο της Μεσογείου; Θέλουν να γίνει η Φλόριντα της Ευρώπης; Να γίνουμε μήπως η Silicon Valley των Βαλκανίων; Ή ο πληθωρικός, πλούσιος οπωρώνας της Ε.Ε.; Να γίνουμε ενεργειακός κόμβος της Ευρασίας; Ή διαμετακομιστικό κέντρο της νοτιανατολικής mare nostrum; Όποιος απαντήσει και σ’ αυτά κερδίζει, εκτός της φοροαπαλλαγής, και μια ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Στην πραγματικότητα, όλα αυτά φιλοξενούνται κατά καιρούς στη μεταρρυθμιστική ρητορική της γαλάζιας διακυβέρνησης, αλλά τίποτε πέραν αυτού. Με εξαίρεση τις ενεργειακές συμφωνίες με τους Ρώσους -που και αυτές είναι υπόθεση παλιά και αποτέλεσμα διπλωματικών και όχι οικονομικών επιλογών και απολύτως μετέωρες για λόγους που δεν εξαρτώνται πια καθόλου από την Αθήνα- όλα έχουν εναποτεθεί σε αυτόματους πιλότους. Ο αυτόματος πιλότος της απελευθερωμένης αγοράς θα αποφασίσει τι θα καταστραφεί και τι θα διασωθεί. Ο αυτόματος πιλότος θεμιτού κι αθέμιτου ανταγωνισμού αποφασίζει για τις τιμές και το κόστος ζωής. Ο αυτόματος πιλότος των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων αποφασίζει για το ποια μεγάλα έργα θα γίνουν. Ο αυτόματος πιλότος του Μάαστριχτ (παρά την πολιτική του χρεοκοπία, τον πνιγμό του στη θάλασσα της διεθνούς ύφεσης) αποφασίζει για το μείγμα οικονομικής πολιτικής που θα ακολουθηθεί. Τι μένει; Μια φορολογική πολιτική. Στην οποία οι μαθητευόμενοι φοροτέχνες εξαντλούν τη φαντασία τους. «Φορολογείστε ό,τι κινείται και ό,τι μένει ακίνητο. Ξεχάστε ό,τι κρύβεται». «Κι εσείς, ξεχάστε 1-1,5 μονάδα από τον επίπλαστο ρυθμό ανάπτυξής σας», λέω εγώ.
Πώς το είπε ο κ. Μυλωνάς του ΣΒΒΕ; Διαχειριστική ανικανότητα… Προσυπογράφω, αν και αντιλαμβάνομαι ότι άλλες διαχειριστικές ικανότητες απαιτούν από μια κυβέρνηση οι βιομήχανοι, άλλες οι μισθωτοί κι άλλες οι μικρομεσαίοι. Παραδόξως, ζούμε μια σπάνια συγκυρία κατά την οποία συγκλίνουν οι διαπιστώσεις των πιο ετερόκλητων κοινωνικών δυνάμεων. Και δεν έχει καν ανασταλεί η πάλη των τάξεων.
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", από το 2000 στην Καθημερινή, 2007 - 2014 στον Επενδυτή. Από το 2019 η στήλη έκανε "επανεκκίνηση" στη Εφημερίδα των Συντακτών. Ηταν σαν να βρήκε τον φυσικό της χώρο. Ωστόσο, ο "χώρος" από τις αρχές του 2026 έπαψε να είναι "φυσικός". Η φιλοξενία στην ΕφΣυν διακόπηκε με μια απόλυση. To be continued, με την προσδοκία σύντομα ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ να βρει ξανά... πεδίο βολής.
01/09/2008
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (30/8/2008)
Όσες φορές η φορολογία εξωθείται στα άκρα, προκαλεί το αξιοθρήνητο τούτο αποτέλεσμα, δηλαδή στερεί τον φορολογούμενο τμήμα του πλούτου του, χωρίς όμως να πλουτίζει και το κράτος. Αυτό μπορούμε να το αντιληφθούμε, αν αναλογιστούμε ότι η αγοραστική δύναμη κάθε ανθρώπου, παραγωγική ή μη, περιορίζεται από το εισόδημά του. Δεν μπορεί, λοιπόν, να στερηθεί μέρος της προσόδου του χωρίς να αναγκαστεί σε ανάλογο περιορισμό της κατανάλωσής του. Γι’ αυτό και προκύπτει μείωση της ζήτησης των εμπορευμάτων, και ιδίως των φορολογηθέντων. Από τη μείωση αυτή της ζήτησης προκύπτει μείωση της παραγωγής, επομένως και των φορολογητέων αγαθών. Ο φορολογούμενος, λοιπόν, θα χάσει μέρος των απολαύσεών του, ο παραγωγός μέρος των κερδών του και το κρατικό θησαυροφυλάκιο τμήμα των εσόδων του.
Ζαν Μπατίστ Σέι, «Πραγματεία της πολιτικής οικονομίας» (1803)
Ζαν Μπατίστ Σέι, «Πραγματεία της πολιτικής οικονομίας» (1803)
25/08/2008
Αχινοσαλάτα (23/8/2008)
Πέντε μαύρα στίγματα. Αχνά, σχεδόν αόρατα πια στη βάση του δεξιού αντίχειρα. Η εκδίκηση του αχινού. Τι του ’κανα; Δεν είχα καμιά κακή πρόθεση εις βάρος του. Άλλωστε, η συνάντησή μας ήταν τυχαία. Αυτός βρέθηκε στον δρόμο μου, όχι εγώ στον δικό του. Εν πάση περιπτώσει, αυτά τα πέντε μαύρα στίγματα, οι μικροσκοπικές αιχμές της εκδίκησής του, είναι η πιο ζωηρή -και σχεδόν γλυκά οδυνηρή- υπόμνηση του τέλους εποχής. Η εκδίκηση του αχινού, υποδόρια και διακριτική, ίσως είναι μια απειροελάχιστη απάντηση σε όσα υφίσταται η θάλασσα κι ο κόσμος της από το αδηφάγο είδος των παραθεριστών. Εγώ, πάντως, τον έχω σε εκτίμηση τον αχινό. Τρελαίνομαι για αχινοσαλάτα.
Του οφείλω, επίσης, του ανυποψίαστου αχινού ότι άνοιξε μια διέξοδο για να γεμίσει με φλυαρίες αυτή η σελίδα. Ξέρετε, η αμηχανία του γραφιά μετά τις διακοπές. Τι να γράψεις; Γράψε κάτι για τις διακοπές, τόσα πράγματα είδες, τόσα άκουσες, τόσα γεύτηκες και μύρισες. ‘Όπως όταν ήμασταν παιδιά. Έκθεση ιδεών: Πώς επέρασα το καλοκαίρι. «Εγώ το καλοκαίρι επήγα στα Σούρμενα…». Μη γελάς, τη δεκαετία του ’60 τα Σούρμενα ήταν σχεδόν θέρετρο. Έπεφτε και η σχετική σάλτσα. Και μετά εξετίθετο η παιδική στατιστική: πόσα μπάνια έκανες, πόσα παγωτά έφαγες, πόσες φορές πήγες σινεμά. Και πόσους αχινούς πάτησες- γιατί όχι;- και οι αχινοί με τα εκατοντάδες πόδια τους έχουν μια θέση στον θερινό απολογισμό.
Τώρα γίνεται αλλιώς η στατιστική του θέρους. Πού πήγες, πόσο πλήρωσες, πόσο βρήκες τη βενζίνη, εφάρμοζαν εκεί το πλαφόν; Πόσο είχε το σουβλάκι; Και πόσο το ψαράκι; All inclusive ή κατσαρόλα στο δείγμα κουζίνας; Πόσα μέτρα απείχε η παραλία, πόσο είχε η ξαπλώστρα; Ο ΄Αρης, πάλι, θα το έλεγε αλλιώς: «Είχαμε αύξηση της κίνησης 3%, αύξηση των αφίξεων 7% και ενίσχυση του τουριστικού εισοδήματος πάνω από 8%». Καλό κι αυτό, αλλά δεν λέει αν περάσαμε καλά.
Μετράει πολύ η στατιστική της ψυχολογίας στις διακοπές. Έτσι καθώς αποκόβεσαι από τον καταναγκασμό της επιβίωσης και παραδίδεσαι, έστω και για λίγα εικοσιτετράωρα, στη νωχέλεια της απόλαυσης, είσαι επικίνδυνα εκτεθειμένος στην κυκλοθυμία της ύπαρξης. Ευτυχία να σε καίει ο ήλιος (μα ο ήλιος είναι μια απειλή), ευτυχία να σ’ αγκαλιάζει το νερό (όχι στα βαθιά, θα πνιγείς), ευτυχία να πίνεις τη βότκα σου μ’ ένα φεγγάρι ολοστρόγγυλο ν’ ανοίγει λεωφόρο στο πέλαγος, προβολέα της επιθυμίας (Οπ! Τι έγινε; Τι είναι αυτή η σκιά στην πανσέληνο; Κρύβεται, χάνεται! Προγραμματισμένη έκλειψη είναι, μην κάνεις έτσι, ακόμη κι η Λίτσα Πατέρα το έχει υπενθυμίσει, αμόρφωτε). Στρογγυλές οι απολαύσεις της μέσης ηλικίας και ακριβές πια, αλλά βολεύεσαι μ’ αυτές, όπως στους ανατομικούς καναπέδες του μπαρ, αν και λίγα μέτρα πιο κάτω υπάρχουν χιλιόμετρα χλιαρής και μαλακής αμμουδιάς, πρόθυμης να φιλοξενήσει όσα αποθέματα εφηβείας σού απομένουν. Αλλά πού εσύ. Θρονιασμένος εκεί, κρυφοκοιτάζεις μια παρέα εφήβων που διάλεξαν παραλία, άναψαν και μιαν αδύναμη φωτιά, λένε πονηρά αστεία και κάνουν ατέλειωτη φασαρία. Σ’ ενοχλεί ή ζηλεύεις τους πόθους που κρύβονται πίσω από τις κραυγές γέλιου; Καλοπροαίρετος φθόνος. Μικρό μνημόσυνο στη δική σου νιότη, που έκανε τα ίδια και δεν ανησυχούσε για τις τιμές.
Ο αχινός υπενθυμίζει την παρουσία του στον δεξιό αντίχειρα. Είναι ο μικρός του θρίαμβος, για λίγες μέρες ακόμη. Μέχρι η ηλεκτρική σκούπα να ρουφήξει και τους τελευταίους κόκκους άμμου που έχουν εισβάλει σε κάθε πτυχή του αυτοκινήτου. Μέχρι να πεταχτούν τα τελευταία κοχύλια που μάζεψες επιμελώς από τον βυθό κι οι πέτρες που συνέλεγε σαν πολύτιμα ορυκτά από την ακτή η κόρη σου. Μόνο για τους λογαριασμούς και τις αποδείξεις δείχνεις πια τόση συλλεκτική επιμέλεια. Ακόμη κι οι φωτογραφίες μάλλον θα μείνουν ξεχασμένες στον γυαλιστερό, μικρό ψηφιακό τους τάφο.
Κάπου αλλού ήθελα να το πάω, αλλά ας όψεται ο αχινός. Δεν είναι ο μόνος που τσιμπάει. Τσιμπάνε κι οι αχινοί της ξηράς. Ακούνε στο όνομα «ελληνικό τουριστικό προϊόν». Κάτι μου λέει ότι ο υπουργός το θεωρεί εξαίρετο, έξτρα παρθένο, και ο νυν και οι πρώην κι οι επόμενοι. Λογικό, αν έχουν συνηθίσει μόνο σε σουίτες πεντάστερες. Ούτε την υπηρέτρια της μαμάς τους δεν θα ’στελναν στ’ αχούρια όπου δοξάζεται η επιχειρηματικότητα της αρπαχτής των τριών μηνών. Δεν λέω, υπάρχουν και συμπαθητικά αχούρια, υπάρχουν και ανεκτά ενδιαιτήματα για τους πληβείους των άστεων, για τους παραθεριστές της μιας εβδομάδας, άντε, δέκα ημερών το πολύ. Αλλά ο κανόνας είναι άλλος. Οι διαχωριστικές γραμμές των πόλεων τον Αύγουστο μεταφέρονται σχεδόν αυτούσιες στα παραθαλάσσια θέρετρα. Υπάρχουν κι εκεί δυο Ελλάδες – ίσως και περισσότερες, αν υπολογίσουμε τις μέσες λύσεις που προσφέρονται για τον αποσυντιθέμενο μεσαίο χώρο. Οι δυο, τρεις, τέσσερις Ελλάδες του παραθερισμού παρακολουθούν με καταθλιπτική συνέπεια την εισοδηματική κλίμακα και την κοινωνική πυραμίδα. Απολαμβάνεις μόνον ότι πληρώνεις. Στην πραγματικότητα, πολύ λιγότερα απ’ αυτά.
Δεν θα ’λεγα ότι είμαι απ’ αυτούς που υποφέρουν, ελπίζω ότι δεν θα ολισθήσω στον πάτο της πυραμίδας. Ωστόσο, φέτος μπήκα στον πειρασμό της φειδούς. Φραγή εισερχομένων τροφών, λιγότερη μάσα – για κάποιο λόγο οι νεοέλληνες έχουμε αναγάγει τις διακοπές σε γκουρμέ εμπειρία. Επέλεξα, λοιπόν, τη λύση του ελεγχόμενου κόστους που αποκαλείται all inclusive. Το all μην το πάρετε τοις μετρητοίς, ένα πρωινό κι ένα βραδινό γεύμα. Η τιμή ενδιαφέρουσα. Διέσχισα σχεδόν όλη την ηπειρωτική Ελλάδα για να φτάσω σε μια περιοχή που θεωρείται η κορυφή της εγχώριας τουριστικής βιομηχανίας. Η ιντερνετική μόστρα φαινόταν πειστική. Το ίδιο και η προφορική επικοινωνία. Η πρώτη επαφή με τη Γη της παραθεριστικής Επαγγελίας ήταν ένα σοκ. Δυο χιλιόμετρα ακτής κατειλημμένης από μικρομέγαλα καταλύματα βαβυλωνιακού ρυθμού, περίπου σαν την Αχαρνών στο χαμηλό της. Το δεύτερο σοκ επήλθε μόλις αντικρίσαμε το «ξενοδοχείο»: τρεις τριώροφες πολυκατοικίες με δείγματα μπαλκονιών που έβλεπαν σ’ έναν ακάλυπτο χώρο ελάχιστων τετραγωνικών. Λίγο ν’ άπλωνες το χέρι σου, χαιρετούσες τον γείτονα. Δεν πειράζει, ο τουρισμός μάς φέρνει πιο κοντά. Τρίτο σοκ, το εσωτερικό των «διαμερισμάτων». Κρεβάτι στην κουζίνα, προσκέφαλο κάτω από ένα παράθυρο από το οποίο παρέλαυναν όλοι οι ένοικοι του «παραδείσου». Τέταρτο σοκ, το μενού: προκατεψυγμένη πίτσα, μακαρόνια με κέτσαπ, ίχνη κρέατος άγνωστης βιολογίας και απαράμιλλης δυσωδίας. Το Υγειονομικό θα είχε πολύ δουλειά να κάνει εκεί. Το πέμπτο σοκ το έπαθε ο επιχειρηματίας του ελληνικού τουριστικού θαύματος όταν του ανακοίνωσα ότι την κάνουμε οικογενειακώς. Ήταν κι έτοιμος για τσαμπουκά, γιατί θεωρούσε απαράδεκτο να αφήσει κενό έστω κι ένα τετραγωνικό μέτρο από την ανθρωποποθήκη του. «Εσύ είσαι παράξενος, όλοι οι άλλοι είναι ευχαριστημένοι», με αποστόμωσε, αλλά δεν ήταν ιδέα μου η διάχυτη μελαγχολία στα πρόσωπα των Βαλκάνιων -κυρίως- πελατών του.
Μπορεί εγώ πράγματι να είμαι παράξενος, ίσως φταίνε και οι ακαμψίες της μέσης ηλικίας, κι εγώ έχω κοιμηθεί σε ταράτσες στα νιάτα μου, αλλά τουλάχιστον τις πλήρωνα για ταράτσες κι αυλές. Μπορείς να περάσεις καλά και σε μια σπηλιά, μια σκήτη ή να τη βγάλεις σαν στυλίτης, αλλά απ’ τη στιγμή που η απόλαυση και η αναψυχή από ιδιωτική υπόθεση γίνονται προϊόν ενός κλάδου που κομπάζει ότι αποτελεί τη βαριά βιομηχανία της οικονομίας μας, ρωτάς αναγκαστικά για την ποιότητα. Και η ποιότητα και αυτής της επηρμένης βιομηχανίας ακολουθεί τον κανόνα του αεριτζιδισμού, της αρπαχτής, του μήνα που τρέφει τους έντεκα. Το ελληνικό τουριστικό προϊόν, μοιρασμένο ανάμεσα στην αυθαιρεσία του γιγαντισμού και την απληστία του επαρχιώτικου μικροκαπιταλισμού, είναι άθλιο για μια χώρα τόσο ευνοημένη από τα στοιχεία της φύσης.
Για όσους έχουν αντίρρηση, προσφέρω γεύμα με ορντέβρ αχινοσαλάτα. Και τ’ αγκάθια all inclusive. Μισή εκδίκηση του αχινού, μισή δική μου.
Του οφείλω, επίσης, του ανυποψίαστου αχινού ότι άνοιξε μια διέξοδο για να γεμίσει με φλυαρίες αυτή η σελίδα. Ξέρετε, η αμηχανία του γραφιά μετά τις διακοπές. Τι να γράψεις; Γράψε κάτι για τις διακοπές, τόσα πράγματα είδες, τόσα άκουσες, τόσα γεύτηκες και μύρισες. ‘Όπως όταν ήμασταν παιδιά. Έκθεση ιδεών: Πώς επέρασα το καλοκαίρι. «Εγώ το καλοκαίρι επήγα στα Σούρμενα…». Μη γελάς, τη δεκαετία του ’60 τα Σούρμενα ήταν σχεδόν θέρετρο. Έπεφτε και η σχετική σάλτσα. Και μετά εξετίθετο η παιδική στατιστική: πόσα μπάνια έκανες, πόσα παγωτά έφαγες, πόσες φορές πήγες σινεμά. Και πόσους αχινούς πάτησες- γιατί όχι;- και οι αχινοί με τα εκατοντάδες πόδια τους έχουν μια θέση στον θερινό απολογισμό.
Τώρα γίνεται αλλιώς η στατιστική του θέρους. Πού πήγες, πόσο πλήρωσες, πόσο βρήκες τη βενζίνη, εφάρμοζαν εκεί το πλαφόν; Πόσο είχε το σουβλάκι; Και πόσο το ψαράκι; All inclusive ή κατσαρόλα στο δείγμα κουζίνας; Πόσα μέτρα απείχε η παραλία, πόσο είχε η ξαπλώστρα; Ο ΄Αρης, πάλι, θα το έλεγε αλλιώς: «Είχαμε αύξηση της κίνησης 3%, αύξηση των αφίξεων 7% και ενίσχυση του τουριστικού εισοδήματος πάνω από 8%». Καλό κι αυτό, αλλά δεν λέει αν περάσαμε καλά.
Μετράει πολύ η στατιστική της ψυχολογίας στις διακοπές. Έτσι καθώς αποκόβεσαι από τον καταναγκασμό της επιβίωσης και παραδίδεσαι, έστω και για λίγα εικοσιτετράωρα, στη νωχέλεια της απόλαυσης, είσαι επικίνδυνα εκτεθειμένος στην κυκλοθυμία της ύπαρξης. Ευτυχία να σε καίει ο ήλιος (μα ο ήλιος είναι μια απειλή), ευτυχία να σ’ αγκαλιάζει το νερό (όχι στα βαθιά, θα πνιγείς), ευτυχία να πίνεις τη βότκα σου μ’ ένα φεγγάρι ολοστρόγγυλο ν’ ανοίγει λεωφόρο στο πέλαγος, προβολέα της επιθυμίας (Οπ! Τι έγινε; Τι είναι αυτή η σκιά στην πανσέληνο; Κρύβεται, χάνεται! Προγραμματισμένη έκλειψη είναι, μην κάνεις έτσι, ακόμη κι η Λίτσα Πατέρα το έχει υπενθυμίσει, αμόρφωτε). Στρογγυλές οι απολαύσεις της μέσης ηλικίας και ακριβές πια, αλλά βολεύεσαι μ’ αυτές, όπως στους ανατομικούς καναπέδες του μπαρ, αν και λίγα μέτρα πιο κάτω υπάρχουν χιλιόμετρα χλιαρής και μαλακής αμμουδιάς, πρόθυμης να φιλοξενήσει όσα αποθέματα εφηβείας σού απομένουν. Αλλά πού εσύ. Θρονιασμένος εκεί, κρυφοκοιτάζεις μια παρέα εφήβων που διάλεξαν παραλία, άναψαν και μιαν αδύναμη φωτιά, λένε πονηρά αστεία και κάνουν ατέλειωτη φασαρία. Σ’ ενοχλεί ή ζηλεύεις τους πόθους που κρύβονται πίσω από τις κραυγές γέλιου; Καλοπροαίρετος φθόνος. Μικρό μνημόσυνο στη δική σου νιότη, που έκανε τα ίδια και δεν ανησυχούσε για τις τιμές.
Ο αχινός υπενθυμίζει την παρουσία του στον δεξιό αντίχειρα. Είναι ο μικρός του θρίαμβος, για λίγες μέρες ακόμη. Μέχρι η ηλεκτρική σκούπα να ρουφήξει και τους τελευταίους κόκκους άμμου που έχουν εισβάλει σε κάθε πτυχή του αυτοκινήτου. Μέχρι να πεταχτούν τα τελευταία κοχύλια που μάζεψες επιμελώς από τον βυθό κι οι πέτρες που συνέλεγε σαν πολύτιμα ορυκτά από την ακτή η κόρη σου. Μόνο για τους λογαριασμούς και τις αποδείξεις δείχνεις πια τόση συλλεκτική επιμέλεια. Ακόμη κι οι φωτογραφίες μάλλον θα μείνουν ξεχασμένες στον γυαλιστερό, μικρό ψηφιακό τους τάφο.
Κάπου αλλού ήθελα να το πάω, αλλά ας όψεται ο αχινός. Δεν είναι ο μόνος που τσιμπάει. Τσιμπάνε κι οι αχινοί της ξηράς. Ακούνε στο όνομα «ελληνικό τουριστικό προϊόν». Κάτι μου λέει ότι ο υπουργός το θεωρεί εξαίρετο, έξτρα παρθένο, και ο νυν και οι πρώην κι οι επόμενοι. Λογικό, αν έχουν συνηθίσει μόνο σε σουίτες πεντάστερες. Ούτε την υπηρέτρια της μαμάς τους δεν θα ’στελναν στ’ αχούρια όπου δοξάζεται η επιχειρηματικότητα της αρπαχτής των τριών μηνών. Δεν λέω, υπάρχουν και συμπαθητικά αχούρια, υπάρχουν και ανεκτά ενδιαιτήματα για τους πληβείους των άστεων, για τους παραθεριστές της μιας εβδομάδας, άντε, δέκα ημερών το πολύ. Αλλά ο κανόνας είναι άλλος. Οι διαχωριστικές γραμμές των πόλεων τον Αύγουστο μεταφέρονται σχεδόν αυτούσιες στα παραθαλάσσια θέρετρα. Υπάρχουν κι εκεί δυο Ελλάδες – ίσως και περισσότερες, αν υπολογίσουμε τις μέσες λύσεις που προσφέρονται για τον αποσυντιθέμενο μεσαίο χώρο. Οι δυο, τρεις, τέσσερις Ελλάδες του παραθερισμού παρακολουθούν με καταθλιπτική συνέπεια την εισοδηματική κλίμακα και την κοινωνική πυραμίδα. Απολαμβάνεις μόνον ότι πληρώνεις. Στην πραγματικότητα, πολύ λιγότερα απ’ αυτά.
Δεν θα ’λεγα ότι είμαι απ’ αυτούς που υποφέρουν, ελπίζω ότι δεν θα ολισθήσω στον πάτο της πυραμίδας. Ωστόσο, φέτος μπήκα στον πειρασμό της φειδούς. Φραγή εισερχομένων τροφών, λιγότερη μάσα – για κάποιο λόγο οι νεοέλληνες έχουμε αναγάγει τις διακοπές σε γκουρμέ εμπειρία. Επέλεξα, λοιπόν, τη λύση του ελεγχόμενου κόστους που αποκαλείται all inclusive. Το all μην το πάρετε τοις μετρητοίς, ένα πρωινό κι ένα βραδινό γεύμα. Η τιμή ενδιαφέρουσα. Διέσχισα σχεδόν όλη την ηπειρωτική Ελλάδα για να φτάσω σε μια περιοχή που θεωρείται η κορυφή της εγχώριας τουριστικής βιομηχανίας. Η ιντερνετική μόστρα φαινόταν πειστική. Το ίδιο και η προφορική επικοινωνία. Η πρώτη επαφή με τη Γη της παραθεριστικής Επαγγελίας ήταν ένα σοκ. Δυο χιλιόμετρα ακτής κατειλημμένης από μικρομέγαλα καταλύματα βαβυλωνιακού ρυθμού, περίπου σαν την Αχαρνών στο χαμηλό της. Το δεύτερο σοκ επήλθε μόλις αντικρίσαμε το «ξενοδοχείο»: τρεις τριώροφες πολυκατοικίες με δείγματα μπαλκονιών που έβλεπαν σ’ έναν ακάλυπτο χώρο ελάχιστων τετραγωνικών. Λίγο ν’ άπλωνες το χέρι σου, χαιρετούσες τον γείτονα. Δεν πειράζει, ο τουρισμός μάς φέρνει πιο κοντά. Τρίτο σοκ, το εσωτερικό των «διαμερισμάτων». Κρεβάτι στην κουζίνα, προσκέφαλο κάτω από ένα παράθυρο από το οποίο παρέλαυναν όλοι οι ένοικοι του «παραδείσου». Τέταρτο σοκ, το μενού: προκατεψυγμένη πίτσα, μακαρόνια με κέτσαπ, ίχνη κρέατος άγνωστης βιολογίας και απαράμιλλης δυσωδίας. Το Υγειονομικό θα είχε πολύ δουλειά να κάνει εκεί. Το πέμπτο σοκ το έπαθε ο επιχειρηματίας του ελληνικού τουριστικού θαύματος όταν του ανακοίνωσα ότι την κάνουμε οικογενειακώς. Ήταν κι έτοιμος για τσαμπουκά, γιατί θεωρούσε απαράδεκτο να αφήσει κενό έστω κι ένα τετραγωνικό μέτρο από την ανθρωποποθήκη του. «Εσύ είσαι παράξενος, όλοι οι άλλοι είναι ευχαριστημένοι», με αποστόμωσε, αλλά δεν ήταν ιδέα μου η διάχυτη μελαγχολία στα πρόσωπα των Βαλκάνιων -κυρίως- πελατών του.
Μπορεί εγώ πράγματι να είμαι παράξενος, ίσως φταίνε και οι ακαμψίες της μέσης ηλικίας, κι εγώ έχω κοιμηθεί σε ταράτσες στα νιάτα μου, αλλά τουλάχιστον τις πλήρωνα για ταράτσες κι αυλές. Μπορείς να περάσεις καλά και σε μια σπηλιά, μια σκήτη ή να τη βγάλεις σαν στυλίτης, αλλά απ’ τη στιγμή που η απόλαυση και η αναψυχή από ιδιωτική υπόθεση γίνονται προϊόν ενός κλάδου που κομπάζει ότι αποτελεί τη βαριά βιομηχανία της οικονομίας μας, ρωτάς αναγκαστικά για την ποιότητα. Και η ποιότητα και αυτής της επηρμένης βιομηχανίας ακολουθεί τον κανόνα του αεριτζιδισμού, της αρπαχτής, του μήνα που τρέφει τους έντεκα. Το ελληνικό τουριστικό προϊόν, μοιρασμένο ανάμεσα στην αυθαιρεσία του γιγαντισμού και την απληστία του επαρχιώτικου μικροκαπιταλισμού, είναι άθλιο για μια χώρα τόσο ευνοημένη από τα στοιχεία της φύσης.
Για όσους έχουν αντίρρηση, προσφέρω γεύμα με ορντέβρ αχινοσαλάτα. Και τ’ αγκάθια all inclusive. Μισή εκδίκηση του αχινού, μισή δική μου.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (23/8/2008)
Εγώ όταν θα μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος…
Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα,
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλεια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους,
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς,
κουρτινάκια φτεράκιζαν κατά έξω,
νάυλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.
Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες- αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω σε τρέιλερ κουρνιασμένες,
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γλάροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέριο.
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο εσωλέμβιε.
Είσαι μες στην αρμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.
Κική Δημουλά, «Βροχή επιστροφής», συλλογή «Το τελευταίο σώμα μου»
θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος…
Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα,
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλεια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους,
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς,
κουρτινάκια φτεράκιζαν κατά έξω,
νάυλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.
Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες- αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω σε τρέιλερ κουρνιασμένες,
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γλάροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέριο.
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο εσωλέμβιε.
Είσαι μες στην αρμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.
Κική Δημουλά, «Βροχή επιστροφής», συλλογή «Το τελευταίο σώμα μου»
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (23/8/2008)
Εγώ όταν θα μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος…
Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα,
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλεια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους,
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς,
κουρτινάκια φτεράκιζαν κατά έξω,
νάυλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.
Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες- αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω σε τρέιλερ κουρνιασμένες,
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γλάροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέριο.
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο εσωλέμβιε.
Είσαι μες στην αρμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.
Κική Δημουλά, «Βροχή επιστροφής», συλλογή «Το τελευταίο σώμα μου»
θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος…
Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα,
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλεια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους,
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς,
κουρτινάκια φτεράκιζαν κατά έξω,
νάυλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.
Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες- αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω σε τρέιλερ κουρνιασμένες,
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γλάροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέριο.
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο εσωλέμβιε.
Είσαι μες στην αρμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.
Κική Δημουλά, «Βροχή επιστροφής», συλλογή «Το τελευταίο σώμα μου»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη
Ή, π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...
-
ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : Τ ο παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκ...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...
-
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...