22/09/2008

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (20/9/2008)

Στέλλα: Θα έπρεπε να γίνω μέντιουμ, αντί για νοσοκόμα ασφαλιστικής εταιρείας. Η μύτη μου μυρίζεται τις φασαρίες, μπορώ να τις μυριστώ από μίλια μακριά… Έχεις ακούσει για το κραχ του ’29 στο χρηματιστήριο; Το πρόβλεψα.
Τζεφ: Πώς;
Στέλλα: Πολύ απλά. Ήμουν νοσοκόμα ενός διευθυντή της Τζέναραλ Μότορς. Πρόβλημα στα νεφρά, έλεγαν οι γιατροί. Νεύρα, έλεγα εγώ. Ύστερα αναρωτήθηκα, τι προκαλεί νεύρα στην Τζένεραλ Μότορς; Υπερπαραγωγή, κατάρρευση, απάντησα. Όταν η Τζένεραλ Μότορς πάει στην τουαλέτα δέκα φορές τη μέρα, όλη η χώρα είναι έτοιμη να τα κάνει πάνω της.
Τζεφ: Στέλλα, στην οικονομία μια πάθηση των νεφρών δεν έχει σχέση με το χρηματιστήριο. Καμία απολύτως.
Στέλλα: Το χρηματιστήριο κατέρρευσε όμως, δεν κατέρρευσε;

Άλφρεντ Χίτσκοκ, Κόρνελ Γούλριτς «Σιωπηλός μάρτυς» («Rear window», 1954)

15/09/2008

Και οίκος εμπορίου και οίκος ανοχής (13/9/2008)

Ίσως να είναι ειλικρινές το σοκ που υφίστανται οι λεγόμενοι βαρόνοι του πολιτικού μας συστήματος και της γαλάζιας διακυβέρνησης, όταν αντιλαμβάνονται ότι οι επίγονοί τους έχουν μια χρυσοφόρο σχέση με την πολιτική γενικώς και με την άσκηση της διακυβέρνησης ειδικώς. Το σοκ μπορεί να προέρχεται από δύο αιτίες: είτε νιώθουν ότι προσβάλλεται η αριστοκρατική τους αντίληψη για τη διαχείριση της εξουσίας (κατά την οποία τα συλλογικά ταξικά οφέλη προηγούνται των ατομικών). Είτε ανακάλυψαν ότι το δικό τους P/E, η σχέση προσφοράς και ανταμοιβής στο πολιτικό παίγνιο, είναι εξαιρετικά πενιχρό μπροστά σ’ αυτό των επιγόνων. Δηλαδή αισθάνονται ριγμένοι, θιγμένοι και βλάκες.

Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα τι από τα δύο ισχύει. Ακούγοντας τον κ. Βαρβιτισώτη, για παράδειγμα, να μέμφεται υπουργούς και πολιτικούς που έχουν μετατρέψει τον ναό της δημοκρατίας σε οίκο εμπορίου, αναρωτήθηκα τι παραπάνω είναι η Βουλή από αυτό. Και γιατί πρέπει η σύγκρισή της με το εμπόριο να είναι αναγκαστικά μειωτική. Υποθέτω ότι, αν ήταν στο χέρι αυτών των αριστοκρατών της πολιτικής, θα έμπαιναν στο Κοινοβούλιο έμπλεοι οργής με το φραγγέλιο στο χέρι και θα διέλυαν τα αγαθά της πολιτικής συναλλαγής ως άλλοι Ναζωραίοι, κραυγάζοντας εις βάρος όσων μετατρέπουν τον οίκο του πατρός τους σε οίκο εμπορίου. Μέχρι στιγμής δεν έγινε κάτι τόσο μελοδραματικό, αλλά κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί, καθώς βυθιζόμαστε στον πάτο του βαρελιού.

Οφείλω, όμως, να επανατοποθετήσω και την ηθικοπολιτική κριτική που ξεχειλίζει από παντού τα τελευταία χρόνια, μήνες εβδομάδες και μέρες, αλλά και τον θυμό όσων την εκφράζουν, σε μια πιο ρεαλιστική βάση. Γιατί η αλήθεια είναι πως το Κοινοβούλιο, όπως και οι περισσότεροι θεσμοί της δημοκρατίας εν γένει, είναι κατ’ εξοχήν οίκος εμπορίου. Ένας χώρος συνεχούς διαπραγμάτευσης, συνδιαλλαγής και συναλλαγής. Δούναι και λαβείν. Πράγμα που δεν είναι εξ ορισμού κακό. Τάξεις, ομάδες ισχύος και επιρροής, λόμπι, συντεχνίες, πολιτικοοικονομικά καρτέλ, θύλακες όλων των διακριτών και αδιάκριτων εξουσιών, σκιώδεις «συμμορίες» συμφερόντων και «νταβατζήδες» (για να μην ξεχνιόμαστε…) συναντώνται εμμέσως στον ναό της δημοκρατίας και μεταλλάσσουν τις αντιθέσεις τους σε μια διαρκή διαπραγμάτευση. Σκληρή ή ήπια, φανερή ή συγκαλυμμένη, αλλά πάντως καθαρή διαπραγμάτευση. Δεν υπάρχει τίποτε παράδοξο σ’ αυτό, πάντα ήταν έτσι, ακόμη και την εποχή ακμής της αθηναϊκής δημοκρατίας που στοιχειώνει μέχρι σήμερα την εθνική μας έπαρση. Σ’ αυτήν, άλλωστε, οφείλουμε την τεχνογνωσία της μετενσάρκωσης της αγοράς, με την εμπορευματική έννοια του όρου, στην πολιτική αγορά της άμεσης ή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και σ’ αυτήν τη συναλλαγή αποσκοπούσαν οι εφευρέτες της δημοκρατίας, όταν εμπιστεύονταν μικρές δόσεις πολιτικής ισχύος όχι μόνο στους αργόσχολους αριστοκράτες, αλλά και στους δυσώδεις αλλαντοπώλες, στους λερούς οπωροπώλες, στους ακατέργαστους αγρότες, στους βρόμικους κεραμοποιούς και στους αμόρφωτους υποδηματοποιούς της Αθήνας. Η αγορά του δήμου ήταν ακόμα και τότε ένας οίκος εμπορίου και κάθε της απόφαση μια καθαρή συναλλαγή. Ποιος έχει αμφιβολία ότι οι καραβοκυραίοι και οι ναυπηγοί ήταν οι πρώτοι που υπερψήφισαν με χέρια και με πόδια την πρόταση του Θεμικστοκλή να κατασκευάσει η Αθήνα μαζικά τα πλοία που αργότερα έφεραν τον θρίαμβο της Σαλαμίνας; Πατριωτισμός και δημοκρατία, αλλά με το αζημίωτο.

Αυτά για να απο-ηθικοποιήσουμε τη φλυαρία περί εμπορευματοποίησης της δημοκρατίας, της Βουλής και των υπουργών που υπερέβησαν τα εσκαμμένα. Άλλωστε, και οι αριστοκράτες της πολιτικής με το αζημίωτο, θαρρώ, διαχειρίστηκαν την εξουσία. Ελάχιστοι κατέστησαν φτωχότεροι τις δεκαετίες κατά τις οποίες μια εικοσάδα πολιτικές οικογένειες, οι φίλοι τους, οι κουμπάροι τους και οι συνεταίροι τους έχουν κατσικωθεί στο κομματικό σύστημα. Και μπορεί να πει κανείς ότι κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει καμιά σκιά, ούτε ένα ίχνος παρανομίας σε μια πολιτική απόφαση. Προφανώς και ο Βουλγαράκης και ο Ρουσόπουλος θα βγουν πλουσιότεροι από τη βραχεία ή μακρά εμπλοκή τους στην πολιτική. Όχι μόνο γιατί η βουλευτική τους αποζημίωση φτάνει και περισσεύει για να κάνουν τις καβάτζες τους. Αλλά γιατί η διαρκής σύγκρουση και σύνθεση συμφερόντων που διαχειρίζονται δημιουργεί συνέργιες, επαγγελματικές και οικονομικές, με όποια τυχόν παράλληλη οικονομική δραστηριότητα έχουν οι ίδιοι ή οι οικείοι τους. Ο ψηφοφόρος-πελάτης του πολιτικού προφανώς θα προτιμήσει την επαγγελματία σύζυγο του υπουργού από κάποιον συνάδελφό της, και αυτό όχι χωρίς ιδιοτέλεια. Και ο πολιτικός που θα αποσυρθεί στο επάγγελμά του, γιατί κάηκε ή γιατί βαρέθηκε, θα έχει αυξήσει το πελατολόγιό του κατά αρκετές χιλιάδες άτομα. Στη χειρότερη περίπτωση, θα τον περιμένει μια αξιοπρεπής θέση στελέχους στον ιδιωτικό τομέα. Αυτές είναι υπεραξίες που εγγράφονται στο χαρτοφυλάκιο της πολιτικής, κέρδη μια εμπορικής συναλλαγής που δεν προϋποθέτει απαραίτητα ενθυλάκωση μαύρου χρήματος. Όταν υπάρχει κι αυτό -και μάλιστα ασφαλές και αόρατο- ακόμη καλύτερα.

Εμπορικό κέρδος, κυριολεκτικά και μεταφορικά, επιδιώκεται, βεβαίως, και από την άλλη πλευρά της πολιτικής αγοράς, τους ψηφοφόρους. Οι οποίοι δεν είναι απλώς πολίτες που εισφέρουν ανιδιοτελώς την ψήφο τους στον εκπρόσωπο και τον διαχειριστή της εξουσίας. Η ίδια η διαδικασία των γενικών εκλογών είναι μια κατ’ εξοχήν εμπορική πράξη, έστω και αβέβαιης απόδοσης για την πλευρά των ψηφοφόρων. Αλλά το εμπόριο, έτσι κι αλλιώς, είναι ένας χώρος ρίσκου και αβεβαιότητας. Τα κόμματα, λοιπόν, υποβάλλουν στην κοινωνία ένα εμπορικό συμβόλαιο, την υπόσχεση εκπλήρωσης μιας σειράς προσδοκιών, με απόλυτα υλικό, εμπορικό και τελικά χρηματικό περιεχόμενο. Οι κοινωνικές ομάδες, οι τάξεις, τα στρώματα που θα συνασπιστούν με την ιδιότητα των ψηφοφόρων, περιμένουν ακριβώς μια συγκεκριμένη απόδοση της ψήφου τους. Απόδοση σε εισόδημα, προνόμια, ανταλλάξιμη ισχύ. Αυτό ακριβώς συνέβη το 2004 και επαναλήφθηκε αρκετά περιορισμένα το 2007. Το μεσαιοχωρίτικο συνονθύλευμα που συνωστίστηκε στο φιλελεύθερο ταμείο τότε προσδοκούσε φοροαπαλλαγές, εισοδηματικό άλμα, κοινωνική ανέλιξη. Ψώνισε από σβέρκο, ας πρόσεχε. Ατυχής εμπορική συναλλαγή.

Η συναλλαγή συνεχίζεται και μετά τις εκλογές. Το μεσοδιάστημα μέχρι την επόμενη αναμέτρηση η διαπραγμάτευση συνεχίζεται εντός του οίκου εμπορίου, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί και οίκος ανοχής. Όχι με την έννοια που του αποδίδουν οι αντεξουσιαστές φωνασκώντας το γνωστό σύνθημα («να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή»). Αλλά από την άποψη ότι η ανοχή είναι η μόνη δυνατή στάση που μπορούν τηρήσουν οι ψηφοφόροι-αγοραστές έναντι του κυβερνητικού μονοπωλίου. Το οποίο μπορεί να αθετεί ελεύθερα τους όρους της εμπορικής σύμβασης, να τους αναθεωρεί μονομερώς ή να τους επαναδιαπραγματεύεται παζαρεύοντας την ανοχή των προδομένων ψηφοφόρων.

Και μιλάμε για κανονικό παζάρι. Πάρτε για παράδειγμα τη ρύθμιση Αλογοσκούφη για τα «μπλοκάκια». Στην αρχή διέρρευσε ότι η ρομφαία θα έπεφτε επί δικαίων και αδίκων. Έπειτα άρχισαν οι εκπτώσεις. Εξαιρέθηκαν οι κατά συνθήκην μισθωτοί σε έναν εργοδότη. Έπειτα και όσοι εργάζονται και σε δύο εργοδότες. Μπήκε και το όριο ηλικίας των 40 ετών. «Να το πάμε μέχρι τα 43», αντιπρότεινε ο κ. Μανώλης. Δεν εισακούστηκε, αλλά έγινε κι αυτό μέρος του παζαριού. Όλο αυτό το αλισβερίσι δεν ήταν παρά μια λανθάνουσα διαπραγμάτευση με επάλληλες ομάδες ψηφοφόρων της απροσδιόριστης γενιάς των 700 ευρώ κι ένα ταυτόχρονο κλείσιμο του ματιού στους επαγγελματίες φοροφυγάδες, των οποίων ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει. Ποιος θα βγει κερδισμένος απ’ αυτό το παζάρι (επιπέδου εμποροπανηγύρεως) δεν είναι σαφές. Θυμίζει, πάντως, τον έμπορο που προσπαθεί να κλέψει τον πελάτη στα ρέστα. «Α, συγνώμη. Νόμιζα ότι μου δώσατε εικοσάρικο». Και δίνει χαμογελαστός τα σωστά ρέστα, από πενηντάρικο. Ο πελάτης έχει δύο επιλογές. Ή να φύγει ικανοποιημένος που δεν τον έκλεψαν και πεπεισμένος για την τιμιότητα του εμπόρου. Ή να μην ξαναπατήσει στο μαγαζί του.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (13/9/2008)

Οι συμβάσεις δεν είναι παρά λόγια και αέρας, και τους λείπει κάθε δύναμη υποχρέωσης, συγκράτησης, εξαναγκασμού ή προστασίας οποιουδήποτε πέρα από τη δύναμη που τους δίνει η δημόσια σπάθη, με άλλα λόγια, τα λυτά χέρια του ανθρώπου -ή της συνέλευσης των ανθρώπων- που κατέχει την κυριαρχία κι έχει τις πράξεις του εγγυημένες από όλους, επιτελώντας τες με την συνενωμένη σ’ αυτόν δύναμη όλων. Και βέβαια, όταν κυρίαρχη αναγορεύεται μια συνέλευση, τότε κανείς δεν θεωρεί ότι κάποια σύμβαση έχει συναφθεί κατά τη θέσμισή της. Διότι κανείς δεν είναι τόσο ηλίθιος ώστε να λέει, για παράδειγμα, ότι εφόσον οι Ρωμαίοι συνήψαν σύμβαση με τον Λαό της Ρώμης, αναθέτοντάς του την κυριαρχία υπό ορισμένους όρους, αν ο τελευταίος παραβεί αυτούς τους όρους, τότε οι Ρωμαίοι δικαιούνται νόμιμα να καθαιρέσουν τον Ρωμαϊκό Λαό.

Τόμας Χομπς, «Λεβιάθαν, ή ύλη, μορφή και εξουσία μιας εκκλησιαστικής και λαϊκής πολιτικής κοινότητας»

08/09/2008

Ο αργός θάνατος της ιδιοκτησίας (6/9/2008)

Θεωρητικά είμαι πολέμιος της ιδιοκτησίας. Αλλά ως ιδιοκτήτης υποθέτω ότι θα πέσω στη φωτιά για να υπερασπιστώ και το παραμικρό μόριό της που απειλείται. Όπως κάθε μικροαστός που σέβεται τη νεφελώδη ταξική του υπόσταση. Όπως έχω ξαναπεί (δηλαδή, ξαναγράψει), αντιγράφοντας την Πατρίτσια Χάισμιθ και τα ψυχογραφήματα του δαιμόνιου ήρωά της Τομ Ρίπλεϊ, «η ιδιοκτησία μας θυμίζει ότι υπάρχουμε». Αυτή είναι η πιο γενναιόδωρη παραχώρηση του καπιταλισμού στους προλετάριους, τους προορισμένους να μην διαθέτουν κυριότητα σε τίποτε άλλο εκτός από το σώμα τους. Διεύρυνε τα υπαρξιακά όρια των προλετάριων φορτώνοντάς τους τίτλους κυριότητας: έχουν σπίτι, αυτοκίνητο, οικόπεδα, έπιπλα, σκεύη, τηλέφωνα, γκατζετάκια, υπολογιστές, τραπεζικούς λογαριασμούς. Κι όλοι είμαστε ευχαριστημένοι αφού, θεωρητικά, είτε είμαστε μισθωτοί των 700 ευρώ είτε βασικοί μέτοχοι Α.Ε. με ετήσιο τζίρο 100 εκατομμύρια ευρώ, προστατευόμαστε από το ίδιο πλαίσιο σχέσεων ιδιοκτησίας. Το Σύνταγμα, οι κοινοτικές οδηγίες, οι νόμοι, τα δικαστήρια υποτίθεται ότι έχουν βρει τον απόλυτο προορισμό τους στην υπεράσπιση του υπέρτατου υπαρξιακού αγαθού, της ιδιοκτησίας. Είτε είναι λίγα τετραγωνικά μέτρα είτε το μετοχικό κεφάλαιο μιας πολυεθνικής.

Κι όμως, αγαπητοί εν καπιταλισμώ ιδιοκτήτες, αυτά είναι πια προϊστορία. Μπορεί να αυξάνονται οι τίτλοι κυριότητας που πλουτίζουν το χαρτοφυλάκιο της ύπαρξής μας, στην πραγματικότητα ζούμε τον αργό θάνατο της ιδιοκτησίας. Ιδού οι τελευταίες ενδείξεις της επικαιρότητας, τροφοδοτούμενες από τον φοροτεχνικό οίστρο της φιλελεύθερης διακυβέρνησης.

Ο κατά συνθήκην νεοφιλελεύθερος Γιώργος Αλογοσκούφης και ο υποτιθέμενος εκπρόσωπος του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού βουλευτής Γιάννης Μανώλης συμφώνησαν προ ημερών στη βουλή ότι είναι ένα θεμιτό και συμβατό προς τον φιλελευθερισμό τους μέτρο να κατάσχει (δηλαδή, να κλέψει) το κράτος τους ακίνητους καταθετικούς λογαριασμούς που λιμνάζουν στις τράπεζες. Και το ποσό που θα αρπαγεί, να τροφοδοτήσει το ταμείο κατά της φτώχειας (sic!), εν είδει κοινωνικής δικαιοσύνης και αναδιανεμητικής πολιτικής. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ασήμαντο, συμβολικού χαρακτήρα μέτρο. Και μάλιστα, ο αναδιανεμητικός χαρακτήρας του ενισχύεται με το επιχείρημα ότι μέχρι τώρα είναι οι τράπεζες που προχωρούν στη δέσμευση αυτών των ανενεργών λογαριασμών, επικαλούμενες το ασύμφορο κόστος διατήρησής τους.

Πόσοι είναι αυτοί οι ακίνητοι λογαριασμοί, τι ποσά περιέχουν; Κανείς δεν ξέρει (για την ακρίβεια, κάθε τράπεζα ξέρει άριστα τι έχει στο χαρτοφυλάκιό της). Μπορεί να είναι μερικές εκατοντάδες χιλιάδες, μπορεί να είναι και μερικά εκατομμύρια, καταθετικά μνημεία ύπαρξης ανθρώπων και γενιών που έχουν φύγει από τη ζωή, αφήνοντας ανενεργές και αδιάθετες αυτές τις μικρές νησίδες ιδιοκτησίας, με λίγες χιλιάδες δραχμές ή μερικές δεκάδες ευρώ. Μπορεί να είναι επίσης αρκετές χιλιάδες λογαριασμών ολοζώντανων πολιτών-καταναλωτών, με ασήμαντα υπόλοιπα που ξεχάστηκαν, γιατί οι καταθέτες αποφάσισαν να γίνουν γενναιόδωροι προς τις τράπεζες, γιατί άλλαξαν τράπεζα ή γιατί θεωρούν ότι προσβάλλει τον νεοπλουτισμό τους να πάνε στην τράπεζα και να σηκώσουν τα τελευταία 11,5 ευρώ του ανενεργού λογαριασμού τους. Ό,τι και να ισχύει, μιλάμε για ένα τελικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται και σε αρκετές δεκάδες εκατομμύρια. Και σε κάθε περίπτωση είναι χρήματα που ανήκουν σε κάποιον (ο οποίος πιθανά δεν το ξέρει καν). Και ο νομικός μας πολιτισμός υποτίθεται ότι καθιστά απαράγραπτα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και στην ίδια δίνει μια υπόσταση αιώνια.

Έτσι νομίζετε. Αυτά που ξέρατε επί καπιταλισμού, ξεχάστε τα. Τώρα ζούμε στον μετα-καπιταλισμό. Που επιτρέπει στην τράπεζα να τσεπώνει και να καταγράφει στις υπεραξίες της τα ξεχασμένα υπόλοιπα, χωρίς να ρωτήσει τον ενδεχόμενο δικαιούχο. Τυπικά, αυτό λέγεται κλοπή, αρπαγή, υπεξαίρεση αλλά ακόμη και το πιο φιλότιμο δικαστήριο αποκλείεται να χρησιμοποιήσει αυτόν τον βάναυσο όρο. Το πολύ να μιλήσει για κατάχρηση δικαιώματος. Το δικαίωμα της τράπεζας σ’ αυτή την αδιόρατη αρπαγή έρχεται να αμφισβητήσει το κράτος για λογαριασμό του. Αυτό- κατά τον νεοφιλελεύθερο οίστρο του και τον φορολογικό πανικό του- θα βαφτίσει αυτή την μικρο-κλοπή πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης.

΄Ετσι, οι τράπεζες και το κράτος αναδεικνύονται πανηγυρικά στους πρώτους νταβατζήδες της ιδιοκτησίας που αργοπεθαίνει, βαίνει αυτοκαταργούμενη όσο διαδίδεται και στα πιο ταπεινά στρώματα της κοινωνικής πυραμίδας. Οι τράπεζες μέσω της χρηματοδότησης κάθε σεμνού ή χλιδάτου αποκτήματός μας το οποίο περισσότερο της ανήκει παρά μας ανήκει. Και το κράτος μέσω της φορολογικής πολιτικής που αναιρεί την υπόσταση κάθε μορφής ιδιοκτησίας σε χρήμα ή σε είδος. Καθώς ο δημοσιονομικός πανικός εξωθεί ακόμη και τους ακραιφνείς νεοφιλελεύθερους να πλήξουν το DNA του οικονομικού μας πολιτισμού, δεν υπάρχει πλέον περιοχή ιδιοκτησίας στην οποία το κράτος να μην επιβάλει δια των φόρων ένα είδος καταναγκαστικής κοινοκτημοσύνης. Τα εμά εμά και τα σα πάλι εμά. Κι αυτό δεν αντιβαίνει καθόλου στην παράλληλη μανία ιδιωτικοποίησης κάθε δημόσιας περιουσίας. Είναι μια ιδιότυπη προσαρμογή του κράτους ως συλλογικού καπιταλιστή στα δεδομένα της οικονομίας του χρήματος και των υπηρεσιών. Το κράτος αρχίζει και προσομοιάζει σ’ αυτούς που υπεραγαπά και ανταγωνίζεται ταυτόχρονα. Τους τραπεζίτες. Λειτουργεί σαν κομμάτι του χρηματοπιστωτικού συστήματος και σπάει το νομικό κέλυφος της ιδιοκτησίας και για τον εαυτό του και για τους υπηκόους-φορολογούμενους. Το κράτος είναι μια τράπεζα. Εισπράττει, πληρώνει, δανείζεται, δανείζει, πουλάει, υποθηκεύει. Η μόνη διαφορά είναι ότι δεν έχει ποτέ υπεραξίες. Μόνον ελλείμματα. Τα οποία καλύπτονται με αρπαγές ιδιοκτησίας.

Θεωρητικά, εγώ θα έπρεπε να χαίρομαι, ως διαπρύσιος πολέμιος της ιδιοκτησίας (των άλλων, για να είμαι ειλικρινής). Δεν νομίζω ότι έχει ξεπεραστεί το δόγμα του Προυντόν ότι «η ιδιοκτησία είναι κλοπή», αλλά εδώ ζούμε μια περίεργη αντιστροφή του. Η κλοπή της ιδιοκτησίας μεταμορφώνεται σε πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης. Αν η άγρια φορολογία κάθε κινητής και ακίνητης αξίας είναι μια μορφή κοινωνικοποίησης της ιδιοκτησίας, τότε ο υπουργός Οικονομίας (και πολλοί ομόλογοί του διεθνώς) θα καταγραφεί ως ο άνθρωπος που μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στον κομμουνισμό. Υποθέτω πως δεν είναι στις προθέσεις του, αλλά κανείς δεν ξέρει…

Για να σοβαρευτούμε πάντως, ο αργός θάνατος της ιδιοκτησίας δεν είναι ένα γραφικό, εγχώριο σύμπτωμα, αποτέλεσμα του δημοσιονομικού ολέθρου που επέφερε η γαλάζια διακυβέρνηση. Και δεν είναι ταξικά ουδέτερο. Ίσα – ίσα. Η αναίρεση αυτού του πανάρχαιου πυρήνα των εμπορευματικών οικονομιών αφορά τα κατώτερα στρώματα της κοινωνικής πυραμίδας. Τους νεόκοπους ιδιοκτήτες που πληρώνουν περίπου για μια ζωή κάθε μικρό ή μεγάλο απόκτημά τους. Στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Οι πλούσιοι όλο και περισσότερο απαλλάσσονται από το περιττό νομικό κοστούμι της κυριότητας. Η ιδιοκτησία γίνεται ντεμοντέ. Της μόδας είναι πια η πρόσβαση. Η απεριόριστη πρόσβαση σε κάθε αγαθό και υπηρεσία που μπορείς να το απολαμβάνεις νοικιάζοντάς το ή απλώς χρησιμοποιώντας το, χωρίς κανένα φορολογικό άγχος. Γιατί να αγοράσεις ένα αυτοκίνητο όταν μπορείς να διαθέτεις κάθε χρόνο καινούργιο με leasing; Για ποιο λόγο να σου ανήκει η έπαυλή σου, το δωδεκάμετρο σκάφος σου, το πολυτελές εξοχικό με την πισίνα σου όταν μπορείς να τα απολαμβάνεις με μακροχρόνια μίσθωση ή με μεταβίβαση στον κανένα που εκπροσωπεί μια off shore; Γιατί να φορτωθείς το πλειοψηφικό πακέτο μιας επιχείρησης όταν μπορείς να την ελέγχεις ασκώντας απλώς μάνατζμεντ ή διαχέοντας τα βάρη της ιδιοκτησίας σε εκατομμύρια μικρομετόχους που παλεύουν να διασώσουν τις υπεραξίες τους από τις άτακτες φορολογικές επιδρομές του κράτους;

Πάλι ριγμένοι οι φτωχοδιάβολοι και οι κατά φαντασία νεόπλουτοι του μετα-καπιταλισμού. Η ιδιοκτησία εκδημοκρατίστηκε, φτάνει και στον τελευταίο πένητα, αλλά ο εκδημοκρατισμός της έγινε ταυτόχρονα το μέσο περιορισμού, φορολογικού ή τραπεζικού καταναγκασμού και αργού θανάτου της. Οι πλούσιοι ευχαρίστως θα παραστούν στην κηδεία της καταθέτοντας στέφανο τιμής για όσα τους πρόσφερε αιώνες τώρα, όντας ακριβοθώρητη και στερητική για τα εκατομμύρια ηλίθιων που την πιστέψαμε ως μέσο απελευθέρωσης. Αιωνία σου η μνήμη, αξιομακάριστη.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (6/9/2008

Οι Ανρούιγ δεν μπορούσαν να χωνέψουν ότι είχαν διασχίσει τη ζωή μόνο και μόνο για ν’ αποκτήσουν ένα σπίτι, και τους έκανε εντύπωση, λες και τους είχαν απεντοιχίσει. Πρέπει να 'χουν παράξενο ύφος οι άνθρωποι όταν τους ξεθάβεις από μπουντρούμι.

Οι Ανρούιγ σκέφτονταν ήδη πριν το γάμο τους ν’ αγοράσουν σπίτι. Πρώτα χώρια και μετά μαζί. Αρνιόνταν να σκεφτούν τίποτε άλλο επί μισό αιώνα, κι όταν η ζωή τους ανάγκασε να σκεφτούν κάτι άλλο, τον πόλεμο φερ’ ειπείν, και προπαντός τον γιό τους, αρρώσταιναν για τα καλά.

Όταν την κατοίκησαν, νιόπαντροι, με δέκα χρόνια οικονομίες έκαστος, η βιλίτσα τους δεν είχε ακόμη τελειώσει. Βρισκόταν ακόμη καταμεσίς στους αγρούς η βιλίτσα. Για να φτάσεις ίσαμε κει, το χειμώνα, χρειάζονταν τσόκαρα, τ’ άφηναν στον μανάβη, στη γωνία της οδού Εξεγέρσεως πηγαίνοντας κάθε πρωί στις έξι για το μεροκάματο, στη στάση του ιππήλατου τραμ για το Παρίσι, τρία χιλιόμετρα μακριά, δύο πεντάρες το εισιτήριο.
Είναι σημάδι καλής υγείας να αντέξεις μια ολόκληρη ζωή τέτοια στέρηση.

Σελίν, «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας»

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...