14/05/2012

Οι καταθέσεις, η ευθανασία και οι μέλισσες

(Από τη στήλη "Ελεύθερος Σκοπευτής", Επενδυτής, 12/5/2012)

Αν μη τι άλλο, θα ζήσουμε μια ενδιαφέρουσα εποχή. Για καλό ή για κακό, θα δείξει. Αλλά, επειδή εκ των πραγμάτων η εποχή αφορά ένα ιστορικό αίτημα επανίδρυσης και επαναθεμελίωσης- του κράτους, του κοινωνικού σχηματισμού, του οικονομικού μοντέλου, της ταυτότητάς μας, της ίδιας της χώρας, αλλά και της «κοινής λογικής»,– θα επιστρέψουμε αναγκαστικά σε μια συζήτηση για τα θεμελιώδη: ατομική ελευθερία και συλλογικό συμφέρον. Ιδιοκτησία και κοινωνικά αγαθά. Αγορά και κράτος. Ευρώπη και Ελλάδα.
Η συζήτηση έχει ήδη ανάψει.

Αίφνης, την εβδομάδα που πέρασε, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, σε συνέντευξή του σε ραδιοφωνικό σταθμό, υποστήριξε ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα εγγυηθεί τις καταθέσεις των πολιτών, αλλά ταυτόχρονα θα τις αξιοποιήσει για την ανάπτυξη. «Θα χρησιμοποιήσετε τα δικά μας λεφτά;» ρώτησε περίπου εμβρόντητος ο δημοσιογράφος. Η απάντηση ήταν καταφατική. Πολλοί ανεβήκαν στα κλαδιά και στα κεραμίδια, με μια υπόνοια ότι η τοποθέτηση παραπέμπει σε ένα είδος «δήμευσης» περιουσιακών στοιχείων, κρατικοποίησης της ιδιοκτησίας. Κι ακολούθησαν διορθώσεις, διευκρινίσεις, αναδιπλώσεις.

Στην πραγματικότητα ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ δεν είπε τίποτα παραπάνω από όσα λένε, απλώς με πιο τεχνικό και δυσανάγνωστο λεξιλόγιο, οι εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, της Κομισιόν, της τρόικας, του ΔΝΤ και ποικίλων άλλων ελληνικών ή ευρωπαϊκών οργανισμών κάθε φορά που επιχειρούν να συνδέσουν την ανάγκη στήριξης του τραπεζικού συστήματος με την ανάπτυξη. «Πρέπει να ενισχύσουμε τη ρευστότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για να ενισχυθεί η πραγματική οικονομία», λένε όλοι σε παραλλαγές και με αποχρώσεις.

Πρόκειται, φυσικά, για την απόλυτη κοινοτοπία. Αυτή είναι η δουλειά των τραπεζών. Να διοχετεύουν τις αποταμιεύσεις των πολιτών σε υγιή δάνεια για επένδυση, κατανάλωση, αγορά περιουσιακών στοιχείων. Αυτό, άλλωστε, δεν ήταν και αφετηρία της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007, που εξελίχθηκε σε κρίση κρατικού χρέους για την Ελλάδα, την Ευρώπη κι όλο τον καπιταλιστικό κόσμο; Απλώς οι τράπεζες δεν έκαναν την υποτιθέμενη δουλειά τους. Έπαιρναν τα χρήματα των αποταμιευτών, αλλά αντί να τα διοχετεύουν σε πραγματικές επενδύσεις και σε υγιή κατανάλωση, τα «στοιχημάτιζαν» σε χρηματοπιστωτικό τζόγο για να αυξήσουν τις υπεραξίες τους. Δηλαδή, οι τράπεζες προέβαιναν σε ένα είδος «απαλλοτρίωσης» των αποταμιεύσεων των πολιτών, καθιστώντας τις τελικά επισφαλείς. Χρειάστηκε να διοχετευτούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια και ευρώ, χρήματα των φορολογουμένων, για να διασωθεί το απείκασμα των αποταμιεύσεων στους λογαριασμούς των πολιτών.

Στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι η απόκλιση, αλλά ο άρρωστος ιδρυτικός κανόνας του τραπεζικού συστήματος. Από τη στιγμή που τα κράτη άρχισαν να εκχωρούν στις τράπεζες το δικαίωμα να δημιουργούν και να παρέχουν χρήμα που δεν διαθέτουν, με αντίκρισμα το χρήμα που τους εμπιστεύονται ανυποψίαστοι αποταμιευτές, η κατάθεση έχει καταστεί ένα αγαθό υπό απαλλοτρίωση. Οι καταθέσεις μας θεωρητικά μόνον υπάρχουν, και είναι διαθέσιμες και με τόκο. Αλλά υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα τις ζητήσουμε. Τουλάχιστον όχι όλοι και προ παντός όχι ταυτόχρονα.

Θυμάστε τον Ερίκ Καντονά; Θυμάστε την απόπειρά του να «σκοράρει» κατά των τραπεζών προ διετίας, απευθύνοντας έκκληση στους Γάλλους και λοιπούς Ευρωπαίους να επιχειρήσουν αυθημερόν μια μαζική έφοδο στα γκισέ των τραπεζών; Να τις στραγγίξουν από αποταμιεύσεις με ένα ψύχραιμο και αποφασιστικό bank run; Η έκκλησή του είχε αντιμετωπιστεί με σαρκασμό, αλλά και με μια υπόρρητη αγωνία, από τη Λαγκάρντ ή τον Γιούνκερ. Το bank run του Καντονά απέτυχε. Αλλά οι τράπεζες συνέχισαν να στραγγίζουν από ρευστότητα που αντιστοιχεί στις αποταμιεύσεις των πολιτών. Παρά τις «εφόδους» στους μισθούς και στα εισοδήματά τους (κι αυτό «κατάσχεση ιδιοκτησίας» δεν είναι;) Η ορθή απάντηση, λοιπόν, στον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν απλώς ότι λεφτά δεν υπάρχουν. Έχουν ήδη απαλλοτριωθεί.

Όσα, πάντως υπάρχουν- όσο κι αν κανείς αισθάνεται δέος στην ιδέα ότι τα χρήματά του δεν βρίσκονται ασφαλή στα τραπεζικά θησαυροφυλάκια- κάπως πρέπει ν’ αξιοποιηθούν. Ακόμη κι όσοι αισθάνονται εαυτούς πολύ φιλελεύθερους για να το ανεχτούν, μπορούν να ανατρέξουν στον «πατέρα» του φιλελευθερισμού Άνταμ Σμιθ, φανατικό οπαδό του δικαιώματος των τραπεζών να εκδίδουν δικό τους χρήμα. Συγκρίνοντας το χρήμα, και ιδιαίτερα τον χρυσό και το ασήμι με «μεγάλο δρόμο, ο οποίος ενώ χρησιμεύει για την κυκλοφορία και την μεταφορά στην αγορά όλων των ζωοτροφών και των σιτηρών της χώρας, ο ίδιος δεν παράγει ούτε ένα σπυρί σιτηρών, ούτε ένα φυλλαράκι χλόης», ο Άνταμ Σμιθ φρονεί ότι «οι εργασίες μιας συνετής τράπεζας, ανοίγοντας ένα είδος λεωφόρου στους αιθέρες, προσφέρουν στη χώρα την ευκαιρία να μετατρέψει ένα μεγάλο μέρος των μεγάλων δρόμων της σε εύφορα βοσκοτόπια και σιτοβολώνες, και κατ’ αυτόν τον τρόπο να αυξήσει σε σημαντικό βαθμό το ετήσιο προϊόν της γης και της εργασίας της».


Μπορεί κανείς να επιστρατεύσει, ακόμη περισσότερο, τον Κέινς, που στη θεωρητική μάχη του κατά της αποταμίευσης, υπέρ των αποτρεπτικών, χαμηλών επιτοκίων και υπέρ μιας γενναιόδωρης χρηματοδότησης των επενδύσεων και της κατανάλωσης, εισηγείται την εξαιρετικά αντιδημοφιλή για τους φιλότιμους αποταμιευτές «ευθανασία του ραντιέρη», άρα και του αποταμιευτή. Υποθέτουμε ότι αν ένας Κέινς εμφανιζόταν στην Ελλάδα της μνημονιακής ύφεσης 5%-6% και υποστήριζε κάτι τέτοιο, μερικοί θα ζητούσαν τη δημόσια εκτέλεσή του στο Σύνταγμα. Οπότε απομένει η μνημονιακή ευθανασία των μισθωτών.



Για όσους αισθάνονται, πάντως, ακόμη πιο φιλελεύθεροι από τον πατέρα του φιλελευθερισμού Άνταμ Σμιθ ή από τον υπεράνω αντικαπιταλιστικής υποψίας Κέινς, υπάρχουν και χειρότερα. Στις αρχές του 18ου αιώνα, ο Μπέρναρντ Μάντβιλ, εξοργισμένος από τις κυβερνητικές πιέσεις υπέρ της λιτότητας και της ενάρετης αποταμίευσης, δημοσιεύει τον σατιρικό «Μύθο των Μελισσών» και το αλληγορικό του ποίημα «Η γκρινιάρα κυψέλη ή οι απατεώνες που έγιναν τίμιοι». Εκεί περιγράφει τον οικονομικό θάνατο μιας ευημερούσας κοινότητας που εγκαταλείπει τη σπατάλη για να τονωθεί η αποταμίευση. Ιδού η κατάληξή της:

«Τώρα, σκέψου την ένδοξη κυψέλη και δες πώς τιμιότητα και εμπόριο συμπορεύονται./
Η επίδειξη εξαλείφθηκε, εξανεμίστηκε. / Η εικόνα εντελώς άλλαξε, γιατί δεν είναι μόνο εκείνοι που έφυγαν, οι οποίοι ξόδευαν τεράστια ποσά/ αλλά και τα πλήθη που ζούσαν απ’ αυτούς,/ υποχρεώθηκαν επίσης να εξαφανιστούν./ Μάταια τώρα στρέφονται σε άλλες δουλειές. Παντού υπάρχει κορεσμός./ Η τιμή της γης και των σπιτιών πέφτει,/ μυθικά παλάτια, που οι τοίχοι τους, όπως εκείνοι των Θηβών, χτίστηκαν με παιχνίδια, προφέρονται για ενοικίαση./ Τα οικοδομικά επαγγέλματα καταστράφηκαν τελείως/ βιοτέχνες δεν εργάζονται./ Κανένας κεραμοτεχνίτης δεν φημίζεται πλέον για την τέχνη του, οι λιθοκόφτες και οι γλύπτες δεν μνημονεύονται πια…/
Μόνο η αρετή δεν εξασφαλίζει για τα έθνη μεγαλόπρεπη ζωή./ Εκείνοι που θα αναβιώσουν ένα χρυσό αιώνα πρέπει να είναι ελεύθεροι,/τόσο για την ασωτία όσο και για την τιμιότητα».

Θυμίζει κάτι η περιγραφή; Ας τη σκεφτούμε την επόμενη φορά που θα ανησυχήσουμε περισσότερο για τις αποταμιεύσεις μας παρά για τα ερείπια που σωρεύονται γύρω μας.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Η μεγάλη τέχνη να κάνεις ένα έθνος ευτυχισμένο και να ευημερεί συνίσταται στην προσφορά σε όλους μιας ευκαιρίας απασχόλησης, πράγμα που σημαίνει να μπορεί η κυβέρνηση να προάγει μια μεγάλη ποικιλία βιομηχανιών, βιοτεχνιών και τεχνών που το ανθρώπινο πνεύμα μπορεί να εφεύρει. Πρέπει ακόμη να μπορεί να ενθαρρύνει τη γεωργία και την αλιεία σε όλους τους κλάδους τους, έτσι ώστε ολόκληρη η γη να χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο. Από την πολιτική αυτή και όχι από τους λεπτομερειακούς κανονισμούς της πολυτέλειας και της λιτότητας πρέπει να προσδοκάται το μεγαλείο και η ευτυχία των ανθρώπων. Ανεξάρτητα από την αξία του χρυσού και του ασημιού, η απόλαυση όλων των κοινωνιών θα εξαρτάται πάντα από τους καρπούς της γης και την εργασία των ανθρώπων. Ο συνδυασμός και των δύο αποτελεί ασφαλέστερο, πιο ανεξάντλητο και πιο πραγματικό θησαυρό από το χρυσό της Βραζιλίας ή το ασήμι του Potosi.


Μπέρναρντ Μάντβιλ. «Ο Μύθος των Μελισσών»



Θα σας τα πάρουμε όλα!

(Από τη στήλη ΕΝΑΛΛΑΞ, Δρόμος της Αριστεράς, 12/5)

Τώρα που η Αριστερά καλπάζει καβάλα στ’ άλογο προς την εξουσία- κι είναι λυσσασμένη για εξουσία, που θα ’λεγε κι η Πετραλιά- εξηγούμαστε για να μην παρεξηγούμαστε, για να ξέρετε τι έχετε να πάθετε και τι να χάσετε. Θα σας τα πάρουμε όλα! Πρώτα πρώτα θα σας πάρουμε τα σπίτια- κλασικά πράγματα. Θα σας πάρουμε κι ό, τι έχουν μέσα. Το σαλόνι και την τραπεζαρία, και την τραπεζαρία της κουζίνας και τα έπιπλα της βεράντας- αν έχετε βεράντα κι αν είναι σε καλή κατάσταση. Θα σας πάρουμε τις τηλεοράσεις, οπωσδήποτε όσες έχουν ψηφιακό δέκτη, και τα dvd. Θα προτιμηθούν τα Blue Ray. Τις παλιές τηλεοράσεις μπορεί και να σας τις αφήσουμε. Έτσι κι αλλιώς δεν θα πιάνουν τίποτε. Θα σας πάρουμε τα ψυγεία, όσα τουλάχιστον είναι είκοσι ποδών και άνω, τα πλυντήρια, πιάτων και ρούχων, οπωσδήποτε τα 7 κιλών και άνω. Θα προτιμηθούν ιδιαίτερα όσα έχουν και στεγνωτήρια. Θα σας πάρουμε επίσης τα PC, μάλλον και τα laptop, τα iPad οπωσδήποτε, και από κινητά ότι διαθέτετε σε iPhone και παρεμφερή. Θα σας πάρουμε και τα κλινοσκεπάσματα, όσα είναι σε καλή κατάσταση, και από ρούχα ό,τι διαθέτετε σε αξιοπρεπείς φίρμες. Θα σας πάρουμε και τα αυτοκίνητα – οπωσδήποτε τα υβριδικά, διότι έχουμε οικολογικές ευαισθησίες, ανυπερθέτως τα δίλιτρα, κι ό,τι διαθέτετε από πέντε ετών και νεότερα. Θα σας πάρουμε και τις πιστωτικές κάρτες, αν δεν σας τις έχουν ακυρώσει λόγω αδυναμίας εξόφλησης- θα σας αφήσουμε, όμως, τις ανεξόφλητες δόσεις. Θα σας πάρουμε και τις καταθέσεις, και τις μετοχές- τα ομόλογα θα σας τα αφήσουμε, φυσικά. Θα σας πάρουμε και τα λεφτά που έχετε κρυμμένα στο σπίτι, στο πατάρι, στην αποθήκη ή στον κουμπαρά του παιδιού. Θα σας πάρουμε και τα εξοχικά, και τα πατρικά σπίτια στο χωριό, και τους λαχανόκηπους, και τις κότες της μάνας σας, και τις γίδες του πατέρα σας, και τα χωράφια, πρωτίστως όσα είναι εφαπτόμενα της ασφάλτου και κτίζουν στα 200 μέτρα. Θα σας πάρουμε και τα φωτοβολταϊκά- τρομάρα σας, θέλατε να γίνετε κι επιχειρηματίες. Θα σας πάρουμε και τα μαγαζιά, όσα τουλάχιστον δεν έχουν βάλει λουκέτο, και τα ακίνητα που νοικιάζετε. Θα σας πάρουμε και τις επιχειρήσεις, μικρές, μεσαίες, μεγάλες, δεν μας νοιάζει, θα σας τις πάρουμε όλες. Θα σας πάρουμε και τις γυναίκες, αν είναι νέες κι όμορφες, και τους άντρες, αν είναι γεροί και δουλευταράδες. Μπορεί και να σας πάρουμε και τα παιδιά, θα κάνουμε κανονικό παιδομάζωμα, θα τα μαντρώσουμε σε στρατόπεδα κομμουνιστικής αγωγής, μπας και στρώσουν, τα σκασμένα. Θα σας πάρουμε τις γκόμενες, θα σας πάρουμε και τους γκόμενους, θα σας πάρουμε ανυπερθέτως και τις οικιακές βοηθούς, και τις αποκλειστικές μασέρ, και τις μανικουρίστες σας, τις πετικουρίστες σας, τις κομμώτριες, τους πλαστικούς χειρουργούς.

Όλα θα σας τα πάρουμε. Καλύτερα να τα πάρουμε εμείς, γιατί έτσι κι αλλιώς θα σας τα έπαιρναν άλλοι. Είχατε μια ευκαιρία να σας τα πάρει η τρόικα, αλλά τη χάσατε. Φταίμε εμείς;
                                                                                              ΚΙΜΠΙ




ΜΟΝΟ Νο 8 στα περίπτερα


Κυκλοφορεί από την Παρασκευή το 8ο - και μετεκλογικό- τεύχος του ΜΟΝΟ. Σε επιλεγμένα περίπτερα και βιβλιοπωλεία.

12/05/2012

Ψυχοπαθείς επιτυχείς

(Απο τη στήλη Γράμματα στην κόρη μου, περιοδικό ΜΟΝΟ, 24/4/2012)

Αγαπημένη μου Βέρα,

 Σε βλέπω αγχωμένη. Επιστρέφοντας από την ανάπαυλα του Πάσχα σε περιμένει η πρώτη πραγματική αναμέτρηση με την τυραννία της επίδοσης. Ακούει στο όνομα «εξετάσεις». Σου προκαλούν κάποιο αδιόρατο εκνευρισμό, κι ας πρόκειται για μια ρουτίνα της σχολικής ζωής από την οποία συνήθως κανείς δεν παθαίνει ανεπανόρθωτο κακό. Γυμνάσιο είναι, δεν είναι και εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο. Στα σχεδόν σαράντα χρόνια που έχουν περάσει από την αντίστοιχη δική μου πρώτη εμπειρία τα όποια τραύματα- αποτυχίες, ατυχίες, αστοχίες-  έχουν επουλωθεί. Έτσι, με κάποια άνεση κι εγώ κι η μητέρα σου σού λέμε «όλα θα πάνε καλά… οι εξετάσεις δεν είναι το παν… και μια αποτυχία είναι στο πρόγραμμα». Σου αποκρύπτουμε, όμως, τη δική μας μικρή αγωνία για την επίδοσή σου.

Είμαστε κι εμείς καλά εκπαιδευμένοι και προσαρμοσμένοι στον πολιτισμό του ανταγωνισμού, της επίδοσης και της επιτυχίας. Η δική σου εκπαίδευση σ’ αυτό το πεδίο μόλις τώρα μπαίνει στα βαθιά. Για τα επόμενα χρόνια της σχολικής σου ζωής πρέπει διαρκώς να αποδεικνύεις την ικανότητά σου να επιτυγχάνεις. Αυτή η ικανότητα θα βαθμολογείται διαρκώς, ακόμη κι όταν τελειώσεις το σχολείο ή το πανεπιστήμιο και θα χρειαστεί να δουλέψεις. Και τότε θα πρέπει να πετυχαίνεις: να είσαι στην ώρα σου στη δουλειά, να υπερκαλύπτεις το ωράριό σου- αν υπάρχει-, να ξεπερνάς τις νόρμες παραγωγικότητας, να ανελίσσεσαι στην ιεραρχία, να εξουδετερώνεις τους ανταγωνιστές σου. Η επιτυχία είναι η μόνη αποδεκτή επιλογή σε έναν κόσμο που, ωστόσο, χωράει λίγους επιτυχημένους. Γιατί κι η επιτυχία μοιράζεται σαν τον πλούτο: άνισα. Άλλωστε, ο πλούτος είναι από τα σημαντικότερα κριτήρια επιτυχίας, αν όχι το πρώτο. Τα άλλα είναι η εξουσία, η θέση σου στις πυραμίδες της ιεραρχίας, η αναγνώριση. Ένας άνθρωπος που απλώς κάνει καλά τη δουλειά του, ή ένας μαθητής που απλώς ρουφάει, φιλτράρει και ανασυνθέτει την όποια γνώση τού παρέχει το σχολείο αποκλείεται να θεωρηθούν επιτυχημένοι. Ο πρώτος πρέπει να έχει κάνει κάτι παραπάνω από τον διπλανό του, να έχει διαγκωνιστεί με αρκετούς συναδέλφους του. Ο δεύτερος έχει έναν πήχη με τον οποίο πρέπει πάντα να αναμετριέται: τον βαθμό. Όλοι μετριούνται στην κλίμακα του 0-20. Αλλά, επειδή η μέτρηση γίνεται εντός μιας ομάδας- μιας τάξης- το άριστα, το πολύ καλά, το καλά, το μέτρια και το κακά κατανέμονται σαν φυσικός πόρος εν ανεπαρκεία. Σχεδόν ποτέ δεν μένει χώρος για μια πλειοψηφία αρίστων. Εχθρός του καλού είναι το καλύτερο. Και ο καλύτερος.

Αυτό, όμως, Βέρα μου, έχει ορισμένες παρενέργειες. Η σχολική τάξη σου, όπως κι ο κόσμος ολόκληρος, χωρίζεται σε επιτυχημένους και αποτυχημένους. Αυτό μοιάζει με τη φυσική τάξη του κόσμου, αλλά έχει και πολλούς κινδύνους. Οι επιτυχημένοι, ιδιαίτερα οι πολύ επιτυχημένοι, μπορεί να είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι άνθρωποι. Διάβασα, Βέρα μου, μια έρευνα Αμερικανών ειδικών που μελέτησαν δύο κατηγορίες ανθρώπων: από τη μια μεριά έβαλαν κοινούς εγκληματίες- δολοφόνους, διαρρήκτες, βιαστές-, ανθρώπους που έκαναν δεκαετίες φυλακή- άρα εξ ορισμού αποτυχημένους διότι και έγκλημα έκαναν και δεν κατάφεραν να ξεφύγουν- και από την άλλη ανώτατα στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων. Ξέρεις τι διαπίστωσαν; Ότι η δεύτερη κατηγορία, η λαμπερή ομάδα των επιτυχημένων, των πολύ επιτυχημένων μάνατζερ που είχαν φτάσει στην κορυφή της ιεραρχίας ήταν πολύ επιθετικότερη και ηθικά πιο ανενδοίαστη από την πρώτη. Οι πρώτοι μπορεί και να έτρεμαν στη θέα του αίματος, να συγκινούνταν μπροστά στον τρόμο του υποψήφιου θύματός τους, να δίσταζαν να σουφρώσουν ένα πορτοφόλι και τελικά να είχαν πάτα κι ένα ψήγμα ενοχής. Οι δεύτεροι, όμως, θεωρούσαν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, το πιο αυτονόητο δικαίωμα το να απολύσουν με μια τους υπογραφή 10.000 άτομα ή το να βάλουν στο χέρι μερικά δισεκατομμύρια δολάρια μέσα από διαδικασίες νόμιμης κλοπής, αδιαφορώντας ή απλώς αγνοώντας πόσο ανθρώπινο πόνο προκαλούσαν. Οι μελετητές έμειναν εμβρόντητοι μπροστά στην ηθική τους απάθεια, που ονόμασαν ψυχοπάθεια της επιτυχίας. Αναρωτήθηκαν μάλιστα αν αυτό το ορμητικό ποτάμι ψυχοπαθών επιτυχών που έχει καταλάβει τις ηγετικές θέσεις της κοινωνίας-στις επιχειρήσεις, στην πολιτική, στην ακαδημαϊκή και τεχνοκρατική ελίτ-ευθύνεται για το γεγονός ότι ο οικονομικός μας πολιτισμός επιπλέει σε ένα συνονθύλευμα σκανδάλων, ανηθικότητας, κυνισμού, τυχοδιωκτισμού και απάθειας για την κοινωνική και περιβαλλοντική καταστροφή που προκαλεί στο πέρασμά του.

Οπότε, Βέρα μου, η επιτυχία δεν είναι μόνο θέμα δεξιότητας, ικανοτήτων και προσπάθειας. Είναι και θέμα επιλογής, μέτρου, ηθικής και ψυχολογικής ισορροπίας. Δεν σου προσφέρω ένα ιδεολογικό άλλοθι για ενδεχόμενες αστοχίες στην πρώτη δοκιμασία σου σε εξετάσεις. Αλλά έναν οδηγό επιβίωσης στο ποτάμι της συλλογικής ψυχοπάθειας. Για να παραλλάξουμε αυτό που ’λέγαν οι παλιότεροι -καλύτερα φτωχός και υγιής παρά πλούσιος και ασθενής-. καλύτερα αποτυχημένος και ισορροπημένος, παρά επιτυχής και ψυχοπαθής.

Παρ’ όλα αυτά, οφείλω να σου ευχηθώ-τι άλλο;- «καλή επιτυχία».

04/05/2012

Τα παραλειπόμενα μιας επετείου


(Άπό τη στήλη "Ελεύθερος Σκοπευτής", εφημερίδα "Επενδυτής", 4/5/2012)

Την Κυριακή, 6 Μαΐου, συμπληρώνονται δυο χρόνια από την έναρξη ισχύος του πρώτου μνημονίου. Είχε προηγηθεί ένα πολύμηνο θρίλερ αυτοδιαψεύσεων και αυτοαναιρέσεων της αξιοθρήνητης κυβέρνησης Παπανδρέου, που κατέληξε στην εκ Καστελορίζου αναγγελία της προσφυγής στον μηχανισμό στήριξης. Η ημερομηνία, με δεδομένη τη σχετικότητα του ιστορικού χρόνου, θα καταγραφεί ως ιστορική. Όχι για τις προθέσεις των πρωταγωνιστών της, αλλά για τη μακρόχρονη -καταστροφική προς το παρόν- επίδρασή της στον μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας και στην υπόσταση του ελληνικού κράτους. Το βράδυ των εκλογών θα ξέρουμε αν η ίδια ημερομηνία θα διαθέτει έναν ακόμη λόγο διακριτής καταγραφής στην Ιστορία.

Αποκλίνοντας από το συνήθως χρονογραφικό ύφος αυτής της στήλης, θα θυμηθούμε μερικά ξερά δεδομένα που είχαν προηγηθεί της ιστορικής- αποφράδος- 6ης Μαΐου 2010. Υπάρχουν, βέβαια, πολλές οπτικές γωνίες -ιδεολογικής, πολιτικής, οικονομικής- ανάγνωσης της κρίσης που διέρχεται η χώρα. Μπορεί να τη αντιμετωπίσει κανείς ως σύμπτωμα της κρίσης του καπιταλισμού, του πολιτικού συστήματος, του ευρωπαϊσμού ή ως μια διεθνή συνωμοσία. Ωστόσο, υπάρχει μια ακολουθία γεγονότων, πράξεων και παραλείψεων που, ανεξάρτητα από τα κίνητρα των πρωταγωνιστών τους -δολιότητα, άγνοια ή απλώς βλακεία-, δικαιούνται μια θέση στις υποσημειώσεις της Ιστορίας, με σοβαρό ενδεχόμενο στο μέλλον να αναβαθμιστούν μέχρι και στις επικεφαλίδες της.


Στις 4 Οκτωβρίου 2009 το ΠΑΣΟΚ καταγράφει εκλογικό θρίαμβο με ποσοστό 44%, με μια ατζέντα που υπόσχεται να αποτρέψει τον διαφαινόμενο -και συστηματικά αποκρυπτόμενο- δημοσιονομικό Αρμαγεδδώνα. Το πρόβλημα του δανεισμού είναι από τα πρώτα που έχει να αντιμετωπίσει, αλλά στο πλαίσιο μιας ρουτίνας παράδοξα αδιάφορης. Αν και έχει προηγηθεί η χρηματοπιστωτική κρίση που ανεβάζει το κόστος δανεισμού των κρατών τα οποία έχουν διαθέσει εκατοντάδες δισ. ευρώ και δολάρια για να σώσουν τις τράπεζές τους, επωμιζόμενα έτσι ένα υψηλό κόστος για τον δικό τους μακροχρόνιο δανεισμό, το κόστος του βραχυχρόνιου δανεισμού παραμένει εκπληκτικά χαμηλό.


Στις 13 Οκτωβρίου 2009, δέκα μέρες μετά τις εκλογές, το επιτόκιο των τρίμηνων εντόκων γραμματίων ήταν μόλις 0,35% και των εξάμηνων 0,59%. Δύο εβδομάδες μετά τις εκλογές (20.10.2009), μια αντίστοιχη έκδοση ετήσιων εντόκων γραμματίων κόστισε επιτόκιο μόλις 0,94%. Οι αριθμοί έχουν τη σημασία τους, αν υπολογίσει κανείς ότι τα ίδια κρατικά χρεόγραφα, π.χ. τα εξάμηνα, δέκα μήνες μετά τις εκλογές του 2009 τιμολογούνταν με οκταπλάσια και σήμερα σε δεκαπλάσια απόδοση. Εν ολίγοις, για αρκετό διάστημα πριν από την «πρόσκρουση του Τιτανικού» στο παγόβουνο των αγορών, των οίκων αξιολόγησης και των «Ταλιμπάν» του ευρώ, υπήρχε ένα παράθυρο ευκαιρίας για φθηνό βραχυχρόνιο δανεισμό του κράτους. Για παράδειγμα, στις 20 Οκτωβρίου του 2009, με επιτόκιο μόλις 0,35%, η κυβέρνηση μπορούσε να δανειστεί περίπου 7 δισ. ευρώ, όση ήταν η προσφορά για τα τρίμηνα έντοκα γραμμάτια που είχε εκδώσει. Ποία ταπεινότης και μετριοπάθεια της επέβαλε να δανειστεί μόνον 2,4 δισ. ευρώ;



Φυσικά, ακόμη κι αυτά τα χαμηλότατα επιτόκια του 2009 δεν ξεφεύγουν από τον κανόνα της τοκογλυφικής σχέσης των κρατών με τους δανειστές τους, ούτε ήταν αποτέλεσμα γενναιοδωρίας των τραπεζών. Ο Ερίκ Τουσέν, πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής για τη Διαγραφή του Χρέους του Τρίτου Κόσμου, εξηγούσε γλαφυρά πριν από μερικούς μήνες το παράδοξο των χαμηλών ελληνικών βραχυχρόνιων επιτοκίων του 2009: έναν χρόνο πριν τον Οκτώβρη του 2009, το καλοκαίρι του 2009 και πριν από την κατάρρευση της Lehman Brothers, τα επιτόκια κρατικού δανεισμού ήταν τετραπλάσια. Έπεσαν κάτω από το 1% το φθινόπωρο του 2009 γιατί πολύ απλά οι τράπεζες, έχοντας πάρει τεράστια ποσά από τα κράτη για τη διάσωσή τους, τα χρησιμοποίησαν για να δανείσουν την Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ισπανία ή την Ιταλία με τη βεβαιότητα ότι, ακόμη κι αν γινόταν το «κακό», η ΕΚΤ και η Ε.Ε. θα έσπευδαν να τις στηρίξουν. Όπερ και εγένετο, άλλωστε.


Το παράδοξο, λοιπόν, δεν είναι γιατί οι τράπεζες για αρκετούς μήνες αφότου η Ελλάδα κρεμάστηκε στα μανταλάκια για τον δημοσιονομικό της εκτροχιασμό τη δάνειζαν φτηνά. Το παράδοξο είναι γιατί η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν έπαιρνε αυτόν τον φθηνό, βραχυχρόνιο δανεισμό. Ο υπεράνω αντιμνημονιακής και αντιτραπεζικής υποψίας Ν. Χριστοδουλάκης, υπουργός Οικονομικών επί εκσυγχρονιστικού «έπους», στο βιβλίο του «Σώζεται ο Τιτανικός», επισημαίνει την παράδοξη, αν όχι ύποπτη, άρνηση της κυβέρνησης να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τον φθηνό βραχυχρόνιο δανεισμό. «…Η Ελλάδα αποδύθηκε μόνη της σε ένα κυνήγι εντυπώσεων όπου διαρκώς έβγαινε χαμένη. Προσπαθούσε να δανειστεί μακροχρόνια για να εμπεδώσει την παρουσία της στη διεθνή αγορά, αλλά η αγορά την επιβάρυνε… Αισθανόταν, λοιπόν, ότι έπρεπε να διορθώσει το πλήγμα, επανερχόταν για νέο δανεισμό και έφευγε με ακόμη μεγαλύτερο κόστος. Αποκορύφωμα αυτής της ακατανόητης τακτικής ήταν να “ανοίξει”, όπως λέγεται στη γλώσσα των αγορών, ένα παλιό εικοσαετές ομόλογο για να δανειστεί το κράτος 1 δισ. ευρώ, ποσό ασήμαντο μπροστά στα δεκάδες δισ. ευρώ πού ζητούσε σε άλλες δημοπρασίες. Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι αυτό έγινε όχι για να καλυφθούν ανάγκες, αλλά για επικαιροποίηση στις καμπύλες των αποδόσεων. Παρά το μικρό ποσό, η ζήτηση δεν καλύφθηκε και την επόμενη μέρα ο διεθνής οικονομικός Τύπος πρόβαλλε στην πρώτη σελίδα την αδυναμία της Ελλάδας να δανειστεί έστω και ένα δισ. ευρώ…».

Η κρίσιμη ημερομηνία ήταν η 30ή Μαρτίου 2010. Είχαν προηγηθεί, ωστόσο, κι άλλες κρίσιμες ημερομηνίες. Για παράδειγμα, η 3η Νοεμβρίου 2009 -έναν μήνα μετά τις εκλογές και τη συστηματική απόρριψη του προσιτού βραχυχρόνιου δανεισμού-, ημερομηνία συνάντησης του Γ. Παπανδρέου με τον πρόεδρο της Goldman Sachs Γκάρι Κον και άλλα στελέχη της τράπεζας-βαμπίρ στο Πεντελικόν, στην Κηφισιά. Επίσης, η 26η Ιανουαρίου 2010, ημερομηνία κατά την οποία η κυβέρνηση απέρριψε προσφορές ύψους 25 δισ. για δανεισμό σε πενταετή ομόλογα, με επιτόκιο 6%, μισή μόλις μονάδα από τα επιτόκια των αντίστοιχων δημοπρασιών του 2009. Ακόμη, είχε προηγηθεί η 12η Φεβρουαρίου, ημερομηνία εγκατάστασης του πρώην στελέχους της ίδιας τράπεζας, Πέτρου Χριστοδούλου, στη θέση του γενικού διευθυντή του ΟΔΔΗΧ, θέση που ο «Mr. 300 billion», κατά το «Spiegel» και άλλα διεθνή έντυπα, εγκαταλείπει, όπως έχει ήδη διαρρεύσει, για να συνεχίσει στον ιδιωτικό τομέα. Αγωνιούμε να μάθουμε σε ποιο χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Έτσι κι αλλιώς η δουλειά με την Ελλάδα έχει ολοκληρωθεί. Μ’ έναν τουλάχιστον δεκαετή αποκλεισμό της από τις πιστωτικές αγορές και με -θεωρητικά- επιτόκια, αν θέλει να προβεί στο απονενοημένον διάβημα, 25% και πλέον.


Το νόημα αυτών των τεχνικής φύσης και, ίσως, βαρετών παραλειπομένων της επετείου δεν είναι να πλουτίσει τις ήδη πληθωρικές θεωρίες συνωμοσίας για το πώς η Ελλάδα περιήλθε στη σημερινή κατάσταση. Αλλά να συμπληρώσει την εικόνα που συντίθεται από πανοραμικά πλάνα αλλά και μικρές, πολιτικά βαρύνουσες λεπτομέρειες. Υπάρχει ο κυνικός καπιταλισμός, υπάρχουν οι ιέρακες των αγορών, υπάρχει ο δογματισμός και η παθογένεια της ευρωκρατίας, αλλά υπάρχουν και τα πρόσωπα και οι πράξεις τους που αφήνουν διακριτό το ίχνος τους στην Ιστορία. Τόσο διακριτό και οδυνηρό, ώστε να μη γίνεται ανεκτός ο (αφελής ή δόλιος;) ισχυρισμός του Γ. Παπανδρέου (στο «Time») ότι «τα μέτρα δεν θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, επειδή η Ελλάδα ήταν το πειραματόζωο». Πρόκληση. Πολλά θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, ακόμη και με συνήθη τεχνοκρατικά μέσα, όπως αυτά που περιγράψαμε. Αλλά δεν… Πράγμα αναμενόμενο για τα δεδομένα του εγχώριου παρεΐστικου, αρπακτικού, κλεπτοκρατικού καπιταλισμού και των πολιτικών του εκπροσώπων. Αλλά και κολάσιμο. Καταρχήν πολιτικά (την Κυριακή των εκλογών), αλλά όχι μόνον.



Requiem for a dream

 Απολογισμός μιας δημοσιογραφικής περιπλάνησης    ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 22/7/2026   Λοιπόν, την έχω πατήσει σαν τον Παπακωνσταντίνου (τον...