07/08/2010

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (7/8/2010)

«Μη στέκεσαι ποτέ τόσο κοντά σε ένα σκίουρο, Μπίλι. Θα κολλήσεις τη βλακεία του».
«Δεν μπορείς να είσαι ηλίθιος κάπου αλλού; - Ποτέ πριν από τις 4».
«Άκουσες ότι το χρυσόψαρο χρεοκόπησε; Τώρα είναι χαλκόψαρο».
«Λοιπόν, μπορεί να είναι χαζός, αλλά είναι επίσης ηλίθιος».
«Ξέρετε, υπάρχει κάτι που ήθελα να σας πω από την πρώτη μέρα που σας γνώρισα. Αντίο…»
Πόσο ηλίθιος μπορείς να είσαι; Δεν ξέρω, εξαρτάται…
«Μη μ’ αγγίζεις. Είμαι στείρος…»
«Οι ερωτήσεις αποτελούν κίνδυνο για σας και καθήκον για τους άλλους».


Οκτώ κορυφαίες ατάκες από τη σειρά «Μπομπ ο Σφουγγαράκης» (σ.σ. κάποιοι τις θεωρούν ευφυείς)

01/08/2010

2 σε 1: Περί προόδου…

Η τρόικα και τα τροϊκόπουλά της πάνε κι έρχονται, κάθε φορά φέρνουν κάτι, παίρνουν περισσότερα, έχουν γίνει δικά μας παιδιά, θα τους μάθουμε και με τα μικρά τους ονόματα. Ο Σερβάς, ο Ποόυλ… Θα μάθουμε τι τρώνε, τι πίνουν, πώς θέλουν τον καφέ τους, αν έχουν περίεργα γούστα, αν τα βράδια ζητάνε συντροφιά κι αν οι πιο φανατικοί πιστοί του μνημονίου τούς στέλνουν τις παρθένες κόρες τους για να τους ευχαριστήσουν.
Δεν έχει σημασία αν η δημοσιονομική «προσαρμογή» εξελίσσεται σε έναν κοινωνικό εξανδραποδισμό, μια βίαιη διάρρηξη κάθε στοιχείου κοινωνικής συνοχής. Σημασία έχει ότι οι αγορές εξευμενίζονται, βλέπουν φως στην άκρη του τούνελ, επικροτούν και αισιοδοξούν. Κι αυτό αποκαλείται πρόοδος.

Αλλά τι είναι πρόοδος; Με τον γνωστό γλαφυρό αλλά και κυνικό τρόπο του, ο κοφτερός «Καρλομάγνος» του ευαγγελίου του νεοφιλελευθερισμού, του «Economist», έγραψε πριν από μια εβδομάδα ότι η Ευρώπη πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι ήρθε το τέλος της προόδου. «Το να αποδεχθεί η Ευρώπη ότι η πρόοδος είναι μια ψευδαίσθηση είναι ένα βήμα. Το να αλλάξει συμπεριφορά είναι ένα δεύτερο», γράφει ο αιχμηρός σχολιογράφος, συμπυκνώνοντας τον πυρήνα της σκέψης των νικητών (προς το παρόν) αυτής της πρωτοφανούς στα μεταπολεμικά χρόνια των ευρωπαϊκών κοινωνιών αναμέτρησης. Δεν πρόκειται για ένα οδυνηρό διάλειμμα, δεν είναι μια θλιβερή παρένθεση, δεν είναι μια περίοδος αναγκαστικής πλην προσωρινής προσαρμογής. Πρόκειται για μια οριστική ανατροπή στο σύστημα αξιών του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, ένα οριστικό διαζύγιο από την αντίληψη που ταύτιζε την «πρόοδο» του καπιταλισμού με ένα ελάχιστον επίπεδο εγγυημένων αγαθών και απολαβών για την πλειοψηφία της κοινωνίας, ακόμη και για εκείνο το τμήμα της που βρίσκεται εκτός καπιταλιστικής παραγωγής: τα παιδιά, τους ανέργους, τους απόμαχους της μισθωτής εργασίας. Ο «Καρλομάγνος» του «Economist», με λίγα λόγια, ζητά από τις πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης αλλά και τις ιθύνουσες τάξεις της να μην περιοριστούν στα μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις λιτότητας, αλλά να «επιτεθούν» και στις αντιλήψεις των ανθρώπων, σε εκείνον τον πυρήνα πολιτισμικών αξιών που, ακολουθώντας την (αστική, φυσικά) παράδοση του ανθρωπισμού και διαφωτισμού, συνδέει την πρόοδο και την ευημερία των αριθμών με την ευημερία των ανθρώπων. Όχι, αυτό δεν είναι καθόλου απαραίτητο, λέει ο αρθρογράφος, αν και αγνοεί (ή απλώς αποκρύπτει) ότι στην τριών αιώνων ιστορία του καπιταλισμού η «πρόοδος» και η μεγέθυνσή του πολλές φορές εξαρτήθηκαν όχι από την ευημερία, αλλά από την εξαθλίωση, ακόμη και τη μαζική εξόντωση των ανθρώπων.

Η αλήθεια είναι ότι αυτό που αποκαλείται ευρωπαϊκός οικονομικός πολιτισμός, με πυρήνα του το περίφημο κοινωνικό κράτος που τώρα βίαια ξηλώνεται, είναι το προϊόν ενός συμβιβασμού που επιδίωξαν, ιδιαίτερα μετά τον καταστροφικό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης για να εξασφαλίσουν μια σχετικά αδιατάρακτη από κοινωνικές συγκρούσεις εδραίωση του καπιταλιστικού μοντέλου, μια επέκταση των αγορών για τα προϊόντα τους και μια εξουδετέρωση της όποιας αίγλης είχε στις κοινωνίες το (ψευδεπίγραφο, όπως αποδείχθηκε) αντίπαλο δέος που είχε οικοδομηθεί στα ανατολικά της Γηραιάς Ηπείρου. Οι περισσότεροι από τους παράγοντες που καθιστούσαν αναγκαίο αυτόν τον συμβιβασμό, εκφρασμένο στον νοθευμένο και ανάπηρο κεϊνσιανισμό που εφάρμοζαν στην οικονομία φιλελεύθεροι και σοσιαλδημοκράτες, σήμερα έχουν εκλείψει. Και κυρίως έχει εκλείψει η όποια αυτονομία της πολιτικής έναντι της οικονομίας και των αγορών που καθιστούσε εφικτό αυτόν τον συμβιβασμό. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες λειτουργούν ως υπάλληλοι, το πολύ ως εντεταλμένοι σύμβουλοι των αγορών. Διακηρύσσουν με έπαρση ότι αδιαφορούν για το πολιτικό κόστος, εξαλείφοντας και τα τελευταία ίχνη λογοδοσίας και διαβούλευσης. Και ρισκάρουν την εκτροπή σ’ έναν χωρίς προηγούμενο αυταρχισμό, στον συντριπτικό βηματισμό της «Σιδερένιας Φτέρνας» που θέτει υπό αίρεση το χλομό απείκασμα της ευρωπαϊκής Δημοκρατίας. Άλλωστε, αν επεκτείνουμε τη σκέψη του «Καρλομάγνου», ίσως κι η δημοκρατία είναι, μαζί με την «πρόοδο» μια ανόητη ψευδαίσθηση, μια ακριβή πολυτέλεια, βαρίδι στον αναπτυξιακό δυναμισμό του καπιταλισμού. Ας ξεμπερδεύουμε και μ’ αυτήν…

…και ανταγωνιστικότητας

Στοιχείο της νέας αντίληψης περί προόδου την οποία πρέπει να ενστερνιστούμε είναι και η ανταγωνιστικότητα. Παλιά καραμέλα, αλλά απέκτησε μια νέα ακτινοβολία στην εποχή του μνημονίου, όταν οι επιτηρητές και οι τοποτηρητές μάς αποκάλυψαν ότι στην ουσία το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι το κρατικό χρέος, αλλά η απελπιστικά χαμηλή ανταγωνιστικότητά της. Ένα στοιχείο της, μας είπαν, ήταν το υψηλό κόστος εργασίας. Αν και ψευδέστατο, αφού το ελληνικό κόστος εργασίας είναι μεν υψηλότερο από τα βαλκανικά προτεκτοράτα της Γιουρολάνδης, αλλά πολύ χαμηλότερο από τις πλούσιες χώρες του πυρήνα της, ξεμπερδέψαμε μ’ αυτό με το πρώτο κύμα μέτρων διατίμησης της εργασίας και διευκόλυνσης των απολύσεων. Α, δεν αρκεί αυτό, μας λένε οι επιτηρητές. Πρέπει ν’ ανοίξουν και οι αγορές, να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός σ’ αυτές, ώστε να πέσουν οι τιμές σε αγαθά και υπηρεσίες.
Αν ζούσε ο Άνταμ Σμιθ, που φανταζόταν έναν καπιταλισμό πολλών μικρών ή μεσαίων ανταγωνιζόμενων παραγωγών, ή θα έσκιζε τον «Πλούτο των εθνών» του ή θα προσέφευγε στα δικαστήρια κατά του μνημονίου, της τρόικας και των τροϊκόπουλων. Οι οποίοι, όπως αποκαλύπτεται, έχουν μια πολύ ιδιότυπη αντίληψη για το πώς ανοίγει ο ανταγωνισμός σε μια αγορά. Πάρτε παράδειγμα τις τράπεζες. Κλειδί για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της αξιοπιστίας τους, μας λένε, είναι οι συγχωνεύσεις τους. Σήμερα διαθέτουμε καμιά δεκαριά μεσαίες και μεγάλες εμπορικές τράπεζες που δανείζουν με το τσιγκέλι και με υψηλότατα επιτόκια και ανταμείβουν τις καταθέσεις με μηδενικούς τόκους. Είναι πολλές, λένε οι επιτηρητές, και οι πιο τολμηροί θεωρούν ότι για την Ελλάδα δύο, δυόμισι τράπεζες φτάνουν και περισσεύουν. Κι αυτό θα είναι καλό για την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πώς είναι δυνατό αυτό το θαύμα, δηλαδή τα μονοπώλια -διότι τι άλλο θα είναι δυο-τρεις τράπεζες για μια αγορά 11 εκατομμυρίων;- να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, να φέρουν μείωση των επιτοκίων δανεισμού και του κόστους του χρήματος, θα πρέπει να μας το εξηγήσουν τα τροϊκόπουλα.
Αλλά, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι τράπεζες δεν είναι το ενδεικνυόμενο παράδειγμα για τις αρετές της ανταγωνιστικότητας, διότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν πρέπει με τίποτα να καταρρεύσει (έστω κι αν καταρρεύσουμε εμείς), τι συμβαίνει με τις άλλες αγορές και τα «κλειστά επαγγέλματα» που «ανοίγουν» βίαια και με συνοπτικές διαδικασίες; Στη διάρκεια της περιπέτειας των φορτηγών και των βυτιοφόρων, ακούστηκαν ανεκδιήγητα πράγματα: ότι η απελευθέρωση του κλάδου θα φέρει ανάπτυξη μέχρι και 10% του ΑΕΠ σε πέντε χρόνια, ότι η κοινωνία θα απελευθερωθεί από την ομηρία μιας συντεχνίας κ.λπ. Οι φορτηγατζήδες δεν είναι, βέβαια, άγγελοι και η ροπή τους προς τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα είχε συνενόχους το πελατειακό σύστημα των κομμάτων εξουσίας. Αλλά τι θα τους διαδεχθεί; Στην αγορά της διακίνησης αγαθών καραδοκούν τα μονοπώλια του μέλλοντός μας: οι εταιρείες πετρελαιοειδών θα ελέγξουν κάθετα τη διακίνηση της κινητήριας δύναμής μας από το διυλιστήριο μέχρι το ρεζερβουάρ, οι αλυσίδες λιανικής θα ενσωματώσουν και τον κρίκο της διακίνησης με δικούς τους στόλους μεταφοράς, οι εταιρείες logistics θα επεκτείνουν τον μονοπωλιακό τους ρόλο στη διακίνηση και των εισαγόμενων αγαθών. Ακόμη κι αν η μονοπώληση αυτής της αγοράς επιφέρει μια μείωση του κόστους διακίνησης των αγαθών, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα επωφεληθούν απ’ αυτήν άλλοι εκτός από τα εκκολαπτόμενα μονοπώλια της διακίνησης.
Αυτό είναι λοιπόν ένα πραγματικό επίτευγμα για τους γνήσιους φιλελεύθερους-λάτρεις του μνημονίου. Ο συντομότερος δρόμος για περισσότερο ανταγωνισμό (δηλαδή χωρίς μονοπώλια) είναι λιγότερα και μεγαλύτερα μονοπώλια. Ιδιοφυές και σατανικό!

31/07/2010

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (31/07/2010)

Θα μπορούσε, ωστόσο, να υποθέσει κανείς ότι πίσω από την τυραννική, επίμονη συζήτηση για δικαιώματα και παροχές υπάρχει κάτι πιο θεμελιώδες που συμβαίνει; Ο λόγος που οι Ευρωπαίοι βασανίζονται να αποδεχθούν ότι χρειάζεται να δουλεύουν περισσότερο και να παίρνουν λιγότερα από το κράτος είναι πως έχει σημάνει η ώρα για μιαν αιφνίδια αντιστροφή στην εδώ και δεκαετίες πιο προηγμένη και πιο πολιτισμένη κοινωνία: με λίγα λόγια, το τέλος της προόδου.
…Για να το πούμε απλά, αν η Ευρώπη ξεχωρίζει για κάτι, αυτό είναι η φροντίδα για όλους. Το να εγγυάται μια άνετη συνταξιοδότηση είναι μια επιλογή παρόμοια με την απαγόρευση της παιδικής εργασίας ή την απόδοση της ψήφου στις γυναίκες: όχι προαιρετικές απολαβές, αλλά χαρακτηριστικά μια πολιτισμένης κοινωνίας… (Η Ευρώπη) μπορεί να μη βρίσκεται στην αιχμή της καινοτομίας ή της οικονομικής ανάπτυξης. Αλλά ξέρει πώς να φροντίσει τους αρρώστους της και τους ηλικιωμένους, να κάνει μεγάλα διαλείμματα για μεσημεριανό και να κλείνει τα γραφείο τον Αύγουστο. Η ψυχρή πραγματικότητα ότι ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και ότι αυτού του είδους η πρόοδος τέλειωσε προκαλεί οργή, άρνηση και σοκ.

Charlemagne, «Calling time on progress» («Economist», 17/7/2010).

17/07/2010

Retour a la normale (17/7/2010)

«Επιστροφή στην κανονικότητα». Έτσι σάρκαζαν τον Μάη του 1968 οι Γάλλοι «καταστασιακοί» (του πράσινου σήμερα Ντανιέλ Κον Μπεντίντ) το τέλος της νεανικής εξέγερσης και την καταστολή της μεγαλύτερης κοινωνικής αναταραχής στη μεταπολεμική Ευρώπη. Η «κανονικότητα» περιλάμβανε στροφή της γαλλικής κοινωνίας από την αντεξουσιαστική ευφορία στον συντηρητισμό, εκλογική νίκη του Ντε Γκολ και κάποιες μικρές κατακτήσεις για τα εργατικά στρώματα. Η «κανονικότητα» αυτή μπορεί να κατατρόπωσε την ηθικοπολιτική επανάσταση των νεαρών βλαστών των μικροαστικών οικογενειών της Γαλλίας, ωστόσο παρέμεινε μια «κανονικότητα». Αυτή που αντιστοιχούσε στις σταθερές του κοινωνικού κράτους στις βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης: εγγυημένοι βασικοί μισθοί, συλλογικές συμβάσεις, στοιχειώδης προστασία της εργασίας, επιδόματα ανεργίας και πρόνοιας, κουλτούρα κοινωνικής διαπραγμάτευσης, δημόσια δωρεάν παιδεία, ακαδημαϊκή ελευθερία, δημόσιο σύστημα υγείας, κρατικά εγγυημένο σύστημα ασφάλισης και συνταξιοδότηση σε λογική ηλικία σε σχέση με τον μέσο όρο ζωής.

Η «κανονικότητα»
δεν είναι εξ ορισμού κακό πράγμα. Ο άνθρωπος είναι πλάσμα φιλοπερίεργο. Γοητεύεται από τις αλλαγές και τις ανατροπές. Ωστόσο, κάποιου είδους κανονικότητα, κάποια ρουτίνα της καθημερινότητας του είναι αναγκαία για να μπορεί να αντιμετωπίσει μια ζωή σύντομη, δύσκολη και συχνά ανυπόφορη. Οι κύκλοι της οικονομικής ζωής προσφέρουν από μόνοι τους αρκετό σασπένς για να αντέξει κανείς κάτι περισσότερο από τις «συγκινήσεις» που προσφέρουν. Αν στους οικονομικούς κύκλους προσθέσει κανείς τις μεγάλες καμπύλες, τις βαθιές και μακρόχρονες υφέσεις, τις εκρηκτικές εκτονώσεις τους σε κοινωνικές εντάσεις, διακρατικούς ανταγωνισμούς και, πολύ περισσότερο, σε αιματηρούς πολέμους σαν τους δυο παγκοσμίους του 20ού αιώνα που μετέτρεψαν την Ευρώπη σε νεκροταφείο, τότε η «κανονικότητα» αποτελεί μια αξιοζήλευτη κατάσταση για τον μέσο άνθρωπο. Ο μέσος άνθρωπος θέλει να προγραμματίσει στοιχειωδώς τη ζωή του, να εφαρμόσει το μικρό φιλόδοξο ή ταπεινό σχέδιό του, που τις περισσότερες φορές περιλαμβάνει απλά, παραδοσιακά πράγματα: έρωτα, γάμο, οικογένεια, παιδιά, ένα σπιτικό, εγγόνια, ήσυχα γεράματα.

Θεωρητικά, καθώς έκλεισε ο πρώτος κύκλος των μεγάλων «μεταρρυθμίσεων» που επέβαλε η τρόικα του δανεισμού στη χώρα, καθώς οι αντιστάσεις της κοινωνίας περιορίστηκαν σ’ ένα ελάχιστο σε σχέση με την ένταση των μέτρων επίπεδο, καθώς οι πολιτικές αναταράξεις της επιχείρησης «σοκ και δέος» αποδεικνύονται μέχρι στιγμής ελεγχόμενες, οι νεοέλληνες επιστρέφουν στην «κανονικότητα». Με τη βοήθεια του θέρους, των υψηλών θερμοκρασιών και των έστω ψαλιδισμένων διακοπών, η κοινωνία θα μεταφέρει για λίγο στις παραλίες την πίκρα της ήττας από μια μάχη που επί της ουσίας δεν έδωσε. Θα την πνίξει στον αφρό της θάλασσας, στα νερωμένα κοκτέιλ των all inclusive, στα τσιπουράδικα των ιδιαίτερων πατρίδων. Η προσδοκία πίσω από αυτή τη στάση της κοινωνικής πλειοψηφίας είναι ότι το θηρίο των αγορών πιθανότατα έχει εξημερωθεί, ότι τα «εύγε» και τα «συγχαρητήρια» της τρόικας για την ελληνική προσαρμογή ίσως σημαίνουν ότι «δεν έχει άλλα μέτρα». Ότι οι «εχθροί» και οι «φίλοι» της χώρας έχουν πάψει να ενδιαφέρονται για μας και πως η κυβέρνηση έχει μηδαμινά περιθώρια να προωθήσει κι άλλη «προσαρμογή» στους μισθούς, στις κρατικές δαπάνες, στα εισοδήματα, στους φόρους, στις τιμές, σε όλα όσα αποτελούν συντελεστές της «κανονικότητας» της ζωής μας. Η προσδοκία της σιωπηρής κοινωνικής πλειοψηφίας είναι, δηλαδή, να έχουμε πιάσει πια πάτο. Ότι δεν έχει πιο κάτω. Και, με βάση αυτή την πεποίθηση, ο μέσος πολίτης έχει την πολυτέλεια αφενός να εξαντλεί τον θυμό του στην ανάδειξη του «κανένα» ως καταλληλότερου για τη διακυβέρνηση της χώρας, αφετέρου να προσαρμόζει τη ζωή του στο νέο επίπεδο «κανονικότητας» που έχουν διαμορφώσει τα μέτρα τρόικας και κυβέρνησης. Θα ζήσει με μικρότερο μισθό, περισσότερους φόρους, λιγότερες κοινωνικές παροχές, περισσότερη εργασία, λιγότερες ευκαιρίες για δουλειά. Πάντως, θα ζήσει.

Ωστόσο, η νέα «κανονικότητα» δεν έχει τίποτε το κανονικό. Τίποτα το εγγυημένο και σταθερό. Κατά την τριετία του μνημονίου η Ελλάδα θα χρειαστεί ως δανεικά πάνω από 190 δισ. ευρώ, αλλά έχει εξασφαλίσει μόνο τα 110 δισ. Για τα άλλα 80, κάποια στιγμή θα πρέπει να αναμετρηθεί και πάλι με τις αγορές και τους «κακούς» κερδοσκόπους. Εκτός αυτού, οι ηγεμόνες της Ευρωζώνης δεν έχουν ξεκαθαρίσει ακόμη το θεσμικό πλαίσιο της επιχείρησης «νόμος και τάξη» στα δημοσιονομικά της χώρας – ήδη οι Γερμανοί φίλοι μας εισηγούνται μηχανισμό «ελεγχόμενης χρεοκοπίας» για τις δημοσιονομικά άτακτες χώρες, η Κομισόν προωθεί την τιμωρία της διακοπής των επιδοτήσεων και κανείς δεν ξέρει πόσο πιο τερατώδες θα γίνει τελικά το Σύμφωνο Σταθερότητας. Τίποτε δεν έχει τελειώσει, εξάλλου, και στο πεδίο του πολέμου των νομισμάτων, είναι άγνωστο τι αντοχής και διάρκειας είναι το «ριμπάουντ» του ευρώ έναντι του δολαρίου.

Η νέα «κανονικότητα» της αγοράς εργασίας, επίσης, περιλαμβάνει εξελίξεις που δεν έχουμε δει σε όλο τους το εύρος. Τι θα συμβεί, για παράδειγμα, όταν επιβεβαιωθούν οι μετριοπαθείς προβλέψεις για ανεργία κοντά στο 15% ή και παραπάνω; Η Ισπανία έζησε την «κανονικότητα» μιας ανεργίας σχεδόν 20%, αλλά σε συνθήκες που επέτρεπαν μια στοιχειώδη προστασία της απασχόλησης και ιδιαίτερα του ανέργου. Τι θα συμβεί, επίσης, όταν η «εσωτερική υποτίμηση» του ελληνικού ευρώ, δηλαδή η μείωση του μέσου εισοδήματος κατά 20% μέσω περικοπών και φόρων, αποτυπωθεί στην κατανάλωση και αποδώσει μια μεγαλόπρεπη βύθισή της; Τι θα σημάνει αυτό όχι μόνο για τους μισθωτούς των εκατοντάδων χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά και για τα αυτοαπασχολούμενα «αφεντικά» τους; Πώς θα συμπεριφερθεί ο περιούσιος λαός των μικρομεσαίων που, για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες, θα αντιμετωπίσει την προοπτική όχι μιας στασιμότητας στον μαύρο ή τον λευκό τζίρο του, αλλά μιας μαζικής φτωχοποίησης;

Κορωνίδα της επιστροφής
στην «κανονικότητα» είναι φυσικά η υποτίμηση της εργασίας με την υπογραφή και τα χαμόγελα των εκπροσώπων της. Συμβαίνει το πρωτοφανές: η κορυφαία συνδικαλιστική συνομοσπονδία των εργαζομένων υπογράφει συλλογική σύμβαση για πάγωμα μισθών, δηλαδή συνομολογεί με τις εργοδοτικές ενώσεις τη μείωση των πραγματικών μισθών κατά τουλάχιστον 10% την τριετία του μνημονίου. Κι αυτό εν ονόματι της διάσωσης του θεσμού των συμβάσεων. Η ευημερία των θεσμών (και όχι μόνο των αριθμών), προφανώς, προϋποθέτει τη δυστυχία των ανθρώπων.

Η νέα «κανονικότητα»
περιλαμβάνει εξάλλου και τις κυβερνητικές αβεβαιότητες. Η φλυαρία περί στροφής στην ανάπτυξη και μερικά μεγάλα επενδυτικά προγράμματα δύσκολα μπορούν να αντισταθμίσουν το ρίσκο τού να μην αποδώσουν τα μέτρα ούτε καν τους διακηρυγμένους εισπρακτικούς τους στόχους. Η φορολογική επιβάρυνση έφερε ήδη τον υψηλότερο πληθωρισμό της Ευρώπης που, αν επηρεάσει έντονα την κατανάλωση, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα φέρει μείωση φορολογικών εσόδων. Ποιο είναι το εναλλακτικό σχέδιο; Κι άλλες περικοπές δαπανών; Κι άλλη μείωση εισοδημάτων; Μια κανονική ή μερική παύση πληρωμών σε ό,τι έχει απομείνει να κινεί την ισχνή οικονομία: τους μισθούς και τις συντάξεις, τις χρηματοδοτήσεις των κοινωνικών υπηρεσιών, τη λειτουργία προβληματικών φορέων και ΔΕΚΟ;

Η επιστροφή στην κανονικότητα δεν είναι, ωστόσο, για όλους ζοφερή. Ενώ για πρώτη φορά μετά πολλά χρόνια η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, η μισθωτή εργασία και τα μικρομεσαία στρώματα, συνενώνεται στην προοπτική απόλυτης επιδείνωσης της οικονομικής και κοινωνικής της κατάστασης, στην κορυφή της οικονομικής πυραμίδας δημιουργούνται νέες ευκαιρίες. Οι τράπεζες, υπέρ των οποίων συνθλίβονται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, ήδη φαίνεται να απολαμβάνουν τη νέα «κανονικότητα» ενός ανταγωνισμού συγχωνεύσεων και εξαγορών. Μια ακόμη μεγαλύτερη μονοπώληση του πιστωτικού χρήματος προβάλλεται ως το καλύτερο αντικαταθλιπτικό για το στρες των τραπεζών. Το κράτος φαίνεται και πάλι έτοιμο να φανεί γενναιόδωρο, με την προσφορά σε τιμή ευκαιρίας κι άλλων φιλέτων δημόσιας περιουσίας. Κι όχι μόνο στις τράπεζες. Τα αλλεπάλληλα περιστατικά «κρίσης ρευστότητας» σε ΔΕΚΟ που διαχειρίζονται κατεξοχήν δημόσια αγαθά -συγκοινωνίες, ενέργεια- χρησιμοποιούνται συχνά ως μέρος μιας σκηνοθεσίας που δεν αποδέχεται άλλο χάπι εντ εκτός από την ιδιωτικοποίηση. Οι μνηστήρες κάνουν ουρά. Κερδίζει όποιος έχει καλύτερα «κονέ» με τους πιστωτές. Η νέα «κανονικότητα» αποκαλύπτει την πεμπτουσία της. Μια νέα, μεγάλη, ληστρική αναδιανομή του πλούτου είναι στα σκαριά.

Αυτά όλα, υπό την προϋπόθεση ότι η σιωπηρά πλειοψηφία θα προσαρμοστεί πράγματι στη νέα «κανονικότητα». Το καλό με τη ρουτίνα είναι ότι σου προσφέρει ένα σταθερό πλαίσιο ζωής. Το κακό με τη ρουτίνα είναι ότι κάποια στιγμή τη βαριέσαι. Και την ανατρέπεις εκρηκτικά.

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...