12/10/2013

Η θεωρία του ενός μέσου

(Επενδυτής, 12/10/2013) 

 


 


Δεν μπορεί να υπάρξει μέσον χωρίς άκρα. Στη γεωμετρία, ευθύγραμμο τμήμα είναι το σχήμα που περιέχεται ανάμεσα σε δυο σημεία Α και Β μιας ευθείας ε. Η ευθεία λέγεται φορέας του τμήματος, τα σημεία Α και Β είναι τα άκρα του, η απόσταση ανάμεσα στα δύο άκρα είναι το μήκος του και μέσον του είναι το σημείο Μ που ισαπέχει από τα άκρα του. Απ’ αυτό προκύπτει το αξίωμα ότι κάθε ευθύγραμμο τμήμα έχει ένα μόνο μέσο. Όταν τα άκρα ενός ευθύγραμμου τμήματος συμπίπτουν τότε το τμήμα ονομάζεται μηδενικό. Αλλά, στην περίπτωση αυτή, με τα άκρα του ταυτίζεται και το μέσον του. Κρατήστε την παρατήρηση για τη συνέχεια.

Κάνοντας το άλμα από τη γεωμετρία στην πολιτική και στην ιδεολογία, μπορούμε να φανταστούμε τον συμβατικό άξονα Δεξιάς - Αριστεράς ως μια ευθεία-φορέα του ευθύγραμμου τμήματος, του οποίου τα άκρα ορίζονται από υπαρκτές δυνάμεις του πολιτικού φάσματος. Ως γνωστόν, οι ευθείες εκτείνονται στο άπειρον, όπως αντίστοιχα οι ουτοπίες και δυστοπίες της ιδεολογίας μπορεί ξεπερνούν κατά πολύ τα προγράμματα, τις υποσχέσεις και τις πράξεις πολιτικών κομμάτων και δυνάμεων. Οι ιδεολογίες μπορεί να υπόσχονται τον παράδεισο ή την κόλαση, η πολιτική όμως προσφέρει πολύ λιγότερα απ’ αυτά. Αυτή είναι η «γεωμετρική» διαφορά τους. Άρα, η πολιτική μπορεί να ορίζεται ως ευθύγραμμο τμήμα, με συγκεκριμένα άκρα και ορισμένο μέσον κάθε φορά. Όλα, όμως, είναι σχετικά. Το μήκος του τμήματος μπορεί να μεγαλώσει ή να μικρύνει, τα άκρα του να μετατεθούν δεξιότερα ή αριστερότερα κι επομένως να προκαλέσουν μιαν αντίστοιχη μετατόπιση του μέσου.

Η θεωρία των δύο άκρων, που τόσο πληθωρικά εισέβαλε μέσω της Χ.Α. στην πολιτική μας καθημερινότητα, δεν υπακούει στους κανόνες της γεωμετρίας. Αντιμετωπίζει το πολιτικό και ιδεολογικό φάσμα σαν ένα ευθύγραμμο τμήμα από το οποίο θέλει να κρατήσει μόνο το μέσον του και να απαλλαγεί από τα άκρα του. Άρα, να γίνει ένα μηδενικό ευθύγραμμο τμήμα. Σήμερα, η ακροφοβική θεωρία ορίζει ως δεξιότερο άκρο του πολιτικού φάσματος τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, παρ’ ότι για δεκαετίες ιδέες συγγενικές με τις δικές της κυκλοφορούσαν στο γενετικό υλικό της καθ’ ημάς Δεξιάς -εμφυλιοπολεμικής, φιλοχουντικής, ακροδεξιάς, εθνικιστικής, ριζοσπαστικής, φιλελεύθερης- που τώρα θέλει να μονοπωλήσει το μέσον του τμήματος. Κι αντιμετωπίζει ως αριστερό άκρο όλο το φάσμα των απόψεων που αμφισβητούν τη γεωπολιτική ένταξη της χώρας στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ (το παλαιότερο «ανήκομεν εις την Δύσιν»), τον καπιταλιστικό, κλεπτοκρατικό χαρακτήρα της οικονομίας της, την ταξική πυραμίδα της, παρ’ ότι αυτά τα στοιχεία αντιμετωπίζονται πλέον και από τον κοινό νου ως βασικές αιτίες της σημερινής κρίσης.

Στην πραγματικότητα, η θεωρία των δύο άκρων θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί ως θεωρία των δύο μέσων. Αν και ασύμβατη με τη γεωμετρία, η θεωρία αποτυπώνει την κίνηση των πολιτικών κομμάτων εξουσίας εδώ και δύο δεκαετίες γύρω από δύο μέσα ή κέντρα: το λεγόμενο πολιτικό Κέντρο και το κοινωνικό Κέντρο ή μεσαίο χώρο. Ως γνωστόν, οι «μεσοχωρίτες» μεσουράνησαν στη διακυβέρνηση μέσω των δύο κομματικών πόλων, της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, οδηγώντας την κοινωνία στο άκρο που βρίσκεται σήμερα. Οδηγήθηκαν κι οι ίδιοι στην ακρότητα να αποτελούν σκιές των εαυτών τους: από το δικομματικό άθροισμα επιρροής άνω του 80%, σήμερα είναι ζήτημα αν υπερβαίνουν το 35%. Το επίτευγμα αυτό οφείλεται στην ακραία αποτυχία τους να προστατεύουν το άλλο μέσον, το κοινωνικό. Η πολιτική των μνημονίων -επισήμως χαρακτηρισμένη ως ακραία ακόμη και από το 1/3 των χωρών μελών του ΔΝΤ, όπως αποκάλυψε η «Wall Street Journal»- κατέστρεψε και συνεχίζει να καταστρέφει την κατά συνθήκην μεσαία τάξη, αυτήν που τα κόμματα του «μέσου» διαγκωνίζονταν να εκφράσουν απλώς και μόνο γιατί τη θεωρούσαν πλειοψηφική. Ωστόσο, η κοινωνική μηχανική των μνημονίων οδηγεί σε μια ακραία δομή: πολλαπλασιάζει τα στρώματα που εξωθούνται προς το όριο της φτώχειας, συρρικνώνει δραστικά τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, περιθωριοποιεί ακόμη και τμήματα της αλαζονικής αστικής ελίτ, ένα μέρος της οποίας έχει την πολυτέλεια να αποδράσει στο εξωτερικό, κι αφήνει περιθώρια επιβίωσης μόνο σε μια ολιγάριθμη ομάδα που έχει την ευκαιρία να πλουτίσει πάνω στα οικονομικά και κοινωνικά ερείπια της χώρας: το χρηματοπιστωτικό λόμπι, τους πολύφερνους ξένους επενδυτές, τα «γεράκια» που πλιατσικολογούν σε δημόσια και ιδιωτική περιουσία. Το αποτέλεσμα θα είναι μια κοινωνία των άκρων: ακραίας ανισότητας, ακραίας πρόκλησης, χωρίς διακριτό μέσο για να το εκφράσουν οι εξ επαγγέλματος «μεσοχωρίτες».

Αφού από τα δύο μέσα του φαντασιακού κόσμου των «μεσοχωριτών» το ένα είναι καταδικασμένο να καταστραφεί, τι απομένει για να διεκδικήσουν το προνόμιο της μεσότητάς τους; Να συμπυκνωθεί όλο το πολιτικό και κοινωνικό φάσμα σε ένα ιδεατό μέσο, τελικά σ’ ένα μηδενικό ευθύγραμμο τμήμα χωρίς άκρα, ή με άκρα που συμπίπτουν στο μέσον του. Και ως μέσον ορίζονται όλοι οι μονόδρομοι της εθνικής μας αποτυχίας: δεν υπάρχει ζωή εκτός Ε.Ε., ευρώ και ΝΑΤΟ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από τον συμβιβασμό με την τρόικα, δεν υπάρχει εναλλακτική εκτός μνημονίου, δεν υπάρχει άλλη λύση εκτός από το τσεκούρωμα των μισθών και των συντάξεων, την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, την ιδιωτικοποίηση κάθε δημόσιου αγαθού, τη συρρίκνωση του κράτους, δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνουμε ως χώρα από το να περιμένουμε ν’ αποφασίσουν οι δανειστές πόσο γενναιόδωροι ή κυνικοί θα είναι με τη διαχείριση του χρέους. Κάθε άλλη σκέψη ή αντίδραση χαρακτηρίζεται ακρότητα. Όπως ακρότητα χαρακτηριζόταν το 2010 η πρόταση για κούρεμα του χρέους (κι ας έγινε αργότερα θρίαμβος της μεσότητας από τους ίδιους τους δανειστές), ακρότητα ήταν και τα πύρινα αντιμνημονιακά μανιφέστα της σαμαρικής Ν.Δ. (που μετά ανακάλυψε την αρετή της μνημονιακής μεσότητας, μαζί με την εξουσία).

Η θεωρία των δύο άκρων, που καταλήγει θεωρία των δύο μέσων και τελικά του ενός μέσου, ουδεμία σχέση έχει φυσικά με την αριστοτελική μεσότητα (βλέπε παραπλεύρως απόσπασμα), αν υποθέσουμε ότι θέλει να αντλήσει λίγο από το φιλοσοφικό κύρος της. Και φιλοδοξεί, τελικά, να καταργήσει τον πολιτικό και κοινωνικό ανταγωνισμό ή να τον καταστήσει άνευ περιεχομένου. Αν ό,τι εξέχει και περισσεύει από το ζοφερό μέσον της μνημονιακής μας πραγματικότητας ακρωτηριάζεται, στιγματίζεται, απονομιμοποιείται, η κοινοβουλευτική διαδικασία καταντά πουκάμισο αδειανό, ένα αυταρχικό πρόσχημα. Η ακρότητα της ενιαίας σκέψης, της ενιαίας πολιτικής, της ενιαίας κοσμοθεωρίας είναι τελικά ένας ολοκληρωτισμός όχι και τόσο μακρινός από τον ολοκληρωτισμό της Χ.Α. Ίσως και πιο επικίνδυνος, καθώς αυτή φοράει τον μανδύα της θεσμικής νομιμότητας, την ώρα που νεοναζί καραγκιόζηδες χάνουν και το φύλλο συκής τους.

 

Δεν αρκεί όμως να είπωμεν γενικώς, ότι είναι έξις, αλλά να ορίσωμεν και (15) ποίου είδους είναι. Πρέπει να είπωμεν, ότι κάθε αρετή, αναλόγως της ποιότητος, ης είναι η τελειότης, τυγχάνει η δημιουργούσα την τελειότητα ταύτην και η επιφέρουσα καλύτερα το προσδοκώμενον αποτέλεσμα. Λόγου χάριν, η αρετή των οφθαλμών ασκεί τους οφθαλμούς και τους κάμνει, ώστε να εκτελούν κατά τρόπον ικανοποιητικόν την λειτουργίαν των. Ομοίως η αρετή των ίππων (20) τους κάμνει σπουδαίους και καταλλήλους να καλπάζουν, να φέρουν τον αναβάτην και ν' αντιμετωπίζουν τον εχθρόν. Αφού τούτο είναι εις όλα όμοιον, ίσως και η αρετή του ανθρώπου να δύναται να ορισθή ως έξις, διά της οποίας οι άνθρωποι καθίστανται αγαθοί και εκτελούν ευσυνειδήτως τα έργα των. Κατά ποίον όμως τρόπον θα γίνη τούτο, το είπαμεν προηγουμένως, (25) αλλά και πάλιν θα γίνη ευνόητον ποίου είδους είναι η φύσις της αρετής. Λοιπόν, εις παν πράγμα συνεχόμενον και διαιρετόν δυνάμεθα να διακρίνωμεν άλλοτε το περισσότερον, άλλοτε το ολιγώτερον και άλλοτε το ίσον, και ταύτα είτε εις αυτό τούτο το αντικείμενον, είτε εν σχέσει προς ημάς. Αλλά το ίσον είναι μέσον τι μεταξύ της υπερβολής και της ελλείψεως. Λέγων δε σύμφωνον προς το πράγμα μέσον, (30) εννοώ εκείνο, που απέχει εξ ίσου εκ των δύο άκρων, τούτο δε είναι δι' όλους έν και το αυτό. Μέσον δε σύμφωνον ως προς ημάς καλώ εκείνο, το οποίον δεν είναι ούτε υπερβολικόν ούτε ελλιπές. Τούτο όμως δεν είναι ούτε έν ούτε το ίδιον δι' όλους. Επί παραδείγματι, εάν τα δέκα είναι πολλά, τα δε δύο ολίγα, λαμβάνομεν το έξ ως μέσον εν σχέσει προς το πράγμα, διότι τούτο τυγχάνει εξ ίσου πολύ περισσότερον και ολιγώτερον, (35) τούτο δε είναι μέσον κατά την αριθμητικήν αναλογίαν. Αλλά το μέσον ως προς ημάς δεν είναι δυνατόν να καθορισθή κατά τον αυτόν τρόπον. [1106b] Διότι, αν δέκα μναι (τροφής) είναι πολλαί, δυο δε ολίγαι, ο γυμναστής θα προστάξη έξ μνας. Διότι τοιαύτη μερίς δυνατόν να είναι υπερβολική ή ελλιπής. Διά τον Μίλωνα ημπορεί να είναι ολίγη, αλλά δι' ένα αρχάριον των γυμνασίων πολλή. Ομοίως, όσον αφορά εις τον δρόμον και την (5) πάλην. Τοιουτοτρόπως, πας επιστήμων αποφεύγει την υπερβολήν και την έλλειψιν, επιζητεί το μέσον και δίδει την προτίμησιν εις αυτό, δηλαδή το μέσον ουχί το του πράγματος, αλλά το προς ημάς. Ομοίως πάσα επιστήμη εκτελεί το έργον αυτής καλώς, εφ' όσον έχει υπ' όψει της το μέσον και καθοδηγεί συμφώνως προς αυτό τα έργα της∙ (διά τούτο (10) είθισται να λέγουν, ότι, ως προς αυτά, δεν δύναται κανείς ούτε να προσθέση ούτε ν' αφαιρέση τι, δεδομένου ότι η μεν υπερβολή και η έλλειψις καταστρέφουν την τελειότητα, ενώ το μέσον (η τελεία ισορρόπησις) την διασώζει). Λοιπόν οι ικανοί τεχνίται εργάζονται, ως λέγομεν, αποβλέποντες εις αυτό. Η δε αρετή είναι, ως και η φύσις, (15) ακριβεστέρα και αποτελεσματικωτέρα παρά κάθε οποιαδήποτε τέχνη και οφείλει, ως τοιαύτη, να επιδιώκη την μεσότητα ως σκο
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Όθεν η αρετή είναι έξις, αποκτωμένη διά της βουλήσεως· [1107a] έξις υφισταμένη ως προς ημάς κατά το μέτρον, το καθοριζόμενον υπό του λόγου, συμφώνως προς την συμπεριφοράν ενός φρονίμου ανθρώπου. Ευρίσκεται εις το μέσον μεταξύ δύο κακών ακροτήτων, εκ των οποίων η μία είναι η υπερβολή και η άλλη η έλλειψις. Ωσαύτως, ενώ εις τα πάθη και τας πράξεις, η κακία εμφιλοχωρεί εις το να ευρίσκεται κανείς άλλοτε μεν εντεύθεν, άλλοτε δε εκείθεν του πρέποντος, (5) η αρετή ευρίσκει και υιοθετεί ο…Από την άποψη λοιπόν της ουσίας της, και όσο μας ενδιαφέρει ο ορισμός της φύσης της, η αρετή είναι μεσότητα, από την άποψη όμως του σωστού και του άριστου είναι, ασφαλώς, κάτι που βρίσκεται στο ψηλότερο σκαλί.

Εν πάση περιπτώσει η θεωρία αυτή της μεσότητας δεν βρίσκει εφαρμογή σε κάθε πράξη και σε κάθε πάθος· υπάρχουν, πράγματι, πάθη που ήδη η λέξη που τα δηλώνει φέρνει στο μυαλό μας κάτι αρνητικό και τιποτένιο, π.χ. χαιρεκακία, αδιαντροπιά, φθόνος, και στην περίπτωση πράξεων: μοιχεία, κλεψιά, φόνος (…) Δεν υπάρχει λοιπόν περίπτωση να κάνει ποτέ κανείς το σωστό εν σχέσει με αυτά· αυτά είναι πάντοτε λάθος (…) Παρόμοιο επομένως είναι και το να περιμένουμε να υπάρχει μεσότητα, υπερβολή και έλλειψη στην αδικία, τη δειλία και την ακολασία, αφού τότε θα υπάρχει μεσότητα στην υπερβολή και στην έλλειψη, υπερβολή στην υπερβολή, έλλειψη στην έλλειψη. Όπως όμως δεν υπάρχει υπερβολή και έλλειψη στις περιπτώσεις της σωφροσύνης και της ανδρείας επειδή το μέσον στις περιπτώσεις αυτές είναι κατά κάποιον τρόπο άκρον, έτσι ακριβώς δεν υπάρχει μέσον, ούτε υπερβολή ή έλλειψη, και στις περιπτώσεις που αναφέραμε πρωτύτερα: με όποιον τρόπο κι αν ενεργήσει κανείς στις περιπτώσεις αυτές, πρόκειται πάντοτε για λανθασμένη και όχι σωστή συμπεριφορά. Γενικά δεν υπάρχει μέσον στην υπερβολή και στην έλλειψη, ούτε υπερβολή και έλλειψη στο μέσον.

Αριστοτέλη, «Ηθικά Νικομάχεια»

Μτφρ. Α. Δαλέζιος. [1949–50] 1975. Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια. Αρχαίον κείμενον, εισαγωγή, μετάφρασις, σημειώσεις. Αθήνα: Πάπυρος.

Διό και η αρετή, όσον αφορά εις την ουσίαν της και το νόημα της οντότητός της, είναι μεσότης, εφ' όσον όμως πραγματοποιεί το άριστον και παν αγαθόν, ακρότης. Πλην όμως πάσα οιαδήποτε πράξις και παν οιονδήποτε πάθος δεν επιδέχεται μεσότητα. Δυνατόν να συμβή, (10) ώστε το όνομα πράξεως ή πάθους τινός να υποβάλλη κάποιαν ιδέαν της φαυλότητος, λόγου χάριν η χαιρεκακία, η αναισχυντία, ο φθόνος, και ως προς τας πράξεις, η μοιχεία, η κλοπή, ο φόνος. Όλα ταύτα και τα τοιαύτα κατακρίνονται, διότι είναι κακαί πράξεις, αυταί καθ' εαυτάς, και όχι επειδή είναι υπερβολή ή έλλειψις. Ως προς αυτάς, ουδέποτε ευρίσκεταί τις εις την ορθήν, ευθείαν οδόν, (15) αλλά πάντοτε αμαρτάνει. Όσον αφορά εις τας πράξεις αυτάς, δεν τίθεται το ζήτημα του να γνωρίζη κανείς, εάν πράττη το αγαθόν ή το κακόν, δεν ερωτώμεν ως προς ποίαν, ούτε πότε ούτε πώς διαπράττει κανείς την μοιχείαν. Το μόνον γεγονός, ότι εκτελεί την μίαν ή την άλλην εκ των εν λόγω πράξεων, αποτελεί ήδη αμάρτημα. Θα ήτο το ίδιον, ως εάν ήθελε κανείς να ισχυρισθή, ότι εις το να είναι τις άδικος, δειλός ή ακόλαστος, υπάρχει μεσότης και υπερβολή και έλλειψις. (20) Κατά την έννοιαν ταύτην θα υφίστατο εις την υπερβολήν και την έλλειψιν μια μεσότης, ως και μια υπερβολή της υπερβολής και μια έλλειψις της ελλείψεως. Αλλά καθώς ακριβώς η σωφροσύνη και η ανδρεία δεν επιδέχονται ούτε υπερβολήν ούτε έλλειψιν, διότι η μεσότης αποτελεί εν προκειμένω μιαν ακρότητα, ούτω και τα πάθη δεν επιδέχονται ούτε μεσότητα, ούτε υπερβολήν, ούτε έλλειψιν, (25) διότι ο παραδιδόμενος εις αυτά εκτελεί εκάστοτε μίαν κακήν πράξιν. Εν συντόμω ούτε η υπερβολή ούτε η έλλειψις επιδέχονται μεσότητα, ούτε η μεσότης υπερβολήν ή έλλειψιν.

 

05/10/2013

Άσε το κακό να βγει

(Επενδυτής, 5/10/2013)

Το ιστορικό-φιλοσοφικό επεισόδιο είναι γνωστό, πρόσφατα έγινε και ταινία. Η Γερμανοεβραία πολιτική φιλόσοφος Χάνα Άρεντ αναλαμβάνει το 1962, για λογαριασμό του αμερικανικού περιοδικού «New Yorker», να παρακολουθήσει τη δίκη του Άντολφ Άιχμαν, ενός εκ των εμπνευστών και εκτελεστών του Ολοκαυτώματος, στην Ιερουσαλήμ. Η πολύμηνη δίκη και η διεισδυτική παρατήρησή της από την Άρεντ απέδωσαν το κλασικό, αν και αμφιλεγόμενο στην εποχή του, δοκίμιο «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: έκθεση για την κοινοτοπία του κακού». Η άποψη της Άρεντ, που προκάλεσε υστερικές αντιδράσεις από ετερόκλητες πλευρές, ήταν ότι το απόλυτο κακό μπορεί να συντελεστεί από εντελώς «κανονικούς» ανθρώπους, ανθρώπους σαν όλους μας. Αξιοπρεπείς συζύγους, τρυφερούς γονείς, φιλότιμους γραφειοκράτες ή ανθρώπους «σοκαριστικής μετριότητας», όπως λέει η Άρεντ, υποταγμένους ωστόσο στο καθήκον να τηρούν κανόνες, διαταγές, εντολές, όσο παράλογες κι απάνθρωπες κι αν είναι. Ο ίδιος ο Άιχμαν, κατά την ανάκρισή του, δήλωσε πως είχε ζήσει όλη τη ζωή του σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες του Καντ, κι ιδιαίτερα με βάση την καντιανή αντίληψη για το καθήκον.

Η άποψη της Άρεντ σόκαρε τότε, αν και αποτύπωνε με ακρίβεια το φαινόμενο της μαζικής συμμετοχής κανονικών, αξιοπρεπών, μετρίων Γερμανών -και όχι μόνον- στα ανήκουστα εγκλήματα της ναζιστικής μηχανής. Οι άνθρωποι αυτοί -όχι χιλιάδες, αλλά εκατομμύρια- δεν ήταν, σύμφωνα με την Άρεντ, ενσαρκώσεις του απόλυτου κακού, αλλά τρομακτικά φυσιολογικοί άνθρωποι που συμμετείχαν σε τερατώδεις πράξεις κάνοντας απλώς το καθήκον τους: υπακούοντας στον νόμο του ναζιστικού κράτους, στην πιο αποκρουστική «νομιμότητα» που γέννησε ο ανθρώπινος πολιτισμός.

Καθώς βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη το λαϊκό υπερθέαμα «εξάρθρωση της Χρυσής Αυγής», με πλούσιες λεπτομέρειες για το πώς δρούσαν, πώς συζητούσαν στο τηλέφωνο, πώς εξέφραζαν τον φόβο ή τον θυμό τους, πώς βιοπορίζονταν, πώς πέρασαν τα πρώτα βράδια τους στο κρατητήριο, τι έφαγαν, τι ανέβασαν στο Facebook, τι «τουίταραν» πρωταγωνιστές και κομπάρσοι της ναζιστικής οργάνωσης, ερχόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με την κοινοτοπία του κακού. Είδαμε την κόρη του «φίρερ» να υπερασπίζεται τον πατέρα της, τη σύζυγό του να αντιδρά σαν πληγωμένη μαινάδα στη σύλληψή του. «Ακούσαμε» μέλη και στελέχη να συνομιλούν στα τηλέφωνα -με φράσεις στραμπουληγμένες-, να εναλλάσσουν τους φόβους τους για το στρίμωγμα της Χ.Α. με κουτσομπολιά για τους αρχηγούς της, σχόλια για γνωστούς τους και εντελώς κοινότοπες πληροφορίες: για την εφορία, για την ουρά στον ΟΑΕΔ, για ένα γεύμα με φίλους, για μια έξοδο σε κλαμπ, για εμπειρίες από τις «θύρες» ποδοσφαιρικών ομάδων.

Αυτοί οι «τρομακτικά φυσιολογικοί» άνθρωποι, νέοι, ώριμοι ή μεσήλικες, εργαζόμενοι, άνεργοι ή λαθρόβιοι, εντασσόμενοι στη δομή της νεοναζιστικής οργάνωσης κατά  την τελευταία τριετία, οπότε εισέβαλε στο πολιτικό προσκήνιο και τελικά πέτυχε την κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση, διαπίστωσαν μια πολύπλευρη νομιμοποίηση όσων παράλογων τους απαιτούσε η ηγεσία τους. Πέτυχαν πολύ περισσότερα από τα 15 λεπτά τής κατά Γουόρχολ δικαιούμενης δημοσιότητας. Το lifestyle τους έγινε τηλεοπτικό ρεπορτάζ, τα στελέχη τους εισέβαλαν ακόμη και στα πρωινάδικα, τα τραμπούκικα σόου τους (βλέπε χαστούκι Κασιδιάρη) αντιμετωπίστηκαν σαν διασκεδαστικά χάπενινγκ, τα ρατσιστικά τους πογκρόμ είχαν αναπάντεχη ανοχή από Αρχές και κοινωνία, η ρατσιστική τους «φιλανθρωπία» αντιμετωπίστηκε με ανομολόγητη εύνοια από ΜΜΕ. Το αντι-μεταναστευτικό τους πρόγραμμα κατέκτησε ιδεολογική ηγεμονία, όταν ώθησε ακόμη και τον σημερινό πρωθυπουργό να χαρακτηρίσει «τυράννους της κοινωνίας» τους λαθρομετανάστες και να υπόσχεται ότι «θα ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας από τα γκέτο των παράνομων μεταναστών». Το κόμμα τους πολλαπλασίασε τους οικονομικούς του πόρους, επίσημους και μαύρους, ανέπτυξε σχέσεις διαπλοκής με μικρομεσαίους -και όχι μόνο- επιχειρηματικούς θυλάκους και αξιοποίησε τις νέες οικονομικές δυνατότητες για να χρηματοδοτήσει ένα ευρύτατο σύστημα πελατείας όχι πολύ διαφορετικό απ’ αυτά που είχαν αναπτύξει εδώ και δεκαετίες τα κόμματα εξουσίας.

Αλλά, το σημείο καμπής είναι η δημοσκοπική εκτόξευση της Χ.Α. που εισάγει στα μέλη της την προσδοκία-μικρόβιο της εξουσίας («έχουμε εκτοξευτεί μ’ όλα αυτά, κυβέρνηση θα ’μαστε τώρα», λέει σε μια από τις αποκαλυφθείσες τηλεφωνικές συνομιλίες μέλος της Χ.Α., προφανώς με έξαψη που δεν αποτυπώνεται στο χαρτί). Κι αυτή η προσδοκία της εξουσίας επωάστηκε, όταν η κρατική ανοχή μετατράπηκε σε φλερτ και ο γραμματέας της κυβέρνησης χαρακτήρισε «απευκταία, αλλά όχι απίθανη τη συνεργασία με τη Χ.Α.». Και δεν ήταν ο μόνος. 

Όλα αυτά ύφαναν ένα ευρύχωρο κουκούλι νομιμότητας στη δράση των νεοφασιστών. Ουσιαστικά, σήμαναν τη μετάλλαξη της Χ.Α. από ένα «αντισυστημικό» σε ένα «συστημικό» κόμμα, με την έννοια ότι η αδιανόητη δράση της στο σκοτάδι των δρόμων υπηρετούσε έναν διόλου αδιανόητο για κάθε κόμμα στόχο: την εξουσία. Εν ονόματί της τα κόμματα εξουσίας εδώ και δεκαετίες έκαναν χιλιάδες αδιανόητα πράγματα: μίζες, διασπάθιση δημοσίου χρήματος, παράνομες συναλλαγές, ξέπλυμα, ρουσφέτια, φωτογραφικοί νόμοι, απάτες, ψεύδη, διαφθορά. Και φυσικά ευθύνονται για το συλλογικό έγκλημα της καταβαράθρωσης της κοινωνίας στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Το «κακό» γίνεται κοινότοπο, σε εκδοχές αιματηρές ή όχι, σε κάθε επαφή με την εξουσία. Καμιά φορά αρκεί και η απόμακρη ευωδία της.

Η προοπτική της εξουσίας αποτέλεσε την πιο ισχυρή βάση νομιμοποίησης της «κοινοτοπίας του κακού» που διατρέχει τη δράση μελών και στελεχών της Χ.Α., με τον ίδιο τρόπο που τη νομιμοποιούσε για τα σημερινά κόμματα εξουσίας. Η εξαφάνιση της προσωπικής ηθικής, αυτής που ανταποκρίνεται στους στοιχειώδεις κανόνες της «κοινοτοπίας του καλού» (ου φονεύσεις, ου κλέψεις, ου ψευδομαρτυρήσεις…), έτσι κι αλλιώς δεν ήταν ποτέ η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας κατά την επέλαση των κομματικών στρατών εξουσίας και των πελατειακών παρελκομένων τους στο κράτος. Έγινε μια απεχθής ρουτίνα με την οποία εξοικειώθηκε επικίνδυνα και η πλειοψηφία της κοινωνίας, η οποία αναλάμβανε και μερίδιο πολιτικής συνενοχής διά της ψήφου της.

Το πρόβλημα, λοιπόν, με το «κακό» είναι ότι έχει γίνει προ πολλού ανησυχητικά κοινότοπο. Βρίσκεται σε διαδικασία ώσμωσης με την «κοινοτοπία του καλού» από την εποχή που αυτή διέρρηξε και τους τελευταίους δεσμούς με στοιχειώδεις ηθικούς κώδικες και κανόνες που δέσμευαν δημόσια πρόσωπα και θεσμούς (συμβολικό σημείο καμπής η διακήρυξη Βουλγαράκη ότι «το νόμιμο είναι και ηθικό»). Μόνο που οι νεοναζί έκαναν ένα ποιοτικό άλμα, εντάσσοντας στην «κοινοτοπία του κακού» την παραβίαση της πιο θεμελιώδους απαγόρευσης στις πολιτισμένες κοινωνίες. Του φόνου. Αν ακόμη κι ο φόνος γίνει κοινότοπος -ως κομματικό ή εθνοφυλετικό καθήκον, ως αιματηρή προπαγάνδα, ως εκφοβισμός των αντιπάλων-, ανοίγουν οι πύλες της κόλασης.

Όταν έχεις τόσο ευρεία και βαθιά καταστροφή του κοινωνικού ήθους, ο κίνδυνος ν’ ανοίξουν αυτές οι πύλες είναι υπαρκτός. Η Χ.Α. αλιεύει όχι στην ελπίδα, αλλά στην απελπισία. Και η απελπισία τσακίζει την προσωπική ηθική, το έσχατο σύνορο αντίστασης του «καλού». Η ίδια η Χάνα Άρεντ, συντετριμμένη από τη σύγχυση που προκάλεσε η αιρετική της διαπίστωση για τον «φυσιολογικό χασάπη Άιχμαν», επισήμανε: «Το μοναδικό μου σφάλμα είναι πως δεν τόνισα ότι το κακό δεν μπορεί να είναι ριζοσπαστικό. Το κακό ποτέ δεν είναι ριζοσπαστικό, μονάχα ακραίο. Ριζοσπαστικό και βαθύ μπορεί να είναι μόνο το καλό». Όσο κι αν φαίνεται κοινότοπο, απλοϊκό ή αφελές, η κοινωνία, οι κοινωνίες έχουν αυτήν ακριβώς την ανάγκη: να ανακαλύψουν απ’ την αρχή τον ριζοσπαστισμό του καλού. Δυστυχώς γι’ αυτές -δυστυχώς για μας- αυτή η «ανακάλυψη» βρίσκεται μακριά από τον διαγκωνισμό για την εξουσία…

 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε, πριν από τη δίκη, ότι ο πελάτης του είχε την προσωπικότητα «ενός κοινού ταχυδρόμου». Ο Άιχμαν φαίνεται ότι είναι ένας τρομακτικά φυσιολογικός άνθρωπος. Όσο τερατώδεις κι αν ήταν οι πράξεις, ο δράστης δεν ήταν ούτε τερατώδης ούτε σατανικός, και το μόνο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να διακρίνει κανείς τόσο στο παρελθόν όσο και στη συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της δίκης και της ανακριτικής διαδικασίας ήταν κάτι ολότελα αρνητικό: δεν ήταν η ανοησία, αλλά μια παράξενη, σχεδόν αυθεντική ανικανότητα να σκεφτεί.

 

Χάνα Άρεντ, «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: έκθεση για την κοινοτοπία του κακού»

 

 

 

28/09/2013

Τόξα, βέλη και φαρέτρες


(Επενδυτής, 28/9/2013)

 


Δεν ξέρω ποιος γλωσσολογικός συνειρμός έχει επιβάλει αυτή τη διασκεδαστική -αλλά  συνάμα εκνευριστική- συζήτηση για το ποιος περιλαμβάνεται στο «δημοκρατικό ή το συνταγματικό τόξο» και ποιος όχι. Αν η πηγή είναι η Ευκλείδειος Γεωμετρία, υποθέτω ότι ο συμβολισμός σχετίζεται με τη διάταξη των κοινοβουλευτικών εδράνων σε ημικύκλιο.  Γεωμετρικά, πράγματι το εγχώριο κοινοβουλευτικό ημικύκλιο είναι ένα τόξο, ήτοι ένα κομμάτι της περιφέρειας του κύκλου. 

Για τους μυστικιστές, που βλέπουν στα μαθηματικά κάτι παραπάνω από ένα μέτρο του κόσμου, ο κύκλος είναι το κατεξοχήν μαγικό σύμβολο, το νοερό όριο προστασίας ή δράσης. Στην αδιάσπαστη γραμμή της περιφέρειάς του υποτίθεται ότι συντελείται η ενότητα πνεύματος και ύλης. Άρα, το τόξο, που είναι μέρος του κύκλου, συμβολίζει το εν δυνάμει πνεύμα. Και στην πιο γοητευτική του μορφή, το ουράνιο τόξο, είναι καλός οιωνός. Ωστόσο, οι συμβολιστές διακρίνουν το τόξο ανάλογα με τη θέση του. Όρθιο, με την κοίλη πλευρά προς τα πάνω, είναι ένα δοχείο έτοιμο να δεχθεί το πνεύμα, ένα θηλυκό σύμβολο. Ανεστραμμένο, είναι ένα σύμβολο νικηφόρο, ανδρικό, επιθετικό.

Φυσικά, δεν υπάρχει λόγος να πάρουμε τοις μετρητοίς τους μυστικιστές κι όσα αόρατα βλέπουν στον κύκλο και στο τόξο. Αλλά είναι γεγονός ότι το τόξο στην ανδρική εκδοχή του μετατρέπεται πράγματι σε κάτι επιθετικό. Γίνεται όπλο. Μαζί με τη χορδή και το βέλος, είναι το τρίτο αρχαιότερο όπλο, μετά την πέτρα και το ακόντιο, που χρησιμοποίησε ο προϊστορικός άνθρωπος. Και -ερήμην των συμβολικών κανόνων του μυστικισμού ή των απαθών κανόνων της γεωμετρίας- ευθύνεται για τον θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων στο πέρασμα της ιστορίας. Αναλογικά, από βέλη τοξευτών ίσως έχει εξοντωθεί πολύ μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας, απ’ ό,τι με τα σημερινά όπλα μαζικής καταστροφής. Αλλά, ταυτόχρονα, στο τόξο η ανθρωπότητα οφείλει την επιβίωσή της, αφού πρόσφερε στον άνθρωπο-κυνηγό τροφή, με την ασφάλεια της απόστασης από τα επικίνδυνα, φτερωτά ή γοργοπόδαρα, θηράματα. Οι ίδιες λέξεις διασώζουν τη σημασία του τόξου και της ευστοχίας του τοξοβόλου. Το ρήμα «αμαρτάνω», στην αρχική του εκδοχή, αστοχώ κατά την τοξοβολία ή τη ρίψη του ακοντίου. Κι ήταν πολύ σημαντικό να μην αστοχήσει κανείς. Τόσο, που η αμαρτία κατέληξε παραβίαση υπέρτατου κανόνα. Είτε για τοξοβόλους είτε για τους απλούς διαβάτες της ζωής.

Μεταξύ γεωμετρίας και πολέμου, το τόξο είναι λοιπόν μια αρχέγονη έννοια της ανθρώπινης συνθήκης. Σε τελική ανάλυση μπορεί να είναι κι ένας συμβολισμός για την τροχιά που διασχίζει το βέλος του ανθρώπινου πολιτισμού. Ξεκινά από χαμηλά, ανεβαίνει ψηλά, αλλά προορισμός του είναι να καταλήξει στο έδαφος. Σε ποιο σημείο της τροχιάς του βρίσκεται, άραγε, τώρα το βέλος της ανθρωπότητας; Ή να ελπίσουμε ότι δεν είναι το μοναδικό στη φαρέτρα της και τα βέλη της έχουν να διασχίσουν ακόμη πολλές τροχιές ακμής και παρακμής;

Πάντως, μιαν ανάλογη τροχιά έχουν διανύσει και τα τόξα της πολιτικής μας επικαιρότητας, το «συνταγματικό» και το «δημοκρατικό». Προφανέστατα η κυβέρνηση επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τα «τόξα» αυτά ως όπλα εξόντωσης ή περιορισμού αντιπάλων της. Και μπορεί όλοι -ή οι περισσότεροι- να παρακολουθούμε με ευχαρίστηση το σύννεφο από βέλη που σκιάζει τον ήλιο της νεοναζιστικής Χ.Α., αλλά δεν είμαστε αφελείς να πιστεύουμε ότι αποτελεί τον μοναδικό στόχο. Οι χρυσαυγίτες είναι προφανώς αιφνιδιασμένοι από το γεγονός ότι δέχονται εξ οικείων τα βέλη, από ένα πεδίο στόχευσης που θεωρούσαν ανεκτικό, ίσως και φιλικό απέναντί τους. Παραπλανήθηκαν, ενδεχομένως, από το γεγονός ότι εδώ και δύο χρόνια ραντίζουν με αίμα τις γειτονιές της Αθήνας και της επαρχίας ως παρακράτος χωρίς να έχουν οχληθεί από το κράτος. Οι λοιποί δεν δικαιολογούνται να νιώθουν αιφνιδιασμένοι και συγχυσμένοι. Κι όμως είναι.

Η σύγχυση προέρχεται από το γεγονός ότι τα πολιτικά κόμματα, κοινοβουλευτικά ή μη, διαθέτουν από το ίδιο το σύνταγμα και την κουλτούρα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού. Δικαιούνται να αυτο-περιλαμβάνονται ή όχι στα «τόξα» της πολιτικής μας κοινοτοπίας. Ορισμένοι χρησιμοποίησαν τυχοδιωκτικά αυτό το δικαίωμα, όπως οι νεοφασίστες της Χ.Α. Αξιοποιούν το σύνταγμα με ρητό στόχο να το καταργήσουν ή να το «μεταρρυθμίσουν», αντιμετωπίζοντας τη δημοκρατία σαν εκκολαπτήριο φαυλότητας. Άλλοι έχουν πιο ειλικρινή στάση. Οι αναρχικοί, για παράδειγμα, αυτοεξαιρούνται και από το σύνταγμα και από τη δημοκρατία, επιλέγουν τον πόλεμο απέναντί τους και οι αυθεντικότεροι απ’ αυτούς υπομένουν τις συνέπειες.

Στον ενδιάμεσο χώρο υπάρχει ο παράδοξος διαγκωνισμός και ανταγωνισμός στην πασαρέλα της συνταγματικότητας και της δημοκρατικότητας. Είναι ένας πολιτικά περιττός ανταγωνισμός. Ιδιαίτερα στις συνθήκες εκτάκτου ανάγκης που έχει επιβάλει η κρίση. Τόσο η δημοκρατία, στην έστω θολή της σύλληψη, όσο και το σύνταγμα βρίσκονται υπό μερική αναστολή. Τα «τόξα» που με πάθος υπερασπίζονται τα κόμματα έχουν τόσο περιοριστεί εκ των πραγμάτων, ώστε μερικές φορές είναι ζήτημα αν περιλαμβάνουν οποιονδήποτε άλλο εκτός από την τρόικα. Εδώ και τρία χρόνια δεν έχει ψηφιστεί νομοσχέδιο από τη Βουλή που να μην έχει την έγκρισή της. Το κοινοβουλευτικό «τόξο» έχει περιορίσει την ελαστικότητά του τόσο, ώστε κανένα «βέλος» του δεν υπερβαίνει το όριο των μνημονίων.

Αλλ’ αυτό δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Στην πραγματικότητα, η δημοκρατία κινούνταν πάντα ανάμεσα στα ρευστά κοινωνικά και πολιτικά σύνορα που δημιουργούσαν οι ιστορικές συνθήκες και το σύνταγμα προσαρμοζόταν με καθυστέρηση στις μεταβολές αυτές. Οι σουφραζέτες, για παράδειγμα, βρίσκονταν για πολλές δεκαετίες εκτός συνταγματικού τόξου, μέχρι που τα συντάγματα αναγνώρισαν το τόσο αυτονόητο σήμερα δικαίωμα της γυναικείας ψήφου. Αλλά, για να πάμε σε κάτι πιο ακανθώδες, η αναθεωρητική Βουλή του 2000 έκανε την υπέρβαση ψηφίζοντας το περίφημο άρθρο 14 παρ. 9 του συντάγματος για τον «βασικό μέτοχο» ως υπερόπλο κατά της διαπλοκής. Αλλά σήμερα αυτό το άρθρο μένει γράμμα κενό, χάρη στον νομικό και πολιτικό πόλεμο που κήρυξε η διαπλοκή (με πρωτοστάτες τους σημερινούς «αρχιερείς» των αντιναζιστικών αποκαλύψεων). Μια διαγώνια ανάγνωση στις 79 αναθεωρήσεις του συντάγματος του 2001 θα καταδείξει τόσες «νεκρές» διατάξεις, χωρίς εκτελεστικούς νόμους ή με νόμους που υιοθετούν την εξαίρεση αντί του κανόνα, ώστε να συμπεράνει κανείς  ότι ολόκληρο το «συνταγματικό τόξο» κινείται συχνά εκτός συντάγματος ή ακροβατεί πάνω στα εντελώς ρευστά όριά του.

Το ίδιο λίγο πολύ ισχύει για τη δημοκρατία, που παρακολουθεί με βραδύτητα τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές. Στη μνημονιακή Ελλάδα έχουν επιβληθεί συνταγματικά αδιανόητοι περιορισμοί στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας εν ονόματι του χρέους, αλλά την ίδια στιγμή όποιος τολμά να ψελλίσει προτάσεις για τον αναγκαίο έλεγχο της μεγάλης ιδιοκτησίας σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας  πέφτει στο τείχος της «συνταγματικής νομιμότητας», που αναστηλώνεται αλά καρτ.

Επομένως, για να μη χαθεί σ’ ένα πέλαγος υποκρισίας η περί πολιτικών «τόξων» φλυαρία (υπάρχουν και «τόξα» ευρωπαϊκά ή αντιευρωπαϊκά, αριστερά, δεξιά, κεντροαριστερά, κεντροδεξιά, οικολογικά, μπορούμε να επινοήσουμε όσα «τόξα» βάζει ο νους), ας περιοριστούμε σ’ αυτό που μας αφορά εδώ και τώρα. Υπάρχει ή μπορεί να υπάρξει αντιφασιστικό, αντιναζιστικό τόξο; Προφανώς ναι, αν θυμηθούμε ότι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο συμμάχησαν λυσσαλέα ανταγωνιστικές πλευρές κατά του ναζισμού, παρ’ ότι η μία πέρασε μια μακρά περίοδο έρωτα μαζί του (βλέπε παραπλεύρως απόσπασμα). Αλλά πριν σπεύσει ο καθένας να πάρει θέση εντός του «τόξου», ας καθαρίσει τα του οίκου του. Ας αυτοελεγχθεί, ας κλείσει τους ιστορικούς του λογαριασμούς με τον φασισμό, ας αποκόψει τους διαύλους επικοινωνίας με τους θυλάκους του, ας εξουδετερώσει τις εκλεκτικές συγγένειες, ας αποδοκιμάσει τις όμορες ιδέες, ας αποκοπεί από τις κοινές πηγές χρηματοδότησης, ας πνίξει τον φασίστα (και τους φασίστες) που ’χει μέσα του. Ύστερα, ας πάρει το τόξο, τη φαρέτρα και τα βέλη του…

 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Το ρωμαϊκό πνεύμα που εκπροσωπεί ο Μουσολίνι, ο μεγαλύτερος εν ζωή νομοθέτης, έδειξε σε πολλά έθνη πώς μπορεί κανείς να αντισταθεί στην επέλαση του σοσιαλισμού και υπέδειξε τον δρόμο που μπορεί να ακολουθήσει ένα έθνος όταν καθοδηγείται με θάρρος. Με το φασιστικό καθεστώς ο Μουσολίνι ίδρυσε ένα κέντρο καθοδήγησης, από το οποίο όσες χώρες δεσμεύτηκαν για μάχη σώμα με σώμα με τον σοσιαλισμό δεν πρέπει να διστάσουν να οδηγηθούν.

Ουίνστον Τσόρτσιλ, «Ομιλία στην Αντισοσιαλιστική Βρετανική Ένωση, 18.2.1933»

 

 

 

 

21/09/2013

Το φίδι που τους κλώσησε

(Επενδυτής, 21/9/2013)

 


Μπα; Εκπλήσσεσθε που οι χρυσαυγίτες έκαναν πρόβες στο Πέραμα και στο Κερατσίνι για τις «νύχτες κρυστάλλων» του μέλλοντός μας; Εξοργίζεστε που έχουν στο ενεργητικό τους επισήμως το πρώτο θύμα (τα άλλα έχουν χαθεί στα αστυνομικά αρχεία, γιατί ήταν μελαψοί, κανείς δεν είδε, κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν αναζήτησε); Απορείτε και εξίστασθε που ένα γραφικό ναζιστικό γκρουπούσκουλο εξελίσσεται σε πανελλαδικής δικτύωσης ένοπλη συμμορία με επιρροή που ήταν αδιανόητη πριν από δύο χρόνια; Πανικοβάλλεστε που η ανοιχτά εγκληματική δράση της δεν περιορίζει τη δημοσκοπική της επέλαση; Τρέμετε στην ιδέα ότι η Χ.Α. μπορεί όχι απλώς να εξελιχθεί στον τρίτο βασικό πόλο του πολιτικού συστήματος, αλλά να κερδίσει την ηγεμονία στα δεξιά του φάσματος; Λιποθυμάτε στο ενδεχόμενο ότι θα χρειαστεί ή να την ηρωοποιήσετε μέσα από πανικόβλητα τεχνάσματα «διωγμού» της ή να συνδιαλλαγείτε μαζί της, έστω και με κάποιο μετριοπαθές τμήμα της – αν υπάρχει; Αγανακτείτε που διογκώνεται η επιρροή ενός τόσο ασύμβατου -υποτίθεται- με τα ευρωπαϊκά και κοινοβουλευτικά ήθη μορφώματος;

Κακώς! Κακώς, κάκιστα εκπλήσσεσθε, εξοργίζεσθε, απορείτε, εξίστασθε, πανικοβάλλεστε, τρέμετε, λιποθυμάτε, αγανακτείτε. Είναι δικό σας επίτευγμα η δημιουργία και η γιγάντωσή της. Εσείς κλωσήσατε και εξακολουθείτε να κλωσάτε το αυγό απ’ το οποίο έσκασε. Οι αποκρουστικές της ιδέες βρίσκονται στο ιδεολογικό DNA σας, ο ρυπαρός λόγος της είναι κρυμμένος στα προγράμματά σας, οι πρακτικές της είναι κομμάτι της ιστορίας σας και τη δική της ατζέντα υποκλέπτετε συστηματικά από τότε που εισέβαλε στο προσκήνιο. Αν και αυτή προηγήθηκε στην υποκλοπή, αντιγράφοντας από τα δικά σας παλιά τεφτέρια.

Ας ξεφυλλίσουμε μαζί μερικές σελίδες απ’ αυτά τα τεφτέρια, μπας και φρεσκάρετε τη μνήμη σας, μπας και ξελαμπικάρει το μυαλό σας.

Πρώτον. Η Χρυσή Αυγή, έχοντας ψαρέψει για καιρό στα θολά νερά της αντιμνημονιακής φλυαρίας, αφού προπόνησε τα τάγματα εφόδου της στα κεφάλια μεταναστών, έβγαλε στο φως τον σκληρό ιδεολογικό της πυρήνα: τον αντικομμουνισμό. Οι νεοναζί, όπως απέδειξαν οι «πρόβες» στο Πέραμα και αλλού, βρίσκονται σε διάταξη αναμέτρησης με την Αριστερά και με κάθε τι που θεωρούν ότι βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής της. Το χρυσαυγίτικο μίσος για την Αριστερά, όμως, αποτελεί την ακραία συμπύκνωση της προσφιλούς τα τελευταία χρόνια στη νεοφιλελεύθερη Δεξιά θεωρίας: για όλα τα σημερινά δεινά φταίει η Αριστερά, που επί της ουσίας κυβερνούσε τη χώρα. Με τον «κρατισμό», τις «συντεχνίες», τα «διεφθαρμένα συνδικάτα», τα καταστροφικά «κεκτημένα» της Μεταπολίτευσης.

 Δεύτερον. Η Χρυσή Αυγή ανέλαβε να κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς με την Ιστορία για λογαριασμό της όλης Δεξιάς. Παρά τις ποικίλες μεταλλάξεις της και τους εκσυγχρονισμούς της, η συντηρητική παράταξη ουδέποτε έκοψε πλήρως τους δεσμούς της με την Ακροδεξιά, η οποία συνδέθηκε με τις πιο μελανές σελίδες της νεότερης ιστορίας: τον δωσιλογισμό της Κατοχής, τον εμφύλιο, το μετεμφυλιακό παρακράτος, τη χούντα, τα μεταπολιτευτικά «σταγονίδια». Δύο από τους πέντε μεταπολιτευτικούς αρχηγούς της υπήρξαν γόνοι ανθρώπων που υπηρέτησαν άμεσα το κατοχικό καθεστώς. Δεν υπάρχει οικογενειακή ευθύνη, αλλά ο συμβολισμός του γεγονότος είναι ισχυρός. Έχει κι η Αριστερά πάμπολλους ανοιχτούς λογαριασμούς της με την Ιστορία, αλλά έχει λογοδοτήσει σκληρά γι’ αυτούς. Η Δεξιά όχι μόνο δεν λογοδότησε, αλλά εγκατέστησε στον θρόνο των νικητών του Εμφυλίου τις ποικίλες και διαδοχικές εκφράσεις του δωσιλογισμού. Η αναβίωση, λοιπόν, της διπολικής έντασης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς κονιορτοποίησε την επίφαση «εθνικής συμφιλίωσης» πάνω στην οποία νανουρίστηκε η Μεταπολίτευση. Και νομιμοποιεί τη Χρυσή Αυγή να ανάγει γιορτές μίσους τύπου Μελιγαλά σε προνομιακό πεδίο μιας ιστορικής ρεβάνς για λογαριασμό της όλης Δεξιάς.

Τρίτον. Αν αυτές οι ιστορικής υφής διαφορές φαίνονται εντελώς αδιάφορες για τις γενιές που δεν έχουν μνήμες Εθνικής Αντίστασης, Εμφυλίου, δικτατορίας, δεν είναι αδιάφορη η αναβάπτιση της Ακροδεξιάς εντός της κυβέρνησης της μνημονιακής «σωτηρίας». Πριν η Χ.Α. αποκτήσει πανελλαδικό ακροατήριο, κήρυκες των σημαντικότερων από τις φασίζουσες, ρατσιστικές, μυστικιστικές, εθνοφυλετικές και αντικοινοβουλευτικές της απόψεις ήταν πρόσωπα που σήμερα βρίσκονται στον σκληρό πυρήνα της διακυβέρνησης, ως αναγεννημένοι φιλελεύθεροι, φιλότιμοι «μεταρρυθμιστές» και αμείλικτοι διώκτες του νεοναζισμού. Σήμερα, μας απευθύνονται λες κι είμαστε Λωτοφάγοι.

Τέταρτον. Η συντριβή κάθε έννοιας εθνικής και κρατικής κυριαρχίας, ο ευτελισμός της κοινοβουλευτικής διαδικασίας από τους εκπροσώπους των πιστωτών αλλά και από τους ζηλωτές του περίφημου «κοινοβουλευτικού τόξου», ο υποβιβασμός της Βουλής σε όργανο τυπικής επικύρωσης κατά παραγγελία νομοθετημάτων, δίνουν υπόσταση στον φυλετικό εθνικισμό και στον αντικοινοβουλευτισμό της Χ.Α. Η νεοναζιστική οργάνωση υπόσχεται ένα υποκατάστατο της τσακισμένης εθνικής αξιοπρέπειας. Ευαγγελίζεται την ανάκτηση της χαμένης ταυτότητας των νεοελλήνων, με μιαν «ελληνοποίηση» των πάντων: της απασχόλησης, της επιχειρηματικότητας, των παραγωγικών δομών, της εκπαίδευσης, του κράτους. Αποφεύγει επικίνδυνες «λεπτομέρειες», όπως για παράδειγμα πώς θα προκύψει η ενότητα συμφερόντων μεταξύ της «ελληνικής» επιχειρηματικής ελίτ και των Ελλήνων εργαζόμενων και ανέργων. Και προσφεύγει σε πρακτικές λύσεις «συμφιλίωσης»: αδειάζει θέσεις εργασίας από μετανάστες, τις γεμίζει με ιθαγενείς και βγάζει και το σχετικό μεροκάματο μέσα από τις «μεσιτικές» εργασίες που προσφέρει σε επιχειρηματίες.

Πέμπτον. Η κυβέρνηση, όπως και οι Ευρωπαίοι εταίροι που δηλώνουν με περισσή υπεροψία και υποκρισία αλλεργικοί στον νεοναζισμό, βαφτίζουν το κρέας ψάρι και τη διάλυση του κράτους «μεταρρύθμιση». Παρά την αγωνιώδη προσπάθεια να δοθεί στα μνημόνια ο χαρακτήρας μιας οδυνηρής αλλά βαθιάς εξυγίανσης της χώρας, η αίσθηση που αποκομίζει ο μέσος πολίτης είναι μια προϊούσα αποσύνθεσή του κράτους στις στοιχειώδεις λειτουργίες του. Το αίσθημα της ανασφάλειας που προκαλεί η απορύθμιση των κρατικών δομών καθιστά θελκτική την ισχύ που επιχειρεί να εκπέμψει η Χ.Α. και δελεαστική την προσφορά της να υποκαταστήσει αυτή το κράτος, είτε στο πεδίο της ασφάλειας είτε στο πεδίο της οικονομικής στήριξης. Όπως συνέβη και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, το κενό εξουσίας που άφησαν τα καταρρεύσαντα καθεστώτα το κάλυψε το οργανωμένο έγκλημα, με πολιτικό μανδύα ή και χωρίς αυτόν.

Συμπέρασμα: Τα κοινωνικά ερείπια που σωριάζουν γύρω μας η κρίση και η ομοιοπαθητική των μνημονίων αποτελούν χωρίς αμφιβολία το θερμοκήπιο της αποσύνθεσης, της πνευματικής σύγχυσης που διαχέεται στην κοινωνία, της κατάρρευσης κάθε ίχνους εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα και στη δημοκρατική διαδικασία. Ωστόσο, αυτή η αποσύνθεση, η σύγχυση και η δυσπιστία δεν μεταμορφώνονται αυτόματα σε πολιτική στήριξη του φασισμού. Αυτή είναι μια βολική ερμηνεία για όσους θέλουν να κρύψουν ότι εδώ και χρόνια λειτουργούν ως πονηροί διαμεσολαβητές ιδεών, αντιλήψεων και πολιτικών πρακτικών που σήμερα τις βρίσκουν απέναντί τους απειλητικές, θηριώδεις, αιματηρές. Μαύρο φίδι που τους έφαγε. Κι ας το κλώσησαν στοργικά…
α το μι το σχετικράτους. ΑονΕλλσημαντικ

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Μια τέτοια μέρα είναι ωραία για να πεθάνεις
Όμορφα κι όρθιος σε δημόσια θέα
Με λένε Παύλο Φύσσα από τον Περαία
Έλληνας μ’ ό,τι συνάδει αυτό -όχι μια σημαία, μελανοχίτωνας γόνος του Αχιλλέα και του Καραϊσκάκη-
Κι αν ξέρω κάτι είναι πως γεννήθηκα ήδη
με δυο καταδίκες βαριές πάνω στην πλάτη
Δυο φτερά από γέννα πάνω στο σώμα μου ραμμένα
που δυστυχώς φτερουγίζουν μόνο μέσ’ απ’ την πένα
και κάνουν γύρω μου να μοιάζουν μάταια
ειδικά όσα θυσιάστηκαν για μένα...

Μα,
Δεν θυσιάζω τίποτα που θυσιάζεται
Δεν θυσιάζομαι για όποιον θυσιάζει
Μάλλον θα φταίει που τα πάντα ασπάζομαι
Ίσως να φταίει η επόμενη μέρα που πλησιάζει
Γι αυτό σου λέω, όλα καλά ηρέμησε
τα ζόρια σου, τα ζόρια μου
Κοίτα ψηλά τ’ αστέρια
Απόψε μοιάζουν να ’ναι τόσο φωτεινά
Το θέμα είναι να παίζεις τη μπάλα σωστά στα χέρια

Τραβάει ο καθένας μάγκα μου τα ζόρια του
και κουβαλάει το δικό του το σταυρό
Τί με ρωτάς πώς περνώ, τι να σου πω;
Δόξα τα λεφτά, έχουμε θεό...

Killa P (Παύλου Φύσσα), «Ζόρια» («Ηλιοκαψίματα», 2012)

14/09/2013

Greece 2021, Mars 2023


(Επενδυτής, 14/9/2013)

 

Το 2021 θα είμαι 60 χρονών, πατημένα. Δεν ξέρω αν θα είμαι συνταξιούχος-αυτό είναι πια για τον καθένα τόσο αβέβαιο, όσο και το αν σε οκτώ χρόνια θα είναι ζωντανός. (Κατά μία εκδοχή μόνο κατά τύχη ξυπνάμε κάθε πρωί ζωντανοί. Άλλοι το θεωρούν απολύτως φυσιολογικό, άλλοι κάνουν ένα σταυρό ή λένε «ευχαριστώ» στον θεό που πιστεύουν, αν πιστεύουν).

Μέχρι το 2021, τουλάχιστον 900.000 άνθρωποι από αυτούς που σήμερα, εδώ και τώρα, είναι ζωντανοί θα έχουν αποδημήσει εις Κύριον. Άλλοι σε βαθύ γήρας, μ’ ένα τέλος φυσιολογικό, σχεδόν επιθυμητό, κι άλλοι αιφνίδια, μ’ ένα τέλος πρόωρο, ακαριαίο ή βασανιστικό. Αυτά βάσει της στατιστικής. Δεν ξέρουμε μέχρι στιγμής τι έχει προσθέσει το μνημονιακό purgatorio στη θνησιμότητά μας. Αλλά, ακόμη κι αν δεν αλλάξει τίποτα στους ρυθμούς που «αραιώνουμε», για περίπου 1 εκατομμύριο κατοίκους αυτής της χώρας ξέρουμε πως δεν έχει καμιά, μα καμιά σημασία το τι θα συμβεί σε οκτώ χρόνια.

Μέχρι το 2021, θα έχουν προστεθεί στον πληθυσμό της χώρας περίπου 800.000 νεοσσοί, βάσει του σημερινού ρυθμού γεννήσεων. Αλλά, το 2021 οι άνθρωποι που θα έχουν εν τω μεταξύ γεννηθεί θα είναι το πολύ οκτώ ετών. Ό,τι και να τους υποσχεθεί κανείς σήμερα έχει την ίδια σημασία που έχει για όσους τότε θα είναι νεκροί. Δηλαδή καμιά. Ακόμη κι αν οι γονείς τους, από υπερβάλλοντα πατριωτικό ζήλο, επιχειρήσουν να τους γαλουχήσουν εξ απαλών ονύχων με τα νεοαπελευθερωτικά κελεύσματα του 2013.

Μέχρι το 2021 τουλάχιστον 200.000 νέοι, που σήμερα βρίσκονται σε ηλικία μεταξύ 15 και 25 ετών, θα έχουν μεταναστεύει εκτός Ελλάδας. Πιθανότατα για Ευρώπη ή Βόρεια Αμερική. Το γεγονός ότι την τελευταία τετραετία ρίχνουν μαύρη πέτρα περίπου 25.000 νέοι κατ’ έτος, κι άλλοι τόσοι ψάχνονται ζητώντας πληροφορίες και υλικό, δείχνει ότι ζούμε ήδη ένα μοντέρνο ρεύμα μετανάστευσης, κυρίως προς τη Δύση. Αν μάλιστα οι πιονιέροι αυτοί του ρεύματος στείλουν θετικά μηνύματα στους εναπομένοντες- όχι απαραίτητα μαζί με συνάλλαγμα-, η μετανάστευση θα αυξηθεί με γεωμετρική πρόοδο μέχρι το 2021. Κι ο ανθός της χώρας που θα επιλέξει τη φυγή ελάχιστο ενδιαφέρον θα δείξει για τo σχέδιο «Ελλάδα 2021».

Μέχρι το 2021 πολλά μπορούν να έχουν συμβεί στη χώρα, στην ήπειρο, στον πλανήτη. Ένας μετεωρίτης από το πουθενά μπορεί να καταστρέψει το οικοσύστημα της Γης. Κι αν αυτό σας φαίνεται απίθανο, δεν ισχύει το ίδιο για το ενδεχόμενο ενός περιφερειακού ή γενικευμένου πολέμου στη Νοτιανατολική Μεσόγειο, μιας επιδημίας εμφυλίων και θρησκευτικών συρράξεων στην Ασία και την Αφρική, ενός νέου, βίαιου κύκλου παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με επίκεντρο την Κίνα και άλλους αναπτυξιακούς «δράκους». Το παλιρροϊκό κύμα από οποιαδήποτε τέτοια εξέλιξη θα σαρώσει σαν καρυδότσουφλο και το πιο καλοσχεδιασμένο πλάνο για την «Ελλάδα 2021».

Το 2021 η κόρη μου θα είναι 22 χρονών. Θα έχει υποστεί την πολλοστή «μεταρρύθμιση» του Λυκείου, με άγνωστη κατάληξη, θα έχει επιβιώσει σε έναν πολύχρονο εξεταστικό μαραθώνιο- αν και εφόσον εμείς οι γονείς της είμαστε σε θέση να (ανα)πληρώσουμε τα κενά της ακρωτηριασμένης δημόσιας παιδείας- και θα ολοκληρώνει τη φοίτηση σε κάποιο ΑΕΙ ή ΤΕΙ, απ’ όσα γλιτώσουν τη βίαιη αναδιάρθρωση. Βάσει του καλού σεναρίου θα είναι μια πτυχιούχος και γνώστης δύο ξένων γλωσσών, ανάμεσα σε 1,4 εκατ. νέους της γενιάς της (20-29 ετών) με ανάλογα πάνω κάτω προσόντα και με την ίδια αναπηρία: ένα ποσοστό ανεργίας ανάμεσά τους που στην καλύτερη περίπτωση θα έχει πέσει στο 40%. Το 2021 θα πρέπει να απαντήσω στο αμείλικτο ερώτημα της κόρης μου, τι νόημα είχε όλη αυτή η σπατάλη χρόνου και χρήματος αν πρόκειται να δουλεύει ως εποχική υπάλληλος των 500 ευρώ στον τουρισμό και να συνεχίσει να ζει εις βάρος μας, ανίκανη να οργανώσει αυτόνομη τη ζωή της. Το 2021 δεν θα έχω απέναντί μου μια κυκλοθυμική έφηβη, αλλά μια ενήλικα που θα θέλει να ξέρει πού πατάει και πού πηγαίνει.

Δυο χρόνια μετά το 2021, το 2023, οι πρώτοι 40 αρειαναύτες θα προσγειώνονται στον αφιλόξενο κόκκινο πλανήτη με τη φιλοδοξία να είναι οι πρώτοι άποικοί του. Το πρόγραμμα Mars One που υπόσχεται ταξίδι χωρίς επιστροφή στους εθελοντές μοιάζει προς το παρόν με αποστολή αυτοκτονίας. Αλλά με βάση το γεγονός ότι σχεδιάζεται από επιστήμονες που επιστρατεύουν την τελευταία λέξη της τεχνολογίας για να καταστήσουν βιώσιμη την αποστολή, το Mars One έχει περισσότερες πιθανότητες από το Greece 2021. Οι επιβάτες του διαστημόπλοιου θα κάνουν ένα επτάμηνο ταξίδι χωρίς επιστροφή, με επίγνωση κινδύνων που η τεχνολογία του διαστήματος θα προσπαθήσει να αποτρέψει. Οι επιβάτες του «διαστημόπλοιου Ελλάδα» καλούνται να συνεχίσουν το μνημονιακό ταξίδι στο άγνωστο για άλλα οκτώ χρόνια, με ήδη συντελεσμένους τους περισσότερους από τους κινδύνους, ακριβώς γιατί εφαρμόζεται πλήρως η «τεχνολογία της εξυγίανσης».

Το πρόβλημα με την πολιτική και τις μακρινές επαγγελίες της είναι ότι έρχεται σε διαρκή, τρομακτική σύγκρουση με την τυραννία της στιγμής που την ίδια στιγμή επιβάλλει στους ανθρώπους. Εκεί άλλωστε αποτυγχάνουν ακόμη και οι μεγάλες ανθρωπιστικές ουτοπίες. Πώς να πιστέψει κανείς ότι μια διαδοχή από ζοφερά «παρόντα» μπορεί να οδηγήσει σε λαμπερά «μέλλοντα»; Πώς να καρφώσει ο μέσος άνθρωπος το βλέμμα του στο σωτήριον 2021 και να οργανώσει την οκταετία που μεσολαβεί, όταν δυσκολεύεται να σχεδιάσει τον μήνα, την εβδομάδα, ακόμη και τη μέρα που έρχεται; Από πού να αντλήσει υπομονή, όταν είναι τόσο καλά εκπαιδευμένος στην ανυπομονησία; Πώς να προσαρμοστεί στον βραδύ χρόνο της αναμονής, όταν όλα γύρω του τρέχουν με την ιλιγγιώδη ταχύτητα του χρήματος: τα sms, τα email, τα μοντέλα iPhone, οι γεωπολιτικές αναταράξεις, τα μνημόνια, οι αναθεωρήσεις τους, τα νομοσχέδια, οι «μεταρρυθμίσεις», οι αντι-μεταρρυθμίσεις; Πώς να δει «σχέδιο» στο χάος της απορρύθμισης των πάντων; Πώς να κοιμηθεί ήσυχος για οκτώ χρόνια, όταν κάθε πρωί τον λαχταράει το κακόηχο ξυπνητήρι της τρόικας;

Το 2021 εγώ θα είμαι 60 plus, η κόρη μου μια αγριεμένη άνεργη και οι «πολιτικοί μηχανικοί» του χάους στα σπίτια τους, αν όχι κάπου πολύ χειρότερα (τους το εύχομαι ολόψυχα). Κι αν έχουμε επιβιώσει μέχρι το 2021, σιγά μην κολώσουμε μπροστά στο 2023 και στον εποικισμό του Άρη.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.

Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχει αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίσι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήσει.

Κ. Π. Καβάφη, «Η τράπεζα του μέλλοντος» («Τα κρυμμένα ποιήματα»)

 

 

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...