«Αλλά, μήπως θα μπορούσαμε να καλέσουμε τον μικρό Χανς εδώ;», ρώτησε ο μικρότερος γιος του μυλωνά. «Αν ο φτωχούλης Χανς είναι στενοχωρημένος, εγώ θα του δώσω τον μισό μου χυλό και θα του δείξω τα άσπρα μου κουνέλια».
«Τι κουτό παιδί που είσαι!», φώναξε ο μυλωνάς αγαναχτισμένος. «Με κάνεις πολλές φορές να σκέφτομαι αν χρειάζεται να σε στέλνω στο σχολείο, αφού στο κάτω κάτω δεν μαθαίνεις τίποτα. Αν ο μικρός Χανς ερχόταν εδώ κι έβλεπε τη ζεστή φωτιά μας, το πλούσιο δείπνο μας και το πελώριο βαρέλι με το κόκκινο κρασί, ίσως να ζήλευε, κι όπως ξέρεις, ο φθόνος είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να διαφθείρει ακόμα και τον τιμιότερο χαρακτήρα. Κι εγώ, που είμαι ο πιο πιστός φίλος του. Δεν θ’ αφήσω να καταστραφεί ο χαρακτήρα τους Χανς. Πάντα φροντίζω μη τυχόν και πέσει σε πειρασμό. Κι έπειτα, αν ο Χανς έρθει καμιά φορά εδώ, μπορεί να ζητήσει αλεύρι με πίστωση, κι αυτό δεν θα το έκανα ποτέ. Άλλο τ’ αλεύρι κι άλλο η φιλία…»
Όσκαρ Ουάιλντ, «Ο αφοσιωμένος φίλος» (από τη συλλογή «Ο κήπος με τις ροδιές»)
Ιστολόγιο προορισμένο να φιλοξενεί κείμενα της στήλης "Ελεύθερος Σκοπευτής", από το 2000 στην Καθημερινή, 2007 - 2014 στον Επενδυτή. Από το 2019 η στήλη έκανε "επανεκκίνηση" στη Εφημερίδα των Συντακτών. Ηταν σαν να βρήκε τον φυσικό της χώρο. Ωστόσο, ο "χώρος" από τις αρχές του 2026 έπαψε να είναι "φυσικός". Η φιλοξενία στην ΕφΣυν διακόπηκε με μια απόλυση. To be continued, με την προσδοκία σύντομα ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ να βρει ξανά... πεδίο βολής.
24/12/2010
18/12/2010
Το ξεχασμένο σύνορο του κόσμου (17/12/2010)
Υπάρχει άραγε κάτι θετικό ανάμεσα σε όλα όσα μας συμβαίνουν; Και δεν εννοώ την «παιδαγωγική» τιμωρία που θέλει να επιβάλει η Άνγκελα Μέρκελ στις «σπάταλες» και «αντιπαραγωγικές» κοινωνίες της Ευρώπης. Ούτε τις ευκαιρίες για «μεταρρυθμίσεις» και μεγάλες «αλλαγές» που βλέπει η κυβέρνηση στον τυφλοσούρτη του μνημονίου. Εννοώ αν σε όλα όσα πριν από ένα χρόνο μάς φαίνονταν αδιανόητα υπάρχει κάτι που μας βοηθάει να αποκτήσουμε μια πιο καθαρή ματιά για τον κόσμο μας, τις βασικές ροπές και αντιθέσεις του. Αν η εφαρμογή του «δόγματος του σοκ» στην ανυποψίαστη μέχρι πρότινος ελληνική κοινωνία τη βοηθάει να απαλλαγεί από φτιασίδια και ψιμύθια, από ψευδαισθήσεις και αυταπάτες. Και τελικά, ναι, νομίζω πως τελικά υπάρχει κάτι θετικό σε όλα αυτά. Κάτι που βοηθά να αποκαλυφθεί το παλιό, κρυμμένο από τις προσχώσεις της ιστορίας, σύνορο του κόσμου μας.
Για πολλές δεκαετίες, από τον πόλεμο και μετά, οι δυτικές κοινωνίες πίστευαν ότι έχουν επιβιβαστεί στο τρένο της μεγάλης φυγής προς τα μπρος. Ότι όλα εξελίσσονται στον μονόδρομο της προόδου, στο πλαίσιο της οποίας άρχουσες και υποτελείς τάξεις μόνο μια διαρκώς αύξουσα ευημερία μπορούσαν να περιμένουν, έστω και με μικρά διαλείμματα ανασφάλειας, έστω και τρομακτικά άνισα κατανεμημένη. Όσο η πίτα του πλούτου αυξανόταν, υπήρχε μερίδιο για όλους, αν και η μοιρασιά ήταν λεόντεια. Σ’ αυτή τη σιωπηρή συμφωνία «κοινωνικής ειρήνης», που διακοπτόταν μόνο από μεμονωμένα περιστατικά, βασίστηκε η μαγική εξαφάνιση της «πάλης των τάξεων», η ανάδυση νέων «καλοταϊσμένων» στρωμάτων εργαζομένων που δεν είχαν καμιά διάθεση να αμφισβητήσουν αυτή τη «Γιάλτα» της διανομής του πλούτου, γιατί οι μερίδες τους ήταν χορταστικές. Σ’ αυτή τη σιωπηρή συμφωνία βασίστηκαν και η κοινωνία των «δύο τρίτων» και η ανατροπή του ισοζυγίου ευημερίας και στέρησης υπέρ της πρώτης με τρόπο που η ικανοποιημένη πλειοψηφία να αδιαφορεί επιδεικτικά για τη στερημένη μειοψηφία. Σ’ αυτή τη «συμφωνία» στηρίχτηκε επίσης η μετατροπή του homo faber (= εργαζόμενος άνθρωπος) σε homo consumericus (= άνθρωπος καταναλωτής). Σ’ αυτή τη «συμφωνία» στηρίχθηκε η ανοχή των κοινωνιών της Δύσης απέναντι στα εγκλήματα που συντελούνταν εις βάρος των κοινωνιών της Ανατολής ή του Νότου. Και αυτή η «συμφωνία» συγκάλυψε για δεκαετίες τις κλασικές ταξικές αντιθέσεις του καπιταλιστικού κόσμου. Εν ολίγοις, εκατομμύρια άνθρωποι -και εμείς οι νεοέλληνες του καθυστερημένου ευρωπαϊσμού και του ακόμη πιο καθυστερημένου αστικού εκσυγχρονισμού ανάμεσά τους- έχασαν από τα μάτια τους τα κοινωνικά σύνορα του κόσμου, ξέχασαν (ή δεν έμαθαν ποτέ) πού ανήκουν.
Ο προλετάριος ξέχασε ότι είναι προλετάριος, ο αγρότης έθαψε στο χωράφι την ταξική του ταυτότητα μαζί με την παραγωγική του γνώση, εκατομμύρια εργαζόμενοι βρέθηκαν σε απόλυτη ταξική σύγχυση είτε γιατί μπήκαν στον Δημόσιο και στις ΔΕΚΟ με αισθητά καλύτερους μισθούς, είτε γιατί θαμπώθηκαν από τις καταναλωτικές τους δυνατότητες και την ευκολία με την οποία απόκτησαν και σπίτια και εξοχικά και πρώτα και δεύτερα αυτοκίνητα. Ο κόσμος της εργασίας χάθηκε μέσα σε έναν κοινωνικό πολτό επίπλαστης ευημερίας, που τα ανέμελα χαχανητά της έπνιγαν τις ασθενικές κραυγές της πάσχουσας μειοψηφίας. Κι όλα έγιναν σε μιαν ατμόσφαιρα συνενοχής, λες και τους χάριζαν αυτές τις μικρές ή μεσαίες μερίδες ευμάρειας – πάντως δεδουλευμένης χάρη σε μια διόλου ευκαταφρόνητη αύξηση της παραγωγικότητας, ακόμη και στην «παρασιτική» ελληνική οικονομία.
Αυτές οι αλλαγές και οι στρεβλώσεις στην κοινωνική αυτογνωσία (που εξελίχθηκε σιγά σιγά σε ταξική άγνοια, αν όχι απόγνωση) αποτέλεσαν την ευχάριστη όψη (αν υπάρχει τέτοια) της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που σταδιακά κυριάρχησε στις αντιλήψεις όλων των κυρίαρχων τάξεων και των πολιτικών ελίτ, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Και σ’ αυτή τη θεμελιώδη ταξική άγνοια βασίστηκε η αδυναμία των ανθρώπων και των κοινωνικών στρωμάτων να αντιληφθούν έγκαιρα την άνοδο του «καταστροφικού καπιταλισμού» που δεν εγγυάται τίποτα: ούτε την ευημερία, ούτε την ασφάλεια, ούτε καν τη δημοκρατία. Έτσι, ελάχιστοι αντιλήφθηκαν εγκαίρως, για παράδειγμα, ότι η παραγωγική στρέβλωση της ελληνικής οικονομίας, η δραματική συρρίκνωση της βιομηχανικής της βάσης, το big bang του τραπεζικού της συστήματος, η έκρηξη του τομέα των υπηρεσιών, η προϊούσα εξαφάνιση της γεωργίας και η δημιουργία ενός αρκετά ευρέος στρώματος «ραντιέρηδων», ανθρώπων που ζουν από κερδοσκοπικές προσόδους χωρίς να «εργάζονται» με οποιοδήποτε τρόπο (ούτε καν ως εργοδότες), όλα αυτά, συνοδεύτηκαν από μια σιωπηρή επέκταση της ζώνης της ανασφάλειας: το «πρεκαριάτο», οι νέοι της επισφαλούς και αρρύθμιστης εργασίας, αυξάνονταν γεωμετρικά, οι συνθήκες εργασιακής «ζούγκλας» διευρύνονταν κάτω από τη μύτη των συνδικάτων και των «ελεγκτικών Αρχών» και η «πάσχουσα» επιχειρηματικότητα κατέστησε παραγωγικό σαβουάρ βιβρ την καταστρατήγηση δικαιωμάτων. Έτσι, η τρόικα και οι πειθήνιοι υπάλληλοί της ουσιαστικά βρήκαν τις πόρτες μισάνοιχτες για να ολοκληρώσουν την «άλωση».
Αλλά η «άλωση» αυτή έχει κι ένα θετικό στοιχείο. Καθώς σαρώνει όλα τα φτιασίδια, όλες τις περιφερειακές και δευτερεύουσες αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, καθώς φτάνει στον ταξικό πυρήνα των αλλαγών που θέλει να επιβάλει η τρόικα στις συνθήκες εκμετάλλευσης της εργασίας και απόσπασης της υπεραξίας, αποκαλύπτει ότι το παλιό, ταξικό σύνορο του καπιταλιστικού κόσμου είναι ακόμη εδώ: για την παγκόσμια κρίση του χρέους, για την ελληνική δημοσιονομική εκτροπή, για τις στρεβλώσεις του εγχώριου καπιταλισμού, για την υπερτροφική παραοικονομία, για τις σχέσεις διαπλοκής και διαφθοράς πολιτικής και επιχειρηματικής τάξης, για όλα όσα ορίζονται ως «ελληνικό πρόβλημα» φταίει το κόστος εργασίας που οδηγείται σε μια πρωτοφανή, βίαιη συρρίκνωση. Συρρίκνωση που παρασύρει και όλα τα δικαιώματα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η μεταπολεμική, σιωπηρή «κοινωνική ειρήνη». Και για την οποία θα χρειαστούν και άλλα ακόμη νομοθετήματα, πολλές εξευτελιστικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες επικύρωσης των τετελεσμένων, πολλές καταλύσεις παραγωγικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων, πολλές προσλήψεις αστυνομικών και πολλοί τόνοι δακρυγόνα και ασφυξιογόνα. Με λίγα λόγια, κατά κάποιο τρόπο η Ελλάδα γίνεται ξαφνικά το κέντρο του καπιταλιστικού κόσμου, ένα πειραματικό του εργαστήριο και ένα ταμπλό βιβάν, πάνω στο οποίο ο κόσμος αυτός ξαναοργανώνεται γύρω από τη βασική του αντίθεση, τον κινητήρα της ιστορίας του: την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Αυτή που σχεδόν είχαμε ξεχάσει ότι υπάρχει, αλλά οφείλουμε στην τρόικα το ότι μας τη θύμισε. Με οδυνηρό και κυνικό τρόπο.
Φυσικά, η λύση αυτής της αντίθεσης δεν είναι υπόθεση μηνών ή λίγων ετών. Αλλά, καθώς ο καπιταλισμός της καταστροφής και οι εκφραστές του στην Ευρώπη (κοιτίδα του κοινωνικού συμβολαίου που έχει καταντήσει ορμητήριο του νεοφιλελευθερισμού) οδηγούνται στα άκρα, η τελική διευθέτηση αυτής της αντίθεσης είναι ανοικτή προς κάθε κατεύθυνση: από τη μετατροπή της Ευρώπης σε συνονθύλευμα χωρών - στρατοπέδων καταναγκαστικής (και εξευτελιστικά φθηνής) εργασίας, μέχρι την έκρηξη της κοινωνικής αντίδρασης υπέρ μιας δημοκρατικής, χειραφετικής διευθέτησης της κρίσης. Αν επικρατήσει η πρώτη εκδοχή «λύσης», θα έρθει η στιγμή που οι σημερινές πολιτικές ελίτ, τόσο αβασάνιστα παραδομένες στο νεοφιλελεύθερο δόγμα του σοκ, θα εύχονται να νικήσει η σπασμωδική και άνευρη μέχρι στιγμής αντίδραση του κόσμου της εργασίας. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και όσα προηγήθηκαν δεν είναι τόσο μακρινή μνήμη όσο τώρα μας φαίνεται.
Για πολλές δεκαετίες, από τον πόλεμο και μετά, οι δυτικές κοινωνίες πίστευαν ότι έχουν επιβιβαστεί στο τρένο της μεγάλης φυγής προς τα μπρος. Ότι όλα εξελίσσονται στον μονόδρομο της προόδου, στο πλαίσιο της οποίας άρχουσες και υποτελείς τάξεις μόνο μια διαρκώς αύξουσα ευημερία μπορούσαν να περιμένουν, έστω και με μικρά διαλείμματα ανασφάλειας, έστω και τρομακτικά άνισα κατανεμημένη. Όσο η πίτα του πλούτου αυξανόταν, υπήρχε μερίδιο για όλους, αν και η μοιρασιά ήταν λεόντεια. Σ’ αυτή τη σιωπηρή συμφωνία «κοινωνικής ειρήνης», που διακοπτόταν μόνο από μεμονωμένα περιστατικά, βασίστηκε η μαγική εξαφάνιση της «πάλης των τάξεων», η ανάδυση νέων «καλοταϊσμένων» στρωμάτων εργαζομένων που δεν είχαν καμιά διάθεση να αμφισβητήσουν αυτή τη «Γιάλτα» της διανομής του πλούτου, γιατί οι μερίδες τους ήταν χορταστικές. Σ’ αυτή τη σιωπηρή συμφωνία βασίστηκαν και η κοινωνία των «δύο τρίτων» και η ανατροπή του ισοζυγίου ευημερίας και στέρησης υπέρ της πρώτης με τρόπο που η ικανοποιημένη πλειοψηφία να αδιαφορεί επιδεικτικά για τη στερημένη μειοψηφία. Σ’ αυτή τη «συμφωνία» στηρίχτηκε επίσης η μετατροπή του homo faber (= εργαζόμενος άνθρωπος) σε homo consumericus (= άνθρωπος καταναλωτής). Σ’ αυτή τη «συμφωνία» στηρίχθηκε η ανοχή των κοινωνιών της Δύσης απέναντι στα εγκλήματα που συντελούνταν εις βάρος των κοινωνιών της Ανατολής ή του Νότου. Και αυτή η «συμφωνία» συγκάλυψε για δεκαετίες τις κλασικές ταξικές αντιθέσεις του καπιταλιστικού κόσμου. Εν ολίγοις, εκατομμύρια άνθρωποι -και εμείς οι νεοέλληνες του καθυστερημένου ευρωπαϊσμού και του ακόμη πιο καθυστερημένου αστικού εκσυγχρονισμού ανάμεσά τους- έχασαν από τα μάτια τους τα κοινωνικά σύνορα του κόσμου, ξέχασαν (ή δεν έμαθαν ποτέ) πού ανήκουν.
Ο προλετάριος ξέχασε ότι είναι προλετάριος, ο αγρότης έθαψε στο χωράφι την ταξική του ταυτότητα μαζί με την παραγωγική του γνώση, εκατομμύρια εργαζόμενοι βρέθηκαν σε απόλυτη ταξική σύγχυση είτε γιατί μπήκαν στον Δημόσιο και στις ΔΕΚΟ με αισθητά καλύτερους μισθούς, είτε γιατί θαμπώθηκαν από τις καταναλωτικές τους δυνατότητες και την ευκολία με την οποία απόκτησαν και σπίτια και εξοχικά και πρώτα και δεύτερα αυτοκίνητα. Ο κόσμος της εργασίας χάθηκε μέσα σε έναν κοινωνικό πολτό επίπλαστης ευημερίας, που τα ανέμελα χαχανητά της έπνιγαν τις ασθενικές κραυγές της πάσχουσας μειοψηφίας. Κι όλα έγιναν σε μιαν ατμόσφαιρα συνενοχής, λες και τους χάριζαν αυτές τις μικρές ή μεσαίες μερίδες ευμάρειας – πάντως δεδουλευμένης χάρη σε μια διόλου ευκαταφρόνητη αύξηση της παραγωγικότητας, ακόμη και στην «παρασιτική» ελληνική οικονομία.
Αυτές οι αλλαγές και οι στρεβλώσεις στην κοινωνική αυτογνωσία (που εξελίχθηκε σιγά σιγά σε ταξική άγνοια, αν όχι απόγνωση) αποτέλεσαν την ευχάριστη όψη (αν υπάρχει τέτοια) της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που σταδιακά κυριάρχησε στις αντιλήψεις όλων των κυρίαρχων τάξεων και των πολιτικών ελίτ, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Και σ’ αυτή τη θεμελιώδη ταξική άγνοια βασίστηκε η αδυναμία των ανθρώπων και των κοινωνικών στρωμάτων να αντιληφθούν έγκαιρα την άνοδο του «καταστροφικού καπιταλισμού» που δεν εγγυάται τίποτα: ούτε την ευημερία, ούτε την ασφάλεια, ούτε καν τη δημοκρατία. Έτσι, ελάχιστοι αντιλήφθηκαν εγκαίρως, για παράδειγμα, ότι η παραγωγική στρέβλωση της ελληνικής οικονομίας, η δραματική συρρίκνωση της βιομηχανικής της βάσης, το big bang του τραπεζικού της συστήματος, η έκρηξη του τομέα των υπηρεσιών, η προϊούσα εξαφάνιση της γεωργίας και η δημιουργία ενός αρκετά ευρέος στρώματος «ραντιέρηδων», ανθρώπων που ζουν από κερδοσκοπικές προσόδους χωρίς να «εργάζονται» με οποιοδήποτε τρόπο (ούτε καν ως εργοδότες), όλα αυτά, συνοδεύτηκαν από μια σιωπηρή επέκταση της ζώνης της ανασφάλειας: το «πρεκαριάτο», οι νέοι της επισφαλούς και αρρύθμιστης εργασίας, αυξάνονταν γεωμετρικά, οι συνθήκες εργασιακής «ζούγκλας» διευρύνονταν κάτω από τη μύτη των συνδικάτων και των «ελεγκτικών Αρχών» και η «πάσχουσα» επιχειρηματικότητα κατέστησε παραγωγικό σαβουάρ βιβρ την καταστρατήγηση δικαιωμάτων. Έτσι, η τρόικα και οι πειθήνιοι υπάλληλοί της ουσιαστικά βρήκαν τις πόρτες μισάνοιχτες για να ολοκληρώσουν την «άλωση».
Αλλά η «άλωση» αυτή έχει κι ένα θετικό στοιχείο. Καθώς σαρώνει όλα τα φτιασίδια, όλες τις περιφερειακές και δευτερεύουσες αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, καθώς φτάνει στον ταξικό πυρήνα των αλλαγών που θέλει να επιβάλει η τρόικα στις συνθήκες εκμετάλλευσης της εργασίας και απόσπασης της υπεραξίας, αποκαλύπτει ότι το παλιό, ταξικό σύνορο του καπιταλιστικού κόσμου είναι ακόμη εδώ: για την παγκόσμια κρίση του χρέους, για την ελληνική δημοσιονομική εκτροπή, για τις στρεβλώσεις του εγχώριου καπιταλισμού, για την υπερτροφική παραοικονομία, για τις σχέσεις διαπλοκής και διαφθοράς πολιτικής και επιχειρηματικής τάξης, για όλα όσα ορίζονται ως «ελληνικό πρόβλημα» φταίει το κόστος εργασίας που οδηγείται σε μια πρωτοφανή, βίαιη συρρίκνωση. Συρρίκνωση που παρασύρει και όλα τα δικαιώματα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η μεταπολεμική, σιωπηρή «κοινωνική ειρήνη». Και για την οποία θα χρειαστούν και άλλα ακόμη νομοθετήματα, πολλές εξευτελιστικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες επικύρωσης των τετελεσμένων, πολλές καταλύσεις παραγωγικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων, πολλές προσλήψεις αστυνομικών και πολλοί τόνοι δακρυγόνα και ασφυξιογόνα. Με λίγα λόγια, κατά κάποιο τρόπο η Ελλάδα γίνεται ξαφνικά το κέντρο του καπιταλιστικού κόσμου, ένα πειραματικό του εργαστήριο και ένα ταμπλό βιβάν, πάνω στο οποίο ο κόσμος αυτός ξαναοργανώνεται γύρω από τη βασική του αντίθεση, τον κινητήρα της ιστορίας του: την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Αυτή που σχεδόν είχαμε ξεχάσει ότι υπάρχει, αλλά οφείλουμε στην τρόικα το ότι μας τη θύμισε. Με οδυνηρό και κυνικό τρόπο.
Φυσικά, η λύση αυτής της αντίθεσης δεν είναι υπόθεση μηνών ή λίγων ετών. Αλλά, καθώς ο καπιταλισμός της καταστροφής και οι εκφραστές του στην Ευρώπη (κοιτίδα του κοινωνικού συμβολαίου που έχει καταντήσει ορμητήριο του νεοφιλελευθερισμού) οδηγούνται στα άκρα, η τελική διευθέτηση αυτής της αντίθεσης είναι ανοικτή προς κάθε κατεύθυνση: από τη μετατροπή της Ευρώπης σε συνονθύλευμα χωρών - στρατοπέδων καταναγκαστικής (και εξευτελιστικά φθηνής) εργασίας, μέχρι την έκρηξη της κοινωνικής αντίδρασης υπέρ μιας δημοκρατικής, χειραφετικής διευθέτησης της κρίσης. Αν επικρατήσει η πρώτη εκδοχή «λύσης», θα έρθει η στιγμή που οι σημερινές πολιτικές ελίτ, τόσο αβασάνιστα παραδομένες στο νεοφιλελεύθερο δόγμα του σοκ, θα εύχονται να νικήσει η σπασμωδική και άνευρη μέχρι στιγμής αντίδραση του κόσμου της εργασίας. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και όσα προηγήθηκαν δεν είναι τόσο μακρινή μνήμη όσο τώρα μας φαίνεται.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (17/12/2010)
Ο Γιούργκις έστησε πάλι καρτέρι στις πύλες των εργοστασίων. Μα ποτέ πιο πριν, απ’ όταν ήρθε στο Σικάγο, δεν είχε λιγότερες πιθανότητες. Πρώτα πρώτα, ξέσπασε η μεγάλη κρίση, κάνα-δυο εκατομμύρια εργάτες είχανε μείνει άνεργοι κείνη την άνοιξη και το καλοκαίρι, και ακόμα δεν τους πήραν πίσω. Έπειτα, με την απεργία, εβδομήντα χιλιάδες άνθρωποι σε όλη τη χώρα, γυναίκες και άνδρες, μείναν ανάδουλοι για δυο μήνες – μονάχα στο Σικάγο ήταν είκοσι χιλιάδες, κι οι πιο πολλοί παρακαλούσαν τώρα για μια δουλειά από τη μια άκρη της πόλης στην άλλη. Τα πράγματα δεν διορθώθηκαν όταν, λίγες μέρες μετά, η απεργία έληξε και οι μισοί περίπου απεργοί γύρισαν στα πόστα τους, γιατί για τον καθένα που έπαιρναν πίσω, υπήρχε ένας απεργοσπάστης που τον έδιωχναν. Κάπου δέκα με δεκαπέντε χιλιάδες ανειδίκευτοι, ξένοι και νέγροι, του σκοινιού και του παλουκιού βρέθηκαν τώρα αμολυτοί και αλώνιζαν. Όπου και να πήγαινε ο Γιούργκις, έπεφτε πάνω τους, έτρεμε μπας και ξέρει κανείς τους ότι «καταζητείται». Είπε να φύγει απ’ το Σικάγο, μα όταν πια στενέψανε τα πράγματα, δεν είχε δεκάρα. Και θα ήταν πιο καλά να πάει φυλακή παρά να τόνε βρει ο χειμώνας έξω.
Άπτον Σίνκλαιρ, «Η ζούγκλα»
Άπτον Σίνκλαιρ, «Η ζούγκλα»
11/12/2010
Γιατί απέτυχε ο Καντονά (11/12-2010)
Με το ποδόσφαιρο έχω τόση σχέση όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο. Η σχέση αυτή καταλύθηκε κάπου στα βάθη της παιδικής ηλικίας, για λόγους που δεν μου είναι σαφείς. Θυμάμαι καλά τον ενθουσιασμό μου για την αναμέτρηση του Παναθηναϊκού με τον Άγιαξ στο Γουέμπλεϊ, ίσως όμως να ήταν και ενθουσιασμός περισσότερο για την πρωτόγνωρη τηλεοπτική εμπειρία, σπάνια τότε για το μέσο ελληνικό σπίτι. Ίσως πάλι ήταν μια υποβόσκουσα έκφραση της πάλης των γενεών: με έναν ενστικτώδη τρόπο είχα επιλέξει να δηλώσω «πράσινος», τη στιγμή που ο πατέρας μου ήταν «κόκκινος» μέχρι μυελού των οστών (αλλά αυτό αποκλειστικά και μόνο στο ποδόσφαιρο). Αλλά η σχέση μου με το ποδόσφαιρο δεν διακόπηκε από την απογοήτευση για την ήττα του ΠΑΟ. Υπήρχαν μάλλον πιο πρακτικοί λόγοι – θυμάμαι, για παράδειγμα, μια δερμάτινη μπάλα να προσγειώνεται με τρομακτική δύναμη στο κεφάλι μου στη διάρκεια μια ερασιτεχνικής αναμέτρησης σε σοκάκι της γειτονιάς, στην οποία είχα αναλάβει ατυχώς ρόλο τερματοφύλακα. Είδα τον ουρανό σφοντύλι, δεν θυμάμαι ποιος είχε σουτάρει, αποκλείεται να ήταν συνομήλικος. Και παρά τον ηρωισμό μου να αποκρούσω, έστω και άθελά μου, ένα βέβαιο γκολ με μια βέβαιη διάσειση, αντιμετώπισα και τη χλεύη των συμπαικτών μου γιατί αναγκάστηκα ζαλισμένος να αποχωρήσω. Νομίζω ότι από τότε άρχισα να αποφεύγω το σπορ. Κι όταν οι φίλοι με προσκαλούσαν απαντούσα με το παροιμιώδες: «Ξέρω μπάλα, αλλά την ξέχασα». Αυτό ήταν το ψυχαναλυτικό και ιατρο-διαγνωστικό απόσταγμα της σχέσης μου με το ποδόσφαιρο.
Στον αντίποδα της ανύπαρκτης σχέσης μου με το ποδόσφαιρο, γεννήθηκαν άλλες φανατικές σχέσεις αγάπης και μίσους με άλλα κοινωνικά φαινόμενα. Όπως, για παράδειγμα, η σχέση μου με το τραπεζικό σύστημα. Είμαι ένας φανατικός άπιστος της Πίστης. Η απιστία μου ενδεχομένως έχει κάτι το μεταφυσικό, καθώς ακόμη και οι πιο φανατικοί στοχαστές του αντικαπιταλισμού αναγνωρίζουν ότι χωρίς πιστωτικό χρήμα και τράπεζες ο κόσμος θα είχε χάσει πολλά από τα βήματα (καπιταλιστικής) προόδου. Εγώ πάλι λέω ότι μπορεί να μην είναι κι έτσι. Αλλά δυσκολεύομαι να τ’ αποδείξω. Ίσως σε μιαν αντίστοιχη αδυναμία έγκειται η αποτυχία του «κινήματος» του Ερίκ Καντονά (κι εδώ επανερχόμαστε στη σχέση με το ποδόσφαιρο) να κλυδωνίσει τις τράπεζες. Ο Καντονά δεν έβαλε το γκολ που περίμενε. Η ανταπόκριση στο κάλεσμά του για «έφοδο στο γκισέ» της τράπεζας, για μαζική απόσυρση καταθέσεων, ήταν πενιχρή. Το γιατί θα το δούμε στη συνέχεια. Ωστόσο, βοήθησε καθοριστικά σε μια αποκάλυψη. Στην αποκάλυψη της τυφλής προσήλωσης της ευρωπαϊκής πολιτικής ελίτ στην εκκλησία της τραπεζικής Πίστης.
Τους είδατε την περασμένη Δευτέρα και Τρίτη; Είδατε την αγωνία τους, τον αμήχανο σαρκασμό τους, τα άστοχα σχόλιά τους; Εκεί φτάσαμε… Το μισό Eurogroup, οι άνθρωποι που διαχειρίζονται την κρίση χρέους στην Ευρώπη, οι τεχνοκράτες και οι πολιτικοί από τους οποίους εξαρτάται -υποτίθεται- η τύχη 500 εκατομμυρίων ανθρώπων ένιωσαν την υποχρέωση να απαντήσουν σε μια πρόταση που κατά τα λοιπά αντιμετώπισαν σαν γραφική, ενδεχομένως γελοία. «Τρέφω διάφορα αισθήματα για τον τραπεζικό τομέα, αλλά βρίσκω την επιχείρηση (σ.σ. την έκκληση Καντονά) άκρως ανεύθυνη», είπε ο Γιούνκερ. Και βγήκε και από αριστερά στον Καντονά, τονίζοντας σε αυστηρό τόνο ότι «δεν πρέπει να παρασύρει σε εσφαλμένες αποφάσεις ανθρώπους που δεν έχουν τα λεφτά που έχει εκείνος». «Ο Καντονά είναι καλύτερος ποδοσφαιριστής απ’ ό,τι οικονομολόγος», είπε ειρωνικά ο Όλι Ρεν. «Έκαστος εφ’ ω ετάχθη… Εγώ δεν θα τολμούσα να παίξω ποδόσφαιρο», είπε αυτάρεσκα η Κριστίν Λαγκάρντ.
Σωστό κι αυτό που είπε η Λαγκάρντ. Με τη διαφορά ότι ο Καντονά -κατά τεκμήριο ανίδεος από οικονομία- έχει αποδείξει την αξία του στο γήπεδο (και όχι μόνο σ’ αυτό, θα έλεγα). Αυτοί, πόσο έχουν αποδείξει την αξία τους στην οικονομία και την πολιτική; Κανονικά θα έπρεπε να είναι υπόλογοι για αληθινά εγκλήματα εις βάρος εκατομμυρίων ανθρώπων, για την έκβαση μιας πολιτικής και οικονομικής περιπέτειας που βάζει τις κοινωνίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας (τουλάχιστον αυτές) στον γύψο για «τουλάχιστον μισή γενιά», όπως προέβλεψε ο σύμβουλος του πρωθυπουργού Τομάζο Πάντοα Σκιόπα (και καλύτερη απόδειξη για του λόγου το αληθές, το πολυνομοσχέδιο του εργασιακού Μεσαίωνα). Θα έπρεπε να λογοδοτήσουν για την ανικανότητά τους να προβλέψουν τη χρηματοπιστωτική κρίση, να προστατεύσουν τις αποταμιεύσεις των ανθρώπων για τις οποίες υποτίθεται ότι ανησυχούν. Θα έπρεπε να τιμωρηθούν για την ευκολία με την οποία μετέτρεψαν τη χρηματοπιστωτική κρίση σε κρίση χρέους στην περιφέρεια της Ευρωζώνης (και όχι μόνο σ’ αυτήν). Θα έπρεπε να ελεγχθούν για τη συνενοχή τους στο έγκλημα του πιστωτικού συστήματος να κάνει χοντρό παιχνίδι με τα τοξικά επενδυτικά προϊόντα. Υπάρχει, εν ολίγοις, μια μακρά λίστα τεκμηρίων της ανικανότητάς τους να διαχειριστούν την κρίση. Η ανικανότητά τους στην οικονομία είναι τόσο αποδεδειγμένη, όσο αδιαμφισβήτητη είναι η ευστοχία του Καντονά στα γκολ. Αυτό το ξέρω κι εγώ ο ποδοσφαιρικά άσχετος.
Ίσως, όμως, δεν πρόκειται απλώς για ανικανότητα. Είναι κάτι παραπάνω. Είναι μια σχέση στοργής προς το πιστωτικό σύστημα που έχει χάσει τα τελευταία ίχνη δημιουργικής επίδρασης στην οικονομία και, αντιθέτως, έχει απελευθερώσει τις πιο καταστροφικές του δυνάμεις. Σχέση στοργής με το αζημίωτο, ενδεχομένως. Στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή ευδοκιμεί μια ιδιαίτερη συνομοταξία πολιτικών ζώων (κατά τον Αριστοτέλη) που είτε έχουν μια μακρά προϋπηρεσία σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, είτε εναλλάσσουν με ευκολία τους υπουργικούς τους θώκους με θέσεις ευθύνης σε «τοξικές» τράπεζες ή επιχειρήσεις με πυκνές σχέσεις με αυτές. Ένα ευρωπαϊκό «Ειδικό Δικαστήριο» του μέλλοντος ίσως φέρει στο φως ενδιαφέροντα στοιχεία για τη σχέση αυτή. Ίσως να βοηθήσει και η Wikileaks σ’ αυτό.
Προς επίρρωση αυτής της σχέσης στοργής, η ευρωπαϊκή νομενκλατούρα δεν ντράπηκε να δώσει στη δημοσιότητα τεκμήρια: όπως ανακοίνωσε η Κομισιόν, από την κορύφωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, το 2008, μέχρι σήμερα έχουν εγκριθεί εθνικά προγράμματα «σταθεροποίησης» ύψους 4,5 τρισ. ευρώ! Από αυτά, 2 τρισ. έχουν κανονικότατα εκταμιευτεί, έχουν δηλαδή καταλήξει στα ταμεία των τραπεζών είτε με μορφή εγγυήσεων, είτε δανείων, είτε εντελώς δωρεάν, με τη μορφή μιας εικονικής κρατικοποίησης. Βλέπετε; Λεφτά και υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη περισσότερα, τακτοποιημένα όμορφα στους ισολογισμούς των ευρωπαϊκών τραπεζών, κάποιες από τις οποίες επιστρέφουν συνάμενες κουνάμενες στην κερδοφορία, σαν να μη συνέβη τίποτα. Και πράγματι, μ’ αυτά τα λεφτά των Ευρωπαίων φορολογούμενων, το τραπεζικό σύστημα δεν κατέρρευσε. «Σώθηκαν οι καταθέσεις του κοσμάκη». Αλλά, τι θυσίασε ο «κοσμάκης» γι’ αυτό; Για να σώσει τη «νεκρή εργασία» που βρίσκεται απολιθωμένη στις αποταμιεύσεις του, καλείται να θυσιάσει τη «ζωντανή εργασία», το μόνο απτό εργαλείο επιβίωσης που διαθέτει: τη θέση εργασίας, έναν ελάχιστο ανεκτό μισθό, ένα πλαίσιο εργασιακής και κοινωνικής ασφάλειας, τους όρους ύπαρξης και αναπαραγωγής μιας ολόκληρης γενιάς. Ίσως γι’ αυτό απέτυχε ο Καντονά. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν έχει μπει απλώς στον κυτταρικό πυρήνα του κεφαλαίου, έχει μπει στις συνειδήσεις των ανθρώπων προκαλώντας μια θεμελιώδη στρέβλωση αξιών. Ο εικονικός, αποταμιευμένος πλούτος, η καταναλωτική απόλαυση που αναβάλλεται για το μέλλον, αίφνης έχουν αποκτήσει πολλαπλάσια, πλασματική δύναμη, δυναστεύοντας τον πλούτο που παράγεται και καταναλώνεται εδώ και τώρα. Τελικά, δεν έχουν χρηματιστικοποιηθεί μόνο η παραγωγή, οι εθνικές οικονομίες. Έχουν χρηματιστικοποιηθεί τα μυαλά των ανθρώπων.
Τι θα συνέβαινε αν οι κυβερνήσεις και οι τεχνοκράτες της οικονομίας αποφάσιζαν να μη σώσουν τις τοξικές τράπεζες; Τι θα συνέβαινε αν ο Καντονά έβαζε «γκολ» στο τραπεζικό σύστημα, αν συντελούνταν πράγματι μια μαζική «έφοδος στο γκισέ», όπως επανειλημμένα έχει συμβεί, όχι από ακτιβισμό και εχθρότητα για τις τράπεζες, αλλά από τον φόβο και τον πανικό των ανθρώπων για το υπέρτατο αγαθό του «απολιθωμένου πλούτου»; Τι θα συνέβαινε αν τον πανικό των αναλήψεων τον προκαλούσε η ίδια η αυτάρεσκη ευρωπαϊκή νομενκλατούρα με την αποδεδειγμένη αστοχία και απροθυμία της να βάλει γκολ στην κρίση; Και τι θα συνέβαινε αν τα 4,5 τρισ. ευρώ που διατέθηκαν για να «σωθούν οι αποταμιεύσεις του κοσμάκη» δίνονταν στον ίδιο τον «κοσμάκη» για να τα καταναλώσει, να βελτιώσει τους όρους ζωής του, να αποκτήσει καλύτερη και φθηνότερη πρόσβαση στα δημόσια αγαθά; Μπορεί να μην είχαμε αποφύγει καταρρεύσεις τραπεζών, αλλά πιθανότατα θα είχαμε αποφύγει τις καταρρεύσεις κρατών και κοινωνιών. Τις καταρρεύσεις που σήμερα προβάλλονται ως Η «λύση», ενώ είναι το νέο πρόβλημα. Γι’ αυτό και το επόμενο σουτ του Καντονά, ή όποιου άλλου θελήσει να τον μιμηθεί, ίσως δεν είναι άστοχο. Κι ίσως δεν στοχεύει μόνο στα γκισέ των τραπεζών, αλλά και στα λογιστήρια των εταιρειών. Εκτός κι αν οι ευρωκράτες προλάβουν και βάλουν αυτογκόλ. Παίζει κι αυτό.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (11/12/2010)
Ο ακραίος, ύστερος καπιταλισμός μπήκε εδώ και καιρό στην παρασιτική φάση του. Ο θεμελιώδης όρος διαιώνισής του είναι η ανοικτή βία που ασκεί στα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, την οποία η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, όσους ευφημισμούς και να εφεύρει («εκσυγχρονισμός», «ευελιξία», διά βίου μάθηση», «μεταρρύθμιση» κ.λπ), δεν μπορεί πια να συσκοτίζει. Δεν υπάρχουν «ευφημισμοί» για τους ανέργους, τους φτωχούς, τους αστέγους… για μια ολόκληρη ανθρωπότητα που εξαθλιώνεται και ματαιώνεται κοινωνικά. Και δεν υπάρχει πλέον τρόπος απόκρυψης του γεγονότος ότι ο καθημερινός μόχθος της μισθωτής εργασίας είναι, εντέλει, το μόνο πραγματικό αντίκρισμα της κερδοσκοπίας των τραπεζών. Των επενδυτικών ταμείων και των κάθε λογής «βιρτουόζων» της οικονομίας καζίνο.
Σταύρου Τομπάζου, «Φυγόκεντροι καιροί: η παγκόσμια οικονομική κρίση 2007, 2008, 2009…»
Σταύρου Τομπάζου, «Φυγόκεντροι καιροί: η παγκόσμια οικονομική κρίση 2007, 2008, 2009…»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη
Ή, π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...
-
ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ : Τ ο παρακάτω κείμενο κανονικά έπρεπε να είναι δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο Σαββατοκύριακου που κυκ...
-
(Το μπλογκ παρά λίγο να πεθάνει από απεργία γραφής. Μια προσπάθεια να το σώσω...) Από πολλές απόψεις χαίρομαι που υπάρχουν. Χα...
-
Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026 Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...