29/10/2008

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (25/10.2008)

Βλέπεις αυτές τις πέτρες στην άνυδρη έρημο; Μετάλλαξέ τις σε ψωμιά κι ο κόσμος θα τρέξει να πέσει στα πόδια σου, όμοια σαν ένα κοπάδι πειθαρχημένο κι όλο ευγνωμοσύνη, τρέμοντας ωστόσο μη τυχόν χάσουν την προστασία σου και πάψουν να ’χουν ψωμί.
Μα δε θέλησες να στερήσεις τον άνθρωπο απ’ την ελευθερία του, κι αρνήθηκες, κρίνοντας πως η ελευθερία ήταν κάτι ασυμβίβαστο με την υποταγή που αγοράζεται με ψωμιά. Αποφάνθηκες πως ο άνθρωπος δεν ζει “μόνο με άρτον’’, μα ξέρεις ότι στ’ όνομα του γήινου αυτού άρτου το πνεύμα της Γης θα εξεγερθεί εναντίον σου, θ’ αγωνιστεί και θα σε νικήσει, ότι όλοι το ακολουθούν φωνάζοντας: “Ποιος μοιάζει μ' αυτό το ζώο που μας έδωσε τη φωτιά τ' ουρανού;”. Αιώνες θα περάσουν κι η ανθρωπότητα θα διακηρύσσει με το στόμα των σοφών και των συνετών της ότι δεν υπάρχουν εγκλήματα και κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν κι αμαρτήματα. Ότι δεν υπάρχουν παρά μόνο πεινασμένοι. Θρέψε τους πρώτα κι ύστερα ν’ απαιτείς απ' αυτούς να ’ναι ενάρετοι. Να τι θα γράψουν στο λάβαρο της επανάστασής τους, που θα επιτεθεί στον ναό σου. Στη θέση του ένα καινούργιο οικοδόμημα θα υψωθεί, ένας νέος πύργος της Βαβέλ, που θα παραμείνει δίχως αμφιβολία ατέλειωτος, όπως κι ο πρώτος εκείνος. Αλλά θα μπορούσες να γλιτώσεις τους ανθρώπους απ’ αυτή τη δοκιμασία, κι από χιλιόχρονα βάσανα. Γιατί θα ξανάρθουν να μας βρουν, αφού θα ’χουν κοπιάσει χίλια χρόνια να χτίσουν τον πύργο τους! Θα μας αναζητήσουν κάτω απ’ τη γη, όπως άλλοτε, μέσα στις κατακόμβες όπου θα ’μαστε κρυμμένοι (θα μας βασανίσουν πάλι) και θα κραυγάσουν: “Δώστε μας να φάμε γιατί αυτοί που μας υποσχέθηκαν τη φωτιά τ’ ουρανού δε μας την έδωσαν”. Τότε θ’ αποτελειώσουμε εμείς τον πύργο τους, γιατί δεν χρειάζεται για κάτι τέτοιo παρά μόνο η τροφή, και θα τους θρέψουμε, υποτίθεται στ’ όνομά σου, θα τους κάνουμε να το πιστέψουν τουλάχιστο. Χωρίς εμάς θα ’ναι για πάντα τους πεινασμένοι. Καμία γνώση δεν θα τους δώσει ψωμί, όσο θα μένουν ελεύθεροι αλλά θα καταλήξουν να την καταθέσουν στα πόδια μας τούτη την ελευθερία τους, λέγοντας: “Υποτάξετέ μας, κάνετέ μας δούλους, μα δώστε μας να φάμε”. Θα καταλάβουν, επιτέλους, πως η ελευθερία δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με το ψωμί της γης που είναι στη διάθεσή τους, γιατί ποτέ δεν θα μπορέσουν να το μοιράσουν μεταξύ τους!

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «Αδελφοί Καραμαζόφ» (ο μονόλογος του Μεγάλου Ιεροεξεταστή)

19/10/2008

Ουφ! Μπά…Ωχ!.. και άλλα επιφωνήματα (18/10/2008)

Τρία επιφωνήματα. Απλοί ήχοι, δηλωτικοί της αντίδρασής μας σ’ ένα εξαιρετικό γεγονός. Στα τρία επιφωνήματα του τίτλου συμπυκνώνονται οι διαφορετικές προσεγγίσεις στη διαχείριση της καταστροφής που μας απειλεί. Για την οποία δεν έχουμε βεβαιωθεί ακόμη αν είναι το παρ’ ολίγον τέλος του καπιταλισμού ή απλώς ένας σπασμός του γαστρεντερικού του συστήματος, λίγο πριν την αφόδευση του άχρηστου φορτίου του.

Ουφ! Μπα…Ωχ! Ανακούφιση, αμφιβολία, απαισιοδοξία. Όταν τη Δευτέρα τα χρηματιστήρια του κόσμου επιδοκίμαζαν με άλματα εις ύψος τον πακτωλό δισεκατομμυρίων που πρόσφεραν αφειδώς οι κυβερνήσεις για τη σωτηρία τραπεζικού Λεβιάθαν ακούσαμε το πρώτο «ουφ!». Κυριολεκτικά. Βρετανός δημοσιογράφος ρωτάει χρηματιστή: πώς σχολιάζει την απόφαση των υπουργών Οικονομίας της Ευρωζώνης. «Ουφ!» απαντάει αυτός. Τίποτε άλλο. «Ουφ», επανέλαβαν και οι άνκορμεν της εγχώριας τηλεοπτικής δημοκρατίας. Από την Τετάρτη, όμως, τους κόπηκε η λαλιά. Κομμένα τα επιφωνήματα. Αχάριστες που είναι οι αγορές…

Τα επιφωνήματα, όμως, διατηρούν την σημασία και την άναρθρη ευγλωττία τους. «Ουφ!» είχε κάθε λόγο να πει η παγκόσμια ελίτ του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα μέτρα που αποφασίζουν οι κυβερνήσεις για τη διάσωσή της, πέρα από το ρητορικό ψόγο που περιέχουν, αποτελούν την πιο κραυγαλέα επιβράβευση του παρασιτισμού και της καταστροφικής απληστίας του κλάδου που έχει καταστεί καρδιά του οικονομικού μας πολιτισμού. Θα περίμενε κανείς μια λογική «τιμωρία», μια κάποια «ποινή» ή έστω και μια ηθική και πολιτική απαξίωση στον τυχοδιωκτικό μηχανισμό που φέρνει όλο και συχνότερα την ανθρωπότητα στο χείλος της οικονομικής αβύσσου. Αλλά, όχι. Ουσιαστικά, και το αμερικανικό και το ευρωπαϊκό σχέδιο σωτηρίας περιλαμβάνουν δύο καθοριστικά στοιχεία: Πρώτον, αναγνωρίζουν και πάλι στο τραπεζικό κεφάλαιο την πρωτοκαθεδρία, προσθέτοντάς του μάλιστα το λεηλατημένο κύρος του κράτους. Και δεύτερον, του προσφέρουν άφθονο δωρεάν χρήμα, αποσπασμένο βίαια από παραγωγικές δραστηριότητες είτε του ίδιου του κράτους, είτε των άλλων επιχειρηματικών κλάδων που είναι πιο στενά συνδεδεμένοι με τη δημιουργία απασχόλησης και την ενίσχυση της κατανάλωσης. Το «ουφ!», λοιπόν, αφορά την χρηματοοικονομική ελίτ, έστω κι αν με τα «αχ! βαχ!» και τις βουτιές των δεικτών που ακολούθησαν τις επόμενες μέρες, μας υπενθύμισαν πόσο άπληστοι και αχόρταγοι είναι.

Και ακολουθεί το «μπα…» Άλλοτε με ερωτηματικό κι άλλοτε με αποσιωπητικά. Στην πρώτη περίπτωση έχει μια δόση έκπληξης, στη δεύτερη πλημμυρίζει από αμφιβολία. «Μπα;» αναρωτήθηκαν μ’ έναν τόνο ειρωνείας όσοι άκουγαν βερεσέ τις βαρύγδουπες προαναγγελίες περί κατάρρευσης του καπιταλισμού. «Μπα…» ψέλλισαν κι όσοι αμφέβαλαν για την θριαμβευτική επιστροφή του κράτους στην οικονομία. Σ’ αυτήν την πλευρά, παραδόξως, συνυπάρχουν οι ακραιφνείς νεοφιλελεύθεροι (που ωστόσο δεν πάσχουν από αλλεργική ιδεοληψία και γνωρίζουν ότι το κράτος είναι ένα εργαλείο κατά περίπτωση χρησιμοποιούμενο) και οι φανατικοί, εξ αίματος αντικαπιταλιστές (που δεν τρέφουν αυταπάτες για τον αυτόματο θάνατο του συστήματος που απεχθάνονται). Οι πρώτοι ήδη ψελλίζουν διακριτικά (αφού πήραν τα λεφτά στο χέρι) ότι δεν χρειάζεται αλλαγή του φιλελεύθερου παραδείγματος που κυριάρχησε στην παγκόσμια οικονομία την τελευταία τριακονταετία. Και ακόμη ότι το κράτος δεν ήρθε για να μείνει στην οικονομία, περαστικό είναι. Οι αντιρρήσεις τους έχουν τον κυνισμό της ελίτ (πολιτικής, επιχειρηματικής, ακαδημαϊκής) που βαπτίστηκε στα νάματα του νεοφιλελευθερισμού χωρίς όμως να πνιγεί σ’ αυτά. Και που δεν δίστασε καθόλου να το ρίξει στη μελέτη του Μαρξ, να ξεσκονίσει πάλι τον Κέυνς και τον Γκαλπμρέιθ, να μελετήσει προσεκτικότερα τον Νικολάι Κοντράτιεφ και τα μακρά κύματά του και τελικά να βραβεύσει τον Πολ Κρούγκμαν με το Νόμπελ Οικονομίας, αναζητώντας ακαδημαϊκό άλλοθι για τη συντελούμενη δεύτερη λεηλασία του κοινωνικού πλούτου. Στο «μπά…» των άλλων, των αντικαπιταλιστών, υπάρχει ένας εξίσου βάσιμος πεσιμιστικός ρεαλισμός που δεν αφήνει περιθώρια για ιστορική αισιοδοξία. Ελλείψει επαναστατικού υποκειμένου, χωρίς στέρεο, προγραμματικό αντίλογο από την Αριστερά, με τα κινήματα εν υπνώσει και τους παρίες του οικονομικού πολιτισμού μεταξύ καταθετικού πανικού και πολιτικής αναπηρίας, δεν μπορείς να περιμένεις από τον καπιταλισμό να αυτοκτονήσει από τύψεις. Πολλώ μάλλον από τους καπιταλιστές.

Τέλος, περνάμε στο «ωχ!». Ένα «ωχ» που κυμαίνεται από υπόκωφο στεναγμό απογοήτευσης μέχρι βαθύ γογγυσμό. Ανάλογα με το τι αντιλαμβάνεται καθένας ότι πραγματικά συμβαίνει. Υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερα δισεκατομμύρια άνθρωποι στη Γη και εκατοντάδες εκατομμύρια στις χώρες που αποτέλεσαν θέατρο της κρίσης οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να φωνάζουν «ωχ» κάθε φορά που ένας πρωθυπουργός ή ένας υπουργός Οικονομίας ανεβάζει τα κτυπήματα στον πλειστηριασμό των πακέτων σωτηρίας. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Ελλάδα είχε το θλιβερό προνόμιο της πρωτιάς στο πεδίο αυτό. Την ώρα που ο κ. Αλογοσκούφης ανακοίνωνε το πλουσιοπάροχο πακέτο των 28 δισ. ευρώ για τη σωτηρία των τραπεζιτών, αυτοί ανακοίνωναν προσφυγές κατά της απόφασης του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας να επικυρώσει υπέρ τραπεζοϋπαλλήλων τη συλλογική σύμβαση. Οι τραπεζοϋπάλληλοι είπαν «ωχ», τα συνδικάτα πρόσθεσαν τα δικά τους οργισμένα «ωχ», αλλά το επεισόδιο, ανεξάρτητα από την κατάληξή του, είναι αποκαλυπτικό της απληστίας του πιστωτικού συστήματος. Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος… Όσοι ήλπιζαν ότι η δημόσια ευεργεσία υπέρ τραπεζιτών θα ακολουθηθεί από ψήγματα, έστω, κοινωνικής ευαισθησίας, προσεχώς θα διαψευστούν πολλαπλώς και θα εκστομίσουν πολλά «ωχ». Ούτε οι αποφάσεις των 15 της Ευρωζώνης, ούτε αυτές των 27 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε τα πατριωτικά σύνορα που θα ορθώσουν οι κατά τα λοιπά ελεύθερες αγορές, ούτε ο επιχειρηματικός εθνικισμός που θα αντικαταστήσει τις ρήτρες αλληλεγγύης, ούτε η χαλάρωση ή και αποδόμηση του επαχθούς Μάαστριχτ πρόκειται να μεταφραστούν σε μέτρα ανακούφισης των οικονομικά ασθενέστερων από το υφεσιακό τσουνάμι που έρχεται. Το αντίθετο. Αυτό που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας είναι η θεραπεία μιας λεηλασίας με μια δεύτερη λεηλασία. Ζεστό χρήμα των φορολογουμένων κόβεται από δημόσιες επενδύσεις, κοινωνική πολιτική, κατανάλωση, ακόμη και από επιδότηση ιδιωτικών επενδύσεων, για να αποδοθεί στον πιο αντιπαραγωγικό κλάδο της οικονομίας. Η παγκόσμια πολιτική ελίτ κατευνάζει την υπαρξιακή αγωνία ενός οικονομικού συστήματος, που προφανέστατα φτάνει στα όριά του, με βάση το μόνο δόγμα στο οποίο παραμένει μέχρι τέλους πιστή: στην πεποίθηση ότι το χρήμα γεννάει χρήμα. Κι άρα, ο έλεγχος της ροής του χρήματος από το κράτος αρκεί για να επαναφέρει το σύστημα σε ηρεμία. Όπως θα έλεγε κι ο Μέτερνιχ, «είναι χειρότερο από έγκλημα. Είναι λάθος!» Και αποδεικνύεται από τις πανικόβλητες κατολισθήσεις των χρηματιστηριακών δεικτών που συνεχίζονται παρά τη γενναιοδωρία των κυβερνήσεων.

Ευτυχώς, υπάρχει μια μακρά σειρά επιφωνημάτων που μπορούμε ακόμη να εκστομίσουμε, σε όλες τις γλώσσες, σε κάθε απόχρωση και ένταση. Κι επειδή είναι βέβαιο ότι η ανθρωπότητα θα συνεχίσει να βυθίζεται στην ύφεση για μήνες ακόμη, ίσως και χρόνια (είτε πρόκειται για έναν ακόμη, είτε για τον τελευταίο και φαρμακερό κύκλο του συστήματος), για να περιορίσουν το μέγεθος της καταστροφής κυβερνήσεις και υπερεθνικοί οργανισμού έχουν την ευχέρεια να αντιδράσουν με μια στοιχειώδη πράξη ανθρωπισμού: να κλείσουν τα χρηματιστήρια, να βάλουν λουκέτο στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων, να παγώσουν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, να σταματήσουν κάθε πεδίο υποτιμητικής και υπερτιμητικής κερδοσκοπίας στις αγορές χρήματος και αξιών, να κλείσουν τις οθόνες της online, ανά δευτερόλεπτο μέτρησης της καταστροφής που τίποτε δεν αποδεικνύει ότι και αυτή τη φορά θα είναι δημιουργική. Να σταματήσουν να απολαμβάνουν ως Νέρωνες το θέαμα της φλεγομένης Ρώμης ρίχνοντας μόνο λάδι (δηλαδή τζάμπα χρήμα) στη φωτιά. (Δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε στον επενδυτή το δικαίωμα να ρευστοποιεί την περιουσία του, είπε ο κ. Καπράλος. Τι επιχείρημα! Και το δικαίωμα να προστατεύσουμε τον κοινωνικό πλούτο, να εμποδίσουμε την κοινωνία να βυθιστεί στη φτώχεια, ποιος θα το ασκήσει;)

Αν οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ δεν το κάνουν και συνεχίσουν να θυσιάζουν άφθονες μερίδες κράτους στον χρηματοοικονομικό Μολώχ, οι κοινωνίες μπορεί να σταματήσουν τα «ουφ», τα «ωχ» και τα «μπα» και να αντιδράσουν με το ύστατο επιφώνημα: «Ουστ!». Το οποίο μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο βίαιο απ’ όσο ακούγεται ή διαβάζεται.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (18/10/2008)

Δεν κάνω κανένα σχόλιο, χαμένος στον δικό μου προσωπικό λαβύρινθο, σκεπτόμενος άλλα πράγματα: εντάλματα, προσφορές μετοχών, προγράμματα διανομής μετοχών σε υπαλλήλους, εξαγορές επιχειρήσεων, αρχικές δημόσιες εγγραφές, χρηματοδοτήσεις, αυτοχρηματοδοτήσεις, ομολογίες, μετατροπές, πληρεξούσια, 8-Κ, 10-Q, αμοιβαία κεφάλαια, Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, φοβερά γκάτζετ για στελέχη επιχειρήσεων, δισεκατομμυριούχους, Κενκίτσι Νακαγίμα, άπειρο, Άπειρο. Πόσο γρήγορα πρέπει να τρέχει ένα αυτοκίνητο πολυτελείας, αποφυλακίσεις με εγγύηση, αβέβαιοι τίτλοι, αν θα πρέπει να ακυρώσω τη συνδρομή μου στον Economist, την παραμονή Χριστουγέννων όταν ήμουν δεκατεσσάρων ετών και βίασα μια από τις υπηρέτριές μας, Αποκλειστικότητα, να φθονείς τη ζωή κάποιου…έμβρυα κατεψυγμένα ή διαλυμένα (ποιο από τα δυο;), πυρηνικές κεφαλές, δισεκατομμύρια δολάρια, η ολική καταστροφή του κόσμου…Η ζωή παιγμένη σαν κωμωδία καταστάσεων αναδιαμορφωμένη σε σαπουνόπερα. Είναι ένας θάλαμος απομόνωσης, που εξυπηρετεί μόνο το να εκθέτει τη σημαντικά λειψή ικανότητά μου να νιώσω. Είμαι στο κέντρο του, εκτός εποχής και κανείς δεν με ρωτάει για την ταυτότητά μου. Αν πραγματικά ήμουν ρομπότ, τι διαφορά θα είχε;

Μπρετ Ήστον Έλις, «Αμερικανική Ψύχωση»

13/10/2008

Ο καπιταλισμός ως ασύμμετρη απειλή (11/10/2008)

Θεωρητικά η κρίση μάς αφορά όλους. Και τον πλουσιότερο επί Γης άνθρωπο, τον Μπιλ Γκέιτς, και τον ανώνυμο κάτοικο του Νίγηρα ο οποίος το επόμενο δευτερόλεπτο θα πεθάνει από την πείνα. Όλοι έχουν να χάσουν κάτι. Ο Γκέιτς ένα σεβαστό ποσοστό από τις υπεραξίες του χαρτοφυλακίου του. Ο Νιγηριανός τα ελάχιστα σεντ που θα του εξασφάλιζαν μια-δυο εκατοντάδες θερμίδες οι οποίες θα τον κρατούσαν και σήμερα στη ζωή.

Όλοι χάνουμε χρήματα. Και για το χρήμα ισχύει αυτό που έχει πει ο Γκαλμπρέιθ: «Τα πιο πολλά πράγματα στη ζωή -αυτοκίνητα, ερωμένες, καρκίνος- είναι σημαντικά μόνο σ’ εκείνους που τα έχουν. Αντιθέτως, το χρήμα είναι σημαντικό και για εκείνους που το έχουν και για εκείνους που δεν το έχουν». Κατ’ αναλογία, η κρίση, που είναι πρωτίστως κρίση χρήματος, είναι σημαντική και για τους έχοντες και για τους μη έχοντες χρήμα. Και φυσικά και για όσους ενδιαμέσως το διαθέτουν σε μικρομεσαίες ποσότητες. Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι η κρίση κοστίζει σ’ όλους το ίδιο ή ότι με κάποιο μαγικό τρόπο εξαλείφει τα εθνικά και ταξικά σύνορα και επιβάλει κάποιου είδους ομοψυχία: παγκόσμια, διακρατική, εθνική, κοινωνική. Ίσα ίσα. Αποκαλύπτει όλα τα μεγάλα χάσματα που διαπερνούν τον κόσμο μας, σαν τα σεισμικά ρήγματα που σκίζουν τον παγωμένο φλοιό της Γης.

Ας φανταστούμε την οικονομική κρίση (με όλες τις οβιδιακές μεταμορφώσεις της σε κραχ, επιβράδυνση, ύφεση, πτώχευση, κατάρρευση) σαν έναν θανατηφόρο ιό που ξεφεύγει από τον έλεγχο και εξαπλώνεται για να προκαλέσει πανδημία. Όταν φτάσει στην Αφρική θα εξαλείψει ίσως και τον μισό πληθυσμό. Σαν περάσει στην Ασία μπορεί να εξελιχθεί σε γενοκτονία για το Βιετνάμ και την Ινδία και σε δημογραφική «εξυγίανση» για την Κίνα. Στη ρωσική Σιβηρία μπορεί να μην πάθουν είδηση, αλλά στη Μόσχα οι πένητες θα πεθαίνουν σαν τα κοτόπουλα. Στην Κεντρική Ευρώπη ο ιός θα θέσει σε δοκιμασία τα δημόσια συστήματα υγείας, αλλά οι απώλειες θα είναι ελεγχόμενες. Και στις ΗΠΑ θα υπάρξει ένας υψηλός δείκτης προστασίας και ασφάλειας για τους ασφαλισμένους. Οι ανασφάλιστοι, ας πρόσεχαν. Μια πανδημία, λοιπόν, θα σπείρει τον θάνατο παντού, αλλά όχι ομοιόμορφα.

Το ίδιο περίπου ισχύει για την παγκόσμια οικονομική κρίση. Της οποίας οι τραγικοί πρωταγωνιστές δεν είναι βεβαίως οι αγχωμένοι αντικριστές και οι γεμάτοι αγωνία brokers των μεγάλων χρηματιστηρίων, όπως μας δείχνει η καθημερινή εικονογραφία των ΜΜΕ. Ούτε οι μελαγχολικοί μάνατζερ των τραπεζών που πτώχευσαν, ούτε οι στιβαροί κεντρικοί τραπεζίτες που ρίχνουν αφειδώς χρήμα στα πιστωτικά κουφάρια, ούτε οι αποφασιστικοί υπουργοί Οικονομίας που εγγυώνται τις καταθέσεις με τα λεφτά των φορολογουμένων. Ελάχιστοι απ’ όλους αυτούς θα χάσουν έστω και το παντεσπάνι τους. Τα πραγματικά πρόσωπα της κρίσης δεν έχουν ακόμη όλα φωτογραφηθεί. Περιμένουν ανυποψίαστα μια βίαιη κάθοδο στον κοινωνικό Καιάδα, σε χώρες που δεν έχουν καν χρηματιστήρια ή που θεωρούσαν εαυτές προστατευμένες στη μερική απομόνωσή τους.

Η κρίση έπληξε πρώτα περίπου ένα εκατομμύριο αμερικανικά νοικοκυριά, που ξεσπιτώθηκαν από τα ενυπόθηκα ακίνητά τους. Τι έχουν απογίνει, ποιο σχέδιο Πόλσον προέβλεψε την οποιαδήποτε μέριμνα γι’ αυτούς; Έπειτα η κρίση έδειξε τα δόντια της στην παγωμένη Ισλανδία, μια χώρα μόλις 320.000 κατοίκων, μ’ ένα νεαρό, αλλά άπληστο πιστωτικό σύστημα που κατέρρευσε εν μια νυκτί (έστω κι αν αναστήθηκε διά της κρατικοποίησης). Είναι η χώρα με τον υψηλότερο δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, σύμφωνα με την κατάταξη του ΟΗΕ για το 2007, με ένα κατά κεφαλήν ΑΕΠ που ξεπερνά τα 64.000 δολάρια τον χρόνο, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, με τον υψηλότερο δείκτη αναγνωσιμότητας εφημερίδων στην Ευρώπη, χωρίς στρατό, με άδειες φυλακές και με σχεδόν μηδενική εγκληματικότητα. Τι συνέβη, λοιπόν, στη χώρα της Μπιοργκ και των λοιπών ξωτικών; Ο Ισλανδός, που επιβιώνει στη μελαγχολία της αξημέρωτης νύχτας τον μισό χρόνο και της ατέλειωτης μέρας τον άλλο μισό, χάρη στην αλιεία, τη γεωθερμία και τον τουρισμό, υποκύπτει στην απρόκλητη επίθεση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Δεν θα πεθάνει από την πείνα, βεβαίως, αλλά θα δει την κεκτημένη ευημερία της ιδιότυπης οικονομίας του -ενός κοινοτισμού που δηλητηριάστηκε από τον καπιταλιστικό τζόγο- να εξανεμίζεται για μήνες, ίσως και για χρόνια.

Ο καπιταλισμός και η κρίση του συμπεριφέρονται ως η απόλυτη ασύμμετρη απειλή. Την ώρα που οι Κεντροευρωπαίοι αναστυλώνουν όπως όπως το κράτος για να προστατέψουν το πιστωτικό σύστημα, ο επόμενος αδύναμος κρίκος της αλυσίδας ίσως βρίσκεται πολύ μακριά από την Ευρώπη. Τη σειρά του ανυποψίαστου Ισλανδού μπορεί να πάρει ο φιλόπονος Κινέζος. Αν η κρίση πάρει τη μορφή μιας μακρόχρονης ύφεσης, στην Κίνα ή στην Ινδία θα συντελεστεί μια πραγματική ανθρωπιστική καταστροφή. Μια επιβράδυνση της ανάπτυξης, από το δυσθεώρητο 7%-8% σε ένα αξιοπρεπέστατο 3%, μπορεί να ανακουφίσει την κρατική γραφειοκρατία, αλλά θα προκαλέσει καταστάσεις ανέχειας στις μεγαλουπόλεις της κινεζικής Ανατολής και πείνας στην ύπαιθρο της Δύσης.

Σκεφτείτε, τώρα, τι θα συμβεί αν μετά τον Ινδό και τον Κινέζο, το επόμενο θύμα της κρίσης είναι ο Σομαλός, ο Αιθίοπας, ο Κενυάτης, ο Βιετναμέζος, ο Ινδονήσιος. Η ανθρωπιστική καταστροφή εδώ θα πάρει μια διάσταση ανάλογη με δέκα «τσουνάμι» Ασίας, είκοσι τυφώνες Νέας Ορλεάνης, τριάντα αφρικανικούς λιμούς, σαράντα επιδημίες AIDS ή μαλάριας. Αλλά, για τον τυφώνα, το τσουνάμι, την ξηρασία, την επιδημία, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Θεό, τη φύση, τον καιρό ή τα μικρόβια. Για την ανθρωπιστική καταστροφή που θα προκληθεί στην περιφέρεια της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, όμως, υπάρχουν φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί με ονοματεπώνυμα. Αν ο καπιταλισμός φέρεται μια φορά άδικα στην ακμή και στην ευημερία του, στην κρίση του φέρεται εκατό φορές πιο άδικα. Με τα σκουπίδια του θα θάψει ανυποψίαστες κοινωνίες, πληθυσμούς που δεν έχουν ιδέα τι εστί Wall Street, κάτω από στρώματα καταστροφής.

Κι αυτό συντελείται ήδη. Δείτε πόσο κομψά και γενναιόψυχα ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας πρότεινε να διευρυνθεί το κλαμπ των πλουσίων, το G8, με χώρες-αναδυόμενες αγορές. Και παρακολουθήστε πόσο αθόρυβα και μουλωχτά τα πιστωτικά και επενδυτικά τέρατα της Δύσης αποσύρουν τα κεφάλαιά τους από αυτές τις αναδυόμενες αγορές, προετοιμάζοντας οικονομικά ολοκαυτώματα για τις φτωχές κοινωνίες τους. Για να σωθεί, δηλαδή, ο τραπεζικός Λεβιάθαν καλούνται να εισφέρουν τα κατεξοχήν θύματά του. Ε, δεν παίζονται οι άνθρωποι!

Αγνοούμε ποιος θα είναι ο επόμενος αδύναμος κρίκος σε πλανητική κλίμακα - ποια χώρα θα πτωχεύσει, ποια κοινωνία θα βυθιστεί στο χάος. Βλέπουμε όμως ήδη τι συμβαίνει σε κάθε εθνική αγορά. Παρά το κρεσέντο της αντικαπιταλιστικής ρητορείας και την υστερία του κρατισμού, οι ζημιές της κρίσης επιμερίζονται ήδη βάναυσα στους μη έχοντες. Τα πολιτικά ιερατεία έχουν ήδη δείξει τις ταξικές τους προτιμήσεις. Η εγγύηση των καταθέσεων (σήμερα ο Αλογοσκούφης μιλά για 100.000 ευρώ και τρία χρόνια, αλλά δεν αμφιβάλλω ότι, αν χρειαστεί, θα εγγυηθεί και το 1 εκατ. ευρώ και μάλιστα εφ’ όρου ζωής) εμπεριέχει ήδη την προτίμηση προς τους έχοντες. Υπάρχει σ’ αυτή την επιλογή η κουτοπόνηρη επιλογή της σωτηρίας των πιστωτικών δεινοσαύρων, υπάρχει επίσης η πολιτική εμμονή στον περίφημο μεσαίο χώρο. Αλλά τι γίνεται με τους υπόλοιπους, τους «ακραίους»; Με αυτούς που δεν έχουν καμία κατάθεση, μ’ αυτούς που η κρίση θα τους χτυπήσει σαν τρομακτική μείωση εισοδήματος, σαν χαρτί απόλυσης, σαν κατάσχεση του ακινήτου ή αυτοκινήτου τους; Δεν λέω ότι όποιος έχει 100.000 στην άκρη είναι πλούσιος, αλλά αυτός που δεν έχει ούτε αυτά τι είναι; Ποιο μέτρο κρατικής παρέμβασης τον προστατεύει; Το επίδομα θέρμανσης; Τίποτα. Από τον Αρμαγεδδώνα των αγορών στον Καιάδα των κοινωνιών. Τι να πω πια; Βαρέθηκα να θρηνώ. Ελπίζω μόνο στην ασύμμετρη οργή τους…

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ ((11/10/2008)

Ναι, είναι στο χέρι σου, ώσπου χαλνάει μια μέρα η σοδειά και αναγκάζεται να δανειστεί από την Τράπεζα.
Μα, βλέπεις, μια Τράπεζα ή μια Εταιρεία δεν μπορούν να περιμένουν, είναι όντα που δεν ανασαίνουνε αέρα, που δεν τρώνε κρέας. Ανασαίνουν κέρδη, τρώνε τόκους. Αν τους λείψουν αυτά, πεθαίνουν, όπως πεθαίνεις εσύ όταν σου λείψει ο αέρας και το κρέας. Είναι κρίμα βέβαια, μα έτσι είναι. Ακριβώς όπως σου το λέω.
Οι ανακαθισμένοι άνθρωποι σήκωναν τα μάτια τους για να καταλάβουν. Δεν γίνεται να κάνουν λίγη υπομονή; Μπορεί η κατοπινή χρονιά νάναι καλή χρονιά. Ο Θεός ξέρει πόσο μπαμπάκι θα βγάλουνε του χρόνου. Και με τους σημερινούς πολέμους – ο Θεός ξέρει πόσο μπορεί ν’ ανέβει η τιμή του μπαμπακιού. Με τα μπαμπάκια δεν φτιάνουν το μπαρούτι; Και τις στολές; Καμπόσοι τέτοιοι πόλεμοι, και η τιμή του μπαμπακιού ανεβαίνει, θα φτάσει σε ύψη θεόρατα. Μπορεί του χρόνου κιόλα. Ανασήκωναν τα μάτια τους και τους κοίταζαν ερωτηματικά.
Δε μπορούμε να βασιστούμε πάνω σ’ αυτό. Η Τράπεζα -το τέρας- έχει ανάγκη από κέρδη καθημερινά. Δε μπορεί να περιμένει. Θα πεθάνει. Το κράτος τη φορολογεί. Το τέρας θα πεθάνει, αν πάψει να μεγαλώνει. Δε μπορεί να μείνει στο ίδιο μπόι.

Τζον Στάιμπεκ, «Τα σταφύλια της οργής»

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...