20/11/2010

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (20/11/2010)

«Φαντάσου ότι βρίσκεσαι πριν από δισεκατομμύρια χρόνια στη γέννηση των πάντων, στο κατώφλι αυτού του παραμυθιού», έγραφε ο πατέρας μου. «Κι ότι έπρεπε να επιλέξεις αν θα γεννηθείς για να ζήσεις σ’ αυτό τον πλανήτη. Χωρίς να ξέρεις πότε θα ζήσεις και πόσο, σίγουρα πάντως για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Θα ήξερες δηλαδή ότι, αν αποφάσιζες να έρθεις κάποτε σ’ αυτόν τον κόσμο, θα ήσουν αναγκασμένος να τον εγκαταλείψεις πάλι κάποτε, αυτόν κι όλα όσα ήταν σ’ αυτόν, όταν θα ωρίμαζε ο χρόνος ή, όπως λένε “όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου”».
Συνεχίζω να μη μπορώ να αποφασίσω. Αλλά στο μεταξύ συμφωνώ όλο και περισσότερο με τον πατέρα μου. Ίσως κι εγώ αρνιόμουν ευγενικά αυτή την προσφορά. Η σύντομη στιγμή που μπορώ να περάσω σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο παραείναι σύντομη σε σχέση με την αιωνιότητα πριν και μετά. Όσο πεντανόστιμο κι αν ήταν κάτι, θ’ αρνιόμουν να το δοκιμάσω αν ήξερα ότι η μπουκιά που θα κατάπινα αποκλειόταν να ζυγίζει περισσότερο από ένα χιλιοστό του γραμμαρίου.

Γιοστέιν Γκάαρντερ, «Το κορίτσι με τα πορτοκάλια»

13/11/2010

ΤΙΠΟΤΑ, ΚΑΝΕΙΣ, ΠΟΥΘΕΝΑ (13/11/2010)

Είναι παλιά, πανάρχαια η σχέση μας με το «μηδέν». Το μηδέν ως αριθμός (ή μη αριθμός), το μηδέν ως κατάσταση ισορροπίας, το μηδέν ως το σημείο που η θέση συναντά την άρνηση. «Ούτις γ’ εμοί τ’ όνομα», «Κανένας είναι τ’ όνομά μου», συστήνεται ο Οδυσσέας στον Πολύφημο, αλλά κάτι θετικό βγαίνει από αυτή την ομηρική «δημοσκόπηση» στη σπηλιά των Κυκλώπων. Γλιτώνει ο Οδυσσέας κι αρκετοί απ’ τους συντρόφους του. «Κανένας» είναι η σταθερά και των απολύτως σύγχρονων δημοσκοπήσεων στο ερώτημα «ποιος είναι καταλληλότερος πρωθυπουργός», «ποιο κόμμα είναι καταλληλότερο για τη διακυβέρνηση». Ως εκ τούτου δεν δικαιούται κανείς να δηλώνει αιφνιδιασμένος από το γεγονός της μεγάλης και σχετικά σταθερής αποχής στην εκλογική διαδικασία ή για το σχεδόν πρωτοφανές ποσοστό λευκών και άκυρων στον πρώτο γύρο των περιφερειακών εκλογών. Και τα ποσοστά της προηγούμενης Κυριακής μάλλον θ’ αυξηθούν τη δεύτερη.

Να λοιπόν που ο «Κανένας» απέκτησε πολιτική σάρκα και κοινωνικά οστά μ’ έναν τρόπο που θυμίζει αρκετά το μυθιστόρημα πολιτικής φαντασίας του Ζοζέ Σαραμάγκου «Περί Φωτίσεως»: στην πρωτεύουσα μιας χώρας του μεσογειακού νότου γίνονται εκλογές και οι πολίτες ψηφίζουν λευκό σε ποσοστό 70%. Οι εκλογές επαναλαμβάνονται και το λευκό παίρνει 83%. Η κυβέρνηση πανικοβάλλεται, τίθεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και, ενώ οι «λευκοί» πολίτες αναπτύσσουν πρωτόγνωρους δεσμούς αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, το κράτος συλλαμβάνει και ανακρίνει ανθρώπους αναζητώντας τον υποκινητή της πολιτικής συνωμοσίας. Στο τέλος η πόλη εγκαταλείπεται από την κυβέρνηση και οι κάτοικοί της «σφραγίζονται» εντός της. Η συνέχεια επί του βιβλίου, δυστυχώς, διόλου αισιόδοξη.

Τι σημαίνει, άραγε, να απέχεις από τις εκλογές, να επιλέγεις το «Τίποτα», να θέλεις να σε κυβερνήσει ο «Κανένας», να στέλνεις την εξουσία στο «Πουθενά»; Η διχοστασία των ημερών χρεώνει στην αποχή, στα λευκά και στα άκυρα ψηφοδέλτια (όχι τα συμπτωματικά και τυχαία) δύο ακραίες πολιτικές συμπεριφορές: οι μεν υποστηρίζουν ότι είναι μια ολέθρια απο-πολιτικοποίηση των πολιτών, οι δε αντιτείνουν ότι είναι μια καθ’ όλα πολιτική επιλογή που εκφράζει τη διαμαρτυρία των πολιτών για την κατάσταση «υπό το μηδέν» στην οποία έχουν περιέλθει η χώρα, η οικονομία, η κοινωνία. Είναι άραγε μια ακραία αποδοκιμασία του πολιτικού συστήματος, μια σιωπηρή καταγγελία του, ή μήπως μια άνευ όρων παράδοση στη διολίσθησή του προς έναν κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό; Η αίσθησή μου είναι πως πρόκειται για κάτι περισσότερο και από τα δύο. Αν ισχύει ότι το «κάτι» που διαθέτουμε ως πολιτικό σύστημα την τελευταία τεσσαρακονταετία έχει την ευθύνη για την οικονομική και πολιτική χρεοκοπία της χώρας, τότε μήπως το «τίποτα» είναι η πιο ριζική απάντηση στην ανάγκη απονομιμοποίησής του; Και αν το «κάτι» φτάνει στο σημείο να χρησιμοποιεί την εκλογική διαδικασία ως σκιάχτρο του εαυτού της, αν η εκλογική διαδικασία προβάλλεται από το ίδιο το πολιτικό σύστημα ως απειλή, ως έσχατη καταστροφή για τον τόπο λόγω «οικονομικής συγκυρίας», μήπως η έξοδος από τον καταναγκασμό της αντιπροσωπευτικής, κοινοβουλευτικής τελετουργίας είναι ένας τρόπος για να απαλλαγούμε από το πολιτικό «Τίποτα» που μεσουρανεί εδώ και δεκαετίες; Με τον τρόπο της θα το έλεγε κι η Κική Δημουλά: «Για σας θα κάνω μια καλύτερη τιμή/ είπε το Τίποτα στο Κάτι/ Κι εκείνο το ηλίθιο το έχαψε…».

Γενικώς, πριν αποφασίσουμε να εξορίσουμε τους αρνητές της ψήφου (τους απέχοντες, τους «λευκούς», τους «άκυρους») από την πολιτική διαδικασία, θα πρέπει να ξανασκεφτούμε αν η παραγωγικότητα της πράξης είναι πράγματι περισσότερο δεδομένη από την παραγωγικότητα της απραξίας. Η μέχρι στιγμής πράξη -το «κάτι», η πολιτική συμπεριφορά που συντηρεί τον δικομματισμό, η οικονομική συμπεριφορά που εναλλάσσει τις αναπτυξιακές φούσκες με τις υφεσιακές βυθίσεις, η κοινωνική συμπεριφορά που σπαταλάει τη ζωτική ενέργεια των ανθρώπων στον ανταγωνισμό και την αλληλοεξουδετέρωση- έχει οδηγήσει το κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο της χώρας στο σημείο μηδέν, για την ακρίβεια κάτω απ’ αυτό. Ακόμη και οι μεταρρυθμιστικές φούσκες που εναλλάχτηκαν στην κυβερνητική εξουσία την τελευταία εικοσαετία αποσπώντας άνετες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες δεν ξέφυγαν από το πλαίσιο της αναπαραγωγής ενός συστήματος αυτοκαταστροφικού, βασισμένου στη διαφθορά, στην κατασπατάληση του δημόσιου πλούτου, στη δουλική εξυπηρέτηση των πιστωτών και «εταίρων» της χώρας. Κάθε επαγγελία «αλλαγής» και «επανίδρυσης» αποδείχθηκε μηχανισμός εξυπηρέτησης του «καπιταλισμού της καταστροφής» τον οποίο σήμερα βιώνουμε. Η εκλογική διαδικασία, αυτή η κορυφαία έκφραση αστικής ελευθερίας, μοιάζει να εξυπηρέτησε με περίσσεια συνενοχή αυτή την καταστροφική σπείρα. Αφού, λοιπόν, τόση «πράξη» έχει αποδειχθεί τόσο αντιπαραγωγική, μήπως η απραξία μάς επιφυλάσσει μια καλύτερη τύχη;
Ο στοχαστής Σλαβόι Ζίζεκ τραβάει στα άκρα αυτόν τον συλλογισμό με ένα παράδειγμα από την κβαντική φυσική. «Υπάρχουν», λέει ο Ζίζεκ, «φαινόμενα τα οποία μας αναγκάζουν να σκεφτούμε ότι πρέπει να υπάρχει κάτι (κάποια ουσία) που δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε από ένα δεδομένο σύστημα χωρίς να ΑΥΞΗΣΟΥΜΕ την ενέργειά του. Αυτό το κάτι αποκαλείται πεδίο Χιγκς: άπαξ και εμφανιστεί αυτό το πεδίο σε ένα δοχείο το οποίο έχει κενωθεί και του οποίου η θερμοκρασία έχει πέσει στο χαμηλότερο δυνατό σημείο, η ενέργειά του θα μειωθεί περαιτέρω. Συνεπώς, το “κάτι” που εμφανίζεται είναι ένα κάτι το οποίο περιέχει λιγότερη ενέργεια από το τίποτα». Επομένως, μερικές φορές το μηδέν δεν είναι η «φθηνότερη» κατάσταση ενός συστήματος, με αποτέλεσμα το «τίποτα» να κοστίζει λιγότερο από το «κάτι».

Λίγοι νεοέλληνες, έστω κι αν δεν γνωρίζουν τίποτε από κβαντική φυσική (όπως εγώ που είμαι παντελώς άσχετος), αμφιβάλλουν σήμερα ότι η διατήρηση του κοινωνικού και πολιτικού «Τίποτα» έχει κοστίσει εγκληματικά πολύ στην κοινωνία κι ίσως η εκούσια, συνειδητή απόσυρσή μας από το σύστημα, η απραξία μας, είναι ο καλύτερος τρόπος για να προκαλέσουμε μια αλλαγή. Η πεμπτουσία αυτής της αντίστροφης σχέσης ανάμεσα στο «κάτι» και στο «τίποτα» είναι η προσπάθειά μας να οδηγήσουμε το έλλειμμα και το χρέος στο μηδέν, κατά τας επιταγάς της τρόικας. Η ενέργεια που έχει απαιτηθεί για την υποτιθέμενη μείωσή τους έχει οδηγήσει την οικονομία στο 6% υπό το μηδέν και, αντιθέτως, μέχρι στιγμής έχει μόνον αυξήσει και το έλλειμμα και το χρέος. Είναι μια ενέργεια άδικα σπαταλημένη στην καταστροφή. Είναι ένα «πεδίο Χιγκς» στην οικονομία. Κι εδώ ακριβώς το «τίποτα» αναδεικνύεται ίσως ο μόνος σχετικά ασφαλής μονόδρομος. Η αποχή μας από την εξυπηρέτηση του χρέους είναι ο μόνος τρόπος μείωσής του, ο μόνος δρόμος απελευθέρωσης ενέργειας για την πραγματική οικονομία. Μια αληθινά παραγωγική απραξία, απέναντι στην πιο αντιπαραγωγική αλλά υπερδραστήρια διεθνή τοκογλυφία που έχει ορίσει και το πρόβλημα και το πλαίσιο της λύσης του.

Κατ’ αναλογία, και εφόσον το «πεδίο Χιγκς» της πολιτικής είναι η αναζήτηση εναλλακτικής λύσης για τη χαμένη, άδικα σπαταλημένη ενέργεια στην οικονομία, η πολιτική άρνηση στις ποικίλες μορφές της -από την αποχή μέχρι την απλή και καθαρή ψήφο διαμαρτυρίας- είναι ίσως η μόνη κατάφαση στο ασφυκτικό πλαίσιο απόφασης που έχουν δημιουργήσει η εγχώρια πολιτική ελίτ, οι Ταλιμπάν της δημοσιονομικής ορθοδοξίας στην Ε.Ε., οι διεθνείς δυνάμεις του «καπιταλισμού της καταστροφής». Είναι μια άρνηση που απορρίπτει το ίδιο το πλαίσιο της απόφασης, αφαιρεί το έδαφος της πολιτικής νομιμοποίησης του νοσηρού κομματικού συστήματος και δημιουργεί μια προσδοκία αλλαγής, αλλά σε ένα πλαίσιο που θα ορίσει η κοινωνία με βάση της ανάγκες της.

Ίσως αυτό που περισσότερο μας απειλεί σήμερα δεν είναι η «παθητικότητα», αλλά η ψευδο-δραστηριότητα, η παρόρμηση να συμμετέχουμε συγκαλύπτοντας το Τίποτα που στην πραγματικότητα συμβαίνει. Από την άποψη αυτή, η αποχή, το λευκό, το άκυρο, η αντισυμβατική ψήφος δεν έχουν τίποτα το απολίτικο. Είναι μια καθ’ όλα πολιτική πράξη στον βαθμό που μας φέρνει αντιμέτωπους με την κενότητα των σύγχρονων δημοκρατιών. Εξ ου και -όπως λέει ο Σλαβόι Ζίζεκ- «μερικές φορές το πιο βίαιο (άρα και ανατρεπτικό) πράγμα είναι να μην κάνεις τίποτα» (Σλαβόι Ζίζεκ, «Βία: Έξι λοξοί στοχασμοί».

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (13/11/2010)

Στις δέκα το βράδυ επιτέλους εμφανίστηκε στην τηλεόραση ο πρωθυπουργός. Το πρόσωπό του ήταν αλλοιωμένο, με σκαμμένους κύκλους στα μάτια, αποτέλεσμα ολόκληρης εβδομάδας κακού ύπνου, και ωχρό παρ’ όλο το μακιγιάζ σε στυλ φυσικό και υγιές. Κρατούσε στο χέρι του ένα χαρτί αλλά σχεδόν δεν το διάβασε, του έριχνε μόνο μια ματιά πού και πού για να μη χάσει τον ειρμό της ομιλίας. Αξιότιμοι συμπολίτες, είπε, το αποτέλεσμα των εκλογών που πραγματοποιήθηκαν σήμερα στην πρωτεύουσα ήταν το ακόλουθο, κόμμα της δεξιάς οχτώ τοις εκατό, κόμμα του κέντρου οχτώ τοις εκατό, κόμμα της αριστεράς ένα τοις εκατό, αποχή μηδέν, άκυρα μηδέν, λευκά ογδόντα τρία τοις εκατό… Υπάρχει ακόμη χρόνος να διορθωθεί το λάθος, όχι μέσω μιας νέας ψηφοφορίας, που στην παρούσα κατάσταση θα μπορούσε να αποβεί όχι μόνο ανώφελη, αλλά και αντιπαραγωγική, αλλά μέσω ενός αυστηρού ελέγχου της συνείδησης, στον οποίο, από το δημόσιο αυτό βήμα, καλώ τους κατοίκους της πρωτεύουσας, όλους, άλλους μεν για να μπορέσουν να προστατευτούν καλύτερα από τη φοβερή απειλή που αιωρείται πάνω από τις κεφαλές τους, άλλους δε, είτε είναι ένοχοι είτε αθώοι ως προς τις προθέσεις τους, για να συνέλθουν από τη φαυλότητα στην οποία παρασύρθηκαν άγνωστο από ποιον, σε διαφορετική περίπτωση θα αποτελέσουν τον άμεσο στόχο των κυρώσεων που προβλέπει η κατάσταση έκτακτης ανάγκης…

Ζοζέ Σαραμάγκου, «Περί Φωτίσεως»

06/11/2010

Άνθρωπος στα σκουπίδια (6/11/2010)

«…Τον άστεγο του Ταύρου οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα του δήμου τον συναντούσαν συνήθως στην οδό Πόντου. Μόνος, ρακένδυτος, πεινασμένος έψαχνε συνήθως τροφή μέσα στους κάδους. “Δεν ξέρω πώς κατέληξε στον κάδο. Δεν είμαι σίγουρος ότι επέλεξε να κοιμηθεί εκεί, γιατί συνήθως τον βλέπαμε να σκύβει μέσα στους κάδους και να ψάχνει στα σκουπίδια για τροφή. Ίσως να ζαλίστηκε ή να υπέστη το πρώτο καρδιακό επεισόδιο, να έπεσε μέσα και μετά να καλύφθηκε από τα σκουπίδια”, είπε ο πρόεδρος των εργαζομένων του Δήμου Ταύρου» (από τις εφημερίδες, Τρίτη, 2-11-2009).

Είναι η είδηση της εβδομάδας, του μήνα, του χρόνου, της εποχής. Δεν έχει τόση σημασία αν ο άστεγος πέθανε φρικτά μέσα στον «μύλο» του απορριμματοφόρου ή εάν «περισυνελέγη» ήδη νεκρός στον κάδο των σκουπιδιών. Και η κυριότερη απορία που αξίζει να διατυπώσει κανείς δεν είναι αν κούρνιασε στη δυσωδία των σκουπιδιών για να κοιμηθεί ή απλώς γλίστρησε εκεί μεθυσμένος, ζαλισμένος ή εμφραγματίας. Η μόνη πραγματική απορία είναι γιατί έχει σημασία και μας προκαλεί σοκ ο θάνατός του, αφού μας άφηνε αδιάφορους, απαθείς ή απλώς συγκαταβατικούς η ζωή του. Η ζωή του μέσα στα σκουπίδια, από τα σκουπίδια, με τα σκουπίδια.

Τα σκουπίδια είναι ένα ακριβές μέτρο του οικονομικού πολιτισμού μας. Είναι ένα μέτρο και του πλούτου και της αθλιότητας που παράγει. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα δύο άκρα του κοινωνικού φάσματος, οι υπερπολυτελείς καταναλώσεις στην κορυφή της ταξικής πυραμίδας που παράγουν τόνους σκουπιδιών και τα «ανθρώπινα απορρίμματα» που βρίσκονται στον πάτο της και ψάχνουν στα σκουπίδια να βρουν να φάνε, να ντυθούν ή να μεταπουλήσουν κάτι άχρηστο είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Και σ’ αυτό το σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων συνυπάρχουν όλες οι ενδιάμεσες διαβαθμίσεις κατανάλωσης και στέρησης που παράγει η καπιταλιστική «σκουπιδομηχανή». Είτε στην εποχή της ευημερίας της είτε στην βαθιά ύφεσή της.

Υπάρχει ωστόσο ένα κατώφλι που, όταν το περνάει ένα κοινωνικό «απόρριμμα», τίθενται υπό αίρεση στοιχειώδεις ανθρώπινες ιδιότητές του: επιβίωση, αυτοσεβασμός, αυτοπροστασία, αυτοσυγκράτηση. Το είδαμε αυτό σε μιαν εξίσου φρικτή είδηση πριν από έναν μήνα. Στη δολοφονία αστέγου από άστεγο για μια θέση στο πεζοδρόμιο. Κι αυτή προκάλεσε σοκ, συγκίνηση, απέχθεια. Αλλά περισσότερη απέχθεια προκαλεί η ιδέα να βρεθεί κανείς στη θέση των λίγων χιλιάδων -προς το παρόν- που ζουν αυτή την καθημερινότητα. Αυτό το αίσθημα, αυτός ο φόβος δημιουργεί μια περίεργη συναίνεση μέσα στην μεγάλη κοινωνική «πλειοψηφία» που δεν τη συνδέει τίποτε περισσότερο από το γεγονός ότι απλώς δεν είναι άστεγη. Είτε στεγάζεται σε τακτοποιημένα μπετονένια «κουτιά» των 80 τετραγωνικών είτε σε πολυτελείς επαύλεις των 500 τετραγωνικών. Αυτή η παρηγορητική σκέψη αποκρύπτει το γεγονός ότι σ’ αυτή την εφησυχασμένη «πλειοψηφία» των στεγασμένων οι πολλοί έχουν περισσότερες πιθανότητες να βρεθούν στη θέση του άστεγου του Ταύρου από τους ελάχιστους για τους οποίους αυτό αποκλείεται.

Αυτή η ματαιόδοξη παρηγοριά μάς ωθεί να υψώσουμε στεγανά απέναντι στην ακραία εξαθλίωση: ελεημοσύνη, φιλανθρωπία, συμπάθεια από τη μια για τους ανθρώπους που ψάχνουν στα σκουπίδια, τρώνε στα συσσίτια, κοιμούνται στα πεζοδρόμια. Δυσφορία, εκνευρισμός, οργή από την άλλη για τους ανθρώπους που επιμένουν να καθαρίσουν το καθαρό παρμπρίζ του αυτοκινήτου μας, που ζητούν φορτικά να μας πουλήσουν χαρτομάντιλα, που μετέτρεψαν τις άλλοτε παστρικιές γειτονιές μας σε Βαβέλ της φτώχειας, του λαθρεμπορίου και της εγκληματικότητας. Θέλουμε μια απόσταση ασφαλείας από τον «Άλλο», για να ξορκίσουμε τον φόβο ότι μπορεί κάποια στιγμή κι εμείς να γίνουμε «Άλλοι». Αυτή η ιδέα εξανεμίζει την υποτιθέμενη ανεκτικότητά μας, τον ανθρωπισμό μας, τη συμπάθειά μας. Ιδιαίτερα σήμερα, που το «Άλλο» μάς πολιορκεί επικίνδυνα με τη μορφή του μνημονίου, της ύφεσης, της χρεοκοπίας. Τα σκουπίδια μας, χωρίς αμφιβολία, θα μειωθούν. Αλλά οι άνθρωποι στα σκουπίδια θα αυξηθούν. Στις χωματερές θα διεξαχθεί ο επόμενος «πόλεμος» κατανομής του πλούτου. Ή της φτώχειας.

Έτσι, επιλέγουμε τη στάση της Γουίνι, της ηρωίδας του Μπέκετ στις «Ευτυχισμένες μέρες», που, χωμένη μέχρι τη μέση σ’ έναν σωρό από σκουπίδια, εξακολουθεί να αναπολεί ένα παρελθόν ευημερίας και να νιώθει περήφανη γι’ αυτό, να βομβαρδίζει με ευτυχισμένες αναμνήσεις τον σιωπηλό της σύζυγό της Γουίλι, αρνούμενη να αποδεχθεί ότι κάποτε τα σκουπίδια θα φτάσουν μέχρι τον λαιμό -όπως συμβαίνει πράγματι στη δεύτερη πράξη του έργου- κι ύστερα μπορεί να την καταπιούν εντελώς. Στο μεταξύ, δεν βλέπουμε ότι η «σκουπιδομηχανή» δουλεύει ακατάπαυστα, ότι ο μύλος του «απορριμματοφόρου» συνθλίβει συνεχώς τα καινούργια του σκουπίδια μέχρι να τ’ αδειάσει στη χωματερή.

Άνθρωπος στα σκουπίδια, λοιπόν. Δεν έχουμε ακόμη εξοικειωθεί με την ιδέα; Θα έπρεπε. Η βασική τάση της αστικής «σκουπιδομηχανής» είναι ακριβώς αυτή. Κάθε προσπάθεια να διατηρηθεί και να αυξηθεί ο πλούτος των ατόμων, των τάξεων, των χωρών απαιτεί και προϋποθέτει μια ισοδύναμη παραγωγή σκουπιδιών, μια ανάλογη και ίσως πολλαπλάσια εξώθηση ατόμων, τάξεων, εθνών και κρατών στις χωματερές της οικονομίας και της κατανάλωσης. Συμβαίνει στη μικροκλίμακα της γειτονιάς – κάθε μια έχει τον άστεγό της, τον ρακοσυλλέκτη της, τον «σκουδοφάγο» της. Συμβαίνει και στη μεγάλη κλίμακα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας που έχει τα έθνη-σκουπίδια, τα κράτη-παρίες.

Αν παρατηρήσουμε τις εξελίξεις των τελευταίων μηνών, θα εντοπίσουμε αρκετούς επάλληλους κύκλους παραγωγής «σκουπιδιών». Πριν φτάσουμε στα ανθρώπινα σκουπίδια, η «σκουπιδομηχανή» έσπρωξε στη χωματερή πολλά άλλα πράγματα. Πρώτα μετέτρεψε σε σκουπίδια αξίες: μετοχές εταιρειών, ομόλογα τραπεζών, αξίες ακινήτων. Και μαζί τους, τις ίδιες της εταιρείες, τις τράπεζες, τα ακίνητα. Και μαζί με τα «χαρτιά» -τις κινητές και ακίνητες αξίες που κατρακύλησαν στη χρηματιστηριακή χωματερή- σπρώχτηκαν στην ανακύκλωση οι ίδιοι οι άνθρωποι που εξαρτούσαν την ύπαρξή τους από τις αξίες: οι εργαζόμενοι, οι τραπεζοϋπάλληλοι, οι ιδιοκτήτες των κατασχεμένων ακινήτων στις ΗΠΑ.

Έπειτα, ακολουθώντας το ντόμινο της κρίσης, πήραν τον δρόμο της χωματερής τα κρατικά ομόλογα. «Σκουπίδια» τα ελληνικά ομόλογα, πρώτα και καλύτερα στην έκρηξη της παγκόσμιας κρίσης χρέους. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι μαζί με τη «σκουπιδοποίηση» των κρατικών ομολόγων σπρώχνονται στην παγκόσμια χωματερή χώρες, κοινωνίες ολόκληρες. Σκουπίδι, λεκές της ευρωπαϊκής «καθαρότητας» για μήνες η Ελλάδα, πριν βρεθούν στην παρέα της και οι Ιρλανδοί και οι Πορτογάλοι και οι Ισπανοί. Στον κάδο των χωρών-σκουπιδιών αλιεύουν υλικά ανακύκλωσης μόνον οι πιστωτές τους.

Ζούμε τον τελευταίο κύκλο παραγωγής σκουπιδιών. Η «σκουπιδομηχανή» έχει ξεπεράσει τον εαυτό της σε ευρηματικότητα. Διαβάζοντας προσεκτικά κανείς τους νέους όρους που επιδιώκει να επιβάλει στην Ε.Ε. η γαλλογερμανική αυτοκρατορία, μπορεί να δει ζοφερό μέλλον μιας χωματερής χωρών. Η Ευρωζώνη που σχεδιάζεται μέσω του νέου Συμφώνου Σταθερότητας («σκουπίδι» το είχε αποκαλέσει κι αυτό, κατά σύμπτωση, κορυφαίος ευρωκράτης στο ζενίθ της κρίσης) σπρώχνει τουλάχιστον μια δεκάδα χωρών στη θέση των σκουπιδιών της Ευρωζώνης. Ο μηχανισμός της ελεγχόμενης χρεοκοπίας που προωθεί με πάθος η Μέρκελ σαν μελλοντικό όρο ύπαρξης του ευρώ δεν είναι τίποτε άλλο από τη δημιουργία μιας νομισματικής χωματερής, προσεκτικά και οικολογικά απομακρυσμένης από τον «πράσινο» παράδεισο των ηγεμονικών, πλεονασματικών χωρών. Μια νομισματική χωματερή στην οποία θα εξωθούνται οι ελλειμματικές, υπερχρεωμένες χώρες, καταδικασμένες να επιβιώνουν μόνο με όσα υλικά κατάλληλα προς «ανακύκλωση» διαθέτουν: φθηνά παραγωγικά χέρια, δημόσια περιουσία, φυσικούς πόρους, τουριστικά αξιοποιήσιμο πολιτισμό.

Ζούμε ήδη στη χωματερή. Κάποιοι ακόμη στις παρυφές της, άλλοι ήδη στα βαθύτερα στρώματά της, όπου αποσυντίθενται τα οργανικά στοιχεία του οικονομικού μας πολιτισμού: το κοινωνικό κράτος, η πρόνοια, ο κατώτατος μισθός, η συλλογική σύμβαση, η ασφάλιση, η δημόσια υγεία και παιδεία, η αρωγή των αδυνάτων, οι ίδιοι οι άνθρωποι που έχουν βρεθεί στον πάτο της χωματερής. Θα περιμένουμε την αυτανάφλεξη; Μήπως να κάνουμε κάτι πιο δραστικό; Αρχίζοντας, για παράδειγμα, από το απλούστερο. Ν’ αγγίξουμε τους ανθρώπους που ψάχνουν στα σκουπίδια της γειτονιάς, πριν τους μαζέψει το απορριμματοφόρο.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (6/11/2010)

ΧΑΜ: …Έχω μια σταγόνα νερό μες στο κεφάλι μου, (Παύση). Μια καρδιά, μια καρδιά μες στο κεφάλι μου. (Παύση.)
ΝΑΓΚ, χαμηλόφωνα: Άκουσες; Μια καρδιά μες στο κεφάλι του!
(Γελάει πνιχτά, προσέχοντας μην ακουστεί).
ΝΕΛ: Δεν πρέπει να γελάς με κάτι τέτοια, Ναγκ. Γιατί τα κοροϊδεύεις πάντα;
ΝΑΓΚΙ: Όχι τόσο δυνατά!
ΝΕΛ, χωρίς να χαμηλώσει τη φωνή της: Παραδέχομαι πως δεν υπάρχει αστειότερο πράγμα απ’ τη δυστυχία. Αλλά…
ΝΑΓΚ, πολύ ενοχλημένος: Α!
ΝΕΛ: Ναι, ναι, δεν υπάρχει τίποτα κωμικότερο στον κόσμο. Και στην αρχή μας κάνει να γελάμε, να γελάμε με την καρδιά μας. Αλλά είναι όλο τα ίδια και τα ίδια. Είναι σαν το χωρατό που τ’ ακούς ξανά και ξανά, εξακολουθείς να το βρίσκεις πετυχημένο, αλλά δεν γελάς πια…

Σάμουελ Μπέκετ, «Τέλος του παιχνιδιού»

Requiem for a dream

 Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης    ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026   Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...