16/11/2013

Η προχειρότης του βίου

(Επενδυτής, 16/11/2013)



Κοιτάζω βίντεο και φωτογραφίες από τις Φιλιππίνες. Ο φακός έχει ρουφήξει αχόρταγα κάθε εκδοχή καταστροφής. Εστιάζει με υπόρρητο σαδισμό στα πρόσωπα που κραυγάζουν τον πόνο και την απελπισία. Οι ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων σαρώθηκαν από τη μανία του ωκεανού που γεννά τυφώνες. Κανείς δεν ξέρει πόσοι νεκροί, άστεγοι και πεινασμένοι θα μείνουν για καιρό ξεχασμένοι στα 7.000 νησιά του Αρχιπελάγους. «Όπου φτωχός κι η μοίρα του», «τους τιμωρεί και ο καιρός και ο Θεός», τα κοινότοπα σχόλια που αναμειγνύουν τον οίκτο με την ανακούφιση για το γεγονός ότι δεν είμαστε στη θέση τους κι είμαστε πολύ μακριά τους. Τώρα, αυτός ο δυστυχισμένος πληθυσμός των 100 εκατομμυρίων ανθρώπων, που γνώρισε τα «αγαθά» της δικτατορίας, των μεταρρυθμίσεων του ΔΝΤ και του «θαύματος» της ανάπτυξης, θα πρέπει να συμβιβαστεί σ’ ένα ακόμη κατώτερο σκαλοπάτι ανέχειας, κάτω κι από τα 1.700 δολάρια κατά κεφαλή που του αντιστοιχούσαν μέχρι σήμερα. Το μόνο σχέδιο ζωής που απομένει για μια τεράστια μάζα Φιλιππινέζων είναι η επιβίωση. Όχι για την επόμενη χρονιά, τον επόμενο μήνα, την επόμενη μέρα. Αλλά για την επόμενη ώρα.

Μου ’ρχεται ντροπή να τολμήσω την οποιαδήποτε σύγκριση. Άλλο να σ’ απειλεί ο δικαστικός επιμελητής με το κατασχετήριο του σπιτιού σου κι άλλο να σου ’χει πάρει ο τυφώνας και το σπίτι και το έδαφος κάτω από τα πόδια σου κι ολόκληρο το τοπίο που ήταν κάποτε το τροπικό ενδιαίτημά σου. Άλλο να αγχώνεσαι για το χαράτσι, για τα φορολογικά χρέη, για τους απλήρωτους λογαριασμούς κι άλλο να θρηνείς τη χαμένη σου οικογένεια, το εξαφανισμένο σου χωριό. Άλλο να μην έχεις δουλειά κι άλλο να μην έχεις ζωή. Άλλο να μην έχεις λεφτά κι άλλο τα λεφτά να μην έχουν κανένα απολύτως νόημα, γιατί δεν υπάρχει τίποτα να αγοράσεις και κανείς να εξαγοράσεις. Ο μόνος τρόπος επιβίωσης είναι να λεηλατήσεις, ν’ αρπάξεις, να φας και να πιεις ό,τι βρεις.

Παρ’ όλα αυτά τολμώ τη σύγκριση, διατηρώντας τις αναλογίες ανάμεσα στην ανθρωπιστική καταστροφή που κεραυνοβόλησε σε διάστημα ωρών τις Φιλιππίνες κι αυτήν που εξελίσσεται εδώ, αργόσυρτα, βασανιστικά, στατιστικά απροσδιόριστη ακόμη και από τους ζοφερούς αριθμούς της ανεργίας και της αυξανόμενης φτώχειας. Ο αριθμητής κάνει την τεράστια διαφορά, αλλά ο κοινός παρονομαστής ανάμεσα στη μία και στην άλλη καταστροφή είναι η προχειρότης του βίου που επιβάλλεται στους ανθρώπους. Η στέρησή τους από την ελάχιστη δυνατότητα να προβλέψουν και να σχεδιάσουν με κάποια ασφάλεια τη ζωή τους για την επόμενη ώρα, την επόμενη ημέρα, εβδομάδα, μήνα, χρόνο. Για τον Φιλιππινέζο, που έπεσε θύμα της μανίας του «Χαϊγιάν», αυτή η αδυναμία προέρχεται από το μέγεθος της καταστροφής και από την απόλυτη εξάρτησή του από τη διεθνή βοήθεια, που είναι άγνωστο πότε κι αν θα καταλήξει στους φυσικούς αποδέκτες της. Για τον νεοέλληνα που έχει πέσει θύμα του μνημονίου, η προχειρότης του βίου επιβάλλεται από τους δανειστές που χαράσσουν μια διαδρομή γεμάτη ζιγκ ζαγκ, παλινδρομήσεις, ανασχεδιασμούς και αναδιαπραγματεύσεις, σ’ έναν οδικό χάρτη σχεδόν χωρίς προορισμό.

Υπάρχει ένας αξιοσημείωτος συγχρονισμός ανάμεσα στην προχειρότητα των πάνω και στην προχειρότητα των κάτω. Ο πολιτικός βίος της χώρας και η διακυβέρνησή της εξελίσσονται πάνω σε απόλυτο στρατηγικό κενό. Όλα διαμορφώνονται από Eurogroup σε Eurogroup, από τη μία επίσκεψη της τρόικας στην άλλη, από δόση σε δόση. Κανείς δεν πιστεύει πια μεγαλόστομες κοινοτοπίες περί αρχής του τέλους, περί φωτός στην άκρη του τούνελ, περί επανεκκίνησης και αποδέσμευσης από το μνημόνιο. Αυτό που βλέπουν όλοι είναι η απόλυτη αδυναμία του κρατικού  μηχανισμού και της οικονομικής ελίτ που τον πλαισιώνει να προγραμματίσουν την επόμενη εβδομάδα ή τον επόμενο μήνα. Τη μια μέρα η τρόικα δαιμονοποιείται ως ενσάρκωση του κακού, την άλλη εξαίρεται ως από μηχανής θεός. Τη μια μέρα το μνημόνιο είναι το πληρέστερο κείμενο του κράτους, την άλλη κατακεραυνώνεται ως συνταγή καταστροφής. Τη μια είναι ορόσημο ο Ιούνιος, την άλλη ο Δεκέμβριος. Τη μια φταίει ο Τόμσεν, την άλλη ο Βίζερ. Τη μια η Μέρκελ είναι σωτήρας, την επομένη γίνεται ολετήρας. Η διακυβέρνηση που προκύπτει απ’ αυτή την εικόνα αντιστοιχεί σε μια λέξη: μπάχαλο. Η χώρα δεν κυβερνάται. Απλώς σέρνεται από το ένα εμπόδιο στο άλλο, με μόνο σχέδιο να υπερπηδήσει κάθε φορά αυτό που έχει μπροστά της, μόλις στο ένα μέτρο.

Αν η ηγεσία της χώρας πορεύεται έτσι πρόχειρα, παραιτημένη από κάθε ίχνος σχεδίου, τι διαφορετικό να κάνουν οι απελπισμένοι της υπήκοοι; Τα συμπτώματα είναι γύρω μας και πάνω μας: Έχω σταματήσει να προσέχω τι φοράω κάθε μέρα, κατά σύμπτωση οι κάλτσες είναι πάντα από το ίδιο ζευγάρι, δεν ξέρω αν περνάω τσατσάρα μου απ’ το κεφάλι πριν βγω, βάζω βενζίνη μόνο όταν το ηχητικό σήμα του άδειου ρεζερβουάρ με αιφνιδιάσει, στο σέρβις τρέχω μόνο αφού η μηχανή μουγκρίσει άγρια, τους λογαριασμούς τους πληρώνω σταθερά μετά τη λήξη τους. Μια εικόνα ατημελησίας και παραίτησης κάθεται σαν λεπτή πάχνη στα σώματα, στα σπίτια, στ’ αυτοκίνητα, στους δρόμους. Οι γυναίκες μοιάζουν να ’χουν παραιτηθεί απ’ την προσπάθεια να προσελκύσουν τα βλέμματα των ανδρών, οι άνδρες ίσως έχουν ήδη παραιτηθεί. Οι έφηβοι δεν ανησυχούν τόσο για τους εξεταστικούς μαραθωνίους που τους περιμένουν, οι φοιτητές δεν βιάζονται ν’ αποφοιτήσουν, οι απόφοιτοι περιφέρουν τα βιογραφικά τους σε δουλειές του ποδαριού, οι άνεργοι είναι ευτυχείς αν μπουν σε πεντάμηνη επιδοτούμενη απασχόληση, οι απασχολούμενοι αισθάνονται τυχεροί αν παίρνουν τον Νοέμβριο τον μισθό του Ιουλίου, οι δημόσιοι υπάλληλοι βιάζονται να πάρουν σύνταξη οι μισοί κι οι άλλοι μισοί ξέρουν ότι κάθονται σε προσωρινές καρέκλες. Οι επιχειρήσεις φορτώνουν με οφειλές τους προμηθευτές τους, οι προμηθευτές φορτώνουν το κράτος, τους υπαλλήλους τους, τις τράπεζες. Η νέα επιχειρηματικότητα που ανθεί στους δρόμους των πόλεων είναι κι αυτή προσαρμοσμένη στο πρόχειρο και στο προσωρινό, «ψωμί, γλυκό, καφές», άντε και σουβλατζίδικα, με πέντε ευρώ καβαλάς τη μέρα και πορεύεσαι. Τα νοικοκυριά έχουν εγκαταλείψει τα ταπεινά σχέδια για εκείνο ή το άλλο μερεμέτι στο σπίτι, οι διαχειριστές των πολυκατοικιών δεν ανησυχούν για τα ανείσπρακτα κοινόχρηστα - έτσι κι αλλιώς δεν προβλέπεται παραγγελία πετρελαίου-, στα μπαλκόνια και στις αποθήκες ντανιάζονται καυσόξυλα, στα σούπερ μάρκετ μπαίνουν σε περίοπτη θέση ηλεκτρικές σόμπες των 20-50 ευρώ. «Τούτο τον χειμώνα άμα τον πηδήξουμε, για άλλα δέκα χρόνια άιντε καθαρίσαμε». Ούτε λόγος για τέτοιες φιλοδοξίες. Η προχειρότης του βίου περιορίζει το μακροπρόθεσμο στις δέκα εβδομάδες το πολύ.

Παρατήρησα πως οι πιάτσες των αστέγων κατεβαίνουν προς τη Συγγρού. Βοηθούν πια τα κλειστά ισόγεια καταστήματα κάτω από τα υπόστεγα πολυώροφων, άδειων κτιρίων, βοηθούσε κι ο καιρός, το γλυκό μέχρι τώρα φθινόπωρο. Ένας ώριμος άνδρας κι ένα κορίτσι γύρω στα 11, πιθανά κόρη του, στρώνουν με επιμέλεια τα χαρτόκουτα στο πεζοδρόμιο, έπειτα μια κουβέρτα, τοποθετούν δίπλα τους τις σακούλες με τα υπάρχοντά τους και πιάνουν το στασίδι της νύχτας. Είναι λίγοι οι άστεγοι της Αθήνας, ελάχιστοι σε σχέση με τον πληθυσμό που δυσφορεί για όσα του συμβαίνουν. Αλλά αυτή η τελετουργία της προσωρινής εγκατάστασης για «να περάσει κι αυτή η νύχτα» συμπυκνώνει τη νέα συνθήκη της εποχής, την προχειρότητα του βίου στην οποία καθηλώνει τους ανθρώπους  η προχειρότητα της πολιτικής, φέρνοντας τις Φιλιππίνες πολύ πιο κοντά μας απ’ όσο νομίζουμε. 



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Κι όμως, το μάτι από τα παράθυρα του τρένου, το ξέχασαν. Αλλά υπάρχει και βλέπει την τεμπελιά και τη φροντίδα για την ομορφιά που ξεχάστηκε εμπρός στο κουτί που βγάζει ασταμάτητα εικόνες ενός κόσμου άλλου, αστραφτερού, που μπορεί να μην είναι ο δικός τους, αλλά τους βάζει να φαντάζονται αυτά που πρέπει να έχουν όλοι – κι αυτοί, γιατί όχι; Πού χρόνος πια! Φαγώνεται. Πού χρόνος για κήπια, κληματαριές κι ασβεστώματα!

Κι όμως, τα θυμάμαι. Άλλοτε τα είχα δει. Υπήρχαν όταν στα δώδεκα είχα περάσει με το τρένο για την Ολυμπία. Πάντα τα έφερνα στο μυαλό μου, όλα αυτά τα χρόνια, με τον τρόπο που γράφει τις εντυπώσεις ένα παιδί. Τους κήπους με τις πασχαλιές και τα τριαντάφυλλα, που ξεχείλιζαν από χρώματα μέσα στο μεσημεριάτικο φως στις μάντρες. Νόμιζα πως θα ήταν πάντα εκεί. Μοιάζει να βαριούνται την ίδια τους τη ζωή οι άνθρωποι και το κέρδος της να έχει μετατοπιστεί.

Κλεοπάτρα Δίγκα, «Θέση 44, Παράθυρο»

 

   

09/11/2013

Συμφιλίωση με το τέρας

(Επενδυτής, 9/11/2013)

 


Δεν ξέρω πότε θα «δέσει» στο μαντίλι του ο Σαμαράς το πρωτογενές πλεόνασμα του Στουρνάρα, αλλά αν πάρουμε τοις μετρητοίς όσα είπε τη Δευτέρα, αχνοφέγγουν ελπίδες να βγούμε απ’ το μνημόνιο. Το πιστεύετε; Εγώ το πιστεύω. Όχι γιατί πρόκειται να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του ή γιατί το 2014 ξαφνικά θα εισβάλει ασυγκράτητη η ανάπτυξη. Αλλά γιατί το ελληνικό πείραμα μπορεί να συνεχιστεί και χωρίς μνημόνιο. Αν ακολουθήσουμε το γράμμα της πρωθυπουργικής συνέντευξης, ορίζοντας εξόδου της χώρας από το μνημόνιο υπάρχει. Αλλά ορίζοντας εξόδου της τρόικας από τη χώρα δεν υπάρχει. Η τρόικα -έστω και χωρίς τον ατλαντικό της βραχίονα, το ΔΝΤ, έστω και χωρίς το απεχθές brand name- θα υπάρχει στη ζωή μας για δεκαετίες. Γιατί αποκλείεται να αποπληρωθεί το 75% του χρέους, όπως ο επίτροπος Όλι Ρεν μάς αποκάλυψε ότι απαιτείται, σε μια δεκαετία.

Αφού, όμως, η τρόικα ήρθε για να μείνει, γιατί το Ευρωκοινοβούλιο αφυπνίσθηκε από τον τετραετή λήθαργό του κι ανακάλυψε ότι κάτι σόλοικο, παράδοξο, σχεδόν παράνομο υπάρχει στη λειτουργία της στις χώρες-υποζύγια χρέους; Γιατί ανακάλυψε μόλις τώρα το έλλειμμα διαφάνειας, λογοδοσίας, δημοκρατικής και ευρωπαϊκής νομιμοποίησης στο αδιάκοπο πηγαινέλα των επικυρίαρχων που υποβάλλουν μέτρα, νομοσχέδια, μετρούν κατά βούληση το ΑΕΠ, την ύφεση, τα ελλείμματα, αποφασίζουν πόσο θα συρρικνωθούν οι μισθοί, πόσοι κρατικοί υπάλληλοι θα απολυθούν, ποιες κρατικές επιχειρήσεις θα κλείσουν ή θα πουληθούν;

Το προφανές είναι ότι μύρισαν ευρωεκλογές και οι εν υπνώσει σ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης κυρίαρχες ομάδες του περιπλανώμενου μεταξύ Στρασβούργου και Βρυξελλών Ευρωκοινοβουλίου ξύπνησαν και τρέχουν. «Τρεχάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος». Κι επειδή η απρεπής φράση θα με κατέτασσε αυτομάτως εις τους λαϊκιστάς, αυτή η τρομερή απειλή, ο «λαϊκισμός» και ο «εξτρεμισμός» που απειλεί να αλώσει το ευρωπαϊκό ημικύκλιο, είναι και το κίνητρο της έρευνας για τη δράση της τρόικας. Αν το Ευρωκοινοβούλιο διέθετε τις ευαισθησίες αυτές από την αρχή της ευρωπαϊκής κρίσης, θα απαιτούσε να ασκήσει προληπτικό και όχι κατασταλτικό έλεγχο. Τώρα, η ζημιά έχει γίνει. Και υποθέτουμε ότι κανείς από τους επισπεύδοντες την έρευνα δεν έχει πρόθεση να στείλει σε εξεταστικές επιτροπές τον Μπαρόζο, τον Ντράγκι ή τον προκάτοχό του Τρισέ, τη Λαγκάρντ ή τον προκάτοχό της Στρος Καν. Το πιθανότερο είναι ότι εκεί, κατά τον Απρίλιο, λίγο πριν από τις ευρωεκλογές, θα δούμε μια καλογραμμένη έκθεση ιδεών που θα μιλά για «λάθη», «αβλεψίες» και «αστοχίες υλικού». Ένας ευφημισμός για την καταστροφή, που στην περίπτωση της Ελλάδας παίρνει διαστάσεις οικονομικής και κοινωνικής γενοκτονίας.

Εξάλλου, θα πρέπει να αναρωτηθεί κανείς αν το κακό θα είχε αποφευχθεί χωρίς την τρόικα. Εντάξει, η Γερμανία επέβαλε με τσαμπουκά το ΔΝΤ στην Ευρώπη, έναν ξενιστή στο παραδείσιο ευρωπαϊκό θερμοκήπιο. Αλλά τι διαφορετικό θα είχε συμβεί στις μνημονιακές χώρες αν αντί της τρόικας τις χειραγωγούσε μια μπερλίνα δύο αλόγων, της Κομισιόν και της ΕΚΤ;  Το ΔΝΤ, προς μεγάλη τσαντίλα των όψιμων εραστών της ευρωδιαφάνειας, αρνείται να λογοδοτήσει στο Ευρωκοινοβούλιο – μαγκιά του, από μιαν άποψη, «εσείς με καλέσατε στην Ευρώπη», θα απαντήσει εύλογα. Αλλά μήπως λογοδοτεί η εκ συστάσεως «ανεξάρτητη» Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; Ποιος εκλέγει την ηγεσία της, ποιον εκπροσωπεί, σε ποιον λογοδοτεί, εκτός από τις αγορές και τους κερδοσκόπους; Έχει λογοδοτήσει ποτέ στο κατά τεκμήριον αντιπροσωπευτικό Ευρωκοινοβούλιο; 

Μήπως έχει το Ευρωκοινοβούλιο καλέσει ποτέ το Eurogroup και το Ecofin να λογοδοτήσουν, παρ’ ότι ο μεγαλύτερος όγκος των αποφάσεων για την αυτοκαταστροφική διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη πέρασε από τα 27 μέλη του, τους υπουργούς που προσέρχονται ως εκπρόσωποι «εθνικών συμφερόντων» και ως συμμαχίες Βορείων που αποφασίζουν ενάντια τους παρείσακτους Νότιους;  Μήπως η Ευρωβουλή έλεγξε ποτέ τους κομισιάριους για τις αλλεπάλληλες αποτυχίες τους στις προβλέψεις για την ύφεση και τον εκτροχιασμό της ανεργίας; Πότε θα λογοδοτήσουν τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια για το γεγονός ότι χρειάστηκαν τρεις συνόδους κορυφής μέχρι να παραδεχθούν ότι η χρηματοπιστωτική κρίση πλήττει την Ε.Ε.; Πότε θα απολογηθούν για το γεγονός ότι μεσολάβησαν άλλες έξι σύνοδοι και δύο χρόνια μέχρι να αποφασίσουν το αναπόφευκτο κούρεμα του ελληνικού χρέους; Σε ποιον θα καταλογιστούν οι αποφάσεις που γέννησαν την κρίση κρατικού χρέους, φορτώνοντας τα κράτη με το κόστος ύψους 2,3 τρισ. για τη διάσωση των ευρωπαϊκών τραπεζών; Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για τον ύποπτο χρόνο που δόθηκε στις τράπεζες να ξεφορτωθούν μαζικά τα ελληνικά ομόλογα πριν από το κούρεμα; Και ποιος θα πληρώσει το κόστος της εξαπάτησης των Ευρωπαίων στους οποίους σήμερα ανακοινώνεται: «Αρκετά σας πήραμε ως φορολογούμενους. Τώρα, ξεχάστε τις κρατικές διασώσεις τραπεζών, στο εξής θα πληρώνετε τα σπασμένα ως καταθέτες»;

Τα ρητορικά ερωτήματα που μπορεί να θέσει κανείς για να καταδείξει την υποκρισία του ελέγχου της τρόικας είναι άπειρα και εκτείνονται πέρα από τον σκληρό πυρήνα της οικονομικής πολιτικής. Και οι απαντήσεις θα προσθέσουν ελάχιστα πράγματα στις γνώσεις των ευρωβουλευτών και των θυμωμένων ευρωπαϊκών κοινωνιών.  Το βασικό συμπέρασμα είναι το εξής: Η τρόικα των μνημονιακών χωρών μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εξωθεσμική εξαίρεση και τερατώδης παρένθεση το πλαίσιο της Ε.Ε. Αλλά η Ε.Ε. και η Ευρωζώνη έχουν προ πολλού διαμορφωθεί οι ίδιες ως ένα θεσμικό τέρας, ένας Ευρωλεβιάθαν που έχει όλο και μικρότερη σχέση με τη δημοκρατία, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, την κυριαρχία των κρατών, την αξιοπρέπεια των κοινωνιών, που αντιμετωπίζονται μόνον ως κόστος και ως βαρίδι της ανταγωνιστικότητας. Η Ευρωζώνη είναι μια τερατώδης κατασκευή στην οποία έχουν εγκλωβιστεί οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, που για πρώτη φορά από τη σύστασή της ταλαντεύονται τόσο σοβαρά μπροστά στο δίλημμα: «Αξίζει τον κόπο να είναι κανείς σ’ αυτή την ένωση»;

Οι πολιτικές ηγεσίες της Ε.Ε. προσπαθούν να παρακάμψουν ευσχήμως αυτό το δίλημμα, υποκαθιστώντας το με ένα άλλο: «Αντέχετε το κόστος διάλυσης του τέρατος;». Κι η αλήθεια είναι ότι οι συνέπειες δεν είναι προσδιορισμένες και μετρήσιμες. Ούτε μπορεί να είναι ίδιες για όλους. Άλλο το να είσαι Γερμανία που υπερασπίζεσαι αυτάρεσκα τα εμπορικά σου πλεονάσματα κι άλλο Ελλάδα, μια χώρα με κατεστραμμένο παραγωγικό ιστό. Έτσι, μια και το Plan B απορρίπτεται λόγω απροσδιόριστου ρίσκου, προκύπτει ένα Plan C: αφού δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από το τέρας, ας συμφιλιωθούμε μαζί του. Η Ε.Ε. δεν θα γίνει ποτέ η ομόσπονδη ουτοπία της ισότιμης ευημερίας, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να τη δούμε σαν μια βιώσιμη δυστοπία.

Το παράδοξο είναι ότι σ’ αυτό τον οδυνηρό συμβιβασμό δεν προσέρχεται μόνον η κυβερνώσα Ν.Δ., που στη θέση του κακού πρώτου μνημονίου ανακάλυψε το καλό και εφαρμόσιμο δεύτερο μνημόνιο (για το τρίτο, προς το παρόν, γαργάρα…). Προσέρχεται και η «κυβερνώσα Αριστερά». Η οποία, αφού παραδέχεται ότι το ευρώ ήταν τέρας από τα γεννοφάσκια του, μας καλεί να συμφιλιωθούμε μαζί του. Περίπου όπως η Ρόζμαρι, η ηρωίδα του ευφυούς και διάσημου horror story, η οποία έχοντας καταδυθεί στην κόλαση για να γεννήσει τον διάδοχο του Σατανά, κρατώντας στα χέρια το βρέφος με τα κίτρινα μάτια, το σταχτί δέρμα, τα γαμψά νύχια και τα κερατάκια στο κρανίο, το κοιτάζει τρυφερά κι αποφασίζει να τ’ αγαπήσει σαν παιδί της. Που, άλλωστε, είναι. 
 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

«Σού  δίνω το λόγο μου, δεν πρόκειται να σου κάνω κακό», είπε η Ρόζμαρυ στο μωρό. Έσκυψε κι έλυσε την κορδέλα γύρω από τον λαιμό του. «Η Λώρα Λούιζ το έδεσε πολύ σφιχτά, ε; Για να το χαλαρώσω λίγο να είσαι πιο άνετα. Έχεις πολύ χαριτωμένο πηγούνι, το ξέρεις; Έχεις παράξενα κίτρινα μάτια, αλλά έχεις ένα πολύ χαριτωμένο πηγούνι».
Έδεσε την κορδέλα του νυχτικού πιο χαλαρά.
Το άμοιρο το πλασματάκι!
Δεν ήταν δυνατό να είναι ολωσδιόλου κακό. Δεν ήταν δυνατόν. Ακόμη κι αν ήταν μισός Σατανάς, δεν έπαυε να είναι και μισός εκείνη. Ο μισός ήταν ένα φυσιολογικό, συνηθισμένο ανθρώπινο πλάσμα. Αν εκείνη καταπολεμούσε την κακή τους επίδραση πάνω του, αν ασκούσε τη δική της επιρροή ενάντια στο κακό…
«Το ξέρεις ότι έχεις το δικό σου δωμάτιο;», του είπε ξεστρώνοντας την κουβέρτα που ήταν κι αυτή σφιχτά τυλιγμένη γύρω του. «Έχει άσπρη και κίτρινη ταπετσαρία, άσπρο κρεβατάκι με κίτρινα κάγκελα και δεν υπάρχει πουθενά ίχνος από μαύρο χρώμα και μαύρη μαγεία. Θα σου το δείξω όταν έρθει η ώρα να φας…».
Ira Levin, «Το μωρό της Ρόζμαρυ»

02/11/2013

Σε βλέπω, σ’ ακούω

(Επενδυτής, 2/11/2013)
Την ώρα που πληκτρολογώ αυτά τα γράμματα, αυτές τις φράσεις, όσο κοντοστέκομαι στις λέξεις, σβήνω τη μια και ψάχνω άλλη, ένας γιγαντιαίος σέρβερ που δεν ξέρω πού ακριβώς βρίσκεται -υποθέτω κάπου στη Silicon Valley- καταγράφει κι αποθηκεύει κάθε δισταγμό και κάθε αποφασιστική μου κίνηση. Εφόσον το laptop μου είναι συνεχώς online και κάθε λίγο ανατρέχω στις μηχανές αναζήτησης για να ψάξω μια πληροφορία, να στείλω ή να πάρω ένα μήνυμα, να χαζέψω, να λύσω ένα Sudoku ή να κρυφοκοιτάξω μια τσόντα, ό,τι κάνω με τα μάτια και τα χέρια μεταξύ οθόνης και πληκτρολογίου απομνημονεύεται σε έναν τεράστιο ψηφιακό εγκέφαλο. Δεν είναι βέβαιο ότι οι πληροφορίες που διαθέτει αυτός ο «Μεγάλος Αδελφός» για μένα ή για καθένα από τους 2,5 δισεκατομμύρια χρήστες του Διαδίκτυου θα του είναι ποτέ χρήσιμες. Αλλά έχει όλες τις δυνατότητες να τις χρησιμοποιήσει κάποια στιγμή εις βάρος μου και εις βάρος οποιουδήποτε. Το ίδιο συμβαίνει με τους περίπου 6 δισεκατομμύρια χρήστες κινητών και σταθερών τηλεφώνων, το 85% του παγκόσμιου πληθυσμού, οι συνομιλίες των οποίων μπορούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να καταγραφούν, να αποθηκευτούν, να απομαγνητοφωνηθούν και να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους, αν παραστεί ανάγκη.

 Είναι κοινό μυστικό ότι οι ιδιωτικές ή κρατικές υπηρεσίες παροχής ψηφιακών επικοινωνιών έχουν τα τεχνολογικά μέσα να το κάνουν. Έχουν επίσης το νομικό πρόσχημα να το κάνουν, χάρη σε σειρά νομοθετημάτων που θεσπίστηκαν εν ονόματι της δημόσιας ασφάλειας ή της αντιτρομοκρατίας (ιδιαίτερα μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους). Και κατά κανόνα έχουν και τη συναίνεσή μας να το κάνουν. Άλλοτε με τη μορφή της φαρδιάς πλατιάς υπογραφής μας στα συμβόλαια σύνδεσης που υπογράφουμε χωρίς να διαβάσουμε, κι άλλοτε με την αθώα κι ανυποψίαστη συμβολή μας στην «αναβάθμιση» των υπηρεσιών που μας παρέχουν οι μηχανές αναζήτησης, οι εταιρείες εξυπηρέτησης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, οι εταιρείες παροχής λειτουργικών συστημάτων και τα social media.

Κάθε φορά που ο πάροχος ενός προγράμματος το οποίο μου είναι απαραίτητο μου στέλνει ένα άδολο μηνυματάκι περί αναβάθμισής του και «νέων όρων προστασίας απορρήτου», κάθε φορά που η υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προσθέτει λειτουργίες και δυνατότητες που η χρήση τους απαιτεί την «αποδοχή» μου, το δικό μου «ναι» ή «όχι» στους όρους που κατά κανόνα δεν διαβάζω δεν είναι μια πράξη δημοκρατίας στον κυβερνοχώρο, αλλά μια κίνηση συνενοχής. Παρ’ ότι η ψηφιακή τεχνολογία προκαλεί μια έκρηξη νέας κοινωνικότητας, μας οδηγεί ταυτόχρονα σε μια τρομακτική αύξηση της ιδιώτευσης. Και -σχιζοειδώς αντιφατικό αυτό- παρ’ ότι στο νέο σύμπαν της ψηφιακής κοινωνικότητας ιδιωτεύουμε περισσότερο από ποτέ, ο χώρος της προστατευμένης ιδιωτικότητας εξαφανίζεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Μας βλέπουν και μας ακούνε, χωρίς να τους βλέπουμε και να τους ακούμε.

Το παράδοξο είναι πως αυτή η δικτατορία της παρακολούθησης δεν φαίνεται να ενοχλεί τους περισσότερους. Ίσα ίσα που σε ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αναπτύσσεται μια κουλτούρα εθελοδουλείας και αυτο-έκθεσης, ένας αυτοπαθής ναρκισσισμός που ουδεμία σχέση έχει, φυσικά, με την παρρησία της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας (δικαίωμα και υποχρέωση της δημόσιας γνώμης). «Εγώ με την καινούργια γκόμενα φιλιόμαστε», «Είμαστε στα Starbucks και πίνουμε καφέ», «Σας αρέσουν αυτές οι γόβες; Τις παίρνω;». Η φωτογραφία, το σχόλιο και το κυνήγι των likes στις ιστοσελίδες «κοινωνικής δικτύωσης», όπου ένα παράξενο πλήθος δημοσιοποιεί κάθε εκδήλωση της ασημαντότητάς του, αναμένοντας την επιδοκιμασία από εκατοντάδες ή χιλιάδες «φίλους», είναι πρωτίστως ένας μηχανισμός συναινετικής παρακολούθησης, διαμόρφωσης κοινωνικού, οικονομικού και τελικά καταναλωτικού προφίλ για κάθε χρήστη τους, η ιστοσελίδα του οποίου πλημμυρίζει από στοχευμένα διαφημιστικά «μπανεράκια».

Φυσικά, τα social media, το Διαδίκτυο, οι τηλεπικοινωνίες δεν είναι μόνο «Μεγάλος Αδελφός». Δεν τα δαιμονοποιώ λόγω προσωπικής τεχνολογικής καθυστέρησης, ημιαναλφαβητισμού και καχυποψίας. Όλα είναι ταυτόχρονα δεσμοί κοινωνικοποίησης, δίαυλοι διαλόγου, δημόσιας γνώμης, ζύμωσης. Αλλά είναι πρωτίστως μια αγορά, μια τεράστια αγορά πληροφοριών για τις τάσεις, τις προτιμήσεις, τα γούστα, τις ιδιοτροπίες, τα μυστικά και τα ψέματα του ατόμου και του πλήθους. Η συλλογή και αξιοποίηση αυτών των πληροφοριών είναι το κίνητρο όλων αυτών που επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια κάθε χρόνο στην ανάπτυξη της τεχνολογίας της επικοινωνίας. Η παρακολούθηση, η καταγραφή και η επεξεργασία αυτών των σημαντικών ή ασήμαντων πληροφοριών για καθέναν από μας είναι πυρήνας και όρος ύπαρξης της παγκόσμιας ψηφιακής μηχανής και αγοράς. Ειδάλλως δεν θα είχαν κανένα λόγο να ξοδεύουν έστω κι ένα ευρώ για να ικανοποιήσουν τις αδηφάγες επικοινωνιακές μας επιθυμίες πριν καν τις εκφράσουμε.

Κοντά στον βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα. Όποιος υποκρίνεται ότι εκπλήσσεται από τις αποκαλύψεις για τις αμοιβαίες παρακολουθήσεις ΗΠΑ - Ευρώπης ακόμη και στο ανώτατο επίπεδο των ηγετών είναι ή βλαξ ή ύποπτος συνενοχής. Όταν οι τηλεπικοινωνιακές συνήθειες εμού του ασημαντότατου είναι τόσο σημαντικές για την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας ώστε να προσπαθεί καθημερινά και επίμονα να με αποσπάσει από τον ανταγωνιστή της, όταν το Χ social medium καταφέρνει να πέσει διάνα στο ποιοι χρήστες ή bloggers θα μ’ ενδιέφεραν να τους «ακολουθήσω» (η ιδεολογική και πολιτική ευστοχία τους με κάνει ν’ ανατριχιάζω), γιατί θα ήταν αδιάφορες οι τηλεφωνικές συνομιλίες της Μέρκελ για την αμερικανική NSA ή τη ρωσική FSB; Το έκαναν από την εποχή της Μάτα Χάρι, του Ράιλι και του Φίλμπι. Γιατί δεν θα το κάνουν τώρα που η τεχνολογία τους απαλλάσσει από τα ρίσκα των ανθρώπινων αδυναμιών;

Το σοβαρό και νέο -πέρα από τον γραφικό τζαμπαμαγκισμό του Πάγκαλου, που έκανε την εβδομαδιαία πλάκα του για να μείνει στο προσκήνιο του μηδενός- είναι ότι έχει επέλθει μια τεράστια τεχνολογική -και τελικά πολιτική, κοινωνική και οικονομική- αλλαγή στον μηχανισμό του «Μεγάλου Αδελφού». Η αμερικανική NSA μπορεί να παρακολουθεί τη Γερμανίδα Μέρκελ και τον Κινέζο Σι Τζινπίνγκ χρησιμοποιώντας και γερμανικής κατασκευής δορυφόρους ή κινεζικούς μικροεπεξεργαστές, αλλά αυτό είναι μόλις μια ελάχιστη ένδειξη της ώσμωσης που έχει επέλθει ανάμεσα στους ιδιωτικούς και τους κρατικούς «μηχανισμούς» παρακολούθησης. Το «παγκόσμιο ψηφιακό χωριό» είναι ένα τεράστιο σύμπλεγμα από ιδιωτικούς και κρατικούς δορυφόρους τηλεπικοινωνιών και μετάδοσης δεδομένων, κρατικές και ιδιωτικές υπηρεσίες παροχής ψηφιακών υπηρεσιών που λειτουργούν χωρίς στεγανά, με διαρκή συνέργεια, αλλά και ανταγωνισμό. Η δράση των μυστικών υπηρεσιών -είτε αναπτύσσεται με πρόσχημα την «εθνική» ασφάλεια, είτε την «κοινωνική»- στην πραγματικότητα είναι ένα απειροελάχιστο τμήμα αυτού του παγκόσμιου «νέφους» παρακολούθησης που αναπτύσσεται ερήμην μας, αλλά και με την ανυποψίαστη συναίνεσή μας. Κι είναι αδύνατη χωρίς τη συνεργασία των ιδιωτικών πυλώνων του που, κατά τα λοιπά, νοιάζονται απλώς για το καταναλωτικό μας προφίλ και τα όλο και λιγότερα λεφτά μας.

Μας βλέπουν και μας ακούνε ανά πάσα στιγμή. Ακόμη κι η τελεία που θα μπει στο τέλος αυτής της φράσης αυτού του κειμένου θα καταγραφεί. Δεν ξέρω σε τι θα τους φανεί χρήσιμη κάποτε. Ίσως είναι το τεκμήριο ενός στυγερού μου εγκλήματος κατά του κράτους, ίσως το σημείο στίξης που απλώς θα με κάνει post mortem διάσημο, όπως έκανε διάσημο τον Σαραμάγκου η γενική απέχθεια στις τελείες και στα άλλα σημεία στίξης. Ίσως είναι η τελεία που πρέπει να βάλουμε στην ανοχή και στην αμεριμνησία μας απέναντι σ’ όσους μας βλέπουν, μας ακούνε, μας καταγράφουν, μας φακελώνουν και μας καταστρέφουν.

  ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Αισθήματα έχω αδερφικά
για της ασφάλειας τα φτωχά λαγωνικά
που με χιόνια και βροχές
να με φυλάνε έχουν διαταγές.

Μικρόφωνα βάζουν για ν’ ακούν
όσα από το στόμα μου περνούν
τραγούδια και βρισιές κι αστεία
στον καμπινέ και στην τραπεζαρία.

Αδέρφια μου ασφαλίτες, εσείς μόνο
τον δικό μου ξέρετε τον πόνο.

Εσείς ξέρετε πως
η σκέψη μου είναι διαρκώς
τρυφερή και παθιασμένη
στον αγώνα αφιερωμένη.

Λόγια που αλλιώς θα ’χαν χαθεί
στα μαγνητόφωνά σας έχουνε γραφτεί.
Και για ύπνο όταν πάτε
τα τραγούδια μου ξέρω τραγουδάτε.

Ευχαριστώ γι αυτό πολύ
συνεργάτες μου πιστοί.

Βολφ Μπίρμαν, «Μπαλάντα για τους ασφαλίτες» (Μετάφραση Δημοσθένη Κούρτοβικ, για τον δίσκο του Θ. Μικρούτσικου, «Πολιτικά τραγούδια»

25/10/2013

Αλογοκρατία

(Ελεύθερος Σκοπευτής, Επενδυτής, 25/10/2013)





«Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος». Η φράση με την οποία ο Ιωάννης ανοίγει το ευαγγέλιό του ηγεμόνευσε για πολλούς μετά Χριστόν αιώνες στη Δύση. Εξέφρασε τον θρίαμβο της θεο-λογοκρατίας και τη συντριβή της αρχαιοελληνικής λογοκρατίας, όπου λόγος ήταν ο κοινός ή ο σύνθετος νους, το μέτρο του κόσμου ή τουλάχιστον το μέτρο αντίληψης του κόσμου. Η μεσολάβηση του θεού καπέλωσε και τον κοινό και τον σύνθετο νου. Ο Λόγος έγινε και φόβος και παρηγοριά για όσα φρικτά περίμεναν τις δύσμοιρες ανθρώπινες υπάρξεις, μέχρι που ήρθαν οι ανθρωπιστές και λίγο μετά οι διαφωτιστές (ομολογώ ότι μ’ έχει πιάσει κάποια εμμονή με τον διαφωτισμό, αλλά τόσο πίσω μάς έχει οδηγήσει ο νεο-σκοταδισμός) κι αποκατέστησαν την κυριαρχία του Ορθού Λόγου. Ο ορθολογισμός τους άλλαξε πολλά στη ζωή των ανθρώπων, τουλάχιστον στη Δύση, και έσπασε το μονοπώλιο του ανορθολογισμού, ο οποίος εδώ και τέσσερις αιώνες σε γενικές γραμμές  περιθωριοποιείται. Ζούμε στην εποχή του ορθολογισμού και ουδείς διανοείται να διακηρύξει ότι οποιαδήποτε πολιτική απόφαση, οικονομική επιλογή ή διοικητική πράξη είναι προϊόν θείας επιφοίτησης, προφητείας ή ονειρικής αποκάλυψης, χωρίς να τον πάρουν στο ψιλό. Ακόμη κι όταν εισηγείται τα πιο ανορθολογικά πράγματα.

Το μνημόνιο, αίφνης, και οι εξ αυτού εκπορευόμενες κυβερνητικές αποφάσεις και συνέπειες προβάλλονται ως η πεμπτουσία του ορθολογισμού. Σε βαθμό ώστε ακόμη και τα πιο παράλογα αποτελέσματά τους να αποκαλούνται «εξορθολογισμός». Ως εξορθολογισμός προβλήθηκε η ισοπεδωτική μείωση μισθών και συντάξεων, αλλά ο ορθολογισμός των εξορθολογιστών αποφεύγει να σχολιάσει τη λογική συνάφεια ανάμεσα στη μείωση αυτή και την καταστροφική ύφεση που προκάλεσαν. Όπως αδυνατούν, επίσης, να εξηγήσουν ορθολογικά πώς είναι δυνατό να προκύψει ανάκαμψη μέσω της καταναλωτικής εξουθένωσης, πώς δηλαδή μπορεί να προκύψει αύξηση εισοδήματος μέσω της μείωσής του.

Έχουμε πήξει  στους ορθολογιστές που μας ταράζουν στον ανορθολογισμό κρυμμένο πίσω από τον ευφημισμό του «εξορθολογισμού». Εξορθολογισμός αποκαλούνται οι απολύσεις, το κούρεμα των μισθών, η μετάλλαξη των εργασιακών σχέσεων σε κάτι που προσομοιάζει σε δουλοπαροικία, ενίοτε και σε καθαρή δουλεία, ακόμη και το λουκέτο. Εξορθολογισμός είναι επίσης το μπάχαλο στον κρατικό μηχανισμό μέσω της κινητικότητας-διαθεσιμότητας, η αδυναμία των νοσοκομείων να προγραμματίσουν ακόμη και επείγουσες χειρουργικές επεμβάσεις λόγω έλλειψης υλικών, η μετατροπή του ΕΟΠΥΥ σε Καιάδα για χρόνια ασθενείς και υπερήλικες, η διαρκής υποβάθμιση του σχολείου και του πανεπιστήμιου, η μετατροπή του φορολογικού μηχανισμού σε απαλλοτριωτή ακινήτων και λογαριασμών, τα αλλεπάλληλα μέτρα λιτότητας που από οριζόντια βαφτίζονται κάθετα, πλάγια, κυκλικά ή τεθλασμένα, λες κι η ονομασία τους θα τα κάνει λιγότερο οδυνηρά.

Αυτό που περιγράφεται ως ορθολογισμός εξελίσσεται σε έναν θρίαμβο της αλογοκρατίας (καμιά πρόθεση να προσβάλω με τον όρο τα συμπαθή τετράποδα άλογα, που έχουν περισσότερη σχέση με τον Ορθό Λόγο απ’ ό,τι οι μνημονιακοί «λογοκράτες»). Το αποτύπωμα της μνημονιακής αλογοκρατίας είναι ορατό στην καθημερινότητα των θυμάτων της. Φίλος εκπαιδευτικός μου περιέγραψε απλά τον ανορθολογισμό του «εξορθολογισμού» στην παιδεία. Τέλη Οκτωβρίου, κι ενώ εισπράττει κανονικά τον μισθό του, δεν έχει ακόμη τοποθετηθεί σε οργανική θέση, παραμένοντας μετέωρος στη λίστα της «κινητικότητας», κάτι σαν το Limbo της καθολικής μυθολογίας, η κόλαση των αναμάρτητων που τους βαρύνει μόνο το προπατορικό αμάρτημα, το ότι είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι. Όταν αποφάσισε να ενοχλήσει μόνος την αρμόδια περιφερειακή διεύθυνση για να δουλέψει, επιτέλους, οι αρμόδιοι (και πανικόβλητοι) προϊστάμενοι του πρότειναν μετακίνηση σε όμορη εκπαιδευτική περιφέρεια, η οποία με τη σειρά της μπορεί να τον μετακινούσε σε άλλη περιφέρεια, πιθανότατα νησιωτική, από την οποία πάντως δυο-τρεις συνάδελφοί του έχουν αποσπαστεί και εργάζονται στη γραμματεία της δικής του περιφερειακής διεύθυνσης, όπως με έκπληξε διαπίστωσε. Του πρότεινε επίσης την «εναλλακτική» μιας θέσης γραμματειακής υποστήριξης σε ένα ΙΕΚ, αν και η θέση που για χρόνια κατείχε σε επαγγελματικό λύκειο παραμένει κενή και οι μαθητές πορεύονται ακάθεκτοι προς τον Νοέμβριο χωρίς φιλόλογο, περιμένοντας έναν καθηγητή που θα μετακινηθεί από τη Μακεδονία, από την Κρήτη ή ποιος ξέρει από πού αλλού.

Αυτό που συμβαίνει στη μικροκλίμακα ενός σχολείου ή μιας εκπαιδευτικής περιφέρειας, στη μεγάλη κλίμακα του εκπαιδευτικού συστήματος εξελίσσεται στη χειρότερη σχολική χρονιά εδώ και δεκαετίες. Με αβυσσαλέα κενά, θεσμούς όπως το ολοήμερο που παρακμάζουν, χωρίς να έχουν ποτέ ακμάσει, καθηγητές που θα μπουν για πρώτη φορά στην τάξη τον Νοέμβριο και εξ ορισμού έχουν χάσει το παιχνίδι με τους δύσκολους εφήβους, σχολικά κτίρια αφύλακτα, πανεπιστήμια εκτός λειτουργίας. Στη μέγιστη κλίμακα της χώρας το φαινόμενο τείνει να επιβεβαιώσει τον ορισμό του αποτυχημένου κράτους.

Ο θρίαμβος της αλογοκρατίας ίσως αποκαλύπτεται πιο έντονα σε μια εξέλιξη των ημερών: στο γεγονός ότι ο σκληρός πυρήνας του κράτους χρηματοδοτεί τη μελλοντική έξωσή του από τα κτίρια που του ανήκουν. Προβλήθηκε ως πεμπτουσία του Ορθού Λόγου η πώληση και επαναμίσθωση 28 κτιρίων, συνολικής επιφάνειας άνω των 270.000 τετραγωνικών, στα οποία στεγάζονται πέντε υπουργεία και 23 κρίσιμες κρατικές υπηρεσίες, όπως η ΓΑΔΑ, στις θυγατρικές real estate δύο τραπεζών, οι οποίες με τη σειρά τους οδεύουν σε ξένα funds. Το Δημόσιο εισέπραξε 261 εκατ. ευρώ, αλλά απ’ αυτή τη στιγμή θα πληρώνει ως νοικάρης 30 εκατ. τον χρόνο για να χρησιμοποιεί αυτά που του ανήκαν, ενώ επωμίζεται και το κόστος της ασφάλισης και τακτικής συντήρησής τους. Σε είκοσι χρόνια θα έχει καταβάλει στους νέους ιδιοκτήτες περίπου 600 εκατ. ευρώ, για να αποπληρωθεί μέρος του αβίωτου κρατικού χρέους που αντιστοιχεί σε λιγότερο από το μισό του νέου χρέους που δημιουργεί. Συν τοις άλλοις, το κράτος σε είκοσι χρόνια θα έχει το δίλημμα ή να βρεθεί άστεγο ή να πληρώσει για να ξαναγοράσει την περιουσία του σε τιμές αγοράς. Στην καλύτερη περίπτωση, λοιπόν, αυτή η «ορθολογική» συναλλαγή θα έχει κοστίσει στο κράτος τουλάχιστον το εξαπλάσιο του τιμήματος που εισέπραξε. Αν έχει να τα πληρώσει, βεβαίως. Κι επειδή ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες, υπάρχει και το επιπλέον ερώτημα: τι θα συμβεί αν το κράτος βρεθεί σε αδυναμία πληρωμών, άρα αδυνατεί να καταβάλλει τα μισθώματα στους νέους σπιτονοικοκύρηδες της ακίνητης περιουσίας του;  Θα παρέχει τις υπηρεσίες του υπαίθρια, στις πλατείες και στα πεζοδρόμια;

Στον πυρήνα της σκέψης της μνημονιακής αλογοκρατίας, που διαπερνά κάθε κυβερνητική απόφαση εδώ και τέσσερα χρόνια, βρίσκεται η Πίστη. Η τραπεζική και η χρηματοπιστωτική εν γένει. Η οποία, εντέλει, είναι μια καθαρή, ανορθολογική πίστη, αντίστοιχη της θρησκευτικής. Οι αλογοκράτες θεωρούν αδιανόητο να μην αποπληρωθεί το χρέος, παρ’ ότι γνωρίζουν ότι είναι αδιανόητο και το να αποπληρωθεί. Εξ ου και παζαρεύουν την ελάφρυνσή του. Εδώ, όμως, προκύπτει σύγκρουση (αν)ορθολογισμών. Ο (αν)ορθολογισμός του πιστωτή τού επιτρέπει να δημιουργεί χρήμα εκ του μη όντος, να το δανείζει και να απαιτεί εξόφλησή του, αλλά σε χρήμα ή είδος εντελώς χειροπιαστά. Ο (αν)ορθολογισμός του οφειλέτη τού επιβάλει να εξοφλήσει τα δανεικά σε υπαρκτά χρήματα και περιουσιακά στοιχεία, έστω κι αν χρειαστεί ο ίδιος- ως άτομο, ως κοινωνία, ως κράτος- να εξαϋλωθεί, όπως και το άυλο χρήμα που δανείστηκε, σε βαθμό που να αδυνατεί να πληρώνει πια, γιατί απλώς δεν θα υπάρχει. Το αποτέλεσμα είναι ο όρκος της Πίστης να εξελίσσεται σε αμοιβαία Απιστία. Αυτό το χρέος, και οποιοδήποτε κρατικό χρέος, δεν πρόκειται να εξοφληθεί ποτέ. Υπάρχει για να συντηρεί την Πίστη, τον ανορθολογισμό που κινεί το σύμπαν του οικονομικού «ορθολογισμού», μια ορθοδοξία που δεν έχει Παράδεισο, μόνο Κόλαση, Limbo και Καθαρτήριο.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Να… το ζήτημα είναι… μήπως ξέρετε αν υπάρχει καμιά πυρκαγιά στο σπίτι σας. ΚΥΡΙΑ ΣΜΙΘ: Για ποιο λόγο μας ρωτάτε;
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Είναι γιατί… συγχωρέστε με, αλλά ξέρετε έχω εντολή να σβήσω όλες τις πυρκαγιές στην πόλη.
(…..)
ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Δεν πάνε καθόλου καλά οι δουλειές αυτή την εποχή, ε!
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Απ’ το κακό στο χειρότερο. Δεν κάνουμε σεφτέ. Πού και πού καμιά καπνοδόχος, καμιά αχυροκαλύβα, τιποτένια πράγματα, ανάξια λόγου. Κι όταν δεν υπάρχει κατανάλωση, το κέρδος παραγωγής είναι ελαχιστότατο.
ΚΥΡΙΟΣ ΣΜΙΘ: Δυστυχώς σε όλα το ίδιο συμβαίνει, τίποτα δεν πάει μπροστά. Το εμπόριο, η γεωργία, όλα βρίσκονται σε κακή κατάσταση φέτος, όπως και με τις πυρκαγιές.
ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Έλλειψις σιτηρών, έλλειψις πυρκαγιών.
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ: Κατά συνέπεια έλλειψις κατακλυσμών.
ΚΥΡΙΑ ΣΜΙΘ: Ναι, αλλά έχουμε ζάχαρη.
ΚΥΡΙΟΣ ΣΜΙΘ: Αυτό συμβαίνει γιατί την εισάγουμε από το εξωτερικό.
ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Για τις πυρκαγιές είναι πιο δύσκολο. Έχουν βλέπετε πολύ μεγάλη φορολογία.

Ευγένιου Ιονέσκο, «Η φαλακρή τραγουδίστρια»

19/10/2013

Διαφωτιστική βία…

(Επενδυτής, 19/10/2013)

 


Ξεκαθαρίζω εξαρχής: Δεν καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Τουλάχιστον όχι πριν αποσαφηνίσουμε από πού προέρχεται η βία. Η βία υπάρχει πριν το είδος μας κυριαρχήσει στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Είναι ο όρος ύπαρξης αυτής της αλυσίδας. Και κανένας κρίκος της -ούτε η αόρατη αμοιβάδα ούτε ο τρομερός λέων- διανοήθηκε να αξιολογήσει ηθικά και να απορρίψει τη βία. Η περιγραφή του βιβλικού παραδείσου, όπου τα είδη συνυπήρχαν χωρίς κανένα να διανοηθεί να κατασπαράξει άλλο, έχει ένα αβυσσαλέο κενό: με τι τρέφονταν; Με φωτοσύνθεση;

 Πέραν της τροφικής αλυσίδας, δεν χρειάζεται να είναι κανείς αμετανόητος οπαδός του Μαρξ για να καταλάβει ότι η βία ήταν και παραμένει «η μαμή, που από κάθε παλιά κοινωνία, ξεγεννά μια καινούργια». Η Ιστορία είναι μια επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση της παρατήρησης. Σε σημείο ώστε οι ιστορικοί να αποκαλούν «σκοτεινούς αιώνες» τα μακρά διαλείμματα στην εξέλιξη της ανθρωπότητας που χαρακτηρίζονται από ειρηνική «στασιμότητα» και απουσία βίας. Η ίδια η πρόοδος, όσες ηθικές ενστάσεις κι αν έχει κανείς γι’ αυτήν, συντίθεται από απίστευτες ποσότητες βίας -κρατικής, στρατιωτικής, πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής- που ασκήθηκε από και σε εκατομμύρια ανθρώπους.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μαρξιστής για να το αντιληφθεί αυτό. Αρκεί η στοιχειώδης γνώση της αρχαιοελληνικής μυθοπλασίας, ή μια επαφή με το έργο του Αισχύλου, για να θυμηθεί τον ιδρυτικό μύθο: η Βία μαζί με τον αδελφό της, το Κράτος, υπηρετούν τον Δία και υλοποιούν αδιαμαρτύρητα τη βάναυση εντολή του να καρφώσουν τον «κλέφτη» Προμηθέα στα βράχια του Καυκάσου. Η Βία χαρακτηριστικά βουβή, το Κράτος λαλίλαστο, επιτηρούν τον «εκτελεστή» Ήφαιστο, στον πρόλογο του «Προμηθέα Δεσμώτη» Ο Αισχύλος δεν ήταν ένας προ Μαρξ μαρξιστής. Αποδοκιμάζει τη βία του κυρίαρχου Δία και επιδοκιμάζει τη βία του «κλέφτη» Προμηθέα για να καταγράψει συμβολικά τη συνθήκη της εποχής του. Η βία που ασκούσε ακόμη και το δημοκρατικά διευθυνόμενο κράτος της κλασικής Αθήνας -για να μη σηκώνουν κεφάλι οι δούλοι, για να εφαρμόζονται οι νόμοι που ψήφιζε η συνέλευση των πολιτών, για να εξοστρακίζονται οι ανεπιθύμητοι πολιτικοί, για να συλλέγονται οι φόροι, για να αντιμετωπίζονται οι εχθροί, για να καταπνίγονται οι εξεγέρσεις στις αποικίες- ήταν μια βία αποδεκτή. Το αναγκαίο κακό που διασφάλιζε τις ελευθερίες των πολιτών.

Από την εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας μέχρι τα σύγχρονα συνταγματικά κράτη δεν έχουν αλλάξει πολύ τα θεωρητικά δεδομένα ως προς τη βία, τις εκδοχές της και τα όριά της. Αν ακολουθήσουμε τον βηματισμό της σκέψης του θεμελιωτή του σύγχρονου κράτους Τόμας Χομπς, που βρίσκεται στον πυρήνα των σημερινών συνταγμάτων, διακρίνουμε τρία είδη βίας: τη φυσική βία, από τις απεχθείς παρενέργειες της οποίας θέλουμε να απαλλαγούμε ως είδος, την κρατική βία, δηλαδή τη δύναμη επιβολής που εκχωρεί η πολιτική κοινότητα στον κυρίαρχο για να προστατευτεί, και τη βία της αυτοάμυνας: εκείνο το μικρό μέρος φυσικής βίας που κανένας κυρίαρχος δεν μπορεί να αρνηθεί στον υπήκοό του.

Ο Χομπς, σε αντίθεση με άλλους Διαφωτιστές, δεν είχε την καλύτερη γνώμη για το ήθος του ανθρώπινου είδους. Η οποία, είναι αλήθεια, δεν έχει μέχρι σήμερα διαψευσθεί. Αναγνωρίζοντας ως κίνητρα της έμφυτης βίας τον ανταγωνισμό (κέρδος), τη δυσπιστία (ασφάλεια) και τη δόξα (φήμη), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «όσο οι άνθρωποι ζουν χωρίς μια κοινή εξουσία που θα τους κρατά όλους υποταγμένους, βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου. Και μάλιστα αυτός ο πόλεμος είναι πόλεμος πάντων εναντίον πάντων… Σε μια τέτοια κατάσταση… μόνο το υπέρτατο κακό έχει θέση, δηλαδή ο διαρκής φόβος κι ο κίνδυνος του βίαιου θανάτου. Ο ανθρώπινος βίος είναι μοναχικός, ενδεής, βρωμερός, κτηνώδης και βραχύς», έγραφε. Αυτό είναι ίσως μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση για όσους σήμερα βλέπουν κάποια ιδιαίτερη «κουλτούρα βίας» στην ελληνική κοινωνία.

Εν ονόματι, λοιπόν, της προστασίας απ’ το «υπέρτατο κακό», στον κυρίαρχο εκχωρείται εξουσία πάνω στους υπηκόους. Η εκχώρηση αυτή είναι μια σύμβαση μεταξύ υπηκόων και κυρίαρχου, αλλά οι συμβάσεις «δεν είναι παρά λόγια και αέρας» αν δεν αντλούν την εξουσία επιβολής «από τη δύναμη που τους δίνει η δημόσια σπάθη». Το μονοπώλιο της κρατικής βίας, επομένως, αποτελεί κατά τον Χομπς το ιδρυτικό χαρακτηριστικό της πολιτικής κυριαρχίας. Είναι μια βία νομιμοποιημένη. Αλλά ακόμη κι αυτή δεν απεριόριστη.

Ποιο είναι το όριό της; Η ίδια η σκοπιμότητα θέσμισής της. Η διασφάλιση των δικαιωμάτων υπέρ των οποίων υπάρχει. «Τα δικαιώματα αυτά είναι αμεταβίβαστα και αδιαχώριστα και συνιστούν την ουσία της κυριαρχίας», λέει ο Χομπς, αλλά με τον τρόπο αυτό θεμελιώνει αρνητικά ένα ακόμη δικαίωμα: το δικαίωμα στην ανυπακοή, το οποίο νομιμοποιεί κι έναν βαθμό βίας.

Ο συλλογισμός είναι απλός: Το μονοπώλιο βίας του κυρίαρχου είναι η έμπρακτη εγγύηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των υπηκόων. Τι γίνεται, όμως, όταν ο κυρίαρχος το χρησιμοποιεί όχι για να προστατεύσει, αλλά για να καταστρατηγήσει τα δικαιώματα αυτά; Ο Χόμπς ήταν οπαδός της απολυταρχίας και δεν πίστευε διόλου στο δικαίωμα της επανάστασης, όπως άλλοι σύγχρονοί του και μεταγενέστεροι Διαφωτιστές. Αλλά το συμπέρασμά του είναι σαφές: Αν ο κυρίαρχος διατάξει κάποιον «να ακρωτηριάσει, να τραυματίσει ή να θανατώσει τον εαυτό του, να μην αντισταθεί σε εκείνους που του επιτίθενται, να απόσχει από την κατανάλωση τροφής, αέρα ή φαρμάκου ή οποιουδήποτε άλλου αναγκαίου για την επιβίωσή του, αυτός ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να μην υπακούσει… Το δικαίωμα της αυτοπροστασίας που έχουν οι άνθρωποι εκ φύσεως, όταν δεν υπάρχει κανείς να τους προστατεύσει, δεν μπορεί να απεμποληθεί με καμιά σύμβαση». Η περιγραφή του Χομπς μπορεί να θεωρηθεί προβοκατόρικο σχόλιο για τους αυτόχειρες του μνημονίου, για την αστυνομική βία και τα χημικά, για την αποσύνθεση του ΕΣΥ και την προϊούσα φτωχοποίηση των νοικοκυριών. Αλλά είναι απλώς απόσπασμα από τον «Λεβιάθαν».

Και να σκεφτεί κανείς ότι το κατά Χομπς δικαίωμα της ανυπακοής ωχριά μπροστά στις παροτρύνσεις του φιλελεύθερου Τζον Λοκ- «ο σωστός τρόπος για να αντιμετωπιστεί η παράνομη βία της εξουσίας είναι η ίδια η βία»-,  ή του ουτοπιστή Ρουσσώ που υποδείκνυε για τον σφετεριστή της εξουσίας: «Η βία και μόνο τον στήριζε, η βία και μόνο τον ανατρέπει».

Αναφέρθηκα τόσο εκτενώς στην υπέρ της νόμιμης βίας συνηγορία του Χομπς και των συγχρόνων για να δείξω πόσο πίσω ακόμη και από την παράδοση του Διαφωτισμού μάς πάει το τάχα αθώο ερώτημα: «Καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;». Φυσικά και την καταδικάζουμε, θα απαντούσε ο Χομπς, που θεωρούσε βίαιη την ανθρώπινη φύση, το ίδιο θα απαντούσε ο Ρουσσώ, που πίστευε στην ηθική ανωτερότητα του «ευγενούς άγριου», όπως κι ο Λοκ που θεωρούσε τον άνθρωπο «αγαθό, αλλά όχι τέλειο». Όλοι ήθελαν, κι όλοι θέλουμε το τέλος της βίας και τελικά το «τέλος της Ιστορίας». Όντως δεν υπάρχει καλή και κακή βία, η βία είναι μόνο κακή. Αλλά από τη στιγμή που αποδεχόμαστε το «προστατευτικό» μονοπώλιο της κρατικής βίας, είναι αδύνατο να αποκλείσουμε τις άλλες εκδοχές της. Η βία του κυρίαρχου δεν είναι εξ ορισμού καλή, ενώ των υπηκόων εξ ορισμού κακή. Το ζήτημα είναι αν είναι δίκαιη ή άδικη, και τελικά νόμιμη ή παράνομη, με τα κριτήρια των Διαφωτιστών. Επομένως, το ερώτημα μπορεί να αντιστραφεί ως εξής: Ποιος είναι ο παράνομος εδώ; Ο κυρίαρχος -και, μάλιστα, ένας εκτός «εθνικής κυριαρχίας» κυρίαρχος, η τρόικα- που ασκεί τη βία του στα δικαιώματα των υπηκόων, ή ο υπήκοος που προσπαθεί να τα υπερασπίσει;

Στο μεταξύ, μέχρι να απαντηθεί το ερώτημα, φυλακίστε τους Διαφωτιστές στις εγκυκλοπαίδειες κι απαγορεύστε στη διαφωτιστική βία τους να δηλητηριάζει το πνεύμα των υπηκόων...


 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Ενώ ο κ. Κόινερ, ο σκεπτόμενος, μιλούσε κάποτε μπροστά σε πολύν κόσμο κατά της βίας, παρατήρησε πως οι άνθρωποι που ήταν μπροστά του άρχισαν να οπισθοχωρούν και να φεύγουν. Γύρισε να κοιτάξει και βλέπει να στέκεται πίσω του – η Βία.
«Τι έλεγες», τον ρώτησε η Βία.
"Μιλούσα υπέρ της βίας», απάντησε ο κ. Κόινερ.
Όταν έφυγε ο κ. Κόινερ από κει, οι μαθητές του τον ρώτησαν για τη ράχη του. Ο κ. Κόινερ απάντησε: «Τη ράχη μου δεν την έχω για σπάσιμο. Εγώ, βλέπεις, πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη Βία».

Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Ιστορίες του κ. Κόινερ»

 

 

 

 

 

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...