03/10/2020

Φούμο στο FoMO

ΕφΣυν 3-4/10/2020


Οφείλω στον Κώστα Ζαφειρόπουλο ένα ευχαριστώ. Διότι, διαβάζοντας το κείμενό του «Είσαι το προϊόν» («Εφ.Συν.», 29/9/2020) ανακάλυψα ότι υπάρχει ορισμός για το σύνδρομο που κατατρύχει κι εμένα και- υποθέτω- αρκετά εκατομμύρια ανθρωποειδών. Λέγεται FoMO= Fear of Missing Out = Φόβος να μη χάσεις ό,τι συμβαίνει. Ηδη, η δυσάρεστη έκπληξη ότι αγνοούσα έναν όρο που υπάρχει στην πιάτσα εδώ και μια δεκαετία έγινε ένα ακόμη σύμπτωμα του συνδρόμου, μια ακαταμάχητη ένδειξη ότι πάσχω από αυτό. Πώς μου επέτρεψα να μου έχει διαφύγει τόσα χρόνια αυτό;

Προσπάθησα να παρηγορηθώ με την ιδέα ότι το σύνδρομο δεν είναι κάτι περισσότερο ή χειρότερο από την επαγγελματική διαστροφή που ως δημοσιογράφοι και ΜΜΕ αναπόφευκτα αναπτύσσουμε στο κυνήγι της πληροφορίας. Οτι το FoMO δεν είναι παρά η ψηφιακή εκδοχή του αμείλικτου ερωτήματος που έθεταν οι αρχισυντάκτες από την εποχή του «μαρμάρου»: «Εμείς γιατί δεν το είχαμε αυτό;» Το άγχος της χαμένης είδησης και ο ανταγωνισμός της αποκλειστικής πληροφορίας αποτυπωνόταν στην αγωνία των κρεμασμένων στα περίπτερα πρωτοσέλιδων, στην αγορά της πρώτης εντύπωσης που έκρινε το στοίχημα της κυκλοφορίας. Αυτά τα στοιχήματα έχουν προ πολλού χαθεί, το FoMO των ΜΜΕ έχει αλλάξει πίστα.

Επειτα, μια και το FoMO αποτυπώνει κυρίως τις ψυχαναγκαστικές ανησυχίες που γεννά η εξάρτηση δισεκατομμυρίων ανθρώπων από τα social media και όσων «συμβαίνουν» πραγματικά ή εικονικά στον κόσμο τους, αναζήτησα παρηγοριά στην ιδέα ότι τα κοινωνικά δίκτυα και ο πόθος για «κοινοκτημοσύνη» της πληροφορίας είναι τόσο αρχαία όσο και οι ανθρώπινες κοινωνίες, τα χωριά, οι πόλεις, οι γειτονιές, οι συγκατοικήσεις και οι πολυκατοικίες, τόσο αθώα παθολογικές, όσο και το κουτσομπολιό. Οσο ο ύμνος της «Κουτσομπόλας», θαυμάσια τραγουδισμένος από την Παναγιωτοπούλου: «Ολα/ θέλω να τα ξέρω όλα/ όχι επειδή είμαι κουτσομπόλα/δεν το κάνω από κακό/ θέλω να ’χω υλικό/ κι ας μου τρώει η περιέργεια τη σόλα» (στίχοι Νικολακοπούλου, μουσική Κραουνάκης). Σκεφτείτε ότι όταν ο Αλφρέντ Ζερί έγραψε και παρουσίασε το θρυλικό «6ο πάτωμα», απ’ όπου κι η κουτσομπόλα, ούτε καν ο Τούρινγκ είχε διατυπώσει τη θεωρία της τεχνητής νοημοσύνης και την αλγοριθμική εκδοχή της κοινωνικής πραγματικότητας που σήμερα πυροδοτεί το FoMO και μύρια ακόμη σύνδρομα, τα οποία οι ψυχίατροι και ψυχολόγοι κατατάσσουν με σαδιστική επιμέλεια στη μακριά λίστα ψυχώσεων, νευρώσεων και φοβιών.

Για να επιστρέψω στο FoMO των social media, με τα οποία διατηρώ υποτυπώδη πλην αναπόφευκτη σχέση, και στο ερέθισμα που έδωσε ο Κ. Ζαφ., θα παραπέμψω κι εγώ στο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ «Το Κοινωνικό Δίλημμα», δημοφιλέστατο ήδη στο Netflix, στο οποίο μεταξύ άλλων επιστήμονες και τεχνικοί που έχουν αποσκιρτήσει από τα βασίλεια του Facebook, του Instagram, της Google και άλλων αποκαλύπτουν τις περίπλοκες τεχνικές εθισμού και εξάρτησης που αναπτύσσουν οι κυρίαρχοι του ψηφιακού σύμπαντος. Εξαιρετικά χρήσιμη η συμβολή τους, παρότι δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι το «κοινωνικό δίλημμα» της ψηφιακής εποχής είναι το αν θα επιβάλουμε πρωτόκολλα κοινωνικά υπεύθυνης συμπεριφοράς στον αλγοριθμικό καπιταλισμό, αν θα θέσουμε όρια στη χρήση των σμάρτφον και των σόσιαλ μίντια από παιδιά και εφήβους ή αν τελικά θα γίνουμε αναχωρητές της ψηφιακής πλημμυρίδας, κλείνοντας τα κινητά, διαγράφοντας τους λογαριασμούς στο φου μπου, στο τουίτερ, στο ίνστα (που λέει κι ο πρώην πρόεδρος), ακόμη και στις πλατφόρμες ηλεκτρονικών μηνυμάτων και καταφεύγοντας στις τελευταίες εναπομένουσες σκήτες του αναλογικού πολιτισμού. Κάτι τέτοιο, αν και ηρωικό, θα ήταν τόσο μάταιο, όσο και η καταστροφή των μηχανικών αργαλειών από τους Λουδίτες του 19ου αιώνα.

Υποθέτω ότι η ίδια η τεχνητή νοημοσύνη έχει βοηθήσει να είμαστε σε πολύ καλύτερη θέση κατανόησης της πραγματικότητας από τους Λουδίτες και τους νεολουδίτες. Οσο χάος και αν προκαλεί η καταιγίδα πληροφοριών που βομβαρδίζει το μυαλό μας, μετατρέποντας την υπερπληροφόρηση σε αυθεντική αποπληροφόρηση, διαθέτουμε τα φίλτρα της σκέψης και της βούλησης να αντιληφθούμε ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να έχει τις χρήσεις που είχε και το μαχαίρι που κατάφερε να σκαρώσει ο προϊστορικός άνθρωπος: ήταν εργαλείο επιβίωσης και εξασφάλισης της τροφής, φονικό όπλο ή, σε ακραίες περιπτώσεις, μέσο αυτοχειρίας.

Στην πραγματικότητα
, παρότι ξέρουμε ελάχιστα σε σχέση με αυτά που το FoMO μας εκβιάζει να μάθουμε, ξέρουμε όλα όσα χρειάζονται για να αντιληφθούμε ποιο είναι το πραγματικό κοινωνικό δίλημμα. Λοιπόν, το κοινωνικό δίλημμα δεν είναι αν και πόσο χρειαζόμαστε τα σόσιαλ μίντια, αλλά το αν θα τα ελέγχουμε ή θα μας ελέγχουν. Δεν είναι το αν θα απελευθερώσουμε τις απεριόριστες δυνατότητες των έξυπνων μηχανών, αλλά το ποιος θα τις κατέχει. Το πραγματικό κοινωνικό δίλημμα της εποχής το έθεσε -εν τη αφελεία της;- η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα προ ημερών, διακηρύσσοντας ότι η πανδημία αποτελεί ευκαιρία να διορθώσουμε τον καπιταλισμό, «ενισχύοντας την αίσθηση δικαιοσύνης, χωρίς αποκλεισμούς». Α γεια σου, Κρισταλίνα, τώρα μας έσπρωξες στο σωστό ερώτημα, στο πυρηνικό δίλημμα: Διορθώνεται ο καπιταλισμός, καρδιά μου; Είναι συμβατός με την κοινωνική δικαιοσύνη; Μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς να διευρύνει τις ανισότητες, χωρίς να αποκλείει κατά δισεκατομμύρια τους ανθρώπους όχι μόνο από τον ωκεανό της πληροφορίας, αλλά πολύ συχνά από τους στοιχειώδεις όρους αξιοπρεπούς διαβίωσης;

Αν απαντήσουμε σ’ αυτό το κοινωνικό δίλημμα, νομίζω ότι μπορώ να ζήσω τις υπόλοιπες λίγες δεκαετίες της ζωής μου χωρίς να ξέρω όσα δεν ξέρω και χωρίς ενοχές που δεν τα ξέρω. Ρίχνοντας φούμο στο FoMO. Εξάλλου, ο πρώτος διδάξας Σωκράτης – Πλάτωνας, με το «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα» (έστω κι αν δεν το είπε έτσι ακριβώς) μας υπενθυμίζει ότι η αποδοχή της άγνοιάς μας είναι μια καλή αρχή για να μάθουμε κάτι.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ


Για τις ολιγαρχίες που ελέγχουν τον πλανήτη, η τεχνητή νοημοσύνη ενσαρκώνει την παλιά φαντασίωση όλων των κυρίαρχων τάξεων: τον από μηχανής θεό που θα τις απαλλάξει από τους απείθαρχους εργάτες και τις απρόβλεπτες συγκρούσεις της πολιτικής. Για τους ανθρώπους του σωματικού και πνευματικού μόχθου, τους δημιουργούς κάθε προόδου, η τεχνητή νοημοσύνη αντιπροσωπεύει μια πρόκληση, γεμάτη καινούριες δυνατότητες για πιο ανθρώπινη εργασία, περισσότερο ελεύθερο χρόνο και μεγαλύτερη αυτονομία. Ποια κατεύθυνση θα επικρατήσει, δεν μπορεί να το μαντέψει καμιά «έξυπνη μηχανή». Θα το καθορίσουν η βούληση και ο αγώνας του κοινωνικού ανθρώπου. 


Πέτρου Παπακωνσταντίνου, «Ανθρωποι και ρομπότ: Οι προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης»







 

26/09/2020

Τα θανάσιμα διλήμματα του Λεβιάθαν

ΕΦΣΥΝ, 26-27/9/2020


Εχει δίκιο ο Μητσοτάκης. Απόλυτο δίκιο. Αυτό είναι το δίλημμα: Αυτοπροστασία η καραντίνα. Δίλημμα αναπόφευκτο, σαν το δίλημμα του σκαντζόχοιρου: να πεθάνω μόνος από το κρύο ή να αποδεχτώ τα τραύματα που θα μου προκαλέσει η ακάνθινη ζεστασιά των άλλων σκαντζόχοιρων; Δίλημμα θανάσιμο σαν των εξεγερμένων του ’21 –αν ελέχθη, όσο ελέχθη, απ’ όποιους ελέχθη– και όλων των εξεγερμένων του κόσμου και της Ιστορίας, σε κάθε αιματηρή αναμέτρηση με την τυραννία: Ελευθερία ή θάνατος. Σας φαίνεται πως μαγαρίζουμε τα ιερά και τα όσια με ανιστόρητες συγκρίσεις; Κι όμως, σκεφτείτε πόσο κοντά στον θάνατο μας φέρνει –τουλάχιστον κάποιους από μας– η αναμέτρηση με δυο εχθρούς, έναν αόρατο κι έναν ορατό: τον αφανή κορονοϊό και την κραυγαλέα παραλυσία μιας διακυβέρνησης που και δεν θέλει και δεν μπορεί.

Ο Μητσοτάκης έχει απόλυτο δίκιο
. Το δίλημμα είναι αυτοπροστασία ή θάνατος, από τη στιγμή που ο μέγας Λεβιάθαν, αυτή η περίπλοκη κατασκευή την οποία οι ανθρώπινες κοινωνίες εξόπλισαν με κυριαρχία μέχρι να βρουν τρόπους και μορφές αναίμακτης και ευτυχούς αυτοκυριαρχίας, εμφανίζεται ως εξαρθρωμένο ανδρείκελο, ανίκανο κι απρόθυμο να προσφέρει το αγαθό για το οποίο είναι προορισμένος: μια στοιχειώδη ασφάλεια, την αίσθηση ότι δίπλα στην ατομική ευθύνη και στα μέτρα αυτοπροστασίας που καθένας ενστικτωδώς αναλαμβάνει αν δεν έχει φάει πετριά ή δεν είναι βυθισμένος σε βλακώδεις πλάνες, υπάρχει μια πολιτική κοινότητα –το κράτος, ντε!– που αναλαμβάνει τη συλλογική ευθύνη και παίρνει μέτρα κοινωνικής προστασίας.

Εχει δίκιο ο Μητσοτάκης
. Και το δίλημμα που έθεσε σε 11 εκατομμύρια κατοίκους αυτής της χώρας, σε 4 εκατομμύρια πολίτες της ασφυκτικά εποικισμένης Αθήνας, είναι η πιο θρασεία, ειλικρινής, αφελής, κυνική, χαζοχαρούμενη, τραγελαφική κι επικίνδυνη ομολογία ανικανότητας και αβουλίας. Είναι σχεδόν σαν μισή παραίτηση από τη διακυβέρνηση. Τόσο ξεδιάντροπη και αληθινή, που αναρωτιέμαι αν στο επόμενο διάγγελμα, στην επόμενη κάθοδο από το όρος Σινά με δέκα, είκοσι, τριάντα εντολές ή μόνο μία και φαρμακερή –«εξαφανιστείτε στα σπίτια σας, ρε!»–, εκτός από αναγγελία γενικευμένης καραντίνας, μας επιφυλάσσει και την ανακοίνωση μιας κανονικής παραίτησης και διάλυσης της Βουλής.

Για να εξηγούμαστε
: Η καραντίνα δεν είναι ένα εξ ορισμού κακό πράγμα για να το χρησιμοποιείς ανοήτως ως απειλή και εκβιασμό. Οπως μας προστάτεψε τον Μάρτιο και Απρίλιο, έτσι αν χρειαστεί κι όσο χρειαστεί θα ξανακλειστούμε. Θα φάμε καρτερικά στη μάπα τα πέτσινα αγαπησιάρικα μηνύματα «μένουμε σπίτι», θα ξαναπιάσουμε τους περιπάτους με άδεια της υπηρεσίας, θα ξεθεώσουμε τα σκυλιά στις βόλτες, θα λιώσουμε στο διάβασμα (λέμε τώρα), στο ίντερνετ, στην τηλεόραση, θα επιδοθούμε στη ληστρική τηλε-εκμετάλλευση του εαυτού μας, καρφωμένοι στην καρέκλα και στην οθόνη του PC άνευ ωραρίου. Αλλά μετά; Θα λογαριαστούμε, πράγματι; Θα είναι εκεί ο αυστηρός και βλοσυρός μας Λεβιάθαν να αναπληρώσει το χαμένο εισόδημα, τον χαμένο χρόνο, το χαμένο χρήμα, τον χαμένο τζίρο, τις χαμένες θέσεις εργασίας, τις χαμένες προθεσμίες, τις χαμένες παραγγελίες, τους χαμένους πελάτες, τους χαμένους προμηθευτές;

Οχι, είναι η απάντηση που δίνει ορθά-κοφτά ο δικός μας, εξαρθρωμένος κι άβουλος Λεβιάθαν, αυτή η καρικατούρα αυταρχικής, αυτάρεσκης, πελατειακής, ετσιθελικής διακυβέρνησης που ξεκίνησε ορμητικά ως αναπτυξιακός οδοστρωτήρας και κατάντησε ξηλωμένος ασφαλτοτάπητας. Οχι, λένε οι διαχειριστές του κρατικού θησαυροφυλακίου, γιατί αν σας στηρίξουμε και δαπανήσουμε υπερβολικά σήμερα, αύριο θα χρειαστεί να σας τα πάρουμε διπλά και τριπλά πίσω. Επομένως, το παρεπόμενο θανάσιμο δίλημμα, μετά το «αυτοπροστασία ή καραντίνα», είναι το «να είμαστε εγκρατείς σήμερα ή να σας βάλουμε φόρους και λιτότητα αύριο;». Κι εδώ, η ατομική ευθύνη επιστρατεύεται ως βολικό επιχείρημα για να αποκρουστούν αιτήματα, πιέσεις και αγωνιώδεις εκκλήσεις από ανέργους, επισφαλείς και οικονομικά τσακισμένους. Ολοι αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως τρόφιμοι του Πρυτανείου, παρασιτικές ομάδες που «και πολλά τους δώσαμε τον Απριλομάη, τώρα, ας τα βγάλουν πέρα μόνοι τους».

Κι αυτό το τελευταίο
εκβιαστικό δίλημμα σέρνει από πίσω του ένα παρελκόμενο. Ακόμη πιο πονηρό, θανάσιμο αλλά και ακριβό. Γιατί γαντζώνεται πάνω στο χρήμα που από του χρόνου (υποτίθεται ότι) θα ρεύσει άφθονο από τους ευρωπαϊκούς κρουνούς. Τα 70 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου κοινοτικού προϋπολογισμού, του υπερ-Λεβιάθαν των Βρυξελλών. Για μια οικονομία κατεστραμμένη από τη δεκαετή μνημονιακή εξυγίανση και ξαναχτυπημένη από την πανδημία, είναι πολλά τα λεφτά, Κυριάκο. Κι αν αυτά τα λεφτά γεννούν κάποια αμυδρή ελπίδα στήριξης σ’ αυτούς που σήμερα εκβιάζονται με τα διλήμματα «αυτοπροστασία ή καραντίνα» και «εγκράτεια σήμερα ή λιτότητα αύριο», ο δικός μας Λεβιάθαν τούς κόβει προκαταβολικά τον βήχα (όχι από Covid, ελπίζουμε). Ασκεί, όπως νομίζει, τον απόλυτο εκβιασμό: «Κράτος ή αγορά;».

Σαν να μην έχει μεσολαβήσει
το σοκ της πανδημίας, λες και δεν είδαμε τον εσμό των αντικρατιστών και νεοφιλελεύθερων να γλείφουν εκεί που έφτυναν, να εκλιπαρούν τις κυβερνήσεις να εκτινάξουν ελλείμματα και χρέη, τις κεντρικές τράπεζες να τυπώσουν χρήμα αφειδώς, να προσκυνούν το μισητό κράτος, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα ή σαν να είναι η κρίση κιόλας παρελθόν, ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος: «Κράτος ή αγορά;». Κι η απάντηση, που γαργαλάει τις ελπίδες και ιδιοτέλειες των αφελών, είναι –περίπου– ότι τα 70 δισ. δεν θα πάνε κυρίως σε ένα σχέδιο αναστήλωσης του κράτους, του ΕΣΥ, του εκπαιδευτικού συστήματος, των σαθρών υποδομών, αλλά στους συνήθεις υπόπτους. Θα ταΐσουν τις «ατομικές ευθύνες» των ίδιων που έκαναν βίλες, πισίνες και αποτυχημένες μπίζνες τα 100 δισ. κοινοτικών ενισχύσεων της προηγούμενης εικοσαετίας ή ομοειδών διαδόχων τους. Το αν θα είναι πράσινες ή ψηφιακές οι μπίζνες αυτή τη φορά, δεν κάνει τη διαφορά.
Περιμένετε την τελική εκδοχή του «αναπτυξιακού σχεδίου Πισσαρίδη» και θα δείτε πως θα γελάσουμε. Αν και μάλλον θα χρειαστεί να κλάψουμε.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Ιδού, λοιπόν, η γένεση εκείνου του μεγάλου Λεβιάθαν ή μάλλον (για να μιλήσουμε με μεγαλύτερο σεβασμό) εκείνου του θνητού θεού στον οποίο οφείλουμε, ύστερα από τον αθάνατο Θεό, την ειρήνη και τη διαφέντεψή μας. Διότι χάρη στην εξουσιοδότηση, η οποία του δόθηκε από κάθε μέλος της πολιτικής κοινότητας, έχει στη διάθεσή του τόση εξουσία και δύναμη, ώστε επισείοντας τες να μπορεί να κατευθύνει τη βούληση όλων προς τους σκοπούς της εσωτερικής ειρήνης και της αμοιβαίας αρωγής έναντι των εξωτερικών εχθρών.

Τόμας Χομπς, «Λεβιάθαν, ή Υλη, Μορφή και Εξουσία μιας Εκκλησιαστικής και Λαϊκής Πολιτικής Κοινότητας»

 

19/09/2020

Η τούρτα του Γουόρεν Μπάφετ

ΕφΣυν, 19-20/9/2020


Ο Γουόρεν Μπάφετ έγινε 90 ετών. Αποκλείεται να μην τον ξέρετε, αλλά και να μην τον ξέρετε, τα παγκόσμια ΜΜΕ θα φροντίσουν να τον μάθετε μέσα από τις αγιογραφίες που φιλοτεχνούν με τη μέγιστη επιμέλεια για κάθε άνθρωπο που η προσωπική ή εταιρική του περιουσία ξεπερνά μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτομάτως εντάσσεται στις λίστες των υπερπλουσίων, που μοιάζουν με τα συναξάρια των χριστιανών αγίων, οσίων και μαρτύρων. Μόνο που αντί για μαρτύρια, θαύματα κι ευεργεσίες, μας πληροφορούν για την αξία των επενδυτικών τους χαρτοφυλακίων, τις εξαγορές, τα χρηματιστηριακά τους ανδραγαθήματα, τα ακριβά τους διαζύγια, τα πολυτελή τους γούστα ή τον λιτό βίο που συνοδεύει την τεράστια περιουσία τους. Α, και τις φιλανθρωπίες τους. Τη γενναιοδωρία με την οποία μοιράζουν λεφτά σε κοινωφελείς σκοπούς. Σ’ αυτό μοιάζουν κάπως με τους αγίους των συναξαρίων που μοίραζαν τις περιουσίες τους στους αθλίους της εποχής τους, πριν αφιερωθούν στην πίστη τους. Μόνο που οι άγιοι των συναξαρίων του Forbes το ρίχνουν στη φιλανθρωπία εκ του ασφαλούς, αφού η περιουσία τους απογειωθεί κι ένα ευφυές σύστημα φοροαπαλλαγών ερεθίσει τη γενναιοδωρία τους.

Ο Μπάφετ έγινε 90 ετών. Να τα χιλιάσει ο άνθρωπος, το λέω και το εννοώ χωρίς ίχνος ταξικής μνησικακίας, χωρίς τον σαρκασμό του ψοφοδεούς Καραγκιόζη που ευχόταν στον πολυχρονεμένο του πασά «ο θεός να του κόβει μέρες (του πασά) και να του δίνει χρόνια (του Καραγκιόζη)». Να τα χιλιάσει, γιατί ο χρόνος κι ο κύκλος του καθενός είναι λαχνός ατομικός και μοναδικός. Προφανώς ο Μπάφετ έχει χίλιες φορές περισσότερες πιθανότητες να τα χιλιάσει από μένα και πολύ περισσότερο από ένα παιδί που γεννιέται τώρα στο Τσαντ ή στη Σιέρα Λεόνε, αλλά κανείς μας δεν ζει στις στατιστικές και τις πιθανότητες, καθένας κολυμπά στη δική του πισίνα τύχης και αναγκαιότητας. Καθένας μπορεί να τα χιλιάσει ή να τα κακαρώσει στο επόμενο δευτερόλεπτο.
Ο Μπάφετ έγινε 90, αλλά το περιουσιακό του ενδιαίτημα, η Berkshire Hathaway Inc., υπήρξε πριν απ’ αυτόν και πιθανότατα θα υπάρχει πολύ μετά απ’ αυτόν, ως απόηχος του βιομηχανικού καπιταλισμού των προηγούμενων αιώνων, ώς πολυσχιδές υβρίδιο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού της εποχής μας, με απροσδόκητες επιδράσεις στην καθημερινότητά μας. (Οσο άγνωστη κι αν είναι η Berkshire Hathaway στους περισσότερους Νεοέλληνες, στους παλιότερους κάτι θα θυμίζουν οι κάλτσες και τα καλσόν Berkshire που τις μεταπολεμικές δεκαετίες μεταμόρφωναν τα απεριποίητα και κουρασμένα πόδια των μανάδων μας σε αντικείμενα ανδρικού πόθου.)

Ο Μπάφετ έγινε 90,
και το γεγονός έδωσε αφορμή στους αγιο-βιογράφους του μιας ανακεφαλαίωσης της ζωής και της επιχειρηματικής του διαδρομής ως συμπύκνωσης του θριάμβου του καπιταλισμού. «Ο πιο τυχερός άνθρωπος που θα έχει γεννηθεί ποτέ στον κόσμο μέχρι σήμερα θα είναι το μωρό που θα γεννηθεί στις μέρες μας στις ΗΠΑ», λέει ο Μπάφετ εξαίροντας τη δύναμη του καπιταλισμού. «Το 1791, είχαμε πληθυσμό 4 εκατομμυρίων, δεν έβλεπες τριγύρω κάτι για το οποίο ήθελες να μιλήσεις. Σήμερα βλέπεις 75 εκατομμύρια ιδιόκτητα σπίτια. Βλέπεις 260 εκατομμύρια οχήματα. Βλέπεις σπουδαία κολέγια, εξαιρετικά νοσοκομεία. Βλέπεις το διαδίκτυο. Ολα αυτά συνέβησαν μέσα από το σπουδαίο σύστημα του καπιταλισμού. Αυτό δεν συνέβη επειδή οι Αμερικανοί ήταν πιο έξυπνοι, ούτε επειδή δεν δούλεψαν περισσότερο. Είχαμε ένα σύστημα που δούλεψε».

Να πω πως έχω αντίρρηση
, ψέματα θα πω. Το σύστημα δούλεψε. Δούλεψε, θριάμβευσε, έγινε οικουμενικό, καταλαμβάνοντας κάθε σπιθαμή της Γης. Με ιδιομορφίες, γεωγραφικές ή εθνικές εκδοχές, αποκλίσεις, πάντως ο καπιταλισμός είναι παντού, σε πείσμα του αντικαπιταλισμού μας. Δεν ξέρω πόσα παιδιά σ’ όλο τον κόσμο που γεννιούνται σήμερα μπορεί να είναι το ίδιο τυχερά με τα Αμερικανόπουλα, αλλά στο ίδιο σύστημα ανήκουν και οι αποτυχίες, έτσι δεν είναι; Είναι εύκολο, όταν είσαι στην κορυφή της ζωής, της δόξας, του πλούτου, να βλέπεις το ποτήρι όχι απλά μισογεμάτο, αλλά ξέχειλο. 

Ειδικά όταν είσαι
η παγκόσμια υπερδύναμη και μπορείς να διαβουκολείς τον πλούτο των εθνών από τη Wall Street, όταν μπορείς να ελέγχεις την τροφή των ανθρώπων από το χρηματιστήριο του Σικάγου, όταν κρατάς τα κλειδιά του παγκόσμιου ψηφιακού χωριού από την ασφάλεια της Σίλικον Βάλεϊ, αισθάνεσαι ότι το «σύστημα» δουλεύει. Ακόμη και στις χειρότερες κρίσεις του δουλεύει. Για ποιον δουλεύει, όμως; Κι αν του πιστώσουμε τα 75 εκατ. ιδιόκτητων σπιτιών και τα αντίστοιχα ικανοποιημένα αμερικανικά νοικοκυριά, σε ποιον θα χρεώσουμε τους 600.000 άστεγους και τα 40 εκατ. σε κίνδυνο έξωσης και αστεγίας; Γιατί οι ευτυχισμένοι πιστώνονται στο «σύστημα», ενώ οι δυστυχισμένοι, οι αποτυχημένοι, οι «λούζερ», οι αποκλεισμένοι, οι φτωχοί κατανέμονται στην κακή μοίρα ή στην προσωπική ανικανότητά τους;

Κι έπειτα, αν απλωθούμε στον ιστορικό χρόνο του σπουδαίου καπιταλισμού, στον οποίο με ιδεολογική και ταξική έπαρση αποδίδει ο Μπάφετ κάθε θαύμα της σύγχρονης εποχής -το διαδίκτυο, τα καλά νοσοκομεία, την εξάλειψη των επιδημιών, την αύξηση του προσδόκιμου ζωής-, σε ποιους θα αποδώσουμε τις αθλιότητές του; Το δουλεμπόριο που προμήθευσε με βαμβάκι τα πρώτα κλωστήρια της Berkshire, τις γενοκτονίες των πληθυσμών της Αφρικής που εξασφάλιζαν την ακατάπαυστη ροή πρώτων υλών, χρυσού, διαμαντιών, καουτσούκ, κακάο, τους δυο παγκόσμιους πολέμους που έχτισαν τη βιομηχανία χάλυβα, τον ρατσισμό που επιβιώνει τρομακτικά στο κέντρο του παγκόσμιου καπιταλισμού; Πράγματι, το σύστημα δούλεψε και δουλεύει. Αλλά μαζί και χάρη και στα πιο απεχθή επιτεύγματά του.

Είναι βολικό να αξιολογείς
ένα σύστημα από την ασφάλεια των κορυφαίων επιτευγμάτων του. «Το σύστημα δουλεύει», λέει ο Μάγος της Ομάχα με τα 85 δισ. δολάρια προσωπική περιουσία. «Το σύστημα δουλεύει», υποθέτουμε ότι θα είπε ο φαραώ Ακενατόν αντικρίζοντας τις κοιλάδες των πυραμίδων, θεμελιωμένων σε ποταμούς αίματος σκλάβων. «Ναι, το σύστημα δουλεύει», είπε κι ο αυτοκράτορας Γουάν Λι επιβλέποντας το Σινικό Τείχος των 8.000 χιλιομέτρων και της απλήρωτης δουλειάς εκατομμυρίων στρατιωτών και αιχμαλώτων στο πέρασμα 1.000 χρόνων. «Τελικά, το σύστημα δουλεύει», θα είπε και ο Περικλής βλέποντας το θαύμα της Ακρόπολης -όσο πρόλαβε-, χτισμένο με τη δουλειά των άφθονων δούλων και με το κλεμμένο ταμείο της Δηλιακής Συμμαχίας. «Πράγματι, το σύστημα δουλεύει», έλεγαν αυτάρεσκα και οι Σοβιετικοί ηγέτες όταν ολοκλήρωσαν τον εξηλεκτρισμό της ΕΣΣΔ ή όταν έστειλαν τον Γκαγκάριν στο Διάστημα, αποδεχόμενοι ως αναγκαίο τίμημα τα γκουλάγκ ή την έλλειψη βασικών αγαθών από το τραπέζι των νοικοκυριών.

Ολα τα συστήματα δουλεύουν
μέχρι να καταρρεύσουν. Τα συστήματα τα κάνουν οι άνθρωποι. Οταν το ισοζύγιο ικανοποίησης-δυσφορίας γέρνει υπέρ της δεύτερης, τα συστήματα αποσταθεροποιούνται, παρακμάζουν, καταρρέουν κάτω από το ίδιο τους το βάρος ή ανατρέπονται. Τα συστήματα τα χτίζουν και τα κατεδαφίζουν οι άνθρωποι. Αυτή είναι η ταπεινή και απλοϊκή εισφορά της στήλης στην τούρτα γενεθλίων του Γουόρεν Μπάφετ.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 
 
Υπάρχει ταξικός πόλεμος, πράγματι, αλλά είναι η τάξη μου, η τάξη των πλουσίων που κάνει τον πόλεμο και κερδίζουμε.

Γουόρεν Μπάφετ, συνέντευξη στους New York Times, 2006

Κλειστός κουμπαράς, ανοιχτή απάτη

Ή,  π ώς να χαρίσετε στις τράπεζες καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια ακόμη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ, 9/8/2026 Το εικονιζόμενο αντικείμενο είναι έν...