15/10/2011

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (15/10/2011)

Δεν ήξερα ακόμα πού βγάζει, τ’ απόγιομα της τελευταίας μέρας, μισήν ώρα πριν να βασιλέψει ο ήλιος. Κοπαδιαστά τον ανεβαίναμε τα στραβάδια. Μερικά είχαν κουρέψει κιόλας το κεφάλι τους – θες γιατί δεν μπιστευόντουσαν στους μπαρμπέρηδες του στρατοπέδου, θες γιατί στην πλατεία μπορούσες να παραγγείλεις να σου βάλουνε μια πλάκα κάτω απ’ τη μηχανή, και κέρδιζες ένα κάρτο του πόντου τρίχα, μπορεί και παραπάνω.
Μυστήριο η αγάπη που δείχνει στα μαλλιά του ο φαντάρος. Τις πρώτες μέρες χτενίζει με μανία τις κοντές τρίχες, να στρώσουνε. Κι ο τυχερός, που το τομάρι της κούτρας του είναι λαδερό και φουντώνει εύκολα, τ’ αναμετράει κάθε πέντε και λιγάκι με του συναδέλφου – σου ’ρχεται να του τα ξεριζώσεις...

Νίκου Κάσδαγλη,
«Κεκαρμένοι»

08/10/2011

Η πίτα του Μάλθους (8/10/2011)

«Για πολλά χρόνια ζούσαμε πέρα από τις δυνατότητές μας, κι αυτό πρέπει να σταματήσει», είπε η Μέρκελ σε μία από τις τελευταίες παρεμβάσεις της για τη σχεδιαζόμενη αλλαγή στο πακέτο της ευρωδιάσωσης ή ευρωκαταστροφής. Της Ελλάδας και όσων ενδεχομένως την ακολουθούν στην ουρά του Προκρούστη. Κάτι μας θυμίζει αυτό, το έχουμε ξανακούσει πολλές φορές τις τελευταίες δεκαετίες. Ήταν το βασικό επιχείρημα αιτιολόγησης κάθε πακέτου «σταθεροποίησης» και λιτότητας, από τα πολλά που έχουν εφαρμόσει την τελευταία τριακονταετία οι σοσιαλφιλελεύθερες κυβερνήσεις του Ελλαδιστάν. «Καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε». Το θυμάστε;

Αλλά είναι διαφορετικό να το ακούς από τη Μέρκελ, την ηγέτιδα μιας χώρας που επαίρεται πως έχει βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην ανάπτυξη και την ευημερία των ανθρώπων. Είναι μια επίσημη ανακήρυξη διαζυγίου ανάμεσα στην ανάπτυξη και την ευημερία. Η πρώτη δεν οδηγεί αναγκαστικά στη δεύτερη, μας λένε τώρα.

Περίεργο. Για πολλά χρόνια, οι γκουρού του καπιταλισμού εκπαίδευαν τις κοινωνίες στα φιλελεύθερα μαθηματικά της οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι μεταξύ προόδου, ανάπτυξης και ευημερίας υπάρχει μια συνάρτηση. Τα μεγέθη είναι ανάλογα. Υπάρχει μάλιστα το περίφημο λαϊκό επιχείρημα της πίτας, αγαπημένη καραμέλα στο στόμα πρωθυπουργών και υπουργών, ακόμη κι αυτών που υποστήριζαν ότι το θέμα της δικαιότερης κατανομής του πλούτου παραμένει στην ατζέντα, αλλά για κάποιο απώτατο μέλλον. Προς το παρόν, προέχει η αύξηση της πίτας. Για να υπάρξει αύξηση της ευημερίας και του εισοδήματος, πρέπει να υπάρξει αύξηση του πλούτου, έστω κι αν η κατανομή του συνεχίσει να γίνεται τρομακτικά άνισα, μας έλεγαν. Αλλά, κάλλιο πέντε και στο χέρι… Έτσι, για χρόνια οι κοινωνίες του ιστορικού καπιταλισμού, της Ευρώπης και της Αμερικής, αλλά και αυτές που προσχώρησαν καθυστερημένα στην οικονομία της αγοράς, καλούνταν να συμβιβάζονται με ένα μικρό κλάσμα της αύξησης του πλούτου που πετύχαιναν κάθε χρόνο. Για να το πούμε μ’ ένα παράδειγμα, αν η Κίνα, που εδώ και μια δεκαετία μεγεθύνεται με μέσο ρυθμό 10% τον χρόνο, εξασφάλιζε στους Κινέζους μιαν αντίστοιχη μέση αύξηση του εισοδήματός τους, η φράση «μισθοί Κίνας» δεν θα ήταν το συνώνυμο μιας οικονομικής κόλασης, αλλά ένας εργασιακός παράδεισός για όλους. Αυτό, φυσικά, δεν συνέβαινε ούτε στην Κίνα, αλλά ούτε στην Ευρώπη. Ωστόσο, κουτσά-στραβά τα εισοδήματα των εργαζομένων παρακολουθούσαν τη μεγέθυνση, αποσπώντας ένα μικρό κλάσμα τους. Πού πήγαιναν τα υπόλοιπα; Την απάντηση τη δίνει η τρομακτική διεύρυνση της ψαλίδας της ανισότητας. Οι κοινωνίες έπρεπε να συμβιβαστούν μ’ αυτή την πρόκληση, και σε γενικές γραμμές συμβιβάστηκαν. Κι έτσι ο καπιταλισμός αναδεικνυόταν σε αδιαμφισβήτητο πρωταθλητή της ιστορίας ως το σύστημα που είναι μεν άδικο, αλλά είναι το μόνο που υπόσχεται στους ανθρώπους μεγαλύτερη ευημερία.

Υπήρξε ένας άνθρωπος που από την πρώτη ακμή του καπιταλισμού, στα τέλη του 18ου αιώνα, αμφισβήτησε τη γραμμική σχέση προόδου - μεγέθυνσης - ευημερίας στον γενναίο, νέο κόσμο της αγοράς και του κέρδους. Ο Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους αντιπαράθεσε στην αισιοδοξία των φιλελεύθερων οικονομολόγων και στον «Πλούτο των εθνών» του Άνταμ Σμιθ το δυσοίωνο όραμά του για τη φτώχεια των εθνών. Στο έργο του «Δοκίμιο για την αρχή του πληθυσμού» εξέθεσε τη γενική ιδέα του ότι επειδή ο πλούτος των εθνών, η παραγωγή τροφίμων και πρώτων υλών αυξάνεται με αριθμητική πρόοδο, ενώ ο πληθυσμός αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, το σύστημα «στομώνει». Αδυνατεί να θρέψει όλους τους ανθρώπους. Αλλά, ευτυχώς, έλεγε ο Μάλθους, έρχονται οι τέσσερις Ιππότες της Αποκάλυψης, ο πόλεμος, οι αρρώστιες, το έγκλημα και η ανηθικότητα, και διορθώνουν την ανισορροπία, «καθαρίζοντας» όσους περισσεύουν. Κατά προτίμηση, τους «υπανθρώπους» του πληθυσμού: τους φτωχούς, τους αμόρφωτους, τους μαύρους…

Το τι άκουσε ο άνθρωπος, δεν λέγεται. Η θεωρία του Μάλθους για τον υπερπληθυσμό ερρίφθη στο πυρ το εξώτερον, όχι μόνο από τους προοδευτικούς φιλοσόφους και οικονομολόγους, αλλά κυρίως από τους φιλελεύθερους, που ακόμη και πριν από λίγα χρόνια θριαμβολογούσαν για την πανηγυρική διάψευση της μαλθουσιανής προφητείας. Ο καπιταλισμός, παρά τα ζιγκ ζαγκ του και τα σκοτεινά του διαλείμματα, απέδειξε ότι μπορεί να αυξάνει απεριόριστα την πίτα, κι ας έχει πενταπλασιαστεί η ανθρωπότητα από την εποχή του Μάλθους. Τι χαρά!

Μια στιγμή, όμως. Κάτι έχει αλλάξει εδώ. Για να γυρίσουμε σ’ αυτό που λέει η Μέρκελ, και είναι ουσιαστικά η νέα πολιτική που εγκαθιδρύεται ως μονόδρομος σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, τι σημαίνει «μέχρι τώρα ζούσαμε πέρα από τις δυνατότητές μας κι αυτό πρέπει ν’ αλλάξει»; Κάπως αλλιώς λειτουργεί το επιχείρημα της πίτας. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες, ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφοροποιήσεις και τους σκυλοκαβγάδες τους, υποστηρίζουν πια ότι, για να αυξηθεί η πίτα, πρέπει όλοι (δηλαδή, όχι ακριβώς όλοι, εξαιρείται φυσικά το μικρό, ελάχιστο στρώμα της νέας πλουτονομίας, το 1% που θα απολαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος του πλούτου) να τρώμε όλο και μικρότερο κομμάτι της πίτας. Αυτός ορίζεται ως νέος όρος αποτροπής της ύφεσης και επιστροφής στην ανάπτυξη. Ισόβια, αιώνα λιτότητα. Αυτό επιδιώκεται να ενσωματώσουν ως θεμελιώδη «συνταγματική» αρχή της Ευρωζώνης οι υπό αναθεώρηση ευρωπαϊκές συνθήκες, οι συμφωνίες για την οικονομική διακυβέρνηση και οι νέοι όροι «διάσωσης» μιας χώρας σε κρίση. Κι αυτό διαμορφώνει την Ευρωζώνη ως το πιο αντιδραστικό, ακραία νεοφιλελεύθερο μόρφωμα της καπιταλιστικής υφηλίου.

Αυτό είναι μια επίσημη αποκήρυξη της ισχύουσας μέχρι σήμερα αστικής συνθήκης της προόδου, που συναρτά την ευημερία των ανθρώπων με την ανάπτυξη, τη μεγέθυνση του πλούτου. Αλλά αυτό το «διαζύγιο» συνοδεύεται μ’ ένα «γάμο». Με την πανηγυρική επιστροφή του αποκηρυσσόμενου μέχρι χθες Μάλθους, έστω και με κάποιες προσαρμογές. Γιατί στην πραγματικότητα το νέο δόγμα «προόδου» λέει ότι, για να αυξηθεί ο κοινωνικός πλούτος, η πίτα που λέγαμε, πρέπει όχι μόνο να μειωθούν τα κομμάτια που δικαιούται έκαστος, αλλά να μειωθούν και οι δικαιούχοι των κομματιών. Εν ολίγοις, ν’ αραιώνουμε σιγά σιγά. Ολόκληρα τμήματα πληθυσμού τίθενται εκτός του νέου «σχεδίου» ευημερίας και ανάπτυξης. Δεν θα γευτούν τίποτα από την πίτα. Οι άνεργοι περισσεύουν, καθώς τα επιδόματα μπαίνουν στη λαιμητόμο της λιτότητας. Το ίδιο κι όσοι αδυνατούν να παρακολουθήσουν τον μαραθώνιο της διά βίου κατάρτισης και επανακατάρτισης, να προλάβουν το τεχνολογικό σπριντ των επιχειρήσεων. Περισσεύουν κι οι φτωχοί, καθώς τα προνοιακά επιδόματα μπαίνουν στο εργαστήριο του «εξορθολογισμού», με τάση να καταργηθούν, γιατί συντηρούν «τεμπέληδες» και «νωθρούς» ανθρώπους. Περισσεύουν κι οι ηλικιωμένοι, που έχουν την επιλογή ή να δουλεύουν μέχρι βαθέος γήρατος ή να πέσουν στον Καιάδα ενός ισχνού συνταξιοδοτικού συστήματος. Περισσεύουν κι οι νέοι, που, αφού δεν τους χωράει η Ελλάδα ή η Ευρώπη, καλό θα είναι να μεταναστεύσουν στους νέους αναπτυξιακούς παραδείσους που ανακαλύπτει το κεφάλαιο. Περισσεύουν ολόκληρες χώρες που πνίγονται σε ωκεανούς χρεών προς τη διεθνή τοκογλυφία και πρέπει να υπάρχουν όσο να τα αποπληρώνουν, σε χρήμα ή σε είδος, κουρεμένα ή ακούρευτα. Περισσεύει και η εθνική κυριαρχία, μια επικίνδυνη ελευθερία σε χώρες επιρρεπείς σε δημοσιονομικές ανισορροπίες και ελλείμματα. Περισσεύει και η δημοκρατία, μια περιττή πολυτέλεια για κοινωνίες που αδυνατούν να τη συγχρονίσουν στις ανάγκες των αγορών. Περισσεύουν ακόμη και ολόκληρες ήπειροι, όπως η Αφρική, με δεκάδες χώρες εκτός αναπτυξιακού άτλαντα, σ’ έναν αργό θάνατο από πόλεμο, αρρώστια, εγκληματικότητα και ανηθικότητα. Γιατί, οι κατά Μάλθους Τέσσερις Ιππότες της Αποκάλυψης επιστρατεύονται κι αυτή τη φορά για να υπηρετήσουν το νέο σχέδιο καπιταλιστικής «προόδου» και ανακατανομής της πίτας σε όλο και λιγότερους δικαιούχους.

Ο πόλεμος είναι ένα ανοικτό ενδεχόμενο κατάληξης της παγκόσμιας κρίσης χρέους, αν οι πολιτικές ηγεσίες αποτύχουν πλήρως να βρουν ένα νέο σημείο ισορροπίας, έναν συμβιβασμό με τη χρηματοπιστωτική δικτατορία. Η αρρώστια είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος, με δεδομένη την υποβάθμιση των δημοσίων συστημάτων υγείας, την ιδιωτικοποίησή τους και τη δυσκολία των πολιτών να αντέξουν το όλο και υψηλότερο κόστος των υγειονομικών υπηρεσιών. Η εγκληματικότητα είναι ο καρπός της διευρυνόμενης φτώχειας στην οποία καταδικάζεται ένα επικίνδυνα διογκούμενο τμήμα του πληθυσμού. Και η ανηθικότητα είναι το επιστέγασμα όχι μόνο της κοινωνικής αποσάθρωσης, αλλά και της άλωσης του κράτους από πιστωτές και τυχοδιώκτες του κέρδους.

Αυτά όλα δεν είναι σχήμα λόγου. Συνέβησαν, άλλωστε, αρκετά πρόσφατα για να τα αγνοούμε. Συνέβησαν στη μισή Ευρώπη, όταν η κατάρρευση του ανύπαρκτου σοσιαλισμού έδωσε τη θέση του σε μια πολύχρονη περίοδο εθνικιστικών εντάσεων και τοπικών συρράξεων, εφόδου των ολιγοκρατών στο κράτος και τον πλούτο του, κατεδάφισης των κοινωνικών υπηρεσιών, εγκαθίδρυσης βασιλείων εγκληματικότητας και μαφίας, μαζικής μετανάστευσης του πληθυσμού στη Δύση, όπου γεύτηκαν μια κατάσταση δουλείας, αθλιότητας και ταπείνωσης.

Αυτά μας περιμένουν με τον νέο μαλθουσιανικό κανόνα της πίτας. Είμαστε ανεπιθύμητοι συνδαιτυμόνες στην κατανάλωσή της. Οπότε μπορούμε κάλλιστα να προσφύγουμε στη λαϊκή θυμοσοφία: από πίτα που δεν τρώμε, τι μας μέλει κι αν καεί; Ας καεί, λοιπόν, ας καεί.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (8/10/2011)

Αυτό που συμβαίνει είναι από κάθε άποψη ένα έγκλημα εναντίον της ανθρωπότητας, και υπ’ αυτή την προοπτική πρέπει να αναλυθεί στα δημόσια φόρα και στις συνειδήσεις. Δεν είναι υπερβολή. Εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας δεν είναι μόνο οι γενοκτονίες, οι εθνοκτονίες, τα στρατόπεδα θανάτου, τα βασανιστήρια, οι επιλεκτικές δολοφονίες, οι λιμοί που προκαλούνται εσκεμμένα, οι μαζικές επιμολύνσεις, οι εξευτελισμοί ως μέθοδος καταστολής της ταυτότητας των θυμάτων. Έγκλημα εναντίον της ανθρωπότητας είναι επίσης αυτό που οι χρηματοπιστωτικές και οικονομικές εξουσίες, με την ενεργό ή σιωπηλή συνενοχή των κυβερνήσεων, εν ψυχρώ διέπραξαν εναντίον εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, που απειλούνται να χάσουν ό,τι τους έχει απομείνει, το σπίτι και τις οικονομίες τους, αφού έχουν χάσει τη μοναδική και πολύ συχνά ισχνή πηγή εισοδήματος, δηλαδή τη δουλειά τους… Λέγοντας «Όχι στην ανεργία», ανακόπτουμε την αργή αλλά αμείλικτη γενοκτονία στην οποία το σύστημα καταδικάζει εκατομμύρια ανθρώπους. Ξέρουμε πως μπορούμε να βγούμε απ' αυτή την κρίση, ξέρουμε πως δεν ζητάμε το φεγγάρι. Και ξέρουμε πως έχουμε φωνή για να τη χρησιμοποιήσουμε. Μπροστά στην υπεροψία του συστήματος, επικαλούμαστε το δικαίωμά μας στην κριτική και στη διαμαρτυρία. Εκείνοι δεν τα ξέρουν όλα. Έπεσαν έξω. Μας εξαπάτησαν. Δεν δεχόμαστε να είμαστε τα θύματά τους.
Ζοζέ Σαραμάγκου, «Το τελευταίο Τετράδιο»

01/10/2011

Μικροί εμφύλιοι…(1/10/2011)

Συνέβη σε ένα από τα δεκάδες σχολεία της Αθήνας που τελούν υπό κατάληψη. Το μεταφέρω με την οπτική ενός ψυχρού παρατηρητή (αν και, στην πραγματικότητα, είχα κι εγώ μια σχετικά θερμή εμπλοκή). Το σχολείο, λοιπόν, υπό κατάληψη με απόφαση της συνέλευσης των μαθητών, απόφαση που εμπεριέχει το γνώριμο μείγμα αντίδρασης στην εικόνα διάλυσης που εμφανίζουν έτσι κι αλλιώς τα σχολεία, εφηβικής οργής για όσα συμβαίνουν στη χώρα, πολέμου γενεών γιατί οι έφηβοι βλέπουν στους γονείς ή στους καθηγητές την εγγύτερη σ’ αυτούς εξουσία, και φυσικά χαβαλέ. Αφύσικο θα ’ταν να λείπει στην ηλικία τους – οι μέρες ακόμη είναι ακόμη ηλιόλουστες, οι αίθουσες διδασκαλίας καταθλιπτικές, το μάθημα βαρετό κι η χρησιμότητά του θολή στο κεφάλι των παιδιών, όταν οι ειδήσεις, οι εικόνες, οι οικογενειακές συζητήσεις, η βουή της κοινωνίας εκπέμπουν μηνύματα απελπισίας για ένα μέλλον βουτηγμένο στη χρεοκοπία.

Μια ομάδα γονιών δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδέα του κατειλημμένου σχολείου, με τα λουκέτα στις πόρτες, τις αίθουσες άδειες, κάποια θρανία σπασμένα και τα περισσότερα παιδιά στο σπίτι, μεταξύ τηλεόρασης και υπολογιστή. Κι αποφασίζει «να πάρει την κατάσταση στα χέρια της». Ένα πρωί, πουρνό πουρνό, σπάζουν τα λουκέτα, ανοίγουν τις πόρτες του σχολείου, ζητούν από τον διευθυντή να χτυπήσει το κουδούνι για να μπουν οι μαθητές στις τάξεις. Τα παιδιά στην αρχή μπερδεύονται, μπαίνουν σε δίλημμα, διασπώνται, κάποια μπαίνουν στις τάξεις, κάποια άλλα διαμαρτύρονται γιατί παραβιάζεται η απόφασή τους, μένουν έξω από τις τάξεις σε μια άτυπη αποχή, ανοίγουν πηγαδάκια με γονείς, αρχίζουν έντονες συζητήσεις. Τα παιδιά λένε τα επιχειρήματά τους, άλλα υποτυπώδη και στερεότυπα, άλλα καίρια, φαρμακερά – «ξέρατε από τις αρχές του Σεπτέμβρη ότι τα σχολεία θ’ ανοίξουν και για εβδομάδες δεν θα έχουμε βιβλία. Γιατί σαν γονείς δεν κάνατε τίποτα; Γιατί ήρθατε τώρα, που κάνουμε κατάληψη;», ρωτούσαν τους γονείς. Οι γονείς, διχασμένοι κι αυτοί, οι πιο θερμόαιμοι μιλούσαν για «πέντε αλητάμπουρες που υποκινούν τα παιδιά», για αστυνομίες και εισαγγελείς ανηλίκων – πριν καν κινητοποιηθεί ο Άρειος Πάγος για «τέλεση αδικημάτων». Υποδαύλιζαν και κάποιοι καθηγητές με μπηχτές «σιγά μη θέλουν βιβλία αυτοί, μήπως τ’ ανοίγουν και ποτέ;». Οι πιο ψύχραιμοι γονείς προσπαθούσαν να βρουν σημεία ισορροπίας, «μήπως να βρείτε μια άλλη μορφή αγώνα, γιατί να χάνετε μάθημα, γιατί να αφήνετε τα παιδιά των ιδιωτικών να τρέχουν μπροστά, πώς θα τα ανταγωνιστείτε;». «Δεν θέλουμε να ανταγωνιστούμε κανέναν, δεν έχουμε μέλλον, δεν το βλέπετε;», απαντούσαν κάποια παιδιά. Τέτοιες στιχομυθίες έγιναν πολλές έξω από το σχολείο στη διάρκεια αυτών των μικρών «εμφυλίων» γονιών με γονείς, μαθητών με μαθητές, γονιών με μαθητές, και κάποια στιγμή παραλίγο να γίνει κανονική σύρραξη όταν εμφανίστηκε μαινόμενος νεαρός που έλουσε τους γονείς ως «μικροαστούς φασίστες» που δεν αφήνουν τα παιδιά να κάνουν την κατάληψή τους, και προσφέρθηκε να τους προσφέρει καινούργια λουκέτα, να ξανακλείσουν τις πόρτες και ν’ αφήσουν τους γονείς στους καναπέδες τους, τους «αγάμητους νοικοκυραίους που καλά τους κάνουν και τους απολύουν ή τους κόβουν τους μισθούς». Κι εκεί έπαιξε κι ένας τσαμπουκάς, και κλήση Αστυνομίας, και απειλές για εισαγγελείς ανηλίκων πάλι, μέχρι που μεσημέριασε κι ο «εμφύλιος» έκανε διάλειμμα για φαγητό…

Σοκ και αμηχανία. Αυτά ήταν τα συναισθήματα που συνέλαβα στον εαυτό μου, κατά τον απολογισμό αυτού του περιστατικού που, πιθανότατα, έχει συμβεί δεκάδες φορές σε δεκάδες σχολεία όλης της χώρας τις τελευταίες μέρες. Και το σοκ δεν αφορούσε τόσο το γεγονός ότι αυτά συνέβησαν στο ευαίσθητο «γήπεδο» ενός σχολείου, όσο το γεγονός ότι έβλεπα στη μικροκλίμακα μιας μίνι, τοπικής κρίσης, την πραγματική απειλή για την εξέλιξη της μεγάλης, της σούπερ κρίσης. «Βοήθα, καλέ μου, μη φαγωθούμε μεταξύ μας…», που λέει και το τραγούδι. Στη μικρή ανθρωπογεωγραφία του σχολείου μιας μάλλον μικροαστικής γειτονιάς της Αθήνας προβλήθηκαν σε λίγες ώρες όλα τα στερεότυπα και οι κοινωνικοί αυτοματισμοί μιας κοινωνίας που ωθείται βίαια σ’ ένα τέλμα. Θυμώνει, πασχίζει, χτυπιέται, αλλά δεν ξέρει τι της φταίει, ποιος της φταίει, με ποιον να τα βάλει.

Τα σχολεία παραμένουν χωρίς βιβλία, με τεράστιες ελλείψεις και κενά σε υποδομές και προσωπικό, κανείς δεν ξέρει αν θα έχουν να βάλουν πετρέλαιο τον χειμώνα, κι όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό δεν είναι το μεγάλο άλμα προς το ψηφιακό σχολείο, δεν είναι η «ατσαλιά» του Ελεγκτικού Συνεδρίου που δεν ενέκρινε έγκαιρα το κονδύλι για το χαρτί, αλλά είναι το χέρι της τρόικας και των πιστωτών που κλείνει τη στρόφιγγα για παροχές που μέχρι χθες θεωρούσαμε αυτονόητες. Γίνεται στα σχολεία -και θα γίνει ακόμη χειρότερο-, γίνεται στα νοσοκομεία, γίνεται σε κάθε υπηρεσία που παρέχει δημόσια αγαθά τα οποία βρίσκονται σε διαδικασία ακρωτηριασμού. Η αγωνία της δόσης των 8 δισ. ευρώ, από την οποία υποτίθεται ότι κρέμεται η τύχη της χώρας, έχει παραλύσει την κυβέρνηση – πλην Βενιζέλου, που φορολογεί ή περικόπτει κάθε υποψία εισοδήματος. Αλλά παραλύει και το κράτος μέχρι και τ’ ακροδάχτυλά του, αυτή τη σκουριασμένη μηχανή που χρειάζεται να λειτουργήσει, έστω και με τις αναπηρίες της, για να μην παραδοθούμε σ’ ένα χάος. Αλλά, πώς ν’ αποφευχθεί αυτό όταν δεν υπάρχει κοινωνικό στρώμα, επαγγελματική κατηγορία, τάξη που να μη δέχεται μια μικρή ή μεγάλη επίθεση από κυβέρνηση και τρόικα; Συγκοινωνίες νεκρές, εφορίες κλειστές -αχρείαστες να ’ναι-, υποψήφιοι «έφεδροι» στους δρόμους, δημόσιοι υπάλληλοι καταληψίες υπουργείων, ακόμη κι ένστολοι που απειλούν να σταματήσουν να δέρνουν τους διαδηλωτές (οποία απειλή!), επαγγελματίες στα κλαριά, πανεπιστήμια κατειλημμένα, πάνω από 12.000 Έλληνες συνωθούνται να πάρουν μέρος στα ενημερωτικά σεμινάρια για μετανάστευση στην Αυστραλία – με την ευχή μας, λένε οι αρμόδιοι υπουργοί, καλό ταξίδι και να μας γράφετε, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε να σας διευκολύνουμε, να φύγετε, παιδιά, να φύγετε, αφού δεν σας κρατάει τίποτα εδώ. «Δεν έχουμε μέλλον», λένε κι οι καταληψίες μαθητές, ανυποψίαστοι περί Αυστραλίας ή Νέας Ζηλανδίας, αλλά ακούνε τόσα για την ίδια τους τη χώρα, που τους είναι αρκετά. Η Ελλάδα δεν στραγγίζει κυρίως από χρήμα. Στραγγίζει από ελπίδα.

Αλλά, αυτό το στράγγιγμα της ελπίδας, στο ζαλισμένο από δυσοίωνους εξαγγέλους και κακές ειδήσεις μυαλό μας, φιλτράρεται μέσα από εγωισμούς, ατομισμούς, ιδιοτέλειες, ιδεολογικές εμμονές, κοινωνικούς αυτοματισμούς, αυτοσχέδιες επαναστάσεις, τηλεοπτικά στερεότυπα, προκάτ επιχειρήματα. Ο εργαζόμενος του μετρό δεν μ’ αφήνει να πάω στη δουλειά, ο ταξιτζής μού κλείνει τον δρόμο, ο λαδιάρης εφοριακός μού φταίει που βρέχει εκκαθαριστικά με έκτακτες εισφορές, φταίει κι ο καθηγητής που μάλλον θέλει να λουφάρει και τα παιδιά δεν μπαίνουν στις τάξεις, φταίνε και λίγα κωλόπαιδα -ποιος ξέρει τι γονείς τα ’χουν παρατημένα κι ασύδοτα- που δεν αφήνουν το παιδί μου να μάθει γράμματα, φταίνε κι οι «υποκινητές» (Οι κνίτες; Οι μπαχαλάκηδες; Οι συριζαίοι; Μήπως είναι τίποτα αλβανόπουλα;), φταίνε κι οι αργόσχολοι συνάδελφοι που γίνονται απολύσεις, φταίνε κι οι πουλημένοι συνδικαλιστές που το παρατραβάνε κι ερεθίζουν τους εργοδότες, φταίω κι εγώ, φταις κι εσύ, ας πλακωθούμε μεταξύ μας, κι ας αφήσουμε τον Βενιζέλο να ψάχνει να συλλάβει τον Πάγκαλο που δεν θα πληρώσει τον φόρο για τα ακίνητά του, αποκλείεται να τον βρει, θα τον χάσει όπως έχασαν τον Ψωμιάδη.

Κι έτσι, χάνεται η συνολική εικόνα, σκορπίζουν τα κομμάτια του παζλ, κι ο καθένας αρπάζει το κομμάτι που του αναλογεί και το σκίζει, το ποδοπατάει, το καίει. Χιλιάδες μικροί εμφύλιοι διεξάγονται κάθε μέρα σε σχολικές αυλές, δημόσιες υπηρεσίες, χώρους δουλειάς, ελάχιστοι απ’ αυτούς βγαίνουν στις ειδήσεις, άνθρωποι που κατά κανόνα είναι στην ίδια πλευρά, αυτή των θυμάτων της τρομοκρατίας των πιστωτών, εκτονώνουν την οργή και τη σύγχυσή τους σε εαυτούς και αλλήλους. Και οι ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί της κοινωνικής αποσάθρωσης μένουν στο απυρόβλητο, πιστωτές-καταληψίες της εξουσίας, της κρατικής κυριαρχίας, καταληψίες της ελπίδας και της συλλογικής συνείδησης μιας κοινωνίας που ακόμη ψάχνει την έξοδο κινδύνου. Και φοβάμαι τον πανικό, τον συνωστισμό και το ποδοπάτημα όταν την ανακαλύψει.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ (1/10/2011)

… Το να ισοπεδώνεις τα βουνά είναι μια σκέψη καλή, όχι μια σκέψη γελοία. Εγώ ψηφίζω Σιγκαλιόφ! Δεν χρειάζεται μόρφωση, και αρκετά με την επιστήμη! Και χωρίς την επιστήμη έχουμε υλικό για χίλια χρόνια, αλλά θα πρέπει να εδραιώσουμε πρώτα την υποταγή. Ένα πράγμα μόνο λείπει στον κόσμο: η υποταγή. Η δίψα για μόρφωση από μόνη της είναι δίψα αριστοκρατική. Μπαίνει στη μέση και λίγη οικογένεια ή λίγη αγάπη, και νά σου κι η επιθυμία για ιδιοκτησία. Θα καταπνίξουμε την επιθυμία. Θα βάλουμε μπρος το ποτό, τη συκοφαντία, την κατάδοση. Θα καλλιεργήσουμε μια ανήκουστη διαφθορά. Θα πνίξουμε εν τη γενέσει της κάθε διάνοια. Όλα θα τείνουν προς το ένα και ουσιώδες, την ισότητα… Αναγκαίο είναι μόνο το αναγκαίο, να ποιο είναι το σύνθημα της υδρογείου από δω και στο εξής. Χρειάζεται, όμως, και η ανατριχίλα. Περί αυτού θα φροντίσουμε εμείς, οι κυβερνήτες. Οι δούλοι πρέπει να έχουν κυβερνήτες. Απόλυτη υποταγή, απόλυτο σβήσιμο της προσωπικότητας, αλλά μια φορά στα τριάντα χρόνια ο Σιγκαλιόφ εξαπολύει και την ανατριχίλα, κι αρχίζουν αίφνης όλοι να κατασπαράσσουν ο ένας τον άλλο, μέχρι ενός σημείου, αποκλειστικά και μόνο για να μη μας πλήττουν. Η πλήξη είναι ένα αίσθημα αριστοκρατικό. Η επιθυμία και το πάθος είναι για μας, ενώ για τους δούλους είναι ο σιγκαλιφισμός.

Φιοντόρ Ντοστογιέφκσι, «Οι Δαιμονισμένοι»

Μικρή στατιστική της μεγάλης λεηλασίας

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 26/10/2026   «Λεηλασίες και συλλήψεις». Είναι οι λέξεις που κυριαρχούν στα δελτία ειδήσεων, στις ανταποκρίσεις και σ...